Αρχείο για Οκτώβριος 2012

31
Οκτ.
12

Εντευκτήριο, τεύχος 97 (Μάιος – Ιούνιος – Ιούλιος 2012)

Ο Ζαν Ζενέ πέθανε το 1986 από καρκίνο, μόνος στο δωμάτιο ενός φτηνού ξενοδοχείου του Παρισιού, ύστερα από μια ζωή εγκατάλειψης, καταδικών, εγκλεισμών σε αναμορφωτήρια και φυλακές, περιπλανήσεων στα λιμάνια και τα καταγώγια. Βίωσε την εγκατάλειψη από τη μητέρα του, που δεν γνώρισε ποτέ, γεγονός που τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή και σημάδεψε και το έργο του· την ίδια την φανταζόταν σαν κλέφτρα, είτε για να δικαιολογήσει τη δική του αδυναμία είτε για να την νιώσει πιο κοντά του. Η Καμίλ Ζενέ είχε διαδοχικά εμπιστευτεί τα δύο αγόρια της στην Υπηρεσία Κοινωνικής Πρόνοιας και από τον Φεβρουάριο 1911 μέχρι και τον Αύγουστο 1913 είχε αποστείλει τέσσερις επιστολές της προς τον διευθυντή της Υπηρεσίας με τις οποίες ζητούσε παρακλητικά να μάθει τα νέα τους. Ο Ζενέ δεν γνώρισε ποτέ τη μητέρα του και πληροφορήθηκε την ύπαρξη αυτών των επιστολών (που ανακαλύφθηκαν πριν από λίγα χρόνια στα κρατικά αρχεία και δημοσιεύονται στο τεύχος) όταν πια ήταν περίπου εξήντα ετών και δήλωσε πως ήταν πια πολύ αργά…

Μια άλλη ιστορία, που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει γράψει ο Ζενέ αφορά ένα πραγματικά μυθιστορηματικό ζεύγος, και πάλι στη Γαλλία της δεκαετίας του ’20. Ο εργάτης Πολ Γκραπ και η εργάτρια Λουίζ Λαντί παντρεύονται το 1911 και ένα χρόνο ο Πολ στρατεύεται, παίρνει μέρος σε μάχες, λιποτακτεί κι επιστρέφει κρυφά στο Παρίσι, όπου για να περάσει απαρατήρητος μεταμφιέζεται ζει ως γυναίκα με τη γυναίκα του, κυκλοφορεί και εργάζεται ως γυναίκα αλλά και συνάπτει ερωτικές σχέσεις με άντρες και με γυναίκες. Το κείμενο εδώ αποτελεί προδημοσίευση από το βιβλίο «Η γκαρσόν και ο δολοφόνος» [υπό έκδοση από τις Εκδόσεις του 21ου].

στο Δάσος της Βουλόνης, όπου τόσο της άρεσε να συχνάζει, ήταν πια «η βασίλισσα των γκαρσόν», ολοένα και πιο άπληστη για νέες γνωριμίες και πρωτάκουστες εμπειρίες. Της άρεσε ιδιαίτερα να πηγαίνει «στις Ακακίες», αλέα που είχε γίνει γνωστή το 19ο αιώνα ως τόπος κοσμικών ραντεβού και που είχε μεταμορφωθεί σταδιακά σε περιοχή πορνείας. […] Τον Απρίλη του 1923, έβαλε μια μικρή αγγελία στο Mon flirt. […] Παρουσιαζόταν ως «ηδονίστρια, βίαιη και διεστραμμένη» και αναζητούσε «κυρίες ή δεσποινίδες» για να μοιραστούν ατέλειωτα χάδια και μελετημένες τρυφερότητες. […] Παρατούσε όλο και πιο συχνά τη δουλειά της για να περάσει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της στο Δάσος της Βουλόνης όπου συναντούσε γυναίκες και άντρες ελεύθερων ηθών….

Εσένα θα σε κηδέψουν οι ήρωές σου, αυτοί που είναι απέθαντοι, μην ανησυχείς, είπε κάποτε ο Αργύρης Χιόνης στην Ζυράννα Ζατέλη για να της καταλαγιάσει το παράπονο ποιος θα μείνει να την κηδέψει έτσι όπως φεύγουν τόσοι, κι η συγγραφέας θυμάται τα μύρια όσα από τον συγγραφέα με αφορμή το πολυσέλιδο αφιέρωμα του τεύχους. Ανέκδοτα κείμενα του ίδιου, αφηγηματικά κείμενα του Δημήτρη Νόλλα, των Γιαν-Χένρικ Σβαν και Μαργαρίτας Μέλμπεργκ, καθώς και μελετήματα του Αλέξη Ζήρα, της Ντάντης Σιδέρη-Σπεκ, του Σταύρου Ζαφειρίου, της Μαρίας Στασινοπούλου και του Σωτήρη Γάκου ολοκληρώνουν την 37σέλιδη σπονδή.

Πεζά του Γιάννη Τσίρμπα, του Δημήτρη Μίγγα, του Γιάννη Παλαβού, της Μαρλένας Πολιτοπούλου, του Δημήτρη Τανούδη, του Κυριάκου Γιαλένιου, ποιήματα της Μαρίας Λαϊνά, της Άννυς Κουτροκόη, της Ντίνας Καραβίτη, της Μαρίας Ταταράκη, του Χρήστου Τσιάμη, του Κώστα Νησιώτη, της Βικτωρίας Καπλάνη, του (Κύπριου) Κυριάκου Ευθυμίου, δοκίμιο της Κικής Δημουλά για ένα πεζογραφικό βιβλίο του ζωγράφου Παναγιώτη Τέτση και κείμενο του Πάνου Θεοδωρίδη για τα διαχρονικά αίτια της ελληνικής κρίσης και ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων με φωτογραφίες του Αχιλλέα Τηλέγραφου και σχέδια της Γεωργίας Τρούλη συμπληρώνουν το τεύχος. Σταχυολογώ από τον πάντα απολαυστικό Θεοδωρίδη:

Αλλά ακόμη και η έννοια της πατρίδας είναι σκοτεινή, επειδή τη χειριζόμαστε για να κρύβουμε τις διαφορές μας, επειδή τις θεωρούμε βλακωδώς αντεθνικές. Η Ελλάδα, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να έχει αποκεντρωθεί εδώ και δεκαετίες. Ο Θεσσαλός, ο Θρακιώτης ή ο νησιώτης έχουν διακριτές διαφορές. Μόνον μετά το 1832 και τον Λόρδο Πάλμερστον, που ξέχασε να ρωτήσει, στη μικρή μας χώρα η διαφορά θεωρείται ένοχη. Το ότι υπάρχουν περιοχές γεμάτες από μουσικές ιδέες και άλλες περιοχές όπου τα τραγούδια ακούγονται μονότονα και λίγα δεν σημαίνει πως οφείλεται στο ότι είχαν τούρκους δυνάστες. [σ. 42]

[176 σελ.]

Στις φωτογραφίες: Ζαν Ζενέ, Αργύρης Χιόνης, Μιτσούκο.

Advertisements
30
Οκτ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 108. Μαρία Αγγελίδου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Oι “Ιστορίες που τις είπε η Θάλασσα”, εκδ. Μεταίχμιο. Άλλα τέσσερα “ιστορικά παραμύθια”, προς το παρόν τα πιο αγαπημένα μου. Οι ιστορίες του Πολέμου είναι ανυπόμονες. Θέλουν να φτάσουν στο τέλος. Είναι γεμάτες φόβο, γεμάτες μαύρη βιασύνη, γεμάτες λαμπερό θρίαμβο. Οι ιστορίες της Αγάπης είναι συναρπαστικές. Δεν θέλουν να φτάσουν στο τέλος. Είναι δυστυχώς γεμάτες τρομερά ψέμματα – και τρομερές αλήθειες. Οι ιστορίες της Πέτρας είναι εύκολες. Δεν φεύγουν. Είναι γεμάτες σκέψη. Οι ιστορίες της Θάλασσας, όμως, είναι οι πιο νόστιμες και οι πιο παιχνιδιάρες απ’ όλες. Θέλουν να ταξιδεύουν, θέλουν να γυρίζουν τον κόσμο, θέλουν να βλέπουν τα παράξενα, θέλουν να σκέφτονται, ν’ αγαπάνε, να μην τελειώνουν ποτέ. Είναι γεμάτες ομορφιά.

Τα επόμενα τέσσερα παραμύθια, τις “Ιστορίες που τις είπε ο Δρόμος”, τώρα αρχίζω να τις σκέφτομαι.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Όλα άρχισαν με τις Μυθολογίες. Πρώτα οι τρεις των εκδ. Πατάκη: Οι άνθρωποι που δεν έβλεπαν όνειρα (Ατλαντίδα), Οι άνθρωποι που έκλεψαν τα γράμματα από τους θεούς (Παλαμήδης), Οι άνθρωποι που δεν εννοούσαν να πεθάνουν (Σίσυφος). Η λογική αυτής της σειράς ήταν ανθρωποκεντρική.

Ακολούθησε μια νέα σειρά “μυθολογικών παραμυθιών”: η τρίτομη σειρά των εκδ. Παπαδόπουλος, Πώς ξεκίνησε ο κόσμος, Από τους θεούς στους ανθρώπους, Από τους ανθρώπους στους ήρωες. Εδώ η λογική αρχίζει να προσγειώνεται σιγά-σιγά στο αυλάκι της Ιστορίας.

Ακολούθησαν οι δύο πρώτοι τόμοι της σειράς “Το Βυζάντιο των Θαυμάτων”: Το Βιβλίο των αυτοκρατόρων και το Βιβλίο των πειρατών, εκδ. Λιβάνη. Εδώ έχουμε μπει πια για τα καλά στη λογική των “ιστορικών παραμυθιών”.

Με το βιβλίο “Μύρτις, οι ζωές της”, εκδ. Παπαδόπουλος, ξεκίνησε η συνεργασία με τον καθηγητή Μανώλη Παπαγρηγοράκη, που έχει έναν δικό του τρόπο να προσεγγίζει την μελέτη και την “αναβίωση” της Ιστορίας.

Η “Οδύσσεια, η Πολυμήχανη Ιστορία”, εκδ. Βιβλιόφωνο, ήταν και είναι αγαπημένο project, ο Οδυσσέας ήταν και είναι λατρεμένος ήρωας. Ο “Ηρακλής, ο Πραγματικός Ήρωας” είναι το βιβλίο που μου έμαθε μέχρι τώρα τα περισσότερα αναπάντεχα πράγματα.

Τέλος η σειρά “Η ιστορία δεν είναι μόνο μάθημα” ξεκίνησε με τις Ιστορίες που τις είπε η Πέτρα, εκδ. Αερόστατο, και συνεχίζεται στις εκδ. Μεταίχμιο, με τις Ιστορίες που τις είπε ο Πόλεμος, τις Ιστορίες που τις είπε η Θάλασσα, και “σύντομα κοντά σας” με τις Ιστορίες που τις είπε ο Δρόμος. Ελπίζω να πω κι άλλες Ιστορίες.

Έχω ακόμα τα Τετράδια της Αυτοβιογραφίας του Ηλία Μακρή (Συμπτώσεις και Ορισμοί), το Δέντρο με τα ψέμματα, την Τρίτη Μάγισσα, την Άσπρη Ποδιά… Τους Αλλοιώτικους… κ.α.

Ποιες επιπλέον ιδιαιτερότητες, απαιτήσεις και δυσκολίες έχει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τις ίδιες απαιτήσεις σε σοβαρότητα, ευθύνη, εργατικότητα, αφοσίωση και ταλέντο, που έχει και η συγγραφή “ενήλικης” λογοτεχνίας. Στο πολλαπλάσιο, όμως.

Δεν πιστεύω καθόλου στον ηλικιακό διαχωρισμό. Αν μια ιστορία θέλει να είναι καλή και όμορφη, πρέπει να είναι καλή και όμορφη για όλες τις ηλικίες. Δεν μου αρέσει η “παιδική” λογοτεχνία, που είναι μόνο για παιδιά. Την αποφεύγω και δεν την διαβάζω. Είμαι άλλωστε σίγουρη οτι τα παιδιά μπορούν να εκτιμήσουν και να αγαπήσουν κάθε καλή και άξια ιστορία, ακόμα κι αν δεν είναι “παιδική”.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω σε διάφορα σημειωματάρια, έχω πλήθος. Γράφω σε τετράδια και σε μπλοκ. Αλλά αυτό είναι το τελευταίο κομμάτι, η τελευταία φάση της δουλειάς. Η πρώτη φάση, που κρατάει πολύ περισσότερο και είναι η ωραιότερη, είναι όταν σκέφτομαι τις ιστορίες. Όταν έχω όλες τις ιδέες ανοιχτές να παίζουν κι εγώ διαλέγω. Ή δεν μπορώ να διαλέξω. Κι αυτό μ’ αρέσει.

Οι ιδέες έρχονται, όταν τρέχω. Και τρέχουν μαζί μου για παρέα. Το συνηθίζουν αυτό οι ιδέες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Κρατάω τις πρώτες σημειώσεις πάντα με το χέρι. Μ’ αρέσουν οι λεπτοί μαρκαδόροι, οι χρωματιστές ξυλομπογιές. Τα καινούργια τετράδια. Αλλά βολεύομαι και με μαύρο απλό μολύβι. Μουσική ακούω μόνο όταν μεταφράζω, όχι όταν γράφω. Πολύ συχνά τζαζ, παλιά τζαζ και πιο καινούργια. Μ’ αρέσει επίσης πολύ και η μουσική από κινηματογραφικές ταινίες. Δεν ξέρω πολλά πράγματα από μουσική. Έχω, όμως, αγαπημένους και φίλους που ξέρουν. Και τους χρωστάω.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Παντού. Σεμνύνομαι πως δεν έχω γράψει δυο βιβλία στο ίδιο σημείο. Ακόμα κι όταν γράφω στο γραφείο μου… Έχω αλλάξει πάμπολλες φορές σπίτι. Και αλλάζω θέση το τραπέζι μου τουλάχιστον μια φορά το δίμηνο.

Ανείχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Ησίοδο. Με κεντρίζει αυτός ο αγρότης που σήκωσε τα μάτια του και έγραψε για τους Θεούς, σαν να τους ήξερε προσωπικά.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Να πω εδώ ότι το έργο της μετάφρασης δεν το βρίσκω κοπιώδες. Το βρίσκω συναρπαστικό. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό, που κάνω αυτή τη δουλειά. Αν ρωτάτε εμένα, είναι η καλύτερη δουλειά του κόσμου.

Έχω μεταφράσει πολλά βιβλία “ενήλικης” και “παιδικής” λογοτεχνίας. Κανένα δεν ήταν ίδιο με κάποιο άλλο. Άρα η κάθε περίπτωση ήταν και είναι διαφορετική, ξεχωριστή. Υπάρχει, ωστόσο, μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται (στα βήματά της, τουλάχιστον).

Πρώτα διαβάζω. Πολύ και πολλά και διάφορα. Διαβάζω όλα τα έργα του συγγραφέα που πρόκειται να μεταφράσω. Διαβάζω και μερικά συγχρόνων του. Διαβάζω ο τι μπορώ από κείμενα που να με βάλουν στο πνεύμα του συγκεκριμένου βιβλίου (αυτό το κομμάτι είναι πολύ ενδιαφέρον, είτε πρόκειται για ιστορικά, είτε για επιστημονικά δοκίμια). Διαβάζω μεταφράσεις του βιβλίου σε άλλες γλώσσες. Διαβάζω ο τι άλλο δικό του έχει μεταφραστεί στα ελληνικά στο παρελθόν.

Μετά τ’ αφήνω για λίγο καιρό. Δεν διαβάζω, αλλά το σκέφτομαι. Αυτή η φάση μ’ αρέσει, γιατί χωρίς βιβλία στα χέρια μου αρχίζω και σκέφτομαι το βιβλίο στα ελληνικά. Σιγά-σιγά.

Μετά μεταφράζω. Εδώ δεν έχω κανόνες ή τελετουργικά. Το μόνο που κρατάω με επιμονή: όταν αρχίζω ένα βιβλίο, μεταφράζω καθημερινά ώσπου να το τελειώσω.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις είναι σαν τις γέννες: δεν θυμάσαι τον πόνο τους μετά. Σαν τα παιδιά, όμως, άλλες τις χαίρεσαι περισσότερο κι άλλες λιγότερο. Αυτή που ακόμα θυμάμαι και χαίρομαι είναι “Οι δεκατρεισήμιση ζωές του Μπλε Αρκούδου”, εκδ. Άγρα. Αυτό το βιβλίο αστράφτει -με πολλούς τρόπους.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Ε, τις “Δεκατρεισήμιση ζωές του Μπλε Αρκούδου”. Του Walter Moers. Εκδόσεις Άγρα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Έχω μεταφράσει πάνω από 600 βιβλία. Ελπίζω να μεταφράσω πολλά ακόμα, για πολύν πολύν καιρό. Το καλύτερο κομμάτι της δουλειάς είναι η ζωντανή σχέση με τη γλώσσα μας. Την ελληνική, θέλω να πω. Μεταφράζω από αρκετές ξένες γλώσσες. Αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ολλανδικά, σουηδικά, νορβηγικά, ισπανικά. Ξέρω και μια γλώσσα προφορική: ελβετογερμανικά. Ξέρω καλά αρχαία και λατινικά. Αλλά το γλέντι όλο είναι για μένα τα ελληνικά που μιλάμε. Δεν παίρνουν καν απομάγευση. Είναι μια διαρκής και για μένα πανίσχυρη μαγεία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μεταφράζω εδώ και πολλά χρόνια απ’ ευθείας στον υπολογιστή. Δεν έχω PC. Χρησιμοποιούσα και χρησιμοποιώ φορητούς, όλο και μικρότερους. Εξακολουθώ να αγαπώ και να μαζεύω χάρτινα λεξικά.

Για τη μουσική τώρα: αν υπάρχει σύνθεση, που να σχετίζεται με κάποιο (έστω και χαλαρό, μακρινό) τρόπο με το βιβλίο που έχω και δουλεύω, τότε φυσικά την ακούω. Αλλά όχι την ώρα που δουλεύω. Την ακούω σε πρώτη φάση, όταν διαβάζω και ετοιμάζομαι για τη μετάφραση. Όταν μεταφράζω ακούω τζαζ. Ή ραδιόφωνο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ευτυχώς πολλοί. Τώρα αναμετριέμαι με την Τούβε Γιάνσον. Με τα Μούμιν της. Κι ετοιμάζομαι ήδη (δηλαδή διαβάζω και σκέφτομαι και ακούω) για τον Μπατσιγκαλούπι.

Υπάρχουν βέβαια βιβλία που θα ήθελα να έχω μεταφράσει, αλλά τα πρόλαβαν άλλοι.

Κάποια από τα βιβλία της Μάργκαρετ Άτγουντ. Το δεύτερο βιβλίο του Walter Moers που κυκλοφόρησε στα ελληνικά. Η Δηλητηριώδης Βίβλος, της Μπάρμπαρα Κινγκσόλβερ, είναι το τελευταίο που θυμάμαι.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Ο συγγραφέας είναι συγγραφέας και ο μεταφραστής μεταφραστής.

Ο μεταφραστής εργάζεται έτσι ώστε τα φώτα να στραφούν ακριβώς στον συγγραφέα.

Ο μεταφραστής “κάνει” Έλληνα έναν ξένο συγγραφέα.

Δυστυχώς μερικές φορές τον “ξεκάνει”.

Η κριτική βέβαια εστιάζει σ’ αυτές τις φορές.

Προτείνω να σκεφτόμαστε πρώτοι εμείς οι μεταφραστές τα παραπάνω. Και να πορευόμαστε ανάλογα. Βρίσκω τρομερά ενδιαφέρουσα την παρατήρηση: ας παρατηρήσουμε ποια θέση αναγνωρίζουν στους μεταφραστές άλλες κοινωνίες και/ή άλλες εποχές. Διότι όλες οι κοινωνίες και όλες οι εποχές έχουν χρησιμοποιήσει και χρησιμοποιούν μεταφραστές.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Νομίζω πως λίγοι πια είναι οι άνθρωποι, που πιστεύουν ότι ένα βιβλίο φτιάχνεται αποκλειστικά από τον συγγραφέα του. Ο συγγραφέας είναι ίσως το πρώτο όνομα στη μαρκίζα. Αλλά σημαντικοί συνεργάτες του είναι πλέον και όλοι όσοι συμμετέχουν στη διαδικασία της “έκδοσης” και της κυκλοφορίας ενός βιβλίου. Στην εποχή μας, που η λογοτεχνία έπαψε να είναι μόνο χάρτινη, υπάρχουν φυσικά κι άλλες κατηγορίες δημιουργών και εργατών της εικόνας και του λόγου, που κρατούν σπουδαίους ρόλους στη γέννηση των βιβλίων. Αυτά όλα σιγά-σιγά αναγνωρίζονται.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Έχω κρατήσει επαφή με όσους εν ζωή συγγραφείς έχει τύχει να μεταφράσω. Τους ήρωες των βιβλίων τους ξέρω όπως ξέρω τους παλιούς μου φίλους – που δυστυχώς δεν τους βλέπω πια. Τους σκέφτομαι, είναι κομμάτια της ζωής μου, παραμένουν για μένα ζωντανοί κι αληθινοί. Αλλά τα βιβλία δεν τα ξαναδιαβάζω ποτέ.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ων ουκ έστιν αριθμός, δόξα τω Θεώ!

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα στη ζωή μου ήταν μια έκδοση της Οδύσσειας για παιδιά, εκδ. Ρούγκα, σε κείμενο Μαρίας Ρούγκα. Στη συνέχεια λάτρεψα μέχρι τρέλλας τον Βερν, τον Μαρκ Τουαίην, την Περλ Μπακ κι αμέτρητους άλλους και άλλες. Μεγαλώνοντας μπήκα μέσα σε συγγραφείς και δεν ξαναβγήκα ποτέ: Μπόρχες, Σεφέρης, Βιρτζίνια Γουλφ, ο Χόφμαν, ο Χάντκε, … και … και… και…

Ντρέπομαι που δεν μπορώ να τους αναφέρω έστω όλους. Αισθάνομαι άσχημα. Είμαι πιστή αναγνώστρια. Αν αγαπήσω, αγαπώ για πάντα. Και διαβάζω τα άπαντα.

Είμαι από τους μεγάλους που διαβάζουν συστηματικά αστυνομικά και ιστορικά μυθιστορήματα. Απ’ αυτούς που περιμένουν πώς και πώς το επόμενο βιβλίο του Ρεβέρτε. Που θα διαβάσουν ό,τι κι αν γράψει ο Μάρκαρης, ο Μακριδάκης, ο Λιάκος, ο Eco, η Γαλανάκη, ο Ζουργός, ο Nadolny, ο Nesbo, η Maria Tatar, …και… και… και…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τομ Σώγερ, Χωκ Φιν, Γκριμμ και Άντερσεν. Πρέπει, όμως, να ομολογήσω ότι ήμουν από τα παιδιά που διάβασαν πολλές φορές και το “Πώς δενότανε τ’ ατσάλι” και τους “Τρεις Σωματοφύλακες” και τον “Μοντεχρήστο” και την “Καλύβα του Μπαρμπά Θωμά”.

Έχω ξετρελαθεί με το Game of Thrones. Περιμένω πώς και πώς τη συνέχεια.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το Αστείο, του Γιάννη Παλαβού. Τον πρωτοδιάβασα φέτος το καλοκαίρι κι ενθουσιάστηκα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Ισμήνη Καπάνταη. Ο Ζουργός. Ο Παλαβός φέτος το καλοκαίρι. Ο Μακριδάκης. Η Γαλανάκη παλιότερα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Τεν Τεν. Ο φοβερός και τρομερός Ντόναλντ Ντακ.

Ο Μικρός Σερίφης και ο Μικρός Ήρωας.

Αυτός ο Νάνος στο Game of Thrones….

Ο Μπλε Αρκούδος.

Ο Ζορό.

Ο κύριος Μπένεντικτ στη σειρά του Στιούαρτ.

Ο Λονγκ Τζων Σίλβερ.

Ο Ροβινσώνας (και στην εκδοχή των Ελβετών Ροβινσώνων).

Η Ερμιόνη του Χάρυ Πότερ.

Η Μις Μαρπλ.

Κι άλλοι πολλοί.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Προδόθηκα ήδη, έτσι; Διαβάζω κόμικς με μανία σταθερή και πειθαρχημένη. Και Κλασσικά Εικονογραφημένα. Διαβάζω φυσικά και ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά. Αλλά τα διαβάζω επειδή κάνω τη δουλειά που κάνω. Ενώ χωρίς τον Αστερίξ, τον Τεν Τεν, τον Τζιμ Άνταμς, το Μίκυ, ειλικρινά δυσκολεύομαι να φανταστώ τη ζωή μου.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Οι σημειώσεις της Φιλοσοφίας και των Βυζαντινών μέσα σε λεωφορεία και τρόλεϋ και ΗΣΑΠ. Επειδή τα διάβαζα για πολύν καιρό. Και όρθια. Και στριμωγμένη.

Διαβάζω πάντα μέσα στα τραίνα και στα αεροπλάνα. Μέσα στην πόλη δεν μπαίνω πια συχνά σε ΜΜΣ.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω τελειώσει το βυζαντινό νεοελληνικό τμήμα της Φιλοσοφικής Αθηνών. Εξακολουθώ να θαυμάζω με πάθος τη γλωσσολογία, τη γραμματική, τη σύνταξη, την ιστορία, τη φιλοσοφία. Εξακολουθώ να λατρεύω το Βυζάντιο και την Αρχαιότητα. Σπούδασα Ιστορία Θρησκειών στη Ζυρίχη. Η Μυθολογία είναι (και μάλλον θα είναι για πάντα) ένας χώρος ζωής για μένα.

Καλή ευκαιρία να πω ότι έχω μάθει πολλά και πολύτιμα πράγματα από πολλούς δασκάλους. Τα χρέη γνώσης τα τιμώ ιδιαίτερα.

Μ’ αρέσει να ξέρω. Μ’ αρέσει να μαθαίνω. Μ’ αρέσει να σκέφτομαι και να αναδιατάσσω αυτά που ξέρω.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζω βιβλία. Γράφω βιβλία. Διδάσκω θεωρία μετάφρασης και παιδικού βιβλίου.

Εδώ κι ένα χρόνο συνεργάζομαι σταθερά με τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Είμαι εδώ μαζί με την Ελένη Σβορώνου η Ομάδα Δημιουργικής Σχέσης με το Παιδικό Βιβλίο, που φέτος στεγάζεται στη KNOT Gallery.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω Εντουάρντο Γκαλεάνο, τους Καθρέφτες.

Τον πέμπτο τόμο του Game of Thrones.

Λιάκο, Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία.

Ben Haggarty-Adam Bfockbank, Mezolith

Νέσμπο, Χιονάνθρωπος.

Το Αστείο, του Γιάννη Παλαβού.

Γράφω τις Ιστορίες που τις είπε ο Δρόμος και τον Ηρακλή.

Μεταφράζω τα Μούμιν της Τούβε Γιάνσον και τον δεύτερο τόμο της σειράς Ρίκο και Όσκαρ, του Andreas Steinhoefel. Ετοιμάζομαι να μεταφράσω το Shipbreakers του Baccigalupi.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Βλέπω αχόρταγα κινηματογράφο και θέατρο. Είναι από τις σταθερές και αδιάπτωτες σχέσεις της ζωής μου. Η ταινία που δεν ξεχνάω ποτέ μα ποτέ είναι Ο Λώρενς της Αραβίας.

Φετεινό θεατρικό: Χάνσελ και Γκρέτελ, στη KNOT Gallery, σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση, ένα είδος θεατρικού αναλόγιου για παιδιά, με σκηνικά κυριολεκτικά εμπνευσμένα, κίνηση αφάνταστη, και ταπεινή αφηγήτρια-μάγισσα κακιά εμένα!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Τρομερά εντυπωσιακές και δυστυχώς περιορισμένες.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μ’ αυτό το αντίτιμο μετά χαράς. Το αντίτιμο που θα με σταματούσε αδιαπραγμάτευτα και χωρίς δεύτερη σκέψη θα ήταν άλλο: αν η αιώνια νιότη ήταν μόνο για μένα και όχι για τους άλλους, όχι για τον υπόλοιπο κόσμο μου.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν φτάνει που μου κάνετε τόσες ερωτήσεις για τη δουλειά μου και για μένα, θα σας γκρινιάξω κι από πάνω;

Στις εικόνες: E.T.A. Hofmann, J.L. Borges, V. Wolf, P. Handke.

29
Οκτ.
12

Εντευκτήριο, τεύχος 96 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2012)

Η ακόρεστη τραγική, όχι περιέργεια, μα επαφή με τη ζωή και με τα μεγάλα προβλήματα του καιρού μας είναι το κέντρο του εσωτερικού μου στρόβιλου. Κ’ επειδή είμαι “ελέφτερος άνθρωπος” μπορώ και διακρίνω πως κ’ οι πιο παράταιρες σήμερα προσπάθειες, από τον μπολσεβικισμό ίσαμε το φασισμό, συνεργάζουνται χωρίς να το ξέρουν και να το θέλουν. Γι’ αφτό ό,τι κι αν γράψω δεν μπορεί ν’ αρέσει σε καμιά παράταξη. Παρακαλώ και τους φασίστες και τους μπολσεβίκους να με διαγράψουν από τα τεφτέρια τους. Είναι ολότελα αντίθετο στη φύση μου ν’ ανήκω σε συμορία ή σε κοπάδι…

έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης προς τον φίλο του, νομικό και λόγιο Νικόλαο Πάτρα σε μία από τις πέντε επιστολές του (1931-1933) που μαζί με τρία ακόμα σχέδια επιστολών δημοσιεύονται για πρώτη φορά εδώ, παρουσιασμένες από τον Χρήστο Καββαδά. Σε άλλο, εφαπτόμενο σύμπαν, το κείμενο της Κατερίνα Κωστίου «Ο κριτικός λόγος μεταξύ πολιτικής και τέχνης» αφορά την περίπτωση του Δ.Ν. Μαρωνίτη, ο κριτικός λόγος του οποίου διακρίνεται από διπλή λειτουργία, ενδεχομένως και σκόπευση: στη φυγόκεντρη εκβολή του συνιστά λόγο πολιτικό, ο οποίος προϋποθέτει κεντρομόλο διαδικασία: την εσωτερική αναμέτρηση με την λογοτεχνία. Άλλωστε ο ίδιος στο εμβληματικό του κείμενο «Υπεροψία και μέθη, ο ποιητής και η ιστορία», γραμμένο στην καρδιά της δικτατορίας και δημοσιευμένο στα Δεκαοχτώ κείμενα (1970), αναφερόταν στην «αμηχανία του έγκλειστου πολιτικού λόγο που προσφεύγει στην ποίηση, για να αποφύγει την ασφυξία».

«Με αφορμή τη μορφή» ο Άκης Παπαντώνης διατρέχει δισέλιδα την αρχιτεκτονική του έργου του Ζωρζ Περέκ, ο θάνατος το οποίου το 1982 ουδόλως θεωρήθηκε επαρκής λόγος για την διαγραφή του από τη λίστα των μελών της OuiLiPo [Εργαστήρι Δυνητικής Λογοτεχνίας], το δε όνομά του δόθηκε στον αστεροειδή 2817. «Ο τρόπος με τον οποίο ο Περέκ συνθέτει μάταιους κόσμους μέσω κυκλοτερών ή αδιέξοδων αφηγήσεων, κόσμους οι οποίοι έχουν ως συνθήκη δημιουργίας τους την αναπόφευκτη καταστροφή τους, οδήγησε τελικά στην επιβίωση αυτών των λογοτεχνικών ουτοπικών, έστω ως αδιέξοδων εξόδων» λέει ο ερευνητής και θυμάται τα λόγια του συγγραφέα για την πολυπόθητη οικείωση: αυτόείναι για μένα το μόνο μέσον για να συμφιλιωθώ με τον κόσμο, να είμαι ευτυχής ή ακόμα απλούστερα να ζήσω.

Στις Σελίδες για τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο οι Χ. Λ. Καράογλου, Νάσος Βαγενάς, Γιώργος Γεωργούσης και Νικήτας Παρίσης γράφουν για τον ποιητή, κριτικό και βιβλιογράφο, και ο ίδιος τιμώμενος προδημοσιεύει σελίδες από ανέκδοτο αυτοβιογραφικό χρονικό, με αναφορές στις σχέσεις του με τον Στρατή Τσίρκα, τον Γ. Π. Σαββίδη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, τον Τίμο Μαλάνο, τον Δ. Ν. Μαρωνίτη και τον Οδυσσέα Ελύτη. Στον πεζογραφικό πεζόδρομο, ο Θανάσης Θ. Νιάρχος μοιράζεται αποσπάσματα από ανέκδοτο ημερολόγιο (με ορισμένες απολαυστικές σκωπτικές καταγραφές), ο Χρήστος Μπήτσικας δυο θεατρικούς μονολόγους και ο Πάμπλο Γκουτιέρεθ ένα συγκινησιακό διήγημα παιδικών ηλικιών και γιγαντομαχιών.

Το τεύχος διανθίζεται με την ποίηση των Γιώργου Βέλτσου, Μιχάλη Γκανά (και άρθρα της Πάολα Μαρία Μινούτσι και Κούλας Αδαλόγλου για το έργο του), Γιάννη Κοντού, Νατάσας Χατζιδάκι, Νάκη Σκορδίλη, Μεχμέτ Αλή Οτσομπανλάρ [Τουρκία], Θοδωρή Ρακόπουλου και Ρέζα Σιρμάζ [Ιράν], ένα ακόμα κείμενο για τον Δ. Ν. Μαρωνίτη από τον Άρη Στυλιανού. Στην Camera Obscura παρουσιάζεται το φωτογραφικό πορτφόλιο της Τζίνας [Τρισεύγενης] Άρχοντα «Λίγο πιο κοντά».

Και η ομορφότερη εικόνα μας παραδίδεται από τον Δημήτρη Νόλλα, στο εκτενές του απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα, ανάμεσα σε «διαστρωματώσεις μιας προσωπικής αφήγησης» [Ταξίδι στην Ελλάδα]:  Πέρασε μπροστά τους ένα φορτηγάκι, όπου ο πραματευτής είχε στοιβάζει πάνω του ό,τι μπορούσε να χρειαστεί κανείς σ’ εκείνη την ερημιά, από κατσαρολικά μέχρι σεντόνια και κάθε είδους υφάσματα, γι’ αυτό και στο κούτελο του παρμπρίζ κάποιος μερακλής είχε καλλιγράψει με λαμπερά μπλε γράμματα ΕΙΔΗ ΠΡΟΙΚΟΣ σχεδιάζοντας και μιαν αφύσικη τελική τελεία, έχοντας πιθανόν να υπογραμμίσει το προσωπικό του στυλ, όπως έδειχνε το υπερβολικό της μέγεθος. Λίγα μπαλόνια ανέμιζαν  δεμένα στο πίσω μέρος της καρότσας. Έβαλαν τα γέλια σαν παιδιά, βλέποντάς τα να υψώνονται ένα μπουκέτο γαλάζια, κόκκινα, κίτρινα και λευκά, που άρχισαν να στροβιλίζονται όπως χαρταετοί στον αέρα, σαν να προσπαθούσαν να μετατρέψουν το φορτηγάκι σε αερόστατο, σαν να μπορούσαν τα προικιά ν αναληφθούν στα ουράνια… [σ. 18]

[176 σελ.]

Παρουσίαση του τεύχους στο ιστολόγιο του Εντευκτηρίου (απ’ όπου και οι φωτογραφίες) εδώ. Στην μεθεπόμενη ανάρτηση, το τρέχον τεύχος του περιοδικού.

28
Οκτ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 107. Ηλίας Παπαμόσχος

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το βιβλίο ανοίγει με την ιστορία μιας γιαγιάς που αποχωρίζεται την μεγάλη της αγάπη, τον τόπο της. Είναι η ίδια γριά που κλείνει τη Λειψή Αριθμητική, η κεντρική ηρωίδα στο Φως αθέριστο. Υπάρχει μια συνέχεια, πάντα υπάρχει μια συνέχεια ή τουλάχιστον εμείς οι άνθρωποι την επιθυμούμε.

Για ποιο λόγο επιλέγετε τη φόρμα του διηγήματος;

Είναι προτίμηση που αναπτύχθηκε μέσα στην ανάγνωση, την πατρίδα κάθε συγγραφέα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Χειρόγραφες σημειώσεις αρχικά. Πέρασμα στον υπολογιστή. Μοντάρισμα, προσθαφαιρέσεις, κυρίως αφαιρέσεις.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Θα κάτσω στο γραφείο όπως και να ’χει, πέντε μ’ έξι ώρες κάθε μέρα Θα διαβάσω ειδήσεις, θ’ ακούσω μουσική, θα διαβάσω λογοτεχνία, θα κρατήσω σημειώσεις. Μουσική ακούω όταν ολοκληρώσω αυτό που γράφω. Λιστ, Μπετόβεν, Μπαχ, Τσαϊκόφσκι, Μάλερ. Παλαιότερα άκουγα κυρίως ροκ. Εξακολουθώ να τρέφω απεριόριστη εκτίμηση στους Βέλβετ Αντεργκράουντ.

Δημοσιεύσατε και σειρά σύντομων πρωτότυπων κειμένων στην νέα Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας. Υπήρχε κάποια κεντρική ιδέα; Πώς ζήσατε τη συγγραφή τους;

Κείμενα ενός ιδιωτικού μπλογκ αποτέλεσαν το έναυσμα. Στη συγγραφή χρειάζεται να βάζεις στόχους κι επίσης είναι καλό, κάποτε, να υπάρχει χρονική πίεση. Μου άρεσε όλο αυτό, ήταν ωραίο όσο διήρκεσε και το καλύτερο είναι πως είχε ανταπόκριση.

Πώς είναι η πνευματική και λογοτεχνική φυσιογνωμία και κίνηση της σύγχρονης Καστοριάς; Σε μικρότερες πόλεις τα κοινά πνευματικά ενδιαφέρονται «συναντιούνται» άμεσα;

Υπάρχει η δίψα των ανθρώπων, όπου κι αν ζουν, η άμεση ανταπόκριση χωρίς πολλά λόγια κι αναλύσεις, φυσικά από εκείνους που δεν το περιμένεις. Πάντοτε υπάρχει ένας κύκλος ανθρώπων που προβληματίζονται, που δημιουργούν, που μοιράζονται.

Διαβάζω πως επιστρέψατε στη γενέτειρα μετά από δοκιμή ζωής στην Αθήνα. Πώς το σκεφτήκατε τότε, πώς εξελίχθηκε, πώς το βλέπετε σήμερα;

Στην Αθήνα δεν γινόταν να παραμείνω, δημιούργησα συνθήκες ασφυξίας εκεί. Ήξερα πως το κοίτασμα βρισκόταν στη γενέτειρα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε δουλειά χωρίς ωράριο γράφεις οπουδήποτε.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Βιζυηνός, Χατζής, Ιωάννου, Παπαδημητρακόπουλος, Τσέχοφ, Τζόυς, Μακάρθυ Παρακολουθώ ανελλιπώς τις δουλειές φίλων συγγραφέων. Δεν θα τους αναφέρω, όσοι με ξέρουν γνωρίζουν  για ποιους μιλώ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Χανς Κάστορπ.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ένα μικρό εισόδημα μου επιτρέπει να αφοσιώνομαι στο γράψιμο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Σεφέρης. Τον αγαπώ ιδιαίτερα, τον θεωρώ δάσκαλό μου, γνώριζε βαθιά τη γλώσσα, σωματικά θα έλεγα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ο Ταρκόφσκι. Είδα πολύ πρόσφατα τις ταινίες του για πρώτη φορά. Η θυσία και η Νοσταλγία  συνθέτουν ένα Πιστεύω για τον καλλιτέχνη,  για κάθε άνθρωπο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διάβασα το Last orders του Γκράχαμ Σουίφτ. Σπουδαίο βιβλίο.

27
Οκτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 125

Χένρυ Μίλλερ – Ένα χαμόγελο στην άκρη της σκάλας, εκδ. Οδυσσέας, [με 13 τετραχρωμίες του Χουάν Μιρό], μτφ. Αγγελική Στραγητοπούλου, [Henry Miller, The smile at the foot of the ladder, 1948], σ. 8 -11.

Βουτηγμένα σε ομόκεντρους κύκλους σκιάς, αποκαλύπτονταν σειρές σειρές πρόσωπα που κάπου κάπου τα σκίαζαν κενά που ο προβολέας έγλειφε με την απληστία μιας γλώσσας, ψάχνοντας για κανένα δόντι που να λείπει. Οι μουσικοί κολυμπώντας στην αχλή και στις ακτίνες μαγνησίου, κολλημένοι στα όργανά τους σε μια κατάσταση παραίσθησης, με τα κορμιά τους να ταλαντεύονται σαν καλάμια στο αβέβαιο παιχνίδι της σκιάς με το φως. Ο ακροβάτης να στροβιλίζεται στον υπόκωφο χτύπο του ντραμ και ο καβαλάρης πάνω στο ασέλωτο άλογο να εμφανίζεται πάντα μέσα σε μια φανφάρα από σάλπιγγες. Όσο για τον Αύγουστο ήταν ποτέ το αδύναμο στρίγγλισμα ενός βιολιού και πότε ο σαρκαστικός ήχος του κλαρινέτου που τον ακολουθούσαν παντού καθώς χοροπηδούσε κάνοντας τα καλαμπούρια του. Όταν όμως έφτανε η ώρα της έκστασης, οι μουσικοί αλλόκοτα εμπνευσμένοι, παρασύρονταν σ’ αυτή την ελικοειδή αποκορύφωση της ευδαιμονίας, όμοιοι με βεγγαλικά καρφωμένα στην πλατεία ενός ξέφρενου πανηγυριού.

26
Οκτ.
12

Νίκος Καχτίτσης – Ο εξώστης

Εδώ και κάποιες μέρες πήρα στα χέρια μου ένα βιβλίο άλλης εποχής, γραφής και αισθητικής, ένα βιβλίο περίτεχνης τυπογραφίας που σε κάθε του κεφάλαιο έχει και το ζωγραφικό του σχέδιο, με την ίδια εκείνη παλιά αίσθηση των βιβλίων που σε προσκαλούσαν μ’ όλους τους τρόπους στον κόσμο τους. Γνώριζα τον ιδιαίτατο συγγραφέα του και την λογοτεχνική σπάνιν του κειμένου, αλλά εισήλθα σαν σε πρώτη φορά στους δυο εφαπτόμενους κόσμους. Και βρέθηκα προσκεκλημένος σε δικά του τοπεία (με έψιλον γιώτα, όπως προτιμούσε να το γράφει) που ακόμα εξαντλούν τις σκέψεις μου, κι ας το διάβασα στην ασφαλή θάλπη της πολυθρόνας μου. Μήπως αντί για προσκεκλημένος θα έπρεπε να γράψω παγιδευμένος; Από τις πρώτες γραμμές σχεδόν οσφράνθηκα την μυρωδιά της τροπικής μούχλας των νοτισμένων σελίδων που βρήκε και μας παρέδωσε ο πρώην ταξινομητής υπογείων «εκδότης» και καθ’ όλη την διάρκεια της τραγικής εξομολόγησης του συγγραφέα τους, Σ.Π., παρέμεινα ακροατής των βασανιστικών του σκέψεων και αυτόπτης αναγνώστης των διαδοχικών του καταβαραθρώσεων.

Αυτός ο άνθρωπος βρέθηκε στην Αφρική αναζητώντας ένα καταφύγιο λήθης, μακριά από τις ανομολόγητες φρικτές του πράξεις  σε μια πολιορκούμενη ευρωπαϊκή πόλη. Αλλοτινός αρχαιοπώλης, πούλησε το σύνολο της περιουσίας του και επεδίωξε να χαθεί στην μαύρη ήπειρο· η επιθυμία του όμως να διαφύγει από τις εφιαλτικές μνήμες παραμένει απραγματοποίητη. Θυμάμαι, προς μεγάλο μου αίσχος, που με κάνει τώρα που τα γράφω αυτά ν’ αναστενάζω από ανείπωτη απελπισία, με τι ικανοποίηση περπάτησα ο αναίσθητος για λίγο ακόμα πάνω στα σάπια φύλλα, που διατηρούσαν ακόμα το χρώμα της σκουριάς, και κατόπι αποσύρθηκε με διάθεση σιγουριάς στη βιβλιοθήκη μου, και, μπροστά στο παραθυράκι, με τα μάτια μου προς τα σκελετωμένα δέντρα, έλεγα από μέσα μου: «Γιατί εγώ δηλαδή είχα λάβει τα μέτρα μου; Ας φρόντιζαν κι οι άλλοι. Πόλεμοι έχουμε», χωρίς να εννοώ συγκεκριμένα το φίλο μου αυτόν – τόση ήταν η αναλγησία μου, για την οποία υποφέρω τώρα, και θα υποφέρω μέχρι που να πληρώσω για καλά…[σ. 64 – 65]

Σα να μην έφτανε η αιχμαλωσία των ενοχών, δυο ανεπιθύμητες παρουσίες επιτείνουν την ψυχορραγούσα του καθημερινότητα. Ο αλλοτινός φίλος του Συνταγματάρχης (που γνωρίζει το ύποπτο παρελθόν του και το χρησιμοποιεί για να τον αναστατώσει αλλά και να τον απειλήσει) και μια άλλη, αδιόρατη κι αποτρόπαιη παρουσία που τού προκαλεί τρομώδεις συναισθήσεις. Ο Σ.Π. κρατά ημερολόγιο και επαναφηγείται τα καθημερινά του βασανίσματα σε μια απελπισμένη προσπάθεια να τα μοιραστεί (με ποιον άραγε;) και να τα κατανοήσει. «Η πράξη της αφήγησης ως απόπειρα ανακοπής της πορείας προς ψυχική κατάρρευση», ψιθυρίζει κάποιος από τις πίσω σελίδες. Διαφυγή δεν υπάρχει ούτε στο ίδιο το δωμάτιο του ξενοδοχείου, όπου καταλύει τον τελευταίο καιρό.

Εκείνη τη στιγμή, όπως τα σκεφτόμουνα αυτά σε μια κατατονική κατάσταση βυθισμένος, με τα μάτια μου προς την κορυφή της κουνουπιέρας, σα να προσευχόμουνα, τράβηξε την προσοχή μου, πίσω από τη βελουδένια εκείνη κουρτίνα που έκρυβε το μπάνιο μου, ο γνωστός σε μένα θόρυβος από μια σταλαγματιά νερού, που άλλες στιγμές ήταν ικανός να μου φέρει την τρέλα. «Η στρόφιγγα, η στρόφιγγα», σκέφτηκα (ένα απαρχαιωμένο και επανειλημμένα επισκευασμένο χάλκινο εξάρτημα του μπάνιου), «άρχιζε να στάζει πάλι. Τι απαίσιοι είναι να μη φροντίζουν να τη φτιάσουν, και πληρώνω ένα σωρό χρήματα γι’ αυτό το καταραμένο δωμάτιο…Θα τους κάνω μήνυση…Δε θα ξαναμείνω άλλο εδώ…. [σ. 62 – 63]

Τι έχει συμβεί ακριβώς, ποιος θα μας το πει και πως; Ο αφηγητής στροβιλίζεται ανάμεσα σε διαρκείς «επανορθώσεις» (επιστροφές στα λεχθέντα προς ενίσχυση, αποδυνάμωση ή αναίρεση!) που μας παραπλανούν ως δήθεν προσπάθειες για επίτευξη της μέγιστης δυνατής ακρίβειας, της πλησιέστερης δυνατής προσέγγισης της αλήθειας αλλά τελικά σπέρνουν τη δυσπιστία και την αμφιβολία. Οι διηγήσεις του αλληλοαποκλείονται, κάθε αλήθεια διαψεύδεται, όλες οι εκδοχές εκδοχές αναιρούνται, γεγονότα αποσιωπούνται. Τι λαβύρινθος είναι αυτός;

Βλέπω ότι έχω να εξοφλήσω μερικούς λογαριασμούς ακόμα με τον εαυτό μου. Διάβασα στο μεταξύ όσα έγραψα για τον πρόσφατο τσακωμό μου με τον συνταγματάρχη (και πού δεν έχω κουβαλήσει το χειρόγραφο) και αναγνωρίζω, προς μεγάλη μου ντροπή, ότι πολλά από εκείνα που παρουσίασα για δικά του δεν ήταν παρά υποκρισίες δικές μου. Ακόμα και σ’ αυτό το χειρόγραφο, που το προορίζω να διαβαστεί μετά το θάνατό μου, φάνηκα υποκριτής. Μα πότε επιτέλους θα διορθωθώ; Φέρομαι σα να έχω δεκαετίες ολόκληρες μπροστά μου. [σ. 119]

Αδυνατώντας να ολοκληρώσει τις ιστορίες του, ο Σ.Π. πασχίζει να κουραστεί για να μπορέσει να τον πάρει ο ύπνος το βράδυ, να μην ακούει τους τριγμούς των επίπλων και την ατέλειωτη βροχή, τους θορύβους των πελατών του ξενοδοχείου και το σαράκι που τον κατατρώει εντός. Από πάνω του πνιγηρή κουνουπιέρα – καταφύγιο, έξω το σαπισμένο τοπίο και οι αλληλοκαταβροχθιζόμενοι οργανισμοί, κάποτε και κάτι δυστυχισμένοι μαύροι, μέσα στις πιρόγες, που παλεύουν με τα κύματα. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τους λέω δυστυχισμένους, σα να είμαι ευτυχισμένος εγώ. [σ. 24]

«Απ’ αυτή τη στιγμή η φιλία μας ανήκει στο παρελθόν…» είπα πληγωμένος. Με τη φαντασία μου έτρεχα στο παρελθόν, αναζητώντας παρηγοριά σε παλαιές φιλίες που προ πολλού είχαν σβήσει. [σ. 95]. Στερημένος κι απ’ τον τελευταίο του φίλο, ο Σ.Π. αισθάνεται μόνος και πολιορκούμενος μέσα στην έρημο της ζούγκλας και στην απομόνωση του φυσικού τοπίου, πανικόβλητος ανάμεσα σε αγνώστους, άλλος μεταξύ αλλοφύλων, γεμάτος τύψεις για τα δικά του «αποτρόπαια ανομήματα» και φοβισμένος για την αποκάλυψή τους· ακόμα και τα γκαρσόνια αισθάνεται πως τον ελεεινολογούν και στοιχηματίζει ότι ξεκαρδίζονται στα γέλια όταν χαθεί από τα μάτια τους. Κι όχι μόνο αυτοί, αλλά ολόκληρος ο κόσμος: Το φως που έπεφτε από τον ουρανό έδινε σ’ όλα τα πράγματα ένα χρώμα εχθρικό· πώς να το πω – σα να έριχναν έναν προβολέα πάνω μου, και να με περιεργαζόταν, με υποψία, ολόκληρος ο κόσμος. [σ. 46] Έμμονος, διστακτικός και αναποφάσιστος, «υποχείριο της απληστίας του και του απαίσιου εγωισμού του», αντιλαμβάνεται ως μόνη του λύτρωση την παραίτηση και τον αυτοαφανισμό.

Ο συγγραφέας του συγγραφέα του χειρογράφου υπήρξε μια σπάνια λογοτεχνική περίπτωση. Στο κείμενό του μπορεί κανείς να αφουγκραστεί (όταν οι εντός του θόρυβοι σταματήσουν) πνοές ντοστογιεφσκικής απόγνωσης, καφκικών καθόδων και πεσσοαϊκής μοναξιάς, όπως και μονολόγους της θεσσαλονίκειας σχολής του Ν.Γ. Πεντζίκη (με τον οποίον αντάλλαξε 47 επιστολές), του Γ. Δέλιου (στον οποίον αφιέρωσε το βιβλίο), του κύκλου του Κοχλία (που εκτιμούσε και επισκέφθηκε), αλλά και την επίδραση φίλων και συνεργατών (Ε.Χ. Γονατάς, Τάκης Σινόπουλος, Γ. Παυλόπουλος). Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως με αρκετούς από τους προαναφερθέντες κρατούσε πολύχρονη και πολύγραπτη αλληλογραφία. Υπήρξε μανιώδης της εκλεκτής τυπογραφίας και της αισθητικής των τυπωμένων αναγνωσμάτων αλλά και δημιουργός αυτοσχέδιων και χειρόγραφων περιοδικών, όπως ήταν, μεταξύ άλλων, η Ουλή,  Όργανο των απανταχού πολιορκημένων, εικονογραφημένο ιδιωτικό περιοδικό δια χειρός του ιδίου και του Γ. Παυλόπουλου αποκλειστικώς για τον Πεντζίκη, δήθεν εκδιδόμενο υπό λογοκρισία στην πολιορκημένη Γάνδη!

Σα να τον βλέπω στο Ναύπλιο (αναμνήσεις από τον αδειανό δρόμο τα παραθαλάσσιας χειμερινής πόλης, κυνηγώντας πεταμένες εφημερίδες που τις έσερνε ο άνεμος εδώ κι εκεί) και στην Πάτρα (…έχω γυρίσει και βαρεθεί όλες τις συνοικίες της, και τους δρόμους της […]. Η πόλη όμως τούτη με οδήγησε να γράψω το διήγημα «Τα δυο ηλιοτρόπια»)· να τριγυρνά αναζητώντας συγκινήσεις και να πανικοβάλλεται μέχρις οξύτατης ψυχικής κρίσης λόγω του ενδεχομένου αποστολής του στο Εκστρατευτικό Σώμα της Ελλάδας στην Κορέα· να αναχωρεί για την Ντουάλα του Γαλλικού Καμερούν όπου εργάζεται ως λογιστής (1953 – 1955)· να αποκαρδιώνεται από το κλίμα και τις συνθήκες· να φεύγει στην άλλη άκρη του κόσμου, το Μόντρεαλ (1956) όπου θα βιοπορίζεται με ποικίλες εργασίες, πασχίζοντας μάταια να «απελευθερωθεί» και να μπει στον αγγλόφωνο κόσμο και στην δημοσιογραφία· να  απογοητεύεται, φανατικός αντιμονάρχης, από την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα και την στάση ορισμένων άλλοτε σεβαστών φίλων (π.χ. του Πεντζίκη). Κι όλα τούτα χάρη στο «Χρονολόγιο σε α΄ και γ΄ πρόσωπο» που συνέταξε ο Βίκτωρ Καμχής το οποίο μαζί με τα κείμενα του Γιάννη Δημητρακάκη («Ο αναξιόπιστος εξομολογούμενος. Αφήγηση και ύφος στον Εξώστη του Ν. Καχτίτση») και της Γιώτας Κριτσέλη (Ο εξώστης: Η περιπέτεια της έκδοσης) αποτελούν τα τρία μέρη ενός εκτενούς επίμετρου που μου δίνει τους απαραίτητους φανούς για να απολαύσω την θέα μέσα στον Εξώστη.

Το τελευταίο αυτό κείμενο της εκδότριας της Κίχλης μας παρουσιάζει το χρονικό της «εξαιρετικά ενδιαφέρουσας περιπέτειας» της παρούσας έκδοσης, που εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλη φορά την τελική βούληση του συγγραφέα, καθώς αξιοποιεί το δακτυλόγραφο του συγγραφέα που βρέθηκε στο Αρχείο Ε.Χ. Γονατά. Το χειρόγραφο αντιπαραβάλλεται τόσο με την Α΄ έκδοση του Εξώστη το 1964  στην Πρώτη Ύλη των Ε.Χ. Γονατά και Δ.Π. Παπαδίτσα, τυπωμένη στη Θεσσαλονίκη υπό την επιστασία του Κ. Τσίζεκ (τα προβλήματα κατά την προετοιμασία της αποτέλεσαν και το αντικείμενο της Περιπέτειας ενός βιβλίου του Καχτίτση), όσο και με την Β΄ έκδοση (1985, Στιγμή, επιμ. Αιμίλιου  Καλιακάτσου -Ε. Χ. Γονατά). Τα σχετικά αποσπάσματα από την αλληλογραφία Καχτίση – Γονατά αποτελούν από μόνα τους ένα ενδιαφέρον και απολαυστικό κείμενο: οι εκτεταμένες παρατηρήσεις του δεύτερου και οι αμφίθυμες αντιδράσεις του πρώτου μαζί με τις συνομιλίες τους για πλείστα θέματα οικονομίας, «αποτοξίνωσης» του κειμένου ή «εγχείρησης» των διαλόγων αποτελούν υποδείγματα προβληματισμών περί εκδοτικής επιμέλειας αλλά και αναδεικνύουν την περίπλοκη και σε ψυχολογικό επίπεδο σχέση του συγγραφέα με τον εκδότη – επιμελητή. Η συνδρομή του Γονατά, γράφει η Γ. Κριτσέλη, υπήρξε ευεργετική και για την γλωσσική μορφή του Εξώστη, καθώς ο ίδιος υπήρξε εραστής της ακριβολογίας και της γλωσσικής καλλιέπειας.

Και τώρα επιτρέψτε μου να σας αφήσω, για να επισκεφτώ για άλλη μια φορά την Καχτίτσεια Περσόνα του Στοππάκιου Παπένγκους στο σπίτι του μέσα στη ζούγκλα, που όπως μου είπε, έχει διώξει τους υπηρέτες του, και προπαντός τον κηπουρό, κι έχει αφήσει τη χλωρίδα της έπαυλης να την πνίξει απ’ όλα τα σημεία. Ελπίζω να μπορέσω να περάσω ανάμεσα από τη θηριώδη βλάστηση που καλύπτει πλέον και τα παράθυρα. Αναρωτιέμαι ποια ιστορία θα μου διηγηθεί ή θα μου αποσιωπήσει αυτή τη φορά.

Όσο για τον συγγραφέα του, όπως έγραφε το 1985 σε κείμενό του στη Λέξη ο θερμός φίλος του Γ. Παυλόπουλος …διαπίστωσα πολλές φορές ότι τα καθημερινά πράγματα τροφοδοτούσαν τη φαντασία του με κείνο το υλικό με το οποίο έφτιαχνε συνεχώς την άλλη ζωή του, τη μαγική. Τα άγχη, οι κακοτυχίες, οι γελοιότητες, οι ανέφικτες ερωτικές σχέσεις, ότι τον απέλπιζε και τον πολιορκούσε, έβρισκε συχνά τη βαθύτερη έκφρασή του σ’ αυτό το παιχνίδι που τον απελευθέρωνε και τον οδηγούσε αλάθητα στην Λογοτεχνία…

[Νίκος Χ. Καχτίτσης, Γαστούνη Ηλείας, 1926 – Πάτρα 1970]

Εκδ. Κίχλη, 2012, επιμέλεια Γιώτα Κριτσέλη – Βίκτωρ Καμχής, με σχέδια της Εύης Τσακνιά, σ. 226 [Κείμενο ως σ. 139, επίμετρο 143 – 226]

Σημ. Το Πανδοχείο πάντα ενδιαφέρεται για τον αισθητικό εμπλουτισμό των κειμένων του και αφιερώνει πολύ χρόνο στην εξεύρεση του καταλληλότερου έργου τέχνης, φωτογραφίας κ.λπ. Η περίπτωση του Εξώστη είναι διαφορετική. Τίποτα δεν μπορεί να ταιριάξει εδώ παρά μόνο οι φωτογραφίες του συγγραφέα και τα σχέδια της υποδειγματικής αυτής έκδοσης, γι’ αυτό και ευχαριστώ την εκδότρια Γιώτα Κριτσέλη για τις πρώτες και την Εύη Τσακνιά για τα δεύτερα.

22
Οκτ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 106. Αλέξης Σταμάτης

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ο Ορέστης Πολίτης είναι  ένας σχετικά επιτυχημένος προγραμματιστής ο οποίος ζει ήσυχα με την οικογένειά του σε ένα σπίτι στο κέντρο. Κάποια στιγμή δέχεται μια αναπάντεχη πρόσκληση από τα παλιά η οποία παραπέμπει σε μια εποχή όπου τα πράγματα στη ζωή ήταν εντελώς διαφορετικά από εκείνα που παρουσιάζονται σήμερα. Μια ιστορία έρωτα, τρομοκρατίας, βίας, εκδίκησης, προδοσίας που  κάνεις δεν θα φανταζόταν ότι θα μπορούσε να κρύβεται σε  ένα αθώο διαμέρισμα βιβλίο Το βιβλίο λέγεται «Μπορείς να κλάψεις μες στο νερό;» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Πρόσφατα επανεκδόθηκε το βιβλίο σας Μπαρ Φλωμπέρ, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Γιατί αυτό κι όχι κάποιο άλλο; Ποιες οι προϋποθέσεις για την επανέκδοση ενός παλαιότερου έργου;

Η συγγραφή του Μπαρ Φλωμπέρ, άρχισε με κάποια ταξίδια σε πόλεις της Ελλάδας και της Ευρώπης και αφού «εγκαταλείφθηκε» από τον συγγραφέα, το ίδιο το κείμενο συνέχισε τα δικά του και σε άλλες χώρες. Γιατί τα βιβλία όταν αποχωριστούν τον δημιουργό τους, αυτονομούνται, αποκτούν τη δική τους ζωή.

Τα πιο ταξιδιάρικα από αυτά ενίοτε ξαναγυρίζουν, έτσι για μια επίσκεψη, στην Ιθάκη τους. Το βιβλίο παρουσιάζεται με τη μορφή που κυκλοφόρησε το 2000. Θεώρησα ότι δεν υπήρχε λόγος για αναθεωρήσεις. Η αλήθεια του κάθε έργου είναι στη στιγμή της σύλληψης του. Τώρα γιατί αυτό, το συγκεκριμένο; Γιατί είναι το βιβλίο που μου άλλαξε τη ζωή. Και τώρα που νιώθω πως ξαναλλάζει φαίνεται πως δεν μπορούσε να έρθει σε μια πιο συμβολική ώρα.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο επιθυμείτε;

Αυτό είναι κάτι πολύ δύσκολο… αλλά θα προσπαθήσω

Ο Έβδομος Ελέφαντας: Το αιμάτινο αντίτιμο

Μπαρ Φλωμπέρ: περιπέτεια, ρίσκο, ταξίδι, απόλαυση

Σαν τον κλέφτη μες στη νύχτα: στα βάθη του Ίψεν του ασυνείδητου, του θεάτρου.

Οδός Θησέως: Λαβύρινθοι, μίτος και Αριάδνη. Και τεχνολογία,

Μητέρα Στάχτη: Άλγεβρα και Φωτιά. Αιγαίο και αγγελικό και μαύρο φως.

Αμερικάνικη Φούγκα: Το ταξίδι – μύθος. Το εγώ ως άλλος.

Βίλα Κομπρέ: Στην καρδιά του σκότους.

Σκότωσε ό,τι αγαπάς: Πίσω και μπρος, αλήθειες και ψέμματα

Κυριακή: η κάμερα στο νου, μια μικρή προφητεία του σήμερα.

Μπορείς να κλάψεις μες στο νερό; Τίποτα δεν είναι εκείνο που φαίνεται.

Έχετε εκδώσει και ποιητικές συλλογές. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα σε πεζογραφία και ποίηση στην ίδια αναλογία; Πώς καθορίζεται αυτή;

Έχω να βγάλω ποιητική συλλογή από το 2004. Προς το παρόν δεν βρίσκομαι σε αυτή τη θερμοκρασία.

Μετά το θεατρικό «Δακρυγόνα» και τους παλαιότερους μονόλογους ένα νέο είδος διεκδικεί μερίδιο στην γραφή σας; Με ποιο τρόπο σκοπεύετε να μοιραστείτε εντός της;

Έχω ήδη γράψει ένα νέο θεατρικό έργο, τα «Μελίσσια» που παρουσιάστηκε στις «Αναγνώσεις» του Εθνικού Θεάτρου. Θα ήθελα να ανεβεί σύντομα και σε κάποια σκηνή. Ελπίζω να γίνει σύντομα κάπου. Το θέατρο το αγάπησα, και θα το συνεχίσω. Μου αρέσει το θνησιγενές του στοιχείο, το ό,τι τίποτα δεν επαναλαμβάνεται και η άμεση επαφή με το κοινό. Για μένα, πρόκειται το πιο δύσκολο είδος γραφής.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν παγιδεύω εγώ τις ιδέες, εκείνες παγιδεύουν εμένα. Επίσης η συγγραφή δεν είναι θέμα «ιδέας», είναι κάτι διαφορετικό. Μεγάλη κουβέντα, όμως. Είμαι κυρίως πεζογράφος, οπότε νιώθω εγγυτέρα στο μυθιστόρημα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, απλά γράφω πρωί και μπορώ να γράψω οπουδήποτε. Μεγάλωσα με ροκ μουσική, αλλά πλέον ακούω και άλλα είδη. Η καρδιά μου όμως είναι στην ροκ.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου είναι στην Αρχιτεκτονική (εδώ και στο Λονδίνο), σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Με έχουν βοηθήσει πολύ, ειδικά στο μυθιστόρημα. Εδικά η εγγενής δομή που υπάρχει στην Αρχιτεκτονική κάνει την επιμέλεια μιας χαοτικής σκέψης – ιδέας πιο εύκολη για μένα.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ουκ έστιν αριθμός.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Επίσης.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το αυτό.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πολλοί. Θα ήταν άδικο να ξεχωρίσω κάποιον. Πιστεύω ότι έχουμε πολύ καλή λογοτεχνία και η νέα γενιά είναι πολύ ελπιδοφόρα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι δεν είμαι ψυχωσικός ακόμα :)

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Άμλετ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά, σε τρένα, αεροπλάνα, μπαρ, παγκάκια, ξενοδοχεία.. παντού…

Πώς βιοπορίζεστε;

Προς το παρόν … δεν βιοπορίζομαι.. το μόνο έσοδο που έχω είναι από κάποια σεμινάρια δημιουργικής γραφής που κάνω. Οι πόροι της ζωής μου προσπαθώ από εδώ και περά να είναι η ίδια η ζωή.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Πολλά: οι Σημειώσεις, το Εντευκτήριο, η Οδός Πάνος, η Λέξη, το Δέντρο, ο Μανδραγόρας, το Διαβάζω, η Ποιητική, το Book’s Journal,  το Athens review of books, τα (δε)κατα… και ένα νέο που δεν είναι αμιγώς λογοτεχνικό ούτε θα το βρείτε εύκολα… λέγεται «Αι».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Την Έμιλι Ντίκινσον. Κι εκτός λογοτεχνίας τον Ταρκόφσκι.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ θέατρο και σινεμά από το γυμνάσιο για να μην πω από πιο νωρίς… Με έχουν γοητεύσει πάμπολλοι σκηνοθέτες. Είμαι αρκετά «παλιός» ξέρετε…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

“The Denial of Death” του Ernest Becker.

Τιγράφετε τώρα

Ένα νέο μυθιστόρημα. Πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα. Και αρκετά μεγάλο.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολύ θετικές. Αρκεί να το «πίνεις» και να μη σε «πίνει».

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Φυσικά. Και με τους δυο τρόπους κι εδώ και πολλά χρόνια.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Στο τρένο Αθήνα – Βόλος διαβάζοντας Φόκνερ. Το «Καθώς ψυχορραγώ» Εμπειρία.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αυτά τα μεφιστοφελικά γίνονται στην μυθοπλασία όχι στη ζωή. Η ζωή δεν έχει τέτοιου τύπου συναλλαγές. (Εξάλλου αιώνια νιότη; Ο Θεός να μας φυλάει! Τόση προσπάθεια κάναμε για να μεγαλώσουμε…)

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

“Πως αισθάνεσαι αυτό τον καιρό;” Μετά από μια δύσκολη περίοδο, έτοιμος για μια ακόμα «αναγέννηση» και γεμάτος λαχτάρα για την επομένη φάση. Η ζωή ωστόσο αποφασίζει. Πάντα.

Το ιστολόγιο του συγγραφέα εδώ.




Οκτώβριος 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.   Νοέ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Blog Stats

  • 991.332 hits

Αρχείο

Advertisements