Αρχείο για Δεκέμβριος 2012

30
Δεκ.
12

Ρομπέρτο Μπολάνιο – 2666

2666,0 ο αριθμός του κτήνους

Τόπος: Σιουδάδ Χουάρες, έρημος Σονόρα, «Σάντα Τερέζα», σύνορα Μεξικού και ΗΠΑ. → Μικρογραφία του βάναυσου κόσμου, υπόδειγμα εργασιακής εκμετάλλευσης, φυτώριο βίας. Εδώ λειτουργούν οι βιομηχανίες που συναρμολογούν τα μηχανικά προϊόντα με το πλέον ελάχιστο κόστος, εδώ ο Νότος αναπνέει τις αναθυμιάσεις του Βορρά. Εδώ τα θύματα φροντίζουν για την ωραιοποίηση του κόσμου των θυτών, εδώ οι άνεργοι του κόσμου μαζεύονται στην κυψέλη με εντολή να επιβιώσουν. Και παντού τριγύρω, οι πληγές του υπερμοντέρνου κόσμου μπορούν να χαίνουν ελεύθερα: πολιτική, διαφθορά (πάνε πάντα μαζί), ναρκωτικά, πορνεία, τράφικινγκ, εκμετάλλευση, μετανάστευση, παραβατικότητα, δολοφονίες.

1 - bolano-1970Γύρω από αυτό το εφιαλτικό και απόλυτα πραγματικό κέντρο του κόσμου αναπτύσσονται τα πέντε κεφάλαια του τελευταίου [ανολοκλήρωτου] βιβλίου που έγραψε ο Μπολάνιο· κεφάλαια που στην ουσία αποτελούν πέντε αυτόνομα μυθιστορήματα που απορρόφησαν την τελευταία πενταετία της ζωής του, τότε που ο συγγραφέας με μανία συγγραφής προσπαθούσε να προλάβει τον χρόνο που γνώριζε καλά πως τον κυνηγούσε. Το τετρασέλιδο σημείωμα του φίλου και διαχειριστή του Μπολανιακού Έργου Ιγνάσιο Ετσεβαρρία που δημοσιεύεται ως επίμετρο είναι διαφωτιστικό: το 2666 δεν κατασκευάστηκε από την ένωση των πέντε μυθιστορημάτων αλλά αποτέλεσε εξ αρχής το μέγιστο συγγραφικό σχέδιο του Μπολάνιο, που έβλεπε όμως τον επερχόμενο θάνατο και θεώρησε πιο άνετο και επικερδές, τόσο για τους εκδότες του όσο και για τους κληρονόμους του να εκδοθεί σε πέντε ανεξάρτητα μέρη. Τα επιχειρήματα του Ετσεβερία συντείνουν στην θεώρηση του 2666 ως ενός ενιαίου, τεράστιου μυθιστορήματος που αποτέλεσε τον φιλόδοξο στόχο του συγγραφέα, ο οποίος είχε ήδη δοκιμαστεί στην διηγηματογραφία και ήθελε να ξεπεράσει τους Άγριους Ντετέκτιβ.

4Αναμφίβολα το πλέον αναπάντεχο κομμάτι του βιβλίου είναι το τέταρτο, τα Εγκλήματα, «εμπνευσμένο» από αληθινή εφιαλτική ιστορία που στοίχειωσε τον ίδιο χώρο δυο δεκαετίες πριν: τις εκατοντάδες δολοφονίες, κακοποιήσεις και βιασμούς νεαρών γυναικών, εργατριών στις μακιλαδόρες της Βιομηχανικής Ζώνης. Η λεπτομερής, κλινική καταγραφή των θυμάτων μοιάζει σαν το λογοτεχνικό είδωλο των αντίστοιχων ιατροδικαστικών εκθέσεων, καθώς τα φρικιαστικά τεκμήρια των νεκρών σωμάτων συνδιαλέγονται με τα θραύσματα της σύντομης ζωής τους. Ιδωμένη όμως από ψηλά, η κάθε βιασμένη και νεκρή δεν είναι παρά ένα ακόμα περιστατικό, ένα ακόμα κενό όνομα στον ατέλειωτο μαύρο κατάλογο των θυμάτων του κόσμου, κι ακόμα βαθύτερα, των απόλυτων θυμάτων του κόσμου, που είναι οι γυναίκες, στην αέναη κατασκευή γενεαλογικών δέντρων βιασμένων σωμάτων, παιδιών γεννηθέντων από βιασμό, που με τη σειρά τους θα βιαστούν με την ίδια ταχύτητα που κυλούν τα λεπτά των ρολογιών. Τα βίτσια των ανθρώπων είναι ανεξιχνίαστο μυστήριο αποφαίνεται ο ιατροδικαστής. Να μια Ιστορία του Κόσμου: η απόλυτη μοίρα των πλέον καταφαγωμένων θυμάτων του, των γυναικών. Εκφρασμένη ιδανικά από έναν περιφερόμενο των Εγκλημάτων: Οι γυναίκες είναι σαν τους νόμους, έγιναν για να παραβιάζονται.

Mexico01Όταν ρωτήθηκε για να εξηγήσει καλύτερα, είπε ότι μια κοινή και συνηθισμένη δολοφονία (παρότι δεν υπήρχαν κοινές και συνηθισμένες δολοφονίες) κατέληγε πάντα σχεδόν με μια εικόνα υγρή, μια λίμνη ή ένα πηγάδι που πρώτα σκίζεται και μετά ηρεμεί, ενώ οι φόνοι στη σειρά, όπως αυτοί στη συνοριακή πόλη, προξενούσαν μια εικόνα βαριά, από μέταλλο ή ορυκτό, μια εικόνα που έκαιγε, λόγου χάρη, έκαιγε κουρτίνες, και χόρευε, όμως όσο περισσότερες κουρτίνες έκαιγε, τόσο πιο σκοτεινό γινόταν το δωμάτιο ή η αποθήκη ή ο αχυρώνας, όπου συνέβαινε αυτά. [σ. 745]

3Οι γυναίκες βρίσκονται σε βαρέλια με οξύ, πλαστικές σακούλες, χαντάκια με μαύρο νερό, στις άκρες των συνοικιακών δρόμων, κάτω από τις κολόνες υψηλής τάσης. Παράνομοι σκουπιδότοποι, βιομηχανικές αλάνες, ερημικές αποθήκες αναψυκτικών, μια ολόκληρη τοπογραφία παρατημένων γυναικείων σωμάτων, μια γεωγραφία της φρίκης, η οικουμενική βιομηχανία των βιασμών. Οι ανακριτές επισκέπτονται τις τραγικές γειτονιές που καμία τηλεοπτική σειρά δεν δείχνει, μπαίνουν σε άθλια σπίτια, ψάχνουν στα εργοστασιακά απόβλητα. Ο συγγραφέας τους ακολουθεί παντού, καθώς ακούνε τις διαπασών τηλεοράσεις, ερευνούν τις τουαλέτες, αναζητούν μάταια στοιχεία σ’ έναν κόσμο οριστικά ματαιωμένο. Ο συλληφθείς και υποτιθέμενος ένοχος απολαμβάνει το μέγιστο όπλο του σύγχρονου ελεύθερου ανθρώπου, την δημοσιότητα, περιπαίζοντας τους πάντες. Ο κόσμος των φυλακών δεν είναι χειρότερος: Τα όνειρα εδώ, όπως όλα τα όνειρα που βλέπεις σε κλειστούς χώρους από πολλούς ανθρώπους, είναι κολλητικά. Άξαφνα βλέπεις εσύ ένα όνειρο και σε λίγο το ίδιο όνειρο το βλέπουν και οι άλλοι μισοί φυλακισμένοι. Όμως ο ψίθυρος που ακούς δεν είναι μέρος του ονείρου αλλά έρχεται από την πραγματικότητα. [σ. 639]

6 - Arcimboldo WinterΣτην ίδια περιοχή περιπλανώνται ή καταλήγουν οι χαρακτήρες των υπόλοιπων τεσσάρων ιστοριών – μυθιστοριών. Οι λογοτεχνικοί κριτικοί που αναζητούν με εμμονή τα ίχνη του μυστηριώδους και ασυνάντητου Πρώσου συγγραφέα Αρτσιμπόλντι, ο χιλιανός αυτοεξόριστος καθηγητής Αμαλφιτάνο που αναζητά τις δικές του απαντήσεις σε βασανιστικά ερωτήματα, ο αμερικανός δημοσιογράφος που καλύπτει έναν αθλητικό αγώνα και ο ίδιος ο Αρτσιμπόλντι που βιογραφείται με τέτοιο τρόπο ώστε να αντανακλά όλες τις εκφάνσεις του Κακού και της Ιστορίας του 20ού αιώνα, με τις αναπόφευκτες στάσεις στον ναζισμό και τον σταλινισμό. Ο οριακός αυτός χαρακτήρας δεν σταματά να τρεκλίζει πάνω στην βίαιη Ευρώπη αλλά και να θριαμβεύει πάνω στην ίδια την αφήγηση, αποτελώντας το αποκορύφωμα του βιβλίου και αφήνοντάς μας με τη σκέψη: ίσως αυτός να είναι ο μοναδικός άξιος τρόπος κατανόησης της Μεγάλης και της Μικρής Ιστορίας: αυτή η λογοτέχνησή της.

5Τι συμβαίνει λοιπόν ακριβώς με αυτό το μυθιστόρημα, τι είδους κραδασμούς προκαλεί στην αναγνωστική μας ψυχή; Είναι δύσκολο να περιγραφεί, όχι τόσο επειδή δεν υπάρχει συγκεκριμένος μυθοπλαστικός πυρήνας αλλά επειδή η ανάγνωσή του σε υπνωτίζει με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Ακόμα και οι όροι ολικό η ολοκληρωτικό μυθιστόρημα μοιάζουν σχηματικοί, αταίριαστοι για όλο αυτό το χειμαρρώδες διάγραμμα της Ζωής έστω και επί της παντοκρατορίας του Κακού. Καθώς οι χαρακτήρες καταπίνονται από τις ιστορίες, χάνονται στις στροφές των σελίδων ή απορροφώνται από τις ίδιες τις εξελίξεις, καθώς η μία ιστορία εκτυλίσσεται μετά ή δίπλα στην άλλη, ενίοτε εισχωρεί ή εξέρχεται από άλλες τρίτες, αφήνεται μετέωρη ή επανέρχεται αργότερα και αλλιώς, ο αναγνώστης ακολουθεί σαν μαγεμένος ένα κουβάρι που δεν τον βγάζει αλλά τον βάζει όλο και βαθύτερα στον Λαβύρινθο του Κόσμου. Ενός Κόσμου που ξεγυμνώνεται με τραγικό τρόπο όπως είναι αλλά και παράπλευρα υπονοείται με ελαφρότερο τρόπο όπως θα έπρεπε να είναι. Και πάλι όμως: αυτή η αναγνωστική ηδονή δεν οφείλεται σε ιδιάζον ή περίτεχνο λεξιλόγιο ή κάποια ευθέως σκοπούμενη λογοτεχνικότητα, κι εδώ είναι το δεύτερο έκπληκτο θαύμα – αντίθετα, οι λέξεις είναι οι απλούστερες δυνατές και η διήγηση προχωρά με την ίδια αυτονόητη απλότητα.

2Η τέταρτη διάσταση, έλεγε, περιλαμβάνει τις άλλες τρεις διαστάσεις και τους αποδίδει, συνάμα, την αληθινή τους αξία, δηλαδή καταλύει τη δικτατορία των τριών διαστάσεων, και συνεπώς καταργεί τον τρισδιάστατο κόσμο κου γνωρίζουμε και μέσα στον οποίο ζούμε. Η τέταρτη διάσταση, έλεγε, είναι ο απόλυτος πλούτος των αισθήσεων και του Πνεύματος (με κεφαλαίο, είναι το Μάτι (με κεφαλαίο) δηλαδή το Μάτι, που ανοίγει και καταργεί τα μάτια, που συγκρινόμενα με το Μάτι είναι απλώς κακόμοιρες τρύπες από πηλό, προσηλωμένα στην παρατήρηση ή στην εξίσωση γέννηση – μάθηση – δουλειά  θάνατος, ενώ το Μάτι περιλαμβάνει τον ποταμό της Φιλοσοφίας, τον ποταμό της ύπαρξης, το (γοργό) ποτάμι του πεπρωμένου. [σ. 864]

11Ο συγγραφέας έγραψε σε μια από τις αμέτρητες σημειώσεις που άφησε μαζί με το βιβλίο πως κάπου μέσα στο 2666 υπάρχει ένα κρυφό κέντρο που ενώνει τα πάντα. Στο βάθος πιστεύω πως είναι κι αυτό ένα από τα προσωπικά του λογοτεχνικά παίγνια. Για μένα το κέντρο είναι ακριβώς η απουσία κάθε κέντρου. Το κέντρο είναι η ίδια η ανάγνωση του κόσμου. Το διάβασμα ήταν  κάτι που σχετιζόταν άμεσα με την ηδονή και όχι άμεσα με τη γνώση λέει στην 74η σελίδα ένας εκ των ακολουθητών του χαμένου συγγραφέα. Και ο εμβληματικός Χάλντερ στην 854η του είπε ότι η διαφορά βρισκόταν στην ομορφιά, στην ομορφιά της ιστορίας που έλεγε το βιβλίο και στην ομορφιά των λέξεων που χρησιμοποιούσε για να αφηγηθεί την ιστορία. Αλλού πάλι ο Άνσκυ σκέφτεται ότι «η επανάσταση θα καταργήσει τον θάνατο». Η ίδια η γραφή το κάνει, ο Μπολάνιο συνομιλεί ακόμα μαζί μας. Και ίσως δανείζει τη φωνή του σ’ έναν ακόμα χαρακτήρα των Κριτικών: Πριν από το «πετυχαίνω το σκοπό μου» έβαζε τη λέξη «ζω» και σπανιότατα τη λέξη «ευτυχία».

mexico-swine-flu-one-planet-2009-5-10-14-22-6Σύμφωνα με τον διευθυντή ορχήστρας, η ζωή – ακριβώς όπως είναι  στην τέταρτη διάσταση αποκτούσε αφάνταστο πλούτο κλπ. κλπ., όμως το αληθινά σημαντικό ήταν η απόσταση από την οποία κάποιος, βυθισμένο μέσα σ’ αυτή την αρμονία, μπορούσε να παρατηρεί τις ανθρώπινες υποθέσεις, με αμεροληψία δηλαδή, χωρίς πλαστές ταφόπλακες που καταπίεζαν το πνεύμα που αφοσιώνεται στη δουλειά και στη δημιουργία, τη μοναδική διαχρονική αλήθεια της ζωής, την αλήθεια που δημιουργεί μια άλλη ζωή, κι έπειτα κι άλλη ζωή, και περισσότερη ζωή…. [σ. 865]

Εκδ. Άγρα, 2011, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, σελ. 1166, με τετρασέλιδη «σημείωση στην πρώτη έκδοση» από τον Ιγνάσιο Ετσεβαρρία [Roberto Bolaño, 2666, 2004].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, χωρίς τα παραθέματα. Στις εκτός του συγγραφέα εικόνες: δυο μεξικανικές τοπιογραφίες και ο Χειμώνας του Αρτσιμπόλντο, που έδωσε το όνομά του (και όχι μόνο) στον «κεντρικό» χαρακτήρα.

25
Δεκ.
12

Θωμάς Κοροβίνης – Όμορφη νύχτα. Χρονογραφία – μυθιστορία για 20 χρόνια λαϊκού τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη [1985 – 2005]

TELIKO NYXTAΘεσσαλονίκης Νυκτωδίες

Η ταβέρνα θέλει ρεμπέτικο ή ακόμα καλύτερα καζαντζιδικού τύπου σπαραγμό. Όχι, δεν θα τους αφήσουμε τους αβασάνιστους να γκρεμίσουν τους πιο λάβρους τόπους του νυχτερινού συμποσιασμού των ανθρώπων. Όσο τουλάχιστον ζούμε. Όσο για το μετά, «γαία πυρί μειχθήτω». [σ. 28]

Η μυθιστορηματική χρονογραφία του Κοροβίνη αποσκοπεί να δωρίσει στην συλλογική μνήμη την ακτινοβολία μιας εκδοχής των θρυλικών θεσσαλονίκειων νυχτών: της Όμορφης Νύχτας αυτοπροσώπως, και συνακόλουθα της ανθρωπογεωγραφίας μιας χαμένης εποχής, ακριβώς όπως υπήρξε, χωρίς μύθους και φτιασίδια. Συνεπώς, οι υπερβολές επιτρέπονται, τα ψέματα όχι· ακόμα κι αν κάποια περιστατικά ή συναπαντήματα ανθρώπων έχουν κάτι απ’ τα ατόφια παραμύθια, ο ρεαλισμός του βιβλίου είναι απροκάλυπτα και αστόλιστα ρεαλιστικός! Το βιβλίο χωρίζεται σε δεκάδες μικρά κεφάλαια, αφιερωμένα το καθένα σε κάποιο πρόσωπο, κατάστημα, δρόμο, κατάσταση, κοινώς σε όλες τις ψηφίδες της ζωής στην μυθοποιημένης και ταυτόχρονα απομυθοποιημένης πόλης. Τα κατά Θωμά Ευαγγέλια είναι απολύτως προσωπικά και εμπειρικά, χωρίς αξιώσεις αντικειμενικότητας, χωρίς απαιτήσεις ωραιοποίησης.

20120125_foto_korovinis_blogH ιδέα του αφηγήματος οφείλεται στον συγγραφέα φίλο του συγγραφέα Δημήτρη Μίγγα, ο δε τόπος της προτροπής ήταν η λαϊκή ταβέρνα «Το Άσυλο», στην είσοδο του συνοικισμού της Ευαγγελιστρίας. Το αρχικό μάλιστα σχέδιο περιελάμβανε ένα μοιρασμένο (σε δίσκους το λέμε split!) μυθιστόρημα, αλλά ο Μίγγας αναγνώρισε πως τα κοροβίνεια βιώματα έπρεπε να καταγραφούν από τον βιώσαντα. Πράγματι, αν το κάθε γραπτό υστερεί ούτως ή άλλως σε σχέση με την καθαρότητα και την ευταξία της αυθεντικής εμπειρίας, τότε πόσο περισσότερο θα συμβαίνει όταν επιχειρήσουμε να μπούμε στο βίωμα άλλου…

ΛιλήΤο ιστορικό μαγαζί των αδελφών Χουλιάρα, γνωστό και ως Ο Ναός, βρισκόταν στην Κάτω Τούμπα, στην οδό Παπάφη 104, λεωφορείο 12. Εδώ δεν ίσχυαν οι κλασικοί και παγκοσμίως απαράβατοι νόμοι που οριοθετούν τη σχέση μαγαζάτορα και πελάτη, αλλά, αντίθετα, οι άγραφες συνήθειες μιας δοκιμασμένης σχέσης μεταξύ παλιόφιλων. Η διήγηση ξεκινά αντίστροφα, από την περίοδο της φθίνουσας πορείας και της παρακμής. Δύσκολο: είναι η συγκυρία που πάντα μας διαλύει περισσότερο· αλλά ο συγγραφέας όχι δεν οπισθοχωρεί στα δύσκολα βιωματικά ή συγγραφικά αλλά, αντίθετα, ορμά καταπάνω τους.

Διατρέχω τις σελίδες για να βρω τις δυο εμβληματικές γυναίκες της λαϊκής νύχτας της βορειούπολης, ειδικά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Βρίσκω πρώτα την Μαριώ, την αγωνίστρια του θεσσαλονικιώτικου πάλκου και την ακολουθώ από τη χασαποταβέρνα του Μαριώλα στη Νέα Μαγνησία και το αλώνισμα των μαγαζιών του θεσσαλικού κάμπου με τον πατέρα της μέχρι την Φαρίντα της Μενεμένης και τις Αναμνήσεις της Νεάπολης, πάντα φορτωμένη μ’ ένα σωρό ιστορίες. Οι σελίδες της συχωρεμένης Λιλής βρίσκονται πιο βαθιά στο βιβλίο, όπως το ίδιο βαθιά στις μνήμες παραμένουν οι φωνές της στην πίστα για ψωμί, παιδεία και λαοκρατία, και οι νυκτωδίες στο Μινουί – ευτυχώς πρόλαβα το υπόγειο στις δόξες του, και κάναμε συχνά πέρασμα όταν κλείναμε τον Ερωδό μετά τις 3 το βράδυ.

Άνω Πόλη 1Ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνεται στο θέμα των δημιουργών της Θεσσαλονίκης και γενικώς της μοίρας των καλλιτεχνών μέσα στην «μικροαστίλα και την μιζέρια της πόλης με τον στενόκαρδο ουρανό». Αν γίνεις λαμπερό όνομα στην πρωτεύουσα, σε σέβονται και οι ντόπιοι, που συνήθως είναι τσιγκούνηδες με τους γηγενείς καλλιτέχνες. Όσοι μένουν, παραμένουν οι «τοπικοί δημιουργοί», γνωστοί μεν αλλά «δικοί μας», γραφικά ιδωμένοι και αιώνια δεδομένοι. Η συμπρωτεύουσα είναι το πρώτο μεγαλοχώρι – όχι νύφη, αλλά νυφίτσα του Θερμαϊκού. Οι πιστοί της, όπως ο κυρ Ντίνος, καθηλωμένοι της επιτελούν έργο ιερό, αλλά προτιμούν να αγνοούν ότι η πόλη υπάρχει από έναν ατέρμονο ευτροφισμό που παράγει μουχλιασμένα μυαλά και επικράτειες που κυβερνούνται από τα κατηχητικά.

371667Ευνόητα οι γυναίκες έχουν αμέτρητες θέσεις στην μνημογραφία του Κοροβίνη. Από τη μία οι σερβιτόρες, όπως η πιο ενδιαφέρουσα γυναικεία προσωπικότητα από τις δισκοφόρες της Όμορφης Νύχτας, η Ξένια από τον Τύρναβο με την ελιά στο πάνω χείλι (κάτι θυμάμαι…) – από την άλλη οι θαμώνισσες και περαστικές από στέκια και ζωές, πολύτιμες όλες στην συναγωγή της φιλοσοφίας μιας ζωής, ακόμα και όταν ο συγγραφέας θυμοσοφεί…

…βαρέθηκα να ορέγομαι ή να μυθοποιώ όμορφα πλάσματα, που πολύ γρήγορα η ψυχική τους φτώχεια και η ανύπαρκτη πνευματικότητά τους, συχνά δε και η σχετική ή απόλυτη αισθηματική ή και ερωτική τους ανικανότητα, οδηγεί στην πλήρη απομυθοποίησή τους και ενίοτε σε μια αίσθηση καθολικής αηδίας για το πενιχρό αποτέλεσμα που όχι σπάνια δημιουργεί η αγαστή μα τραγική συνεργασία των αντιφάσεων της ανθρώπινης ύπαρξης. [σ. 55]

Ευνόητα η προσωπογραφία των μουσικών είναι ανεξάντλητη: Μανώλης Πάππος (τον έζησα προσωπικά μια χρονιά στο Αλώνι της Σίφνου, πίσω στο ’95), Χρήστος Μητρέτζης (με τις παροιμιώδεις πρωτοεμφανίσεις στο Ποντίκι στους Άγιους Πάντες του Σταθμού, να οδηγεί το κοινό στην απογείωση), Ζιγιάντ Ραζάμπ (περάσαμε από το ίδιο θρυλικό σπίτι, την μονοκατοικία της Αχιλλέως, μαζί πηγαίναμε και μπαίναμε στα άδεια, εγκαταλειμμένα σπίτια της Άνω Πόλης, για να κόψουμε τα παρατημένα ξύλινα έπιπλα, να τα φτιάξει μουσικά όργανα…), συγχωρήστε με, ξεφεύγω πάλι.

Σεβάς Χανούμ στο σπίτι της (Σταυρούπολη, φωτ. Βασίλης Μποζίκης)Δεκάδες πρόσωπα έχουν το δικό τους χώρο στις ημερολογιακές σελίδες του νυχτερινού «ημερολογίου» – συγγραφείς, στιχουργοί, τραγουδιστές, τραγουδοποιοί. Γιώργος Ιωάννου, Μανόλης Αναγνωστάκης, Τόλης Καζαντζής, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Δημήτρης Μαρωνίτης, Δημήτρης Δημητριάδης, Ιωάννα Καρυστιάνη, Βασίλης Τσιτσάνης, Μανώλης Ρασούλης, Ηλίας Κατσούλης, Αγγελική Λεμονή, Γιώτα Λύδια, Γιώργος Ζήκας…που η Θεσσαλονίκη δεν έπλασε μόνο τον χαρακτήρα τους αλλά και πλάστηκε από τους ίδιους. Δυο κείμενα αφιερώνονται στην αξέχαστη Σεβάς Χανούμ: ένα για την συναυλία της στη Νομική το 1984, όπου τραγούδησε με ζέση έπειτα από τόσα χρόνια στην αφάνεια, Χιώτη, Μητσάκη, Τσιτσάνη και Καζαντζίδη μέχρις εξαντλήσεως, κι ενώ έπρεπε λόγω υγείας να σταματήσει, δεν αποχωρούσε κανείς, κι ένα για την επίσκεψη στο σπίτι της στη Νεάπολη και μια από τις τελευταίες συνομιλίες μαζί της.

1345037160_428860976_1---5066-VASIPAP-Εκτενή κείμενα τιμούν την Μαριάνθη Κεφάλα και την Πόλυ Πάνου (μαζί με μια μεγάλη συζήτηση με την τελευταία), τους μαγαζάτορες Γιώργος Χουλιάρα και Νίκο Πλασταρά και όλους τους υπόλοιπους γηπεδάρχες, αφανείς κι εμφανείς. Και βέβαια οι χώροι, πάντα οι χώροι: το Πλατώ στη Χαριλάου και το Όνειρο στην Παπαναστασίου, η υπόγεια Πανδούρα απέναντι απ’ τον Ευκλείδη και ο «Τζότζος» στα Κάστρα (αν είναι να ξαναζήσω μια βραδιά, ας είναι στα λερά του πλαστικά τραπεζομάντηλα), ο Μακεδονικός με το λεωφορείο να αγγίζει το τραπέζι σου (άσχετο με τα συγγραφόμενα, αλλά συγχωρήστε μου της μνήμης τα μνήματα), το Μυστικό στις Σαράντα Εκκλησιές και η Κληματαριά στο Λιμάνι – με τα ξύλινα καρούλια αντί για τραπέζια αν θυμάμαι καλά – που θυμάμαι πολύ καλά.

ΠΠΜένω ξανά να τριγυρνάω από τους Άγαμους Θύται στο Βολτάζ στην παλαιοπαραλιακή Τομπουρλίκα του Παντελή Χατζηκυριάκου (το τελευταίο οριακό μεθύσι της ζωής μου) προτού ανηφορίσω για την υγρασιασμένη Άνω Πόλη περνώντας από το Αβαντάζ στο Τούρκικο Προξενείο, που ευθύνεται, λέει ο Κοροβίνης για την αρχή του τέλους κι όλα αυτά τα μαγαζιά με το ποτό και τα φιστίκια… και μετά ξανά πίσω στην όμορφη νύχτα της Όμορφης Νύχτας, εκείνου του προσκλητήριου των ηττημένων, των όμορφων ηττημένων, των ολότυφλων σκυλιών που έμπαιναν μέσα για να βρουν το φως τους, όπως χαρακτήριζε το μέρος ο Κώστας Καλημέρης, άλλος αειχαμογέλαστος συμπότης και νυν συνάδελφος στην απέναντι πλευρά του βορρά.

ΤζότζοςO Κοροβίνης μετράει τα τρία μι της νύχτας (μαργιόλα, μπαμπέσα, μπελαλού), παίρνει μαζί του τη φράση της Σιμόν Βέιλ «Όλο τον κόσμο να γνωρίσεις, ποτέ δεν θα μπορέσεις να μπεις μέσα σε μιαν ανθρώπινη ζωή» και υποκλίνεται στους ταλαντούχους που θυσίασαν μια καριέρα δόξας και χρημάτων εν ονόματι άλλων επιλογών και εντέλει της ίδιας της ζωής. Όταν ο λόγος επανέρχεται στη Θεσσαλονίκη παραπονιέται ευθέως … για την αναπάντεχη κατρακύλα της, από την αναγεννησιακή της περίοδο μέχρι το τέλος της δικτατορίας στο πέρασμά της οξεία γωνία της νεομεσαιωνικής παρακμής μετά το 2000 με αναστημένους βασιλείς στα θέατρα, αναβιώσαντα λείψανα καλλιτεχνών του ελαφρού και της ποπ στα γήπεδα, με την επικράτηση των σκυλομάγαζων, τη σιωπή των ποιητών, την εξορία ή αυτοεξορία κάποιων πικραμένων οραματιστών, την καταφυγή σχεδόν όλων των καλλιτεχνών στην Αθήνα, την αραχνομούνικη τριανδρία Ψωμιάδη – Άνθιμου – Παπαγεωργόπουλου… [σ. 153]

KOROVINIS3Αν όλα αυτά τα μέρη για ορισμένους υπήρξαν άσυλα για παραστρατημένους ή ξέμπαρκους, τότε ορθά ξεκίνησε η συζήτηση από το Άσυλο, όπου ολοκλήρωνα κι εγώ με φίλους τις εύτυχες και τις δύσθυμες μέρες. Και τώρα που βρίσκομαι τόσο μακριά, ευχαριστιέμαι να γνωρίζω πως σε τέτοια μέρη τσουγκρίστηκαν ωραία σχεδιάσματα μεταξύ φίλων και γεννήθηκαν βιβλία και για εμάς, που βρισκόμασταν στην άλλη πλευρά της μουσικής, βαθιά όμως μπλεγμένοι με τα μέλη αυτής της διονυσιάδας.

Όταν τραγουδάω, μαζεύονται γύρω μου όλοι οι άγγελοι των παιδικών μου χρόνων, με περικυκλώνουν. […] Όταν τραγουδώ, έρχονται, ζωντανοί και πεθαμένοι, άντρες πολλοί, που παρεξήγησαν ή ενέδωσαν στα πάθη μου, γυναίκες που δικαιώθηκαν ή προπαντός αποκαρδιώθηκαν από μένα, οι πιο ωραίοι και αδάμαστοι απ’ όσους χάρηκα έστω και για λίγο. Έρχονται οι απροσκύνητοι, οι ανέγγιχτοι, που δε θα πλησιαστούμε ποτέ΄. Οι ψυχές που δε γνωρίσαμε. Αυτή η αναζήτηση του άλλου μας καίει. Ψάχνουμε άραγε το συμπλήρωμα ή το ίδιο με τις ψυχές μας; [σ. 388, 393]

Δεν ξέρω, συγγραφέα, έφυγα κυνηγημένος και τ’ άφησα όλα μισά. Ακριβώς για να αισθάνομαι πως κάποτε θα ξαναγυρίσω.

ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ [φωτ. Γιάννης Βανίδης]Εκδ. Άγρα, 2008, σελ. 403 σελίδες γυαλιστερού φύλλου.

Στις φωτογραφίες: Λιλή, Οδός Ακροπόλεως στην Άνω Πόλη, Σεβάς Χανούμ στο σπίτι της στη Νεάπολη (φωτ. Βασίλης Μποζίκης), Μαριάνθη Κεφάλα, Πόλυ Πάνου, Τομπουρλίκας Ομήγυρη (Γιάννης Αλεξανδρής, Λάζαρος Χαριτίδης, Θανάσης Χαλικάς, Παντελής Χατζηκυριάκος, Κώστας Βόμβολος, Θωμάς Κοροβίνης, Μιχάλης Σιγανίδης, 1992), Κλειστός Τζότζος.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο Tales from the North.

24
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 130

Luminato2012_Literary_Nicole-Krauss_Photo-by-Patrick-ShawΝικόλ Κράους – Όταν όλα καταρρέουν, εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, σελ. 51 [Nicole Krauss, The Great House, 2010].

… οποιοδήποτε άλλο μουσικό κομμάτι που με επηρεάζει βαθιά, ποτέ δεν θα το άκουγα μπροστά σε άλλους, ακριβώς όπως δεν θα έδινα σε κάποιον ένα βιβλίο που αγαπώ ιδιαίτερα. Είναι μια παραδοχή που με κάνει να ντρέπομαι, γιατί γνωρίζω ότι αποκαλύπτει κάποια θεμελιώδη έλλειψη της φύσης μου, έναν εγωισμό· και γιατί συνειδητοποιώ ότι έρχεται σε αντίθεση με την προδιάθεση των περισσότερων, των οποίων το πάθος για κάτι τους ωθεί να θέλουν να το μοιραστούν, να πυροδοτήσουν ένα παρόμοιο πάθος στους γύρω τους, όπως επίσης γνωρίζω και ότι αν εν είχα επωφεληθεί από έναν παρόμοιο ενθουσιασμό θα εξακολουθούσα να αγνοώ πολλά από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία και μουσικά έργα, με καλύτερο παράδειγμα την τρίτη κίνηση του Opus 131 που τόσο κουράγιο μου έδωσε μια ανοιξιάτικη νύχτα του 1967. Αντί όμως για διεύρυνση, πάντοτε αισθανόμουν μια συρρίκνωση της προσωπικής μου απόλαυσης όταν καλούσα κάποιον άλλο να τη μοιραστεί, μια ρήξη στη βαθιά σχέση που ένιωθα με το έργο, μια εισβολή στον ιδιωτικό μου χώρο.

22
Δεκ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 111. Αμάντα Μιχαλοπούλου

VrilissiaΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

H Λαμπερή Μέρα είναι μια συλλογή διηγημάτων- παλιών και νέων. Κοινό τους θέμα είναι η απώλεια. Ήθελα να δω πώς ζει κανείς ύστερα από μια μεγάλη απώλεια, με ποιες διαδικασίες συνεχίζει να ζει.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Στο βάθος η ίδια διακαής επιθυμία. Να μιλήσω για τις μετατοπίσεις ταυτότητας, για το πώς στη διάρκεια της ζωής γινόμαστε Άλλοι και πως μέσα από τους κατακερματισμένους εαυτούς μας επιχειρούμε άλλοτε με επιτυχία, άλλα κυρίως με παταγώδεις 2012αποτυχίες, να βρούμε ένα είδος γαλήνης. Ακόμη και στο νέο προεφηβικό μου μυθιστόρημα «Έρχεται ο Ινξορ», ο κεντρικός ήρωας, ένας ενδεκάχρονος εξωγήινος, ονειρεύεται να συναντήσει του Άλλους, τους Γήινους, ώστε να μάθει –μέσω των άλλων- ποιος είναι.

Ποιες επιπλέον ιδιαιτερότητες, απαιτήσεις και δυσκολίες έχει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Είναι η ίδια ακριβώς δουλειά επειδή τα παιδιά – αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύουν όσοι τους απευθύνονται με υποκοριστικά – είναι αδέκαστα, ελίσσονται, έχουν ένστικτο και με μια παράξενη προοικονομία τα ξέρουν όλα.

2010Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Γράφω παντού. Ο αγαπημένος μου χώρος είναι τα αεροδρόμια. Και τα ξένα μακρινά μέρη όπου δεν με ξέρει κανείς αρκετά καλά οπότε μπορώ να είμαι ο εαυτός μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν ξέρω πως ακριβώς συμβαίνει. Στις καλύτερες στιγμές είναι ενστικτώδες το γράψιμο κι έρχεται από ένα βαθύ σκοτεινό πηγάδι ύστερα από μια περίοδο θλίψης. Στην αρχή ανεβάζεις τον κουβά, το νερό μυρίζει άσχημα, το σχοινί σου γδέρνει τα χέρια. Μετά, όταν αντιληφθείς ποιο ακριβώς είναι το φορτίο –τι περιέχει ο κουβάς- δουλεύεις με άγρια χαρά.

2007Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι, ποτέ. Νομίζω ότι ζουν μέσα στα βιβλία. Δεν μπορώ να τους φανταστώ σε άλλη συνθήκη. Ούτε έχω αναρωτηθεί γι αυτούς. Ίσως έτσι να εξορθολογίζω το αίσθημα απώλειας όταν ένα βιβλίο – κυρίως ένα μυθιστόρημα – τελειώνει.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω πάντα κάτι συγκεκριμένο, κάτι που έχει αρχίσει και θέλω να μάθω πώς θα εξελιχθεί. Διαβάζω πάντα ό, τι έγραψα τις δυο τρεις τελευταίες μέρες για να ξαναβρώ τη θερμοκρασία του κειμένου. Αν 2005έχω αφήσει το κείμενο για καιρό, το ξαναδιαβάζω ολόκληρο, διορθώνω και περιμένω: συνήθως το βιβλίο δουλεύει υπόγεια- κι όταν σε απασχολεί γράφεται κι όταν δε γράφεις. Οπότε χρειάζεται υπομονή. Και σιωπή. Μουσική ούτε κατά διάνοια. Με διαλύουν οι θόρυβοι. Συνήθως μουσική ακούω μετά, κάτι άγριο και χορευτικό κατά προτίμηση, για εκτόνωση. Όταν είμαι μόνη μου δε χορεύω «ωραία», πηδάω πάνω κάτω για να υποχωρήσει η μυική ένταση

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έγραφα νεότερη. Σήμερα σπάνια, όταν συμβεί κάτι δραματικό, κάτι που δεν μπαίνε σε τάξη με παράταξη λέξεων και λογικών νοημάτων. Η ποίηση που γράφω είναι αλλόκοτη και τρομακτική, δε θα τη δημοσίευα ποτέ.

2003Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τέλειωσα ένα θεατρικό για παιδιά. Και παλεύω κι ένα θεατρικό για ενηλίκους που με απασχολεί πολύ. Μαζί με το άντρα μου, τον φωτογράφο Δημήτρη Τσουμπλέκα, γράφουμε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Η διαδικασία είναι διασκεδαστική και πολύ διαφωτιστική – αν γράφεις μαζί με κάποιον, κατανοείς μερικά πράγματα που συνήθως δεν τα συζητάς ποτέ με τον εαυτό σου, μόνος σ’ένα δωμάτιο. Τουλάχιστον όχι άμεσα.

Επίσης έχω στα σκαριά εδώ και ένα χρόνο ένα μυθιστόρημα που το πιάνω και το αφήνω – με δυσκολεύει πολύ.

2001Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Εμμανουήλ Ροΐδης, Ξαβιέ ντε Μαιστρ, Στέφαν Τσβάιχ, Άιρις Μέρντοχ, Ε.Χ. Γονατάς,  Μαργαρίτα Καραπάνου. Τα πρώτα βιβλία της Μάργκαρετ Άτγουντ, τα τελευταία του Φίλιπ Ροθ. Επίσης: Ντάσιελ Χάμμετ, Ζαν- Πατρίκ Μανσέτ, Νίκος Καχτίτσης, Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν (τα πεζά της περιέργως) κι από ποιητές: Καρυωτάκης, Μαλακάσης, Φίλιπ Λάρκιν,  Ανν Σέξτον, Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, Τζένη Μαστοράκη και ο Τίτος Πατρίκιος (ο ποιητής της εφηβείας μου).

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

98«Μαντάμ Μποβαρύ» του Φλωμπέρ, «Οι εκλεκτικές συγγένειες» του Γκαίτε, «Οι ξεριζωμένοι» του Ζέμπαλντ, «Η εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν» της Ανν Ζέγκερς, «Homo Faber» του Μαξ Φρις, «Σύντομο γράμμα για ένα μεγάλο αποχαιρετισμό» του Πέτερ Χάντκε, «Μαύρα νερά» της Τζόις Κάρολ Όουτς, «Ένας σωσίας» του Γιάννη Μπεράτη, «Ο χάρτης και η επικράτεια» του Μισέλ Ουελμπέκ, «Οι ξένες λέξεις» του Βασίλη Αλεξάκη, «Ανάπλους» του Θανάση Βαλτινού, «Ο χρόνος πάλι» της Σώτης Τριανταφύλλου, «The Driver’s Seat» της Μύριελ Σπαρκ, «Οι γάτες της Rue d’Hauteville» του Βασίλη Βασιλικού, «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» του Ίταλο Καλβίνο – κι αν δε με σταματήσετε δεν θα σταματήσω μόνη μου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

96«Νεκροφάνεια» του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου, «The Faces of Blood Kindred» του William Goyen, «Βίος της Ανν Μουρ» του Ρομπέρτο Μπολάνιο, «Τοπίο με σκύλο» της Έρσης Σωτηροπούλου, «Οι κόρες του αείμνηστου συνταγματάρχη»  της Μάνσφιλντ, «Λόφοι σαν λευκοί ελέφαντες» του Χέμινγουεϊ, «Φαντάσματα μόνο» της Γιούντιθ Χέρμαν. Όλη η Αλις Μονρό, όλος ο Τσέχοφ, ο Κάρβερ και ο Πολ Μπόουλς. Φέτος ανακάλυψα τη συνομίληκή μου Κορεάτισσα Jo Kuyng Ran (Looking for the Elephant) κα τη νεαρή Samanta Schweblin από την Αργεντινή που έχει γράψει το καθηλωτικό διήγημα  «Birds in the mouth».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Ελίζαμπεθ Κοστέλλο του Κούτσι. Ο αφηγητής του Δημήτρη Χατζή στο «Διπλό Βιβλίο». Όλες οι νεαρές Ιρλανδές αφηγήτριες της Έντνα Ο Μπράιαν.

94Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

 Ο Δημήτρης Σωτάκης με «Το θαύμα της αναπνοής», ο Θανάσης Χειμώνας με τα «Σπασμένα Ελληνικά». Ο Κορτώ με τη «Λύσσα».

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τέλειωσα «Τα μαύρα λουστρίνια» της Μάρως Δούκα που θέλω να τα φέρω και στην τάξη, στα μαθήματα δημιουργικής γραφής. Με τον ίδιο σκοπό έφερα από τη Νέα Υόρκη τα βιβλία «The Situation and the Story» της Vivian Gornick και το «How to write a sentence» του Stanley Fish που τα διαβάζω αποσπασματικά. Διαβάζω επίσης την αυτοβιογραφία του Μπάλλαρντ που πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Σανγκάη επειδή πέρασα κι εγώ ένα μεγάλο διάστημα φέτος στην Κίνα. Στο κομοδίνο μου έχω τη «Μυστική γραφή» του Σεμπάστιαν Μπάρυ και τη «Μαρία των Μογγόλων» της Μαριάννας Κορομηλά. Τα διαβάζω εναλλάξ. Είναι και τα δύο εξαιρετικά.

2008Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα Γαλλική Φιλολογία και δημοσιογραφία. Τα γαλλικά με αποπροσανατόλισαν λίγο επειδή έκαναν τους πρώτους μου πειραματισμούς στη λογοτεχνία υπερβολικά περίτεχνους. Η δημοσιογραφία με βόηθησε να μειώσω τους επιθετικούς προσδιορισμούς, να προσανατολιστώ σε ένα κείμενο πιο «στεγνό», πιο κοντά στα ουσιώδη. Με έμαθε να σβήνω. Με βοήθησε πολύ επίσης να ερευνώ το θέμα μου χωρίς να πελαγοδρομώ. Συνεχίζω να αρθρογραφώ και τα δύο τελευταία χρόνια διδάσκω δημιουργική γραφή. Η διδασκαλία είναι μεγάλη απόλαυση κι επίσης ένας τρόπος να διορθώνεις τα λάθη – όχι μόνο των άλλων αλλά και τα δικά σου.

2002Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μου αρέσει πολύ το Μπονσάι, το ηλεκτρονικό περιοδικό του Γιάννη Πατίλη που δημοσιεύει διηγήματα. Είναι ένας αληθινός αρχειακός θησαυρός.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα έγραφα για τους «ξεριζωμένους» της ελληνικής λογοτεχνίας: τον Καχτίτση, τον Χατζή. Θα με ενδιέφερε να τους δω ως υποπεριπτώσεις εκπατρισμού. Να τους συγκρίνω με τον Βασιλικό, την Κρανάκη, τη Λυμπεράκη – με τη γενιά που αυτοεξορίστηκε στα χρόνια της δικτατορίας.

08Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θέατρο παρακολουθώ τα τελευταία χρόνια. Φέτος μου άρεσαν πολύ οι «Παραθεριστές» του Γκόργκι στη Στέγη. Ο κινηματογράφος είναι η μεγάλη μου αγάπη. Τελευταία μου άρεσε ¨Το κυνήγι» του Τόμας Βίντερμπεργκ.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Δεν είναι πολλές. Γενικά είμαι άνθρωπος που αν αφεθώ αυτοκαταστρέφομαι με τέτοιες δραστηριότητες. Γι αυτό δεν έχω τηλεόραση ή λογαριασμό στο facebook. Δεν είναι τόσο θεωρητικό, όσο πρακτικό: προσπαθώ να αποφεύγω τους αντιπερισπασμούς.

b183705Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

 Όχι πια – για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Κατά τα άλλα, με ανακουφίζει η άποψη του Νίτσε: τα κουνούπια δεν τσιμπάνε από μοχθηρία, θέλουν κι αυτά να ζήσουν.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαβάζοντας «Το Κοινόβιο» του Μάριου Χάκκα στο μετρό, σηκώνοντας το κεφάλι μου πότε πότε, παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω μου, αυτή την ασφυκτική ακούσια συνύπαρξη, ένιωσα ότι το βιβλίο έχει γραφτεί για όλους μας και ότι δεν θα ήταν καθόλου περίεργο ν’ αρχίσω ξαφνικά να τους διαβάζω αποσπάσματα. LCB3Αμέσως μετά σκέφτηκα ότι αρχίζω να τρελαίνομαι και έκλεισα το βιβλίο και τα μάτια μου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ως μυθιστορηματική πλοκή μου φαίνεται ενδιαφέρουσα…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αυτή η ερώτηση μου δημιουργεί τη διάθεση να παίξω με τις λέξεις, να τις ανακατέψω. Αυθόρμητα μου έρχεται να σας πω: Κάποια απάντηση που θα θέλατε να σας ρωτήσουμε; Απογοητεύστε την!

Φωτογραφίες: Δημήτρης Τσουμπλέκας

19
Δεκ.
12

Γεώργιος Βέης – Έρωτες τοπίων. Κίνα, Ινδονησία, Ιαπωνία, Ταϊλάνδη. Μαρτυρίες, μεταφορές.

ERVTES TOPIVNΝα τα θυμηθώ όλα αυτά, να τα θυμηθώ

Η μορφολογία των ρευστών τοπίων: ό,τι μόλις πριν από λίγο θεωρήθηκε σταθερό τώρα φαντάζει απόχρωση, κίνηση σκιάς και αμφιβολία ουσίας. Πρόκειται για την αδυναμία της πρόσληψης εκείνου του σταθερού μέτρου που θα με οδηγήσει με τη σειρά του στη βεβαιότητα συμπεράσματος. Εννοώ έναν αμετάβλητο παράγοντα, που θα τον διακρίνει η ασφάλεια, η επάρκεια της γνώριμης αίσθησης ενός φλιτζανιού με τσάι γιασεμιού. Αλλά κι αυτό το συναίσθημα, η ατελεύτητη αιώρηση, η περιδίνηση στο μάλλον φευγαλέο νόημα, μήπως δεν είναι εντέλει η ολοκληρωτική κατάκτηση της ελευθερίας; Η έσχατη ταξιδιωτική εμπειρία. [σ. 186]

Να τα θυμηθεί λοιπόν όλα, αγωνιά ο συγγραφέας, να τα θυμηθεί, όπως μονολογεί εδώ κι εκεί, αγωνιζόμενος πάνω στον κυκεώνα της γραφής σε συνάρτηση και με την απληστία του χρόνου: να σπουδάσει τις πιθανές αντιστοιχίες του τεσσάρων χωρών και των γραπτών του, να απομονώσει, να συμπυκνώσει το οριακό κάτι. Άλλωστε το επίγραμμα του Κάρλος ComfuciusΦουέντες και του Αρτέμιο Κρουζ του υπήρξε επιτακτικό: Η μνήμη είναι η ικανοποιημένη επιθυμία· επιβίωσε με τη μνήμη, πριν να είναι πολύ αργά, πριν το χάος σ’ εμποδίσει να θυμηθείς. Και η διαθήκη του Ελίας Κανέτι πολύτιμη: Στα ταξίδια τα αποδέχεται κανείς όλα, η αγανάκτηση μένει στο σπίτι. Βλέπεις, ακούς και ενθουσιάζεσαι με το πιο φοβερό, γιατί είναι καινούργιο. Οι καλοί ταξιδιώτες δεν έχουν καρδιά.

 Στον τάφο του Κομφούκιου ο συγγραφέας παραδέχεται πως ο παρών – απών ανέκαθεν στοίχειωνε τις μελέτες του γύρω από τον ασιατικό τρόπο σκέψεις και πως σταδιακά η έννοια του ταξιδιού στην Κίνα και το υλικό των Αναλέκτων με όλη τη συναφή κομφουκιανή μυθολογία άρχισαν να θεωρούνται ταυτόσημα μέσα του. Στην ραγισμένη επιγραφή διακρίνονται τα χτυπήματα από τα σφυριά και τους λοστούς των ερυθροφρουρών της λεγόμενης Πολιτιστικής Επανάστασης, τότε που προπαγανδίστηκε με φανατισμό «όχι μόνο η θεωρητική απόρριψη του κομφουκιανισμού ως τρόπου ζωής, αλλά το κυριολεκτικό ξερίζωμά του σε πανεθνικό επίπεδο».

BuddhaΑλλά αυτό ήταν ένα τίποτα του χρόνου μέσα στο πέρασμα των σινικών αιώνων. Ο Κομφούκιος είναι ένας μέτοικος του 21ιου αιώνα, το δίδαγμά του κυκλοφορεί, ενυπάρχει, εννοείται. Η προσφυγή σ’ αυτόν γίνεται χαμηλόφωνα, ενίοτε έμμεσα κι εκείνος μνημειώνει τις συνειδήσεις των νεότερων, την περίσκεψη, την προσαρμογή στις ανάγκες μιας πειθαρχημένης ζωής, πλούσιας όμως σε αποκρυσταλλώσεις του ουσιώδους. Ο Κομφούκιος επιθυμεί να θεμελιώσει τον κώδικα μιας αιτιολογημένης ηθικής στη θέση της δεισιδαιμονίας.

H επίσκεψη στο σωζόμενο μεσαίο δάχτυλο του Βούδα τροφοδοτεί με τη σειρά της άλλες σκέψεις. Το ακροτελεύτιο κομμάτι από τη σορό του διέφυγε της προσοχής των θερμόαιμων κόκκινων φρουρών, που διακατέχονταν και από αντιβουδιστικό μένος. tumblr_m835wt8Cbg1r3ocrzo1_500Ο κομφουκισμός πάντως δεν ήρθε σε κάθετη αντιπαράθεση με τον βουδισμό· αντίθετα συνέπλευσε με τα ιδεώδη του χωρίς να διχάσει την εξέλιξη της σινικής σκέψης. Σε κάθε περίπτωση ο συγγραφέας βλέπει στο βλέμμα των πιστών που κατακλύζουν σήμερα το κέντρο του Χονγκ Κονγκ την αποδοχή ενός βέβαιου επέκεινα χωρίς την μεσολάβηση μιας οποιαδήποτε άνωθεν επιβολής ή προπαγανδιστικής εκστρατείας.

Τελικά η παράλληλη δράση του ταοϊσμού, του κομφουκισμού και του ύστερου βουδισμού προσδιόρισε με ακρίβεια τις κύριες δομές της απαραίτητης διαλεκτικής ωρίμανσης. Όπως ακριβώς η κίνηση και η ακινησία οριοθετούν αντίστοιχα, σε ισότιμη μάλιστα βάση, την ενιαία στάση ζωής, όπως την εισπράττουμε στο σύνολό της, έτσι και η σινική τακτική του πρακτικού λόγου αφομοίωσε το παράταιρο, το εναντιωματικό, το αλλότριο μέσα στο προφανές ή στο αναγκαίο. [σ. 74]

geisha_011-1Η υπεράσπιση του πρακτικού μέσου από τους Κινέζους και η πρωτοκαθεδρία του χειροπιαστού έρχονται σε αντίθεση με τον απολύτως θεωρητικό βίο ή την κατάδυση του εγώ στα βάθη του μεταφυσικού, στα οποία επιδίδονται τα εκατομμύρια των Ινδών και όχι μόνο. Τα αντικείμενα στην Κίνα μεταμορφώνονται σε εκμαγεία αναστοχασμών, ενώ ο Φοίνικας, η αρχαία εμμονή των Κινέζων, υποδηλώνει την προσήλωση στην θεωρία της ανακύκλησης των όντων, σ’ αυτό τον ασίγαστο πόθο διαιώνισης. Ο Ναμπόκοφ στο μυθιστόρημά του Ada μιλάει κάποτε σαν καλός μαθητής του ΤΑΟ.

Οι τάφοι – κήποι, γράφει ο Βέης, δηλώνουν κάτι πέρα από τη συνήθη υπόμνηση της θνητότητας. Τα μνήματα χωρίς τα καθιερωμένα εμβλήματα των θρησκευτικών δογμάτων  είναι σωροί χωμάτων που σιγά σιγά έγιναν φυτώρια στοχασμού και img_XIIIsalon_mangaαυτή ακριβώς η εξάλειψη του ιερατικού δίνει στις αλέες του νεκροταφείου την αύρα μιας «αειθαλούς σχολής σκέψης». Στο Σπήλαιο των Ποιημάτων, πάλι, μια ολόκληρη ανθολογία αποτυπώνεται σχολιαστικά στην αιώνια σελίδα της πέτρας και στο υδάτινο βιβλίο αναπνέει ο πολιτισμός του ρυθμικού φωνήματος.

Το κινητό μυθιστόρημα κατακλύζει την Κίνα. Διάφοροι επώνυμοι συγγραφείς έχουν ήδη αρχίσει να διοχετεύουν τα μυθιστορήματα – ποταμούς τους στις λιλιπούτειες οθόνες των φορητών τηλεφώνων εκατομμυρίων αναγνωστών. Ο κόσμος αναπλάθεται με μινιμαλιστικό τρόπο και ασύλληπτη ταχύτητα με τα τηλεμηνύματα, αυτόν τον κειμενικό κόκκο ρυζιού. Στην περίπτωση των 4.200 ιδεογραμμάτων του έργου Έξω από το Κάστρο, οι συνδρομητές της κινητής λογοτεχνίας καλούν ένα συγκεκριμένο αριθμό δυο φορές την ημέρα, αναζητώντας τον μύθο μέσα από τον αλγόριθμο της προηγμένης τηλεφωνίας. Το στοίχημα των ριζικών πυκνώσεων και των λακωνικών εκφορών έχει κερδηθεί.

mishima2Ινδονησία: σε πλατείες που κρύβουν οι λόχμες, σε προαύλια δημοτικών καταστημάτων, σε περιβόλους αφανών ναών, σε κήπους χορταριασμένων παλατιών αλλά και σε νεκροταφεία ο χορός ως έκφραση του υπερβατικού επιβεβαιώνει μια αδιάσπαστη εθνολογική συνέχεια. Η ευτυχής συγκυρία της πανηγυρικής εκτέλεσης χορών της κατηγορίας Λεγκόνγκ εμπνέει την λεκτική της εκδοχή: Η τόσο έντονη δράση του κορμιού, το στροβίλισμα της κόρης των οφθαλμών, η μανική δόνηση και των τεσσάρων άκρων, που υπαγορεύει το ιερό, καθίσταται έτσι η άλλη Φύση, δηλαδή η κύρια.

Στην Ιαπωνία ο Βέης ενεργεί, κατά παραδοχή του, ως εντομολόγος: επιλέγει το ελάχιστο για να αναχθεί στην ορολογία του γενικού και στην ασφάλεια της ομάδας. Δεν είναι όλα όσα βλέπει γύρω του επίλεκτα προσωπεία του διαφορετικού αλλά υποκείμενα των ίδιων ποιοτήτων. Από την άλλη είναι πεπεισμένος (κι εμείς μαζί του) πως σε αυτή τη χώρα κανένας δεν ήταν απόλυτα προετοιμασμένος για το οριστικό πέρασμα από το λυρισμό της παράδοσης και την ασκητική λατρεία του Αυτοκράτορα – Πατέρα στην ισχυρή δύναμη του Ειρηνικού, στην απρόσωπη υπεραξία, στα ιδιώματα του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Και όλοι γνωρίζουμε πόσο βασανίστηκε από το χάσμα ο Γιούκιο Μισίμα και πώς αντέδρασε.

The Woman in the Dunes, 1964.Η χώρα ακολούθησε επί αιώνες το παράδειγμα του αντίπαλου δέους της, της γειτονικής Κίνας, μαθητεύοντας στην ακριβολογία των μικροσκοπικών μεγεθών σαν να ήταν οι πύλες της καθαρότερης γνώσης. Το ελάχιστο ισούται πάντα με ένα επιβλητικό σύνολο εννοιών. «Στο διανυκτερεύον μουσείο των Χαϊκού» ο συγγραφέας αναρωτιέται τι μπορεί κανείς να πει για ετούτες τις επιγραμματικές αποδόσεις της στιγμιαίας αιωνιότητας· ίσως με τα χαϊκού να μαθαίνουμε ό,τι η άλλη λογοτεχνία θέλει να δείξει και συνήθως δε μπορεί. Και πώς να μη μείνει κανείς έκπληκτος με την αντιστροφή, από την εξωστρεφή χλιδή και την φωτοχυσία των εμπορικών κέντρων να περνάμε στην αναπάντεχη λιτότητα των δεκαεπτά συλλαβών και στην απολυταρχία μιας αυστηρής έκφρασης που χωράει το δεδομένο παν, το δευτερόλεπτο της σημαίνουσας αίσθησης;

Στηνtumblr_mbw6ndqrD21rrdtd3o1_500 Ταϊλάνδη ένας μικρός χώρος αφιερωμένος στη δημόσια λατρεία του φαλλού,  αμνημόνευτος συνήθως στους ταξιδιωτικούς οδηγούς, μοιάζει με μια υποσημείωση στο περιθώριο της ασίγαστης, βουερής Μπανγκόκ. Δεν υπάρχει εδώ καμία βλοσυρή θεότητα παρά ένα προσηνές εφέστιο ον και η συνείδηση των βουδιστών Ταϊλανδών πως η Φύση να ανανεώνει διαρκώς τον εαυτό της· εδώ η σεξουαλικότητα εννοείται κυριολεκτικά ως οιωνός και ως Πράγμα καθεαυτό.

Women-BathingΠαραθέματα από τους Χιούμ, Νίτσε, Μπόρχες, Mπατάιγ, Γουλφ, Κόνραντ, Φώκνερ, Μπένγιαμιν, Τανιζάκι, Μπαρτ, Ρολέν, Χερν, Μισώ, Βαν Γκούλικ και δεκάδες άλλους συμπληρώνουν τις ψηφίδες της αντανάκλασης των τεσσάρων χωρών στα καθ’ ημάς. Και εδώ τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν με μικρές παραλλαγές στα περιοδικά (δε)κατα, Λέξη, Νέα Εστία, Νέα Πορεία, Passport, Πλανόδιον, Το δέντρο, σε ηλεκτρονικές σελίδες και ένθετα εφημερίδων.

Εκδ. Κέδρος, 2007, σελ. 249, με 16σέλιδο έγχρωμων φωτογραφιών. H μαυρόασπρη εικόνα είναι από την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίο του Κόμπο Αμπέ Η γυναίκα της άμμου (Ηiroshi Teshigahara, 1964). Στην αμέσως προηγούμενη: Πολεμιστής Γιούκιο Μισίμα.

16
Δεκ.
12

Oliver Sacks – Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο και άλλες κλινικές ιστορίες

sacks coverΟι άνθρωποι – τόποι συνάντησης φυσιολογίας και βιογραφίας

Η ασθενής μας (όπως όλοι μας) είναι γεμάτη από άπειρα «κοιμισμένα» μνημονικά ίχνη, μερικά από τα ποία μπορούν να ενεργοποιηθούν κάτω από ειδικές συνθήκες και ιδιαίτερα συνθήκες υπερβολικής διέγερσης. Θεωρούμε ότι αυτά τα ίχνη – όπως τα υποφλοιικά αποτυπώματα απόμακρων γεγονότων που βρίσκονται πολύ χαμηλότερα από τον ορίζοντα της συνειδητής πνευματικής ζωής – είναι ανεξίτηλα χαραγμένα στο νευρικό σύστημα και μπορούν να παραμένουν επ’ άπειρον σε αχρησία είτε λόγω απουσίας ερεθισμού είτε λόγω θετικής αναστολής. […]. Όλες αυτές οι καταστάσεις μπορούν να «απελευθερώσουν τι μνήμη και όλες του μπορούν να οδηγήσουν στην αναβίωση και επαν-ενεργοποίηση του παρελθόντος. [σ. 247]

OliverSacksBig2Στον πρόλογό του ο συγγραφέας αυτοσυστήνεται με διπλή ταυτότητα: εξίσου θεωρητικός και δραματουργός, βρίσκει και τις δυο ιδιότητές του στην αρρώστια, την «πεμπτουσία της ανθρώπινης κατάστασης». Οι άρρωστοι και οι αρρώστιες τον οδηγούν σε σκέψεις που υπό άλλες συνθήκες μάλλον δεν θα έκανε. Οι περιγραφές και οι διηγήσεις περιπτώσεων όμως δεν παύουν να απεικονίζουν τη φυσική ιστορία μιας νόσου, την παθογραφία της, χωρίς να μας λένε τίποτα για την ιστορία του ίδιου του ατόμου. Πρέπει να εμβαθύνουμε το ιατρικό ιστορικό στο επίπεδο της αφήγησης, ώστε να διαπιστωθεί η σχέση ενός αληθινού πλέον προσώπου με το ασθενές του σώμα.

6931014392_3aa587ec5c_zΗ εμπλοκή της προσωπικότητας του ασθενή γίνεται ουσιαστικότερη στη νευρολογία και στην ψυχολογία και ίσως σε μια νέα ειδικότερα που θα έπρεπε να ονομαστεί «νευρολογία της ταυτότητας». Το χάσμα ανάμεσα στο ψυχικό και στο σωματικό πιθανώς είναι εκ των πραγμάτων ανυπέρβλητο, παρ’ όλα αυτά, γράφει ο Σακς, οι ιστορίες που αναφέρονται ταυτόχρονα και αδιάκριτα και στα δυο, ακριβώς δηλαδή το είδος που τον συναρπάζει και μας παρουσιάζει εδώ, μπορεί να μας φέρνουν ακριβώς στην τομή του φυσικού μηχανισμού και της ζωής, στη σχέση των φυσιολογικών διεργασιών με τη βιογραφία. Κι έτσι στα σχετικά κείμενα το επιστημονικό και το μυθιστορηματικό έλκονται και επιζητούν να συνυπάρξουν.

Το ντοπάρισμα της μνήμης

MBDAWAK EC001Στην Ακράτεια νοσταλγίας η L – Dopa αναφέρεται ως ένα είδος παράξενης, προσωπικής χρήσης μηχανής που ταξιδεύει στο χρόνο. Η αναπόληση μοιάζει με επιληπτική ανάδυση αναμνήσεων από το απόμακρο παρελθόν, ενώ η εμφάνισή της σε μια ηρωίδα στα ξυπνήματα[Awakenings, το βιβλίο του Σακς που μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο με τους Robert De Niro και Robin Williams σε σκηνοθεσία της Penny Marshal το 1990, μια εξαιρετική ταινία] είχε περισσότερο στοιχεία «παγώματος» παρά «αναπόλησης», ενώ με τους ίδιους όρους ζωγράφιζε ο Χάρολντ Πίντερ την Ντέμπορα στο έργο του A Kind of Alaska. Ένα από τα πιο απροσδόκητα αποτελέσματα της L – Dopa είναι η επανεμφάνιση σχημάτων συμπεριφοράς που ήταν παρόντα σε πολύ πρωιμότερα στάδια στης ασθένειας αλλά στη συνέχεια είχαν «χαθεί». Σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα λειτουργίας έχουμε δει την επιστροφή και την επαναδραστηριοποίηση επεξεργασμένων, συναισθηματικά φορτισμένων ηθικών στάσεων, συστημάτων σκέψης, ονείρων και αναμνήσεων, που είχαν όλα ξεχαστεί…

debutart_martin-oneill_14490…ακόμα και έκφραση απόμακρων σεξουαλικών αναμνήσεων και υπαινιγμών, όπως συνέβη στην ασθενή που ζήτησε ένα μαγνητόφωνο για να μαγνητοφωνήσει αναρίθμητα πρόστυχα τραγούδια και αισχρά ανέκδοτα που προέρχονταν από τα κουτσομπολιά των πάρτυ, από σόκιν κόμικς και από νάιτ κλάμπ και μιούζικ ωλ της δεκαετίας του ’20! Στο ίδιο θέμα αναφέρεται και το αρχικό μας παράθεμα.

Το πέρασμα στην Ινδία

Η δεκαεννιάχρονη ΙνδήΜπαγκαβχαντί Π. εισήχθη στο ίδρυμα το 1978 με κακοήθη όγκο στον εγκέφαλο, υποτροπιασμένο και ανεγχείρητο. Ο όγκος της πρωτοπαρουσιάστηκε στα επτά της αλλά εκείνη ήταν ιδιαίτερα ευφυής ώστε να ζήσει με πλήρη ένταση και ευγνωμοσύνη, γνωρίζοντας πως είχε στο κεφάλι της μια «ωρολογιακή βόμβα». Στην αρχή της υποτροπής της ήταν ιδιαίτερα πρόσχαρη και έμοιαζε να αποδέχεται εντελώς τη μοίρα που την περίμενε, χωρίς να πάψει να επιζητεί την συντροφιά των άλλων. Καθώς ο όγκος κατελάμβανε προοδευτικά τον κροταφικό της λοβό και ο εγκέφαλός της άρχισε να προβάλλει μέσα από την περιοχή της αποσυμπίεσης, άρχισαν να εμφανίζονται παράξενες κρίσεις.

tumblr_mctpoz3nUF1qzy4gho1_500Η ασθενής δεν έχανε τις αισθήσεις τις αλλά έμοιαζε να βρίσκεται «μέσα σε όνειρο», σε μια ονειρική κατάσταση που σταδιακά αποκτούσε οραματικό χαρακτήρα, με μορφή εικόνων της Ινδίας που η Μπαγκαβχαντί  αναγνώριζε αμέσως ως μέρη που είχε αγαπήσει ως παιδί. Επρόκειτο για φαντασιώσεις σαφώς βασισμένες στις αληθινές της αναμνήσεις, σαν ένας διπλασιασμός της συνείδησης, χωρίς συγκινησιακές ορμές. Περισσότερο έμοιαζαν με ζωγραφικούς πίνακες ή συμφωνικά ποιήματα από μια αγαπημένη παιδική ηλικία. Κάποτε του ανακοίνωσε με ηρεμία πως πεθαίνει, πως επιστρέφει εκεί απ’ όπου ήρθε, όπως και συνέβη λίγο αργότερα. «Έφτασε» έχοντας φτάσει στο τέρμα του δρόμου προς την Ινδία;

Ένα ζωντανό μουσικό λεξικό

tumblr_meu03n7chA1rc97wro1_500Ο 61χρονος Μάρτιν Α. εργάστηκε σε πολλές δουλειές απολυόμενος κάθε φορά εξαιτίας της βραδύτητας, της αφηρημάδας ή της ανικανότητάς του. Θα μπορούσε να έχει μια μουντή και αποκαρδιωτική ζωή αν δεν είχε εκπληκτική μουσική μνήμη. Η δυνατότητά του να συγκρατεί μια όπερα ή ένα ορατόριο ύστερα από ένα και μοναδικό άκουσμα είχε ως αποτέλεσμα να γνωρίζει απ’ έξω πάνω από 2.000 μουσικά έργα. Μήπως επρόκειτο για ένα «αντιστάθμισμα» στις εγκεφαλικές του βλάβες και στους διανοητικούς του περιορισμούς; Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Σε κάθε περίπτωση, εκείνος απολάμβανε μια ταπεινή φήμη «κινούμενης εγκυκλοπαίδειας».

Ο Μάρτιν αντλούσε μια παιδιάστικη χαρά από όλες αυτές τις ικανότητες (όπως και από την γνώση όλων των διαδρομών όλων των λεωφορείων και των τρένων της Νέας Υόρκης). Αν η ειδητική μνήμη δεν έχει κάποιο βάθος ή αίσθημα, δεν έχει ούτε και πόνο, όμως μπορεί να χρησιμεύσει και ως υπερ – πραγματικότητα, μια έντονη και μυστική αίσθηση του κόσμου, ενός κόσμου στον οποίο ο ίδιος σπάνια αισθάνθηκε τον εαυτό του ως κανονικό παιδί ή ολοκληρωμένο άνθρωπο. Η συμπεριφορά του άρχισε να γίνεται ενοχλητική και ανυπόφορη όταν ένα νέο είδος δίψας άρχισε να τον κατατρώει,: επιθυμούσε να τραγουδήσει. Η μουσική και η συμμετοχή σε χορωδία δεν αρκούσαν. Και πράγματι, όταν η γνώση όλης της λειτουργικής και χορωδιακής μουσικής του Μπαχ μετατράπηκε σε φωνητική μέθεξη, ο Μάρτιν ξαναβρήκε την ισορροπία του, ζώντας μέσα από τον Μπαχ.

themanwhoΣτο βιβλίο παρελαύνουν ο Άνθρωπος που μπέρδεψε τη Γυναίκα του με ένα Καπέλο, η Ασώματη Γυναίκα, ο Χαμένος Ναυτικός, ο Βασιλιάς των Τικ, ο Αυτιστικός Καλλιτέχνης, ο Άνθρωπος που έπεσε από το κρεβάτι και δεκάδες άλλες περιπτώσεις σπάνιων προσωπικοτήτων που αγωνίστηκαν με όλους τους τρόπους να ζήσουν αρμονικά τόσο με τις ιδιομορφίες τους όσο και με τον περίγυρό τους. Οι ιστορίες είναι αληθινές και δημοσιεύτηκαν με την άδεια των ασθενών, μολονότι γνώριζαν πως δεν θα μπορούσαν να βοηθηθούν άμεσα, τον ενθάρρυναν να γράψει για τη ζωή τους, με την ελπίδα ότι άλλοι θα μάθουν και ίσως μια μέρα θεραπευτούν.

Εκδ. Άγρα, 2011, μτφ. Κώστας Πόταγας [Oliver Sacks – The man who mistook his wife for a hat and other clinical stories, 1985].

Στις εικόνες: Η τριάδα στο δάπεδο από την αναφερόμενη περίφημη κινηματογραφική ταινία, το πρόσωπο με τους ρόμβους που κόσμησε την έκδοση της Folio Society και σκηνή από την θεατρική έρευνα των Peter Brook και Marie-Helene Estienne πάνω στο βιβλίο του Sacks (από εδώ).

15
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 129

Jorge Luis Borges_Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ιστορία του ταγκό», σε: Εβαρίστο Καριέγκο, εκδ. Ύψιλον, 1984, μτφ. Τάσος Δενέγρης, σ. 101 [Jorge Luis Borges, Evaristo Carriego, 1930]

Σε ένα διάλογο του Όσκαρ Γουάιλδ διαβάζουμε πως η μουσική μας αποκαλύπτει το προσωπικό παρελθόν που μέχρι εκείνη τη στιγμή το αγνοούσαμε και πως μας κάνει να θρηνήσουμε για δυστυχίες που δεν μας συνέβησαν και λάθη που δεν κάναμε· όσο για μένα, ομολογώ ότι αποκλείεται ν’ ακούσω το Ελ Μάρνε ή το Δον Χουάν και να μη θυμηθώ ακριβώς ένα στωικό και συγχρόνως οργιαστικό παρελθόν στο οποίο εγώ προκάλεσα τη μάχη κι αγωνίστηκα για να πέσω στο τέλος, σιωπηλός, σε μια συγκεχυμένη μονομαχία με μαχαίρια. Ίσως αυτή να είναι η αποστολή του ταγκό: να δώσει στους Αργεντινούς τη βεβαιότητα ότι υπήρξαν γενναίοι, ότι ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις της ανδρείας και της τιμής.

11
Δεκ.
12

Γιώργος Βέης – Από το Τόκιο στο Χαρτούμ. Μαρτυρίες, συνδηλώσεις

APO TO TOKIOSTO XARTOYMΟ τυχερός των οριζόντων

A.

Ένα χωρίο από το μυθιστόρημα Η γυναίκα της άμμου του Κόμπο Αμπέ, που ξεφυλλίστηκε εκ νέου ύστερα από την ολοκλήρωση μιας αναφοράς για την πολιτική κατάσταση στο Σουδάν, παραχώρησε στον συγγραφέα την ιδέα του παρόντος βιβλίου. Η συνύπαρξη Ιαπωνίας και Σαχάρας στην ίδια σελίδα ενεργοποίησε την διαπίστωση – επιταγή του Τζορτζ Στάινερ, να αδράχνονται οι πρώτης τάξεως σκέψεις, να μην πάνε χαμένες οι καρποφόρες τάσεις του πνευματικού μας ρεύματος, ακόμα κι όταν έρχονται σε ανύποπτες στιγμές.

Τόκιο λοιπόν: εδώ η αυγή έχει το δικό της ιδεόγραμμα και η κάθε μέρα την δική της τελετή υποδοχής. Η λευκή σελίδα του ποιητή εναρμονίζεται με το ριζόχαρτο του καλλιγράφου και υφίσταται «αισθητικούς κραδασμούς πρώτου μεγέθους», δικαιώνοντας τα λόγια του Ίταλο Καλβίνο από την Συλλογή της Άμμου, πως τα ταξίδια χρησιμεύουν, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, στο να σε βοηθήσουν να επαναδραστηριοποιήσεις για μια στιγμή τη χρήση των ματιών σου, την οπτική ανάγνωση του κόσμου.

japanese-girl-with-by-the-red-table-1967 - 1 Στην αναδομημένη πρωτεύουσα του 1960 εξοργισμένος ο Τζουνίτσιρο Τανιζάκι έβλεπε την ολοκλήρωση ενός ακραίου εκφυλισμού και αναρωτιόταν ποιος μεταμόρφωσε το Τόκιο σε μια άθλια και χαοτική πόλη με τον άλλοτε ωραίο της ποταμό να μοιάζει με απόνερα μαύρης μελάνης. Για εκείνον το παλιό Τόκιο βρισκόταν πια μόνο στο Κιότο. Ποιες είναι άραγε οι πρώτες πρωινές εικόνες για τον σύγχρονο παρατηρητή; Ο Βέης βλέπει ευπρεπείς αλκοολικούς στο μηχάνημα του σάκε και τρένα – σιωπηλές συνομοταξίες κινούμενων κυψελών – που δεν αργούν ποτέ.

mishimaΈνα πυκνό κείμενο αφιερώνεται στον Απολυταρχικό του Ρομαντισμού, τον Γιούκιο Μισίμα. Προτελευταίος σ’ έναν αυτοσχέδιο κατάλογο αυτοχείρων Ιαπώνων συγγραφέων – διακεκριμένων εκπροσώπων του δημιουργικού λόγου, με πιθανές συνεπώς κοινές αφετηρίες της θανάσιμης προαίρεσης, προκαλεί το ερώτημα των λόγων αυτής της σχεδόν ομαδικής εκούσιας αποδημίας. Το ανίατο σύμπτωμα της οξείας μελαγχολίας ταλαιπώρησε και τον κατά το ήμισυ ημέτερο Λευκάδιο Χερν, που πρώτος διέγνωσε «την συστηματική, κάποτε βίαιη μεταμόρφωση της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου από επικράτεια του βουδισμού ζεν, που επί αιώνες υπήρξε, σε επίγειο παράδεισο της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας και του μεθοδικά οργανωμένου οικονομικού σχεδιασμού». Μήπως η ίδια η καθημερινή πράξη δημιουργικής γραφής στην σύγχρονη Ιαπωνία συχνά συνιστούσε προετοιμασία αυτοκτονίας;

fc,550x550,baby_blueΗ περίπτωση του Μισίμα, εκείνου του εκρηκτικά παραγωγικού και σπάνια αφοσιωμένου λογοτέχνη που χαρτογράφησε διεξοδικά την ιαπωνική ψυχή και συγκλονιζόταν το ίδιο με τα χρυσάνθεμα και με τα ξίφη, είναι βέβαια η πλέον πολύπλοκη και εμβληματική. Πώς να αγνοηθεί το θεαματικό του πραξικόπημά του στο ιαπωνικό κοινοβούλιο και η αυτοκτονία του με χαρά – κίρι ενώ νωρίτερα το ίδιο πρωί είχε μόλις ολοκληρώσει την τετράτομη περιώνυμη Θάλασσα της Γονιμότητας; Ο Ιναζό Νιτόμπε, στο Μπουσίντο, τον Κώδικα των Σαμουράι, προέβλεπε με ακρίβεια την αιματηρή ρήξη ανάλογων προσωπικοτήτων με την νέα ιαπωνική πραγματικότητα. Το κείμενο του Βέη είναι μια ιδανική εισαγωγή στο έργο του παράδοξου δημιουργού, του οποίου μια εξαιρετική βιογραφία θα παρουσιάσουμε σύντομα.

hearn lafcadioΙδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνεται στις «ενοικιαζόμενες αδελφές», που προσπαθούν να επανεντάξουν στην κοινωνία τους χικικομόρι, τους ιδιόρρυθμους γιαπωνέζους που κλείνονται εκούσια στο δωμάτιό τους για ασυνήθιστα μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οι γυναίκες αυτές λειτουργούν γι’ αυτούς τους «αλκοολικούς της μόνωσης» ως γέφυρα επανασύνδεσης με την πραγματικότητα, εφόσον εκείνοι καταδεχτούν να εγκαταλείψουν ειλικρινά την πολυετή κατ’ οίκον μόνωση. Συχνά χρειάζεται να περιμένουν με τις ώρες στην παγωνιά, ώστε να καταφέρουν να τους βγάλουν έξω από την νησίδα υποτονικής, σχεδόν σβηστής ζωής, εκείνη την παράδοξη κιβωτό ονείρων στην οποία έχουν μετατρέψει το κλουβί τους. Επαρκής διάδοχος των Καβαμπάτα, Τανιζάκι και Μισίμα, ο Χαρούκι Μουρακάμι στο Κουρδιστό πουλί προβάλλει χαρακτήρες τρόπον τινά κρυπτο – χικικομόρι, κοινοποιώντας μας απωανατολικές ψυχώσεις, προδρόμους ίσως άλλων ομαδικών ασθενειών.

tokyo-at-night-japan-night-viewΟι μονήρεις αναχωρητές του ενός δωματίου περιφρονούν απόλυτα το μέλλον, ακριβώς όπως έκαναν και αρκετές γενιές πριν οι σαμουράι, αρνούνται να αντιμετωπίσουν τους άλλους και να εργαστούν και δημιουργούν ένα νέου τύπου στοχαστικό παράσιτο. Εξιλαστήριοι ναρκισσιστές ή εξελιγμένοι κυνικοί; Ό,τι και να είναι, αντιπροτείνουν την βεβαιότητα του δωματίου – κάστρου από την κόλαση της υποταγής στις εξωτερικές συναλλαγές του σώματος και της ψυχής. Προτιμούν να παραμένουν εφέστια πλάσματα, μεταξύ όντος και μη-όντος ή, πιθανώς, επαρκείς απελεύθεροι. Ο Βέης θυμάται το «Πάνθεον της μοναξιάς» του Φλωμπέρ, τον αμετάπειστο αυτοαποκλεισμό του Προυστ, την άνεση που βρίσκει μόνο στο στενό κελί του ο Πόρτσια και τον Μπατάιγ που είχε γράψει για την προοπτική εκφυλισμού της εργασίας σε νεύρωση και την οριακή αποξήρανση του Εγώ μέσα στα γρανάζια των δομών, μέσα στις οποίες ο αφοσιωμένος εργαζόμενος συγχέει την ύπαρξή του με την λειτουργία του.

Kazuo OhnoΣτον αντίποδα της κλειστοφοβίας, ο αυτοεξόριστος κτίζει μεθοδικά και ψύχραιμα τη δική του πτωχή αισθητική, τον περίκλειστο, υπεραπλό του χώρο. Αποπνικτικός για άλλους, ευεργετικός γι’ αυτόν, αποτελεί το φρούριο του είναι. Το ανοιχτό πεδίο της επαρχίας και ο λαβύρινθος της πρωτεύουσας αποτελούν τις δυο μεγάλες, οριοθετημένες περιοχές των δηλωμένων θυμάτων της μεταπολεμικής περίστασης. Η δική του, σχεδόν απροσπέλαστη απεραντοσύνη, η ουτιδανή γωνιά του, είναι αντιθέτως η περιούσια επικράτεια. Τον ελάχιστο χώρο το οποίο του παραχώρησε η γονική τύχη χωράει ο ωκεανός μιας ήρεμης ψύχωσης. Του φτάνουν και του περισσεύουν τα ψίχουλα του πολιτισμού. Σαν το βιβλικό στρουθίο, ο συνεπής χικικομόρι δεν θέλει να γνωρίσει τίποτε περισσότερο. [σ. 74]

Kaoru IzimaΈνα κείμενο περί των ορίων του εικονισμού αφορά τον φωτογράφο της νεκρότητας, Καόρου Ιζίμα, με το ασυνήθιστο έως αντιεμπορικό θέμα του: νεαρές γυναίκες που δείχνουν νεκρές. Οι απαστράπτουσες «νεκρές φύσεις» του αποτέλεσαν γρήγορα «πρότυπο της νεωτερικής προβολής των αγαθών του επιχειρηματικού τομέα» αλλά και μια μορφή στοχαστικής εξοικείωσης με το βιολογικό πέρας. Τελικά η εικαστικά νεκρή δίνει τη θέση της στο αναβαθμισμένο, ζωοποιημένο σχεδόν ρούχο και η θυσία της δικαιώνεται με την αύξηση των πωλήσεων. Άλλωστε η απόσταση από την πραγματικότητα δεν είναι τεράστια: εκατό περίπου άτομα αυτοκτονούν κάθε μέρα στην Ιαπωνία, ενώ το Εγχειρίδιο της αυτοκτονίας μοσχοπουλιέται και ανατυπώνεται συνεχώς.

Geisha_portrait_by_deboratsukiΓράφοντας για την αξία του κιμονό, ο συγγραφέας θυμάται την κορυφαία Αμερικανίδα ποιήτρια του περασμένου αιώνα, η Ελίζαμπεθ Μπίσοπ,που έμεινεεκστατική από τις ποιότητες και τις ποσότητες ιστοριών που εμπεριέχονται στην καλλιγραφία των κλουβιών για τα ωδικά πτηνά και αναλογίζεται πόσα ανάλογα στοιχεία, πόσα παρεμφερή κεκρυμμένα θα μπορούσε να είχε ανιχνεύσει σ’ αυτή την ειρκτή από μετάξι, στο περίτεχνο κλουβί του γυναικείου σώματος.

Οι ήρωες του Γιασουνάρι Καβαμπάτα και του Τζουνισίρο Τανιζάκι και οι λέξεις των Ανρί Μισό, Λου Σουέν, Εμίλ Σιοράν, Άρθουρ Κέσλερ, Ρολάντ Μπαρτ, Οκτάβιο Παζ, Πίτερ Κάρεϊ, Καζούο Ισιγκούρο, Γκορ Βιντάλ δεν αποτελούν παρά βοηθητικές πυξίδες στην μαθητεία του στην πρωτεύουσα και την χώρα της.

B.

Ricksha in Port SudanΑπό την Άπω Ανατολή μέχρι την Μαύρη Ήπειρο η μετάβαση μοιάζει αδύνατη και αβυσσαλέα. Όμως ο συγγραφέας αισθάνεται κι εδώ ευπρόσδεκτος – ήδη τον καλωσορίζουν δυο τριζόνια που κατοικούν και απαγγέλουν το μονότονο ποίημά τους από κάποιες απόκρυφες σχισμές του τοίχου της κουζίνας. Οι πανύψηλες χουρμαδιές και η κόκκινη γη του Καμερούν ολοκληρώνουν το αίσθημα της φιλότητας και την διαβεβαίωση πως αποτελεί κι ο ίδιος κομμάτι της. Ίσως ένας κεντρικός χαρακτήρας του Γκράχαμ Γκριν (The Heart of the Matter) δίνει μια απάντηση: Γιατί αγαπώ τόσο πολύ αυτόν τον τόπο; Μήπως γιατί εδώ πέρα η ανθρώπινη φύση δεν έχει την ευκαιρία να μασκαρευτεί; Η ανάγνωση, άλλωστε του Γκριν και ιδίως οι μουλιασμένες παράγραφοι από τις βροχές επιβεβαιώνουν τον χαρακτήρα της λογοτεχνίας ως φαρμακείου για τους τροπικούς.

sahara sudanΗ τετραετής μεταφύτευση στην αφρικανική ενδοχώρα υπήρξε επιτυχής και καρποφόρα. Πολύτιμοι αντιπρόσωποι της γης, οι έμπειροι της υποσαχαρικής Αφρικής συγγραφείς, κυρίως ο Σελίν και ο Καχτίτσης, είχαν ήδη φροντίσει για τις συστατικές οδηγίες. Και η Γιαουντέ γίνεται για τον συγγραφέα μένα εμφανέστατη προέκταση των υδροχαρών, ρευστών τοπίων της Άπω Ανατολής που γνώρισ[ε] ως τυχερός των οριζόντων. Κι αυτός ο τυχερός ετοιμάζεται να γράψει για τα τοπία που τον μύησαν στην τέχνη της μεταμόρφωσης των ορατών σε ινδάλματα μιας διαρκούς απόλαυσης.

«Στις όχθες των δύο Νείλων», που ξεκινά με παράθεμα από την εμβληματική Μερόη του Ρολέν, υπό 45 βαθμούς, οι φιλάργυροι των κινήσεων είναι πάντα έτοιμοι να μοιραστούν μαζί camel postman 5mτου ακόμα και τη σκιά τους. Η Τζορτζ Έλιοτ, του δικού της εμβληματικού Middlemarch έβαζε έναν χαρακτήρα της να επιμένει ότι αν οι εξερευνητές συμφωνούσαν να διατηρήσουν εσαεί απάτητη την περιοχή των πηγών του Νείλου, θα άφηναν επιτέλους έναν τόπο άμωμο, αφιερωμένο αποκλειστικά στη διάθεση της ποιητικής φαντασίας.

Ο οίνος των χουρμάδων (αράκι), απαγορευμένος στο καθεστώς της ποτοαπαγόρευσης που ισχύει από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, παράγεται και πίνεται ιεροκρυφίως, κάποτε και μέσα στην αποπνικτική σκόνη και την βρωμιά δίπλα σε υπερπλήρεις σακούλες σκουπιδιών και σε άλλα απόβλητα της καθημερινότητας. Υποκατάστατο ολέθριο των οινοπνευματωδών στο οποίο έχει προστεθεί, για ευνόητους λόγους, μια ικανή ποσότητα διοξειδίου του θείου, από αυτό που φέρουν οι κοινές μπαταρίες, συνιστά το εφόδιο του πλούσιου και του φτωχού για ένα ταξίδι στον απόλυτο γνόφο μιας απόσυρσης. Κι έτσι η ακύρωση της μουσουλμανικής εθιμοτυπίας συνιστά ένα είδος ανταρσίας και μια αυτοκαταστροφική αντίδραση μαζί.

tumblr_m8fa34Aui31rz7pseo1_500Το Χαρτούμ, πόλη θολή, μισοφασματική, μισοαληθινή, ανήκει στις επίπεδες πόλεις  μήτρες, μακριά από τις επιθετικές πόλεις – φαλλούς όπως το Χονγκ Κονγκ ή το Μανχάταν. Το ζεματιστό χνότο της Σαχάρας, το πολλαπλώς ιερό αλλά άγονο χώμα με τα «άνυδρα, στερημένα απογεύματα αιώνων», η γη που προσπαθεί να δροσιστεί από την ιδέα του θείου, φτάνει ως εδώ. Μέσα στην εμμένεια της άμμου και την εντοπιότητα του καύσωνα ο εφιάλτης της αφυδάτωσης ξορκίζεται από τους ντόπιους με το αργό, ιερατικό βάδισμα, σαν βουβή επίκληση σε ένα δροσερότερο επέκεινα, όσον κι αν ακούγεται παράλογο ή μεταφυσικό. Ο προσεκτικός ταξιδιώτης, ιδίως εκείνος που έχει μάθει να ξεχωρίζει εύκολα ανάμεσα στα ερείπια των μνημείων και στις μικροχαρές της ζωής, το απώτερο νόημα του χρόνο, θα μας έλεγε ότι όποιος ζει σ’ αυτά τα μέρη γίνεται ο ίδιος σιγά σιγά κινούμενη ξηρασία κι απαντοχή, κινούμενη έρημος και όαση μαζί. [σ. 266]

tumblr_m93z85Opjt1rxd6fro1_500Η πίστη των γηγενών ανιμιστών δεν έχει εξαλειφθεί, παρά τις μεθόδους των μονοθεϊστών. Σε κάθε περίπτωση, εδώ, στις παρυφές του κίτρινου τίποτα, ο Θεός είναι η έσχατη παρουσία. Οι κόπτες επίσκοποι, οι τελευταίοι πνευματικοί ηγέτες των πολυπληθών μονοφυσιτών με περηφάνια δηλώνουν ότι από καθαρά πνευματική άποψη είναι απόγονοι των πρώτων χριστιανών. Εδώ η σκληρότητα των περιστάσεων είναι άλλου είδους, από τις θυσίες των ζώων ως τον 26χρονο εμφύλιο πόλεμο. Αλλά μέσα στις τραγικές πολιτικές μοίρες της χώρας, οι νομάδες, οι περιστασιακοί οπλαρχηγοί, τα αφεντικά της καμήλας και των αλόγων δεν πιστεύουν σε σύνορα και διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες κρατών. Οι έμπιστοι των αμμόλοφων νομοθετούν εδώ και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια με γνώμονα τις κινήσεις των κοπαδιών τους κατά την περίοδο των βροχών και των αντίστοιχων ξηρασιών.

the university of khartoumΟι Λυπημένοι Τροπικοί του Λεβί – Στρος και το Ημερολόγιον του εν τω Σουδάν Ελληνισμού, ο Ηλιόδωρος και ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Ιάκωβος και οι αδελφοί του (Τόμας Μαν), και οι λέξεις των Βιτγκενστάιν, Σέλινγκ, Γέιτς, Μαντελστάμ, Άγκαμπεν, Φλωμπέρ, Κάφκα, Πεντζίκη και πολλών άλλων, συντροφεύουν και ενίοτε φωτίζουν την οπτική του συγγραφέα πάνω στους τόπους που μας μετατρέπει, με τη σειρά του, σε λέξεις. Και εδώ τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν με μικρές παραλλαγές στα περιοδικά (δε)κατα, Λέξη, Νέα Εστία, Νέα Πορεία, Το δέντρο, σε ηλεκτρονικές σελίδες και ένθετα εφημερίδων.

Εκδ. Κέδρος, 2009, σελ. 342, με φωτογραφικό δεκαεξασέλιδο για το Τόκιο και οχτασέλιδο για το Χαρτούμ.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.

09
Δεκ.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 65

Roald Dahl – Danny the champion of the world (1975), Switch Bitch (1974), My Uncle Oswald (1979). Ο θαυμαστός κόσμος του αεροπόρου λογοτέχνη και ισορροπιστή μεταξύ παιδικής και ιδανικής ενήλικης λογοτεχνίας ξεσπάει την πολυχρωμία του – και ορισιμένα αγαπημένα μοτίβα – ήδη από τα εξώφυλλα.  Η συνέχεια έχει ακόμα περισσότερες αποχρώσεις.

08
Δεκ.
12

Γιώργος Βέης – Μανχάταν – Μπανγκόκ. Μαρτυρίες, μεταβάσεις

coverΈνας εξακολουθητικά φυγόκεντρος βίος

Μια από τις βαθύτατα αγαπημένες μου ταινίες είναι το Τάκερ του Φ.Φ. Κόπολα (1987), με τον Τζεφ Μπρίτζες στο ρόλο του εκκεντρικού εφευρέτη και επιχειρηματία Πρέστον Τάκερ που συνόψισε τις προσδοκίες, την επιτυχία αλλά και την αναπόφευκτη κατάρρευση που δοκίμασαν και χιλιάδες συμπατριώτες του στην μεταπολεμική Αμερική. Στην πολιτεία Υψηλάντη του Μίτσιγκαν, τυπική μεσοδυτική περιοχή που οφείλει το όνομά της σε φιλέλληνες ενθουσιασμένους από τη δράση της φερώνυμης οικογένειας, ο Τάκερ κατασκεύασε στην αυλή του ένα ευφυές αυτοσχέδιο όχημα. Το ονομαζόμενο Τάκερ, με τις προστατευτικές ασπίδες αέρα και τα κυκλώπεια φανάρια, αποτέλεσε το «αυτοκίνητο του μέλλοντος»…

… αλλά όπως ήταν επόμενο ο ενθουσιώδης δημιουργός ήρθε σε άμεση ρήξη με τις τρεις παντοδύναμες βιομηχανίες αυτοκινήτων του Σικάγου (Φορντ, Τζένεραλ Μότορς, Κράισλερ) που του κήρυξαν ανέντιμο, εξοντωτικό πόλεμο μαζί με τους πολιτικούς τους συμμάχους, οδηγώντας τον στο δικαστήριο για κατασκευασμένα αδικήματα. Λίγο αργότερα χρεοκόπησε, αφού μπόρεσε να διαθέσει στην αγορά πενήντα ένα μόλις αυτοκίνητα (σαράντα επτά απ’ τα οποία επιζούν έως σήμερα) και πέθανε το 1956, χωρίς να παραιτηθεί από την έμμονη ιδέα του. Σε μια από τις αξέχαστες κινηματογραφικές σκηνές ο Τάκερ δικαιώνεται στο δικαστήριο και οι ένορκοι μαζί με μέλη του ακροατηρίου επιβαίνουν πανευτυχείς στα ολοκαίνουργια μοντέλα που παρασκεύασε ταχύτατα κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.

gvΟ «εξακολουθητικά φυγόκεντρος βίος» του Γιώργου Βέη, ποιητή και διπλωμάτη, ακριβώς στην παράδοση ποιητών – διπλωματών όπως κάποτε έγραψε ο Δημήτρης Καλοκύρης, συνεχίζει να μας δίνει ερεθιστικότατα βιβλία μιας απολύτως προσωπικής και σαγηνευτικά ποιητικής ταξιδιωτικής (και ταξιδευτικής!) πρόζας. Αυτή τη φορά οι στάσεις είναι δύο: Ινδοκίνα – Κίνα  – Ινδονησία και Το τοπίο ως παιδαγωγός, το ταξίδι ως αισθητική. Ξεκίνησα αντίστροφα, στο Δυτικό δεύτερο μέρος του βιβλίου, συγκινησιακώς αιφνιδιασμένος από το κείμενο για την ξεχασμένη ταινία – μεταφορά μιας ολόκληρης Αμερικής. Άλλωστε, «Τι άλλο θέλετε;» διαβάζουμε στα μάτια του Τζεφ Μπρίτζες που χαμογελά συνεχώς επί 105 λεπτά, όσο δηλαδή διαρκεί το φιλμ, γράφει ο Βέης, βέβαιος πως ο Τάκερ είναι η προγενέστερη Αμερική, η Αμερική του Βενιαμίν Φραγκλίνου και πως ο Δον Κιχώτης οδηγεί εντέλει ένα Τάκερ.

Preston_Tucker_himselfΜανχάταν, λοιπόν, «το υπερ-άστυ, δηλαδή το μείζον κείμενο», που βιώνει ξανά με το δικό του τρόπο, ανιχνεύοντας αλήθειες και πλάνες στα κείμενα του Στάινερ, του Μέιλερ και του Σαρτρ αλλά και του Λεβί – Στρος, που καθόρισε μια πολυπρισματική συνεκδοχή της πόλης – τροφού. Όπως στο Πεκίνο, έτσι κι εδώ ο συγγραφέας αισθάνεται την μέθεξη με το χώρο, στο βαθμό που κι ο ίδιος γίνεται πότε αναπόσπαστο μέρος του, και πότε ο χώρος προέκτασή του ίδιου. Και άραγε τι έλεγε ο Πολ Μοράν, ο συγγραφέας που ερωτεύτηκε τον δρόμο, άρα και τη Νέα Ρώμη του 1930; Πως στην Αμερική η ανάγκη για διασκέδαση ξεσπάει σαν επανάσταση, πως υπάρχει μόνο μία πραγματικότητα, εκείνη της ίδιας νύχτας, πως η Τεσσαρακοστή Δεύτερη οδός μοιάζει με χίλιες πλατείες Πιγκάλ μαζί, ένα χριστουγεννιάτικο βράδυ, βαλμένες πλάι πλάι, πως εκεί ξεχνάς την ιστορία, πως η φύση και οι θεοί έχουν αντικατασταθεί από καινούργιες λέξεις. Ένας άλλος ακαταπόνητος ταξιδευτής, ο Σελίν, υπογράμμισε όσο ελάχιστοι την σεξουαλικότητα του Μανχάταν: πόλη ορθή.

 Tucker BridgesΣτην αμερικανική μητρόπολη διάβαζε επισταμένα το Walden του Ντέβιντ Θορό (σε δύο αντίτυπα, στο σπίτι και στο γραφείο), μυούμενος στην εντοπιότητα και την ιθαγένεια που τίμησαν ο Γουόλτ Γουίτμαν και ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και επιστρέφοντας στο ερώτημα του Θορό μήπως η Αφρική και η Άγρια Δύση δεν συμβολίζει παρά το δικό μας εσωτερικό κόσμο, την δική μας λευκή ανεξερεύνητη περιοχή. Ειδικότερα κείμενα αφιερώνονται στον Νικόλας Κάλας (με τον οποίο ο συγγραφέας συνεργάστηκε), στον Μπόρχες, στον Άντι Γουόρχολ, στον Μπομπ Ντίλαν, στον Φρανκ Στέλα (έναν από τους σημαντικότερους Αμερικανους ζωγράφους των τελευταίων δεκαετιών) κ.ά.

Silom Road Bangkok from State TowerΟ συγγραφέας έζησε και εργάστηκε στη Νέα Υόρκη για έξι χρόνια (1983 – 1989) και στην Κίνα για εφτά και πλέον χρόνια (Πεκίνο 1991 – 1995, Χονγκ Κονγκ 2000-2004). Η εμπειρία της Άπω Ανατολής, αποτυπωμένη ήδη σε προγενέστερα βιβλία, συνεχίζει να μεταπλάθεται σε στοχασμό και γραφή. Σίγουρα ένας άλλος δρόμος θα βούλιαζε κάτω από τόσους κραδασμούς. μέσα σε τόσους σπασμούς θα είχε γίνει θρύψαλα. Οι μεγάλες λεωφόροι γερνούν, εκφυλίζονται σε λυρικά απομεινάρια του άδοξα σπαταλημένου χρόνου. Όχι όμως αυτή. Ανεπιτήδευτη και ανεξίκακη, πολιτισμικά ευάγωγη, η Σιλόμ επιτρέπει συνειδητά σε όλους απλώς να είναι, γράφει για την Λεωφόρο Σιλόμ στην κομβική Μπάνκοκ, για την οποία άλλοτε εκφράστηκε με πρώιμο ενθουσιασμό ο Τζόζεφ Κόνραντ σΤα Νιάτα. Ο «οδυσσειακός» Ευρωπαίος Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν ήταν για χρόνια φανατικός κάτοικος αυτής της πόλης.

6111675462_beaa8bbbf5_zΣτην Ταϊλάνδη οι θρησκευόμενοι έχουν ένα σπάνιο προνόμιο: οι βουδιστές κρατούν τον νεκρό στο φέρετρο για πέντε ημέρες πιστεύοντας πως οι νεκροί τους ακούνε, έτσι μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη, να καλυφθούν παραλείψεις και να διορθωθούν σφάλματα. Ο συγγραφέας παρατηρεί την εναπόθεση του θανάτου σε ναούς και βιώνει την ιερότητα των μακρόσυρτων κατευοδίων, ανάμεσα σε επαγγελματίες των κοπετών, πρόβες χάους και γαλουχίες του ελέους, μέσα σε σκηνές ξεκομμένες από το μεγάλο μυθιστόρημα της ζωής. Εκεί ο νεκρός θα αναπνέει «μέσα από τις μελλοντικές χαρές τους, μέσα από τα διάκενα της τέλειας αμεριμνησίας τους». Για άλλη μια φορά η οικουμενικότητα της απώλειας μας φέρνει κοντά και μας εξισώνει…

075Ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνεται στις τυφλές μασέζ, μια αρκετά μεγάλη υποκατηγορία της εργατικής τάξης· βρίσκονται πάντα στους ημιωρόφους των ξενοδοχείων, στο πίσω μέρος των κουρείων, στους βοηθητικούς χώρους των λαϊκών εστιατορίων και στα ταπεινότερα υπόγεια. Σαν τον τυφλό βελονιστή κύριο Σουζούκι, στο μυθιστόρημα Το ημερολόγιο ενός τρελού γέρου του Τζουνίτσιρο Τανιζάκι, αυτές οι φυσιογνωμίστριες του σκοταδιού ασκούν την επιχειρηματολογία των μαλάξεων και αλώνουν τους όγκους των σωμάτων, που τους αφήνονται απολυτρωμένα και ανυπεράσπιστα μαζί.

Στην Καμπότζη στο Μουσείο της Εξόντωσης και σε μια τσιμεντένια παγόδα που αποτελεί μια από τις εκατοντάδες κιβωτούς συλλογικού πένθους, καθώς εκεί έχουν οργανώσει «τα απέραντα λιβάδια του εμφύλιου αίματος σε καταπράσινα αρχεία αναδρομικής φρίκης και αποτορπιασμών», ο συγγραφέας σκέφτεται πως η συσσωρευμένη επιθετικότητα των Ερυθρών Χμερ και του άφρονα ηγέτη τους Πολ Ποτ είναι το καταπίστευμα του εφιάλτη – παρανθρώπου, αυτού του διακεκριμένου σφάλματος παραγωγής της Φύσης και διαβάζει την εθνοκτονία στα ιερογλυφικά του πολέμου με τάξη στα καύκαλα της βιτρίνας.

5797633253_d693262899_zΣτο κρυμμένο στα ενδότερα της οργιαστικής φύσης Σιέμ Ριέπ και στα αυτοκρατορικά οικοδομήματα με τα αινιγματικά αετώματα, τα ερείπια ζουν για χρόνια στην άμεση δικαιοδοσία των βαθύσκιων ατραπών, περισφιγμένα από αμέτρητα κλαδιά και κορμούς και ρίζες από τα αλλοτινά μικροσκοπικά σπορόφυτα που έριξαν κάποτε τα πουλιά. Στους τοίχους καλλιγραφεί συστηματικά η υγρασία και αναρωτιέται ο συγγραφέας: Είναι ερειπιοφυή δέντρα και μοιραία κατεξουσιαστικά φυτά ή μήπως το ακριβώς αντίστροφο, ανεκτίμητοι φύλακες τιμαλφών; Τα κλαδιά και οι ρίζες αμύνθηκαν υπέρ της φυλετικής μνήμης κατά τρόπο απρόβλεπτο και ρηξικέλευθο…

Ta Prohm. Angkor, Cambodia.Στους συλημένους ναούς της Ανγκόρ, με τους αποκεφαλισμένους Βούδες και τα χορταριασμένα δωμάτια ανάμεσα στις χαραμάδες του θαυμασμού θυμάται πως εδώ έδρασε ο νεαρός Αντρέ Μαλρό που το 1923 καταπριόνισε κομμάτια τους, μετριάζοντας εμμέσως τις κατηγορίες της κατάφωρης αρχαιοκαπηλείας του στο βιβλίο του Βασιλική Οδός (1930). Η Ανγκόρ είναι πλέον ένα πλάσμα του δάσους, σαν αυτά που κατοικούν σε ορισμένες νοτισμένες σελίδες του Κόνραντ και του Κίπλινγκ.

yasunari_kawabata1Στην Κίνα, το βίωμα συγκεκριμένων βουνών κάποτε ξεπερνά ακόμα και την εμπειρία σατόρι, αυτή την «ακραία έκλαμψη αυτοσυνειδησίας», καθώς ο συγγραφέας θυμάται αποσπάσματα από το κυνηγετικό όπλο του Γιασούσι Ινόουε αλλά και τον κύριο χαρακτήρα του Γιασουνάρι Καβαμπάτα που στον Ήχο του βουνού του ακούει με ιδιαίτερη ευκρίνεια το πλησιέστερο βουνό. Τα όρη ως μεγάλη, υπαίθρια βιβλιοθήκη ποιημάτων ανακαλούν σελίδες από τις Περιπλανώμενες σκιές του Πασκάλ Κινιάρ,  την Δώρια του Έζρα Πάουντ που ζητά να κρατηθεί στην βαθιά μοναξιά των ανήλιαγων γκρεμών αλλά τις φράσεις του Μαρκ Σαγκάλ, πως για τον ευγενικό περιπατητή το βουνό είναι μια δεύτερη γενέτειρα συγκινήσεων.

Η λογοτεχνία του Βέη είναι ένα συναρπαστικό αμάλγαμα προσωπικού ημερολογίου, ταξιδιωτικής γραφής, δοκιμιακής ενδοσκόπησης, περιπλανητικής θεωρίας, κορυφαίας πεζόμορφης ποιητικής και αισθητικής στοχαστικής. Ο ποιητής εγκολπώνεται χωρίς κανένα δισταγμό τις παραδοξότητες των τόπων, τους αποδέχεται ως υλικό ονείρων και πορεύεται με τις αποζημιώσεις των περιφορών, τις απομνημονεύσεις των φευγαλέων και τις θεωρήσεις των μυήσεων πάνω στο διαβατήριο.

400px-preston-tucker-tucker-torpedo-1946Αναπόσπαστο κομμάτι των βιβλίων του αποτελεί η βιβλιογραφία των παραθεμάτων, γεμάτη από έργα, εκτός των προαναφερθέντων, των Βιττγκενστάιν, Μάγκρις, Ντεμπόρ, Πεσσόα, Πόρτσια, Προυστ, Ροθ, Σέλλινγκ, Στίβενς, Φλωμπέρ, Φώκνερ, Χαίλντερλιν και πολλών άλλων αρχαιότερων και νεώτερων δεν καθρεφτίζει παρά την βαθύτατη καλλιέργειά του αλλά και τον ατελεύτητο διάλογο ταξιδιών και γραφής. Τα περισσότερα από τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν με μικρές παραλλαγές στα περιοδικά (δε)κατα, Η Λέξη, Νέα Πορεία, σε ένθετα εφημερίδων και ηλεκτρονικές σελίδες. Θα συνεχίσουμε τις επόμενες ημέρες παρουσιάζοντας παλαιότερα έργα του, όλα Κεδρώα και κερδώα.

Εκδ. Κέδρος, 2011, σ. 237, με 24σέλιδο έγχρωμο φωτογραφικό ένθετο και βιβλιογραφία παραθεμάτων. Στις εικόνες: Ο Τάκερ στο Τάκερ, ο Τζεφ ως Τάκερ, η Σιλόμ τη Νύχτα, Σιέμ Ριέπ, Άνγκορ, Καβαμπάτα, ο Άνθρωπος και το Όνειρό του.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr, υπό τον τίτλο Western & Eastern.

05
Δεκ.
12

Σάντρο Ονόφρι – Ημερολόγιο μιας τάξης

Προonofriσπαθώ να τους συνοδεύσω σ’ αυτή την τελετή του περάσματος που είναι το σχολείο, να τους παρουσιάσω τη ζωή με τους μυς δυνατούς και το μυαλό ξύπνιο και περίεργο, αλλά και αναρωτιέμαι αν αυτή η ίδια περιέργεια δεν αποδειχτεί ένα χάντικαπ, σε μια μόρφωση που αναδεικνύει όλο και πιο πολύ τις εξειδικεύσεις και τις μανιακές αυθεντίες, το αντίθετο ακριβώς της περιέργειας. Αναρωτιέμαι δηλαδή αν δεν διδάσκω σ’ αυτούς την ανικανότητά μου προσαρμογής στην πραγματικότητα, μια λιποταξία από το χρόνο, μια ήττα. [σ. 21-22]

Η ιδέα της συγγραφής ενός βιβλίου για το σχολείο προβλημάτιζε ιδιαίτερα τον ρωμαίο εκπαιδευτικό και συγγραφέα Σάντρο Ονόφρι, ο οποίος τελικά αντί της μυθοπλασίας επέλεξε την ευθεία ημερολογιακή μορφή. Το κείμενο βρέθηκε στον υπολογιστή του από τη γυναίκα του Μαρίνα το φθινόπωρο του 1999, λίγο μετά τον πρόωρο χαμό του στην ηλικία των σαράντα τεσσάρων.

onofri-2Ήδη με την έναρξη της σχολικής χρονιάς ο Ονόφρι παρατηρεί την αγωνιώδη αναζήτηση της νεωτερικότητας στην εμμονή με τα διάφορα χρονοδιαγράμματα, τους  προγραμματισμούς και τους αρχαϊκούς μύθους που δεν οδηγούν παρά στη σύνθλιψη των διαφορών και των προσωπικοτήτων μαθητών αλλά και εκπαιδευτικών. Εκπλήσσεται που μόνος ένας από τους εβδομήντα δεκαεξάχρονους μαθητές του έχει διαβάσει Πινόκιο, απορεί πώς μπορεί να μεγαλώσει κανείς χωρίς ένα τέτοιο ανάγνωσμα, παρόλο που γνωρίζει ότι η ανάγνωση παραμυθιών στο κρεβάτι είναι πλέον μια χαμένη συνήθεια.

Ο Ονόφρι εκφράζει με απόλυτη ειλικρίνεια τις αμφιβολίες και τις αμφιταλαντεύσεις του όσον αφορά την δική του θέση. Δεν γνωρίζει πλέον με σιγουριά αν είναι καλό να διδάσκεις τους νέους να προχωρούν χωρίς βιασύνη προς τη γνώση του χαρακτήρα τους και να διαβαίνουν με ηρεμία στη συγκρότησή τους, χωρίς να δέχονται άκριτα πρότυπα. Προβληματίζεται όταν η κραυγή του ή η γροθιά στην έδρα για να ξανακερδίσει την χαμένη τους προσοχή διακόπτει την μαγεία ή την πλήξη τους, γιατί αμφότερες μπορούν να γεννούν κοινές φαντασιώσεις και οίστρους που δεν πρέπει να διαρρηγνύονται.

abandoned-school-stairwell-tom-biegalskiΔεν παύει να εκπλήσσεται όταν τον πλησιάζουν και του λένε «αυτά που ακούγονται» για τον ίδιο: πως κάνει πολύ πολιτική, πως απ’ ότι φαίνεται ανήκει στην αριστερά. Εδώ αισθάνεται αδικημένος, καθώς δεν έχει πάψει στιγμή να καλύπτει τις δικές του απόψεις και την ίδια στιγμή να τους διδάσκει να πληροφορούνται, να διαβάζουν και να σχηματίζουν μόνοι τους άποψη. Στην επιμονή τους πως η απόδειξη των αριστερών του πεποιθήσεων βρίσκεται στις συνεχείς αναφορές του στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Μάλκολμ Χ τους απαντά πως το να είναι κανείς αντιρατσιστής δεν είναι ούτε δεξιό ούτε αριστερό.

To ημερολόγιο διακόπτεται από δευτεροπρόσωπη «συνομιλία» προς τον Μάρκο, μια ιδιαίτερη περίπτωση μαθητή, η απάθεια του οποίου δεν έγινε ανεκτή από τους άλλους καθηγητές, που αφέθηκαν και να τρομοκρατηθούν από την αυθάδειά του. Στο μίσος του Μάρκο για τους μαύρους και τους Πολωνούς εκείνος του θυμίζει πως ο ίδιος και η παρέα του είναι αφρικανοί στην προτίμηση για τα έντονα χρώματα και άραβες στον τρόπο που γελούν δυνατά, ενώ το κούρεμα και τα φαρδιά χαμηλοκάβαλα προέρχονται από τα γκέτο των μαύρων ράπερς.

41590_164340420195_7420418_nΟ συγγραφέας θλίβεται μπροστά στα «αυτοκτονιογενή ρεύματα» στις τάξεις των μαθητών (τα ονόματα των αυτοχείρων δεν δημοσιεύονται ποτέ, μόνο το αρχικά τους, ώστε η λιτανεία των νεκρών να είναι αόρατη), συναισθανομένος την προσωπική του ευθύνη: εμείς, γράφει, οικοδομήσαμε αυτό το παρόν, γεμάτο με την «μοναξιά τόσων εφήβων, παιδιών με ένα σμήνος από baby sitter, που δεν είχαν κανένα να εμπιστευτούν τα προβλήματά τους και κανέναν, κυρίως, που να είχε την ευαισθησία να τα καταλάβει…». Βλέποντας τους απανταχού περιορισμούς της ζωής τους φτάνει να αναφωνήσει: Σε τέτοιο σημείο εμμονής έχω φτάσει, ώστε να θεωρώ τις ρημαγμένες μας αίθουσες σαν ένα βασίλειο ελευθερίας και ευτυχίας, τους μόνους τόπους στους οποίους καταφέρνετε να είσαστε ελεύθεροι, και πάρα πολύ ωραίοι [σ. 29]. Αλλά εκείνο που τον βασανίζει περισσότερο είναι το εμβληματικό ερώτημα του Στάινερ από τα Errata του: Με ποια δικαιολογία, εκτός από την αισθητική μου και την προσωπική μου ματαιοδοξία, απαιτώ να παλέψω ενάντια στη λαϊκή κουλτούρα και σ’ αυτό που πρόδηλα προσφέρει σε ζωές κατά τα άλλα μονότονες και ανάπηρες, σαν τον Δον Κιχώτη ενάντια στους ανεμόμυλους; Σύμφωνα με κριτήρια πραγματιστικά και δημοκρατικά η απάντηση είναι: με καμία.

2960218105_8875258ea3_zΈνα είδος παιχνιδιού που αγαπούσε ο Ονόφρι ήταν η σύνταξη από τους μαθητές ενός προσωπικού λεξικού. Εκείνος τους έδινε τις λέξεις κι εκείνοι έφτιαχναν τα δικά τους λήμματα. Οι απαντήσεις στο Ιδανικό και στον Φόβο αποκαρδίωσαν τον συγγραφέα: το ιδανικό ταυτίζεται με την καριέρα, τη σεβαστή θέση και την επιτυχία, ο δε φόβος συνίσταται στο να μην τους καταλαβαίνουν, να μη τα καταφέρουν, να απογοητεύσουν τις προσδοκίες των γονιών, να μην γίνουν αποδεκτοί, να μείνουν μόνοι. Από την άλλη, πού θα διοχετευθούν οι νέοι ανάμεσα στα δεκαπέντε και τα εικοσιπέντε που υπερβαίνουν πλέον το ένα δισεκατομμύριο; Πώς θα αντιμετωπιστεί αυτή η ισχυρή ενέργεια τόσων ορμονών; Ο κόσμος μας επινόησε δρόμους χωρίς χώρους για τους εφήβους, παρά μόνο μάντρες, πάγκους και έρημες πλατείες. Πώς γίνεται να υπάρχουν τόσα Κέντρα Ηλικιωμένων και κανένα Κέντρο Νεότητας πέραν των καταλήψεων;

SANDRO ONOFRI 1001 piccolaΣτη σύντομη ζωή του ο Ονόφρι εξέδωσε συλλογές διηγημάτων και ρεπορτάζ, ενώ αρθρογραφούσε σε εφημερίδες. Το βιβλίο περιλαμβάνει τρία ακόμα κείμενα: τα  άρθρα Η μοίρα των εκπαιδευτικών: να υπακούουν και Δεν τρέχουν στα Χίλια Μίλια με Φίατ πεντακοσαράκι Τοπολίνο, δημοσιευμένα στην Unità και την Ιστορία ενός καταδικασμένου, δημοσιευμένη στο Ημερολόγιο της εβδομάδας, όλα την περίοδο 1997 – 1998.Στο πρώτο σαρκάζει την συνήθεια της ιταλικής πολιτείας να συγκροτεί επιτροπές ειδικών για την παιδεία οι οποίες δεν περιλαμβάνουν ούτε έναν εκπαιδευτικό. Το ίδιο σύστημα ακολουθεί και ο Τύπος, που φιλοξενεί απόψεις συγγραφέων, παιδαγωγών, δημοσιογράφων και φυσικά πολιτικών· συνεπώς οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να υπακούουν. Το τελευταίο κείμενο αποτελεί την τραγική επιτομή ενός ρατσιστικού εγκλήματος στα περίχωρα της Ρώμης, στις περιοχές που πλέον φιλοξενούν χιλιάδες κατοίκους – θύματα της οικοδομικής κρίσης της μητρόπολης και έχουν μετατραπεί σε υποβαθμισμένες συνοικίες – κοιτώνες χωρίς το παραμικρό δείγμα πολιτιστικής ζωής. Εδώ ξαναβρίσκουμε τον Μάρκο…

Εκδ. Α/συνέχεια, 2009, μτφ. Διονύσης Κουνάδης, σελ. 125 [Sandro Onofri – Registro di classe, 2000].

02
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 128

Γουίλιαμ Νταλρίμπλ, Η Ιστορία της Μοναχής, σε: Ιερή Ινδία. Εννιά ζωές, εννιά ιστορίες. εκδ. Μεταίχμιο, 2010, μτφ. Γιώργος Καλλαμαντής, σ. 47 [William Dalrymple, Nine Lives, In Search of the Sacred in Modern India, 2009].

Ο κόσμος θεωρεί τον τρόπο ζωής μας τραχύ – και από πολλές απόψεις είναι. Αλλά το να βγαίνεις στον άγνωστο κόσμο και να τον αντιμετωπίζεις χωρίς δεκάρα στην τσέπη σημαίνει ότι εξαφανίζονται όλες οι διαφορές ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, μορφωμένους και αμόρφωτους, ενώ αναδύεται μια κοινή ανθρωπότητα. Ως περιπλανώμενοι εμείς οι μοναχοί και οι μοναχές έχουμε απελευθερωθεί από τις σκιές του παρελθόντος. Η ζωή με περιπλάνηση, χωρίς υλικά περιουσιακά στοιχεία, απελευθερώνει τη ζωή μας. Υπάρχει μια υπέροχη έννοια φώτισης, να ζεις κάθε μέρα όπως έρχεται, χωρίς τα άγχη της ιδιοκτησίας, χωρίς βάρη. Το ταξίδι και ο προορισμός, η σκέψη και η πράξη γίνονται ένα, μέχρι που μοιάζει να κινούμαστε σαν ποτάμι, εντελώς αποδεσμευμένοι.




Δεκέμβριος 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.047.088 hits

Αρχείο