Αρχείο για Οκτώβριος 2012

31
Οκτ.
12

Εντευκτήριο, τεύχος 97 (Μάιος – Ιούνιος – Ιούλιος 2012)

Ο Ζαν Ζενέ πέθανε το 1986 από καρκίνο, μόνος στο δωμάτιο ενός φτηνού ξενοδοχείου του Παρισιού, ύστερα από μια ζωή εγκατάλειψης, καταδικών, εγκλεισμών σε αναμορφωτήρια και φυλακές, περιπλανήσεων στα λιμάνια και τα καταγώγια. Βίωσε την εγκατάλειψη από τη μητέρα του, που δεν γνώρισε ποτέ, γεγονός που τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή και σημάδεψε και το έργο του· την ίδια την φανταζόταν σαν κλέφτρα, είτε για να δικαιολογήσει τη δική του αδυναμία είτε για να την νιώσει πιο κοντά του. Η Καμίλ Ζενέ είχε διαδοχικά εμπιστευτεί τα δύο αγόρια της στην Υπηρεσία Κοινωνικής Πρόνοιας και από τον Φεβρουάριο 1911 μέχρι και τον Αύγουστο 1913 είχε αποστείλει τέσσερις επιστολές της προς τον διευθυντή της Υπηρεσίας με τις οποίες ζητούσε παρακλητικά να μάθει τα νέα τους. Ο Ζενέ δεν γνώρισε ποτέ τη μητέρα του και πληροφορήθηκε την ύπαρξη αυτών των επιστολών (που ανακαλύφθηκαν πριν από λίγα χρόνια στα κρατικά αρχεία και δημοσιεύονται στο τεύχος) όταν πια ήταν περίπου εξήντα ετών και δήλωσε πως ήταν πια πολύ αργά…

Μια άλλη ιστορία, που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει γράψει ο Ζενέ αφορά ένα πραγματικά μυθιστορηματικό ζεύγος, και πάλι στη Γαλλία της δεκαετίας του ’20. Ο εργάτης Πολ Γκραπ και η εργάτρια Λουίζ Λαντί παντρεύονται το 1911 και ένα χρόνο ο Πολ στρατεύεται, παίρνει μέρος σε μάχες, λιποτακτεί κι επιστρέφει κρυφά στο Παρίσι, όπου για να περάσει απαρατήρητος μεταμφιέζεται ζει ως γυναίκα με τη γυναίκα του, κυκλοφορεί και εργάζεται ως γυναίκα αλλά και συνάπτει ερωτικές σχέσεις με άντρες και με γυναίκες. Το κείμενο εδώ αποτελεί προδημοσίευση από το βιβλίο «Η γκαρσόν και ο δολοφόνος» [υπό έκδοση από τις Εκδόσεις του 21ου].

στο Δάσος της Βουλόνης, όπου τόσο της άρεσε να συχνάζει, ήταν πια «η βασίλισσα των γκαρσόν», ολοένα και πιο άπληστη για νέες γνωριμίες και πρωτάκουστες εμπειρίες. Της άρεσε ιδιαίτερα να πηγαίνει «στις Ακακίες», αλέα που είχε γίνει γνωστή το 19ο αιώνα ως τόπος κοσμικών ραντεβού και που είχε μεταμορφωθεί σταδιακά σε περιοχή πορνείας. […] Τον Απρίλη του 1923, έβαλε μια μικρή αγγελία στο Mon flirt. […] Παρουσιαζόταν ως «ηδονίστρια, βίαιη και διεστραμμένη» και αναζητούσε «κυρίες ή δεσποινίδες» για να μοιραστούν ατέλειωτα χάδια και μελετημένες τρυφερότητες. […] Παρατούσε όλο και πιο συχνά τη δουλειά της για να περάσει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της στο Δάσος της Βουλόνης όπου συναντούσε γυναίκες και άντρες ελεύθερων ηθών….

Εσένα θα σε κηδέψουν οι ήρωές σου, αυτοί που είναι απέθαντοι, μην ανησυχείς, είπε κάποτε ο Αργύρης Χιόνης στην Ζυράννα Ζατέλη για να της καταλαγιάσει το παράπονο ποιος θα μείνει να την κηδέψει έτσι όπως φεύγουν τόσοι, κι η συγγραφέας θυμάται τα μύρια όσα από τον συγγραφέα με αφορμή το πολυσέλιδο αφιέρωμα του τεύχους. Ανέκδοτα κείμενα του ίδιου, αφηγηματικά κείμενα του Δημήτρη Νόλλα, των Γιαν-Χένρικ Σβαν και Μαργαρίτας Μέλμπεργκ, καθώς και μελετήματα του Αλέξη Ζήρα, της Ντάντης Σιδέρη-Σπεκ, του Σταύρου Ζαφειρίου, της Μαρίας Στασινοπούλου και του Σωτήρη Γάκου ολοκληρώνουν την 37σέλιδη σπονδή.

Πεζά του Γιάννη Τσίρμπα, του Δημήτρη Μίγγα, του Γιάννη Παλαβού, της Μαρλένας Πολιτοπούλου, του Δημήτρη Τανούδη, του Κυριάκου Γιαλένιου, ποιήματα της Μαρίας Λαϊνά, της Άννυς Κουτροκόη, της Ντίνας Καραβίτη, της Μαρίας Ταταράκη, του Χρήστου Τσιάμη, του Κώστα Νησιώτη, της Βικτωρίας Καπλάνη, του (Κύπριου) Κυριάκου Ευθυμίου, δοκίμιο της Κικής Δημουλά για ένα πεζογραφικό βιβλίο του ζωγράφου Παναγιώτη Τέτση και κείμενο του Πάνου Θεοδωρίδη για τα διαχρονικά αίτια της ελληνικής κρίσης και ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων με φωτογραφίες του Αχιλλέα Τηλέγραφου και σχέδια της Γεωργίας Τρούλη συμπληρώνουν το τεύχος. Σταχυολογώ από τον πάντα απολαυστικό Θεοδωρίδη:

Αλλά ακόμη και η έννοια της πατρίδας είναι σκοτεινή, επειδή τη χειριζόμαστε για να κρύβουμε τις διαφορές μας, επειδή τις θεωρούμε βλακωδώς αντεθνικές. Η Ελλάδα, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να έχει αποκεντρωθεί εδώ και δεκαετίες. Ο Θεσσαλός, ο Θρακιώτης ή ο νησιώτης έχουν διακριτές διαφορές. Μόνον μετά το 1832 και τον Λόρδο Πάλμερστον, που ξέχασε να ρωτήσει, στη μικρή μας χώρα η διαφορά θεωρείται ένοχη. Το ότι υπάρχουν περιοχές γεμάτες από μουσικές ιδέες και άλλες περιοχές όπου τα τραγούδια ακούγονται μονότονα και λίγα δεν σημαίνει πως οφείλεται στο ότι είχαν τούρκους δυνάστες. [σ. 42]

[176 σελ.]

Στις φωτογραφίες: Ζαν Ζενέ, Αργύρης Χιόνης, Μιτσούκο.

30
Οκτ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 108. Μαρία Αγγελίδου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Oι “Ιστορίες που τις είπε η Θάλασσα”, εκδ. Μεταίχμιο. Άλλα τέσσερα “ιστορικά παραμύθια”, προς το παρόν τα πιο αγαπημένα μου. Οι ιστορίες του Πολέμου είναι ανυπόμονες. Θέλουν να φτάσουν στο τέλος. Είναι γεμάτες φόβο, γεμάτες μαύρη βιασύνη, γεμάτες λαμπερό θρίαμβο. Οι ιστορίες της Αγάπης είναι συναρπαστικές. Δεν θέλουν να φτάσουν στο τέλος. Είναι δυστυχώς γεμάτες τρομερά ψέμματα – και τρομερές αλήθειες. Οι ιστορίες της Πέτρας είναι εύκολες. Δεν φεύγουν. Είναι γεμάτες σκέψη. Οι ιστορίες της Θάλασσας, όμως, είναι οι πιο νόστιμες και οι πιο παιχνιδιάρες απ’ όλες. Θέλουν να ταξιδεύουν, θέλουν να γυρίζουν τον κόσμο, θέλουν να βλέπουν τα παράξενα, θέλουν να σκέφτονται, ν’ αγαπάνε, να μην τελειώνουν ποτέ. Είναι γεμάτες ομορφιά.

Τα επόμενα τέσσερα παραμύθια, τις “Ιστορίες που τις είπε ο Δρόμος”, τώρα αρχίζω να τις σκέφτομαι.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Όλα άρχισαν με τις Μυθολογίες. Πρώτα οι τρεις των εκδ. Πατάκη: Οι άνθρωποι που δεν έβλεπαν όνειρα (Ατλαντίδα), Οι άνθρωποι που έκλεψαν τα γράμματα από τους θεούς (Παλαμήδης), Οι άνθρωποι που δεν εννοούσαν να πεθάνουν (Σίσυφος). Η λογική αυτής της σειράς ήταν ανθρωποκεντρική.

Ακολούθησε μια νέα σειρά “μυθολογικών παραμυθιών”: η τρίτομη σειρά των εκδ. Παπαδόπουλος, Πώς ξεκίνησε ο κόσμος, Από τους θεούς στους ανθρώπους, Από τους ανθρώπους στους ήρωες. Εδώ η λογική αρχίζει να προσγειώνεται σιγά-σιγά στο αυλάκι της Ιστορίας.

Ακολούθησαν οι δύο πρώτοι τόμοι της σειράς “Το Βυζάντιο των Θαυμάτων”: Το Βιβλίο των αυτοκρατόρων και το Βιβλίο των πειρατών, εκδ. Λιβάνη. Εδώ έχουμε μπει πια για τα καλά στη λογική των “ιστορικών παραμυθιών”.

Με το βιβλίο “Μύρτις, οι ζωές της”, εκδ. Παπαδόπουλος, ξεκίνησε η συνεργασία με τον καθηγητή Μανώλη Παπαγρηγοράκη, που έχει έναν δικό του τρόπο να προσεγγίζει την μελέτη και την “αναβίωση” της Ιστορίας.

Η “Οδύσσεια, η Πολυμήχανη Ιστορία”, εκδ. Βιβλιόφωνο, ήταν και είναι αγαπημένο project, ο Οδυσσέας ήταν και είναι λατρεμένος ήρωας. Ο “Ηρακλής, ο Πραγματικός Ήρωας” είναι το βιβλίο που μου έμαθε μέχρι τώρα τα περισσότερα αναπάντεχα πράγματα.

Τέλος η σειρά “Η ιστορία δεν είναι μόνο μάθημα” ξεκίνησε με τις Ιστορίες που τις είπε η Πέτρα, εκδ. Αερόστατο, και συνεχίζεται στις εκδ. Μεταίχμιο, με τις Ιστορίες που τις είπε ο Πόλεμος, τις Ιστορίες που τις είπε η Θάλασσα, και “σύντομα κοντά σας” με τις Ιστορίες που τις είπε ο Δρόμος. Ελπίζω να πω κι άλλες Ιστορίες.

Έχω ακόμα τα Τετράδια της Αυτοβιογραφίας του Ηλία Μακρή (Συμπτώσεις και Ορισμοί), το Δέντρο με τα ψέμματα, την Τρίτη Μάγισσα, την Άσπρη Ποδιά… Τους Αλλοιώτικους… κ.α.

Ποιες επιπλέον ιδιαιτερότητες, απαιτήσεις και δυσκολίες έχει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τις ίδιες απαιτήσεις σε σοβαρότητα, ευθύνη, εργατικότητα, αφοσίωση και ταλέντο, που έχει και η συγγραφή “ενήλικης” λογοτεχνίας. Στο πολλαπλάσιο, όμως.

Δεν πιστεύω καθόλου στον ηλικιακό διαχωρισμό. Αν μια ιστορία θέλει να είναι καλή και όμορφη, πρέπει να είναι καλή και όμορφη για όλες τις ηλικίες. Δεν μου αρέσει η “παιδική” λογοτεχνία, που είναι μόνο για παιδιά. Την αποφεύγω και δεν την διαβάζω. Είμαι άλλωστε σίγουρη οτι τα παιδιά μπορούν να εκτιμήσουν και να αγαπήσουν κάθε καλή και άξια ιστορία, ακόμα κι αν δεν είναι “παιδική”.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω σε διάφορα σημειωματάρια, έχω πλήθος. Γράφω σε τετράδια και σε μπλοκ. Αλλά αυτό είναι το τελευταίο κομμάτι, η τελευταία φάση της δουλειάς. Η πρώτη φάση, που κρατάει πολύ περισσότερο και είναι η ωραιότερη, είναι όταν σκέφτομαι τις ιστορίες. Όταν έχω όλες τις ιδέες ανοιχτές να παίζουν κι εγώ διαλέγω. Ή δεν μπορώ να διαλέξω. Κι αυτό μ’ αρέσει.

Οι ιδέες έρχονται, όταν τρέχω. Και τρέχουν μαζί μου για παρέα. Το συνηθίζουν αυτό οι ιδέες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Κρατάω τις πρώτες σημειώσεις πάντα με το χέρι. Μ’ αρέσουν οι λεπτοί μαρκαδόροι, οι χρωματιστές ξυλομπογιές. Τα καινούργια τετράδια. Αλλά βολεύομαι και με μαύρο απλό μολύβι. Μουσική ακούω μόνο όταν μεταφράζω, όχι όταν γράφω. Πολύ συχνά τζαζ, παλιά τζαζ και πιο καινούργια. Μ’ αρέσει επίσης πολύ και η μουσική από κινηματογραφικές ταινίες. Δεν ξέρω πολλά πράγματα από μουσική. Έχω, όμως, αγαπημένους και φίλους που ξέρουν. Και τους χρωστάω.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Παντού. Σεμνύνομαι πως δεν έχω γράψει δυο βιβλία στο ίδιο σημείο. Ακόμα κι όταν γράφω στο γραφείο μου… Έχω αλλάξει πάμπολλες φορές σπίτι. Και αλλάζω θέση το τραπέζι μου τουλάχιστον μια φορά το δίμηνο.

Ανείχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Ησίοδο. Με κεντρίζει αυτός ο αγρότης που σήκωσε τα μάτια του και έγραψε για τους Θεούς, σαν να τους ήξερε προσωπικά.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Να πω εδώ ότι το έργο της μετάφρασης δεν το βρίσκω κοπιώδες. Το βρίσκω συναρπαστικό. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό, που κάνω αυτή τη δουλειά. Αν ρωτάτε εμένα, είναι η καλύτερη δουλειά του κόσμου.

Έχω μεταφράσει πολλά βιβλία “ενήλικης” και “παιδικής” λογοτεχνίας. Κανένα δεν ήταν ίδιο με κάποιο άλλο. Άρα η κάθε περίπτωση ήταν και είναι διαφορετική, ξεχωριστή. Υπάρχει, ωστόσο, μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται (στα βήματά της, τουλάχιστον).

Πρώτα διαβάζω. Πολύ και πολλά και διάφορα. Διαβάζω όλα τα έργα του συγγραφέα που πρόκειται να μεταφράσω. Διαβάζω και μερικά συγχρόνων του. Διαβάζω ο τι μπορώ από κείμενα που να με βάλουν στο πνεύμα του συγκεκριμένου βιβλίου (αυτό το κομμάτι είναι πολύ ενδιαφέρον, είτε πρόκειται για ιστορικά, είτε για επιστημονικά δοκίμια). Διαβάζω μεταφράσεις του βιβλίου σε άλλες γλώσσες. Διαβάζω ο τι άλλο δικό του έχει μεταφραστεί στα ελληνικά στο παρελθόν.

Μετά τ’ αφήνω για λίγο καιρό. Δεν διαβάζω, αλλά το σκέφτομαι. Αυτή η φάση μ’ αρέσει, γιατί χωρίς βιβλία στα χέρια μου αρχίζω και σκέφτομαι το βιβλίο στα ελληνικά. Σιγά-σιγά.

Μετά μεταφράζω. Εδώ δεν έχω κανόνες ή τελετουργικά. Το μόνο που κρατάω με επιμονή: όταν αρχίζω ένα βιβλίο, μεταφράζω καθημερινά ώσπου να το τελειώσω.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις είναι σαν τις γέννες: δεν θυμάσαι τον πόνο τους μετά. Σαν τα παιδιά, όμως, άλλες τις χαίρεσαι περισσότερο κι άλλες λιγότερο. Αυτή που ακόμα θυμάμαι και χαίρομαι είναι “Οι δεκατρεισήμιση ζωές του Μπλε Αρκούδου”, εκδ. Άγρα. Αυτό το βιβλίο αστράφτει -με πολλούς τρόπους.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Ε, τις “Δεκατρεισήμιση ζωές του Μπλε Αρκούδου”. Του Walter Moers. Εκδόσεις Άγρα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Έχω μεταφράσει πάνω από 600 βιβλία. Ελπίζω να μεταφράσω πολλά ακόμα, για πολύν πολύν καιρό. Το καλύτερο κομμάτι της δουλειάς είναι η ζωντανή σχέση με τη γλώσσα μας. Την ελληνική, θέλω να πω. Μεταφράζω από αρκετές ξένες γλώσσες. Αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ολλανδικά, σουηδικά, νορβηγικά, ισπανικά. Ξέρω και μια γλώσσα προφορική: ελβετογερμανικά. Ξέρω καλά αρχαία και λατινικά. Αλλά το γλέντι όλο είναι για μένα τα ελληνικά που μιλάμε. Δεν παίρνουν καν απομάγευση. Είναι μια διαρκής και για μένα πανίσχυρη μαγεία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μεταφράζω εδώ και πολλά χρόνια απ’ ευθείας στον υπολογιστή. Δεν έχω PC. Χρησιμοποιούσα και χρησιμοποιώ φορητούς, όλο και μικρότερους. Εξακολουθώ να αγαπώ και να μαζεύω χάρτινα λεξικά.

Για τη μουσική τώρα: αν υπάρχει σύνθεση, που να σχετίζεται με κάποιο (έστω και χαλαρό, μακρινό) τρόπο με το βιβλίο που έχω και δουλεύω, τότε φυσικά την ακούω. Αλλά όχι την ώρα που δουλεύω. Την ακούω σε πρώτη φάση, όταν διαβάζω και ετοιμάζομαι για τη μετάφραση. Όταν μεταφράζω ακούω τζαζ. Ή ραδιόφωνο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ευτυχώς πολλοί. Τώρα αναμετριέμαι με την Τούβε Γιάνσον. Με τα Μούμιν της. Κι ετοιμάζομαι ήδη (δηλαδή διαβάζω και σκέφτομαι και ακούω) για τον Μπατσιγκαλούπι.

Υπάρχουν βέβαια βιβλία που θα ήθελα να έχω μεταφράσει, αλλά τα πρόλαβαν άλλοι.

Κάποια από τα βιβλία της Μάργκαρετ Άτγουντ. Το δεύτερο βιβλίο του Walter Moers που κυκλοφόρησε στα ελληνικά. Η Δηλητηριώδης Βίβλος, της Μπάρμπαρα Κινγκσόλβερ, είναι το τελευταίο που θυμάμαι.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Ο συγγραφέας είναι συγγραφέας και ο μεταφραστής μεταφραστής.

Ο μεταφραστής εργάζεται έτσι ώστε τα φώτα να στραφούν ακριβώς στον συγγραφέα.

Ο μεταφραστής “κάνει” Έλληνα έναν ξένο συγγραφέα.

Δυστυχώς μερικές φορές τον “ξεκάνει”.

Η κριτική βέβαια εστιάζει σ’ αυτές τις φορές.

Προτείνω να σκεφτόμαστε πρώτοι εμείς οι μεταφραστές τα παραπάνω. Και να πορευόμαστε ανάλογα. Βρίσκω τρομερά ενδιαφέρουσα την παρατήρηση: ας παρατηρήσουμε ποια θέση αναγνωρίζουν στους μεταφραστές άλλες κοινωνίες και/ή άλλες εποχές. Διότι όλες οι κοινωνίες και όλες οι εποχές έχουν χρησιμοποιήσει και χρησιμοποιούν μεταφραστές.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Νομίζω πως λίγοι πια είναι οι άνθρωποι, που πιστεύουν ότι ένα βιβλίο φτιάχνεται αποκλειστικά από τον συγγραφέα του. Ο συγγραφέας είναι ίσως το πρώτο όνομα στη μαρκίζα. Αλλά σημαντικοί συνεργάτες του είναι πλέον και όλοι όσοι συμμετέχουν στη διαδικασία της “έκδοσης” και της κυκλοφορίας ενός βιβλίου. Στην εποχή μας, που η λογοτεχνία έπαψε να είναι μόνο χάρτινη, υπάρχουν φυσικά κι άλλες κατηγορίες δημιουργών και εργατών της εικόνας και του λόγου, που κρατούν σπουδαίους ρόλους στη γέννηση των βιβλίων. Αυτά όλα σιγά-σιγά αναγνωρίζονται.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Έχω κρατήσει επαφή με όσους εν ζωή συγγραφείς έχει τύχει να μεταφράσω. Τους ήρωες των βιβλίων τους ξέρω όπως ξέρω τους παλιούς μου φίλους – που δυστυχώς δεν τους βλέπω πια. Τους σκέφτομαι, είναι κομμάτια της ζωής μου, παραμένουν για μένα ζωντανοί κι αληθινοί. Αλλά τα βιβλία δεν τα ξαναδιαβάζω ποτέ.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ων ουκ έστιν αριθμός, δόξα τω Θεώ!

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα στη ζωή μου ήταν μια έκδοση της Οδύσσειας για παιδιά, εκδ. Ρούγκα, σε κείμενο Μαρίας Ρούγκα. Στη συνέχεια λάτρεψα μέχρι τρέλλας τον Βερν, τον Μαρκ Τουαίην, την Περλ Μπακ κι αμέτρητους άλλους και άλλες. Μεγαλώνοντας μπήκα μέσα σε συγγραφείς και δεν ξαναβγήκα ποτέ: Μπόρχες, Σεφέρης, Βιρτζίνια Γουλφ, ο Χόφμαν, ο Χάντκε, … και … και… και…

Ντρέπομαι που δεν μπορώ να τους αναφέρω έστω όλους. Αισθάνομαι άσχημα. Είμαι πιστή αναγνώστρια. Αν αγαπήσω, αγαπώ για πάντα. Και διαβάζω τα άπαντα.

Είμαι από τους μεγάλους που διαβάζουν συστηματικά αστυνομικά και ιστορικά μυθιστορήματα. Απ’ αυτούς που περιμένουν πώς και πώς το επόμενο βιβλίο του Ρεβέρτε. Που θα διαβάσουν ό,τι κι αν γράψει ο Μάρκαρης, ο Μακριδάκης, ο Λιάκος, ο Eco, η Γαλανάκη, ο Ζουργός, ο Nadolny, ο Nesbo, η Maria Tatar, …και… και… και…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τομ Σώγερ, Χωκ Φιν, Γκριμμ και Άντερσεν. Πρέπει, όμως, να ομολογήσω ότι ήμουν από τα παιδιά που διάβασαν πολλές φορές και το “Πώς δενότανε τ’ ατσάλι” και τους “Τρεις Σωματοφύλακες” και τον “Μοντεχρήστο” και την “Καλύβα του Μπαρμπά Θωμά”.

Έχω ξετρελαθεί με το Game of Thrones. Περιμένω πώς και πώς τη συνέχεια.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το Αστείο, του Γιάννη Παλαβού. Τον πρωτοδιάβασα φέτος το καλοκαίρι κι ενθουσιάστηκα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Ισμήνη Καπάνταη. Ο Ζουργός. Ο Παλαβός φέτος το καλοκαίρι. Ο Μακριδάκης. Η Γαλανάκη παλιότερα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Τεν Τεν. Ο φοβερός και τρομερός Ντόναλντ Ντακ.

Ο Μικρός Σερίφης και ο Μικρός Ήρωας.

Αυτός ο Νάνος στο Game of Thrones….

Ο Μπλε Αρκούδος.

Ο Ζορό.

Ο κύριος Μπένεντικτ στη σειρά του Στιούαρτ.

Ο Λονγκ Τζων Σίλβερ.

Ο Ροβινσώνας (και στην εκδοχή των Ελβετών Ροβινσώνων).

Η Ερμιόνη του Χάρυ Πότερ.

Η Μις Μαρπλ.

Κι άλλοι πολλοί.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Προδόθηκα ήδη, έτσι; Διαβάζω κόμικς με μανία σταθερή και πειθαρχημένη. Και Κλασσικά Εικονογραφημένα. Διαβάζω φυσικά και ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά. Αλλά τα διαβάζω επειδή κάνω τη δουλειά που κάνω. Ενώ χωρίς τον Αστερίξ, τον Τεν Τεν, τον Τζιμ Άνταμς, το Μίκυ, ειλικρινά δυσκολεύομαι να φανταστώ τη ζωή μου.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Οι σημειώσεις της Φιλοσοφίας και των Βυζαντινών μέσα σε λεωφορεία και τρόλεϋ και ΗΣΑΠ. Επειδή τα διάβαζα για πολύν καιρό. Και όρθια. Και στριμωγμένη.

Διαβάζω πάντα μέσα στα τραίνα και στα αεροπλάνα. Μέσα στην πόλη δεν μπαίνω πια συχνά σε ΜΜΣ.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω τελειώσει το βυζαντινό νεοελληνικό τμήμα της Φιλοσοφικής Αθηνών. Εξακολουθώ να θαυμάζω με πάθος τη γλωσσολογία, τη γραμματική, τη σύνταξη, την ιστορία, τη φιλοσοφία. Εξακολουθώ να λατρεύω το Βυζάντιο και την Αρχαιότητα. Σπούδασα Ιστορία Θρησκειών στη Ζυρίχη. Η Μυθολογία είναι (και μάλλον θα είναι για πάντα) ένας χώρος ζωής για μένα.

Καλή ευκαιρία να πω ότι έχω μάθει πολλά και πολύτιμα πράγματα από πολλούς δασκάλους. Τα χρέη γνώσης τα τιμώ ιδιαίτερα.

Μ’ αρέσει να ξέρω. Μ’ αρέσει να μαθαίνω. Μ’ αρέσει να σκέφτομαι και να αναδιατάσσω αυτά που ξέρω.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζω βιβλία. Γράφω βιβλία. Διδάσκω θεωρία μετάφρασης και παιδικού βιβλίου.

Εδώ κι ένα χρόνο συνεργάζομαι σταθερά με τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Είμαι εδώ μαζί με την Ελένη Σβορώνου η Ομάδα Δημιουργικής Σχέσης με το Παιδικό Βιβλίο, που φέτος στεγάζεται στη KNOT Gallery.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω Εντουάρντο Γκαλεάνο, τους Καθρέφτες.

Τον πέμπτο τόμο του Game of Thrones.

Λιάκο, Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία.

Ben Haggarty-Adam Bfockbank, Mezolith

Νέσμπο, Χιονάνθρωπος.

Το Αστείο, του Γιάννη Παλαβού.

Γράφω τις Ιστορίες που τις είπε ο Δρόμος και τον Ηρακλή.

Μεταφράζω τα Μούμιν της Τούβε Γιάνσον και τον δεύτερο τόμο της σειράς Ρίκο και Όσκαρ, του Andreas Steinhoefel. Ετοιμάζομαι να μεταφράσω το Shipbreakers του Baccigalupi.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Βλέπω αχόρταγα κινηματογράφο και θέατρο. Είναι από τις σταθερές και αδιάπτωτες σχέσεις της ζωής μου. Η ταινία που δεν ξεχνάω ποτέ μα ποτέ είναι Ο Λώρενς της Αραβίας.

Φετεινό θεατρικό: Χάνσελ και Γκρέτελ, στη KNOT Gallery, σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση, ένα είδος θεατρικού αναλόγιου για παιδιά, με σκηνικά κυριολεκτικά εμπνευσμένα, κίνηση αφάνταστη, και ταπεινή αφηγήτρια-μάγισσα κακιά εμένα!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Τρομερά εντυπωσιακές και δυστυχώς περιορισμένες.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μ’ αυτό το αντίτιμο μετά χαράς. Το αντίτιμο που θα με σταματούσε αδιαπραγμάτευτα και χωρίς δεύτερη σκέψη θα ήταν άλλο: αν η αιώνια νιότη ήταν μόνο για μένα και όχι για τους άλλους, όχι για τον υπόλοιπο κόσμο μου.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν φτάνει που μου κάνετε τόσες ερωτήσεις για τη δουλειά μου και για μένα, θα σας γκρινιάξω κι από πάνω;

Στις εικόνες: E.T.A. Hofmann, J.L. Borges, V. Wolf, P. Handke.

29
Οκτ.
12

Εντευκτήριο, τεύχος 96 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2012)

Η ακόρεστη τραγική, όχι περιέργεια, μα επαφή με τη ζωή και με τα μεγάλα προβλήματα του καιρού μας είναι το κέντρο του εσωτερικού μου στρόβιλου. Κ’ επειδή είμαι “ελέφτερος άνθρωπος” μπορώ και διακρίνω πως κ’ οι πιο παράταιρες σήμερα προσπάθειες, από τον μπολσεβικισμό ίσαμε το φασισμό, συνεργάζουνται χωρίς να το ξέρουν και να το θέλουν. Γι’ αφτό ό,τι κι αν γράψω δεν μπορεί ν’ αρέσει σε καμιά παράταξη. Παρακαλώ και τους φασίστες και τους μπολσεβίκους να με διαγράψουν από τα τεφτέρια τους. Είναι ολότελα αντίθετο στη φύση μου ν’ ανήκω σε συμορία ή σε κοπάδι…

έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης προς τον φίλο του, νομικό και λόγιο Νικόλαο Πάτρα σε μία από τις πέντε επιστολές του (1931-1933) που μαζί με τρία ακόμα σχέδια επιστολών δημοσιεύονται για πρώτη φορά εδώ, παρουσιασμένες από τον Χρήστο Καββαδά. Σε άλλο, εφαπτόμενο σύμπαν, το κείμενο της Κατερίνα Κωστίου «Ο κριτικός λόγος μεταξύ πολιτικής και τέχνης» αφορά την περίπτωση του Δ.Ν. Μαρωνίτη, ο κριτικός λόγος του οποίου διακρίνεται από διπλή λειτουργία, ενδεχομένως και σκόπευση: στη φυγόκεντρη εκβολή του συνιστά λόγο πολιτικό, ο οποίος προϋποθέτει κεντρομόλο διαδικασία: την εσωτερική αναμέτρηση με την λογοτεχνία. Άλλωστε ο ίδιος στο εμβληματικό του κείμενο «Υπεροψία και μέθη, ο ποιητής και η ιστορία», γραμμένο στην καρδιά της δικτατορίας και δημοσιευμένο στα Δεκαοχτώ κείμενα (1970), αναφερόταν στην «αμηχανία του έγκλειστου πολιτικού λόγο που προσφεύγει στην ποίηση, για να αποφύγει την ασφυξία».

«Με αφορμή τη μορφή» ο Άκης Παπαντώνης διατρέχει δισέλιδα την αρχιτεκτονική του έργου του Ζωρζ Περέκ, ο θάνατος το οποίου το 1982 ουδόλως θεωρήθηκε επαρκής λόγος για την διαγραφή του από τη λίστα των μελών της OuiLiPo [Εργαστήρι Δυνητικής Λογοτεχνίας], το δε όνομά του δόθηκε στον αστεροειδή 2817. «Ο τρόπος με τον οποίο ο Περέκ συνθέτει μάταιους κόσμους μέσω κυκλοτερών ή αδιέξοδων αφηγήσεων, κόσμους οι οποίοι έχουν ως συνθήκη δημιουργίας τους την αναπόφευκτη καταστροφή τους, οδήγησε τελικά στην επιβίωση αυτών των λογοτεχνικών ουτοπικών, έστω ως αδιέξοδων εξόδων» λέει ο ερευνητής και θυμάται τα λόγια του συγγραφέα για την πολυπόθητη οικείωση: αυτόείναι για μένα το μόνο μέσον για να συμφιλιωθώ με τον κόσμο, να είμαι ευτυχής ή ακόμα απλούστερα να ζήσω.

Στις Σελίδες για τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο οι Χ. Λ. Καράογλου, Νάσος Βαγενάς, Γιώργος Γεωργούσης και Νικήτας Παρίσης γράφουν για τον ποιητή, κριτικό και βιβλιογράφο, και ο ίδιος τιμώμενος προδημοσιεύει σελίδες από ανέκδοτο αυτοβιογραφικό χρονικό, με αναφορές στις σχέσεις του με τον Στρατή Τσίρκα, τον Γ. Π. Σαββίδη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, τον Τίμο Μαλάνο, τον Δ. Ν. Μαρωνίτη και τον Οδυσσέα Ελύτη. Στον πεζογραφικό πεζόδρομο, ο Θανάσης Θ. Νιάρχος μοιράζεται αποσπάσματα από ανέκδοτο ημερολόγιο (με ορισμένες απολαυστικές σκωπτικές καταγραφές), ο Χρήστος Μπήτσικας δυο θεατρικούς μονολόγους και ο Πάμπλο Γκουτιέρεθ ένα συγκινησιακό διήγημα παιδικών ηλικιών και γιγαντομαχιών.

Το τεύχος διανθίζεται με την ποίηση των Γιώργου Βέλτσου, Μιχάλη Γκανά (και άρθρα της Πάολα Μαρία Μινούτσι και Κούλας Αδαλόγλου για το έργο του), Γιάννη Κοντού, Νατάσας Χατζιδάκι, Νάκη Σκορδίλη, Μεχμέτ Αλή Οτσομπανλάρ [Τουρκία], Θοδωρή Ρακόπουλου και Ρέζα Σιρμάζ [Ιράν], ένα ακόμα κείμενο για τον Δ. Ν. Μαρωνίτη από τον Άρη Στυλιανού. Στην Camera Obscura παρουσιάζεται το φωτογραφικό πορτφόλιο της Τζίνας [Τρισεύγενης] Άρχοντα «Λίγο πιο κοντά».

Και η ομορφότερη εικόνα μας παραδίδεται από τον Δημήτρη Νόλλα, στο εκτενές του απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα, ανάμεσα σε «διαστρωματώσεις μιας προσωπικής αφήγησης» [Ταξίδι στην Ελλάδα]:  Πέρασε μπροστά τους ένα φορτηγάκι, όπου ο πραματευτής είχε στοιβάζει πάνω του ό,τι μπορούσε να χρειαστεί κανείς σ’ εκείνη την ερημιά, από κατσαρολικά μέχρι σεντόνια και κάθε είδους υφάσματα, γι’ αυτό και στο κούτελο του παρμπρίζ κάποιος μερακλής είχε καλλιγράψει με λαμπερά μπλε γράμματα ΕΙΔΗ ΠΡΟΙΚΟΣ σχεδιάζοντας και μιαν αφύσικη τελική τελεία, έχοντας πιθανόν να υπογραμμίσει το προσωπικό του στυλ, όπως έδειχνε το υπερβολικό της μέγεθος. Λίγα μπαλόνια ανέμιζαν  δεμένα στο πίσω μέρος της καρότσας. Έβαλαν τα γέλια σαν παιδιά, βλέποντάς τα να υψώνονται ένα μπουκέτο γαλάζια, κόκκινα, κίτρινα και λευκά, που άρχισαν να στροβιλίζονται όπως χαρταετοί στον αέρα, σαν να προσπαθούσαν να μετατρέψουν το φορτηγάκι σε αερόστατο, σαν να μπορούσαν τα προικιά ν αναληφθούν στα ουράνια… [σ. 18]

[176 σελ.]

Παρουσίαση του τεύχους στο ιστολόγιο του Εντευκτηρίου (απ’ όπου και οι φωτογραφίες) εδώ. Στην μεθεπόμενη ανάρτηση, το τρέχον τεύχος του περιοδικού.

28
Οκτ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 107. Ηλίας Παπαμόσχος

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το βιβλίο ανοίγει με την ιστορία μιας γιαγιάς που αποχωρίζεται την μεγάλη της αγάπη, τον τόπο της. Είναι η ίδια γριά που κλείνει τη Λειψή Αριθμητική, η κεντρική ηρωίδα στο Φως αθέριστο. Υπάρχει μια συνέχεια, πάντα υπάρχει μια συνέχεια ή τουλάχιστον εμείς οι άνθρωποι την επιθυμούμε.

Για ποιο λόγο επιλέγετε τη φόρμα του διηγήματος;

Είναι προτίμηση που αναπτύχθηκε μέσα στην ανάγνωση, την πατρίδα κάθε συγγραφέα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Χειρόγραφες σημειώσεις αρχικά. Πέρασμα στον υπολογιστή. Μοντάρισμα, προσθαφαιρέσεις, κυρίως αφαιρέσεις.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Θα κάτσω στο γραφείο όπως και να ’χει, πέντε μ’ έξι ώρες κάθε μέρα Θα διαβάσω ειδήσεις, θ’ ακούσω μουσική, θα διαβάσω λογοτεχνία, θα κρατήσω σημειώσεις. Μουσική ακούω όταν ολοκληρώσω αυτό που γράφω. Λιστ, Μπετόβεν, Μπαχ, Τσαϊκόφσκι, Μάλερ. Παλαιότερα άκουγα κυρίως ροκ. Εξακολουθώ να τρέφω απεριόριστη εκτίμηση στους Βέλβετ Αντεργκράουντ.

Δημοσιεύσατε και σειρά σύντομων πρωτότυπων κειμένων στην νέα Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας. Υπήρχε κάποια κεντρική ιδέα; Πώς ζήσατε τη συγγραφή τους;

Κείμενα ενός ιδιωτικού μπλογκ αποτέλεσαν το έναυσμα. Στη συγγραφή χρειάζεται να βάζεις στόχους κι επίσης είναι καλό, κάποτε, να υπάρχει χρονική πίεση. Μου άρεσε όλο αυτό, ήταν ωραίο όσο διήρκεσε και το καλύτερο είναι πως είχε ανταπόκριση.

Πώς είναι η πνευματική και λογοτεχνική φυσιογνωμία και κίνηση της σύγχρονης Καστοριάς; Σε μικρότερες πόλεις τα κοινά πνευματικά ενδιαφέρονται «συναντιούνται» άμεσα;

Υπάρχει η δίψα των ανθρώπων, όπου κι αν ζουν, η άμεση ανταπόκριση χωρίς πολλά λόγια κι αναλύσεις, φυσικά από εκείνους που δεν το περιμένεις. Πάντοτε υπάρχει ένας κύκλος ανθρώπων που προβληματίζονται, που δημιουργούν, που μοιράζονται.

Διαβάζω πως επιστρέψατε στη γενέτειρα μετά από δοκιμή ζωής στην Αθήνα. Πώς το σκεφτήκατε τότε, πώς εξελίχθηκε, πώς το βλέπετε σήμερα;

Στην Αθήνα δεν γινόταν να παραμείνω, δημιούργησα συνθήκες ασφυξίας εκεί. Ήξερα πως το κοίτασμα βρισκόταν στη γενέτειρα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε δουλειά χωρίς ωράριο γράφεις οπουδήποτε.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Βιζυηνός, Χατζής, Ιωάννου, Παπαδημητρακόπουλος, Τσέχοφ, Τζόυς, Μακάρθυ Παρακολουθώ ανελλιπώς τις δουλειές φίλων συγγραφέων. Δεν θα τους αναφέρω, όσοι με ξέρουν γνωρίζουν  για ποιους μιλώ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Χανς Κάστορπ.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ένα μικρό εισόδημα μου επιτρέπει να αφοσιώνομαι στο γράψιμο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Σεφέρης. Τον αγαπώ ιδιαίτερα, τον θεωρώ δάσκαλό μου, γνώριζε βαθιά τη γλώσσα, σωματικά θα έλεγα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ο Ταρκόφσκι. Είδα πολύ πρόσφατα τις ταινίες του για πρώτη φορά. Η θυσία και η Νοσταλγία  συνθέτουν ένα Πιστεύω για τον καλλιτέχνη,  για κάθε άνθρωπο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διάβασα το Last orders του Γκράχαμ Σουίφτ. Σπουδαίο βιβλίο.

27
Οκτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 125

Χένρυ Μίλλερ – Ένα χαμόγελο στην άκρη της σκάλας, εκδ. Οδυσσέας, [με 13 τετραχρωμίες του Χουάν Μιρό], μτφ. Αγγελική Στραγητοπούλου, [Henry Miller, The smile at the foot of the ladder, 1948], σ. 8 -11.

Βουτηγμένα σε ομόκεντρους κύκλους σκιάς, αποκαλύπτονταν σειρές σειρές πρόσωπα που κάπου κάπου τα σκίαζαν κενά που ο προβολέας έγλειφε με την απληστία μιας γλώσσας, ψάχνοντας για κανένα δόντι που να λείπει. Οι μουσικοί κολυμπώντας στην αχλή και στις ακτίνες μαγνησίου, κολλημένοι στα όργανά τους σε μια κατάσταση παραίσθησης, με τα κορμιά τους να ταλαντεύονται σαν καλάμια στο αβέβαιο παιχνίδι της σκιάς με το φως. Ο ακροβάτης να στροβιλίζεται στον υπόκωφο χτύπο του ντραμ και ο καβαλάρης πάνω στο ασέλωτο άλογο να εμφανίζεται πάντα μέσα σε μια φανφάρα από σάλπιγγες. Όσο για τον Αύγουστο ήταν ποτέ το αδύναμο στρίγγλισμα ενός βιολιού και πότε ο σαρκαστικός ήχος του κλαρινέτου που τον ακολουθούσαν παντού καθώς χοροπηδούσε κάνοντας τα καλαμπούρια του. Όταν όμως έφτανε η ώρα της έκστασης, οι μουσικοί αλλόκοτα εμπνευσμένοι, παρασύρονταν σ’ αυτή την ελικοειδή αποκορύφωση της ευδαιμονίας, όμοιοι με βεγγαλικά καρφωμένα στην πλατεία ενός ξέφρενου πανηγυριού.

26
Οκτ.
12

Νίκος Καχτίτσης – Ο εξώστης

Εδώ και κάποιες μέρες πήρα στα χέρια μου ένα βιβλίο άλλης εποχής, γραφής και αισθητικής, ένα βιβλίο περίτεχνης τυπογραφίας που σε κάθε του κεφάλαιο έχει και το ζωγραφικό του σχέδιο, με την ίδια εκείνη παλιά αίσθηση των βιβλίων που σε προσκαλούσαν μ’ όλους τους τρόπους στον κόσμο τους. Γνώριζα τον ιδιαίτατο συγγραφέα του και την λογοτεχνική σπάνιν του κειμένου, αλλά εισήλθα σαν σε πρώτη φορά στους δυο εφαπτόμενους κόσμους. Και βρέθηκα προσκεκλημένος σε δικά του τοπεία (με έψιλον γιώτα, όπως προτιμούσε να το γράφει) που ακόμα εξαντλούν τις σκέψεις μου, κι ας το διάβασα στην ασφαλή θάλπη της πολυθρόνας μου. Μήπως αντί για προσκεκλημένος θα έπρεπε να γράψω παγιδευμένος; Από τις πρώτες γραμμές σχεδόν οσφράνθηκα την μυρωδιά της τροπικής μούχλας των νοτισμένων σελίδων που βρήκε και μας παρέδωσε ο πρώην ταξινομητής υπογείων «εκδότης» και καθ’ όλη την διάρκεια της τραγικής εξομολόγησης του συγγραφέα τους, Σ.Π., παρέμεινα ακροατής των βασανιστικών του σκέψεων και αυτόπτης αναγνώστης των διαδοχικών του καταβαραθρώσεων.

Αυτός ο άνθρωπος βρέθηκε στην Αφρική αναζητώντας ένα καταφύγιο λήθης, μακριά από τις ανομολόγητες φρικτές του πράξεις  σε μια πολιορκούμενη ευρωπαϊκή πόλη. Αλλοτινός αρχαιοπώλης, πούλησε το σύνολο της περιουσίας του και επεδίωξε να χαθεί στην μαύρη ήπειρο· η επιθυμία του όμως να διαφύγει από τις εφιαλτικές μνήμες παραμένει απραγματοποίητη. Θυμάμαι, προς μεγάλο μου αίσχος, που με κάνει τώρα που τα γράφω αυτά ν’ αναστενάζω από ανείπωτη απελπισία, με τι ικανοποίηση περπάτησα ο αναίσθητος για λίγο ακόμα πάνω στα σάπια φύλλα, που διατηρούσαν ακόμα το χρώμα της σκουριάς, και κατόπι αποσύρθηκε με διάθεση σιγουριάς στη βιβλιοθήκη μου, και, μπροστά στο παραθυράκι, με τα μάτια μου προς τα σκελετωμένα δέντρα, έλεγα από μέσα μου: «Γιατί εγώ δηλαδή είχα λάβει τα μέτρα μου; Ας φρόντιζαν κι οι άλλοι. Πόλεμοι έχουμε», χωρίς να εννοώ συγκεκριμένα το φίλο μου αυτόν – τόση ήταν η αναλγησία μου, για την οποία υποφέρω τώρα, και θα υποφέρω μέχρι που να πληρώσω για καλά…[σ. 64 – 65]

Σα να μην έφτανε η αιχμαλωσία των ενοχών, δυο ανεπιθύμητες παρουσίες επιτείνουν την ψυχορραγούσα του καθημερινότητα. Ο αλλοτινός φίλος του Συνταγματάρχης (που γνωρίζει το ύποπτο παρελθόν του και το χρησιμοποιεί για να τον αναστατώσει αλλά και να τον απειλήσει) και μια άλλη, αδιόρατη κι αποτρόπαιη παρουσία που τού προκαλεί τρομώδεις συναισθήσεις. Ο Σ.Π. κρατά ημερολόγιο και επαναφηγείται τα καθημερινά του βασανίσματα σε μια απελπισμένη προσπάθεια να τα μοιραστεί (με ποιον άραγε;) και να τα κατανοήσει. «Η πράξη της αφήγησης ως απόπειρα ανακοπής της πορείας προς ψυχική κατάρρευση», ψιθυρίζει κάποιος από τις πίσω σελίδες. Διαφυγή δεν υπάρχει ούτε στο ίδιο το δωμάτιο του ξενοδοχείου, όπου καταλύει τον τελευταίο καιρό.

Εκείνη τη στιγμή, όπως τα σκεφτόμουνα αυτά σε μια κατατονική κατάσταση βυθισμένος, με τα μάτια μου προς την κορυφή της κουνουπιέρας, σα να προσευχόμουνα, τράβηξε την προσοχή μου, πίσω από τη βελουδένια εκείνη κουρτίνα που έκρυβε το μπάνιο μου, ο γνωστός σε μένα θόρυβος από μια σταλαγματιά νερού, που άλλες στιγμές ήταν ικανός να μου φέρει την τρέλα. «Η στρόφιγγα, η στρόφιγγα», σκέφτηκα (ένα απαρχαιωμένο και επανειλημμένα επισκευασμένο χάλκινο εξάρτημα του μπάνιου), «άρχιζε να στάζει πάλι. Τι απαίσιοι είναι να μη φροντίζουν να τη φτιάσουν, και πληρώνω ένα σωρό χρήματα γι’ αυτό το καταραμένο δωμάτιο…Θα τους κάνω μήνυση…Δε θα ξαναμείνω άλλο εδώ…. [σ. 62 – 63]

Τι έχει συμβεί ακριβώς, ποιος θα μας το πει και πως; Ο αφηγητής στροβιλίζεται ανάμεσα σε διαρκείς «επανορθώσεις» (επιστροφές στα λεχθέντα προς ενίσχυση, αποδυνάμωση ή αναίρεση!) που μας παραπλανούν ως δήθεν προσπάθειες για επίτευξη της μέγιστης δυνατής ακρίβειας, της πλησιέστερης δυνατής προσέγγισης της αλήθειας αλλά τελικά σπέρνουν τη δυσπιστία και την αμφιβολία. Οι διηγήσεις του αλληλοαποκλείονται, κάθε αλήθεια διαψεύδεται, όλες οι εκδοχές εκδοχές αναιρούνται, γεγονότα αποσιωπούνται. Τι λαβύρινθος είναι αυτός;

Βλέπω ότι έχω να εξοφλήσω μερικούς λογαριασμούς ακόμα με τον εαυτό μου. Διάβασα στο μεταξύ όσα έγραψα για τον πρόσφατο τσακωμό μου με τον συνταγματάρχη (και πού δεν έχω κουβαλήσει το χειρόγραφο) και αναγνωρίζω, προς μεγάλη μου ντροπή, ότι πολλά από εκείνα που παρουσίασα για δικά του δεν ήταν παρά υποκρισίες δικές μου. Ακόμα και σ’ αυτό το χειρόγραφο, που το προορίζω να διαβαστεί μετά το θάνατό μου, φάνηκα υποκριτής. Μα πότε επιτέλους θα διορθωθώ; Φέρομαι σα να έχω δεκαετίες ολόκληρες μπροστά μου. [σ. 119]

Αδυνατώντας να ολοκληρώσει τις ιστορίες του, ο Σ.Π. πασχίζει να κουραστεί για να μπορέσει να τον πάρει ο ύπνος το βράδυ, να μην ακούει τους τριγμούς των επίπλων και την ατέλειωτη βροχή, τους θορύβους των πελατών του ξενοδοχείου και το σαράκι που τον κατατρώει εντός. Από πάνω του πνιγηρή κουνουπιέρα – καταφύγιο, έξω το σαπισμένο τοπίο και οι αλληλοκαταβροχθιζόμενοι οργανισμοί, κάποτε και κάτι δυστυχισμένοι μαύροι, μέσα στις πιρόγες, που παλεύουν με τα κύματα. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τους λέω δυστυχισμένους, σα να είμαι ευτυχισμένος εγώ. [σ. 24]

«Απ’ αυτή τη στιγμή η φιλία μας ανήκει στο παρελθόν…» είπα πληγωμένος. Με τη φαντασία μου έτρεχα στο παρελθόν, αναζητώντας παρηγοριά σε παλαιές φιλίες που προ πολλού είχαν σβήσει. [σ. 95]. Στερημένος κι απ’ τον τελευταίο του φίλο, ο Σ.Π. αισθάνεται μόνος και πολιορκούμενος μέσα στην έρημο της ζούγκλας και στην απομόνωση του φυσικού τοπίου, πανικόβλητος ανάμεσα σε αγνώστους, άλλος μεταξύ αλλοφύλων, γεμάτος τύψεις για τα δικά του «αποτρόπαια ανομήματα» και φοβισμένος για την αποκάλυψή τους· ακόμα και τα γκαρσόνια αισθάνεται πως τον ελεεινολογούν και στοιχηματίζει ότι ξεκαρδίζονται στα γέλια όταν χαθεί από τα μάτια τους. Κι όχι μόνο αυτοί, αλλά ολόκληρος ο κόσμος: Το φως που έπεφτε από τον ουρανό έδινε σ’ όλα τα πράγματα ένα χρώμα εχθρικό· πώς να το πω – σα να έριχναν έναν προβολέα πάνω μου, και να με περιεργαζόταν, με υποψία, ολόκληρος ο κόσμος. [σ. 46] Έμμονος, διστακτικός και αναποφάσιστος, «υποχείριο της απληστίας του και του απαίσιου εγωισμού του», αντιλαμβάνεται ως μόνη του λύτρωση την παραίτηση και τον αυτοαφανισμό.

Ο συγγραφέας του συγγραφέα του χειρογράφου υπήρξε μια σπάνια λογοτεχνική περίπτωση. Στο κείμενό του μπορεί κανείς να αφουγκραστεί (όταν οι εντός του θόρυβοι σταματήσουν) πνοές ντοστογιεφσκικής απόγνωσης, καφκικών καθόδων και πεσσοαϊκής μοναξιάς, όπως και μονολόγους της θεσσαλονίκειας σχολής του Ν.Γ. Πεντζίκη (με τον οποίον αντάλλαξε 47 επιστολές), του Γ. Δέλιου (στον οποίον αφιέρωσε το βιβλίο), του κύκλου του Κοχλία (που εκτιμούσε και επισκέφθηκε), αλλά και την επίδραση φίλων και συνεργατών (Ε.Χ. Γονατάς, Τάκης Σινόπουλος, Γ. Παυλόπουλος). Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως με αρκετούς από τους προαναφερθέντες κρατούσε πολύχρονη και πολύγραπτη αλληλογραφία. Υπήρξε μανιώδης της εκλεκτής τυπογραφίας και της αισθητικής των τυπωμένων αναγνωσμάτων αλλά και δημιουργός αυτοσχέδιων και χειρόγραφων περιοδικών, όπως ήταν, μεταξύ άλλων, η Ουλή,  Όργανο των απανταχού πολιορκημένων, εικονογραφημένο ιδιωτικό περιοδικό δια χειρός του ιδίου και του Γ. Παυλόπουλου αποκλειστικώς για τον Πεντζίκη, δήθεν εκδιδόμενο υπό λογοκρισία στην πολιορκημένη Γάνδη!

Σα να τον βλέπω στο Ναύπλιο (αναμνήσεις από τον αδειανό δρόμο τα παραθαλάσσιας χειμερινής πόλης, κυνηγώντας πεταμένες εφημερίδες που τις έσερνε ο άνεμος εδώ κι εκεί) και στην Πάτρα (…έχω γυρίσει και βαρεθεί όλες τις συνοικίες της, και τους δρόμους της […]. Η πόλη όμως τούτη με οδήγησε να γράψω το διήγημα «Τα δυο ηλιοτρόπια»)· να τριγυρνά αναζητώντας συγκινήσεις και να πανικοβάλλεται μέχρις οξύτατης ψυχικής κρίσης λόγω του ενδεχομένου αποστολής του στο Εκστρατευτικό Σώμα της Ελλάδας στην Κορέα· να αναχωρεί για την Ντουάλα του Γαλλικού Καμερούν όπου εργάζεται ως λογιστής (1953 – 1955)· να αποκαρδιώνεται από το κλίμα και τις συνθήκες· να φεύγει στην άλλη άκρη του κόσμου, το Μόντρεαλ (1956) όπου θα βιοπορίζεται με ποικίλες εργασίες, πασχίζοντας μάταια να «απελευθερωθεί» και να μπει στον αγγλόφωνο κόσμο και στην δημοσιογραφία· να  απογοητεύεται, φανατικός αντιμονάρχης, από την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα και την στάση ορισμένων άλλοτε σεβαστών φίλων (π.χ. του Πεντζίκη). Κι όλα τούτα χάρη στο «Χρονολόγιο σε α΄ και γ΄ πρόσωπο» που συνέταξε ο Βίκτωρ Καμχής το οποίο μαζί με τα κείμενα του Γιάννη Δημητρακάκη («Ο αναξιόπιστος εξομολογούμενος. Αφήγηση και ύφος στον Εξώστη του Ν. Καχτίτση») και της Γιώτας Κριτσέλη (Ο εξώστης: Η περιπέτεια της έκδοσης) αποτελούν τα τρία μέρη ενός εκτενούς επίμετρου που μου δίνει τους απαραίτητους φανούς για να απολαύσω την θέα μέσα στον Εξώστη.

Το τελευταίο αυτό κείμενο της εκδότριας της Κίχλης μας παρουσιάζει το χρονικό της «εξαιρετικά ενδιαφέρουσας περιπέτειας» της παρούσας έκδοσης, που εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλη φορά την τελική βούληση του συγγραφέα, καθώς αξιοποιεί το δακτυλόγραφο του συγγραφέα που βρέθηκε στο Αρχείο Ε.Χ. Γονατά. Το χειρόγραφο αντιπαραβάλλεται τόσο με την Α΄ έκδοση του Εξώστη το 1964  στην Πρώτη Ύλη των Ε.Χ. Γονατά και Δ.Π. Παπαδίτσα, τυπωμένη στη Θεσσαλονίκη υπό την επιστασία του Κ. Τσίζεκ (τα προβλήματα κατά την προετοιμασία της αποτέλεσαν και το αντικείμενο της Περιπέτειας ενός βιβλίου του Καχτίτση), όσο και με την Β΄ έκδοση (1985, Στιγμή, επιμ. Αιμίλιου  Καλιακάτσου -Ε. Χ. Γονατά). Τα σχετικά αποσπάσματα από την αλληλογραφία Καχτίση – Γονατά αποτελούν από μόνα τους ένα ενδιαφέρον και απολαυστικό κείμενο: οι εκτεταμένες παρατηρήσεις του δεύτερου και οι αμφίθυμες αντιδράσεις του πρώτου μαζί με τις συνομιλίες τους για πλείστα θέματα οικονομίας, «αποτοξίνωσης» του κειμένου ή «εγχείρησης» των διαλόγων αποτελούν υποδείγματα προβληματισμών περί εκδοτικής επιμέλειας αλλά και αναδεικνύουν την περίπλοκη και σε ψυχολογικό επίπεδο σχέση του συγγραφέα με τον εκδότη – επιμελητή. Η συνδρομή του Γονατά, γράφει η Γ. Κριτσέλη, υπήρξε ευεργετική και για την γλωσσική μορφή του Εξώστη, καθώς ο ίδιος υπήρξε εραστής της ακριβολογίας και της γλωσσικής καλλιέπειας.

Και τώρα επιτρέψτε μου να σας αφήσω, για να επισκεφτώ για άλλη μια φορά την Καχτίτσεια Περσόνα του Στοππάκιου Παπένγκους στο σπίτι του μέσα στη ζούγκλα, που όπως μου είπε, έχει διώξει τους υπηρέτες του, και προπαντός τον κηπουρό, κι έχει αφήσει τη χλωρίδα της έπαυλης να την πνίξει απ’ όλα τα σημεία. Ελπίζω να μπορέσω να περάσω ανάμεσα από τη θηριώδη βλάστηση που καλύπτει πλέον και τα παράθυρα. Αναρωτιέμαι ποια ιστορία θα μου διηγηθεί ή θα μου αποσιωπήσει αυτή τη φορά.

Όσο για τον συγγραφέα του, όπως έγραφε το 1985 σε κείμενό του στη Λέξη ο θερμός φίλος του Γ. Παυλόπουλος …διαπίστωσα πολλές φορές ότι τα καθημερινά πράγματα τροφοδοτούσαν τη φαντασία του με κείνο το υλικό με το οποίο έφτιαχνε συνεχώς την άλλη ζωή του, τη μαγική. Τα άγχη, οι κακοτυχίες, οι γελοιότητες, οι ανέφικτες ερωτικές σχέσεις, ότι τον απέλπιζε και τον πολιορκούσε, έβρισκε συχνά τη βαθύτερη έκφρασή του σ’ αυτό το παιχνίδι που τον απελευθέρωνε και τον οδηγούσε αλάθητα στην Λογοτεχνία…

[Νίκος Χ. Καχτίτσης, Γαστούνη Ηλείας, 1926 – Πάτρα 1970]

Εκδ. Κίχλη, 2012, επιμέλεια Γιώτα Κριτσέλη – Βίκτωρ Καμχής, με σχέδια της Εύης Τσακνιά, σ. 226 [Κείμενο ως σ. 139, επίμετρο 143 – 226]

Σημ. Το Πανδοχείο πάντα ενδιαφέρεται για τον αισθητικό εμπλουτισμό των κειμένων του και αφιερώνει πολύ χρόνο στην εξεύρεση του καταλληλότερου έργου τέχνης, φωτογραφίας κ.λπ. Η περίπτωση του Εξώστη είναι διαφορετική. Τίποτα δεν μπορεί να ταιριάξει εδώ παρά μόνο οι φωτογραφίες του συγγραφέα και τα σχέδια της υποδειγματικής αυτής έκδοσης, γι’ αυτό και ευχαριστώ την εκδότρια Γιώτα Κριτσέλη για τις πρώτες και την Εύη Τσακνιά για τα δεύτερα.

22
Οκτ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 106. Αλέξης Σταμάτης

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ο Ορέστης Πολίτης είναι  ένας σχετικά επιτυχημένος προγραμματιστής ο οποίος ζει ήσυχα με την οικογένειά του σε ένα σπίτι στο κέντρο. Κάποια στιγμή δέχεται μια αναπάντεχη πρόσκληση από τα παλιά η οποία παραπέμπει σε μια εποχή όπου τα πράγματα στη ζωή ήταν εντελώς διαφορετικά από εκείνα που παρουσιάζονται σήμερα. Μια ιστορία έρωτα, τρομοκρατίας, βίας, εκδίκησης, προδοσίας που  κάνεις δεν θα φανταζόταν ότι θα μπορούσε να κρύβεται σε  ένα αθώο διαμέρισμα βιβλίο Το βιβλίο λέγεται «Μπορείς να κλάψεις μες στο νερό;» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Πρόσφατα επανεκδόθηκε το βιβλίο σας Μπαρ Φλωμπέρ, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Γιατί αυτό κι όχι κάποιο άλλο; Ποιες οι προϋποθέσεις για την επανέκδοση ενός παλαιότερου έργου;

Η συγγραφή του Μπαρ Φλωμπέρ, άρχισε με κάποια ταξίδια σε πόλεις της Ελλάδας και της Ευρώπης και αφού «εγκαταλείφθηκε» από τον συγγραφέα, το ίδιο το κείμενο συνέχισε τα δικά του και σε άλλες χώρες. Γιατί τα βιβλία όταν αποχωριστούν τον δημιουργό τους, αυτονομούνται, αποκτούν τη δική τους ζωή.

Τα πιο ταξιδιάρικα από αυτά ενίοτε ξαναγυρίζουν, έτσι για μια επίσκεψη, στην Ιθάκη τους. Το βιβλίο παρουσιάζεται με τη μορφή που κυκλοφόρησε το 2000. Θεώρησα ότι δεν υπήρχε λόγος για αναθεωρήσεις. Η αλήθεια του κάθε έργου είναι στη στιγμή της σύλληψης του. Τώρα γιατί αυτό, το συγκεκριμένο; Γιατί είναι το βιβλίο που μου άλλαξε τη ζωή. Και τώρα που νιώθω πως ξαναλλάζει φαίνεται πως δεν μπορούσε να έρθει σε μια πιο συμβολική ώρα.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο επιθυμείτε;

Αυτό είναι κάτι πολύ δύσκολο… αλλά θα προσπαθήσω

Ο Έβδομος Ελέφαντας: Το αιμάτινο αντίτιμο

Μπαρ Φλωμπέρ: περιπέτεια, ρίσκο, ταξίδι, απόλαυση

Σαν τον κλέφτη μες στη νύχτα: στα βάθη του Ίψεν του ασυνείδητου, του θεάτρου.

Οδός Θησέως: Λαβύρινθοι, μίτος και Αριάδνη. Και τεχνολογία,

Μητέρα Στάχτη: Άλγεβρα και Φωτιά. Αιγαίο και αγγελικό και μαύρο φως.

Αμερικάνικη Φούγκα: Το ταξίδι – μύθος. Το εγώ ως άλλος.

Βίλα Κομπρέ: Στην καρδιά του σκότους.

Σκότωσε ό,τι αγαπάς: Πίσω και μπρος, αλήθειες και ψέμματα

Κυριακή: η κάμερα στο νου, μια μικρή προφητεία του σήμερα.

Μπορείς να κλάψεις μες στο νερό; Τίποτα δεν είναι εκείνο που φαίνεται.

Έχετε εκδώσει και ποιητικές συλλογές. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα σε πεζογραφία και ποίηση στην ίδια αναλογία; Πώς καθορίζεται αυτή;

Έχω να βγάλω ποιητική συλλογή από το 2004. Προς το παρόν δεν βρίσκομαι σε αυτή τη θερμοκρασία.

Μετά το θεατρικό «Δακρυγόνα» και τους παλαιότερους μονόλογους ένα νέο είδος διεκδικεί μερίδιο στην γραφή σας; Με ποιο τρόπο σκοπεύετε να μοιραστείτε εντός της;

Έχω ήδη γράψει ένα νέο θεατρικό έργο, τα «Μελίσσια» που παρουσιάστηκε στις «Αναγνώσεις» του Εθνικού Θεάτρου. Θα ήθελα να ανεβεί σύντομα και σε κάποια σκηνή. Ελπίζω να γίνει σύντομα κάπου. Το θέατρο το αγάπησα, και θα το συνεχίσω. Μου αρέσει το θνησιγενές του στοιχείο, το ό,τι τίποτα δεν επαναλαμβάνεται και η άμεση επαφή με το κοινό. Για μένα, πρόκειται το πιο δύσκολο είδος γραφής.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν παγιδεύω εγώ τις ιδέες, εκείνες παγιδεύουν εμένα. Επίσης η συγγραφή δεν είναι θέμα «ιδέας», είναι κάτι διαφορετικό. Μεγάλη κουβέντα, όμως. Είμαι κυρίως πεζογράφος, οπότε νιώθω εγγυτέρα στο μυθιστόρημα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, απλά γράφω πρωί και μπορώ να γράψω οπουδήποτε. Μεγάλωσα με ροκ μουσική, αλλά πλέον ακούω και άλλα είδη. Η καρδιά μου όμως είναι στην ροκ.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου είναι στην Αρχιτεκτονική (εδώ και στο Λονδίνο), σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Με έχουν βοηθήσει πολύ, ειδικά στο μυθιστόρημα. Εδικά η εγγενής δομή που υπάρχει στην Αρχιτεκτονική κάνει την επιμέλεια μιας χαοτικής σκέψης – ιδέας πιο εύκολη για μένα.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ουκ έστιν αριθμός.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Επίσης.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το αυτό.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πολλοί. Θα ήταν άδικο να ξεχωρίσω κάποιον. Πιστεύω ότι έχουμε πολύ καλή λογοτεχνία και η νέα γενιά είναι πολύ ελπιδοφόρα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι δεν είμαι ψυχωσικός ακόμα :)

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Άμλετ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά, σε τρένα, αεροπλάνα, μπαρ, παγκάκια, ξενοδοχεία.. παντού…

Πώς βιοπορίζεστε;

Προς το παρόν … δεν βιοπορίζομαι.. το μόνο έσοδο που έχω είναι από κάποια σεμινάρια δημιουργικής γραφής που κάνω. Οι πόροι της ζωής μου προσπαθώ από εδώ και περά να είναι η ίδια η ζωή.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Πολλά: οι Σημειώσεις, το Εντευκτήριο, η Οδός Πάνος, η Λέξη, το Δέντρο, ο Μανδραγόρας, το Διαβάζω, η Ποιητική, το Book’s Journal,  το Athens review of books, τα (δε)κατα… και ένα νέο που δεν είναι αμιγώς λογοτεχνικό ούτε θα το βρείτε εύκολα… λέγεται «Αι».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Την Έμιλι Ντίκινσον. Κι εκτός λογοτεχνίας τον Ταρκόφσκι.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ θέατρο και σινεμά από το γυμνάσιο για να μην πω από πιο νωρίς… Με έχουν γοητεύσει πάμπολλοι σκηνοθέτες. Είμαι αρκετά «παλιός» ξέρετε…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

“The Denial of Death” του Ernest Becker.

Τιγράφετε τώρα

Ένα νέο μυθιστόρημα. Πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα. Και αρκετά μεγάλο.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολύ θετικές. Αρκεί να το «πίνεις» και να μη σε «πίνει».

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Φυσικά. Και με τους δυο τρόπους κι εδώ και πολλά χρόνια.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Στο τρένο Αθήνα – Βόλος διαβάζοντας Φόκνερ. Το «Καθώς ψυχορραγώ» Εμπειρία.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αυτά τα μεφιστοφελικά γίνονται στην μυθοπλασία όχι στη ζωή. Η ζωή δεν έχει τέτοιου τύπου συναλλαγές. (Εξάλλου αιώνια νιότη; Ο Θεός να μας φυλάει! Τόση προσπάθεια κάναμε για να μεγαλώσουμε…)

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

“Πως αισθάνεσαι αυτό τον καιρό;” Μετά από μια δύσκολη περίοδο, έτοιμος για μια ακόμα «αναγέννηση» και γεμάτος λαχτάρα για την επομένη φάση. Η ζωή ωστόσο αποφασίζει. Πάντα.

Το ιστολόγιο του συγγραφέα εδώ.

20
Οκτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 124

Φίλιππος Δρακονταειδής, Το άγαλμα. Διήγησις αφελής, εκδ. Συντεχνία, 1984, σ. 86.

Ω, επισκεφθήκαμε πλήθος τέτοιες αποθήκες, διάσπαρτες σε όλο το Παρίσι. Η πιο ενδιαφέρουσα βρισκόταν στην περιοχή της Κουρμπεβουά, πίσω από κάτι παλιά σπιτάκια. Εκεί ήταν οι προτομές, οι σαρκοφάγοι, οι καθιστοί γενειοφόροι, οι όρθιοι στρατηλάτες, οι έφιπποι άγνωστοι, πάνω σε άλογα που στέκονταν στα πισινά τους πόδια, μεγάλα τα δίχτυα από αράχνες, δυνατό το ψύχος, λίγο το φως. Ποιο ήταν όλοι εκείνοι που αξιώθηκαν έναν αδριάντα, που παραμένει μακριά από τα μάτια των ανθρώπων; Ποια μοίρα κακιά τους τιμώρησε να ζουν φύρδην – μίγδην, εχθροί και φίλοι, άνθρωποι και ζώα, ανάκατες εποχές, επαγγέλματα και προσπάθειες, μέσα στην ίδια αποθήκη; Θεέ μου, όταν νυχτώνει και κοιτάζονται μεταξύ τους, πώς δεν ζωντανεύει το μάρμαρο; Τα ονόματά τους στα βάθρα, ονόματα ξεπλυμένα και χαμένα, ένα περίεργο νεκροταφείο μπροστά μας.

18
Οκτ.
12

Εμίρ Κουστουρίτσα – Κι εγώ πού είμαι σ’ αυτή την ιστορία;

Αναμνήσεις από την ανύπαρκτη χώρα

Τα δωμάτια των ξενοδοχείων δεν ήταν το καλύτερό μου. Το ψυγείο βούιζε αδιάκοπα και το στρώμα του κρεβατιού είχε στη μέση μια γούβα, που μαρτυρούσε ότι χιλιάδες άτομα είχαν κοιμηθεί εκεί πριν από μένα. Πόσοι άνθρωποι πρέπει να έκαναν έρωτα πάνω σ’ αυτό το κρεβάτι! Γλεντζέδες κάθε είδους που έβλεπαν στις γυναίκες της Τσεχίας τον τέλειο συνδυασμό μιας οικοδέσποινας και μιας πόρνης. Το φωσφορίζον φως της ταμπέλας από νέον του απέναντι ξενοδοχείου αναβόσβηνε και η σκιά σταματούσε στον τοίχο ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου. Ένιωθα αυτό το φως σαν έναν αφόρητο ήχο. Ανέκαθεν, δεν ξέρω γιατί, αυτό που βλέπω το ακούω κιόλας. Ενώ το τραμ διέσχιζε μουγκρίζοντας την πλατεία Βάτσλαβ, μου ήρθε η σκέψη ότι η ικανότητα να αισθάνομαι το φως σαν ήχο μπορεί να ήταν προσόν για έναν μελλοντικό σκηνοθέτη. [σ. 136]

Αυτή δεν είναι η μόνη εμπνευστήρια έκλαμψη του αχόρταγου κινηματογραφιστή, που μας εμπιστεύεται ανάλογες εξομολογήσεις εδώ κι εκεί στο αυτοβιογραφικό του γραπτό ντοκιμαντέρ. Πρώτα απ’ όλα όμως φροντίζει να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τη λήθη, στην ευεργεσία και τις παγίδες της οποίας αφιερώνει την εισαγωγή του. Μετά τα δεινά των πολέμων στη Γιουγκοσλαβία και τον βομβαρδισμό της Σερβίας εξασκήθηκε κι ο ίδιος, όπως παραδέχεται, στο να ξεχνά ή τουλάχιστον να απωθεί τις σκέψεις που τον βασάνιζαν. Έτσι ανήκει κι αυτός σ’ όσους που θεωρούν τη λήθη παράγοντα επιβίωσης αλλά αρνούνται να υποκύψουν στις σημερινές λησμονικές τάσεις, ιδίως τη συνήθεια να ξεχνάμε όπως μας βολεύει, όπως δηλαδή έγινε και την θεωρία του «τέλους της ιστορίας» κατά τη δεκαετία του ’90.

Πλάνο, πίσω, παρελθόν, πάμε. 1961, ο Γκαγκάριν στην οθόνη μοιάζει με ιντερμέτζο της σερβικής τηλεόρασης, η λέξη σεξ ακούγεται σαν τα μπισκότα Κεκς, οι αργόσχολοι της Γκόριτσα φιλοσοφούν για τις γυναίκες, οι άνθρωπο στο Σεράγεβο περπατούν με την πλάτη κυρτωμένη (από την πολλή ζέστη ή το πολύ κρύο) και ο μικρός Εμίρ γνωρίζει τον σύντροφο Γιόσιπ Μπροζ Τίτο…για την ακρίβεια, δεν τον βλέπει ποτέ, καθώς η επίσκεψη του στρατάρχη αναβάλλεται για λόγους ασφαλείας, ενώ αργότερα η πολυαναμενόμενη παρουσία του στη σχολική γιορτή μοιάζει χαμένο όνειρο: η πομπή από μαύρες Μερσεντές πιτσιλάει με νερά τους παρευρισκόμενους κι εκείνος δεν προλαβαίνει να διακρίνει τον θεό πίσω από το τζάμι.

Και όταν κάποιος έβαζε ένα εξαιρετικό γκολ σ’ ένα ποδοσφαιρικό ματς, σχολίαζαν: «Τι γκολ! Αληθινός Τίτο!» [σ. 50]

Για τον Εμίρ τελικά ο Τίτο ήταν παρόμοιος μ’ ένα φανάρι της οδού Γκορούσα: παντού παρόν, στημένο κάθε δέκα βήματα. Από τους οικογενειακούς φίλους άκουγε πως πρέπει να τον θεωρούν ως το πεπρωμένο τους. Ο πατέρας του είναι άλλη γνώμη: «Τους έμαθε να αγαπούν τον Στάλιν και τη Ρωσία και τους έστειλε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για να ξεμάθουν να αγαπούν τον Στάλιν. Ήξερε ότι ήταν ο καλύτερος τρόπος να τους αλλάξει τα μυαλά, αφού είχε μάθει αυτήν τη μέθοδο από τον ίδιο τον Στάλιν». Και όπως είναι φυσικό, μπερδεύεται όταν κάποια στιγμή το ροκ εντ ρολ μπαίνει στο κρατικό κόμμα: «Εκεί στη Δύση οι μαλλιάδες μουτζώνουν τον Τζόνσον, και οι δικοί μας εδώ παίζουν μπροστά στον Τίτο για την Πρωτοχρονιά».

Είναι ακριβώς η παρουσία του αμφισβητία πατέρα που σταλάζει εντός του κριτικά και σαρκαστικά πνεύματα αλλά και μια εξαιρετική ευκαιρία: καθώς ο μικρός κοιμάται στο σαλόνι (θυμηθείτε τα ανάλογα πλάνα στο «Ο Μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές»), έχει την ευκαιρία να ακούει όλες τις συζητήσεις του πατέρα του με τους επισκέπτες φίλους. Άλλοι από τους οποίους είναι υποστηρικτές του καθεστώτος, άλλοι αντίθετοι, όλοι τους όμως συζητούν με το σαράκι του σαρκασμού. Ο Τίτο είναι ταμπού, άρα δεν σηκώνει συζήτηση, λέει ο ένας, τα ταμπού είναι δημιουργήματα των θρησκειών, άρα στο σοσιαλισμό δεν υπάρχουν, συνεπώς θα μιλάμε γι’ αυτόν, λέει ο άλλος.

Ένα βράδυ, ενώ ο πατέρας μου κουβέντιαζε με τον Σίμπα στην τραπεζαρία, έκανα πάλι τον κοιμισμένο. Αυτός ο καναπές έγινε γρήγορα η αρένα όπου, με τα μάτια κλειστά, διδασκόμουν τα μεγάλα μαθήματα της ζωής και της ιστορίας. [σ. 53]

Ο αναφερόμενος Σίμπα βέβαια κατηγορήθηκε γιατί είχε δηλώσει ότι κάποιος Γιόβα, που βρισκόταν ήδη στο Γκόλι Ότοκ [το Γυμνό Νησί της Αδριατικής, εφιαλτικός τόπος τιτοϊκής έμπνευσης], ήταν καλός άνθρωπος. Δεν υποψιαζόταν ότι η γνώμη του για τις ανθρώπινες αρετές ενός συντρόφου θα τον έστελνε στα κάτεργα. Κι ένας συμμαθητής του εξομολογείται: «Θα ήθελα πολύ να δουλεύω σε ταχυδρομείο, για να μπορώ κάθε μέρα να χτυπάω σφραγίδες στα γραμματόσημα με το κεφάλι του Τίτο».  Ο ίδιος ο αντιρρησίας πατέρας του κατάφερε και του έδιωξε οριστικά το φόβο του θανάτου.

Όποιος τυχόν αναμένει την χαοτική, μαγικορεαλιστική ή σουρεαλιστική γραφή των ταινιών του Κουστουρίτσα ή ανάλογη πολύπλοκη αφήγηση θα απογοητευτεί. Εδώ ο σκηνοθέτης των βαλκανίων και των βαλκανιστών μας προσκαλεί σε εξομολογήσεις μιας ζωής, με την απλούστερη δυνατή γλώσσα. Κι εμείς τα πίνουμε μαζί του συζητώντας για τη σύντομη ποδοσφαιρική του καριέρα, τα κορίτσια της Μπάνια Λούκα, τον αγώνα της οικογένειας για μεγαλύτερο κρατικό διαμέρισμα, τις γιορτές στο αθλητικό κέντρο του Σεράγεβο, τις γιουγκοσλαβικές κερκίδες:

Το ποδόσφαιρο έγινε στο εξής η καινούργια μου εμμονή. Ξανάβλεπα στα όνειρά μου τις διάφορες φάσεις των αγώνων, τις επαναλάμβανα ξανά και ξανά. Γιατί αυτά τα ματς στα χαλίκια του Κόσεβο ήταν πραγματικό θέαμα. Ό,τι απαγορευόταν στο κυρίως στάδιο, όπου έπαιζε η ομάδα του Σαράγεβο, επιτρεπόταν εκεί. Οι συναντήσεις του τοπικού πρωταθλήματος συγκέντρωναν όχι μόνο τους μεθυσμένους και τους τοπικούς αρχηγίσκους συμμοριών, αλλά και απαιτητικούς διανοούμενους που αρνούνταν να παρακολουθήσουν μας της Πρώτης Κατηγορίας γιατί κατά τη γνώμη τους ήταν συνήθως στημένα. Εδώ κραύγαζα, βλαστημούσαν, τραγουδούσαν και το διασκέδαζαν με ρακίγια από δαμάσκηνα και μπάρμπεκιου. Συχνά το θέαμα ήταν περισσότερο στο κοινό παρά στο γήπεδο. [σ. 104]

…κι ακόμα, την επιρροή του συγγραφέα Ράντογιε Ντομάνοβις που του ενέπνευσε ιδέες και συλλογισμούς –  ακολουθώντας την ερζεγοβινική του ρίζα και να φτάνει σε λογικά συμπεράσματα από σύντομα μονοπάτια – και την απόλυτη λογοτεχνική του πίστη στον Ίβο Άντριτς: «όταν μιλάς για τα Βαλκάνια ως τραγική περιοχή, δεν έχεις καταλάβει τίποτε αν δεν έχεις διαβάσει ούτε μια γραμμή του Άντριτς». Από τις πάμπτωχες λέσχες και τα φεστιβάλ των ερασιτεχνικών ταινιών ως «τα καρνέ των σημειώσεων του Underground», ο Κουστουρίτσα αδυνατεί να διαχωρίσει τον κινηματογράφο του από την ζωή της χώρας του. Ειδικά το περί Underground κεφάλαιο αποτελεί το οριακό του κατάθεμα για την Νοτιοσλαβία που κάποτε έζησε (ακόμα θυμάμαι την εντύπωση αυτού του ονόματος και της διαφορετικής του σημαίας σ’ ένα επίτομο πάπυρος λαρούς των δικών μου παιδικών χρόνων), την Γιουγκοσλαβία που κάποτε υπήρχε σαν χώρα και τους ανθρώπους της, που αγάπησαν έναν ηγέτη που θάφτηκε κρυφά και ανώνυμα σε άγνωστο κήπο, κοροϊδεύοντας ακόμα και στον θάνατό του έναν ολόκληρο λαό που είχε αφήσει Υπό την Γην.

Εκδ. Πατάκη, 2012, μτφ. Μαριάννα Κουτάλου, σ. 412 [Emir Kusturica, Smrt je neprovjerena glasina, 2010. Ακριβής μετάφραση του πρωτότυπου τίτλου: Ο θάνατος είναι µια ανεξακρίβωτη φήµη. Η ελληνική έκδοση ακολουθεί τον γαλλικό και ιταλικό: Où suis – je dans cette histoire?]

Τα πλάνα από τις ταινίες Ο καιρός των τσιγγάνων (2), Η ζωή είναι ένα θαύμα, Underground. Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

18
Οκτ.
12

Τζούλια Γκανάσου – Ομφάλιος λώρος

Βιοανηθικότητα ή Οι  ακραίοι ακροβάτες

Δυο τόποι εφιαλτικών ορίων, δυο επικράτειες της απόλυτης νεωτερικότητας: τα γραφεία μιας πολυεθνικής και η τέντα ενός τσίρκου. Μια εποχή που είναι το εφιαλτικότερο δυνατό παρόν που κάποτε ήταν μέλλον. Και δυο ήρωες: από τη μία η αφηγήτρια Κυριακή, κατά κόσμο Σάντυ, υπάλληλος / υποκείμενη πολυεθνικής εταιρείας Υγείας, Νεότητας και Αιώνιας Ομορφιάς και φιλόδοξη διαχειρίστρια της Ζωής με βάση την κυτταρική αξιοποίηση του ομφάλιου λώρου. Από την άλλη ο ακροβάτης Φίλιππος, ριψοκίνδυνος τσιρκολάνος της ακρότητας, οργανικό μέλος θεάματος αξιοπαρατήρητων στην όψη ανθρώπων, πειραματιζόμενος με το ίδιο του το σώμα, προς διέγερση των θεατών και υπερδιέγερση του ιδίου.

Η Σάντυ μιλάει πρωτοπρόσωπα, σε ζεστό ενεστώτα και μοιράζεται την επιβεβαιωτική αίσθηση της επιτυχημένης, της δυνατής και της άτρωτης κάθε φορά που η εταιρεία αποδέχεται τις ιδέες της. Σκέφτεται διαρκώς με διαφημιστικούς όρους· ακόμα και οι προσωπικές της στιγμές πιστώνονται στην υπηρεσία της διαφήμισης, εμπνέοντας και το ανάλογο σλόγκαν. Ο εφιάλτης των σλόγκαν: οφείλεται να παράγονται ακατάπαυστα, κάθε ώρα και στιγμή. Αλλά σ’ αυτό είναι εξπέρ, κι όποτε τα ανανεώνει αισθάνεται ξανά επιτυχημένη, δυνατή, άτρωτη.

Απέναντι στους «υπηκόους» των δυο ανθρωποβόρων επικρατειών ελάχιστες εξαιρέσεις μοιάζουν να αντιστέκονται. Ο Μάνος, ταγμένος αναχωρητής και αναζητητής της ψυχικής ηρεμίας με πάσης φύσεως τρόπους και υποκατάστατα. ύστατος φυγόδικος του πολιτισμού, επενδύει τις τελευταίες του ελπίδες για ποιοτική ζωή στην απόδραση στη φύση, στην φάρμα βιολογικών προϊόντων και στην εκμετάλλευση βοτάνων του Παρνασσού. Και από το τσίρκο, μόνο η Κορίνα, η κουτσή χορεύτρια, επιμένει να αντιστέκεται, σχεδιάζοντας σύντομα να αφήσει την μεγάλη συλλογή από πρόσθετα πόδια (που διακοσμούν το σπίτι της σαν έπαθλα) και να βγει στο δρόμο να κάνει τέχνη με το σώμα που της έδωσε η ζωή.

Η εφιαλτικότητα του κόσμου τους θορυβεί στο φόντο των ιστοριών. Εταιρικό πρόγραμμα ενάντια στη φθορά, βιοτράπεζες με ομφαλοπλακουντιαίο αίμα, προγράμματα κρυοσυντήρησης των βλαστικών κυττάρων, κρατήσεις και προπωλήσεις, ανταγωνιστικές δημόσιες τράπεζες αίματος. Αν το τσίρκο έχει ως θέαμα τον ίδιο τον άνθρωπο, τον άνθρωπο που φτάνει το σώμα του στα άκρα, η εταιρεία επιθυμεί να τον εμπορευτεί – για την ακρίβεια να τον επισκευάσει, να τον αναζωογονήσει, να αντικαταστήσει τη φθορά με την υπερβιωσιμότητά του. Ιδού το κόρπους της νεωτερικής ζωής: εμπόριο των πάντων, συνεπώς και του τελευταίου ανεμπόρευτου υλικού αγαθού, του σώματος, κυριαρχία των πολυεθνικών και επί των συνειδήσεων, οριστική κατάλυση πασών των ορίων. Και βέβαια ο απαραίτητος κινητήριος μοχλός της νέας συνειδησιακής βιομηχανίας είναι η ίδια η διαφημιστική εκστρατεία – προώθηση προϊόντων, ταιριασμένη σε κάθε είδος καταναλωτή:

στηριζόμαστε στην απαίτηση του ορθολογιστή για απτά παραδείγματα, στη ροπή του εμπειριστή για σημάδια των αισθήσεων, στην πεποίθηση του θρήσκου για την αναγκαιότητα της πίστης, στην αποφασιστικότητα του αγνωστικιστή για ανυπαρξία εξηγήσεων, στην επιλογή του δεσμώτη να λιαστεί, στην ανάγκη του ανθρώπου να βρει ένα νήμα να πιαστεί, στην εμμονή για μακροχρόνια ζωή….[σ. 128]

Κι αν ο χρόνος δεν φτάνει, ας προστεθούν επιπρόσθετα χέρια στους εργαζόμενους. «Το φυσικό σώμα δεν είναι αρκετό», μόλις φτιάχτηκε το σλόγκαν, μόλις λανσαρίστηκε ένα νέο προϊόν. Παρατηρώ το τρίτο χέρι ασυναίσθητα: αν το ακουμπούσα χτες στην καρδιά, θα ένιωθα τότε τους χτύπους; Δεν έχει σημασία αν η φίλη της αφηγήτριας Σοφία τολμά και αγκαλιάζει χωρίς χέρια. Άλλωστε η Σάντυ στις δύσκολες στιγμές της κρεμάει τις μαριονέτες της στο ταβάνι, για να ξεχνάει ποια είναι, μας λέει, αλλά στο βάθος πιστεύω, της υποδεικνύουν αμετάκλητα τι ακριβώς είναι.

Η ίδια παρά τις «καλές» της προθέσεις θα βρεθεί αντιμέτωπη με το ύστατο εφιαλτικό αντίκρισμα των εμπνεύσεών της: τα όρια της προσωπικής ευθύνης και την έκταση της συνυπευθυνότητας. Πασχίζει να διώξει από το μυαλό της το ενδεχόμενο τα προωθούμενα βιολογικά προϊόντα να έχουν καρκινογόνα συντηρητικά, πείθεται πως το ζήτημα δεν ανήκει στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της, πως δεν μπορεί να κάνει κάτι, άλλωστε όλοι το κάνουν. Η πολυδιάσπαση και ο υπερκαταμερισμός των αρμοδιοτήτων, ένας ακόμα ύμνος στους νεωτερικούς μηχανισμούς!

Διάλογοι και κινηματογραφικότητα ζωντανεύουν το κείμενο που εναλλάσσει τις  διαρκώς σπινταριστές καθημερινότητες των παραπαιόντων χαρακτήρων με τις εσωτερικές τους διαδρομές και τις μυθολογικές προεκτάσεις των νέων τους καταστάσεων. Στο ενδιάμεσο, σαν ύστατα ιντερμέδια απόδρασης από μια ζωή που δεν έχει επιστροφή, οι χαρακτήρες αναπνέουν ανάσες περισυλλογής και ζουν γλυκές ή ένθερμες ερωτικές στιγμές – σαν σε σύντομη απόδραση από το αυτοκαταστροφικό τους σήμερα κι αυτό στην ουσία είναι το μόνο σημείο όπου λησμονούνται τα πάντα και ξαναγίνονται οι άνθρωποι που ήταν.

Αλλά η κούρσα είναι πλέον ανεξέλεγκτη. Οι χαρακτήρες οδεύουν ολοταχώς προς το αύριο που οι ίδιοι τοποθέτησαν στον ορίζοντά τους. Όπως το καθημερινό περιβάλλον των μεν ακροβατών, μετά την παράσταση, είναι η αλάνα του τσίρκου με τις σκουριασμένες κλούβες και τα τροχόσπιτα, των δε υπαλλήλων τα ασφυκτικά κουβούκλια με τον ελάχιστο δυνατό χώρο, χώροι δηλαδή στερημένοι κάθε ορίζοντα και αποχυμωμένοι από κάθε ζωή, έτσι και τα οράματά τους δεν μπορούν να πάνε μακριά, όσο κι αν διατείνονται το αντίθετο.

Αν υφίσταται η σημασία της βιοηθικής, εδώ δημιουργείται η έννοια της βιοανηθικότητας.

Εκδ. Γκοβόστη, 2011, σελ. 204.

15
Οκτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 123

Αλμπέρτο Σαβίνιο, «Ισιδώρα Ντάνκαν», σε: Άνθρωποι διηγηθείτε την ιστορία σας, εκδ. Αστάρτη, 1989, μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, σ. 194 [Alberto Savinio, Narrate uomini la vostra storia, 1942].

Ακόμη κι ο κατακλυσμός που επιτελέστηκε με περισσή φροντίδα, άφησε πίσω του κάποιους διασωθέντες. Δεν είναι σπάνιο να συναντήσεις ανθρώπους πολύ δύσκαμπτους, με σκληρή έκφραση, και μερικούς με όψη κυριολεκτικά μπρούντζινη, κι αν πέσεις πάνω τους θα σου απαντήσουν μ’ ένα υπόκωφο και μυστηριώδες «νταν» κάτω απ’ τα ρούχα τους. Είναι άνθρωποι από μέταλλο, επιζήσαντες από την εποχή του χρυσού, του αργύρου ή του μπρούντζου. Έπειτα υπάρχουν οι επιζήσαντες από την εποχή των ηρώων, και μπροστά τους πρέπει να σηκωθείς όρθιος και να χαιρετήσεις. Έπειτα υπάρχουν αυτοί από τη λίθινη εποχή, άνθρωποι σκληρότατοι, κι αν κατά τύχη σου πατήσουν το πόδι, θα το θυμάσαι εφ’ όρου ζωής. Υπάρχουν, τέλος, οι επιζήσαντες από την ορνιθική εποχή, οι άνθρωποι πουλιά, άνθρωποι πανάλαφροι και ιπτάμενοι, που παραήταν λιγοστοί για να καλύψουν μόνοι τους μιαν εποχή, κι έτσι συγκρότησαν στους κόλπους άλλων βιολογικών ειδών μιαν ιδιαίτερη και κρυφή φυλή που, θροΐζοντας και κελαηδώντας, ζούσε εκεί όπου ήταν μεγαλύτερη η απόσταση από τους ανθρώπους και μικρότερος ο κίνδυνος να τους συναντήσουν.

14
Οκτ.
12

Περιοδικό (δε)κατα τεύχος 29 (άνοιξη 2012)

Φάκελος: λογοκρισία – λογοκλοπή

Η γύμνια θα σήμαινε ότι όλα μπορούν να συμβούν σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά η ΝΥΤ είναι ταγμένη ακριβώς στο αντίθετο: να πείθει τους αναγνώστες της ότι ο κόσμος είναι υπό έλεγχο, ότι υπάρχουν πράγματα τα οποία δεν πρόκειται να συμβούν ποτέ, ότι κάποιοι καλοί άνθρωποι μας φροντίζουν και ότι τα προβλήματα, ναι μεν υπάρχουν, αλλά σοφοί ηγέτες θα βρουν λύσεις. Οι απεικονίσεις γυμνών σωμάτων ή ερωτικών σκηνών θα αναστάτωναν τους αναγνώστες, θα τους δημιουργούσαν την αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να επαναστατήσουν τα ανθρώπινα πάθη, και ν’ ανατρέψουν τον κόσμο που ξέραμε…

γράφει σ’ ένα ενδιαφέρον του δοκίμιο ο Wallace Shawn («Υπάρχει ενδιαφέρον για το σεξ;»), αναφερόμενος και στην προσωπική του εμπειρία συγγραφικής απομόνωσης ακριβώς επειδή στα γραπτά του «ασχολούνταν υπερβολικά με την εφηβική εμμονή του σεξ». Ο βασικός φάκελος του τεύχους αφορά τις περίκαυστες έννοιες της λογοκρισίας και της λογοκλοπής, που υπήρξαν και το αντικείμενο ειδικής ημερίδας που οργάνωσαν η ΕΣΗΕΑ, η Εταιρεία Συγγραφέων και η Κοινωνία των (δε)κάτων. Η λογοτεχνική κοινότητα, παρά τα επανειλημμένα κρούσματα λογοκλοπής από νέους Έλληνες πεζογράφους δεν έχει πάρει θέση στο φαινόμενο που έχει πάρει διαστάσεις χιονοστιβάδας και καθώς η ελληνική γλώσσα έχει το σοβαρό μειονέκτημα να ομιλείται μόνο στην Ελλάδα και την Κύπρο δεν υπάρχει σοβαρό λογισμικό εργαλείο ελέγχου, ενώ τα πνευματικά δικαιώματα αποτελούν terra incognita και το νομικό πλαίσιο σπανίως λειτουργεί.

Εκτενώς καταθέτουν τις απόψεις τους και ο Κώστας Βούλγαρης περί εύνοιας και δυσμένειας του Τύπου σε είδη λογοτεχνίας, ο Αναστάσης Βιστωνίτης περί λογοκλοπής και πνευματικών δικαιωμάτων και ο Γιώργος Κεντρωτής, περί Λογοκλοπής και Μετάφρασης. Ο τελευταίος τονίζει ότι στην ειδική περίπτωση της λογοτεχνίας η στοιχειοθέτηση της λεγόμενης αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος είναι έργο αφάνταστα δύσκολο έως και ανέφικτο. Αν όμως η λογοτεχνία (με την αποδεκτή εξαίρεση του δοκιμίου) απεχθάνεται, όπως λέγεται, τις υποσημειώσεις και τις διευκρινιστικές αναφορές, για τα λοιπά είδη των κειμένων δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Όποιος χρησιμοποιεί λόγια και ιδέες άλλου, χωρίς να αναγράφει την πηγή, μετέρχεται λογοκλοπή. Οι τίτλοι και οι υπογραφές και των υπόλοιπων κειμένων είναι ενδεικτικοί: Η λογοκλοπή ως προϋπόθεση της δημοσιογραφίας (Σπύρος Μοσχονάς), Μίμηση και λογοκλοπή (Γιώργος Μπλάνας), Λογοκρισία και δημοσιογραφική υπερθέρμανση (Βασίλης Καραποστόλης), Λογοκρισία και αυτολογοκρισία στη δημοσιογραφία και τη δημιουργική γραφή (Νίκος Κουνενής), Λογοκρισία στον Τύπο (Τάσος Αναστασίου), Λογοκλοπή στον ηλεκτρονικό Τύπο (Μαριάννα Τζιαντζή).

Διηγηματογραφούν οι Ούρσουλα Φώσκολου, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Μάνος Μπονάνος, Γιώργος Ρούβαλης, Μάρτυ Λάμπρου (στο απολαυστικό «Κουζίνα ΠΙΤΣΟΣ» υπό καταιγισμό μικρών πλην εφιαλτικών κοριτσίστικων ψεμάτων), Tobias Wolff, Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο. Δοκιμιακά, ο Peter Schjeldahl για τον «κομψό ρακοσυλλέκτη» ζωγράφο Τζον Κέριν, ο Νάσος Βαγενάς «αναζητά το πρωτοποριακό» στον Λάκη Παπαστάθη, ο Ρήγας Καππάτος για τον Χρυσοθήρα του Τσάπλιν κι ένα Γράμμα από το Μεξικό (Έλια Ραμίρες Ρούβαλη) μας γνωρίζει με την προέλευση και την ακμή του μεξικάνικου μπολερό. Στα μαγνητόφωνα ο Ουμπέρτο Έκο διατρέχει τα 80 του χρόνια από τον Manzoni στον Μίκυ Μάους και η Bobbie Ann Mason τους καθημερινούς της ήρωες. Τέλος το κείμενο του Ιωάννη Παπαγιάννη, πηγαινοερχόμενο μεταξύ ανθρώπων «πραγματικών και ανύπαρκτων» μας θυμίζει τον άνθρωπο που γέννησε η φαντασία του Μαρσέλ Αιμέ, έναν χαρακτήρα που, όπως όλοι θα επιθυμούσαμε, είχε την ικανότητα να περνάει μέσα από τοίχους:

Τις νύχτες που ο αέρας έτρεχε χωρίς λόγο, εκείνος διέσχιζε τους τοίχους της κάμαρας της αγαπημένης του. Όμως, τη νύχτα των πρώτων Χριστουγέννων τους, όταν, ύστερα από ερωτικό, απρέ ρεβεγιόν ραντεβού, προσπάθησε, όπως συνήθιζε, να διαπεράσει τον τοίχο, σφήνωσε μέσα στα τούβλα (έφταιγε μάλλον, εξηγεί ο συγγραφέας, φαρμακευτική αγωγή την οποία κατά λάθος έλαβε) και υποχρεώθηκε να διαμείνει εκεί. Έτσι εγκαταλείπει τον ήρωά του ο παραμυθάς και δεν μας εξιστορεί τα (έκτοτε) βάσανά του. […] Όμως πέρασε καιρός (πάντοτε απαραίτητος) και η τύχη έφερε μια κοπέλα. Δεν ήταν η ίδια που είχε κάποτε αγαπήσει. Τυχαία περνούσε δίπλα στον μαντρότοιχο και, επειδή ο σοβάς είχε φθαρεί από τις κακοκαιρίες και τις ηλιαχτίδες κι επειδή τα αυτιά της ήταν νεανικά, κατόρθωσε να ακούσει τη λεπτή σαν σκόνη φωνούλα. Γκρέμισε τον τοίχο και τον απελευθέρωσε. Ήταν πάλι Χριστούγεννα και τα φωτάκια στα μπαλκόνια έφτιαχναν μια αντιστροφή της ημέρας: τα σκοτεινά σημεία έλαμπαν και μόνο το φως γινόταν σκοτάδι…

[Σελ. 192]. Το επόμενο, καλοκαιρινό τεύχος του περιοδικού εδώ.

13
Οκτ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 105. Γιώργος Μπαρουξής

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Είναι περίπου η σχέση του ηθοποιού με τον ρόλο του. Ο μεταφραστής καλείται «να μπει στο πετσί του συγγραφέα» και να απαντήσει στο ερώτημα: Αν ο συγγραφέας ήταν Έλληνας, πώς θα έλεγε το ίδιο πράγμα στα ελληνικά;

Υπό αυτή την οπτική, το «σενάριο» που πρέπει να αποδώσει ο μεταφραστής (το πρωτότυπο κείμενο) αποτελεί ένα οικοδόμημα νοημάτων (στα δοκίμια) ή νοημάτων-συμβάντων-συναισθημάτων-βιωμάτων (στην πεζογραφία και την ποίηση) φτιαγμένο με «δομικά υλικά» (λέξεις-εκφράσεις) μιας άλλης γλώσσας και κουλτούρας. Και ο μεταφραστής καλείται να χτίσει με τα δομικά υλικά της δικής του γλώσσας και κουλτούρας ένα οικοδόμημα που να προσεγγίζει στο μέγιστο δυνατό το πρωτότυπο. Αυτό μπορεί να ενέχει διάφορους βαθμούς δυσκολίας, καθώς οι γλώσσες διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τους τρόπους, την διεξοδικότητα και την έκταση με την οποία καλύπτουν διάφορους τομείς και πτυχές της ζωής.

Η δυσκολία έρχεται όταν ένας «δομικός λίθος» της γλώσσας ή της κουλτούρας του συγγραφέα δεν υπάρχει στη γλώσσα του μεταφραστή, ο οποίος τότε καλείται να μπαλώσει την «τρύπα» σε εκείνο το σημείο με «δομικούς λίθους» της δικής του γλώσσας και κουλτούρας, και να καλύψει το κενό χωρίς να φαίνονται «ραφές» στις οποίες μπορεί να «σκαλώσει» ο αναγνώστης νιώθοντας ότι σπάει η ροή (seamlessly που λένε και οι αγγλόφωνοι.) Υπό αυτή την οπτική, της αναπαραγωγής ή μεταφοράς ενός λεκτικού-νοηματικού-βιωματικού οικοδομήματος από μια γλώσσα σε μια άλλη, ο μεταφραστής λειτουργεί ως νόμιμος αντιγραφέας έργων τέχνης (για την πεζογραφία και την ποίηση) ή «έργων σκέψης» (για τα δοκίμια).

Σε αυτή την προσπάθεια, εκείνο που πρέπει να κάνει ουσιαστικά είναι να αφήσει το κείμενο να τον οδηγήσει. Είναι μια διεργασία που θυμίζει λίγο το λεγόμενο «τσάνελινγκ». Κι αυτός είναι ένας άλλος τρόπος για να περιγράψουμε τη σχέση του μεταφραστή με τον συγγραφέα. Ο μεταφραστής κάνει τσάνελινγκ τον συγγραφέα (ή τις σκέψεις του συγγραφέα που εκφράζονται από το βιβλίο αν προτιμάτε), με τη διαφορά ότι «επικοινωνεί με το πνεύμα του συγγραφέα» όχι ως μέντιουμ αλλά μέσω του κειμένου. :-)

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αν πρέπει να ξεχωρίσω μία μετάφραση από όλες ως την πιο δύσκολη, θα ήταν τα κεφάλαια ενός πανεπιστημιακού εγχειριδίου που αφορούσαν το έργο του Αλτουσέρ και του Φουκό. Πάντως, κάθε βιβλίο μπορεί να έχει τη δυσκολία του, στην απόδοση του ύφους, στην πυκνότητα της γραφής, στην έρευνα που χρειάζεται, κλπ.

Το βασικό όμως είναι να σου κάνει καλή παρέα, έστω κι αν σε δυσκολεύει. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Κάθεσαι το πρωί να δουλέψεις, και ουσιαστικά για αυτές τις 8, 10 ή και παραπάνω ώρες σου κάνει παρέα ένας άνθρωπος που σου εξηγεί τις σκέψεις του ή σου αφηγείται την ιστορία του, κι εσύ τον ακούς, τον καταλαβαίνεις, και γράφεις ταυτόχρονα, σαν διαμεσολαβητής που αφηγείσαι κι εσύ με τη σειρά σου αυτές τις σκέψεις και τις ιστορίες σε ένα άλλο κοινό.

Έτσι, καλή παρέα μού έχουν κάνει οι συνήθεις ύποπτοι που έχουν περάσει κατά καιρούς από τα χέρια μου. Χωρίς συγκεκριμένη σειρά, Τομ Ρόμπινς, Ντέιβιντ Λοτζ, Τ.Ρ.Ρ. Τόλκιν, Γουίλιαμ Γκίμπσον, Στίβεν Κινγκ, Ρόμπερτ Άντον Γουίλσον (της τριλογίας Ιλουμινάτους), Βίκραμ Τσάντρα, Ρουθ Ρέντελ, Τζον Λε Καρέ, Άρθουρ Κλαρκ, Τζέιμς Κλάβελ. Και προφανώς οι κλασικοί που είχα την τύχη να μεταφράσω (έστω και σε διηγήματά τους), Τζέιν Όστεν, Τσαρλς Ντίκενς, σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, Ναθάνιελ Χόθορν, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Όσκαρ Ουάιλντ, Ουάσινγκτον Ίρβινγκ, Τζακ Λόντον, Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον, Ρούντιαρντ Κίπλινγκ.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Είναι πολλά. Για να αναφέρω μερικά, Αγριεμένοι Ανάπηροι, Θεραπεία, Αναγνώριση Προτύπων, Αϋπνία, Ιλουμινάτους, Υφαντόκοσμος, Κόκκινο Χώμα και Ραγδαία Βροχή, κλπ.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν νομίζω ότι ο μεταφραστής αδικείται. Το έργο του είναι σημαντικό και συχνά δύσκολο, αλλά ο κύριος δημιουργός είναι ο συγγραφέας. Όσο πιο απαρατήρητη περνά η παρουσία του μεταφραστή στο κείμενο τόσο καλύτερα έχει κάνει τη δουλειά του. Μπορούν να του αποδοθούν εύσημα, αλλά αναγκαστικά θα είναι διαφορετικής τάξης μεγέθους από εκείνα του συγγραφέα.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε;

Πάντα σε ακολουθούν οι ήρωες ενός καλού βιβλίου. Όχι απλώς οι ήρωες αλλά ολόκληρο το βιβλίο, ο κόσμος του, η πλοκή του, τα όσα ξύπνησε μέσα σου. Αυτό όμως συμβαίνει γενικότερα σε όποιον διαβάζει ένα καλό βιβλίο και όχι μόνο στον μεταφραστή του, έστω και αν ο μεταφραστής εμβαθύνει περισσότερο και γνωρίζει το βιβλίο στο πρωτότυπο, ενώ ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή μόνο με τη μετάφρασή του.

Πώς βιοπορίζεστε;

Αποκλειστικά από τη μετάφραση.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής;

Ο πειρασμός υπάρχει πάντα αλλά δεν έχω ενδώσει ακόμη, κυρίως λόγω έλλειψης χρόνου.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Η χαρά του μεταφραστή. Κάποτε τρέχαμε στις βιβλιοθήκες και τα βγάζαμε πέρα με την Μπριτάνικα, την Υδρία και το τετράτομο αγγλοελληνικό λεξικό των Εκδόσεων Οδυσσεύς. Σήμερα έχουμε απείρως περισσότερες πληροφορίες στη διάθεσή μας χωρίς να βγούμε από το γραφείο μας.

12
Οκτ.
12

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 30 (καλοκαίρι 2012)

Φάκελος: πατέρες και γιοι

Η Δημοκρατία δεν είναι κάτι που μπορεί να εξαχθεί, όπως η Κόκα Κόλα. Πρέπει να δημιουργηθεί εκ των ενόντων, σύμφωνα με την κουλτούρα, τις συνθήκες κάθε χώρας… λέει ο Κάρλος Φουέντες, αναφερόμενος στον ισχυρισμό της Βορειοαμερικανικής Διοίκησης μετά το φιάσκο των υποτιθέμενων όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ ότι πρωταρχικός στόχος είναι η προώθηση της δημοκρατίας. Και αναρωτιέται ο συνεντευξιαζόμενος συγγραφέας: πώς και δεν ενδιαφέρθηκαν για την προώθηση της δημοκρατίας στο γειτονικό Μεξικό αφήνοντάς το για 75 χρόνια με μονοκομματικό σύστημα; Κατα τα άλλα, επιμένει, «οι ΗΠΑ δεν θα είχαν να φάνε, δεν θα χαν πρωινό δίχως τους μεξικανούς εργάτες».

Ο φάκελος του τεύχους περιλαμβάνει πατερικά και υιικά πεζογραφήματα από τους Gustavo Escanlar, Oscar Hijuelos, Γιάννη Ευσταθιάδη, Γιώργο Ρούβαλη, Ηρώ Νικοπούλου, Κωνσταντίνο Μπούρα, Γιώργο Χουλιαρά, Ξενοφώντα Μπρουντζάκη και ποίηση από τους Maram Al – Masri, Γιώργο Μπλάνα, Σάρα Θηλυκού και Μιχάλη Παπανικολάου. Εκτός αφιερώματος στα διηγήματα οι Ηλίας Κουτσούκος, Κώστας Αλεξόπουλος, Νικόλας Τζερμαδιανός, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Διονύσης Καλαμβρέζος, Κυριάκος Χαλκόπουλος, Νίκος Ξένιος, Αλίνα Συμεωνάκη,  Ελίνα Τραϊφόρου, Liliana Pedroza κ.ά. Ο Christopher Hitchens στις «Ομιλούσες κεφαλές» του αναμειγνύει Ηράκλειτο, Leonard Cohen, Καλλίμαχο, W.H. Auden, Nelly Sachs και στα Γράμματα, η Νίκη Μαραγκούαπό την Αίγυπτο και ο  Γιάννης Πολύζος από τη Νέα Υόρκη.

Μια παλαιότερη συνέντευξη του Κορνήλιου Καστοριάδη μοιάζει να αφορά ακριβώς την σημερινή συγκυρία. Ο Καστοριάδης αναφερόμενος μεταξύ άλλων στα χαρακτηριστικά της μετεπαναστατικής εμφυλιακής ελληνικής διαμάχης παρατηρεί πως η νομιμοφροσύνη και η αλληλεγγύη έχουν τοπικό ή τοπικιστικό χαρακτήρα, συχνά ισχυρότερο από τον εθνικό και τις πολιτικές κατατάξεις και διαιρέσεις να είναι κυρίως σχετικές με τα πρόσωπα των «αρχηγών» και όχι με ιδέες ή με προγράμματα, ούτε καν με «ταξικά» συμφέροντα, και διαπιστώνει: Στην Ελλάδα, μέχρι και σήμερα, το κράτος εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο του ντοβλετιού, δηλαδή μιας αρχής ξένης και μακρινής, απέναντι στην οποία είμαστε ραγιάδες και όχι πολίτες…

… ενώ εν συνεχεία αναρωτιέται: Γιατί οι Έλληνες που σκοτώνονταν εννέα χρόνια για να απελευθερωθούν από τους Τούρκους θέλησαν αμέσως μετά ένα βασιλιά; Και γιατί, αφού έδιωξαν τον Όθωνα, έφεραν τον Γεώργιο; Και γιατί μετά ζητούσαν «ελιά, ελιά και Κώτσο βασιλιά;». Η παραδοσιακή «αριστερή» άποψη, συνεχίζει ο Κ.Κ., υποστηρίζει πως όλα τα επέβαλαν η Δεξιά, οι κυρίαρχες τάξεις και η μαύρη αντίδραση. Μπορούμε όμως να πούμε ότι όλα αυτά τα επέβαλαν ερήμην του ελληνικού λαού; Πως εκείνος δεν καταλάβαινε τι έκανε, δεν ήξερε τι ήθελε, τι ψήφιζε, τι ανεχόταν; Σε μια τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός θα ήταν ένα νήπιο. Εάν ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, τότε ας του ορίσουμε έναν κηδεμόνα. Σας θυμίζει κάτι; Μας θυμίζει κάτι;

Σε ένα άλλο εκτεταμένο πολιτικό κείμενο, γραμμένο αυτή τη φορά ακριβώς τη στιγμή της τραγικής μας κατάστασης, ο Νάνος Βαλαωρίτης αναφέρεται στην ψυχολογία του φτωχού και κατατρεγμένου έθνους που ποτέ δεν έσβησε από τον μέσο Έλληνα, ακόμα και από την πολιτική και πνευματική ελίτ και επικεντρώνεται στην υποσυνείδητη γερμανική μνησικακία εναντίον της Ελλάδας, με στοιχεία λαϊκίστικου φανατισμού και με ομοιότητες με το λιντσάρισμα, καθώς στις πλάτες ενός λάθους φορτώνονται και άλλα αναρίθμητα κρύβοντας με αυτό τον τρόπο τα δικά τους λάθη.

Στις πίσω σελίδες και διαβάζω για την τακτοποίηση του αρχείου του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν από την χήρα του, Ναταλία Ντιμιτρίεβνα, που έμεινε δίπλα του ως σύζυγος, πρώτη αναγνώστρια των έργων του, επιμελήτρια, μαγείρισσα, οδηγός, ερευνήτρια για χάρη του και σύνδεσμος ανάμεσα σ’ εκείνον και τον κόσμο. Το αρχείο περιέχει τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα, από τον σταυρό που φορούσε όταν ήταν παιδί έως το πλήρες χειρόγραφο του Αρχιπελάγους Γκουλάγκ, το οποίο φίλοι του είχαν θαμμένο επί είκοσι χρόνια κάπου στην Εσθονία, μακριά από τα χέρια της KGB. Συγκινημένη η Ναταλία μας συγκινεί: Το να βλέπω την οδοντόβουρτσά του και όλα του τα πράγματα μου προκαλεί ένα επώδυνο συναίσθημα. Ωστόσο ζω, κυρίως, αυτή την ευτυχία συγκυρία, έχοντας την αίσθηση ότι ζω ακόμη με τον σύζυγό μου μέχρι το τέλος της ζωής μου.

Για να ελαφρώσουν τις συνωστισμένες ομοσπονδιακές φυλακές της χώρας, οι βραζιλιάνικες αρχές προτείνουν στους φυλακισμένους την ανάγνωση: για κάθε βιβλίο που θα διαβάζουν κερδίζουν τέσσερις μέρες, με ανώτατο όριο 12 βιβλία το χρόνο. Θα πρόκειται βέβαια για βιβλία κλασικά ή φιλοσοφικά ή επιστημονικά κι έτσι συνολικά θα μπορούν να κερδίζουν ενάμιση μήνα για κάθε χρόνο έκτισης ποινής… διαβάζω στην τελευταία σελίδα του τεύχους και σκέφτομαι πόσες εφαρμογές θα άξιζε να είχε εδώ αυτή η ιδέα. Μετράω, μετράω… … και συμφωνώ απόλυτα μ’ ένα ακόμα σημείωμα της πίσω αυλής: Η Πάτι Σμιθ δεν το βάζει κάτω. Η βετεράνα τραγουδοποιός, συνθέτης, ποιήτρια, ακτιβίστρια και γιαγιά του πανκ, στα 66 της κυκλοφορεί τον πρώτο της εδώ και 8 χρόνια δίσκο με 12 ποιητικά τραγούδια. […] και κρατά ψηλά τη σημαία της αμφισβήτησης. Όχι σαν κάτι άλλους συνομηλίκους τους που το ’ριξαν στον δήθεν ασκητισμό – μοναχισμό και τη νιρβάνα του ψευδοευδαιμονισμού. Λέγε με Λέοναρντ Κοέν ή Μπομπ Ντίλαν...

Στις εικόνες: Φουέντες και Βαλαωρίτης στη νεότητά τους, Σολτζενίτσιν και Ναταλία κι ένα μέρος όπου σίγουρα οι αποφυλακισθέντες της Βραζιλίας θα είναι ευπρόσδεκτοι.

11
Οκτ.
12

Γιώργος Γιαννουλόπουλος – Ο μοντερνισμός και οι Δοκιμές του Σεφέρη

Η στενή σχέση του Σεφέρη με τον αγγλοσαξονικό μοντερνισμό και ιδιαίτερα τον Έλιοτ, είτε χαρακτηριζόμενη ως απλή μίμηση και εισαγωγή ξένων προτύπων είτε ως γόνιμη έμπνευση και επιρροή, είναι δεδομένη, αναμφισβήτητα όσον αφορά το ποιητικό του έργο. Ισχύει όμως το ίδιο και με τις Δοκιμές του; Ο Γ. Γιαννουλόπουλος (Τρίπολη, 1942) διαβάζει προσεκτικά το έργο και το αντιπαραβάλλει με αντίστοιχα κριτικά κείμενα των Eliot και Pound διαπιστώνοντας ενδιαφέρουσες αποκλίσεις και διαφοροποιήσεις.

Διόλου τυχαία ο μελετητής εκκινεί από την Επιστολή του λόρδου Chandos (1902) του Αυστριακού ποιητή και δραματουργού Hugo von Hofmannstahl που υποτίθεται ότι απευθύνεται στον ελισαβετιανό φιλόσοφο και πολιτικό Francis Bacon ενώ ο αποστολέας είναι δημιούργημα της φαντασίας του ποιητή. Ο τελευταίος προσπαθεί να εξηγήσεις την απόφασή του να εγκαταλείψει ένα τεράστιο έργο όπου σκόπευε να καταγράψει όλες τις εκφάνσεις του ευρωπαϊκού πνεύματος. Ο επιστολογράφος εξομολογείται πως έχει οριστικά απολέσει την ικανότητα να σκέφτεται και να μιλά, επειδή οι αφηρημένες λέξεις «διαλύονται στο στόμα του σαν σαπισμένα μανιτάρια». Το περίφημο χάσμα ανάμεσα στη γλώσσα και τα πράγματα, ανάμεσα στον ποιητή και στον κόσμο είχε μόλις ανοίξει. Και ο ήρωας μετέβη από ένα ειδυλλιακό πριν σ’ ένα αγχογόνο μετά. Κάπου ανάμεσα, μια τελευταία έκλαμψη:

Ένα ποτιστήρι, μια αξίνα παρατημένη στον κάμπο, ένα σκυλί ξαπλωμένο στον ήλιο, ένα ταπεινό κοιμητήρι, ένας ανάπηρος, ένα μικρό χωριάτικο σπιτάκι, όλα αυτά μπορούν να μεταμορφωθούν σε δοχεία της αποκάλυψής μου. Κάθε ένα από ετούτα τα αντικείμενα και χίλια άλλα παρόμοια, πάνω από τα οποία περνούν συνήθως με φυσική αδιαφορία βιαστικά τα μάτια, μπορούν να αποκτήσουν ξαφνικά – σε μια στιγμή που δεν διαθέτω την ελάχιστη εξουσία να την προκαλέσω – χαρακτήρα τόσο ανώτερο και συγκινητικό ώστε όλες οι λέξεις να μου φαίνονται φτωχές να τον εκφράσω.

Η κατά Joyce Επιφάνεια δεν αρκεί – τα αντικείμενα είναι υπολείμματα μιας αλλοτινής ενότητας και ο χαρακτήρας αποφασίζει να εγκαταλείψει οριστικά τη λογοτεχνία. Ο μελετητής εκθέτει τις διαφορετικές ερμηνείες της Επιστολής. Για τον Hermann Broch η γλώσσα δεν διασώζει μόνο τη στιγμιαία εντύπωση των πραγμάτων αλλά και αναδεικνύει την ουσία τους, συνεπώς προϋποθέτει την ταύτιση με τα πράγματα, την μυστική ενότητα του Εγώ, της έκφρασης και του αντικειμένου. Ο Thomas A. Kovach μίλησε για μια μελαγχολική συνειδητοποίηση ενός φευγαλέου παρελθόντος, για τους συμβολιστές από τον Baudelaire μέχρι τον Mallarmé η καθημερινή γλώσσα θεωρείται ανεπανόρθωτα μολυσμένη και ακατάλληλη για τον ποιητή.

Η Επιστολή, γράφει ο Γιαννουλόπουλος, είναι η σύγχρονη, μοντερνιστική εκδοχή ενός αρχέγονου μύθου. Η ειδοποιός διαφορά που της προσδίδει τον χαρακτήρα ετούτο είναι ακριβώς το χάσμα που για πρώτη φορά παρεμβάλλεται ανάμεσα στη γλώσσα και τον κόσμο, συνεπώς «η έκβαση της αφήγησης είναι είτε η επινόηση ενός νέου τρόπου γραφής που θα το γεφυρώσει, αποκαθιστώντας την απολεσθείσα ενότητα, είτε η τραγική συνειδητοποίηση ότι ο σύγχρονος ποιητής υποχρεούται να μιλάει μια γλώσσα που ξέρει ότι αδυνατεί εξορισμού να αποδώσει εκείνο που πραγματικά θέλει να πει, οδηγώντας τον εαυτό του στη σιωπή». Είναι ακριβώς οι δύο πόλοι ανάμεσα στους οποίους κινήθηκε η ποιητική των μοντερνιστών.

Σύμφωνα με τον George Steiner η αίσθηση ότι η κοινόχρηστη λέξη αδυνατεί να μεταφέρει επακριβώς το δικό μας συγκεκριμένο νόημα δεν είναι καινοφανής· ακόμα και οι πιο σκοτεινοί και ιδιωματικοί ποιητές «κατοικούσαν» στην κοινή γλώσσα – ο Steiner μνημονεύει μέχρι και τους Hölderlin, Nerval, Rimbaud, ενώ η επανάσταση ή κρίση της γλώσσας που έγινε στην Κεντρική Ευρώπη το πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα δεν στρεφόταν εναντίον κάποιας συγκεκριμένης γλωσσικής πρακτικής αλλά αμφισβητούσε την βασική της επικοινωνιακή λειτουργία. Μόνη εναλλακτική λύση αποτελούσε η απόλυτη ανατροπή ή η σιωπή – οι αγγλόφωνοι μοντερνιστές επέλεξαν την πρώτη, οι Κεντροευρωπαίοι τη δεύτερη.

Βρισκόμαστε ακόμα στην εκτενέστατη εισαγωγή αλλά το νήμα της πορείας σε τούτο το θεωρητικό ταξίδι είναι μακρύ και όλες οι αφετηρίες, οι στάσεις και τα οδόσημά της έχουν τη σημασία τους μέχρι τον πυρήνα του βασικού θέματος. Ο μελετητής συμπληρώνει την εισαγωγή με σειρά ανάλογων προδρομικών ερωτημάτων, συνεχίζει με μια πρώτη ματιά στον μοντερνισμό, επιτονίζοντας τις αντιφάσεις της αμφίθυμης στάσης της ταυτόχρονης απόρριψης και χρήσης του παρελθόντος αλλά και την ρεαλιστική του διάσταση, και προχωρά σε βραχύ χρονικό του μοντερνισμού στην Αγγλία. Η ανεπάρκεια της γλώσσας (που με την έλευση της νεωτερικότητας δεν διατυπώνεται μόνο κριτικά ή θεωρητικά αλλά και από τα ίδια τα κείμενα, ήδη από τον Cervantes και τον Laurence Sterne), η ποιητική των εικονιστών, η μεταφυσική ποιητική του Ezra Pound, το ιδεόγραμμα του Fenollosa και η Επιφάνεια του Joyce αναπτύσσονται σε αυτόνομα κεφάλαια του δεύτερου μέρους. To τρίτο μέρος συνοψίζει τα ρεύματα και τις περιόδους πριν από το ρομαντισμό, κατά τον ρομαντισμό, κατά την μετάβαση από τον ρομαντισμό στον μοντερνισμό, αλλά και την αφαίρεση, την ενσυναίσθηση, την χωρική μορφή και τον μύθο, ενώ ολοκληρώνεται με την έννοια του ταυτόχρονου και την παράδοση στον Ezra Pound και τον T.S. Eliot.

Με αφορμή την ημερολογιακή εγγραφή του Σεφέρη για το μουσείο της Ακρόπολης o Γιαννουλόπουλος επιστρέφει στην επιστολή του Chandos που σε μια ύστατη προσπάθεια στράφηκε στους αρχαίους κλασικούς με την ελπίδα ότι θα του χάριζαν τη λύση. Το ατελέσφορο της προσφυγής ήταν αναμενόμενο: η επιστροφή στο ανθρωπιστικό ιδεώδες ήταν ανέφικτη και η αναντιστοιχία γλώσσας και πραγμάτων ήταν αδιανόητη στην αρχαιότητα. Ο Σεφέρης αισθάνεται πως «όλα μέσα εκεί του μιλούσαν και μιλούσαν αναμεταξύ τους», ενώ ο Hofmannstahl έγραφε πως «ένοιωθε σαν φυλακισμένος σ’ έναν κήπο γεμάτο αόμματα αγάλματα». Έτσι ο μελετητής κρίνει πως τα σεφερικά λόγια αποτελούν τον ελληνικό αντίλογο στην επιστολή (κι ας μην γνωρίζουμε αν την είχε υπόψη του ο ποιητής). Στο μουσείο ο Σεφέρης ανακαλύπτει πως διατηρεί μια ουσιαστική επαφή με τους αρχαίους προγόνους του, η οποία, παρά τη διπλομανταλωμένη σιωπή που επέβαλε επί χιλιετίες η τεχνητή καθαρεύουσα, έχει επιβιώσει χάρη στη ζωντανή γλώσσα του λαού., μια γλώσσα που είναι η ίδια η φύση του.

Ο Σεφέρης αναπαράγει την θεωρία των μοντερνιστών αλλά την προεκτείνει για να συμπεριλάβει και την «εθνική» διάσταση. Συνδυάζει το βάθος και τη συγκινησιακή χρήση της γλώσσας που έχει πάρει από τους μοντερνιστές με την έννοια της ρίζας, σ’ ένα μείγμα ιδιαίτερα γόνιμο. Ο ενάρετος απλός λαός που κυριαρχεί στο δοκιμιακό έργο του πρόσφερε το σταθερό έδαφος όπου στηρίχτηκε για να κατακτήσει τη διαύγεια που οι μοντερνιστές νοστάλγησαν, ενώ ταυτόχρονα έγινε και το θεμέλιο της ιδεολογίας του για την  αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνισμού. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει το πρόβλημα του βάθους:

Ενώ για τους μοντερνιστές το εσώτερο εγώ είναι η άμεση εμπειρία που ο ποιητής προσπαθεί να αναδείξει επιλέγοντας τη μία και μόνη λέξη, που την αποδίδει επακριβώς, ή ο τόπος των αρχέγονων μύθων οι οποίοι μπορούν να προσδώσουν σχήμα και σημασία στην άναρχη σύγχρονη ζωή, η εκδοχή του Σεφέρη αλλού στοχεύει. Και ενίοτε το παραδέχεται. Γιατί το εθνικό υποσυνείδητο δεν παράγει μόνο νόημα που τόσο χρειάζεται η σύγχρονη ανερμάτιστη ζωή μας, αλλά παράγει και την ομοιογένεια η οποία συνδέει τον Έλληνα ως σημερινό ιστορικό υποκείμενο με την αρχική εκδοχή του. Έτσι, το άβολο γεγονός ότι δεν καταλαβαίνουμε τη γλώσσα τον προγόνων μας, ή ότι οι νοηματοδοτήσεις μας διαφέρουν ριζικά από τις δικές τους επειδή μεσολάβησαν οι χιλιετίες της ιστορίας, παρακάμπτεται επειδή, κατά τον Σεφέρη, όλα αυτά λειτουργούν ακόμα μέσα μας, λειτουργούν ωστόσο υπόγεια, πιστοποιώντας την ελληνική διάρκεια διαγράφοντας την ιστορία. Όταν ο Σεφέρης ισχυρίζεται ότι την Μεγάλη Παρασκευή δυσκολεύεται να αποφασίσει «αν ο Θεός που κηδεύεται είναι ο Χριστός ή ο Άδωνις» [Δοκιμές, 2, 14] δεν εννοεί ότι προσπάθησε και δεν  τα κατάφερε αλλά ότι πριν πάει στον Επιτάφιο είχε ήδη αποφασίσει ότι καμιά από τις παραδόσεις μας, χριστιανικές ή προχριστιανικές, δεν έχει πραγματικά πεθάνει. Και δεν έχουν πεθάνει επειδή επιβιώνουν στο εθνικό υποσυνείδητο. [σ. 549 – 550]

Συμπλέοντας λοιπόν με τις αισθητικές επιλογές του αγγλοσαξονικού μοντερνισμού, ο Σεφέρης εισάγει στις Δοκιμές του ένα δικό του στοιχείο: εκεί που οι μοντερνιστές τοποθετούν την ποίηση, εκείνος βάζει και την ελληνικότητα. Ουσιαστικό σημείο επαφής των δύο αποτελεί η πεποίθηση ότι ποίηση και ελληνικότητα παραμένουν «πιστές στον εαυτό τους», κοινώς κατά βάθος δεν αλλάζουν ποτέ. Η κυρία διαφορά υπήρχε στη στόχευση: «ο Σεφέρης πίστευε στη «φυσική» γλώσσα του απλού λαού, που διατήρησε το νήμα της ελληνικότητας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ενώ οι μοντερνιστές, περισσότερο κοσμοπολίτες, απέρριψαν την ομιλούμενη από όλους γλώσσα για να κατακτήσουν την ακριβολογία και να προσδώσουν στην ποίηση τη φορμαλιστική συνοχή, το μόνο αντίδοτο στο αγχογόνο χάος της σύγχρονης ζωής»

Εκδ. Πόλις, 2011, σελ. 597, με ευρετήριο και εικοσασέλιδη βιβλιογραφία.

Στις εικόνες, εκτός του Γ.Σ.:  Hugo von Hofmannstahl, Ezra Pound, T.S. Eliot, James Joyce.

10
Οκτ.
12

Αργύρης Χιόνης – Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες

Παραμυθίες στα χώματα

Το ταπεινό χορτάρι που φυτρώνει
Ανάμεσα στις πλάκες των πεζοδρομίων μας
Δεν είναι διόλου ταπεινό
Είναι το δάσος που επιστρέφει
Είναι η ζούγκλα που ποτέ δεν παραιτήθηκε
Από αυτό που της ανήκει
Και που της πήραμε με τόσο δόλο

Η γάτα που μας γδέρνει τάχα παίζοντας το χέρι
Δεν παίζει καθόλου
Είναι το αιλουροειδές που εκδικείται
Για όλ’ αυτά τα χάδια ανάμεσα στα μάτια
Για όλ’ αυτά τα αποφάγια της ζωφιλίας μας
Είναι η τίγρη που τη σάρκα μας γυρεύει.

…έγραφε ο Αργύρης Χιόνης στη «Μικρή φυσική ιστορία», ένα ποίημα που εμπνεύστηκε από την σύντομη ιστορία «Ο ανδριάντας» και που ο ίδιος το παραθέτει στις σημειώσεις του για να καταδείξει, όπως γράφει, την υπεροχή της ποίησης έναντι της πεζογραφίας, καθώς, «ενώ η δεύτερη περιγράφει ή αναπαριστά την πραγματικότητα, η πρώτη με ελάχιστα μέσα και άκρα λιτότητα αναδημιουργεί τον κόσμο». Ο ανδριάντας, πρωτοδημοσιευμένος στο περιοδικό Φάσμα (τεύχος 2, 1982) είναι ένα απολαυστικό διήγημα με επίκεντρο τον ανδριάντα ενός εθνικού ευεργέτη που στήνεται με μοντέλο έναν κτηνοτρόφο που του έμοιαζε και που κατάκοιτος ων, συνεπώς ακίνητος, διευκολύνει τον καλλιτέχνη. Ο συγγραφέας διατρέχει με ειρωνική σκωπτικότητα όλες τις περιόδους του αγάλματος μέχρι το ανεξήγητο πρασίνισμά του  και τις σχετικές λαϊκές εκδοχές, την αποκάλυψη της αηδιαστικής χαλκοπράσινης σάρκας, τις βόλτες του στην πλατεία και την επιθυμία των περιπατητών να απαλλαγούν από τον πρώην ευεργέτη και νυν μπαμπούλα.

Τι ενώνει έντεκα ιστορίες ύψους οριζοντίου; Πρώτα η έμφυτη μυθοπρακτική του συγγραφέα: η κατασκευή ιστοριών από το τίποτα ή το σχεδόν, ο εμποτισμός τους με πολύτιμη σοφία ζωής, η γλυκόπικρη ανάσταση και αποκαθήλωση των αυτονόητων. Όπως η μνήμη του συγκρατεί την γιαγιά του στην περίκλειστη αυλή με τον μικρό λαχανόκηπο να διαβάζει τη Βίβλο, διασκευάζοντας μες στο μυαλό της τα Ιερά Κείμενα σε παραμύθια, έτσι κι εκείνος επαληθεύει την προς αυτόν προτροπή της Ζυράνας Ζατέλη «να γράφει στα χώματα», στο σημείο που όσοι βρίσκονται κάτω από αυτά γειτνιάζουν με όσους βρίσκονται από πάνω. Μόνο που αυτές οι γραφές έχουν έναν βαθύτατο ιαματικό προορισμό: η αποσταγμένη παραμυθία των παραμυθιών του υπήρξε πρώτιστα για εκείνον βαθιά ψυχική ανάγκη να ξεγελάσει τον χρόνο και να κοροϊδέψει τα υπαρξιακά του άλγη.

Περνούσανε, λοιπόν, πλάι απ’ την παπαρούνα, σαν να μην είχε τίποτε συμβεί, γιατί, όσο κι αν φαίνεται τρελό, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν, μα δεν βλέπανε. Παράξενο πράγμα όμως· ενώ όλοι τους βαδίζαν στα τυφλά, κανένας δεν την πάτησε, λες κι είχε σηκωθεί τριγύρω της αόρατο περίφραγμα, για να την προστατέψει απ’ όλες αυτές τις στρατιές πελμάτων που την απειλούσαν με ισοπέδωσε κι έτσι να συνεχίσει να υπάρχει η ομορφιά στη μέση της ασκήμιας, κι ας ήτανε αόρατη, μια που κανένας δεν την έβλεπε, κι ας μην ήτανε παρηγοριά για κανέναν, μια που κανένας δεν την αποζητούσε. [«Η ομορφιά που γεννιόταν και πέθαινε απαρατήρητη και που, παρ’ όλ’ αυτά, ποτέ δεν το’ βαλε κάτω», σ. 56]

Γι’ αυτό κι εδώ συνυπάρχουν ο διάχυτος εξομολογητικός τόνος ενός εργάτη των εννοιών που κολυμπά ανάμεσα στην αοριστία, τη σύγχυση και την άγνοια εγκυκλοπαιδικών λημμάτων, προβαίνει σε – συγχωρήστε μου τον όρο – αστυνομική αρχαιολογία και διαπιστώνει την ματαιότητα της έρευνας («Αλφηός συν Αρέθωνι») και η περιπέτεια μιας πέτρας που ζει ειρηνικά την πέτρινη ζωή της, χωρίς να ενοχλείται από τη μονοτονία της αφού δεν γνωρίζει τι είναι μονοτονία, αλλά γνωρίζει ξαφνικά τόσο τον παράδεισο (χάρη στην σφεντόνα ενός αγοριού βρίσκεται σ’ έναν κήπο), όσο και την κόλαση (παγιδεύεται στην άσφαλτο από το ανέμελο χέρι ενός κοριτσιού) («Μια πέτρα που δεν είχε τίποτα να χάσει»). Το επιμύθιο που ολοκληρώνει την κάθε ιστορία αλλά και οι απολαυστικές περί αυτών σημειώσεις δεν μας θρέφουν μόνο με πολύτιμα συμπεράσματα που μοιάζουν δεδομένα μα είναι πάντα φευγαλέα αλλά και μας προσκαλούν στον δικό του δημιουργικό κόσμο.

Από τα Σεπόλια στις ευρωπαϊκές πόλεις και πίσω σε απομονωμένο ορεινό χωριό, βιοπαλαιστής στην Αθήνα και στο Παρίσι, δάσκαλος και μεταφραστής στο Άμστερναμ, κοινοτικός μεταφραστής στις Βρυξέλλες, πάντα ποιητής αλλά και υποκύψας στον δαίμονα της πεζογραφίας, κάποτε και της μετάφρασης (μετέφρασε μεταξύ άλλων Octavio Paz, Henri Michaux, Roberto Juarroz, Nicanor Parra και Jane Austen), ο συγγραφέας τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του είχε αποσυρθεί στο Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας – αυτή ίσως είναι η ιδανική κατάληξη της πορείας ενός λογο – τεχνίτη που υπήρξε ταυτόχρονα απλός άνθρωπος και ανήσυχος στοχαστής, μάστορας παραμυθιών και φιλόσοφος ουσίας. Γιατί, όπως γράφεται κάπου σε μια ιστορία, μπορεί να μην υψώνεσαι στα ύψη αλλά να απλώνεσαι στα πλάτη.

… η Απουσία δεν είναι πουλί αλλά θηρία ανήμερο που, σιωπηλό και άφαντο, τρώει τα σωθικά μας, ώσπου να γίνουμε κενά τεμένη, μαυσωλεία θαμπών αναμνήσεων. Επιμύθιο: Η Απουσία είναι το μοναδικό θηρίο που ο άνθρωπος όχι μονάχα δεν κατάφερε ποτέ να εξημερώσει, αλλ’ ούτε να συλλάβει καν. Βέβαια, πάντα ελπίζει ότι θα τα καταφέρει, γι’ αυτό και σ’ όλους τους ζωολογικούς κήπους υπάρχει εν’ αδειανό κλουβί γι’ αυτήν. [«Η απουσία», σ. 48]

Η συλλογή κλείνει με την απόλυτη παραμυθία μιας υπερρεαλιστικής αντιστροφής που όλοι ονειρευτήκαμε μικροί: μια ζωόφιλη και ζωοποιό κρεατομηχανή, μια ανώμαλη αντάρτισσα από την οποία ξεπηδούν αγελάδες, βόδια, μοσχάρια και ταύροι που χαιρετούν τον παράξενο, καλό χασάπη και ξεχύνονται προς τα δάση. Αν όμως εκείνος επιχειρήσει να την επιδιορθώσει, παραγεμίζοντάς την με κιμά, τότε κινδυνεύει από μέσα της να ξεπηδήσει μια άγρια πεινασμένη τίγρη… Ο Χιόνης εδώ ξανάγραψε την ιστορία, πράγμα που, όπως για άλλη μια φορά μας αποκαλύπτει στις σχετικές σημειώσεις, θα επιθυμούσε να κάνει με όλο το έργο του, προσθέτοντας: Η αίσθηση, ωστόσο, ότι ζω με δάνειο χρόνο, βαίνοντα σταθερά προς τη λήξη του, με πανικοβάλλει και, αντί να κάτσω με ηρεμία και σύνεση, να διορθώσω τα λάθη του παρελθόντος, με απελπισμένη ανυπομονησία σε νέα λάθη προβαίνω. Ευτυχώς για μας, ο αξέχαστος συγγραφέας προέβη κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του σε πολλά τέτοια «λάθη», να έχουμε να διαβάζουμε και να απολαμβάνουμε, παραμυθιάζοντας τη δική μας ζωή, όσο διαρκεί. Και να ρίχνουμε στα ελάχιστα δικά μας χώματα λίγο κρασί, σπονδή στη μνήμη του, στο λόγο του και στη μνήμη κάθε λόγου άξιου μνήμης.

Εκδ. Κίχλη, 2008 [Ε΄ έκδ. Σεπτ. 2011], σελ. 126. Με τα σχέδια της Εύης Τσακνιά που δίνουν στην ούτως ή άλλως προσεγμένη έκδοση μια παλαιά εκδοτική ωραιότητα…

όπως, άλλωστε, κι η εμπνευσμένη, πιστή γριά μου Remington που, με τρόπο μαγικό, μεταποιεί σε ποίηση τα βάρβαρα πλήγματα που καταφέρω στα ευαίσθητα πλήκτρα της. [Οι τελευταίες λέξεις του βιβλίου]

Σημ. 1η φωτ. του συγγραφέα: Βασίλης Ψαρρός, 3η φωτ. του συγγραφέα: Μιχάλης Βιρβιδάκης.

06
Οκτ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 104. Μαρία Σούμπερτ

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο, ‘Η συμμορία της Τήλας’, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πάπυρος το 2010. Ήταν ένα βιβλίο χωρίς πόρτες και παράθυρα, ήταν ένα βιβλίο κήπου και βεράντας. Μια ‘συμμορία’ ηλικιωμένων γυναικών συνωμοτούν για να γλιτώσουν τη φίλη τους από το γηροκομείο. Τις αγαπώ πολύ τις γιαγιάδες αυτές, μου έκαναν πολύ καλή παρέα όσο γραφόταν το βιβλίο.

Των γιαγιάδων προηγήθηκε η ιστορία ενός κακόμοιρου εν δυνάμει συγγραφέα –τον οποίο με την απόσταση του χρόνου τώρα πια τον λυπάμαι-. ‘Η Ρόζα στη μέση’ (εκδόσεις Μελάνι, 2008) ήταν οι απεγνωσμένες του προσπάθειες να γίνει ο καλύτερος συγγραφέας όλων των εποχών, χωρίς να έχει γράψει ποτέ του τίποτα. Αφορμή για την δημιουργία της πρώτης ιστορίας –στην οποία βασίστηκε όλο το βιβλίο- ήταν μια συζήτηση περί ‘σοβαρής λογοτεχνίας’ σε μια από τις ετήσιες συναντήσεις που διοργάνωνε το περιοδικό ‘Να ένα μήλο’. Το τι είναι κλασική λογοτεχνία και κατά πόσο πρέπει ο συγγραφέας να έχει εντρυφήσει σε αυτήν υπήρξε το εναρκτήριο λάκτισμα, για να προχωρήσω σε διάφορες άλλες απορίες που προέκυπταν σχετικά με το ρόλο του συγγραφέα.

Αφηγηματικά προϋπήρξε το ‘Club Κυλικείο’, από τις εκδόσεις Κέδρος το 2003, μια φοιτητική απόπειρα να περιγράψω τον τρόπο ζωής στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Και όλα ξεκίνησαν με ‘Τα πράσινα, τα καστανά και τα μαύρα μάτια’, το πρώτο μου βιβλίο, που κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Πόλις το 1998. Το βιβλίο αυτό προέκυψε σαν εσωτερική έκρηξη απέναντι στην καταπίεση και το άγχος των πανελληνίων εξετάσεων. Ευτυχώς στη δική μου περίπτωση αυτό εκφράστηκε δημιουργικά…

Ανάμεσα σε όλες αυτές τις πόρτες ξεπήδησε το 2009 και μια θεατρική πόρτα, με το ‘Invitation to a party – not another fairytale’, το οποίο ανέβηκε από τις Black Dots στο Θέατρο του Ήλιου το 2009 και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Στο έργο αυτό ένας παραμυθάς κατεβαίνει στον κάτω κόσμο των παραμυθιών για να συναντήσει όλους τους ήρωες, οι οποίοι έχουν πια πεθάνει. Πρόκειται για μια κωμικοκτραγική γκροτέσκα ιστορία, που γεννήθηκε σε έναν ατελείωτο καφέ στο Φίλιον, στο Κολωνάκι, όταν με τη σκηνοθέτη Ζωή Μαντά εμπνεόμασταν τρώγοντας κέικ.

Παράθυρα άνοιξαν και με τη συλλογή διηγημάτων ‘Η απουσία του έρωτα’ (Modern Times, 2011, σε επιμέλεια Χρύσας Σπυροπούλου), όπου συμμετείχα με ένα διήγημα, καθώς και με τη συμμετοχή μου στη συλλογή ‘Αμ’ έπος ανέργων’ (σε επιμέλεια Μαρίας Κατσοπούλου), που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Βακχικόν σε ebook.

Φεγγίτες που βλέπουν σε αυτή την αυλή ήταν και διηγήματα σε περιοδικά λογοτεχνικά (Να ένα μήλο, Εντευκτήριο, Μανδραγόρας, (δε)κατα, Το Δέντρο).

Φιλοδοξία μου είναι να αργήσει να τελειώσει το κτίσμα αυτό και όταν αυτό γίνει να είναι μεγάλο, ευάερο και ευήλιο, χωρίς σοφίτες και υπόγεια – ίσως μερικούς απαραίτητους αποθηκευτικούς χώρους.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Τα εφηβικά μου αναγνώσματα αφορούσαν κατά κύριο λόγο τον Τόλκιν και τον Στέφεν Κινγκ. Μεγαλώνοντας ανακάλυψα τον Καμύ –τον οποίο και αγαπώ απεριόριστα-, τον Ντέμπλιν, τον Γκρας, τον Μπελ, τον Τζόναθαν Κόου.

Αγαπώ τον Ξανθούλη, τον Μάτεση.

Είναι πολλοί ακόμα, τους οποίους θα θυμηθώ μόλις στείλω τις απαντήσεις και πω… ‘κρίμα, τον ξέχασα αυτόν…’

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αγαπώ τον ‘Πρώτο άνθρωπο’ του Καμύ, την τριλογία του Τόλκιν, το ‘Λοιμό’ του Ανδρέα Φραγκιά, το ‘Βερολίνο Αλεξάντερπλατς’ του Ντέμπλιν και πολλά άλλα βιβλία που αν τα φέρει η κουβέντα θα πω ‘πω πω… ήταν φοβερό’. Δυστυχώς η μνήμη μου δεν ανήκει στα προτερήματά μου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Οι «Γάμοι στην Τιπαζά» του Καμύ είναι το αγαπημένο μου. Εκεί μέσα υπάρχει η πιο όμορφη και απλή περιγραφή που έχω διαβάσει ποτέ, με τον ήρωα να βγαίνει από τη θάλασσα και να κάθεται στην παραλία. Μια εξαιρετική παράγραφος.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Δεν μου είναι εύκολο να με γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος λογοτέχνης –κυρίως όταν ‘διαβάζω’ σε αυτόν κοινές αδυναμίες με τις δικές μου. Προς το παρόν με έχουν θαμπώσει μεγάλοι παγκόσμιοι συγγραφείς και δυσκολεύομαι να δω μπροστά μου…

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι, συνήθως οι σχέσεις μας τελειώνουν όταν μπει η τελική τελεία. Στη συνέχεια ζητούν περιοριστικά μέτρα εναντίον μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Δεν ξέρω… Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν. Είναι σαν την ερώτηση με τους αγαπημένους λογοτέχνες. Σίγουρα θα μου έρθουν ποικίλες απαντήσεις πολλές μέρες αργότερα…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Δεν με ενδιαφέρει το που βρίσκομαι για να γράψω. Εφόσον έχω στη διάθεσή μου έναν υπολογιστή, μπορώ να γράψω παντού. Καμιά φορά το σπίτι μου ή το γραφείο είναι αρκετά περιοριστικοί χώροι για το γράψιμο. Ένα ωραίο μπαλκόνι, μια ωραία θέα μπορούν κατ’ εμέ να αναπτύξουν τόσο το συναίσθημα, όσο και τη σκέψη. Μερικές φορές είναι απαραίτητα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ιδέες απλώς έρχονται με βάση κάποιο ερέθισμα. Είτε πρόκειται για μια είδηση στην τηλεόραση, είτε για μια συζήτηση ανάμεσα σε φίλους, είτε για κάτι που παρατηρώ και βλέπω, ή κάποια ιδέα που έρχεται διαβάζοντας ένα βιβλίο. Μετά τη συζητάω με φίλους και γνωστούς και την αφήνω να ωριμάσει. Συνήθως οι καλύτερες στιγμές είναι πριν τον ύπνο. Μόλις ξαπλώσω και κλείσω τα μάτια, έχω τις περισσότερες φορές έτοιμη την αρχή, μια καλή συνέχεια, το τέλος. Αν τα απομονώσουμε όλα αυτά καταλήγουμε πως το σύστημά μου είναι: περιβάλλον – συζήτηση – ωρίμανση – ύπνος. Είναι απλό και σίγουρο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν έχω συγκεκριμένη τελετουργία. Εφόσον έχει λειτουργήσει μέσα μου η ιδέα και είναι πλέον έτοιμη να εκφραστεί, τα υπόλοιπα συμβαίνουν αρκετά γρήγορα. Μου αρκεί ένας υπολογιστής, οι απαραίτητες συνθήκες (θερμοκρασία, σκίαση, φαγητό και νερό κτλ.) επιβίωσης του ανθρώπου, και σχετική ησυχία. Δεν ακούω συνήθως μουσική, γιατί δεν την προσέχω όταν γράφω. Αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είμαι άνευ μουσικών προτιμήσεων. Η πορεία μου από τη Britpop των τελών του ’90, στην σύγχρονη ελληνική και το επονομαζόμενο σύγχρονο ‘έντεχνο’, περνώντας στο μεταξύ από το ρεμπέτικο και το παραδοσιακό, με έχει κουράσει.

Νομίζω πως η λύση μου είναι να καταφύγω στην κλασική μουσική.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου αφορούν κατά κύριο λόγο τη Θεατρολογία και τη Δραματοθεραπεία. Η σχέση που έχω βρει σε αυτές με τη συγγραφή είναι η επαφή με το θέατρο, η ανακάλυψη της ευρωπαϊκής και ελληνικής ιστορίας μέσω του θεάτρου –μέσω ενός συγκεκριμένου αφηγηματικού μοντέλου. Από την άλλη, η Δραματοθεραπεία προϋποθέτει ειδική φοίτηση στο αντικείμενο αυτό. Ήρθα σε επαφή με την ψυχολογία και την ανθρώπινη ψυχή. Θέλω να πιστεύω πως μου επέτρεψε ένα βαθύτερο βλέμμα στην ανθρώπινη κατάσταση.

Πώς βιοπορίζεστε;

Βιοπορίζομαι στο χώρο της επικοινωνίας πολιτιστικών γεγονότων. Κάνω αυτό, που όταν βγάζω ένα βιβλίο, κάνουν οι άλλοι για μένα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το ‘Να ένα μήλο’ ήταν από τα αγαπημένα μου, μας έδινε βήμα για να μιλήσουμε, όταν δεν είχαμε την ευκαιρία από αλλού.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Παρ’ ότι δεν θα είμαι πρωτότυπη, θα πω τον Καμύ. Δεν τον είχα διαβάσει για πολλά χρόνια και αφορμή στάθηκε το βιβλίο του Δημήτρη Στεφανάκη ‘Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι’. Έκτοτε διάβασα πολύ Καμύ και μπορώ να πω με σιγουριά πως τον θεωρώ τον μεγαλύτερο συγγραφέα όλων των εποχών. Νομίζω πως για αυτόν θα ήθελα να κάνω κάποια μονογραφία, παρ’ ότι οι γνώσεις μου τη συγκεκριμένη στιγμή θα ήταν ελλιπείς και η επάρκεια στη γαλλική γλώσσα σκανδαλωδώς ανύπαρκτη.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ κινηματογράφο και θέατρο. Κινηματογράφο δεν πηγαίνω συχνά, κυρίως για ταινίες του Tim Burton. Μου αρέσει η σύνδεση του παραμυθιού που δίνει με την πραγματικότητα και το υπερφυσικό με το απλό.

Όσο αφορά στο θέατρο πηγαίνω αρκετά συχνά, αλλά κι εκεί παρατηρώ καλλιτεχνικά μια γενική αμηχανία. Με συγκινεί πολύ ο Δήμος Αβδελιώδης και ο τελετουργικός τρόπος που αντιμετωπίζει το λόγο και τη θεατρική παράσταση.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Δυσκολεύομαι να κατανοήσω την ποίηση, πόσο μάλλον να τη γράψω…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τελείωσα την ‘Ασφυκτική Προστασία’ του Χάινριχ Μπελλ, από τις εκδόσεις Πόλις. Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για την τρομοκρατία στη Γερμανία του ’70 και την ‘ασφυκτική προστασία’ υψηλά ιστάμενων προσώπων και των οικογενειών τους. Με έναν περίεργο, ανάστροφο και αρκετά περίπλοκο τρόπο μιλάει και για το σήμερα. Για την δαιμονοποίηση της αριστεράς, τον φόβο των ΜΜΕ για κάθε τι ‘έξω από το σύστημα’.

Τι γράφετε τώρα; 

Αν σας πω, μετά θα πρέπει να σκοτώσω.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Η διαδικτύωση –το fb στη δική μου περίπτωση, καθώς δεν γράφω σε blog ή κάποιο site- έχει τα καλά του και τα κακά του. Έχει το καλό του να μπορεί να μεταφέρει μια είδηση, ένα γεγονός, να ‘επικοινωνήσει’ το οτιδήποτε σε πολύ κόσμο, σε πολύ λίγο χρόνο. Με τον τρόπο αυτό μπορεί κανείς να γράψει τις σκέψεις του, να πληροφορήσει για κάποια παράσταση, για ένα βιβλίο, να βρει παλιούς φίλους, να κάνει καινούργιους.

Από την άλλη –και το είδαμε τώρα πρόσφατα με τον Γέροντα Παστίτσιο- η επίφαση ανωνυμίας που προσφέρει πολλές φορές οδηγεί σε εκφράσεις που κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα γίνονταν. Η ευκολία με την οποία το διαδικτυακό μέσο ‘περνάει’ ως αληθές το κάθε του μήνυμα, θυμίζει λίγο την τηλεόραση στις δεκαετίες 70-80, όπου αν το έλεγαν στις ειδήσεις ήταν σίγουρα αλήθεια. Θέλουμε ακόμα εκπαίδευση κατά κύριο λόγο στον τομέα της ελευθερίας της έκφρασης. Μετά βλέπουμε…

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Λόγω δουλειάς διάβαζα πολλές παρουσιάσεις και κριτικές. Έντυπες και ηλεκτρονικές. Τον τελευταίο καιρό έχω απομακρυνθεί.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Αν προσπαθήσω να διαβάσω οτιδήποτε στα μέσα μεταφοράς με πιάνει ναυτία. Ως αποτέλεσμα πρέπει να παίρνω δραμαμίνη με συνέπεια να με πιάνει υπνηλία. Είναι φαύλος κύκλος…

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ευτυχώς που αναπτύσσονται τα audio books!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Θα έλεγα πως σε γενικές γραμμές με έχετε καλύψει πλήρως.

Στις εικόνες: Albert Camus, Alfred Doeblin, Gunter Grass, Heinrich Boell, Jonathan Coe.

05
Οκτ.
12

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 52 (Ιούνιος 2012)

Ελληνικό Μπονζάι. 50 Μικρά Διηγήματα Ελλήνων Συγγραφέων. [Δεύτερο Μέρος (2/2)]

Κοιτώντας τον τέτοιες στιγμές μού φαίνεται πως η γειτονιά μας κάτι παίρνει από την παρουσία του. Τα σπίτια σαν να ψηλώνουν λιγάκι κι οι δρόμοι σαν να πλαταίνουν. Ίσως ολόκληρη η πόλη. Δύσκολο μου φαίνεται να βρίσκεται τέτοιες στιγμές, στην ίδια γειτονιά. Πιο ταιριαστό θα ήταν να βρίσκεται κάπου αλλού. Κάπου με σπίτια μέσα σε κήπους γεμάτους λουλούδια και δέντρα. Σπίτια μεγάλα με σιδερένιες καγκελωτές αυλόθυρες, με φανάρια πάνω στις πέτρινες κολόνες τους.[…] Αφού τα φαντάζεται κανείς, μπορεί να υπάρχουν όλα αυτά. Κι ίσως ο κυριακάτικος γείτονας να το ’ χει στο νου του να φτάσει μέσα στη μέρα σ’ έναν τέτοιο τόπο…

… γράφει ο Γιώργος Αράγης [«Ο γείτονας», σ. 902] μεταφέροντας τις σκέψεις ενός ανθρώπου που παρατηρεί από το παράθυρο του γραφείου του τον γείτονά του απέναντι διώροφου σπιτιού μπροστά σε μικρή ρομβοειδή πλατεία και βρισκόμαστε στο δεύτερο και τελευταίο μέρος της αφιερωματικής συλλογής μικρών ελληνικών διηγημάτων (παρουσίαση του πρώτου μέρους στο προηγούμενο τεύχος του περιοδικού εδώ). Οι Γιάννης Πατίλης, Ηρώ Νικοπούλου και Βασίλης Μανουσάκης επιμελούνται και αυτό το τεύχος, η Ηρώ Νικοπούλου φιλοτεχνεί και το υπέροχο έργο του εξώφυλλου. Και βέβαια και ετούτα τα μικρά κομψοτεχνήματα θα προστεθούν την αχανή αποθήκη των ελληνικών αλλά και ξένων μικροδιηγημάτων παντός καιρού και εποχής που εδώ και καιρό συγκεντρώνονται και τακτοποιούνται στην οικεία διαδικτυακή σελίδα.

Σε πολλές περιπτώσεις αρκεί μια ενδιαφέρουσα ιδέα αποτελεί τη ψίχα ταχυτάτων πλην ευφάνταστων ιστοριών. Οι «Ξέφρενοι ιοί» του Δημοσθένη Αγραφιώτη λευκαίνουν τις σελίδες των βιβλίων και στις ποικίλες αντιδράσεις· Πολλοί χαίρονται γιατί νιώθουν σαν τον Μαλλαρμέ μπροστά στην λευκή σελίδα. Άλλοι κλαίνε για την απώλεια της μνήμης. Μερικοί χαίρονται γιατί η ανθρωπότητα θ’ αρχίσει πάλι από την αρχή. Η Νατάσα Κεσμέτη μας οδηγεί σ’ έναν [μη] αξιομνημόνευτο δρόμο προς τιμή Αγνώστων Μαρτύρων και πάντα γεμάτο Σούλες, η Μάρτυ Λάμπρου στην τραγική εξομολόγηση μιας …κούκλας, η Παναγιώτα Παπαθανασίου σε μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή ενός καθιερωμένου μαλώματος (που αυτή τη φορά το ασκούν τα παιδιά πάνω στους γονείς τους), ο Δημήτρης Πετσετίδης σε κωμικοτραγική ιστορία διαδικτύου, ο Βασίλης Τσιαμπούσης σε μια ακόμα σκληρή όψη του σαρκοβόρου χρόνου.

Οι ΖΔ. Αϊναλής, Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Βασίλης Γκουρογιάννης, Χρίστος Δάλκος, Γεράσιμος Δεδρινός, Σωτήρης Δημητρίου, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Ιωάννα Καρατζαφέρη, Κατερίνα Κοντοπούλου, Χλόη Κουτσουμπέλη, Δ.Γ. Μαγριπλής, Βασίλης Μανουσάκης, Έλενα Μαρούτσου, Μιχαήλ Μήτρας, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Ελένη Μπουραντάνη, Ηρώ Νικοπούλου, Ιωάννα Ντούμπρου, Μάκης Πανώριος, Γιάννης Παπαγιάννης, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Κατερίνα Παπαντωνίου, Λάκης Παπαστάθης, Βασίλης Ρούβαλης, Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Άννα Σιγανού, Τάκης Σιδέρης, Αγγελική Σιδηρά, Χριστίνα Συμβουλίδου, Κλαίτη Σωτηριάδου, Αρίστη Τριανταφυλλίδου Τρεντέλ, Γιάννης Τσίγκρας, Μαρία Τσολακούδη, Στρατής Χαβιαράς, Γιάννης Χαιρετάκης, Κατερίνα Χαραλαμποπούλου, Παυλίνα Χατζηγεωργίου, Γιώργος Χουλιάρας, Δήμητρα Ι. Χριστοδούλου και Χάρης Ψαρράς συμπληρώνουν την σχετική συλλογή.

Το Πλανόδιον βέβαια δεν διαθέτει μόνο τις πενήντα μικρές κουκέτες για τους ακαριαίους συγγραφείς του αλλά και ειδικά δωμάτια σε μπροστινούς και πίσω χώρους: στην Ποίηση οι Αντώνης Ζέρβας, Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, Κλαίτη Σωτηριάδου, Κώστας Ριζάκης, Δημήτρης Αλεξίου, στην οι Ευάγγελος Τζάνος και Φοίβος Πιομπίνος, στις Αναφορές και τα Δοκίμια οι Χάρης Βρόντος, Λευτέρης Παπαλεοντίου, Γιώργος Αράγης, Γιώργος Βαρθαλίτης, Φώτης Τερζάκης, στους Μονόλογους ο Αντώνης Ζέρβας, στις Εκθέσεις Ιδεών ο Άγγελος Καλογερόπουλος, στα Δυσπώλητα ο Κώστας Κουτσουρέλης, στο Αντιληξιαρχείο ο Γιώργος Ζεβέλάκης (για τον Μιχάλη Κατσαρό ως κριτικό της λογοτεχνίας), Επιστολογραφείο κ.ά.

«Δεν πρόκειται γι’ ανταγωνισμό αντιπαλότητα ή ανταρσία» συλλογιέται «και καμμιάς πλευράς η μάχη δεν είναι χαμένη ή κερδισμένη· ίσως αυτό που μπορεί να δικαιώσει τη ζωή είναι να ολοκληρώσομε ολιγαρκείς αλλά πλούσιοι τον βιολογικό μας κύκλο ξεδιψώντας τον εαυτό μας και τον συνταξιδιώτη μας όπως η βροχή το χώμα· ύστερα να παραμερίσομε κόσμια ή ανεπίληπτα και ειρηνικά για να πάρει σειρά άλλος»…γράφει και ο Παναγιώτης Κουσαθανάς («Η σινιόρα Διοτίμα», σ. 928) πάνω στις σκέψεις του Αναστάση που, ξένος απόψε στο ξενοδοχείο μετά τόσων χρόνων απουσία από το νησί, αναρωτιέται προτού πλαγιάσει «πόσων συμπτώσεων κατάληξη είναι η βροχή, πόσων συμπτώσεων κατάληξη είναι η ζωή». [σελ. 851 – 1136]

04
Οκτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 122

Στήβεν Βιζίνσεϋ, Εγκώμιον ωρίμων γυναικών. Οι ερωτικές αναμνήσεις του Άντρας Βάιντα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2003, μτφ. Άννυ Σπυράκου – Κώστας Πόταγας, σ. 214 – 215 [Steven Vizinczey, In Praise of Older Women. The amourous recollections of Andras Vajda, 1965]

Σ’ αυτό μοιάζω με τους περισσότερους σκεπτικιστές συγχρόνους μου: από τη στιγμή που πάψαμε να τα βάζουμε με τον εαυτό μας για την αδυναμία μας να προσαρμοζόμαστε σε απόλυτες ηθικές επιταγές, αυτοτιμωρούμαστε με τη ράβδο της ψυχολογικής ανάλυσης. Όταν πρόκειται για έρωτα απορρίπτουμε τη διάκριση μεταξύ ηθικού και ανήθικου υπέρ της διάκρισης μεταξύ «αληθινών» και «επιφανειακών» συνθημάτων. Έχουμε υπερβολική κατανόηση ώστε να καταδικάσουμε τις πράξεις μας· στη θέση τους, καταδικάζουμε τις προθέσεις μας. […]

Απορρίψαμε τη θρησκευτική ηθική επειδή έβαζε τον άνθρωπο σε διαμάχη με τα ένστικτά του και τον ισοπέδωνε κάτω από το βάρος της ενοχής για αμαρτίες που δεν ήταν παρά οι μηχανισμοί των νόμων της φύσης. Δεν έχουμε ωστόσο πάψει να εξιλεωνόμαστε για τη Δημιουργία: προτιμάμε να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας αποτυχημένους παρά να προδώσουμε την πίστη μας στο εφικτό της τελειότητας. Κρεμόμαστε από την ελπίδα του αιώνιου έρωτα αρνούμενοι ακόμα και την πρόσκαιρη ισχύ του […] να δεχτούμε πολύ απλά ότι ο έρωτας είναι μια εφήμερη αίσθηση, για λόγους που διαφεύγουν από τον έλεγχό μας και απ΄ την προσωπικότητά μας. Ποιος όμως καθησυχάζει με τις ίδιες του τις εκλογικεύσεις; […] Προδίδουμε ακόμα και τη ζωή.

02
Οκτ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 103. Βασίλειος Δρόλιας

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Η ‘Τυχαία Είσοδος’ είναι ένα βιβλίο για το τυχαίο και τις θεωρίες συνωμοσίας, το ‘Βιογραφικό Σημείωμα‘ μια νουβέλα για την Ελλάδα της κρίσης των τελευταίων 30 χρόνων, το ‘Είμαστε Επτά‘ και η ‘Εύα’ είναι δυο διηγήματα  για το γράψιμο και την ιστορία. Το επόμενο βιβλίο μου (με τίτλο ‘Nyos’) είναι ένα βιβλίο για το δίπολο τέχνη/επιστήμη. Το υπόλοιπα σαν μπει κανείς στο εσωτερικό.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο προσφιλέστερος τρόπος σχετίζεται μάλλον με το να έχω άπειρο χρόνο και να έχω κάνει σωστά και χωρίς κενά την έρευνά μου πριν ξεκινήσω να γράφω. Επειδή όμως αυτά δεν υπάρχουν στον πραγματικό κόσμο, περιορίζομαι στο να έχω αρκετή ελευθερία από την εργασία μου και τις οικογενειακές υποχρεώσεις ώστε να μπορέσω να γράψω. Όσο για τις ιδέες κάποιες φορές αισθάνομαι να είμαι εγώ αυτός που είναι παγιδευμένος απ’ αυτές και όχι το αντίθετο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Δεν μπορώ να πω ότι έχω συγκεκριμένη ρουτίνα γραψίματος. Άλλωστε είμαι αναγκασμένος λόγω φόρτου εργασίας να γράφω όποτε η υπόλοιπη ζωή μου δίνει την ελευθερία να το κάνω, και έτσι το να ασχοληθώ με μια ‘τελετουργία’ θα ήταν μάλλον πολυτέλεια.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν διαβάζω και σχεδόν ποτέ μουσική όταν γράφω. Δεν είμαι παθητικός ακροατής μουσικής, δεν μ αρέσει η ιδέα να χάνεται μια αρμονία στο υπόβαθρο την στιγμή που κάνεις κάτι άλλο. Και η μουσική θέλει την συγκέντρωσή της. Γενικά είμαι φαν του Progressive Rock της Jazz και των Delta Blues, ακούω πολύ Zappa και Warren Zevon, αλλά πολλές φορές χρειάζομαι  κλασική μουσική για να ηρεμήσω (κι αυτό σημαίνει κυρίως Bach, Schubert, Stravinsky, Schoenberg, Stockhausen). Συχαίνομαι την Όπερα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Συγκεντρώνομαι πολύ εύκολα και έτσι είναι απλό για μένα να γράψω – ή να δουλέψω – στα πιο περίεργα σημεία. Το πιο περίεργο σημείο που έχω γράψει; Μάλλον μέσα σε έναν παιδότοπο κατά την διάρκεια παιδικού πάρτι…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα επέλεγα τον Νεύτωνα που τον θεωρώ απίστευτη προσωπικότητα και μεγαλοφυΐα. Δυστυχώς με έχει προλάβει ο Richard Westfall που έχει γράψει μια καταπληκτική βιογραφία, η οποία χρειάστηκε κάπου 20 χρόνια να ερευνηθεί και να γραφτεί. Στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι καταπληκτικό πως το θέμα της βιογραφίας κυρίευσε την ζωή του βιογράφου. Συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις βέβαια (η A.S. Byatt έχει γράψει γι’ αυτό στο Biographer’s Tale) αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι μάλλον εντυπωσιακός ο τρόπος που συνέβη.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο αγαπημένος μου συγγραφέας είναι ο Thomas Pynchon. Όταν πρωτοδιάβασα το Gravity’s Rainbow το 1993 πρακτικά ξανα-ανακάλυψα το μυθιστόρημα. Όλα τα βιβλία που διαβάζω από τότε ορίζονται και μετρούνται σε σχέση μ’ αυτό το βιβλίο. Κατά τα άλλα όμως θεωρώ τον εαυτό μου πολύ κλασικό κι έτσι στους αγαπημένους μου συγγραφείς έχω την George Eliot, τον Henry James, τον Dostoyevski, αλλά και  τον Joyce, John dos Passos, τον Anthony Burgess, τον William Gaddis, τον Fowles και από τους πιο σύγχρονους τον Wallace (o οποίος δύσκολα συγκρίνεται με άλλους της γενιάς του).

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πέρα από Gravity’s Rainbow και όλα τα Πυντσονικά η λίστα είναι μακριά μάλλον: The Turn of the Screw, το Ulysses, το Middlemarch, το Zen and Art of Motorcycle Maintenance (μετα-εφηβικό κόλημμα), το Rings of Saturn, το Tropic of Cancer, το Godel Escher Bach, οι επιστολές του Σενέκα, τα Feynman Lectures on Physics κλπ κλπ κλπ κλπ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ομολογώ πως δεν την γνωρίζω τόσο καλά την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Εντύπωση όμως μου έκαναν τρία βιβλία των τελευταίων 2-3 χρόνων που μάλλον ξεχωρίζω: το ‘Μεσα σ’ ένα κορίτσι σαν και σένα’ της Άντζελας Δημητρακάκη, το ‘Σναφ’ της Ελένης Γιαννακάκη και τον ‘Φακό στο Στόμα’ του Χρήστου Χρυσόπουλου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ρότζερ Μέξικο απ’ το Gravity’s Rainbow. O επιστήμονας που προσπαθεί να εκλογικεύσει την υπόλοιπη ανθρώπινη ζωή και τις ανθρώπινες σχέση με βάση αυστηρούς επιστημονικούς κανόνες – και δυστυχώς αποτυχαίνει. Του έχω ‘αφιερώσει’ το επόμενο βιβλίο μου.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Όταν ζούσα στο Λονδίνο διάβαζα συνεχώς μες στον υπόγειο. Ένα βράδυ κάθησα απέναντι σε έναν νεαρό που ήταν εντελώς high (τον οποίο απ’ ό,τι κατάλαβα μετά τον απέφευγε όλο το βαγόνι, είχε φτιαχτεί μια περίεργη φούσκα κενού γύρω του). Διάβαζα το Thus Sprach Zarathustra του Nietzsche και σε κάποια φάση, αφού πείραζε διάφορους που μπαινόβγαιναν στο τρένο με ρώτησε τι διαβάζω. Του έδειξα το βιβλίο και μου το ζήτησε να το δει. Ξεκίνησε να το διαβάζει – πολύ συγκεντρωμένος μάλιστα. Σε δυο στάσεις μου το επέστρεψε γιατί θα κατέβαινε αλλά του είπα να το κρατήσει. Με ευχαρίστησε και με χαιρέτησε με χειραψία και κατέβηκε ξεφυλλίζοντας το βιβλίο. Ελπίζω να το διάβασε.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω διδακτορικό στην αστροφυσική και αν και η θεματολογία των σπουδών μου δεν έχει άμεση επιρροή η επιστημονική μέθοδος και η ‘ψυχοσύνθεση του επιστήμονα’ (ό,τι κι αν αυτό σημαίνει) είναι οργανικό τμήμα σχεδόν όλων των κειμένων που γράφω.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι σύμβουλος διαδικτυακών επιχειρήσεων.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τέλειωσα το εκπληκτικό ‘A Naked Singularity’ του Sergio De La Pava και ξεκίνησα να διαβάζω Being and Time του Heidegger (ύστερα από αρκετή πάλη ώστε να αγνοήσω/αποδεκτώ το ναζιστικό παρελθόν του) και την βιογραφία του Wallace. Δεν γράφω κάτι αυτή τη στιγμή αλλά κάνω έρευνα. Η έρευνα άλλωστε είναι το πιο χρονοβόρο κομμάτι στην δικιά μου περίπτωση.

Τι περιλαμβάνει το ιστολόγιό σας; Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι; 

Το ιστολόγιο Ficciones περιλαμβάνει σκέψεις μου σχετικά με βιβλία, συγγραφείς ή γενικά θέματα που αφορούν στο χώρο του βιβλίου. Τονίζω πάντα πως δεν πρόκειται για κριτικές, αλλά μονάχα για σκέψεις. Αφήνω την δουλειά του κριτικού στους επαγγελματίες. Οι εμπειρίες μου είναι οι χειρότερες αλλά όπως και το καθαυτό γράψιμο είναι μάλλον κι αυτό μια ψυχαναγκαστική δραστηριότητα…

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν θα έλεγα ναι, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν ο νυν Βασίλειος Δρόλιας αλλά κάποιος άλλος. Αν θα έλεγα όχι θα έχανα την αιώνια ζωή. Ψευτοδίλημμα δηλαδή και ανυπαρξία το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Η απάντηση είναι 42.

Φωτογραφίες του συγγραφέα: Παναγιώτης Γαβριήλογλου.

Στις εικόνες: William Gaddis (αυτοπορτρέτο), James Joyce, Anthony Burgess, David Foster Wallace.

01
Οκτ.
12

Δανιήλ Χαρμς – Γαλάζιο τετράδιο

Ρωσική πρωτοπορία, σοβιετική εξαχρείωση

1.

Χαρμς (Γιουβατσόφ) Δανιήλ Ιβάνοβιτς, γεννηθείς το 1905, γιος αυλικού συμβούλου, μητέρα ευγενούς καταγωγής, Λογοτέχνης. Καμία δημόσια θέση. Ανένταχτος κομματικά.

Δουλειά μου είναι η λογοτεχνία. Δεν έχω πολιτικό προσανατολισμό και το ζήτημα που με απασχολεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο είναι: η λογοτεχνία. Δηλώνω ότι στον τομέα της λογοτεχνία δεν είμαι σύμφωνος με τη σοβιετική πολιτική και επιθυμώ, ως αντιστάθμισμα των μέτρων που ισχύουν σήμερα, την ελευθερία του λόγου τόσο για την προσωπική μου δημιουργία, όσο και για εκείνη των λογοτεχνών με τους οποίους συνδέομαι πνευματικά και ανήκουμε στην ίδια λογοτεχνική ομάδα. [Πρακτικά ανακρίσεων, 11.12.1931, γραμμένο ιδιοχείρως από τον Δ. Χαρμς] [σ. 410-411].

Ποιος είναι αυτός ο λογοτέχνης που τολμάει και υπεραμύνεται απροκάλυπτα της προσωπικής του δημιουργίας απέναντι στο σοβιετικό συνθλιπτήριο λογοτεχνών; Ποιος είναι ο αυτουργός των δεκάδων σπαρταριστών, άλογων και παιγνιωδών κειμένων που ξεχειλίζουν από μαύρο κατράμι χιούμορ και κατάμαυρο παράλογο, πολύχρωμο σουρεαλισμό, υπόγειο γκογκολισμό κι έναν βαθύτατο τρόμο για τα σκότη της νέας σοβιετικότητας; Ποια είναι αυτή η τραγική φιγούρα που επέμενε πεισματικά στα γραπτά του να χρησιμοποιεί τις προεπαναστατικές ονομασίες των δρόμων του Λένινγκραντ (που το ονόμαζε πάντα Πετρούπολη), που γέμιζε τις λέξεις του με εσκεμμένα λάθη και ανορθογραφίες, ως ένα είδος σκανδαλιάς (ακόμα και στην κατάθεσή του σε κάποια ανάκριση έγραψε 1921 αντί για 1931), που μοιραζόταν με τον Μαγιακόφσκι και τον Κάφκα την ίδια αποστροφή για τα παιδιά αλλά ζούσε γράφοντας έργα γι’ αυτά;

Μ’ ενδιαφέρουν μόνο οι «ανοησίες»: μόνο ό,τι δεν έχει καμιά πρακτική σημασία. Μ’ ενδιαφέρει η ζωή μόνο στις παράλογες εκφάνσεις της. [σ. 335]

Ποια είναι αυτή η δημιουργικότατη προσωπικότητα που έγραφε ακατάπαυστα, εξέδιδε περιοδικά ακόμα και σε ένα και μοναδικό αντίτυπο, που κυκλοφορούσαν μόνο «μέσα στο διαμέρισμα του Δ.Ι. Χαρμς [όπως το Τάπιρ (Τάπιρος)], που έφτιαχνε ομάδες ανήσυχων δημιουργών, που δεν πήγαινε ποτέ σε κηδείες («Δεν αποχαιρετώ ποτέ κανέναν»), που συχνά περιγελούνταν όχι μόνο από τα παιδιά στο δρόμο (από εδώ πιθανώς ξεκινάει η προς αυτά αντιπάθειά του), αλλά και από ανθρώπους της διανόησης, ακόμα και συναδέλφους του συγγραφείς, που θαύμαζε τους «φυσικούς στοχαστές», όπως ονόμαζε ορισμένους περιθωριακούς, ενδεχομένως και άστεγους ανθρώπους, τους οποίους συναναστρεφόταν επειδή θαύμαζε τον αντισυμβατικό, ελεύθερο τρόπο σκέψης τους;

2.

Αυτή τη στιγμή αρχίζω ν’ αντιλαμβάνομαι τη γελοιότητα της θέσης στην οποία βρίσκομαι. Γιατί είμαι γονατισμένος μπροστά σε μια γριά; Και γιατί η γριά αυτή είναι στο δωμάτιό μου και κάθεται στην αγαπημένη μου πολυθρόνα; Γιατί δεν την πέταξα έξω; […] Με κυριεύει ένα φοβερό αίσθημα αγανάκτησης. Γιατί πέθανε στο δωμάτιό μου; Δεν τους αντέχω καθόλου τους νεκρούς. Άντε τώρα κουβάλα το ψοφίμι και τρέχα στο θυρωρό και στον επιστάτη να εξηγήσεις πώς βρέθηκε η γριά στο σπίτι σου. […] Απαίσιο θέμα, λέω, αλλά δεν μπορώ να σκεπάσω τη γριά με εφημερίδες – κάτω από μια εφημερίδα τα πάντα μπορούν να συμβούν. [σ. 225, 227]

…μονολογεί ο αφηγητής του σπαρταριστά εφιαλτικού αφηγήματος «Η γριά», στο μόνο κάπως εκτενέστερο κείμενό του ανάμεσα σε πλήθος άλλων μικρότερων, και πράγματι συμπάσχουμε με τον ταλαίπωρο ένοικο του μικρού δωματίου που υφίσταται το αναπάντεχο πρόβλημα και ταυτόχρονα αγωνιά μην τον ακούσουν οι ένοικοι του διαδρόμου, πηγαίνει στο μπακάλικο για να ξεχαστεί αλλά γνωρίζει μια κοπελίτσα που τον πολιορκεί, την αποφεύγει κρυβόμενος στο σπίτι ενός φίλου όπου τρώνε και πίνουν, επιστρέφει, σηκώνεται πεινασμένος και πηγαίνει διαρκώς στο ντουλαπάκι με τις προμήθειες χωρίς να βρίσκει τίποτα παρά μόνο ένα κύβο ζάχαρης (αλλά συνεχίζει να το κάνει με την ελπίδα πως θα βρει κάτι παραπάνω) και ονειρεύεται να ξεπαστρέψει τα φασαριόζικα παιδιά που παίζουν έξω απ’ το παράθυρό του.

3.

Αλλά ο άνθρωπος με τον βρόμικο γιακά στεκόταν έξω απ’ το παράθυρο και κοίταζε στο δωμάτιο κι άνοιξε μάλιστα το παράθυρο και μπήκε [«Το πράγμα», σ. 12]

Ο Καλίντοφ έστεκε στις μύτες των ποδιών και με κοίταζε κατάματα. Ήταν πολύ δυσάρεστο. Γύρισα στο πλάι, αλλά ο Καλίντοφ μ’ ένα σάλτο ξαναβρέθηκε μπρος μου και με κοίταξε κατάματα. [σ. 167]

Στο κείμενο «Η σχέση» ο συγγραφέας περιγράφει μια σειρά χαρακτήρων και τραγικών γεγονότων με χαρακτήρες που στο τέλος βρίσκονται μαζί στο τραμ χωρίς να γνωρίζουν τις τους ενώνει [σ. 371- 373]. Η αίσθηση είναι εκπληκτική: αυτό που σύγχρονες ταινίες τύπου Βαβέλ δημιουργούν ως κάτι απόλυτα μοντέρνο, ο Χαρμς το σκάρωσε σε δισέλιδο κείμενο δεκαετίες πριν! Στα άλλα κείμενα ένας άνθρωπος διαπιστώνει πως όταν έχει πίστη ζυγίζει περισσότερο, σκύλοι που πετάνε και κάθονται σαν κοράκι στην σκεπή του αντικρινού σπιτιού, άνθρωποι πίνουν από το ποτήρι με το μαύρο νερό και φωτίζεται η ψυχή τους, η Αντονίνα Αλεξέγεβνα πίνει ολόγυμνη μαζί με τον σύζυγό της και τον επιστάτη της πολυκατοικίας καθισμένη πάνω στο τραπέζι στο «Αναπάντεχο μεθοκόπι». Εδώ ξεχειλίζει μια άλλου είδους ελευθερία, μια απροκάλυπτα ερωτική απελευθέρωση από τις νέες επαναστατικές καταπιέσεις.

Νομίζει ότι, επειδή είναι νέα κι όμορφη, όλα μπορεί να τα κάνει. Κι είναι τόσο βρομιάρα, που δεν πλένεται ποτέ εκεί που πρέπει. Εμένα, λέει, μ’ αρέσει η γυναίκα να μυρίζει σαν γυναίκα! Εγώ, με το που τη βλέπω, παίρνω το μπουκαλάκι την κολόνια και το κολλάω στη μύτη μου. Μπορεί κάτι τέτοια ν’ αρέσουν στους άντρες, αλλά εμένα, να με συμπαθάτε, να μένει το βύσσινο. Τέτοια ξεδιάντροπη! Τριγυρνάει τσίτσιδη κι ούτε ντροπή ούτε τσίπα. Κι όταν κάθεται, αντί να κλείνει καθωσπρέπει τα πόδια της, τ’ αφήνει όλα στη φόρα. Κι είναι πάντα μούσκεμα εκεί πέρα. Τις προάλλες τρέχανε τα ζουμιά. Της λες: δεν πας να πλυθείς λιγάκι; Κι εκείνη σου λέει; εκεί δεν χρειάζεται και πολύ πλύσιμο. Και παίρνει και σκουπίζεται μ’ ένα μαντίλι. Τι μαντίλι τι χέρι. Το μόνο που κάνει είναι να τα πασαλείβει χειρότερα. Εγώ δεν της δίνω ποτέ το χέρι μου, το χέρι της μυρίζει πάντα ξετσίπωτα. Και τα βυζιά της, κι αυτά ξετσίπωτα είναι. Ναι, είναι αλήθεια ότι είναι όμορφα κι αφράτα, αλλά τόσο μεγάλα που είναι, εμένα μου φαίνονται ξετσίπωτα. Να τι γυναίκα πήγε και βρήκε ο Φομά! Δεν μπορώ να καταλάβω πώς τον τύλιξε! [«Ο Φομά Μπομπρόφ και η γυναίκα του. Κωμωδία σε τρία μέρη», 1933, σ. 49].

4.

Ο Χαρμς συμμετείχε το 1928 στην ίδρυση της περίφημης Ένωσης Πραγματικής Τέχνης (ΟΥΜΠΕΡΙΟΥ)· το θέατρο του παραλόγου της δυο δεκαετίες μετά θα παραλληλιζόταν με εκείνο των Ιονέσκο και Μπέκετ. Η τελευταία της δημόσια εμφάνιση το 1930 σήμανε το τέλος μιας από τις τελευταίες ομάδες (ίσως και της τελευταίας) της ρωσικής πρωτοπορίας. Τώρα άρχιζε η εποχή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και σύντομα οι εφημερίδες θα μιλούσαν για αντιδραστικούς τσιρκολάνους που παραιτούνται από την ζωή, γράφουν «ποίηση των ταξικών εχθρών ασυνάρτητη και αντεπαναστατική». Για τον Χαρμς οι συλλήψεις αρχίζουν το 1925 όταν απαγγέλει δημοσίως ποίημα του Νικολάι Γκουμιλιόφ που είχε συλληφθεί λίγα χρόνια νωρίτερα με την κατηγορία της συμμετοχής σε φιλομοναρχική συνωμοσία και εκτελεστεί. Αφήνεται όμως ελεύθερος καθώς, σύμφωνα με τα λόγια της Αχμάτοβα, «οι καιροί ήταν ακόμη σχετικά χορτοφάγοι».

Να γράφεις ποιήματα που, αν τα πετάξεις στο παράθυρο, θα σπάσει το τζάμι. [τέλη του 1929, σ. 281]

Μισώ τους ανθρώπους που μπορούν να μιλούν περισσότερο από εφτά συνεχόμενα λεπτά. Δεν υπάρχει στον κόσμο ολόκληρο τίποτα πιο βαρετό απ’ το ν’ ακούς κάποιον να σου διηγείται το όνειρό του ή πώς ήταν στον πόλεμο ή πώς πέρασε στις διακοπές. Η πολυλογία είναι η μητέρα της αταλαντοσύνης. [σ. 340]

5.

Σε τι μικρά και ασήμαντα πράγματα μπορεί να βρίσκεται η αληθινή τέχνη!

Ο Γιάκομπ Ντρούσκιν στο κείμενο «Η ομάδα Τσιναρί και ο Δανιήλ Χαρμς» ερευνά τι συνέδεε επί πολλά χρόνια τόσο διαφορετικούς ποιητές, συγγραφείς και φιλοσόφους, μια λογοτεχνική σύμπραξη πέντε ανθρώπων [«Ομάδα Τσιναρί ή Κύκλος των ημιμαθών λογίων»] που δημιουργούσαν και πειραματίζονταν σε ποικίλα χωράφια (ο Χαρμς για παράδειγμα ενδιαφερόταν για την διαρρύθμιση των κτιρίων, των διαμερισμάτων και των δωματίων· στο σημειωματάριό του περιλαμβάνονται τα σχέδια ενός φανταστικού διαμερίσματος),  συμπλήρωναν ο έναν τον άλλον, ήταν ολότελα διαφορετικοί μεταξύ τους αλλά και συγγενείς ως προς τον τρόπο που έβλεπαν τον κόσμο. Ο ποιητής Αλεξάντρ Βεντένσκι, μέλος της ομάδας (που πάντα έγραφε χωρίς γραφείο, με τα χαρτιά πάνω σε ένα βιβλίο στα γόνατά του) είπε πως ο Χαρμς δεν κάνει τέχνη – είναι ο ίδιος τέχνη. Ο Χαρμς έλεγε ότι πάντοτε το σημαντικότερο για εκείνον ήταν όχι η τέχνη αλλά η ζωή: να ζει τη ζωή του σαν να κάνει τέχνη. «Η ζωή σαν έργο τέχνης» για τον ίδιο δεν ήταν ζήτημα αισθητικής τάξης αλλά ζήτημα απόλυτα υπαρξιακό.

«Δεν υπάρχει λόγος να ντρέπομαι», απάντησε ο βάτραχος. «Γιατί να ντρεπόμαστε για το ωραίο μας σώμα, που μας το ΄χει δώσει η φύση, όταν δεν ντρεπόμαστε για τις απαίσιες πράξεις μας, που τις έχουμε κάνει εμείς οι ίδιοι;». [σ. 74]

Αχ! Θα ’γραφα κι άλλα, μα ξαφνικά εξαφανίστηκε το μελανοδοχείο. [«Ο ζωγράφος και το ρολόι», 1938]

Ο Ντρούσκιν δεν άνοιγε το αρχείο του Χαρμς επί δεκαπέντε χρόνια, ελπίζοντας πως εκείνος θα επέστρεψε, πράγμα που δεν έγινε, όπως άλλωστε και με όλους όσους «έφυγαν» παρά τη θέλησή τους. Ο Χαρμς κρατούσε σημειώσεις για τα πάντα, ακόμα και για έξοδα και τρόφιμα – άλλη μια επιβεβαίωση πως η ζωή για εκείνον είχε πάντοτε περισσότερο ενδιαφέρον από την τέχνη, πως «αισθανόταν τη ζωή σαν θαύμα και σαν θαύμα ήθελε να ζήσει τη δική του». Όπως γράφει ο Ντρούσκιν, εκτός από την βιωμένη ως θαύμα ζωή, ο Χαρμς σκάλιζε την κενότητα της μηχανοποιημενης ζωής, την ρίζα του ανθρώπινου κακού και το ίδιο το παράλογο· αλλά εκείνο το απολύτως παράλογο και άλογο των ιστοριών του δεν είναι παρά το παράλογο και το άλογο της ζωής που περιγράφουν. Ιδιαίτερα φοβερά γίνονται κάποια από τα κείμενα που είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο. Αρχίζεις να τα διαβάζεις και σου φαίνονται αστεία. Μα, σιγά σιγά, το γέλιο σαν να παγώνει και, πλησιάζοντας προς το τέλος, αισθάνεσαι φρίκη.

6.

Η σύλληψή του, όπως και των άλλων μελών της ομάδας, για οργάνωση και συμμετοχή σε αντισοβιετική, παράνομη ένωση λογοτεχνών και για επικίνδυνη και αντισοβιετική παιδική λογοτεχνία είναι θέμα χρόνου. Πολλά χειρόγραφά του κατάσχονται «για ιδεολογική ανάλυση» (και εξαφανίζονται). Ο ίδιος καταδικάζεται σε τριετή καταναγκαστική εργασία που μετατρέπεται σε ολιγόμηνο εκτοπισμό στο Κουρσκ (για το οποίο γράφει πως είναι δυσάρεστη πόλη όπου όλοι τον θεωρούν ηλίθιο και του φωνάζουν στο δρόμο). Το 1936 στα γράμματά του προς φίλους του γράφει πως η οικονομική του κατάσταση είναι χειρότερη από ποτέ:  Τον Σεπτέμβριο τον έβγαλα αποκλειστικά πουλώντας τα πράγματά μου, αλλά και πάλι, δυο μέρες τρώμε και μία μένουμε νηστικοί.

Η κατάσταση απόλυτης ανέχειας που βιώνει μαζί με την σύζυγό του συνεχίζεται και τα επόμενα χρόνια. Το οριστικό του τέλος αρχίζει με τον αποκλεισμό από κάθε έκδοση (με αφορμή ένα παιδικό ποίημα για την εξαφάνιση ενός ανθρώπου, που εκλαμβάνεται ως αντικαθεστωτική κρίση) και τις εξορίες και εκτελέσεις φίλων και συνεργατών.  Δεν με πληρώνουν, προφασιζόμενοι τυχαίες καθυστερήσεις. Νιώθω πως κάτι κρυφό συμβαίνει εκεί πέρα, κάτι πολύ κακό. Δεν έχουμε να φάμε. // Έφτασα στο σημείο να φοβάμαι τη ζωή. Ο άνθρωπος δεν κάνει να φοβάται τη ζωή του. [σ. 418].

 Ο ίδιος υποβάλλεται σε ψυχιατρικές εξετάσεις και πιστοποιείται ότι είναι ψυχικά ασθενής και απαλλάσσεται από τον ρωσοφινλανδικό πόλεμο. Το 1941 μεσούντος του πολέμου συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι «διαδίδει συκοφαντικές και ντεφετιστικές διαθέσεις», επιδιώκοντας να προκαλέσει στον πληθυσμό πανικό…», το στρατοδικείο τον απαλλάσσει από τις κατηγορίες λόγω του ακαταλόγιστου και «ως δημόσιο κίνδυνο» τον παραπέμπει για θεραπεία στην ψυχιατρική πτέρυγα της φυλακής όπου το 1942 πεθαίνει, πιθανότατα από ασιτία.

7.

Έχω να σας απευθύνω μια παράκληση: να γράφετε, σας παρακαλώ, όχι γράμματα ούτε άρθρα για τον Χλέμπνικοφ, αλλά δικά σας έργα. Φοβάμαι ότι ζείτε ανάμεσα σε γουρούνια, που μπροστά τους είναι μέχρι και ντροπή να γράφει κανείς. Για τ’ όνομα του Θεού, μη θεωρείτε τον εαυτό σας όμοιο μ’ αυτούς. Αν αρχίζουν να εγκωμιάζουν αυτοί τα έργα σας, θα σημαίνει ότι αποτύχατε τελείως. [σ. 374 / Γράμμα προς τον Νικολάι Ιβάνοβιτς (1940), υποτίθεται ως ψυχοπαθής σε έκλαμψη]

Η έκδοση περιλαμβάνει: Ι. σειρά διάσπαρτων κειμένων, ΙΙ. ολόκληρο το Γαλάζιο τετράδιο, ΙΙΙ. το αφήγημα «Η γριά», IV την καντάτα για τέσσερις φωνές «H διάσωση», V. ημερολόγια – σημειώσεις του συγγραφέα, VI. επιστολές του συγγραφέα. Στο επίμετρο: Α. το προαναφερθέν κείμενο του Γιάκοφ Ντρούσκιν, Β. πλήρες χρονολόγιο, Γ. σημειώσεις τηςμεταφράστριας Δ. βιβλιογραφία. Ε. εικονογραφία. Αρτιότερη έκδοση δεν θα μπορούσε να υπάρχει.

Εκδ. Νεφέλη, 2010, επιλογή – μετάφραση [από τη ρωσική γλώσσα] – χρονολόγιο – σημειώσεις: Ροδούλα Παππά, 525 σελ.

Έτσι συμβαίνει και στη ζωή: βλάκες με περικεφαλαία και θέλουν να μιλάνε κι από πάνω. Αυτό που χρειάζεται σε κάτι τέτοιους είναι μια γερή στη μούρη. [σ. 61]

Σπονδή εδώ.  Χαρμότοπος εδώ.




Οκτώβριος 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Blog Stats

  • 1.043.153 hits

Αρχείο