Αρχείο για Οκτώβριος 2014

28
Οκτ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 167. Γιώργος Δουατζής

FOTO BACAROΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Σας καλωσορίζω στο τελευταίο μου βιβλίο, στη συλλογή διηγημάτων “Η άλλη λέξη” των εκδόσεων Γαβριηλίδης. Εγώ δεν θα είμαι εκεί, τι δουλειά θα είχα εκεί, άλλωστε, αλλά περνώντας τη θύρα θα σας υποδεχθούν:

            Ο πάγκακος συμπλεγματικός που γεύεται κυριολεκτικά την εκδίκηση του χωρίς σκιά φίλου του σε μορφή στάχτης.

            Η μοιραία κούκλα που καταφέρνει να σκοτωθεί και να σκοτώσει, αφού ξεζούμισε τον κατασκευαστή της με ερωτικές ολονυχτίες.

            Το τραπέζι που αίφνης γίνεται επικυρίαρχο και καταδυναστεύει με την απουσία του. Μια δραματική αναχώρηση-απώλεια αυτής που όλοι αγάπησαν και πάντα είχαν, έστω και στιγμιαία, ανάγκη και κυρίως όλοι νόμιζαν ότι την γνώριζαν.

            Η Ελένη που την ψάχνετε όλοι, κι άμα την βρείτε να με ενημερώσετε παρακαλώ, αλλά βρίσκεται πανέμορφη εικόνα στη μνήμη γαντζωμένη.

  i_alli_leksi          Το νόμισμα που αξιώθηκε να κοσμηθεί από δυο διαφορετικές μορφές μοναδικές που θα κυλήσουν στη σχάρα του υπονόμου.

            Το βλήμα που κρυβόταν δεκαετίες στον πνεύμονα του ήρωα, ο οποίος γνώριζε ακριβώς πότε θα φύγει οριστικά και διηγείται μύριες πραγματικές ιστορίες.

            Ο μονόλογος του Λου, ο σκύλος, μάλλον όχι σκύλος, αλλά ο… ιδέα Λου, που μας τα σέρνει κανονικά, ημών των δίποδων.

            Και τέλος, ο άνεργος, ο πεινασμένος, ο που του έκλεψαν την αξιοπρέπεια και παρά ταύτα εχέφρων, που τον έχει καταβάλει η πείνα και παρακαλεί να μην ξυπνήσει το ζώο μέσα του.

 ta99mikra300           Όπως ίσως καταλάβατε, με τα πλάγια γράμματα έχετε τους τίτλους των εννέα διηγημάτων που περιέχονται στη συλλογή αυτή. Το εξώφυλλο, από πίνακα του αγαπημένου μου ζωγράφου Μιχάλη Αμάραντου.

             Αυτά τα πεζά γράφτηκαν κυρίως το περασμένο καλοκαίρι στην Κάρυστο και δύο-τρία προϋπήρχαν από ετών. Είναι ιστορίες με έντονα βιωματικά στοιχεία, όχι όμως βιογραφικά, διότι έτσι δεν θα συνιστούσαν μυθιστορία, αλλά αποσπάσματα αυτοβιογραφίας. Η εναλλαγή στο ύφος και τον τρόπο γραφής μεταξύ των διηγημάτων δεν είναι τυχαία, αλλά απολύτως σκόπιμη επιλογή. Είπα να κάνω μια ανάπαυλα, να περάσω για λίγο από το απόσταγμα, την Ποίηση, στο καλό κρασί, την πεζογραφία, στα διηγήματα. Άσκηση αναπνοής θα τα έλεγα, με διασκεδάζουν πολύ, μου δίνουν χαρά πραγματική, ανεξαρτήτως θέματός τους. Είναι το εικοστό βιβλίο που εκδίδω και το δεύτερο πεζογραφικό, μετά το μυθιστόρημα “Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη” (2008), μιας και ως τώρα η Ποίηση απορροφούσε το σύνολο της συγγραφικής μου δραστηριότητας.

od             Φέτος εκδόθηκαν επίσης: Στις εκδόσεις Γαβριηλίδης, α) το ποίημα-βιβλίο “Ωδή στα κόκκινα παπούτσια” δίγλωσσο (ελληνικά-ισπανικά), με φωτογραφίες χορεύτριας φλαμέγκο που έβγαλα στη Μαδρίτη και β) “Κράτα την Άνοιξη”, βιβλίο δίγλωσσο (ελληνικά-γαλλικά), που περιέχει CD μελοποιημένων ποιημάτων μου από τον Χάρη Γιούλη, όπου εκτός από τον Γιούλη τραγουδούν ο Χρήστος Θηβαίος και η Αφροδίτη Μάνου. Στις εκδόσεις Vakxikon, “Τα 99 Μικρά”, ισάριθμοι αφορισμοί, επιλεγμένοι οι περισσότεροι από το σύνολο της δουλειάς μου.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

sxedies300Θα το προσπαθήσω, για ορισμένα βιβλία μου, όχι με αξιολογική σειρά.

Τα γραφτά: Το πρώτο ιδίοις εξόδοις ποιητικό μου βιβλίο. Βγήκε στον απόηχο της χούντας, καταγράφει οδυνηρές αναμνήσεις.

Σπονδές: Συλλογή ερωτικών ποιημάτων τυπωμένων πάνω σε φωτογραφίες. Ύμνος στον έρωτα, με αφορμή πρόσωπα και αιτία την ανάγκη “να αγαπάω έστω και το κενό στο στήθος μου”.

“Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη”: Αγαπημένο βιβλίο, βγήκε με εξαιρετικό κάματο ψυχής. Πρόταση μίξης μυθιστορίας, ποιητικού και δοκιμιακού λόγου. Η Ποίηση εισβάλλει με θράσος, διακόπτει τη ροή της αφήγησης και λειτουργεί ως χορός αρχαίας τραγωδίας. Ανακάλυψα τελικά ότι διαλέγονται σε αυτό το βιβλίο δύο μου εαυτοί…

Προς δέκα επιστολή: Χρωστάω την ύπαρξή του στον ζωγράφο Μιχάλη Αμάραντο. Μου έδωσε πορτραίτα ανύπαρκτων προσώπων. Τα ονομάτισα. Τους έστειλα επιστολές. Μία κάθε μέρα έγραφα. Μία κάθε μέρα απαιτούσε ο Αμάραντος. Δεν μπορούσε να γνωρίζει pro deka epistoli FIXED300πόσο καλprosdekaanepidotaFIXED300ό μου έκανε η πιεστική του απαίτηση τη συγκεκριμένη μου περίοδο. Τον ευχαριστώ.

Πατρίδα των καιρών. Βιβλίο-ποίημα. Το έγραψα το 2009. Εκδόθηκε το 2010. Διεκτραγώδησε-προφήτεψε την τρώση της αξιοπρέπειάς μας ως πολιτών από την λεγόμενη κρίση. Ανατρίχιασα διαβάζοντας την πρόβλεψη που έκανα, ανθρώπων που ψάχνουν τροφή στους κάδους σκουπιδιών στο κέντρο της πρωτεύουσας…

Φωτοποιήματα: Το αποτέλεσμα της αγάπης μοfwtipoiimata300υ για τη φωτογραφία με λεζάντες-στίχους, σε μια πολυτελή συλλεκτική έκδοση. Φωτογραφίες και στίχοι δικοί μου. Έξοχο εκδοτικό-εικαστικό αποτέλεσμα.

Σχεδίες: Η τελευταία μου ποιητική συλλογή. Αγαπημένη. Πικρή. Ουσιώδης, νομίζω. Βήμα προς…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Θα τολμούσα το παντού. Μα, παντού. Και στο κομοδίνο οι απρόβλεπτες νυχτερινές εγέρσεις.

mi feugete kurie 300Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όμορφη ερώτηση. Περνούσα έξω από το νοσοκομείο Σωτηρία και σκέφτηκα: Εδώ νοσηλεύεται η Ελένη. Η ηρωίδα του τελευταίου υπό έκδοση μυθιστορήματός μου. Ο δε Ευχέτης μου, όλο έρχεται και με προκαλεί να τα ξαναπούμε. Μάλιστα, μου είπε ότι τώρα που έρχεται χειμώνας πρέπει να τον φροντίσω, γιατί κρυώνει με αυτούς τους παράξενους μανδύες που τον φαντάστηκα ντυμένο. Κυρίως, με επισκέπτεται η Μαρία που δεν την βρήκα πουθενά. Ο δε Τέρπανδρος, έμαθα ότι έκανε δυο κόρες και τους φέρεται ως παθολογικά ερωτευμένος, πράγμα που τον τρομάζει. Τον καθησύχασα πάντως.

Ποιος είναι ο προσφtanikraFIXED300ιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ας είναι καλά τα πανταχού παρόντα μπλοκάκια μου, που φιλοξενούν κάθε παραξενιά μου. Γράφω συχνά με μολύβι Φάμπερ, με στυλό και απευθείας στον υπολογιστή. Προσφιλές, να μεταφέρω στον υπολογιστή το υλικό από τα μπλοκάκια μου, όταν γεμίζουν και πριν πάρουν τη θέση τους στα χάρτινα κουτιά που τα αποθηκεύω. Παιχνίδι υπέροχο μοιάζει αυτή η μεταγραφή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

spondes300Τελετουργία είναι αφεαυτής η διαδικασία της γραφής, όπου και όπως κι αν γίνεται. Για τον καθένα άλλη, διαφορετική. Δεν σκέφτηκα ποτέ αν ακολουθώ συγκεκριμένη διαδικασία,. Ξέρω ότι γράφω. Και ποτέ δεν μπόρεσα να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς συμβαίνει την ώρα της δημιουργίας. Και από όσο γνωρίζω, κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει επακριβώς τι συμβαίνει. Γι αυτό, καμιά φορά, λέω ότι δεν γνωρίζω ποιος μου κινεί το χέρι όταν γράφω τα ποιήματά μου. Όταν βρίσκομαι σπίτι, θέλω πάντοτε να ακούω μουσική όταν γράφω. Αγαπώ πολύ φωνές όπως αυτές των καστράτων όπως στο Stabat Mater του Vivaldi, τα κορσικάνικα πολυφωνικά τραγούδια. Ακούω πολύ κλασσική και παλιά τζαζ μουσική.

to koumpiFIXED300Ποιες είναι οι σpatrida twn kairwn 300πουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οικονομία, κοινωνιολογία. Έζησα από τη δημοσιογραφία. Σχολειό η δημοσιογραφία στα άδυτα της ζωής, εφόσον την πάρεις σοβαρά και δεν νεκρώσεις τις κεραίες σου. Αποτέλεσμα; Θα το κρίνει ο αναγνώστης και η ιστορία, αν σε δεχτεί στα κατάστιχά της ως άξιον ποιητή, συγγραφέα.

Έχετε γράψει ποίηση και πεζογραφία. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί; Θα ασχοληθείτε ξανά με την δοκιμιακή γραφή;

Αισθάνομαι ποιητής. Η πεζογραφία με ξεκουράζει. Η Ποίηση με διεκδικεί ολοκληρωτικά. Η δοκιμιακή γραφή, αν εννοείτε τη φιλοσοφία, τη θεωρώ αδελφή της ποίησης και ξαδέλφη της πεζογραφίας. Οπότε…

Αν είχατε σήμερtanikraBFixed300αkokkinapappoutsiaFIXED300 την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ήδη έκανα τον Κώστα Αξελό, αγαπημένο μου, πολύ αγαπημένο. Αλλά λόγω συνθηκών δεν ολοκλήρωσα όπως ήθελα το πορτραίτο του. Έκανα πλήρες πορτραίτο του Γιάννη Δάλλα. Θα έκανα τον φίλο Τίτο Πατρίκιο, τον οποίο εκτιμώ όσο και την Ποίησή του. Θα ήθελα να έφτιαχνα επίσης το πορτραίτο-ψυχογράφημα του Νίτσε αν συνυπήρχαμε…

Τι γράφετε τώρα;

Ποίηση. Κείμενα στα μπλοκάκια μου, με τη σκέψη να τα τυπώσω με τίτλο “Τα μπλοκάκια”. Συμπληρώνω σταδιακά τη συλλογή διηγημάτων για μια επόμενη έκδοση.

perisxediouologos300Περί ανάγgraftaFIXED300νωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Ζολά, Κούντερα, Κορτάσαρ, Καμύ, Ροθ, Κέρτες, Μπόρχες, Τόμας Μαν, Τσβάιχ, Σάμπατο, Μπέρνχαρντ. Δεν αναφέρομαι σε Έλληνες, να μην δημιουργώ πικρίες.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Είναι τόσο πολλά…

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το Διαβάζω επί Ηρακλή Παπαλέξη ιδρυτή και εκδότη του, που έφυγε πολύ νωρίς, το 2003. Αξιοπρέπεια, μακριά από παρέες αλληλολιβανιζόμενες.

Τι διαβάζετε αυτόnyxterino episkeptiFixed300 τον καιapanthisma300ρό;

Συνομιλίες με τον Γκαίτε του Έκερμαν, Ρεμπώ του Γκράχαμ Ρομπ, Συνομιλίες με τους προγόνους μου του Παν. Κανελλόπουλου, Μπόρχες του Τζέιμς Γούνταλ. Ξαναδιαβάζω την Τελευταία συγγνώμη του Μιχάλη Σπέγγου.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Αρνούμαι τις κριτικές, άρα την καθοδήγηση των φερομένων ειδικών. Διαβάζω βιβλιοπαρουσιάσεις. Κυρίως ηλεκτρονικές.

Θα μsαςd1 γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Καμία.

Περί αδιακρισίας

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ευοίωνες. Παρότι γεμίσαμε “ποιητές”, “δοκιμιογράφους”, “κριτικούς”. Η αμεσότητα της επικοινωνίας, η διάχυση ποιοτικού υλικού που άλλοτε θα κρυβόταν σε συρτάρια, σημαντικό στοιχείο. Κούραση όμως για να επιλέξεις από την τόση πανσπερμία. Με ξαφνιάζει, και με κολακεύει ομολογώ, η επισκεψιμότητα στον ιστότοπό μου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

IMG_4856Και βέβαια όχι. Αναλογιστήκατε τη βάσανο και την πικρία μιας οιονεί ιδιότητας γεμάτης αυταπάτες, χωρίς προοπτική ωρίμανσης; Αιώνιο σημαίνει αθάνατο. Αναλογιστήκατε τη ζωή μας χωρίς την τελευταία πράξη της, τον θάνατο; Δράμα. Ούτε την αυτοκτονία να επιλέξουμε δεν θα μπορούσαμε… Κι έπειτα, ζωή χωρίς γραφή και βιβλία, τι ζωή θα ήταν;

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν θέλετε να γράψουμε ένα ογκωδέστατο βιβλίο, να απαντήσω.

Ευχαριστώ πολύ για την τιμή της επιλογής και της φιλοξενίας.

27
Οκτ.
14

Philip Roth – Το θέατρο του Σάμπαθ

Roth 1Ο έρωτας ως κουκλοθέατρο, οι εραστές ως μαριονέτες

Τα πρώτα δεδομένα: ακόλαστος δεσμός δεκατριών χρόνων. Οι κρυφοί εξωσυζυγικοί σύντροφοι: η Κροάτισσα Ντρένκα Μπάλιτς, δημοφιλής σύντροφος του πανδοχέα Ματίγια στη δουλειά και στο γάμο και ο ξεχασμένος μαριονετίστας Μίκι Σάμπαθ· Δραπέτης από το «χαμογελαστό τέρας» του τιτοϊκού καθεστώτος, με τις ενοχές δυστυχισμένου θανάτου των γονέων της η πρώτη, βεβαρημένος με την απώλεια του στρατιωτικού αδελφού του Μόρτι ο δεύτερος. Ο εξηντατετράχρονος άντρας έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια κάθε προσπάθεια επικοινωνίας με τους ζωντανούς – του αρκεί άλλωστε η διαρκής παρουσία της φασματικής μορφής της μητέρας του· η συνομιλία με την νεκρή είναι αδύνατο να αποφευχθεί. Η πενηνταδυάχρονη γυναίκα, από την άλλη, επιμένει στην συμφωνία περί μονογαμίας στην θυελλώδη τους σχέση, ιδεολογική διαφωνία που καλύπτουν οι αναμενόμενες ροθικές σελίδες περί πίστης. Έξω από τον γάμο σου θες μονογαμία και μέσα πολυγαμία

Sailor-and-Girl_-1923-Otto-DixΕκείνη μοιάζει με τα πήλινα εδώλια της δεύτερης προχριστιανικής χιλιετίας, γεμάτη και πλουσιόστηθη, εκείνος κοντός βαρύς γενειοφόρος με τεράστια μύτη προκαλεί και απολαμβάνει τα αρνητικά βλέμματα παντού. Όμως οι φυσικές καρικατούρες του ζεύγους ωχριούν μπροστά στον πραγματικό διονυσιασμό της σχέσης τους. Η απόλαυση της σωματικής τους δέσμευσης δεν έχει όρια. Μπορούν να προσδώσουν ερωτική υπόσταση στα πάντα, εκτός από τους συζύγους τους. Ο Σάμπαθ επιθυμεί να γνωρίζει κάθε σπιθαμή της πρότερης ερωτικής ζωής της, εκείνη γίνεται πόρνη του, ικανοποιώντας όλες του τις επιθυμίες με το αζημίωτο. Σε μια από αυτές, η πρόσκληση μιας νεαρότερης γυναίκας τους οδηγεί σε μια σχεδόν … μόνιμη σχέση με μια τρίτη σύντροφο, την νεαρή γερμανίδα Κρίστα. Ίσως όχι τυχαία, η γνωριμία τους έχει ως υπόκρουση Body and Soul από το τρίο του Μπένι Γκούντμαν.

Αυτός ο αυτάρκης οργιασRoth 2τής, αυτός ο δάσκαλος της απόκλισης από την κανονικότητα» χάνει τον κόσμο κάτω (και μέσα) από τα πόδια του με τον θάνατο της Ντρένκα. Ακόμα και νεκρή εκείνη η γυναίκα συνεχίζει να του αιχμαλωτίζει το μυαλό και να του ορίζει την λίμπιντο· φτάνει στο σημείο να πηγαίνει και να … ξεσπάει ερωτικά πάνω στον τάφο της, κάνοντας μάλιστα μια παγωμένη διαδρομή έξω απ’ την πόλη. Ο έρωτας ως θρίαμβος επί του θανάτου; Ο σεξουαλισμός ως απόλυτη δύναμη ζωής; Η ζωώδης ενστικτότητα ως απόλυτη κυρία του εαυτού μας; Ή, αντίστροφα, η αποδοχή εκείνου που πάντα επικρατεί στο τέλος; Γιατί η σύμπλεξη έρωτα και θανάτου, μόνιμη έγνοια της λογοτεχνίας και ακατανόητος δεσμός στην καθημερινότητα, απασχολεί τον Ροθ μέχρι εμμονής.

Otto-Dix-Old-loversΌπως πάντα, η πρόζα του συγγραφέα περιέχει καλά μοιρασμένες δόσεις πλοκής και σκέψης, ιστορίας και προβληματισμού, εκείνου που εκχέεται από έναν άνθρωπο που επιθυμεί διακαώς να ζήσει όπως επιθυμεί. Σε κάθε σελίδα η ανάγνωση μας αφήνει αμφίθυμους, καθώς τη μια στιγμή μας δοκιμάζει με κοινότοπες ερωτικές περιγραφές, χρησιμοποιώντας ενίοτε ροζ μελάνι, και την επόμενη αφήνει τον χαρακτήρα του να δοκιμάζεται πάνω στους οριακούς συλλογισμούς της ζωής. Κι εμείς κάθε φορά μένουμε γυμνοί, όπως και οι χαρακτήρες του Ροθ στις επί κλίνης πάλεις τους, μένουμε να κρίνουμε τι θα διαλέξουμε και τι θα αφήσουμε (από τη γραφή του δημιουργού του; από τη ζωή του χαρακτήρα του;). Ακόμα κι όταν τα όρια ξεχειλίσουν, ο Ροθ μας έχει ήδη δείξει ότι δεν υπάρχουν όρια – σίγουρα όχι στις πειστικότατες ιστορίες των βιβλίων του.

kokoschka1Το τρομερό με τον Σάμπαθ είναι ο τρόπος που περιγελά οτιδήποτε τον βασανίζει, μέχρι να το κάνει δικό του και να το αντιμετωπίσει εκ των έσω. Αλλά είναι τόσα πολλά εκείνα που τον διαολίζουν: οι ματαιωμένες οικογένειες, οι ματωμένες οικογένειες, τα όρια και «η παραβίαση του ιερού μυστηρίου της ερωτικής απιστίας», το θέατρο στη ζωή αλλά και η ζωή ως θέατρο, η αυτοχειρία, πρώτα ως παράδειγμα ενός φίλου και ύστερα ως λογικό ενδεχόμενο μπροστά στην αποδοχή του τέλους της ηδονής.

lovers-openΚι όσο κι αν αυτός μοιάζει ο απόλυτος πρωταγωνιστής στη σκηνή της ζωής του, είναι οι γυναίκες εκείνες που την στοιχειώνουν, είτε ως μαριονέτες του είτε ως παίκτριες σ’ ένα θέατρο όπου δεν επιλέγουμε όλους τους ρόλους μας. Η πρώτη του γυναίκα, Νίκη, δοκιμάστηκε στο θεατρικό σανίδι αφού πρώτα υπήρξε μαθητευόμενή του στα μυστήρια και τους ρόλους τη ζωής, αλλά την κατάπιε όπως καταπίνει το σκοτάδι τον ηθοποιό που φεύγει από τη σκηνή. Η δεύτερη γυναίκα του, Ροζάνα, επέλεξε άλλου είδους χάσιμο, εκείνο της αλκοολικής καταβύθισης και ανέλιξης προς μια νέα ζωή. Μια τρίτη γυναίκα θα αποτελέσει την τελευταία ζωοφόρο πρόκληση ή μια ύστατη φάρσα στη συναυλία του Πανός.

Καθώς ο Σάμπαθ πραRoth 3γματοποιεί πλέον την τελευταία του κάθοδο, όχι μόνο στις αβύσσους της ηδονής, που βλέπει σιγά σιγά να χάνονται από το άσπλαχνο πέρασμα του χρόνου, αλλά και στην ίδια την απώλεια και στα μεγάλα ερωτήματα που χάσκουν κάθε φορά που χάνουμε τα πάντα. Μένει η οριστική συνειδητοποίηση (κάποτε και μέχρι απόλυτης βίωσης) ότι οι πιο μανιασμένοι για ζωή μπορεί είμαστε ενορχηστρωτές στο δικό μας κουκλοθέατρο, αλλά πάντα θα υπάρχουν οι μαριονέτες εραστές που θα παίζουν μόνοι τους. Και πάντα τα κυριότερα νήματα θα τα κινεί άλλος. Ποιος άλλος συγγραφέας μας έχει προετοιμάσει τόσο πολύ στα ανομολόγητα και τα ανεπιθύμητα;

Εκδ. Πόλις 2013, μτφ. Α. Βαχλιώτης, θεώρηση μετάφρασης Κατερίνα Σχινά, με 202 σημειώσεις της επιμελήτριας, 614 σελ. [Sabbath’s Theater, 1995]

Δημοσίευση και σε: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 167 / Love will tear us apart.

24
Οκτ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 165. Δήμητρα Πυργελή

PyrgeliΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του πρόσφατου βιβλίου σας;

«Οι μικρές μου ιστορίες για το μεγάλο μας κόσμο» που μόλις κυκλοφόρησαν είναι μια συλλογή παραμυθιών για μεγάλους. Ιστορίες που μέσα τους κρύβουν ερωτήματα, ιδέες κι αναζητήσεις, που στην καθημερινότητά μας μπορεί και να γιγαντώνονται στο χαρτί, συρρικνώθηκαν, όμως, για να καταφέρουν να ταξιδέψουν στον κόσμο μας. «Τα χάρτινα κουστούμια» των ιστοριών μου φιλοτέχνησε η Δήμητρα Ψυχογυιού και κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Παρρησία».

Σχεδόν ταυτόχρονα την προηγούμενη εβδομάδα κυκλοφόρησε και το βιβλίο «Τα δυο αδέρφια και το φεγγάρι» που είναι μια ιστορία αγκαλιάς για καληνύχτα. Η θέα του φεγγαριού πάντοτε με καθήλωνε. Τα βράδια τραβούσα την κουρτίνα και παρατηρούσα το μοναχικό, φωτεινό ταξιδευτή: άλλοτε ντυμένο με τα καλά και αστραφτερά κουστούμια, ξεκούραστο κι ολόγιομο κι άλλοτε κουρασμένο. Όταν τα μάτια ετοιμάζονταν να βασιλέψουν στον κήπο των ονείρων, η τελευταία πρόταση, που έβγαινε από τα χείλη μου, ήταν «όνειρα γλυκά». Όνειρα γλυκά; Γιατί τρώγονται τα όνειρα ή ζυμώνονται μ’ αλεύρι και ζάχαρη; Αυτές ήταν οι σκέψεις που με οδήγησαν στη συγγραφή αυτής της ιστορίας. «Τα δυο αδέρφια και το φεγγάρι», σε εικονογράφηση Μαρίας Πεπονά, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

unnamedΘα μοιραστείτε και μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στα προηγούμενα βιβλία σας (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

«Η μικρή μπότα του Αϊ Βασίλη» είναι η πρώτη μου επίσημη κατάθεση στον κόσμο των παραμυθιών. Από μικρό παιδί είχα την απορία γιατί αφήνουμε το γράμμα του Αϊ Βασίλη μέσα στην υφασμάτινη μπότα. Αυτή η απορία, λοιπόν, πυροδότησε την έμπνευσή μου, με αποτέλεσμα να γεννηθεί το ομώνυμο παραμύθι, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη.

«Ο καπετάνιος στην μπανιέρα» είναι το τρυφερό παιχνίδι της φαντασίας και της λογικής μου. Σε κάποια γενέθλιά μου ετοιμαζόμουν να σβήσω τα κεριά. Φούσκωσα τα μάγουλα μου με αέρα, ενώ άκουγα τους μικρούς μου φίλους να με παρακινούν να φυσήξω δυνατά τα κεριά και να κάνω μια ευχή. Εκείνη τη στιγμή ανάμεσα στις φλόγες των κεριών εμφανίστηκε δειλά το πρόσωπο του καπετάνιου…. Ακόμη και σήμερα θυμάμαι το έντονο βλέμμα του μικρού ήρωα…. Αυτό ήταν· όταν έφυγε κι ο τελευταίος προσκεκλημένος μου, σήκωσα τις άγκυρες κι άνοιξα τα πανιά στο χάρτινο ωκεανού μου…. «Ο καπετάνιος στην μπανιέρα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Καλειδοσκόπιο» σε εικονογράφηση Αιμιλίας Κονταίου.

Πώς αποφασίσατε να δοκb197272ιμαστείτε στην λογοτεχνία για ενήλικες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι στην ενήλικη ζωή;

Οι μικρές μου ιστορίες είναι αλήθεια πως απευθύνονται σε μεγαλύτερους αναγνώστες. Αυτή η συγγραφική μου απόπειρα, όμως, δε με «βουτά στη λογοτεχνία των ενηλίκων» . Εξάλλου, το παραμύθι δεν έχει ηλικία. Κρύβει μέσα του παρηγοριά, γνώση, σοφία, αγάπη κι ελπίδα. Τα παραμύθια έχουν την ικανότητα ν’ αντέχουν στο χρόνο και ταυτόχρονα να μεταμορφώνονται στο χρόνο ανάλογα με τον αποδέκτη τους. Στην ενήλικη ζωή χώρος υπάρχει, το θέμα είναι τι γίνεται με το χρόνο, που τρέχει όπως τρέχουν οι δράκοι είτε για να φάνε τα παλικάρια, είτε για να απαγάγουν τις κοπέλες…. Η ψυχολογία του καθενός διαμορφώνει τις αναγνωστικές διαθέσεις.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Η συγγραφή της παιδικής κι εφηβικής λογοτεχνίας b148515για μένα έχει ιδιαιτερότητες. Οι δυσκολίες και οι παγίδες εμφανίζονται μόνο όταν προσπαθείς να μιμηθείς κάποιον και να παρουσιάσεις κάτι ψεύτικο που δεν ταιριάζει στην προσωπικότητά σου. Η ελληνική γλώσσα, εξάλλου, είναι τόσο πλούσια που επιτρέπει στην κάθε ηλικία να εκφραστεί ολοκληρωμένα χωρίς να μπερδεύει το απλό με το απλοϊκό και το λογοτεχνικό με το παραλογοτεχνικό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά κι έχω γράψει. Οι σκέψεις και τα μολύβια μου είναι ελεύθερα κι ανεξάρτητα. Λειτουργούν χωρίς περιορισμούς και άκρως δημοκρατικά στα λευκά σημειωματάριά μου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωb195071ες ακολουθούν το δημιουργό μόνο κατά τη συγγραφή και τη δημιουργία του βιβλίου κατά την έκδοση. Όταν πια αποκτήσουν τα χάρτινα σώματά τους, τότε ανοίγουν τα φτερά τους για άλλες αγκαλιές. Ίσως μόνο κάποιοι ψίθυροί τους να φτάσουν στους δημιουργούς τους μέσω των εντυπώσεων των αναγνωστών.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω πάντα με μολύβι σε μικρά χαρτιά, σε σημειωματάρια και σε μπλοκ. Μου αρέσει πολύ αυτός ο μελωδικός ήχος που παράγεται από τη μύτη πάνω στο χαρτί και κρατά το ρυθμό της σκέψης σε εγρήγορση, που στη συνέχεια μεταμορφώνεται με λέξεις.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; ΑκολIn The Fog Hermann Hesse Acrylουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακολουθώ κάποιο πρωτόκολλο ή τελετουργία. Ένα χαρτί κι ένα μολύβι είναι αρκετά. Η μουσική είναι ευχάριστη συντροφιά. Έχουν υπάρξει, όμως, στιγμές που έγραφα και δεν ακουγόταν τίποτα, γιατί δεν το επέτρεπαν οι συνθήκες. Ο αγαπημένος «Μάνος» κάνει το ζωή μου μελωδικότερη.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Στην Ελλάδα του 2014, αλλά και στα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν, οι σπουδές αποτελούν εχέγγυο για το μέλλον, σίγουρα όμως δεν εξασφαλίζουν το βιοπορισμό. Είμαι απόφοιτη της σχολής ΣΤΕΦ του τμήματος Αυτοματισμού. Η φοίτησή μου διεύρυνε τους πνευματικούς μου ορίζοντες, έμαθα να μην ακολουθώ την αυτοματοποιημένη μάζα, γιατί η ζωή δεν είναι γραμμή παραγωγής. Μεγάλωσα μέσα σ’ ένα βιβλιοπωλείο και πολύ συνειδητά επέλεξα να συνεχίζω να μεγαλώνω μαζί του.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

ΕξαιτίMichael-Endeας της πιεστικής καθημερινότητας και των έντονων ρυθμών της ζωής μου, κάποιες φορές αναζήτησα εκτόνωση στα χαρτιά μου δημιουργώντας ποιήματα κι έμμετρες ιστορίες.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Για τον αγαπημένο μου Μάνο Χατζηδάκι.

Τι γράφετε τώρα;

Πολλά σημειωματάρια διεκδικούν το χρόνο μου. Ιδέες που περιμένουν υπομονετικά τα χάδια των μολυβιών και ιδέες που εδώ και καιρό άπλωσαν τα σώματά τους και περιμένουν να μεγαλώσουν.

Περί ανάxatzid927342γνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Είναι τόσο πλούσια η παγκόσμια και η εγχώρια λογοτεχνία που μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω μερικούς και να τους συγκαταλέξω στους αγαπημένους μου: Καζαντζάκης, Ψαθάς, Τσιφόρος, Ηρόδοτος, Μάρκες, Σμιτ, Γκαλεάνο, Έσσε, Σωτηρίου, Ζέη, Όμηρος, Μίχαελ Έντε, Ζουργός, Εξυπερύ, Γκάρντερ, Αθανασιάδης, Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος, Ελύτης, Σεφέρης, Παπαδιαμάντης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αν αρχίσω να γράφω τα αγαπημένα μου βιβλία, θα γράψω ένα βιβλίο με τίτλους βιβλίων.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ«Ζητείται ελπίς» του Αντώνη Σαμαράκη.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Μ’ έχει γοητεύσει η πένα του νεαρού Κωνσταντίνου Κέλλη, ο οποίος γράφει ιστορίες τρόμου και φαντασίας κι είμαι σίγουρη πως το μέλλον θα επιβεβαιώσει και θα ενισχύσει την εντύπωσή μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο μικρός πρίγκιπας.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ήταν το περιοδικό «Διαβάζω». Μαζί του περνούσα αμέτρητες ώρες, γιατί το κάθε τεύχος του ήταν το εισιτήριο για ένα ταξίδι στον κόσμο της λογοτεχνίας. Οι εποχές αλλάζουν τις συνήθειες. Το περιοδικό σταμάτησε να κυκλοφορεί αφήνοντας σε πολλούς την αίσθηση του αγαπημένου.

 Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Η μυθολογία γεμίζει τις ώρες ανάγνωσής μου.

 Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Φυσικά και διαβάζω κι ενημερώνομαι απtsiforos skitsoό έντυπες κι ηλεκτρονικές κριτικές, περιμένοντας πάντα το πλήρωμα του χρόνου «για να αποκτήσω» και τη δική μου εντύπωση μετά την ανάγνωση.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Θα γυρίσω το χρόνο πίσω στο 1998, στο αεροδρόμιο Αθηνών με προορισμό την Καβάλα. Έχασα την πτήση γιατί διάβαζα τη «Σαλαμπώ» του Γκουστάβ Φλωμπέρ (εκδόσεις Ηριδανός). Μου το είχε χαρίσει μια φίλη κι αυτό που με μάγεψε ήταν ότι έπρεπε να ανοίξω τις σελίδες για να το διαβάσω. Όλη η ανάγνωση μια ιεροτελεστία. Στην κυριολεξία ταξίδεψα στο χρόνο.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ κινηματογράφο περισσότερο. Βλέπετε η όμορφη και παραμυθένια Ξάνθη, όπου ζω, δε φιλοξενεί συχνά θεατρικές παραστάσεις. Ό,τι φιλοξενεί η πόλη μου ή άλλες γειτονικές το παρακολουθώ. Η ταινία «Ψυχή βαθιά» με ενέπνευσε να γράψω μια ιστορία που ακόμη δεν έχω ολοκληρώσει.

Οι εμπειρίες σαPeter-Sisς από το διαδικτυώνεσθαι;

«Το διαδικτυώνεσθαι» είναι σαν μια μαθηματική ακολουθία· άλλοτε σου προσθέτει πληροφορίες κι άλλοτε σου τις αφαιρεί, διαιρώντας πάντοτε το χρόνο σε χρωματιστά pixels.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

OXI!!!

Σας ευχαριστώ για το χρόνο που μου αφιερώσατε και μαζί με τις απαντήσεις σάς στέλνω και δυο σακιά παραμυθοευχές, για να ζήσετε καλύτερα από κάθε βασιλιά…..!

Σημ. Το λάβαμε και ευχαριστούμε. Στις εικόνες: Herman Hesse, Michael Ende, Μάνος Χατζιδάκις, Νίκος Τσιφόρος στο Σκίτσο και μια εικονογράφηση του Peter Sis για την ζωή του Σαιντ Εξυπερύ και του Μικρό του Πρίγκηπα [The Pilot and the Little Prince].

22
Οκτ.
14

Ίταλο Καλβίνο – Τα αμερικανικά μαθήματα

Ελαφρότ1ητα, ταχύτητα, ακρίβεια, οπτικότητα, πολλαπλότητα, η αρχή και το τέλος: έξι θέματα ισάριθμων κειμένων του Ίταλο Καλβίνο που προορίζονταν για διαλέξεις στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ το έτος 1985-1986, περιεχόμενο πλέον του τέταρτου και τελευταίου θεωρητικού του βιβλίου. Είναι γνωστό ότι ο Καλβίνο υπήρξε, αν μη τι άλλο, ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων δοκιμιογράφος, και μάλιστα όχι μόνο σε θέματα λογοτεχνίας αλλά και φιλοσοφίας, πολιτικής, καθημερινότητας, ζωής. Ο λόγος του είναι ακριβώς όπως τον γνωρίζουμε ή τον υποψιαζόμαστε: παλίμψηστος μα και εστιασμένος στο εκάστοτε θέμα, μικροσκοπικός αλλά και ευρύς οργανωμένος και ταυτόχρονα συνειρμικός, γεμάτος αυτούσια παραθέματα, αναλυτικά σχόλια, συνδέσεις, κριτικές παρατηρήσεις, προσωπικές σκέψεις, βιωματικές εξομολογήσεις.

Italo CalvinoΠρώτος σταθμός η ελαφρότητα, που αποτέλεσε και την μυθιστορηματική προβληματική του Κούντερα, στην περίφημη αβάσταχτη εκδοχή της, εκείνη του Είναι. Το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί για τον Καλβίνο μια πικρή διαπίστωση του Αναπόδραστου Βά­ρους της Ζωής: διαπίστωση όχι μόνο των απελπιστικών συνθη­κών καταπίεσης που επικρατούσαν στην άτυχη χώρα του, αλλά κυρίως μιας ανθρώπινης συνθήκης γνωστής ακόμα και σ’ όσους έζησαν αλλού. Για τον Κούντερα, το βάρος της ζωής ενυπάρχει σε κάθε μορφή καταναγκασμού: είναι «το πυκνό πλέγμα δημόσιων και ιδιωτικών καταναγκασμών που τυλίγει ό­λο και πιο ασφυκτικά στις θηλιές του κάθε ανθρώπινη ύπαρξη». Το μυθιστόρημά του μας αποδεικνύει πώς όλα όσα επιλέγουμε και θεωρούμε ανάλαφρα στη ζωή αργά ή γρήγορα αποκαλύπτουν το αβάσταχτο βάρος τους. Ίσως μόνο η ζωντάνια και η ευστρο­φία του πνεύματος να ξεφεύγουν από αυτή την καταδίκη: δύο ι­διότητες που χαρακτηρίζουν τη γραφή του μυθιστορήματος και που ανήκουν σ’ έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν της ζωής.

Italo CalvinoΟ συγγραφέας επιχειρεί να εξηγήσει πώς κατέληξε να θεωρεί την ελαφρότητα αξία και όχι ελάττωμα, σε ποια έργα του παρελθόντος αναγνωρίζει το δικό του ιδανικό ελαφρότητας και με ποιο τρόπο την εντάσσει ως αξία στο παρόν και το μέλλον. Εκκινεί από τον μύθο του Περσέα και της Γοργούς, μεταβαίνει στους σχετικούς στίχους του Οβίδιου, τους συγκρίνει με εκείνους της Μικρής Διαθήκης του Εουτζένιο Μοντάλε και στέκεται στον De rerum natura [Για τη φύση των πραγμάτων] του Λουκρήτιου, το πρώτο μεγάλο ποιητικό έργο στο οποίο η γνώση του κόσμου συνυφαίνεται με τη διάλυση της συνοχής του και με την αντίληψη του απείρως μικρού, κινητού και ελαφρού. Και για τον Οβίδιο, άλλωστε, η γνώση του κόσμου είναι ταυτόσημη της διάλυσης της συνεκτικότητάς του. Ο Καλβίνο εστιάζει στην σκεπτική ελαφρότητα, την ανιχνεύει σε μια νουβέλα από το Δεκαήμερο του Βοκάκιου, στην οποία εμφανίζεται ο φλωρεντινός ποιητής Γκουίντο Καβαλκάντι, διατρέχει τον Συρανό ντε Μπερζεράκ, τον Τζόναθαν Σουίφτ, τον Τζάκομο Λεοπάρντι και καταλήγει στον Καβαλάρη του κουβά του Φραντς Κάφκα.

Στους όλο και πιο συνωστισμένους καιρούς που μας περιμένουν, η ανάγκη μας για λογοτεχνίας πρέπει να στοχεύει στη μέγιστη συμπύκνωση της ποίησης και της σκέψης, γράφει ο συγγραφέας [σ. 77] στο κείμενό του περί itταχύτητας και το νήμα ξετυλίγεται από τους μεσαιωνικούς θρύλους και τα λαϊκά παραμύθια και σκαλώνει στο περίφημο δοκίμιο του Τόμας ντε Κουίνσυ Τhe English Mail – Coach, όπου και αποδίδεται η αίσθηση ενός υπερβολικά σύντομου χρονικού διαστήματος και η σχέση μεταξύ φυσικής και νοητικής ταχύτητας στην σκηνή της επερχόμενης σύγκρουσης μεταξύ δυο αμαξών.

Η μεγάλη επινόηση του Λώρενς Στερν υπήρξε το γεμάτο παρεκβάσεις μυθιστόρημά του, που ακολούθησε αμέσως μετά ο Ντιντερό. Η παρέκβαση/λοξοδρόμηση είναι στρατηγική αναβολής του τέλους, πολλαπλασιασμός του χρόνου μέσα στο έργο, αέναη φυγή. Από τι άραγε; Από τον θάνατο, όπως γράφει στην εισαγωγή του Τρίστραμ Σάντυ ο Κάρλος Λέβι; Ο Καλβίνο στέκει στο άλλο άκρο: αντί για τις παρεκβάσεις εμπιστεύεται περισσότερο την ευθεία γραμμή, με την ελπίδα πως θα συνεχίζει ως το άπειρο· προτιμάει να υπολογίζει την τροχιά της φυγής του, περιμένοντας να εκτοξευτεί σαν βέλος και να εξαφανιστεί στον ορίζοντα…

Η προτίμηση του συγγ5ραφέα για τα σύντομα κείμενα σαφώς σχετίζεται με την ιδιοσυγκρασία του· το έργο του άλλωστε αποτελείται ως επί το πλείστον από “short stories”, όπως τις αποκαλεί εδώ ο Καλβίνο. Η επιλογή του ακολουθεί την αληθινή κλίση της ιταλικής λογοτεχνίας, «φτωχής σε μυθιστοριογράφους αλλά πλούσιας σε ποιητές». Η αμερικανική λογοτεχνία, αντίθετα, έχει λαμπρή παράδοση στα μικρά διηγήματα, και, κατά την γνώμη του, τα αξεπέραστα λογοτεχνικά της αριστουργήματα ανιχνεύονται ανάμεσα στις short stories. Στη συνηγορία του υπέρ των σύντομων μορφών ο Καλβίνο αναφέρει τον Κύριο Τεστ αλλά και πολλά δοκίμια του Πωλ Βαλερύ, τα μικρά πεζοτράγουδα του Φρανσίς Πονζ, τα βραχύτατα διηγήματα του Ανρί Μισώ, και φυσικά τα γραπτά του μεγάλου δεξιοτέχνη της μικρής φόρμας Χόρχε Λουίς Μπόρχες.

4Περί οπτικότητας ο λόγος και ο Καλβίνο δεν μπορεί να μην θυμηθεί τον Δάντη και τις παραστάσεις που προβάλλονται εμπρός του ζωντανές και ομιλούσες, κατόπιν γίνονται οπτασίες και τέλος εικόνες καθαρά νοητικές, όλο και πιο εσωτερικές, σαν να είχε αντιληφθεί εκείνος ο δαιμόνιος ποιητής πως είναι ανώφελη η επινόηση μιας μορφής μετα – αναπαράστασης σε κάθε κύκλο. Επόμενη αναφορά, οι Πνευματικές ασκήσεις του Ιγνάτιου Λογιόλα, άρα και η σχέση της οπτικής επικοινωνίας με την θρησκεία. Χάρη στη συγκινησιακή υποβλητικότητα της εκκλησιαστικής τέχνης ο πιστός πρέπει να ανατρέξει στις σημασίες και καλείται να ζωγραφίσει ο ίδιος στα τοιχώματα του νου του τοιχογραφίες κατάμεστες από μορφές, με αφετηρία τα ερεθίσματα που δημιουργεί στην οπτική φαντασία του μια θεολογική φράση ή ένα ευαγγελικό εδάφιο. Εδώ το πέρασμα από τη λέξη στην οπτική φαντασία είναι ένας τρόπος προσέγγισης βαθύτερων σημασιών. Στο ίδιο κεφάλαιο ο Καλβίνο περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο γράφει μια φανταστική ιστορία: το πρώτο πράγμα που του έρχεται στο μυαλό όταν συλλαμβάνει την ιδέα ενός διηγήματος είναι ακριβώς μια εικόνα.

Και τι μπορεί να γράψει κανείς για την αρχή και το τέλος μιας ιστορίας; Λίγο πριν την έναρξη της συγγραφής έχουμε στη διάθεσή μας όλο τον κόσμο, για την ακρίβεια αυτό που για τον καθένα μας αποτελεί τον κόσμο. Έναν κόσμο ως ατομική μνήμη και ως σιωπitalo-calvinoηρή δυνητικότητα. Κάθε φορά η αρχή είναι η στιγμή της απομάκρυνσης από την πολλαπλότητα των πιθανοτήτων· είναι ακόμα η είσοδος σ’ έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, έναν κόσμο ρηματικό· είναι, τέλος, ο κατεξοχήν λογοτεχνικός τόπος γιατί ο εξωτερικός κόσμος είναι εξ ορισμού συνεχής, χωρίς ορατά όρια.

Κάποτε οι συγγραφείς ξεκινούσαν με μια τελετουργική πράξη, την επίκληση στη Μούσα. Ο Στερν έφτασε στο σημείο να αρχίσει την αυτοβιογραφία του Τρίστραμ από τη σύλληψη και ό,τι προηγήθηκε της γέννησης. Η σύγχρονη λογοτεχνία των δυο τουλάχιστον τελευταίων αιώνων δεν νιώθει πια την ανάγκη να σηματοδοτήσει την έναρξη του έργου μ’ ένα τελετουργικό ή να χαράξει ένα όριο. Οι συγγραφείς γνωρίζουν ότι η ζωή είναι ένας αδιάσπαστος ιστός και κάθε αρχή αυθαίρετη, συνεπώς είναι απολύτως νόμιμο να αρχίζει η αφήγηση in media res, μια οποιαδήποτε στιγμή. Από τα δοκίμια του Μπένγιαμιν και του Άουερμπαχ μέχρι τα έργα του Βοκάκιου και του Κόνραντ, ο Καλβίνο αναζητάει την έναρξη και την λήξη μιας μυθοπλασίας.

Italo Calvino sentado en una BKF en su bibliotecaΤελευταίος και ιδανικός επίλογος αποδεικνύεται ένα από τα τελευταία θεατρικά του Σάμιουελ Μπέκετ, ο Αυτοσχεδιασμός στο Οχάιο. Δύο ολόιδιοι ηλικιωμένοι κάθονται γύρω από ένα τραπέζι. Ο ένας κρατά ένα φθαρμένο βιβλίο και διαβά­ζει: Little is left to tell (Λίγα μένουν να ειπωθούν), και αφηγείται μία ιστο­ρία πένθους και μοναξιάς ενός ανθρώπου, που πρέπει να είναι ο άντρας που ακούει αυτή την ιστορία, μέχρι την άφιξη του άντρα που διαβάζει και ξαναδιαβάζει αυτή την ιστορία, ποιος ξέρει πόσες φορές μέχρι την τελική φράση: Little is left to tell». Ίσως όμως πάντα κάτι ακόμα μένει να ειπωθεί· ίσως για πρώτη φορά στον κόσμο ένας συγγραφέας αφηγείται το τέλος όλων των ιστοριών, Παρόλο, όμως, που όλες οι ιστορίες έχουν ειπωθεί και δεν έχουν απομείνει πολλά ακόμα για να αφηγηθούμε, εξακο­λουθούμε ακόμα να αφηγούμαστε.

Πλήρης τίτλος: Τα αμερικανικά μαθήματα. Έξι προτάσεις για τη νέα χιλιετία. Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. Μαρία Σπυριδοπούλου, σελ. 186. Περιλαμβάνει τον πρόλογο της Έστερ Καλβίνο για την πρώτη ιταλική έκδοση [1988] και δεκασέλιδη εργοβιογραφία. [Italo Calvino, Lezioni americane, 2002].

16
Οκτ.
14

Βάσα Σολωμού Ξανθάκη – Ο γάμος

ANNA BAGENA - ''O GAMOS'' PHOTO_1Θέατρο Μεταξουργείο, Κεντρική σκηνή

Η Άννα Βαγενά γνωρίζει καλά την ηρωίδα της: την πρωτοσυνάντησε στις οικογενειακές διηγήσεις σε κάποιο μπαλκόνι στη Ραψάνη, με τα Αμπελάκια απέναντι σαν μικρά αστεράκια πάνω στο βουνό. Την ξανασυ­νάντησε στις απελπισμένες και τις ευτυχισμένες στιγμές που έζησε η ίδια και αναρίθμητες άλλες γυναίκες που γνώρισε. Κι ύστερα την ξαναβρήκε στις σελίδες του βιβλίου της Βάσας Σολωμού – Ξανθάκη. Έκτοτε συνομιλεί μαζί της στη σκηνή, ή, για την ακρίβεια, δίνει το σώμα της και σε αντάλλαγμα παίρνει την φωνή της. Φυσικά δεν αισθάνεται πως την δικαιώνει, γιατί, όπως έγραψε παλαιότερα, «η Λενάκη όπως και όλες οι γενναίες γυναίκες σαν εκείνη δικαιώθηκαν από μόνες με την ίδια τη ζωή τους». Δεν ευχαριστούν αυτές εμάς, που τις παρακολουθούμε στο σανίδι και προσπαθούμε να συμπάσχουμε, αλλά εμείς αυτές.

ΓάμοςΗ πρώτη παράσταση του «Γάμου» έγινε στο Θεσσαλικό θέατρο το 1994 σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία του Κώστα Τσιάνου. Πέντε χρόνια μετά η παράσταση ανεβαίνει στο Θέατρο «Μεταξουργείο» αφού έκανε το γύρο της σε Ελλάδα και Βαλκάνια, φτάνοντας μέχρι τα χωριά όπου το κοινό δεν χρειαζόταν κανένα εφόδιο για να συμμετάσχει στην ιστορία – την γνώριζε άλλωστε καλά. Φέτος με τα τριάντα χρόνια του Θεάτρου «Μεταξουργείο», οι γάμοι έχουν αλλάξει σε πολλά, ο «Γάμος» όμως παραμένει επίκαιρος και σπαρακτικός.

Σε μια πρώτη ανάγνωση ο πυρήνας του έργου αφορά τα έθιμα και τα τραγούδια του γάμου στα Αμπελάκια της Θεσσαλίας μέσα από τον γάμο της Λενάκης και του Νικόλα. Στην ουσία όλα αυτά είναι ένα διαχρονικό περίβλημα, βαθειά ριζωμένο στον πολιτισμό μας, πρωτεϊκό και τελετουργικό. Αλλά τι γίνεται όταν η τελετουργική εβδομάδα τελειώσει, οι επισκέπτες φύγουν και τα φαναράκια σβήσουν; Μένει ο άντρας με την γυναίκα, ενώπιος ενωπίω. Και δεν είναι μόνο το δέος ανάμεσα στα άγνωστα σώματα και η ζωή που χάσκει άγνωστη μπροστά τους. Εδώ η γυναίκα, επώνυμη και ανώνυμη, φέρει μια μοίρα συλλογική: ζει τη βαναυσότητα ενός αλκοολικού πατέρα, βλέπει την αγάπη του άνδρα της να μεταμορφώνεται σε περιφρόνηση, γεννάει κωφάλαλα παιδιά εξαιτίας της βαριάς κληρονομικότητας του αλκοολικού πατέρα της, αγωνίζεται να ζήσει με αξιοπρέπεια.

ANNA_BAGENA_METAXOYRGEIO520_bΕίναι γνωστές οι απαιτήσεις ενός μονόλογου: ο ηθοποιός πρέπει να αιχμαλωτίσει την προσοχή του θεατή, να πλέξει τις λέξεις γύρω του, να τον εμπλέξει με την ιστορία. Η Βαγενά έχει ταυτιστεί με την ηρωίδα της, αλλάζει διαρκώς ύφος, διάθεση και συναισθήματα, κινείται από τον λόγο στη σιωπή και μετά στο τραγούδι. Ο λόγος της λιτός με ποιητικές εκλάμψεις, μοιράζεται στην απόλυτη ησυχία της σκηνής. Το περιβάλλον εξίσου λιτό – σκηνικά με ξύλινες σανίδες, δυο δοχεία με λίγο νερό, το νυφιάτικο φόρεμα στον τοίχο, ανάμνηση και ειρωνεία μαζί. Και το καλό ρούχο που φοράει, έκφραση μιας βαθειάς αξιοπρέπειας.

Δεν υπάρχει καμία αναβίωση ηθANNA BAGENA - ''O GAMOS'' PHOTO_2ογραφίας εδώ, παρά ένας νόστος για τις πηγές, μια δέηση στην δύναμη την ρίζας, κάποιες λέξεις για την αρχέγονη σοφία με την οποία οι άνθρωποι επιβιώνουν σε μια σκληρή καθημερινότητα. Ένα κείμενο διαρκώς παρόν, για εκείνους που – για να χρησιμοποιήσω τις εκφράσεις που σημείωνα σκόρπιες στο σκοτάδι – «υπομονεύουν», που ζουν σε οικογένεια «που δεν τους ταιριάζει», που απορούν αν με την είσοδό τους σ’ ένα γάμο θα αλλάξει η σειρά των προσώπων που αγαπάει ο σύντροφός τους. Ένα χαμηλόφωνο νεύμα σ’ εκείνους που έχουν μέσα τους μόνο «ένα αδύναμο φωτάκι στην καρδιά», που δεν κλαίνε αλλά όταν συμβαίνει είναι «σαν να ξεμπουκάρει ολόκληρο ποτάμι» και που ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές επιδιώκουν να τα βάλουν κάτω, να τα συζητήσουν, να μη ζουν στο ψέμα. Ή, όπως λέει η ηρωίδα, έτοιμη να αντιμετωπίσει την σκληρή τιμωρητική σιωπή του άντρα της – Αν μ’ ακούσει θα γίνω θεός και θα ξαναφτιάξω τον κόσμο απ’ την αρχή. 

Θεατρική προσαρμογή – σκηνοθεσία και ερμηνεία: Άννας Βαγενά. // Θέατρο «Μεταξουργείο», Ακάδημου 15, Μεταξουργείο. // Τετάρτη – Πέμπτη 20:00, Παρασκευή 21:00, Σάββατο 18:00 και 21:00, Κυριακή 13:00 και 18:30.

Δημοσίευση και στο mic.gr, εδώ.

14
Οκτ.
14

Τζόναθαν Κόου – Expo 58

1Στις μακέτες της απατηλής ειρήνης

Το Τι ωραίο πλιάστικο! υπήρξε ένα από τα συναρπαστικότερα μυθιστορήματα που διάβασα ποτέ – μια σπάνια πρόζα πάνω στην ρύπανση των ιδιωτικών ζωών από την πολιτική διαφθορά και την αντι –οικολογική συνείδηση. Το σπίτι του ύπνου, το δεύτερο πιο αγαπημένο μου μυθιστόρημα του Κόου, βρισκόταν στην άλλη πλευρά, βυθισμένο στην αβυσσαλέα ατομικότητα και στους σύγχρονους μηχανισμούς ελέγχου της ψυχής. Τρίτο στη σειρά θα έβαζα το αμέσως προηγούμενο βιβλίο του, Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ· μια μελαγχολική ελεγεία στην μοντέρνα εποχή που προσπέρασε κάποιους από εμάς. Η Λέσχη των Τιποτένιων και ο Τέλειος Κύκλος αποτελούσαν επίσης υποδείγματα μιας απόλυτα κινηματογραφημένης γραφής που αποτυπώνει ολόκληρους κόσμους με τις πιο απλές λέξεις.

2Σε όλα αυτά τα βιβλία το προσωπικό ύφος του συγγραφέα είναι άμεσα αναγνωρίσιμο, αλλά αναρωτιέμαι αν διάβαζα το Expo 58 με καλυμμένο το εξώφυλλο τι θα πιθανολογούσα ως προς το πρόσωπο του συγγραφέα. Το χιούμορ του είναι σαφώς βρετανικό – αλλά δεν θα μπορούσε να ανήκει στον Ντέιβιντ Λοτζ, στον Μάικλ Φρέιν, στον Τζούλιαν Μπαρνς; Οι πρώτες σελίδες είναι παραπλανητικές αλλά η συνέχεια, μαζί με άλλα στοιχεία, μοιρασμένη σε μια πάντα χαμηλότονη και τρυφερή κωμικότητα, μαζί με το γνωστό γαϊτανάκι χαρακτήρων, ψιθυρίζει «Κόου».

3 - Expo58_BruxellesΟ Τομάς, ο ήσυχος υπάλληλος της Κεντρικής Διεύθυνσης Πληροφοριών (θυμάστε τον αξέχαστο Sam Lowry των Central Services στο Brazil του Terry Gilliam;) επιλέγεται ως το καταλληλότερο πρόσωπο να αναλάβει την παμπ που θα αποτελέσει το επίκεντρο της βρετανικής παρουσίας στην έκθεση Expo 58 στις Βρυξέλες. Ιδού το πρώτο εύρημα που δεν αφήνει ανεκμετάλλευτο ο συγγραφέας: το περίπτερο της «βρετανικότητας»· ο γεωμετρημένος χώρος που θα συμπεριλάβει όλα όσα θέλουν να προβάλουν οι Βρετανοί στην παγκόσμια μεταπολεμική σκηνή.

236Η παμπ ευπρόβλεπτα θα ονομαστεί Μπριτάνια και ο Τόμας θα αναλάβει την διαχείρισή της. Αρχικά έκπληκτος με την αποστολή του, κατά βάθος είναι το καταλληλότερο πρόσωπο: είχε πάντα ανάγκη να πιστεύει πως έξω από τα σιωπηλά όρια του ήσυχου, μεσοαστικού Τούτινγκ, υπήρχε ένας κόσμος ιδεών και κινημάτων κι ένας διάλογος στον οποίο θα μπορούσε ισότιμα να συμμετάσχει. Και όπως ήδη ψυλλιαζόμαστε, θα περάσει όλα τα γνωστά πρότυπα καταστάσεων: θα αντιμετωπίσει την αντίδραση της γυναίκας του Σύβλια, θα αντικρίσει το περιβάλλον της έκθεσης ως έκθαμβος επαρχιώτης και θα γοητευτεί από την Αννέκε, ξεναγό και σύνδεσμό του στις μακέτες της νέας εποχής.

Τι είναι όμως η «βρετανικότητα» και ποια πράγματα θα περιλαμβάνει; Και τι είναι αυτή η Έκθεση; Ιστορική ευκαιρία να συναντηθούν όλα τα έθνη σε ειρηνικό πνεύμα; Ή ποταπό παζάρι, υποκινούμενο από πολιτικά συμφέροντα και οικονομικά συστήματα; Μια δοκιμή συμβίωσης ανθρώπων διαφορετικών εθνικοτήτων που τελικά δεν διαφέρουν και τόσο πολύ; Και μπορεί κανείς μέσα σε αυτό το κλίμα της απόλυτα σύγχρονης ζωής που αφήνει πίσω της τους συντηρητισμούς και τα λάθη του παρελθόντος να βιώσει την προσωπική του ελευθερία, να κοιτάξει πίσω στη ζωή του και να τη δει με καθαρά μάτια;

Είναι εμ4φανές ότι ο Κόου αφήνει την απόλυτα προσωπική του γλώσσα και τιμά τα είδη που ο ίδιος αγάπησε ή θέλησε να παίξει μαζί τους: την καυστική πρόζα των φλεγματικών Βρετανών Χένρι Φίλντινγκ και Κίνγκσλεϋ Έιμις, τους προαναφερθέντες επίγονους, τις κλασικές βρετανικές προπολεμικές και μεταπολεμικές κωμικές ταινίες (ιδίως εκείνες των Ealing Studios από την δεκαετία του ’50) και βέβαια τα κατασκοπευτικά και ψυχροπολεμικά μυθιστορήματα, η παρωδία των οποίων μέσα στο έξυπνο κείμενο του τα κάνει να φαίνονται τόσο βαρετά και τόσο οικεία μαζί.

wpid717-dhooge_restored_001Όπως πάντα εδώ διατίθεται σε σωστές δόσεις το καυτερό συστατικό της (αυτο)ειρωνείας, που σαν ρευστή ουσία εισχωρεί σε κάθε βεβαιότητα. Όταν ο Τόμας οδεύει προς την Καμπίνα 419 του Motel Expo, όπου θα μείνει για τους επόμενους μήνες, συγκρίνει αυθόρμητα το συγκρότημα των κτιρίων με στρατόπεδο αιχμαλώτων. Όταν πηγαίνει στο δωμάτιό του βρίσκεται να συγκατοικεί με τον σοβιετικό συντάκτη του περιοδικού Σπούτνικ. Στην έκθεση τα περίπτερα της Αμερικής και της Σοβιετικής Ένωσης στήνονται το ένα δίπλα στο άλλο. Έξω από το περίπτερο του Βελγικού Κονγκό τουρτουρίζει ένας ημίγυμνος ιθαγενής, ασυνήθιστος στην βορειοευρωπαϊκή ψύχρα. Και όλοι έχουν έρθει να πουλήσουν τον εαυτό τους στον υπόλοιπο κόσμο. Ένας διαρκώς μεταβαλλόμενος, παραισθησιακός κόσμος αμφίβολων συμμαχιών και άδηλων κινήτρων.

Αλλά είjonathan-coeναι εκεί ακριβώς η περιοχή του καθαρού χιούμορ όπου ο Κόου βρίσκεται στα καλύτερά του, όπως το απολαυστικό δεκαπεντασέλιδο της αλληλογραφίας ανάμεσα στον Τόμας και την γυναίκα του [σ. 147 – 164]. Μέσα από ευπρεπείς φιλοφρονήσεις και τρυφερά λόγια, αμφότεροι βρίσκουν την ευκαιρία να ταράξουν το ένας τον άλλον με τρομερή ειρωνεία, υπόνοιες απιστίας, γελοιοποιητικές ενθυμήσεις και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Η κυρία βέβαια κερδίζει στα σημεία, καθώς τον καθησυχάζει για την μοναξιά της, διηγούμενη πόσο συχνά έρχεται ο καλός της γείτονας, μεσόκοπος κύριος Νόρμαν Σπαρκς, για να την συνδράμει σε ό,τι χρειαστεί.

Η ιδέα της συναδέλφωσης των λαών μπblog-24-1958-DS-expo-Bruxellesάζει εξαρχής. Ο καθένας διεκδικεί μια δήθεν ηθική ανωτερότητα, προσποιούμενος ότι είναι κάτι διαφορετικό, ενώ όλοι είναι απελπιστικά – ή πιθανώς και παρηγορητικά – ίδιοι. Κι όμως, υπήρξε αυτή η εποχή της αισιοδοξίας, μόνο που στην πίσω της πλευρά απλώς συνεχιζόταν ο πόλεμος με άλλα μέσα. Τελικά η μόνη επανάσταση μπορεί να είναι η προσωπική; Και τελικά όλη αυτή η εμβάπτιση στην νέα ζωή δεν υπήρξε για τον Τόμας παρά μια ευκαιρία να ζήσει μια αληθινή ερωτική ιστορία; Γιατί όπως φαίνεται, στο τέλος οι χαρακτήρες θα διαπιστώσουν πως είναι κομπάρσοι της ζωής στην οποία νόμιζαν ότι θα διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο. Στην καλύτερη περίπτωση θα παραμείνουν πρωταγωνιστές της δικής τους ζωής. Και πάλι, όχι απόλυτα: ο Τόμας δεν θα κάνει ούτε εκεί την υπέρβαση: θα μείνει πιστός στους ρόλους που είχε, δοτούς ή επίκτητους, πριν από την ματιά του στον Θαυμαστό Μοντέρνο Κόσμο.

Εκδ. Πόλις, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, 2013, 362 σελ. [Jonathan Coe – Expo 58, 2013]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 166/Ιn the year 5858.

11
Οκτ.
14

Μικρή ραδιοφωνική συνομιλία

P1030916

Ευχαριστώ θερμά τον Δημήτρη Φύσσα και την εκπομπή του Αθήνα το Φελέκι σου στο ραδιόφωνο του Αθήνα 9. 84 για την συνομιλία μας για το Πανδοχείο.

Μιλήσαμε για την επιθυμία μου να ασκήσω σε ένα ηλεκτρονικό μέσο παρουσίασης βιβλίων την παλιά τέχνη των έντυπων μουσικών φανζίν (να γράφω μόνο για ό,τι με συνάρπασε ή έστω με γοήτευσε, με πάντα με πλήρη υποκειμενικότητα και με απόλυτα προσωπική γλώσσα) και για όλες τις χαρές και τις παγίδες της φιλοξενίας των αναγνώσεων που μας καθόρισαν και μας καθορίζουν.

Η ραδιοφωνική ώρα του συγγραφέα και δημοσιογράφου οικοδεσπότη μου θυμίζει το ραδιόφωνο που έχω αγαπήσει: εκείνο που σε εμπνέει να συνεχίσεις να απολαμβάνεις τον Πολιτισμό.

08
Οκτ.
14

Ζιλμπέρ Λασκό – Η Κοκκινοσκουφίτσα παντού

σάρωση000148 ζωές για ένα κατακόκκινο κορίτσι

Και ο λύκος με περιμένει να κόψω τα φουντούκια, να κυνηγήσω τις πεταλούδες, να μαζέψω τα λουλουδάκια, να διασχίσω το δασάκι, να μπω στο σπίτι, να του πάω μια πίτα κι ένα βαζάκι βούτυρο, να γδυθώ, να γλιστρήσω στο μεγάλο κρεβάτι και να του ζητήσω να με φάει». Αυτά λέει η Κοκκινοσκουφίτσα. Η φωνή της είναι απαλή και λάγνα. [σ. 28]

Θυμάμαι καλά ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο γεμάτο σύντομες ιστορίες, ευφυείς, παράδοξες και παράξενα πειστικές. Το βιβλίο λεγόταν Ένας ναρκοθετημένος κόσμος [Εστία, 1986, μτφ. Δανάη Μιτσοτάκη] και ο συγγραφέας του Ζιλμπέρ Λασκώ [με ωμέγα]. Εκείνες οι σύντομες πρόζες, ικανές να φτιάξουν το δικό τους κόσμο η καθεμιά σε λίγες μόνο γραμμές, αποτελούσαν ιδανικό ανάγνωσμα σε μια από τις ραδιοφωνικές εκπομπές που πλοηγούσα τότε στο Ράδιο Κιβωτός Και να που ξανασυναντώ τον «ολιγόλογο» συγγραφέα σε ανάλογες ακαριαίες αφηγήσεις αλλά με μια κοινή θεματική. Και τι θεματική! Το κατακόκκινο κορίτσι όπως δεν ήταν, όπως κατά βάθος ήταν ή όπως θα μπορούσε να είναι, και μάλιστα σε κάθε δυνατό χρόνο, τόπο και περίσταση.

Le-Petit-Chaperon-rougeΟ Λασκό [Στρασβούργο, 1934], συγγραφέας βιβλίων λογοτεχνίας και αισθητικής, κριτικός τέχνης, πανεπιστημιακός καθηγητής και ερευνητής στην έδρα «Τερατοσκοπίας και Δεινογραφίας» του Κολεγίου Παταφυσικής, αφιερώνει το βιβλίο του στον Ζαν Πιερ Ενάρ [Jean – Pierre Enard], που επίσης έγραψε πάνω στην Κοκκινοσκουφίτσα και σε άλλες ηρωίδες του Charles Perrault Παραμύθια που θα κάνουν τις Σκουφίτσες να κοκκινίσουν. Φαίνεται πως υπάρχει μια σειρά δαιμόνιων μυαλών που γνωρίζουν καλά τις κρυμμένες αφηγήσεις και τα ενδεχόμενα νοήματα των μύθων, των παρα – μύθων και των παραμυθιών. Ή έστω τα επινοούν.

Little Red Riding Hood, by Gustave Dore (d. 1883Κι έτσι εδώ έχουμε σαράντα οκτώ παραλλάξεις και μεταλλάξεις, λοξοδρομήσεις και παρεκκλίσεις, επιτονισμούς και υποσημειώματα πάνω και κάτω από την ιστορία του πορφυρού κοριτσιού που άφησε την αθωότητά του – την όποια του αθωότητα – τροφή – σε ποιους; Για παράδειγμα: ας φανταστούμε την Κοκκινοσκουφίτσα να έχει μόλις κλείσει τα σαράντα και να μοιράζεται το ίδιο επάγγελμα με τους εραστές της (: φορτηγατζήδες), συνεπώς αν έχει μεγάλα χέρια είναι για να κρατάει καλύτερα το τιμόνι του φορτηγού ψυγείου της κι αν έχει μεγάλα δόντια είναι για να τρώει καλύτερα στα φαγάδικα του αυτοκινητόδρομου. Φυσικά θα φοράει κόκκινα – τζάκετ, παντελόνι, κασκέτο, εσώρουχα, κάλτσες – και στα σι – μπί θα αποκαλείται ακόλαστη ντομάτα ή τρελαμένο κεράσι. Και θα έχει μια αμυδρή ανάμνηση από κάτι που κάποτε παρά λίγο να της συμβεί…

Είναι πάντα βιαστιlittle_red_riding_hood_by_mainaκή. Δε χρονοτριβεί ποτέ. Δε στα­ματάει στα πάρκινγκ για να κυνηγήσει πεταλούδες. Όταν βάζει βενζίνη, δεν κόβει φουντούκια από τις φουντουκιές δίπλα στα βενζινάδικα. Δε μαζεύει τα λουλουδάκια που μα­ραίνονται στα κράσπεδα των αυτοκινητόδρομων. Παίρνει πάντα τον πιο σύντομο δρόμο. Ξέρει ν’ αποφεύγει τα μποτι­λιαρίσματα. Λέει καμιά φορά: «Δε μ’ αρέσει να χασομεράω. Ένα χασομέρι κάποτε, παραλίγο να μου στοιχίσει ακριβά». [σ. 12]

Δηλώσεις, συνυποδηλώσεις, νοήματα και απονοήματα του κόκκινου χρώματος, επίσης όλα δεκτά. Αν την συναντήσουμε στη Γενεύη του 1915, μπορεί να προσφέρει το κόκκινο σκουφάκι της στον Λένιν, να το κάνει σημαία μιας μελλοντικής επανάστασης. Εκείνος θα αποδεχτεί το δώρο, χωρίς να πολυπιστεύει ότι κάτι τέτοιο θα κυματίσει μια μέρα στον ουρανό της αγίας Πετρούπολης, αλλά πώς να την κακοκαρδίσει;

Εδώ περιλαμβάνονται και εκείν1471897_614801351909860_16877721_nα που αρνηθήκαμε να σκεφτούμε: πως οι ήρωες των παραμυθιών γερνούν όπως κι εμείς ή ότι ήταν εξαρχής συφοριασμένοι. Δεν φανταστήκαμε, ας πούμε, την Κοκκινοσκουφίτσα άποδη και μονόφθαλμη και τον λύκο κουτσό και ξεδοντιάρη, να μην έχει ούτε την δύναμη να δαγκώσει. Ούτε την αντιστροφή του μύθου, το κορίτσι να ταπεινώνει τον λύκο χρησιμοποιώντας το σώμα του σαν χαλάκι, καθώς σκουπίζει πάνω του τα τσόκαρά της. Ή το αιώνιο δίλημμα: ο λύκος κλείνεται σ’ ένα κλουβί ζωολογικού κήπου όπου θυμάται αμυδρά την γυμνότητα της Κ. όταν γλιστρούσε στο κρεβάτι της γιαγιάς της και δεν είναι πια σίγουρος αν ήθελε να τη φάει ή να της κάνει έρωτα.

bild03Από την άλλη η Κοκκινοσκουφίτσα καταδικάζεται να μην μπορεί να ησυχάσει ποτέ. Ακόμα κι αν βρεθεί δηλαδή στον Βόρειο Πόλο και σπεύδει στο ιγκλού της γιαγιάς της, θα την παραμονεύει μια τεράστια πολική αρκούδα, ενώ στο βυθό του Ειρηνικού θα μάχεται με τους καρχαρίες στο δρόμο για το βυθισμένο υποβρύχιο όπου κατοικεί η γιαγιά της. Σε κάποιον άλλο πλανήτη θα σταυρώνεται από μια συμμορφία αγρίων με κεφάλι λύκου ενώ δώδεκα μαθήτριες της Εσταυρωμένης πιστεύουν ακράδαντα ότι είναι η εγγονή μιας Θεάς. Και στην υπ’ αριθμόν 18 εκδοχή, θα φαγωθεί από την ίδια την γιαγιά της και ο ερωτευμένος λύκος θα εκδικηθεί για τον θάνατό της.

JCgravurePCRlivredartisteΟι αντι – ιστορίες του συγγραφέα χωρούν σε μια σελίδα ή σε μια παράγραφο ή σε λίγες λέξεις, άρα θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ακαριαία παραμύθια και ως σχέδια – ιδέες για μεγαλύτερες συνθέσεις φαντασίας και ονείρου. Σε κάθε περίπτωση, εδώ υπάρχει ένα μεγάλο παιχνίδι, και σ’ αυτό το παιχνίδι ο συγγραφέας γνωρίζει, όπως γράφει ο μεταφραστής στην ανάλογης έκτασης εισαγωγή του, πως η μεγάλη λογοτεχνία δεν φοβάται ούτε να αρκεστεί στη μικρή φόρμα, ούτε να παίξει απανωτές παρτίδες με την γλώσσα, τους μύθους και την Ιστορία.

Στην ο11-05PCR25-Le-petit-chaperon-rouge@Elisabeth-Carecchio-HDριακότερη αντιστροφή, οι φωτοστεφανωμένοι λύκοι περικυκλώνουν και τρώνε την μοχθηρή παιδούλα, την ενσάρκωση του Κακού. Διονυσιασμός και επικράτηση του Καλού, στην ίδια πράξη. Σε μια άλλη εξωφρενική εκδοχή (λες και κάποια είναι εσωφρενική ή «λογική»), η μικρή ξυπνάει την Ωραία Κοιμωμένη για να μοιραστούν μια χιλιόχρονη συμβίωση. Κάποτε άλλοτε μπαίνει στη θέση άλλων κοριτσιών σε ζωγραφικά έργα τέχνης (όπου και ο λύκος προφανώς αντικαθιστά τον εκάστοτε σκύλο). Μια φορά ζητείται και η συνδρομή της επιστήμης, και δη του Αλμπέρ Μαντάλ, του Κέντρου Ερεύνης και Αναλύσεων Μύθων στο Κεμπέκ σύμφωνα με τον οποίο «η θηριωδία του λύκου δεν είναι παρά η αυταρχική προσήνεια της γιαγιάς, που συνεχίζεται με άλλα μέσα. Σ’ αυτό το παραμύθι, η γιαγιά είναι ήδη λύκος, κι ο λύκος είναι ακόμα η γιαγιά».

Αλλά εκείνο που θα κυριαρχεί, θα είναι το αναπότρεπτο. Και ιδίως το αναπότρεπτο του έρωτα. Εδώ το ορίζει η στιγμή που πέφτει το μάνταλο – η κορυφαία και κρίσιμη στιγμή στην ιστορία της Κ.· τότε είναι που η παγίδα κλείνει και η μοίρα δρομολογείται…

Όταν η Κοκκινοσκουφί­τσα τραβJuvenile-Illustration-Red-Riding-Hood-French1άει τη σφηνούλα, πέφτει στην ποντικοπαγίδα. Τετέλεσται. Δεν μπορεί πια να γυρίσει πίσω, δεν μπορεί καν να σταματήσει το χρόνο, Πριν απ’ αυτά, όλα ήταν ακόμα εφικτά. Πριν, η Κοκκινοσκουφίτσα μπορούσε να ταυτίζεται με τις πεταλούδες, πλάσματα εφήμερα, με την αλαφράδα τους, το κυμάτισμά τους σε μια γενικότερη θολότητα. Μπορούσε ν’ ακτινοβολεί σαν λουλουδάκι. Όμως, από τη στιγμή που το μάνταλο πέφτει, γίνεται εδώδιμο προϊόν, σαν πίτα η σαν βαζάκι βούτυρο, ένσαρκη τροφή δίπλα σε άσαρκες. Το μάνταλο που πέφτει, προαναγγέλλει το πέσιμο του φου­στανιού και της κιλότας του κοριτσιού όταν, για να πλαγιά­σει πλάι στο λύκο, γδύνεται κι αφήνει να πέσουν τα ρούχα της στο κερωμένο παρκέ. [σ. 61]

Και πάντως πάντα θα υπάσάρωση0003_ρχει κι ένα κακόφημο προάστιο, και η τετρασέλιδη ιστορία του βιβλίου φυλάσσεται για τις τρεις συμμορίες του, τις Κοκκινοσκουφίτσες – διαρρήκτριες, παραχαράκτριες, κοκότρες και λησταρχίνες – Γριες (μεθύστρες, πλύστρες, μαυλισμένες και άλλα) και τους Λύκους, που συναντιούνται σε καταγώγια, οργιάζουν, ενώνουν τα όπλα τους, ριψοκινδυνεύουν τη ζωή τους και καταλαμβάνουν τη Βαστίλη. Εκείνη του 1789, λέει ο συγγραφέας, αλλά και την κάθε Βαστίλη, προσθέτω κι εγώ. Γιατί σε αυτές τις ιστορίες γκρεμίζονται όλες οι φυλακές της έμπνευσης και της φαντασίας.

Εκδ. Opera, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, 2011, σελ. 69 [Gilbert Lascault, Le Petit Chaperon Rouge partout, 2007].

ΥΓ. Παρακαλώ σε μια επόμενη έκδοση μη ξεχάσετε τον χορτοφάγο Λύκο.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. / Βιβλιοπανδοχείο, 165.

06
Οκτ.
14

Ευγένιος Αρανίτσης – Ιστορία των ηδονών

aranitsis_

Η ταξινόμηση των ηδονών φυτρώνει πάνω στην ανάγκη να τις οικειοποιηθούμε: απ’ τη στιγμή που απαριθμούμε τα μέρη του όλου, αυτό το όλο γίνεται κατανοητό και κατοικήσιμο. Για τον ταξινομητή αυτού του είδους, η περιοχή των απολαύσεων δεν είναι πια ένας ρευστός, μυστηριώδης περίγυρος αλλά ένας σοφός, πλήρης και κλειστός κατάλογος ονομάτων. [σ. 401]

Σε οριακές προσωπικές περιόδους όπως αυτή, η επιστροφή στα ράφια της βιβλιοθήκης με τα προσωπικά θησαυρίσματα είναι δεδομένη. Αναζητώντας και πάλι τις σκέψεις που θα δικαιολογήσουν και θα αντιλογήσουν στις αντίστοιχες δικές μου, ανοίγω για άλλη μια φορά την κειμενική αυτή βίβλο του συγγραφέα. Θυμάμαι καλά πως στο τελευταίο μέρος βρίσκονται οι γνωστές, εκτενείς θεματικές συνθέσεις του: Ιστορία των ονομάτων, των φετίχ, των παιχνιδιών, του αλκοόλ και εξίσου μεγάλα κείμενα για την τεμπελιά, το τέλος της μυθολογίας του ρούχου και την ταξινόμηση των ηδονών. Διαβάζω λοιπόν για άλλη μια φορά μια Ιστορία των φετίχ, χωρισμένη σε ευλαβικά αριθμημένες ενότητες: εδώ βρίσκονται τα βιβλία και το μαχαίρι (στα οποία μας μύησε ο Μπόρχες), τα αντικείμενα που έρχονται από τα βάθη του χρόνου, το παρελθόν το ίδιο, τα σύμβολα, τα πράγματα και τα έπιπλα, τα υφάσματα και τα υλικά, οι κούκλες και τα αγάλματα, το μετάξι και τα εσώρουχα, τα μαλλιά, τα παπούτσια και τα πόδια…

Dorina Costras

Η Λολίτα και η Όλγα του Ναμπόκοφ, η Ελβετία του Πίτερ Μπίξελ και η Καραϊβική του Χέμινγουέη, ένα όνειρο του Χέλντερλιν, τα παραμύθια φρίκης του Χάουαρντ Λόβεκραφτ και τα αφηγήματα του Ντάσιελ Χάμμετ, ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και οι Γκρίμ, ο Λευκάδιος Χερν και ο Σλαβομίρ Μρόζεκ, ο Τσαρλς Μπουκόφσκι και ο συγγραφέας Γούντυ Άλλεν κ.ά. έχουν περίοπτη θέση σε αυτή την σαφώς ατελή, όπως γράφει ο ιστοριογράφος της στον επίλογο, Ιστορία, που ξετυλίγεται σε πέντε μεγάλα κεφάλαια [1. Οι αφηγήσεις, 2. Η ποίηση, 3. Η έρευνα, 4. Το μυστήριο και το γέλιο, 5. Οι μύθοι]. Και βέβαια το βιβλίο είναι γεμάτο με κείμενα για βιβλία.

Antonio López García, Atocha, 1964

Το Βιβλίο των Ηδονών του ρομαντικού επαναστάτη Ραούλ Βανεγκέμ είναι ένα συναρπαστικό μανιφέστο και δοκίμιο μαζί, όπου η εκλογή του καθαρού υλισμού κάνει τον συγγραφέα με τις σιτουασιονιστικές καταβολές να μοιάζει με καθαρόαιμο απόγονο όχι πια του Κροπότκιν, του Μάρξ ή του Στίρνερ   αλλά του Σάντ, τού Φουριέ και τού Ντιντερό. Εδώ η επανάσταση (αγαπημένη λέξη των Γάλλων) δεν εκφράζει την κατάργηση της εκμετάλλευσης του ανθρώπου ούτε την ισότητα και την δικαιοσύνη αλλά τον έρωτα, την ποίηση, την χίμαιρα, την μέθη και την γιορτή – Την Απόλαυση. Το Αμερικάνικο Όνειρο, από την άλλη, το χαρακτηριστικότερο βιβλίο του Μέιλερ, φανερώνει περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο όχι το ηθικό ή το βιολογικό, αλλά το στρατηγικό περιεχόμενο του έρωτα, με δυο λόγια το παιχνίδι του αδιέξοδου (Ματ, καλέ μου φίλε, ψιθυρίζουνε οι νεράιδες στον ήρωα): να διαλέξεις ανάμεσα στην ήττα ή την μοναξιά, ανάμεσα σε δυο χαμένες θέσεις.

Thérèse του Balthus

Στο κείμενό του Φερντυντούρκε, το ποίημα της εφηβείας ο Αρανίτσης διακρίνει την οριακή τριάδα του μείζονος αυτού έργου. Σαν ερωτικός συγγραφέας ο Γκόμπροβιτς στριφογυρίζει γύρω από ένα και μοναδικό αντικείμενο: την εφηβεία. Η εφηβεία είναι βέβαια ανώριμη, κι αυτό είναι που συγκινεί τον μυ­θιστοριογράφο και ίσως ανταμείβει τον αναγνώστη, γιατί η ανωριμότητα είναι το σχήμα που δίνουμε σ’ αυτή την σύντομη άνοιξη τού κορμιού, είναι ο δρόμος απ’ όπου ή επιθυμία μπορεί να περνάει καθαρή σαν χρυσάφι και ειλικρινής σαν εξομολόγηση. […] Η εφηβεία δεν είναι μια περίοδος τής ανθρώπινης ζωής αλλά μια παράσταση πού παίζεται σε ρυθμό γενι­κού εξευτελισμού των πάντων. Ύστερα, ο μύθος του Φερντυντούρκε είναι ακριβώς ο μύθος της ηρωικής επιστροφής στην παιδική ηλικία. Ένας συγγραφέας ξαναγυρίζει στα θρανία του γυμνασίου για να διδαχτεί απ’ την αρχή τη γραμματική και τη γλώσσα Αλλά τα θρανία είναι στην πραγματι­κότητα πηγές σκανδάλων και προστυχιάς. Και τέλος, η μορφή του Φ. αποτελεί μια …παρωδία της μορφής και η περίεργη σχέση πού καλλιεργεί αυτός ο σκυθρωπός Πολωνός ανάμεσα στο δράμα της μορφής και στο δράμα της εφηβείας (δράμα για όσους τη βλέπουν απέξω) είναι ακριβώς η κλειδαριά των μυστικών του Φερντυντούρκε.

Julien Pacaud, Butterfly Factory

Εφόσον παραμένουμε σε επικράτειες παιδικής ηλικίας, επόμενο είναι να συναντήσουμε τον πολυδιαβασμένο όλων ημών Νάσο Θεοφίλου, της γενιάς του ’70. Μόνο που αυτός ο όρος, γράφει ο Αρανίτσης, δεν στεγάζει παρά χίλιες λυπηρά διαφορετικές περιπτώσεις, ενώ ορισμένοι θεωρητικοί του παραμυθιού της «Γενιάς» επιμένουν να μιλάνε για ένα είδος συλλογικής λoγoτεχνικής εξόρμησης πού θυμίζει κάπως την Απόβαση στη Νορμανδία – και τελικά «το ταλέντο (τρυφερό και ανέμελο Παιδί τής Μοναξιάς) είναι τελικά περισσότερο δυσεύρετο απ’ όσο φαντάζονται». Κι όμως, εμείς το θυμόμαστε καλά και συμφωνούμε απόλυτα: ο σουρεαλισμός του Ερημόπολη είναι ακριβώς ένα παιδι­κό όνειρο (ο ποιητής, όπως και ο ερωτευμένος, σώζει μέ­σα του ανέπαφο το Παιδί), ένα μακρύ δοκίμιο πάνω στο χιμαιρικό πεπρωμένο τής παιδικής ηλικίας. Αυτός ο Παράδεισος (όπως όλοι οι Παράδεισοι) είναι κατά κάποιο τρόπο απαλλαγμένος απ’ την ενοχή, κι έτσι στον μονα­χικό του κάτοικο δεν απομένει παρά να γεύεται κατά βούληση όλα τα απαγορευμένα φρούτα των παράδοξων συνδυασμών. Και η πρόζα του συγγραφέα συσσωρεύεται μια μοναδική στιγμή της λoγoτεχνίας: η βλάστηση τής Λέξης. Γιατί η Λέξη εδώ είναι πραγματικά ένα φυτό που βλασταίνει.

9782290305959FS

Παραπλεύρως της [μη] ενοχής, στις Έντεκα χιλιάδες βέργες του Απολλιναίρ η ποίηση και η πορνογραφία μοιράζονται διακριτικά ορισμένα ύποπτα ενδιαφέροντα: το κυνήγι της ανώριμης ομορφιάς, μία πονηρή εκτίμηση της εφηβείας, τον εξωτισμό, μία εσωτερική ροπή προς τη χλιδή, μία ρομαντική και λιγάκι γελοία εκμετάλλευση της αθωότητας και μία κάπως ανατολίτικη εμπιστοσύνη στις υποσχέσεις της φαντασίας να εκπληρώσει τους πιο υπερβολικούς πόθους. Ο κατάλογος του Αρανίτση είναι ακριβής, όπως και η διαπίστωσή του, πως τόσο ο ποιητής όσο και ο πορνογράφος γράφουν την Ιστορία του σώματός τους, κάποτε απαριθμώντας τις άγονες απολαύσεις της σάρκας.

Αλλά εδώ υπάρχει και μια άλλη ερεθιστική βεβαιότητα: το σεξ στον Απολλιναίρ είναι πολύ πιο μοντέρνο και ηδονικό απ’ ότι, για παράδειγμα, στον Σαντ, γιατί είναι θεμελιωμένο και στην ενοχή. Και η ενοχή – παρά­ξενη μοίρα που ποτίζει τη φαντασία με την πολύτιμη ζάχαρη τής λίμπιντο και ανάβει μέσα στην εφευρετικότητα των απολαύσεων τη γλυκιά φλόγα της ανασφάλειας και της ανυπομονησίας – δεν εμποδίζει βέβαια καθόλου τον Απολλιναίρ να μετατρέψει τις Έντεκα χιλιάδες βέργες σε μια μικρή αλλά έγκυρη πορνογραφική εγκυκλοπαί­δεια που, αντίθετα απ’ το Κάμα Σούτρα δεν περιφρονεί καμιά απ’ τις ηδονές. Ένας ακόμα κατάλογος ακολουθεί, με τις σημαντικότερες από αυτές, που μοιάζουν συνδέσεις λογοτεχνίας και κόλασης, ευθύτερες από τους πόθους των Ζενέ και Μπατάιγ.

ZAZIE DANS LE METRO 3

Πίσω στην παιδική ηλικία και στην Ζαζί στο μετρό. Όσο κι αν υπήρξε παρωδία κάθε Πολυάννας ή Δυο ορφανών, η Ζαζί είναι αρκετά έξυπνη ώστε να ξέρει τι της γίνεται, εφευρετική στις ζαβολιές της, δαιμόνια στον τρόπο να φέρνει τους άλλους σε δύσκολη θέση, ανταποκρινόμενη, θαρρείς, σε μια αξιοπερίεργη, κυνική ευτυχισμένη αντίληψη για τη ζωή. Και όσο εκείνη ρίχνει τους μνηστήρες της σε διασκεδαστικές παγίδες σκανδαλιάρικης διπλωματίας, ο συγγραφέας της Ραιημόν Καινώ τα βγάζει πέρα με την σειρά του, πλέκοντας σε ένα τόσο «χοντροκομμένο» θέμα μια πλήρη δαντέλα ειρωνικών τεχνασμάτων.

zazi

Η Ζαζί είναι μια προσπάθεια να δούμε την τρέλα του σύγχρονου κόσμου απ’ την κωμική της πλευρά, τονίζει ο συγγραφέας, και αυτή η επικίνδυνη προσπάθεια πετυχαίνει χάρη στην κρυφή απόσταση από την οποία ο Καινώ βλέπει το θέμα του, οχυρωμένος πίσω απ’ το τρίτο πρόσωπο της αφήγησης. Και αν είναι αλήθεια ότι οι πιο ρεαλιστικές στιγμές του έργου είναι εκείνες ακριβώς που διακηρύσσουν μια έλλειψη πίστης στην πραγματικότητα, και αν σκεφτούμε λογικά (οπότε η τέχνη παύει να μας ενδιαφέρει) ότι η αθλιότητα δεν έχει τίποτα το αστείο, και πάλι θα παραδεχτούμε ότι στα χέρια του Καινώ όλα αυτά σε μετατρέπονται σε λόγο, διασκέδαση και μυστικό έρωτα με το πονηρό χαμόγελο της Ζαζί.

Εκδ. Άκμων, 1982, [Άκμων/Λογοτεχνία, 15], σελ. 436.

Σημ. Όπως πάντα χρησιμοποιούμε την ορθογραφία και τους τονισμούς του εκάστοτε συγγραφέα.




Οκτώβριος 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.035.723 hits

Αρχείο