Αρχείο για Σεπτεμβρίου 2014

29
Σεπτ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 164. Ειρήνη Σουργιαδάκη

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίων σας;

Το πρώτο μου βιβλίο, «Το αγόρι με τα μαγικά δάχτυλα», είναι μάλλον παιδικό, διασκευή ενός παραδοσιακού νορβηγικού μύθου για ένα παιδί που ακολουθεί την πιο δυνατή επιθυμία του. Το «Ποστ.», το δεύτερο και εκείνο που νιώθω περισσότερο δικό μου, περιλαμβάνει μια σειρά από επιστολές που ακροβατούν ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, το πραγματικό και το φανταστικό, όλες απελπισμένες με τον τρόπο τους και όλες τελικά ανεπίδοτες, και που δε σταματούν παρόλ’ αυτά να αναζητούν τον παραλήπτη τους στον αχανή κόσμο και στον αχανή χρόνο.

Πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους τα γράψατε;

b161689Το πρώτο ξεκίνησε σαν κείμενο παράστασης, παραγγελία ουσιαστικά από την ομάδα κουκλοθεάτρου Ανταμαπανταχού. Ολοκληρώνοντάς το όμως, είχα την τύχη να γνωρίσω το Γιώργο Τσόπανο, ο οποίος το εικονογράφησε, και έκτοτε συνεργαζόμαστε σταθερά. Το «Ποστ.» δε γράφτηκε μονομιάς, ούτε είχε από πίσω του εκ των προτέρων το κονσεπτ της επιστολογραφίας. Περιλαμβάνει κείμενα γραμμένα σε διαφορετικούς χρόνους, στην Αθήνα και την Αμοργό, που τα γυροφέρνουν οι εμμονές της ατέλειωτης αναμονής, της μη ολοκλήρωσης, του εξ αρχής ματαιωμένου, του οριστικού χαρακτήρα της απώλειας και του παρελθόντος. Γιατί πιο συχνά απ’ οτιδήποτε ονειρεύομαι μια έξοδο κινδύνου.

Γράφετε ποίηση και πεζογραφία (διηγήματα που δημοσιεύονται σε περιοδικά, μικρές φόρμες στο ιστολόγιό σας). Τι υπερισχύει περισσότερο και για ποιο λόγο;

post_cover_print_resolutionΤα τελευταία τέσσερα χρόνια γράφω κυρίως πεζά και κείμενα για θέατρο. Η μικρή φόρμα είναι για μένα πιο εύκολη και πιο αγαπημένη, αλλά το στοίχημα ενός μακροσκελούς κειμένου, είτε πρόκειται για μυθιστόρημα ή για σενάριο είναι κάτι εξίσου ερεθιστικό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Αναγκαστικά, μιας και μετακινούμαι αρκετά. Το σπίτι μου στην Αθήνα όμως, παραμένει ο χώρος στον οποίο μπορώ να γράφω πιο συγκεντρωμένη – ή έτσι λέω τώρα, δικαιολογίες για την ροπή μου στην τεμπελιά, επειδή δεν είμαι εκεί.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

1094_Portrait-of-Patricia879841Ναι, όλα αυτά τα πλάσματα έρχονται και ξανάρχονται, εξάλλου πιστεύω πως αυτή είναι η πιο αγαπημένη τους συνήθεια. Να ξετρυπώνουν ξαφνικά τις ώρες που όλα τα βιβλία είναι κλειστά.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω κυρίως στον υπολογιστή αλλά έχω σχεδόν πάντα σημειωματάριο μαζί μου ή δίπλα μου στον ύπνο. Τις ιδέες δεν τις παγιδεύω, μάλλον το αντίστροφο συμβαίνει. Όταν πρέπει να γράψω, θα καθίσω και θα γράψω, δε θα περιμένω καμιά έμπνευση. Υπάρχουν βέβαια και ιδέες που με προλαβαίνουν, πριν καν στρωθώ στη δουλειά – ευτυχώς.

Lewis_CarrollΕργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Έχω την αίσθηση ότι γράφω πάντα το ίδιο πράγμα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, σαν όλα να επαναλαμβάνονται καθημερινά για χρόνια. Όσο για τις μουσικές προτιμήσεις, ακούω τα πάντα ανάλογα με τη διάθεση ή τις συνθήκες, αλλά όχι όταν γράφω ή διαβάζω, θέλω ησυχία και σκοτάδι.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

tumblr_ltlpc3aapN1qa95wro1_500Κοινωνιολογία προπτυχιακό, μεταπτυχιακό στην Πολιτιστική Διαχείριση και από φέτος κάνω άλλο ένα μάστερ με τίτλο Transdisciplinary Arts στην Σχολή Καλών Τεχνών της Ζυρίχης. Η θεωρία και η ανάλυση με ενδιαφέρουν όσο και η καλλιτεχνική πρακτική, και το ακαδημαϊκό περιβάλλον μπορεί να αποτελέσει ιδανικό τόπο για να συναντηθούν αυτά τα δύο, οπότε ναι, ό,τι γράφω δεν μπορεί να μην αντανακλά τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τη γνώση και τη δημιουργία. Το πώς βιοπορίζομαι είναι μια πονεμένη ιστορία, μιας και είναι αδύνατο να ζήσω από το γράψιμο, που είναι η κύρια ασχολία μου. Η τελευταία μου δουλειά ήταν σερβιτόρα το καλοκαίρι στην Αμοργό.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Δουλεύω πάνω σε δύο θεατρικά κείμενα για τη νέα σαιζόν, το ένα για την ομάδα Bijoux de Kant και το άλλο σε συνεργασία με την ηθοποιό Λένα Γιάκα, και ταυτόχρονα τελειώνω το πρώτο μου μυθιστόρημα, που ως ένα σημείο του δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στα Νέα του Βελγίου, εικονογραφημένο πάλι από το Γιώργο.

Περί ανάγνωσης

beckett_2881546bΑγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ποτέ δεν ξέρω τι να απαντήσω σε μια τέτοια ερώτηση, είναι πάρα πολλοί, ο Παπαδιαμάντης, ο Καζαντζάκης, ο Μπόρχες, ο Καμύ, ο Κάφκα, η Χάισμιθ, ο Γιόζεφ Ροτ, ο Φίλιπ Ροθ, η Ζυράννα Ζατέλη, ο Μπέκετ, ο Τάιμπο, ο Ιωάννου, ο Κάρολ, ο Αργύρης Χιόνης και δεν τελειώνουμε ποτέ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Υπάρχουν κάποια στα οποία επιστρέφω συχνά πυκνά, όπως είναι οι «Πρόζες» του Μπέκετ, τα «Γράμματα στα Κοριτσάκια» του Κάρολ, «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» του Γκαίτε, «ο Ξένος» του Καμύ ή η «Ιστορία του ματιού», του Μπατάιγ.

la-poupeΣας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Με είχε γοητεύσει ιδιαίτερα ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, πριν ακόμα τον γνωρίσω, όταν είχα δει την Άννα Κοκκίνου στο «Λα Πουπέ». Από τότε, έχοντας μελετήσει τη δουλειά του αρκετά και για πολλούς λόγους, τον θεωρώ ίσως τον πιο ταλαντούχο εν ζωή θεατρικό –και όχι μόνο- έλληνα συγγραφέα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο κύριος Εμ, από το Άρωμα Μασκ του Πέρσυ Κεμπ. Υπέροχα εμμονικός.

Τι διαβ11-goethe-werther-grangerάζετε αυτό τον καιρό;

Αυτή την περίοδο παλεύω ξανά μετά από χρόνια με τον «Αντι-οιδίποδα» των Ντελέζ-Γκουαταρί.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Όχι, σχεδόν ποτέ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

PGH9999001Πηγαίνοντας για μάθημα στο πανεπιστήμιο πριν λίγα χρόνια, ξέχασα να κατέβω από το τραίνο με τα «Όνειρα του Αινστάιν» του Άλαν Λάιτμαν, μια σειρά από μικρά διηγήματα όπου στο κάθε ένα περιγράφεται μια διαφορετική εκδοχή της διάστασης του χρόνου.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Λόγω δουλειάς παρακολουθώ πολύ συχνά θέατρο, κινηματογράφο όχι τόσο, ωστόσο υπάρχουν σκηνοθέτες, ταινίες και παραστάσεις που με εμπνέουν, με γοητεύουν. Τελευταία απόλαυσα πολύ το Nymphomaniac και ζήλεψα τρομερά το La Grande Belezza. Από τις αμέτρητες παραστάσεις της αθηναϊκής περσινής σεζόν γοητεύτηκα ιδιαίτερα από την Κοκκινοσκουφίτσα της Κιτσοπούλου, τον Άμλετ του Θεοδωρίδη, τη Ραμόνα της Bijoux de Kant και τον Άυλο εσένα του Παλούμπη.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο είναOLYMPUS DIGITAL CAMERAι ένα τρομερό εργαλείο, κανείς μας δεν θα μπορούσε να φανταστεί πριν πώς είναι να έχεις όλη αυτή τη γνώση στη διάθεσή σου ανά πάσα στιγμή, ούτε και την ευκολία με την οποία δημιουργείς, κρατάς επαφές ή ενημερώνεσαι. Έχω γνωρίσει ανθρώπους, έχω κάνει φιλίες, έχω θαυμάσει καλλιτέχνες, έχω κλείσει δουλειές, για την ώρα το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ένα μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν και δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς βιβλία, ας πούμε ότι θα δεχόμουν λόγω του τεράστιου φόβου που έχω για το θάνατο, και εντάξει, μου αρέσουν πολλά πράγματα, θα έβρισκα κάτι άλλο να κάνω.

Στις εικόνες: Patricia Highsmith, Lewis Carroll, Samuel Beckett, Λα Πουπέ, Βέρθερος, Paco Ignacio Taibo II.

Φωτογραφίες της συγγραφέως: Δημήτρης Σέρβης.

27
Σεπτ.
14

Νίκος Νικολαΐδης – Ο οργισμένος βαλκάνιος

unnamed1Πώς αλλιώς; Μόνο λόγια και σχέδια;

Υπήρχε μια μοναχική κι απότομη ανηφοριά, στ’ ανατολι­κά του μεγάλου νταμαριού. Ένας στενός χωμάτινος δρόμος οδηγούσε κατευθείαν σ’ ένα πλάτωμα στην κορυφή της. Στεκόταν στη ρίζα της πλαγιάς και την αναμετρούσε μαρσάροντας; Η μηχανή έτρεμε ολόκληρη κάτω απ’ τα πόδια του και την κρατούσε με δυσκολία. Σαν μπούχιαζε ο κόσμος στην μπενζίνα, έσφιγγε τα δόντια και άφηνε απότομα το ντεμπραγιάζ και τότε η Machules πέταγε ψηλά τον μπροστινό τροχό της. Πήγαινε έτσι καμιά δεκα­ριά μέτρα και ορμούσε έπειτα τ’ αφηνιασμένο μέταλλο όλο μανία για την ανηφόρα. Ανέβαινε βλαστημώντας κι ουρλιάζοντας, πισώπεφτε, ξεκαβάλαγε κι έκλαιγε απ’ τη λύσσα που ’χε να φάει το βουνό, μέχρι που κώλωνε και χυνόταν πάλι πίσω στην κατηφόρα κι άρχιζε πάλι απ’ την αρχή. Σαν έφτανε με τα πολλά στο πλάτωμα, παράταγε τη Machules κι έπεφτε σε μια γωνιά ξεθεωμένος. [σ. 13]

304100_244841808896833_734530620_nΜήπως είμαστε στον κόσμο του Νίκου Νικολαΐδη; Ακόμα και με κλειστά μάτια, δηλαδή με κρυμμένο το εξώφυλλο, κάτι τέτοιο θα αισθανόμουν. Ο μοναχικός χαρακτήρας που αναπνέει μόνο στην δίτροχη τροχιά των αποδράσεών του, η δουλειά στο πρατήριο που τον καθιστά θεατή των μεγάλων και φευγάτων αυτοκινήτων, το μικρό του δωμάτιο στο σπίτι δίπλα στα νταμάρια γεμάτο φωτογραφίες – ο «Ατίθασος» Μάρλον Μπράντο και η παρέα με τις μοτοσυκλέτες που γυρνούσε την Αμερική και άραζε όπου ήθελε, ο Αναίτιος Επαναστάτης και δυο πόστερ να κρύβουν τους σοβάδες του τοίχου. Ο ημερολογιακός χρόνος μετράει ιδιωτικά: Μια βδομάδα πριν συναντήσει την Τερέζα, πέντε μέρες πριν συναντήσει την Τερέζα, τέσσερις μέρες…

Πάει καιρός που600846_376997672347912_684645554_n Τερέζα είχε ξεκόψει απ’ το σπίτι της. Ζούσε μονάχη σ’ ένα μικρό ρετιρέ, απ’ αυτά που οι μηχα­νικοί προβλέπουνε σε κάθε πολυκατοικία. κατάλληλο για γκαρσονιέρες και για μοναχικές κοπέλες δίχως πόρους. Γύριζε νωρίς – νωρίς τα πρωινά για ύπνο, την ώρα που οι θυρωροί καθάριζαν τα πεζοδρόμια, χτυπούσαν τα χαλιά και βγάζανε τους τενεκέδες, τα σκουπίδια. Την ώρα που τα υπηρεσιακά λεωφορεία τρέχανε γρήγορα με σβηστά φώτα, γύριζε μισομεθυσμένη μ’ ένα κεφάλι όλο καπνούς και αλκοόλ και μια πικρή βροχή από μοναξιά στα μάτια. Πετούσε τα ρούχα της στην έξω πόρτα κι έμπαινε ολόγυμνη στην κάμαρά της. Πότε – πότε ξερνούσε στον μπιντέ το ολονύχτιο γλέντι της κι ύστερα ξάπλωνε στο κρεβάτι, έσβηνε το φως και κάπνιζε το τελευταίο τσιγάρο της καθώς οι θόρυβοι της πόλης μεγάλωναν.[σ. 59]

nnbw_thumbΕίναι βέβαιο πως είμαστε στον κόσμο του Νίκου Νικολαΐδη. Τα αυτοκίνητα φεύγουν σφαίρα από το πρατήριο για Πάτρα – Ιταλία και μετά δεν έχει σημασία. Οι σχέσεις του είναι φευγάτες αλλά ποτέ δεν θέλει «να τον ξεπετάνε στο έτσι» και όταν συμβεί φέρεται ανάλογα και χειρότερα. Του αρκεί να γνωρίζει τις γκρίνιες και τις αδυναμίες της μηχανής του – και τις γνωρίζει καλά, όπως και κάτι μικρά μεταλλικά χτυπήματα από της καρδιά της μέσα. Η δεύτερη μοναδική του χαρά, το σινεμά. Κι ύστερα τα φλιπεράκια στην πλατεία Βικτωρίας, εκείνος ο κόσμος ο γεμάτος χρώματα και φωνές και χαρούμενα ηλεκτρικά καμπανάκια και τα «Σφαιριστήρια» στα Εξάρχεια. Εκεί ένα βράδυ πάνω στο ηλεκτρόφωνο ήταν ακουμπισμένη η Τερέζα .. με γερτό κεφάλι και μια μικρή ρυτίδα ερωτηματικού ανάμεσα στα φρύδια της. Οι άκρες των χειλιών της ανασήκωναν το ανάλαφρο βάρος ενός ειρωνικού χαμόγελου κι έπειτα σάρκωναν στη μέση κι έκαναν μια καμάρα…

1560633_610266799020997_625085558_nΈνας καυγάς μπροστά στα μπιλιάρδα, η ήττα του Φάνη, το δαντελένιο κιλοτάκι της κομπρέσα πάνω στα χτυπήματα, η γνωριμία των εραστών, η καληνύχτα. Πάνω στο τιμόνι της Matchless (γιατί αυτή είναι η προφερόμενη Machules) στερεώνεται με λάστιχο ένα τρανζιστοράκι και αρχίζει η αναζήτηση της Τερέζας. Τώρα ανακατεύονται μνήμες, οι διαφημίσεις του ραδιοφώνου, η προσπάθεια να θυμηθεί την πολυκατοικία της, οι διάλογοι με τους καχύποπτους. Σύλληψη, κρατητήριο, μια τραγελαφική παρεξήγηση με το βρακί της, η άχρηστη ζωή που θέλει να σε ρουφήξει.

Ο Φάνης πήγε κι έκλεισε την πόρτα. Κοίταξε τον Μάρλον Μπράντο. / «Κάτι πρέπει να γίνει … Δεν αντέχω άλλο. […] Πρέπει να φύγω από δω … Γρήγορα, όσο πιο γρήγορα γίνεται. / Τι να ηρεμήσω, έτσι μου ’ρχεται ν’ αρχίσω τα ντουβάρια στις κουτουλιές να το γκρεμίσω το κωλόσπιτο. Αυτή η χώρα που ζούμε, παιδί μου, είναι το πιο ανώμαλο ρήμα του κόσμου… Ηρέμησε τώρα… Ηρέμησε, όλα θα γίνουν. Πώς θα γίνουν … τίποτε δεν θα γίνει». [σ. 81]

547003_610280829019594_868131069_n_Και πάντα έξω βρέχει μια διάφανη, ψιλή βροχή, που πάντα αφήνει ένα παραπονιάρικο μουρμουρητό στο λούκι, που σου μουσκεύει την καρδιά. Και πάντα θα υπάρχει η αναζήτηση της Τερέζας, εκείνης της γυναίκας που θα μας ωθήσει στη φυγή, και κάποτε έρχεται η συναπάντηση με το ξενυχτισμένο της δέρμα, το παιχνίδι με τις σιωπές, ο ένας να ανάβει το τσιγάρο του άλλου, η συννεφιασμένη παραλία, τα λόγια της – Πες μου κάτι να χαρώ, πες μου κάτι αστείο. 

Το πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Νικολαΐδη εκδόθηκε το 1979, την ίδια χρονιά που βγήκαν στις αίθουσες Τα Κουρέλια που Τραγουδάνε Ακόμα. Είναι η ιστορία του Φάνη, η ιστορία της Τερέζας, η ιστορία των δυο τους μαζί. Είναι η ιστορία αυτών που κάτι δεν τους πάει στη δοτή ζωή που καλούνται να ακολουθήσουν, που κάτι ύποπτο τους βρωμάει στη δουλοπρέπεια του συρμού που εφαρμόζει την σειριακή παράδοση: δουλίτσα, σπιτάκι, οικογένεια· εκείνων που αρνούνται την υποταγή στη προδιαγεγραμμένη πορεία, που προτιμούν να μην πάρουν σειρά «να τους πηδήξουν».

«Γι’ αυτούς δεν είμαι αθώος και το ξέρεις καλά. Γι’ αυτούς είμαι ένας τσογλαναράς που τους ξέφυγε και τίποτ’ άλλο. Κάπου θα μου τη στήσουν τώρα και θα με μπαγλαρώσουν για τα καλά. Δεν θα ’μαι πάντα τυχε­ρός. Μια στιγμή, δεν τελείωσα. Όσο για τους μάγκες …Γι’ αυτούς δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Όλοι είμαστε εγκληματίες. Αυτή ’ναι, αδελφέ, η δουλειά τους. Κι εγώ κι εσύ κι αυτός» είπε πιο σιγά κι έδειξε τον Γκουεβάρα. Σηκώθηκε και πήγε μπροστά στη φωτογραφία του. Κόλ­λησε το μέτωπό του πάνω στο μέτωπο του Τσε και του ψιθύρισε: «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε ακόμα ελεύθερα, είναι να κατουράμε στραβά … Αύριο θα μας βουτήξουν και γι’ αυτό» [σ. 139]

Είναι ακριβώς 547775_403710223009990_1839610110_nο σκηνοθέτης που γνωρίσαμε και έγραψε για εμάς με πένα και με κάμερα τις ιστορίες που θέλαμε να δούμε και να διαβάσουμε. Είναι ο ίδιος στους διαλόγους και στις σιωπές, τολμώ να πω, και λίγο πιο μαλακός από τη σκληρή συνέχεια. Είναι ο ίδιος και στην πρόσθετη χούφτα από μικρές ιστορίες κωμικοτραγικές ή ένα από τα δυο: την συνομιλία στο τμήμα, την κοινή παρακολούθηση μιας ταινίας μετά σχολιασμού, την τρομοκράτηση του σινεματζή, την σαρκαστική βόλτα στο σούπερ μάρκετ και την αξέχαστη ληστρική / ερωτική βραδιά στο άδειο ζαχαροπλαστείο. Εκείνο το «νοσοκομείο γλυκών» με τα σιωπηλά ψυγεία με τα άσπρα δισκάκια και τις κούκλες τις τυλιγμένες σε ζελατίνες θα ζήσει μεγαλειώδεις στιγμές. Μπορείς να κλέψεις την αλήθεια από κάποιον;

Θέλω να μ’ αγαπάς όταν είμαι κακιά και άδικη. Τότε είναι που σε χρειάζομαι, κατάλαβες; Όταν είμαι καλή, όλος ο κόσμος μ’ αγαπάει. Αλλιώς, είμαι μόνη μου…

1526341_597806570267020_1871504966_nΟ Φώτης καταλαβαίνει. Θέλει μαζί της «να μιλάνε στο γνήσιο». Αργότερα θα της πει Είσαι μαζί μου ή δεν είσαι, αυτό θα πει. Η Τερέζα ενδύεται κάθε ερωτικό ρόλο που θα της δώσουν οι καλοπληρωτές της· το δικό της όνειρο βρίσκεται στο σινεμά, να βρεθεί από κομπάρσος στο μέσο της σκηνής. Αλλά παρά τις υποχωρήσεις της μπροστά στην παθιαστική συμπεριφορά του μοιάζει να ξέρει κάτι παραπάνω. Ακόμα και το ότι για φτιάξεις τους ανθρώπους πρέπει να φτιάξεις πρώτα τον εαυτό σου, δύσκολες καταστάσεις δηλαδή. Και στα δύσκολα και τα αναποφάσιστα, εκείνη θα είναι η κινητήρια μορφή όχι μόνο επειδή ούτως ή άλλως στο σύμπαν του Νικολαΐδη και ημών των ταπεινών ομοίων του μόνο μια γυναίκα μπορεί να κινήσει το σύμπαν αλλά και επειδή το λέει η καρδιά της. Είναι εκείνη που θα πάρει το τρελό του σχέδιο της ληστείας και της φυγής και θα πει Πώς αλλιώς; Μόνο λόγια και σχέδια;

1960-matchless- Εκδ. Athens Voice Books, 2011, [A΄ έκδ. Καστανιώτης, 1979], σελ. 299.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο 164.

Οι φωτογραφίες από τη σπάνια φωτοθήκη του γκρουπ Nikos Nikolaidis koureli.  Εκτός από την διπλανή, με την Machules του 60 και τα παιδιά που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο. // To ύστατο βιβλίο του Νικολαΐδη εδώ.

 




Σεπτεμβρίου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

Blog Stats

  • 1.123.601 hits

Αρχείο