Αρχείο για Οκτώβριος 2015

31
Οκτ.
15

Όλα τα όμορφα υπεραστικά λεωφορεία.

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 43, φθινόπωρο 2015, αφιέρωμα Σταθμοί, σ. 48 – 55.

Advertisements
24
Οκτ.
15

Enric Nolla 7/24. Ο θρύλος του άντρα που αιωρείται πάνω από τα πάρκα

ThrilosAntra_ex1

Για την αναμονή και την απώλεια

Εσάς δεν σας έχει συμβεί ποτέ να νιώσετε πως τα πάντα είναι έτοιμα να ταιριάξουν μεταξύ τους, να αποκτήσουν νόημα, και τη στιγμή που νομίζεις πως το έπιασες, χωρίς να ξέρεις γιατί, το χάνεις…;

Αν θέλει κάποιος να μιλήσει για τα πράγματα που συμβαίνουν στον χρόνο και στον χώρο, πρέπει να εξερευνήσει τους τόπους, να κουρδίσει τα ρολόγια, γράφει ο Joan Casas σχετικά με το θέατρο του Enric Nolla Gual [Ενρίκ Νόλια Γουάλ], ανιχνεύοντας τις πρώτες παραστάσεις που είδε αλλά και δεν είδε ο συγγραφέας. Στις πρώτες ανήκει το Άι Καρμέλα του Χοσέ Σάντσις Σινιστέρα, που θα γινόταν ο μέντοράς του, ένα κείμενο που έπαιζε με τόπους και εποχές για να υπεραμυνθεί της αξιοπρέπειας των ταπεινών απέναντι στην κτηνωδία του φασισμού και του πολέμου. Ανάμεσα στις δεύτερες βρίσκεται το νεοσύστατο τότε θέατρο του Φρανσουά Τανγκί, με τους ηθοποιούς να ψιθυρίζουν χαμηλόφωνα, να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται μέσα σε χαραμάδες και κάτω από ελάχιστα φώτα, να φοράνε ασυνήθιστες μάσκες.

2

Προσπαθώ να ακολουθώ τις λέξεις, την μια μετά την άλλη, τις μεν μετά τις δε, μέχρι το τέλος. Τίποτε δεν είναι προφανές, όλα είναι ουσιώδη, μοναδικά, θεμελιώδη και δίχως νόημα. [σ. 16]

Στην Βαρκελώνη που τότε είχε υποδεχτεί τον Τανγκί έφτασε ο Νόλια το 1991 για τις σπουδές του κι ένα χρόνο μετά γνώρισε τον Σινιστέρα, που τον προσκάλεσε στα μαθήματα στο Sala Beckett. Ο συγγραφέας ήρθε σε επαφή με το θεατρικό παίξιμο για πρώτα και τελευταία φορά αλλά η θεατρική εμπειρία τον σημάδεψε οριστικά. Η θεατρική συγγραφή ήταν θέμα χρόνου. Μια σειρά «παράξενων» κειμένων, που δεν είχαν καμία σχέση ούτε με τα mainstream θεατρικά έργα, ούτε με τις εκάστοτε πρωτοπορίες, διαμόρφωσαν στην πορεία την δική του ιδιαίτερη φωνή. Η εμμονή του με τον χώρο, ως αρχή και αφορμή των πάντων είναι εμφανής και στο παρόν έργο.

4

Εκείνος: Τι σημαίνουν όλα αυτά; (Σιωπή). Πρέπει ντε και καλά να σημαίνουν κάτι; (Σιωπή) [σ. 17]

Εκείνος, Ο Μοτοσυκλετιστής, Ο Άντρας – αδελφός του μοτοσυκλετιστή, Η Οδηγός Ταξί, Εκείνη – γυναίκα του μοτοσυκλετιστή, Η Αδελφή Εκείνου, Ο Άγνωστος Άντρας: πρόσωπα που συναντιούνται εξαιτίας ενός ατυχήματος στο κέντρο της πόλης και συνευρίσκονται στον χώρο του νοσοκομείου. Φόβος και απόγνωση, ευθύνη και ενοχή, μοίρασμα και αντιπαράθεση, μια κοινότητα ζωντανών που δεν είναι βέβαιοι κατά πόσο ζουν, ένας τραυματίας που κινητοποιεί σχέσεις φαινομενικά τυχαίες σχέσεις που στην ουσία αποτελούν βαθύτατες σχέσεις αλληλεξάρτησης. Υπάρχει καταλληλότερος χώρος από μια νοσοκομειακή αίθουσα αναμονής για μια χαμηλότονη ελεγεία ακριβώς για την αναμονή και την απώλεια;

7

Στο νοσοκομείο γνώρισα τη γυναίκα του τύπου με τη μηχανή./ Μου διηγήθηκε ότι έμεναν μαζί από την πρώτη νύχτα που γνωρίστηκαν και ότι από τότε δεν είχαν γνωρίσει ποτέ. Απέκτησαν έναν γιο. Όλα πήγαιναν καλά. Νομίζω ότι ποτέ δεν έχω γνωρίσει δυο ανθρώπους που αγαπήθηκαν τόσο πολύ. Φυσιολογικοί άνθρωποι, καταλαβαίνεις τι λέω; / Μια νύχτα όμως αυτή δεν μπορούσε να κοιμηθεί: Ανακάλυψε ότι μπροστά στο κρεβάτι υπήρχε ένα παράθυρο που ήταν ορθάνοιχτο, ένα παράθυρο που βρισκόταν εκεί ανέκαθεν, αλλά που δεν το είχε παρατηρήσει ποτέ πριν, όπως όταν κανείς ξέρει ότι ανακαλύπτει κάτι που το είχε συνεχώς μπροστά στα μάτια του… [σ. 59]

Ποια είναι αυτά τα παράθυρα που ανοίγουν ξαφνικά μπροστά μας και μας αλλάζουν την ζωή; Γιατί η δομή των επτά κεφαλαίων καθρεφτίζει τις επτά μέρες δημιουργίας του κόσμου; Ποιες σκοτεινές γωνιές επιθυμούν να φωτίσουν οι μονόλογοι που διακόπτουν τους ασθματικούς διαλόγους; Προσπαθώ να έρθω σε επαφή με πράγματα που δεν είναι ορατά. Πρόκειται για αναζήτηση ενός χώρου, ενός σύμπαντος…που αποτελεί μέρος της πραγματικότητας αλλά το οποίο δεν το βλέπουμε εύκολα. Προσπαθώ κατά κάποιον τρόπο να προκαλέσω αυτή την εμπειρία….έλεγε ο συγγραφέας σε συνέντευξή του ο συγγραφέας και εδώ μοιάζει να το επιτυγχάνει.

8

Γεννημένος το 1966 στο Καράκας της Βενεζουέλας σε οικογένεια καταλανών μεταναστών, κατέληξε όπως προαναφέραμε στην Βαρκελώνη το 1991 και έκτοτε ζει και εργάζεται εκεί, πρώτα στη διοργάνωση και διαχείριση πολιτιστικών φορέων, ως δημοσιογράφος και ως δάσκαλος στη Sala Beckett και πλέον και ως καθηγητής δραματουργίας και θεατρικής γραφής στο Ινστιτούτο Θεάτρου της Βαρκελώνης. Ας σημειωθεί ότι η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου έγινε εδώ από την ΚΝΟΤ Gallery [23/2 – 18/3/2013, σε σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση και ερμηνείες από τους Σ. Μαραθάκη, Σ. Τσακίρη, Μπ. Γαλιάτσο, Άρ. Πλιό], απ’ όπου και οι φωτογραφίες.

Εκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2013, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, 70 σελ. [Enric Nolla, 7/24 o La llegenda de l’home que flota sobre els parcs, 2010].

23
Οκτ.
15

Ζοζέ Σαραμάγκου – Ο φωταγωγός

Fotagogos

Ζωή: οδηγίες χρήσεως

Όταν μεγαλώσεις, θα θέλεις να είσαι ευτυχισμένος. Προς το παρόν δεν το σκέφτεσαι, και γι’ αυτό ακριβώς είσαι ευτυχισμένος. Όταν θα το σκέφτεσαι, όταν θα θέλεις να είσαι ευτυχισμένος, θα πάψεις να είσαι. Ίσως για πάντα…! Όσο πιο μεγάλη η επιθυμία σου για ευτυχία, τόσο πιο δυστυχισμένος θα είσαι. Η ευτυχία δεν είναι ένα πράγμα που το κατακτάς. Θα σου πουν πως κατακτιέται. Μην τους πιστέψεις. Η ευτυχία ή είναι ή δεν είναι. [σ. 84]

Η ανάγνωση του πρώτου μυθιστορήματος ενός κορυφαίου λογοτέχνη έχει πάντα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον που ξεπερνά τις όποιες φιλολογικές ή φιλοπερίεργες ανησυχίες. Είναι ένα πεδίο όπου μπορεί κανείς να δει πώς ξεκίνησε η γραφή του, ποιες μεταγενέστερες μορφικές ανησυχίες εντυπώνονται ήδη από το αρχικό βιβλίο, ποια θέματα τον απασχολούσαν εκείνη την περίοδο. Η σύγκριση γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα αν πρόκειται για συγγραφέα που άσκησε μοντέρνες και πρωτοποριακές γραφές. Τις καλομελετούσε από τα σπάργανά του ή τις προσκάλεσε αργότερα, υπό την επίδραση άλλων συγγραφέων και χρόνων;

as-obras-e-a-vida-de-jose-saramago-6

Ο προσχηματικός κορμός του Φωταγωγού δεν είναι πρωτότυπος: μια λαϊκή πολυκατοικία της Λισαβόνας ως τόπος, η δεκαετία του ’50 (οπότε και γράφτηκε το βιβλίο) ως εποχή, οι ένοικοί της ως χαρακτήρες, η καθημερινότητά τους ως χρόνος. Ο τρόπος όμως με τον οποίο συνθέτει την τοιχογραφία του, οι ψυχογραφικές και κοινωνικές παρατηρήσεις πάνω στα πρόσωπα της πινακοθήκης του, το αργό πλέξιμο χαρακτήρων και καταστάσεων, και κυρίως η ιδέα ενός αρχιτεκτονικού ομοιώματος της τότε σύγχρονης κοινωνίας, αποτελούν στοιχεία που χαρακτηρίζουν ολόκληρη την μεταγενέστερη λογοτεχνία του ευφυούς Πορτογάλου.

Κάθε κεφάλαιο κι ένα διαμέρισμα, κάθε διαμέρισμα και μια κιβωτός ψυχών που αναπνέουν όπως έμαθαν και ζουν όπως μπορούν: η δονκιχωτική μορφή του τσαγκάρη Σιλβέστρε με την ευτραφή Μαριάνα που τώρα αγαπιούνται περισσότερο γιατί δεν τρέφονται από πραγματικές ή φανταστικές τελειότητες· η Κάντιντα με τις κόρες της Ιζάουρα – Αντριάνα και την Θεία Αμέλια που ζουν ανάμεσα σε διαλόγους, σιωπές και ημερολογιακές καταγραφές· ο Ανσέλμο με την Ροζάλια και την κόρη τους Μαρία Κλαουντίνα που λατρεύει τον κινηματογράφο και επισκέπτεται την αισθησιακή δόνα Λίντια στο ερωτικά φορτισμένο διαμέρισμά της· εκείνη, που υποδέχεται έναν άντρα τρεις φορές την βδομάδα υπό την σιωπηλή γνώση των ενοίκων· ο βίαιος και τραχύς Καετάνο Κούνια, λινοτύπης σε ημερήσια εφημερίδα με την διαβητική και η αδύναμη Ζουστίνα που ζουν με την μνήμη της αδικοχαμένης τους κόρης Ματίλντε·, η δόνα Κάρμεν που λατρεύει να κυκλοφορεί στο ασυγύριστο σπίτι όλο το πρωί με τα μαλλιά λυτά, αφρόντιστη και τεμπέλα· ο σύζυγός της Εμίλιο Φονσέκα, πλανόδιος πωλητής και σιωπηλός σύζυγος οκτώ χρόνων αποτυχημένου γάμου· ο μικρός τους γιος Ενρίκε…

jose_saramago

Δίσταζε. Η λέξη που ήθελε να προφέρει βρισκόταν στα χείλη της, αλλά της φαινόταν βεβήλωση να την πει. Υπάρχουν λέξεις που υποχωρούν, που αρνούνται – γιατί σημαίνουν υπερβολικά πολλά για τα κουρασμένα από τις λέξεις αυτιά μας. [σ. 35]

Σε πρώτο επίπεδο ο Σαραμάγκου μοιάζει να μην βιάζεται να φτάσει τις ιστορίες του σε δραματικές κορυφώσεις, αλλά να ενδιαφέρεται αποδώσει με τις απαραίτητες λεπτομέρειες όλες τις όψεις της καθημερινότητάς τους. Κι όμως, στην φαινομενικά βολική από μυθοπλαστική άποψη συνθήκη της «πολυκατοικίας» επιτυγχάνει να κάνει τις ιστορίες του ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες: οι στατικές αφηγήσεις αποκτούν συνεχή ροή, ενώ η ατμόσφαιρα του κάθε διαμερίσματος αποδίδεται σχεδόν παραστατικά. Στο σπίτι που δεν βρίσκεται πια η Ματίλντε αναδίνεται μια απόπνοια μούχλας – η Ζουστίνα κινείται με επιδεξιότητα φαντάσματος, ενώ ο ήχος του ρολογιού σπρώχνει επίμονα την σιωπή, σε μια επίμονη προσπάθεια να την εκτοπίσει, αλλά εκείνη επανέρχεται με την πυκνή και βαριά της μάζα. Οι ήχοι από τα διαμερίσματα γράφουν με τον δικό τους τρόπο την ιστορία των μελών αυτού του ιδιόμορφου συγγενικού κόσμου: σ’ ένα ραδιόφωνο απαγγέλλεται ο Χορός των νεκρών του Πολ Κλοντέλ, αλλού ακούγεται ένας δίσκος ράγκταϊμ ή το εύγλωττο σύρσιμο από παντόφλες…

071GloryPortraits

Κατόπιν ήρθε το δείπνο. Γύρω απ’ το τραπέζι τέσσερις γυναίκες. Τα αχνιστά πιάτα, η λευκή πετσέτα, η ιεροτελεστία του γεύματος. Πάνω ή ίσως κάτω απ’ τους αναπόφευκτους ψιθύρους, μια πυκνή σιωπή, σπαρακτική, η ανακριτική σιωπή του παρελθόντος που μας ατενίζει και η ειρωνική σιωπή του μέλλοντος που μας περιμένει. [σ. 69]

Ο Σαραμάγκου καλύπτει με τρυφερότητα τις γυναίκες του οικοδομικού και λογοτεχνικού του αρχιτεκτονήματος. Η Μαρία Κλαουντίνα αισθάνεται ταραχή όποτε μπαίνει στο διαμέρισμά της δόνα Λίντια, υπό την ζεστή και μεθυστική ευωδία του σώματός της, η Λίντια γεμίζει το κενό των άεργων ημερών της με την ανάγνωση μυθιστορημάτων, η Ιζάουρα καθώς κάθεται στην ραπτομηχανή κοιτάζει έξω από το παράθυρο για να φανταστεί το ποτάμι ως ωκεανό και τον ουρανό χωρίς τα εργοστασιακά φουγάρα. Άλλες ονειρεύονται να φύγουν από τους τέσσερις τοίχους, άλλες αδυνατούν να διανοηθούν την ζωή τους έξω από αυτούς.

ZZ0E90499C

Αλλά και ο εσωτερικός κόσμος των αντρών φωτίζεται με ιδιαίτερο βάθος: Ο Καετάνο απολαμβάνει δυο φορές τα ωραία πράγματα: όταν τα δοκιμάζει και όποτε τα θυμάται, ο Εμίλιο προσπαθεί να ψελλίσει τις δικές του αλήθειες μπροστά στον γιό του: Μ’ αγαπάς γιατί με βλέπεις καθημερινά. Δεν μ’ αγαπάς γι’ αυτό που είμαι, μ’ αγαπάς γι’ αυτό που κάνω ή που δεν κάνω. Δεν ξέρεις ποιος είμαι. Αν έβαζαν άλλον στη θέση μου όταν γεννήθηκες, δεν θα καταλάβαινες τη διαφορά και θ’ αγαπούσες εκείνον όπως αγαπάς εμένα. Κι αν μια μέρα επέστρεφα, θα χρειαζόσουν πολύ καιρό για να με συνηθίσεις, ή ίσως, ακόμα κι αν είμαι εγώ ο πατέρας σου, εσύ θα προτιμούσες τον άλλον. [σ. 83]

Ο συγγραφέας δεν εκβιάζει την συγκίνηση, ούτε βιάζεται να διαταράξει την πλοκή. Ο ερχομός νέων ενοίκων και η σύμπλεξη των παλαιών σε ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ τους θα ενταχθούν αβίαστα στην ψηφιδωτή αυτή ιστορία, σαν τις αναπόφευκτες μεταλλαγές της ζωής μας που τις συνειδητοποιούμε μόνο όταν έχουν ήδη απορροφηθεί εντός της. Κανείς δεν γνωρίζει τι θα μείνει από αυτά τα ελάσσονα βιογραφήματα των απλών ανθρώπων. Άλλωστε, όπως ψιθυρίζει ο ίδιος κάποια στιγμή που στέκει αυτόπτης στα δωμάτια των ηρώων του, Κανείς δεν ξέρει αν θα ξεχάσει προτού ξεχάσει. [σ. 82]

ktirio

Εκδ. Καστανιώτη, μτφ. από τα Πορτογαλικά Αθηνά Ψυλλιά, 2013, σελ. 294 [Jose Saramago, Claraboia, 1953].

 

18
Οκτ.
15

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 172. Γιάννης Παπαδημητρίου

YannisP_

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

ΣυBERLIN-TESSERA_μμερίζομαι την άποψη (της G. Spivak) ότι η μετάφραση (επιδιώκει να) είναι η πιο προσεκτική ή, επίσης, η πιο προσωπική ανάγνωση. Και με τη λέξη «ανάγνωση» εννοώ τόσο τη διαδικασία της αναγνώρισης και της κατανόησης όσο και την ερμηνευτική προσέγγιση ενός κειμένου. Ειδικά όσον αφορά τη λογοτεχνία, θα περιέγραφα τη μετάφραση ως ένα είδος αναγνωστικής σχέσης με το κείμενο, μια εξελικτική πορεία που ξεκινά με τη διαισθητική κυρίως εμβάθυνση στο περιεχόμενο και στο ύφος του, για να καταλήξει στη λεπτομερή αποκωδικοποίησή του και τη διαμόρφωση μιας ερμηνευτικής εκδοχής.

MILXAUSER-DRESLER_Η όλη διαδικασία δημιουργεί, κατά κανόνα, την αίσθηση μιας διπλής επικοινωνιακής κίνησης (προς το κείμενο και προς τον αναγνώστη), η οποία γίνεται ακόμη πιο αποτελεσματική όταν ο μεταφραστής έχει ήδη ή αναπτύσσει σταδιακά προσωπικό ενδιαφέρον για έναν συγκεκριμένο συγγραφέα και καλείται να μεταφράσει περισσότερα έργα του – πράγμα που σημαίνει ότι, με τον καιρό, τον κατανοεί ολοένα πληρέστερα (προς όφελος, εντέλει, του αναγνώστη). Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πιστεύω ότι ένας μεταφραστής μπορεί να «ταυτιστεί» με έναν συγγραφέα, να «γίνει η φωνή του», όπως λέγεται ενίοτε, σε μιαν άλλη γλώσσα. Αντιθέτως, ένας συγγραφέας (ή και ένα κείμενο) μπορεί (και μάλλον πρέπει) να έχει πολλές και επαρκείς φωνές σε μιαν άλλη γλώσσα, πολλές και διαφορετικές «αναγνώσεις».  

b3648Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι περισσότερες μεταφράσεις μου με έχουν δυσκολέψει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, και ίσως γι’ αυτό στο τέλος με έχουν ικανοποιήσει ιδιαίτερα. Ίσως, λοιπόν, οι «ηδονές» που αναφέρετε να σχετίζονται με τις ιδιαίτερες «αντιστάσεις» των κειμένων. Εάν πάντως επέλεγα ένα και μόνο βιβλίο που με έκανε να σηκώσω τα χέρια ψηλά πολλές φορές, αυτό θα ήταν μάλλον το The Making of the English Working Class του Ε. Ρ. Thompson, η ελληνική έκδοση του οποίου ετοιμάζεται αυτή την περίοδο.

Ο μεγάλος όγκος ιστορικών στοιχείων για τηνBERLIN-RIZES_ εργατική Αγγλία του 18ου19ου αιώνα και, κυρίως, η δυσκολία εξακρίβωσης εννοιών, ιδιωμάτων, πραγμάτων και καταστάσεων πολιτισμικά δυσπρόσιτων με οδήγησαν σε μια πολύ απαιτητική ερευνητική διαδικασία. Και για να προλάβω μια κατοπινή ερώτηση: δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να μεταφραστεί ένα τέτοιο βιβλίο (σε εύλογο χρονικό διάστημα) χωρίς τη διαδικτυακή συμβολή. Γεγονός είναι, βέβαια, ότι η ολοκλήρωση της μετάφρασης ενός τόσο πολυδαίδαλου έργου, και τόσο συναρπαστικού από ιστορική και θεωρητική άποψη, μπορεί μόνο να συγκριθεί με τις πιο έντονες προσωπικές εμπειρίες, από τις οποίες βγαίνεις σημαντικά διαφορετικός ως άνθρωπος.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Said 1Χωρίς δεύτερη σκέψη, θα πρότεινα τις Ρίζες του ρομαντισμού (Scripta, 2000) του Isaiah Berlin. Άρχισα τη μετάφραση αυτή όταν ακόμη έκανα τη στρατιωτική μου θητεία. Και, κυριολεκτικά, το συγκεκριμένο βιβλίο ήρθε να με σώσει εκείνη την περίοδο πλήρους δημιουργικής αδράνειας. Πέραν αυτού, όμως, θεωρώ ότι είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα που έχω διαβάσει, ένας οδηγός για το φιλοσοφικό σύμπαν του ρομαντισμού αλλά και του ίδιου του Berlin, οι ιδέες του οποίου εξακολουθούν να με επηρεάζουν από πολλές απόψεις. Θα πρότεινα όμως τις Ρίζες, ειδικά σήμερα, και για έναν ακόμη λόγο: για την ιστορική σύνδεση ρομαντισμού, εθνικισμού και φασισμού, την οποία θεμελιώνει με τρόπο αφοπλιστικό ο συγγραφέας. Για όσους πιστεύουν ότι πίσω από τον φασισμό υπάρχει και κάτι άλλο πέραν της ψυχοπαθολογίας ή, γενικότερα, κατανοούν ότι πίσω από κάθε απόλυτη επιδίωξη υπάρχει ένας τρόπος σκέψης δυνητικά αδιέξοδος ή και καταστροφικός, η ανάλυση του Berlin νομίζω ότι μπορεί να αποδειχθεί αποκαλυπτική.

Ρίτσαρντ ΒόλχαϊμΕργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Με τον καιρό έχω διαπιστώσει ότι η μεταφραστική εργασία αποδίδει περισσότερο κατά τις πρωινές ώρες. Καθώς όμως οι πρωινές μου ώρες είναι αφιερωμένες στην υπηρεσία στην οποία εργάζομαι, έμαθα να εκτιμώ και το νυχτερινό ωράριο. Σε αυτό, προφανώς, συμβάλλει πολύ η μουσική – αλλά μόνο πριν ή έπειτα από την «πράξη»: γενικώς, όταν υπάρχει μουσική στον χώρο, μου είναι απλώς αδύνατον να συγκεντρωθώ σε κάτι άλλο.

b125049Τα τελευταία χρόνια, ακούω κυρίως σύγχρονη electronica, την οποία εκτιμώ, μεταξύ άλλων, για τις απεριόριστες ηχητικές εξερευνήσεις της και την ικανότητά της να δίνει σε μηχανικούς τρόπους συναισθηματική τροπή (Pye Corner Audio, Karen Gwyer, Andy Stott). Το ενδιαφέρον μου για τις σύγχρονες παρυφές του ροκ και τα lo-fi παρακλάδια άλλων ειδών στρέφεται σε μουσικούς μιας αντίστοιχης λογικής (Grumbling Fur, Julia Holter, Dean Blunt, Kim Hiorthøy).

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Εδώ και μερικά χρόνια, στα διαλείμματα της επαγγελματικής μου ενασχόλησης με τη μετάφραση, επιστρέφω σε μερικά ποιήματα της Emily Dickinson. Θα ήθελα επίσης να μεταφράσω δοκίμια του John Berger, ποιήματα του Frank O’Hara, το βιβλίο Englands Hidden Reverse του Άγγλου μουσικοκριτικού David Keenan και αρκετά ακόμη. Λόγω επαγγελματικής διαστροφής μάλλον, πάντα θέλω να μεταφράσω κάθε ξενόγλωσσο κείμενο που με συγκινεί∙ ίσως επειδή θεωρώ ότι μέσω της μετάφρασης θα το διαβάσω καλύτερα. Κάπως έτσι, έχω ήδη συγκεντρώσει κάμποσες ημιτελείς μεταφράσεις ή, για να το θέσω πιο κομψά, αρκετές μεταφραστικές αναγνώσεις εν εξελίξει…

emily_dickenson 1

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Νομίζω ότι το ζήτημα αυτό αφορά καταρχήν την κριτική της μετάφρασης και τη θέση της στη λογοτεχνική κριτική. Στη χώρα μας έχουν γίνει, τα τελευταία χρόνια, λίγα μεν αλλά σημαντικά βήματα προς μια ουσιαστική κριτική της μετάφρασης. Παρ’ όλα αυτά, η ένταξη της κριτικής της μετάφρασης στο πλαίσιο της λογοτεχνικής κριτικής εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο. Και το φαινόμενο αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό.

Κάτι όμως που, προσωπικά, βρίσκω άδικο είναι ότι ενίοτε τα ευάριθμα σχόλια ενός κριτικού για μια μετάφραση επικεντρώνονται σε μία, δύο, πέντε αστοχίες, αφήνοντας εντελώς ασχολίαστο το υπόλοιπο μετάφρασμα και τη συνολική, πολυδιάστατη ποιότητα της δουλειάς του μεταφραστή (η οποία, περιέργως, εκλαμβάνεται ως δεδομένη και ίσως γι’ αυτό τις περισσότερες φορές δεν σχολιάζεται καν).

Frank O' Hara

Με τα χρόνια, έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι, εντός αλλά και εκτός του κριτικού πεδίου, η μετάφραση ενεργοποιεί το αντανακλαστικό του εντοπισμού του λάθους ή τουλάχιστον του γλωσσικού ελέγχου, αντανακλαστικό το οποίο στην κριτική ή και την απλή ανάγνωση πρωτότυπων κειμένων δεν φαίνεται να είναι εξίσου ενεργό. Ένας λόγος σχετίζεται ενδεχομένως με το γεγονός ότι, συνήθως, στη μετάφραση και στον μεταφραστή δεν αναγνωρίζεται απολύτως δημιουργική ή πρωτότυπη συμβολή ως προς το λογοτεχνικό έργο, παρά μόνον η λειτουργία της ακριβούς και ευανάγνωστης μεταγλώττισης.

Ήδη από τη δεκαετία του 1990, ορισμένοι θεωρητικοί της μετάφρασης έχουν προτείνει ως λύση την ενίσχυση και την υπεράσπιση της παρουσίας του μεταφραστή μέσα στο ίδιο το κείμενο αλλά και εκτός αυτού (μέσω σημειωμάτων, σχολιασμών, προλόγων κ.ο.κ.). Τα αποτελέσματα έχουν σταθεί πενιχρά. Προσωπικά, θα εντόπιζα μία ακόμη λύση στην έναρξη ενός ζωντανού διαλόγου μεταξύ μεταφραστών, θεωρητικών, κριτικών και αναγνωστών λογοτεχνίας (και όχι μόνο), με σκοπό, όπως είπα, τον ακριβή προσδιορισμό της θέσης και της λειτουργίας της μετάφρασης και της κριτικής της μετάφρασης στη λογοτεχνική κριτική.

H. Shelby Jr 1

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Στο βιβλιοφιλικό πλαίσιο, κάθε «ενδιαφερόμενο μέρος» έχει σαφή επίγνωση του ρόλου του επιμελητή και του διορθωτή∙ επειδή μάλιστα δεν υφίσταται μετάφραση (ή, γενικότερα, κείμενο) που να μην επιδέχεται διόρθωση ή τουλάχιστον βελτίωση, διαδραματίζουν και οι δύο, προφανώς, κρίσιμο ρόλο. Θα τολμούσα να πω ότι ειδικά οι μεταφραστές πάντα ελπίζουν στην ουσιαστική συμβολή του επιμελητή και του διορθωτή, τη σπουδαιότητα των οποίων μόνον ένας πολύ αθώος αναγνώστης θα την παρέβλεπε.

Έχοντας δουλέψει και ο ίδιος ως γλωσσικόςεπιμελητής/διορθωτής, έχω καταλάβει την πρακτική αναγκαιότητα της στενής συνεργασίας με τους μεταφραστές ή τους συγγραφείς κειμένων, γιατί είναι αλήθεια ότι μπορεί να προκύψουν συγκρούσεις μεταξύ των διαφορετικών γλωσσικών επιλογών. Ως επιμελητής, ωστόσο, σκέφτομαι ότι το ύφος του συγγραφέα ή του μεταφραστή ενός κειμένου πρέπει πάντα να είναι κυρίαρχο, μια και αυτός είναι ο δημιουργός του. Γενική μου διαπίστωση πάντως είναι ότι η ιδεώδης κατάσταση αφορά την παραγωγή κειμένων από σταθερά και στενά συνεργαζόμενους μεταφραστές/συγγραφείς και διορθωτές/επιμελητές.

Carson McCullers 1

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι πρώτοι λογοτέχνες που μου έρχονται στον νου: ο Τh. Bernhard, o Ch. Dickens, o K. Π. Καβάφης, ο G. Trakl, η C. McCullers, o J. Baldwin, η Ε. Dickinson, ο P. Celan, η Μ. Μήτσορα, ο H. Shelby Jr, o Th. Hardy, ο I. McEwan, η E. Jelinek, ο Π. Μάτεσις, ο Τh. Mann, o J. G. Ballard, o W. Burroughs, o D. DeLillo. Θεωρητικοί: ο E. W. Said, o T. Adorno, o W. Benjamin, η H. Arendt, o G. Lukács, o I. Berlin, η J. Butler, ο Κωστής Παπαγιώργης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

To μυθιστόρημα στο οποίο έχω ξαναγυρίσει τις περισσότερες φορές είναι τα Ανεμοδαρμένα Ύψη. Μπορώ να αφηγηθώ αποσπάσματά του από μνήμης. Μερικά ακόμη αγαπημένα βιβλία: Η καρδιά κυνηγάει μονάχη της C. McCullers, Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες του R. Musil, Ο Τσιμεντόκηπος και η Εξιλέωση του Ι. McEwan, Το Λευκό Ξενοδοχείο του Ντ. Μ. Τόμας, Μια άλλη χώρα του J. Baldwin, Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία του J. Joyce, Δρ Φάουστους του Τ. Mann, Σκόρπια Δύναμη της Μ. Μήτσορα, Τελευταία Έξοδος για το Μπρούκλιν του H. Shelby Jr, Τζουντ ο αφανής του Th. Hardy, Άπαντα της E. Dickinson, High Windows του Ph. Larkin, Κουλτούρα και Ιμπεριαλισμός του E. W. Said, Μονόδρομος του W. Benjamin, Ways of Seeing και Selected Essays του J. Berger, Η πρόζα του κόσμου του Μ. Merleau-Ponty, Audio Culture του C. Cox και του D. Warren (επιμ.).

Wuthering-Heights-Penguin-Classics-Deluxe-Edition_

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Η λέξη «διήγημα» αυτομάτως φέρνει στη σκέψη μου, μάλλον ως υποδείγματα, τα διηγήματα «Sonny’s Blues» του J. Baldwin, «Α Family Supper» του K. Ishiguro και «Οι νεκροί» του J. Joyce. Επίσης, αρκετά διηγήματα του G. de Maupassant, τις συλλογές Family Dancing του D. Leavitt, What We Talk About When We Talk About Love του R. Carver, Περσινή Αρραβωνιαστικιά της Ζ. Ζατέλη και Η φλέβα του λαιμού του Σ. Δημητρίου.

Το διήγημα ήταν πάντα η αγαπημένη μου πεζογραφική μορφή (μάλλον επειδή δεν είμαι πολύ υπομονετικός αναγνώστης). Πάντα με συγκινεί η πυκνή αποτύπωση μιας ιδέας, ενός συναισθήματος, μιας αποκαλυπτικής στιγμής.

ISAIAH-BERLIN-FOR-VOGUE-1949-

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Από όσους έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια (και, ομολογώ, δεν είναι πάρα πολλοί), με εντυπωσιάζουν η στιλιστική ικανότητα και η ακρίβεια του Χρήστου Χρυσόπουλου· η αφηγηματική θερμότητα της Μαρίας Πετρίτση· η διεισδυτικότητα της Βασιλικής Πέτσα· η δραματική ποίηση της Γλυκερίας Μπασδέκη. Μιλώντας επίσης για σύγχρονους λογοτέχνες που παρακολουθώ σε σταθερή βάση, θα πρέπει να αναφέρω τη Μαρία Μήτσορα, τα αραιά βιβλία της οποίας παίρνουν πάντα ξεχωριστή θέση μέσα μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Χίθκλιφ.

james_baldwin_0

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μιλώντας γενικά για περιοδικά λόγου, και όχι αποκλειστικά λογοτεχνίας, οι Σημειώσεις και το Πλανόδιο είναι τα περιοδικά που πάντα εκτιμούσα περισσότερο. Ακόμη και σήμερα ξεφυλλίζω παλιά τεύχη τους, συνεχείς πηγές ανακαλύψεων. Από τα πιο πρόσφατα, ενδιαφέρον, κυρίως επειδή δείχνει να μεταφέρει μιαν ανανεωτική ποιητική πρόταση, θεωρώ το περιοδικό [φρμκ].

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το μυθιστόρημα Ο Ζοφερός Οίκος του Dickens στην εξαιρετική μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ (Gutenberg, 2008). Καθώς αφιερώνω τον περισσότερο αναγνωστικό χρόνο μου σε κείμενα σχετικά με την εκάστοτε (συνήθως όχι λογοτεχνική) μετάφρασή μου,είναι πάντα απολαυστική η στροφή σε τόσο καθηλωτικές ιστορίες.

john berger

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Την τελευταία εξαετία εργάζομαι ως μεταφραστής σε έναν δημόσιο οργανισμό. Όπως προανέφερα, όμως, τις νύχτες (!) και τα σαββατοκύριακα (θα γνωρίζετε, φαντάζομαι, ότι οι μεταφραστές δουλεύουν πάντα…), ασχολούμαι με τη μετάφραση και τη γλωσσική επιμέλεια πιο δημιουργικών κειμένων.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στην εργασία σας (π.χ. στην επιλογή των τίτλων);

Έχω σπουδάσει Μετάφραση στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και στο ΕΚΠΑ. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να προσθέσω κάτι άλλο – πέρα από το γεγονός ότι οι σπουδές μου στην Κέρκυρα έχουν σταθεί καθοριστικές για τις κατοπινές επιλογές μου.

Film director Derek Jarman, portrait, London, United Kingdom, 1992. (Photo by Martyn Goodacre/Getty Images)

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;  

Τον Derek Jarman. Οι ταινίες, τα βιβλία, τα ημερολόγια και το γενικότερο πνεύμα του συνεχίζουν, εδώ και χρόνια, να με εμπνέουν και να με επηρεάζουν από πολλές απόψεις. Ανάλογες πηγές έμπνευσης έχουν σταθεί ο μουσικός Jhonn Balance και ο κριτικός τέχνης και μυθιστοριογράφος John Berger. Αν μπορώ να βρω κάποια σύνδεση μεταξύ των τριών, θα έλεγα ότι σε όλους εκτιμώ το γεγονός ότι συνειδητά ώθησαν το έργο τους στη λογική του κατάληξη, ανάγοντάς το εμπράκτως σε πολιτική θέση ή, ευρύτερα, σε πρόταση ζωής.

john-balance-

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πηγαίνω αραιά στο θέατρο. Αντιθέτως, έχω ένα σχετικά πρόσφατο αλλά έντονο ενδιαφέρον για τον θεατρικό χορό. Τελευταία, έχω θαυμάσει τα έργα της Anne Teresa De Keersmaeker και της ομάδας DV8 Physical Theatre.

Αγαπημένοι μου σύγχρονοι κινηματογραφιστές είναι ο Michael Haneke, σταθερά ο David Lynch και, πιο πρόσφατα, ο Cristian Mungiu. Την προηγούμενη χρονιά μού άρεσαν πολύ οι ταινίες Μακριά από τους ανθρώπους του David Oelhoffen και Κάτω από το δέρμα του Jonathan Glazer. Βρίσκω επίσης ενδιαφέρον το εξελισσόμενο ελληνικό weird wave, κυρίως επειδή αισθάνομαι ότι πρόκειται για το βλέμμα μιας πραγματικά νέας κινηματογραφικής γενιάς, με το οποίο, συνήθως, μπορώ να ταυτιστώ. Δεν θα μπορούσα άλλωστε να αντισταθώ σε καμία ταινία που ξεκινάει με το «Ghost Rider» των Suicide. 

Julia-Holter-

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Όπως όλοι οι μεταφραστές σήμερα, αδυνατώ πλέον να φανταστώ πώς μπορεί κανείς να μεταφράσει χωρίς το διαδίκτυο. Η αλήθεια είναι ότι μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου, παλαιότερα, να τρέχει από βιβλιοθήκη σε βιβλιοθήκη, να συναντιέται ή να προσπαθεί να επικοινωνήσει με άγνωστους ειδικούς, για να βρει την απόδοση μίας και μόνης λέξης! Είχε και αυτό τη μαγεία του, βέβαια. Γενικότερα, όμως, το διαδίκτυο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι και της δουλειάς μου και της καθημερινής ζωής μου. Η αμεσότητα της πληροφόρησης, η απλοποίηση της έρευνας και, κυρίως, η διαδικτυακή επικοινωνία εξακολουθούν πάντα να με συναρπάζουν.

the cost of living

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή; 

«Αιώνια» σε καμία περίπτωση, αλλά, ναι, μερικές ακόμη δεκαετίες νεότητας νομίζω ότι τις χρειάζομαι.

Στις εικόνες: Emily Dickinson, Frank O’ Hara, Hubert Shelby Jr., Curson McCullers, Isaiah Berlin, James Baldwin, John Berger, Derek Jarman [1992, Martyn Goodacre/Getty Images], Johhn Balance, Julia Hotler, The cost of living [DV8 Physical Theatre]

17
Οκτ.
15

Eudora Welty – Από πού έρχεται η φωνή;

Welty Cover Small

Προστατευμένες αλλά τολμηρές ζωές

Γράφω για την ευχαρίστηση της γραφής, ούτε για τους φίλους, ούτε για μένα. Τα διηγήματά μου αντικατοπτρίζουν την εποχή τους, ξεκινώντας από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Η αρετή τους έγκειται στο γεγονός ότι είναι γραμμένα εκ των έστω. Προέρχονται από τη ζωή μου εδώ, είναι κομμάτι της. / Είμαι συγγραφέας που προήλθε από προστατευμένη ζωή. Μια προστατευμένη ζωή μπορεί να είναι επίσης μια τολμηρή ζωή. Γιατί η σοβαρή τόλμη ξεκινά από μέσα σου…

… έγραφε η Γιουντόρα Άλις Γουέλτυ [1909 – 2001], μια ιδιαίτερα ξεχωριστή συγγραφέας αλλά και φωτογράφος και τα λόγια της καταφέρνουν να αποδώσουν ένα μέρος από την προσωπική της διηγηματογραφία. Η τέχνη της ταυτίστηκε με το Τζάκσον του Μισσισσιπή όπου γεννήθηκε και επέστρεψε μετά τις σπουδές της. Εργάστηκε στο ραδιόφωνο και σε εφημερίδες, περιπλανήθηκε στα αγροτικά περίχωρα της πολιτείας της φωτογραφίζοντας και γράφοντας ανταποκρίσεις, ταξίδεψε στην Αμερική και την Ευρώπη, αλλά πάντα επέστρεφε. Οι παραστάσεις, οι φωτογραφίες και οι ιστορίες που αφουγκραζόταν όπου και να βρισκόταν αποτελούσαν πλούσια μαγιά συγγραφής.

Eudora Welty 1

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ειδικά οι φωτογραφίες της, αν και με περιορισμένα εργαλεία και τεχνικές, παραμένουν εξαιρετικές, πόσο μάλλον αν σκεφτούμε ότι πρωτοτραβήχτηκαν το 1930. Τα πρόσωπα τους δεν απαθανατίζονται ως σύμβολα ούτε ως αφηρημένα πολιτικά σημεία, όπως τονίζει η μεταφράστρια στην εισαγωγή της· στην ουσία δεν είναι παρά αποδέκτες στοργής. Ίσως με τον ίδιο τρόπο έβλεπε και τις άλλες καθημερινές της ασχολίες, όπως την κηπουρική: να εξασφαλίσει εύθραυστες στιγμές ως αντικείμενα τέχνης.

Eudora Welty, Child on Porch, Mississippi, 1935

Οι κριτικές βιβλίων που έκανε στους New York Times από το 1944 και έπειτα φανερώνουν σε μεγάλο βαθμό και τις προτιμήσεις της: Τσέχωφ, Φώκνερ, Όστιν, Πρίτσετ. Οι επιρροές και των τεσσάρων είναι εμφανείς, ιδίως του πρώτου. Ως προς τους επίγονους, νομίζω αρκεί και μόνο η αναφορά της Άλις Μονρό, για το πόσο αγαπούσε το έργο της και πόσο της άλλαξε την τεχνική της στο γράψιμο. Τα διηγήματα επιλέγονται από διάφορες συλλογές της· συστηματοποιώ από τα περιεχόμενα: πέντε από το A Curtain of Green, δυο από το The Wide Net and Other Stories, δυο από το The Bride of Innisfallen και ένα από το The Golden Apples και το Uncollected Stories.

eudora-welty

Ένα από τα πιο αξανάγνωστα διηγήματα εδώ είναι η Λίβι. Όταν ο Σολομών μετέφερε την Λίβι στο αγροτόσπιτό του, βαθιά στην εξοχή, εκείνη ήταν δεκαέξι χρονών κοριτσάκι. Ηλικιωμένος έγχρωμος με κτηματική περιουσία, υπήρξε καλός μαζί της αλλά την κρατούσε πάντα στο σπίτι, πόσο μάλλον όταν μετά από μια δεκαετία εξασθένησε και έμενε όλη μέρα στο κρεβάτι. Η συγγραφέας περιγράφει με λεπτομέρειες το σπίτι όπου έχει καταδικαστεί να ζει κλεισμένη η νεαρή γυναίκα. Ένα μέρος όπου μπορεί να περνούσαν οι μέρες χωρίς να το καταλάβεις. Ψυχή δεν περνούσε, ούτε καν ένας λευκός· αλλά κι αν εμφανιζόταν κάποιος, ο Σολομών δεν θα την άφηνε να τον κοιτάξει. Οι ώρες της ξοδεύονται δίπλα στο κρεβάτι του, ακίνητοι και οι δυο στην σιωπή. Κάποτε μια λευκή γυναίκα, πλανόδια πωλήτρια καλλυντικών, επισκέπτεται το σπίτι· η Λίβι δελεάζεται αλλά δεν έχει χρήματα. Και ύστερα εμφανίζεται ο Κας, μ’ ένα ινδικό χοιρίδιο στην τσέπη του. Μπορεί, αν δεν εμφανιζόταν εκείνη τη μέρα, να μην τον είχε κοιτάξει έτσι, αλλά ο χρόνος που έρχονται οι άνθρωποι κάνει τη διαφορά. Και ο Σολομών, που είχε χτίσει ένα μοναχικό σπίτι, όπως θα έχτιζε ένα κλουβί, βρίσκεται παγιδευμένος μέσα του, γιατί το σπίτι αναπτύχθηκε έτσι για τον ίδιο, σαν μια μεγάλη πυραμίδα.

Eudora Welty photo

Η σφυρίχτρα έχει τους ως χαρακτήρες δυο απόλυτους αντι – ήρωες, η ιδιότητα των οποίων σπάνια τυγχάνει λογοτεχνικής προσοχής. Δυο ηλικιωμένοι βρίσκονται στο κρεβάτι τους μια παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα υποφέροντας από το κρύο. Έξω το σκοτάδι είναι αραιό, όπως ένα φόρεμα χιλιοφορεμένο, που πάντα αφήνει το κρύο να πιρουνιάζει τα κόκαλα. Ακόμα και η φωτιά βγάζει νυσταγμένο ήχο, με το φως της να ανεβοκατεβαίνει εξαντλημένο στον τοίχο. Κάθε βράδυ το ζευγάρι ξαπλώνει τρέμοντας από το κρύο, επικοινωνώντας όπως τα παντζούρια που χτυπάνε στην καταιγίδα. Ίσως η μακρόχρονη συνήθεια της σιωπής να είχε ξεκινήσει με θυμό ή πάθος – ποιος ξέρει; Όταν υπάρχει απειλή για μεγαλύτερη παγωνιά, στο Ντέξτερ ακούγεται η μεγάλη σφυρίχτρα. Τότε στις φάρμες ανάβουν τα φώτα από τα παράθυρα και βγαίνουν όλοι τρέχοντας να σκεπάσουν τα φυτά τους με ό,τι διαθέτουν. Ο άντρας τα καλύπτει με το παλτό του, η γυναίκα με το φόρεμα που ζέσταινε το κεφάλι της. Πίσω στο σπίτι, παγωμένοι καίνε τα λιγοστά τους έπιπλα κοιτάζοντας με λαιμαργία τις φλόγες.

welty chopping cotton

Η καταλυτική επίδραση της φύσης, η απλή καθημερινότητα, από τις αυτονόητες χάρες της μέχρι την απελπιστική της μονοτονία, η ζωή του Νότου, το μεγαλείο και η ποταπότητα των ανθρώπων έρχονται και παρέρχονται στις ιστορίες της Γουέλτυ. Άλλοτε τα διηγήματα επικεντρώνουν σε ένα αντικείμενο, γύρω από το οποίο αναπτύσσεται μια υποτυπώδης πλοκή με πλήθος λεπτομερειών, ένα ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής της. Για παράδειγμα, Το μωβ καπέλο μιας γυναίκας πυροδοτεί συζητήσεις και ερμηνείες σε ένα μπαρ στην Νέα Ορλεάνη. Το ακουμπά κάτω, κάτω από το επίπεδο του τραπεζιού, στη λέτσικη γερο – αγκαλιά της και αυτός το χαϊδεύει… Φαντάζομαι ότι σ’ αυτή την πόλη υπάρχουν περίεργες μορφές αγάπης, και ποιοι είμαστε εμείς να πούμε με ποιους τρόπους οι άνθρωποι θα μπορούν να βρουν την αγάπη; [σ. 81]

Madonna with coca cola

Όταν η γραφή της γίνεται ποιητική, τότε το διήγημα μετατρέπεται σε κομψοτέχνημα, όπως στο Δεν υπάρχει χώρος για σένα, αγάπη μου [The Bride of Innisfallen]. Μια γυναίκα συναντά έναν παντρεμένο «Ανατολικό επιχειρηματία» και συμφωνούν να περιπλανηθούν με το αυτοκίνητο, νότια της Νέας Ορλεάνης. Η συνύπαρξή των δυο άγνωστων ψυχών κινείται σε συνοικίες που αποκαλύπτουν μια ιδιαίτερη ομορφιά, αλλά και άλλες που διαιωνίζουν τις τραγικές κοινωνικές ανισότητες. Ο ξένος στη Νέα Ορλεάνη πάντα ξεκινά να φύγει σαν να ακολουθεί οδηγίες σε λαβύρινθο. Περνούσαν μέσα από τους στενούς μονόδρομους, μέσα από το ξέθωρο μωβ από τις κουρασμένες πλατείες, τα καφετιά καμπαναριά και αγάλματα, το μπαλκόνι με τη ζωντανή και πιθανόν φημισμένη μαύρη μαϊμού που κινούνταν πάνω από τα κάγκελα σαν να ήταν πάτωμα αίθουσας χορού, μέσα από δαντελωτά κάγκελα και σιδερένιους κύκνους φρεσκοβαμμένους στα μπροστινά σκαλοπάτια των εξοχικών σπιτιών. [σ. 104]

 Eudora Welty 3

Το διήγημα που κλείνει της συλλογή και της δίνει το όνομά του αφορά την δολοφονία του έγχρωμου ακτιβιστή Μένγκαρ Έβερς τον Ιούνιο του 1963 από έναν λευκό. Η ιστορία έγινε τραγούδι από την Nina Simone [Mississippi Goddam], τον Phil Ochs [Too many martyrs] και τον Bob Dylan [Only a pawn in their game], αλλά εδώ υπάρχει ένα σπάνιο στοιχείο: η Ουέλτυ έγραψε το διήγημα απνευστί, σε μια νύχτα, αμέσως μετά την δολοφονία και πριν την σύλληψη του δράστη. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The New Yorker έναν μήνα αργότερα. Η συγγραφέας μετατρέπει τον δολοφόνο σε αφηγητή, που δεν παραληρεί αλλά εκφράζει με τρομακτικά ψύχραιμο τρόπο το μίσος του για τον άλλον. Οι λίγες σελίδες είναι συγκλονιστικές: μοιάζουν με την παράλογη, ωμή ομολογία οποιουδήποτε δολοφόνου ρατσιστή των ημερών μας. Τώρα εγώ είμαι ζωντανός κι εσύ δεν είσαι. Ποτέ δεν ήμασταν και ποτέ δεν θα γίνουμε ίσοι, και ξέρεις γιατί; Ένας από εμάς είναι νεκρός. Τι λες γι’ αυτό; Φρόντισες γι’ αυτό, έτσι;

Εκδ. Ένεκεν, 2015, μτφ. Τούλα Παπαπάντου, σελ. 165, με πεντασέλιδη εισαγωγή της μεταφράστριας.

15
Οκτ.
15

Λογοτεχνείο, αρ. 141

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Τάσος Χατζητάσης, Στο café της Ναυαρίνου (οριστικά ημιτελές), Ακροτελεύτιοι εσπερινοί, 1997, εκδ. Πόλις, 2009, σ. 141 – 142.

Σε θυμάμαι σαν τα εικονοστάσια του δρόμου, που τα στήνουν με πολλή φροντίδα για πρόσωπα αγαπημένα που χάθηκαν. Στέκουν στην άκρη του δρόμου, ωραία και λαμπερά, και το καντήλι πάντα να καίει, κι από δίπλα το μπουκάλι με το λάδι, γεμάτο. Με τα χρόνια, όμως, με τους σφοδρούς ανέμους, τις άσπλαχνες βροχές και τη λήθη των ζωντανών, μένουν χωρίς πόρτες, χωρίς αναμμένα καντήλια, σκουριασμένοι οι μεντεσέδες, ρημάζουν με τα χιόνια, δεν έμεινε κανείς να τα φροντίζει, τα ξέχασαν και μένουν έρημα στις άκρες του δρόμου, οδοσήματα για τις ανάγκες βιαστικών οδηγών.

13
Οκτ.
15

Θοδωρής Ρακόπουλος – Νυχτερίδα στην τσέπη

Ρακόπουλος Εξώφυλλο

Η ευρηματική ποιητική μιας εναλλακτικής πεζότητας

Η ανάγνωση αυτών των διηγημάτων είναι μια ιδιαίτερη εμπειρία. Πρώτα χτίζεται ένα ένα στέρεο, εικονοπλασμένο και συνάμα φευγαλέο, ρευστό περιβάλλον ή γκρεμίζεται κάθε σκηνικό, αφήνοντας τους χαρακτήρες έκθετους, έρμαια στην φαντασιώδη ευρηματικότητα του συγγραφέα. Οι χαρακτήρες αιχμαλωτίζουν την προσοχή σου, προσκαλώντας τις καταλληλότερες λέξεις για να εξιστορήσουν ό,τι αξίζει να εξιστορηθεί, ξεκινώντας από την μέση, την άκρη, ή οπουδήποτε αλλού. Δεν μπαίνεις οποιαδήποτε στιγμή σε αυτές τις ιστορίες, συνιστώ πολλαπλές αναγνώσεις σε διαφορετικούς χρόνους. Άλλωστε τα ίδια τα διηγήματα έχουν πολλαπλές αναγνώσεις: τουλάχιστον ως προς αυτό διαθέτεις την έσχατη ελευθερία να επιλέξεις ερμηνείες ρεαλιστικές ή υπερεαλιστικές· μπορείς να κρατήσεις την ψίχα μιας γλυκόπικρης καθημερινότητας που απλά τιμάται με πραγματική λογοτεχνία, μπορείς και να σκάψεις για όσα υποκρύπτονται και υπονοούνται.

pat

Θα επιχειρήσω να ξαναμπώ σ’ εκείνες που με προσκαλούν συχνά, μέσω του αφηγητή τους. Πρώτα κλείνομαι στο διαμέρισμα της εργατικής πολυκατοικίας κάπου πολύ μακριά από εδώ, για να μαντέψω παρέα με τον αφηγητή τις τρεις κοπέλες που μένουν δίπλα. Τις Κυριακές όπου όλοι ανασκουμπώνονται στην εθνικότητά τους εκείννες υποδέχονται έναν τεράστιο κύριο που κουβαλάει σακούλες, κι εμείς αναρωτιόμαστε τι κάνει εκείνος ο γίγαντας στα θολά τους σώματα σ’ αυτή την θαμπή πόλη, τι του μαγειρεύουν κι οι διάδρομοι είναι μονίμως σε μυρωδική καταχνιά και ποιες εικόνες καλύπτει η αιθάλη από τις κατσαρόλες. Μόνο μαντεύουμε μέσα από τους τοίχους από τσιγαρόχαρτο, όσα δεν λέγονται αλλά κάλλιστα γράφονται, για το τι συμβαίνει πίσω από την πόρτα που έχει το αυτοκόλλητο με τα χερουβίμ. Και κάποτε αυτός ο άντρας, που λέγεται πως είναι Αντβεντιστής της Εβδόμης Ημέρας αντιστρέφει τους όρους, αυτός είναι που ζηλεύει εμάς στην αιώνια Κυριακή μας, αυτός μαντεύει στους τοίχους το απολαυστικό μας κάπνισμα παρέα με τις τρεις γυναίκες και προσπαθεί να ξορκίσει τους ζηλευτούς καπνούς στα σώματά τους μαγειρεύοντας… (Το τάγμα των Σεραφείμ και Χερουβείμ προστατεύει αυτό το σπίτι).

Stan VanDerBeek- A La Mode ,1958

Άλλοτε συνοδεύω τον αφηγητή εκεί που στου Ζωγράφου έχει μια τεράστια ανηφόρα που καβαλάνε τα αργά λεωφορεία [Οι λύκοι μιλούσαν τη γλώσσα της]. Τις πρώτες φορές του έμοιαζε κομμάτι από σκηνικό που δεν ανήκε σε κανέναν και κάποιος απλώς ξέχασε να ξεμοντάρει. Τώρα διασχίζει και πάλι τα καυτά πεζοδρόμια, προφανώς στο μέσο του καλοκαιριού, με τα ψώνια της λαϊκής για την γυναίκα που τον περιμένει στο σπίτι· κάποτε και περισσότερα από όσα του ζητάει, για να χαμογελάσει ο μανάβης, να μην γεμίσει η άσφαλτος λαχανικά. Στην άκρη της διαδρομής, εκείνη τον περιμένει φορώντας τα σεντόνια, κι αφού την ξετυλίγει στάζει πάνω της αμίλητος, για ώρα. Αν μπορώ να δω καθαρά, μετά από την τελετουργία των σωμάτων ακολουθεί εκείνη των αφηγήσεων· τότε είναι που ξεκινάει ακόμη μια ιστορία, με την ζέστη της μαγειρικής να θεριεύει την κάψα της αφήγησης. Σύντομα η ανεπάρκεια των αφηγήσεών του θα τον στείλει στον δρόμο κι ύστερα πάλι πίσω, σπίτι της, για το αφηγηματικό του κρεσέντο. Εκτός αν εκείνη τον έχει και πάλι προλάβει…

Profilkopf Selbstbildnis (1930)

Κι ύστερα μπλέκομαι σε ιστορίες των φορτηγατζήδων όπου μια Δανάη γίνεται ολοένα και πιο όμορφη και περιμένει πάντα στο τέλος του δρομολογίου. Στο ξενοδοχείο το κρεβάτι τρίζει σε κάθε κίνηση κι εμείς τους ακούμε στο διπλανό δωμάτιο, την στιγμή που τελειώνουν και αντί για βογγητό, στα τελευταία χτυπήματα στον τοίχο, η φωνή του ακούγεται καθαρά: Το όνομά μου είναι λεγεών. Είναι άραγε ο ίδιος αυτοκινητιστής που θα διηγείται στα βενζινάδικα πως οι τοίχοι στα επαρχιακά ξενοδοχεία είναι μπουκωμένοι μέχρι την στιγμή που ένας τύπος λερός χτυπάει μια πιτσιρίκα στον τοίχο κραυγάζοντας εκείνες τις λέξεις, κι ύστερα θα φεύγει, μονολογώντας «αφού με πιστεύουν, έτσι θα έγινε»; (Το όνομά μου είναι λεγεών).

DSC04173 β

Κάποτε μπαίνω σε δυο ναούς· στον πρώτο για να παρακολουθήσω μαζί του την ακίνητη και υπνωτισμένη γυναίκα στον γυναικωνίτη κι ύστερα να τους ακολουθήσω ως τον Κολωνό, να αδειάσουν το σπίτι πριν κλείσουν τα σαράντα. Η τηλεόραση μένει στο κέντρο του σαλονιού κι αυτός με αγκαλιασμένος με το ψυγείο μέσα στο ασανσέρ, μόνος του στο ένα σπίτι, μαζί της στο άλλο. Κι είναι χάρη στο ψυγείο που ο χαμένος τους προσκαλεί σ’ ένα ύστατο δείπνο, οι τρεις τους (Ψυγείο). Στον δεύτερο, για να σταθώ διακριτικά ανάμεσα στον αφηγητή και την Σωτηρία, που ξένοι στην πολιτεία που τους διαβάζει, ανακαλύπτουν μια μικρή, απομονωμένη σαν σε κέντρο κυκλώνα πλατεία και εισχωρούν εντός του, σε μια ατμόσφαιρα που περιγράφεται με μοναδικό τρόπο και που υπό την καθοδήγηση ενός νεωκόρου, που ακούγεται σαν τηλεφωνητής σε υπερπόντια κλήση και αργότερα σαν κήρυγμα σε κασσέτα, αγγίζουν φιλήματα άλλων ανθρώπων και εμβάσματα άλλων κόσμων (Νεκροκεφαλή).

Κούκλα από κρατούμενες φυλακών Θήβας

Και αγνοώ όσα αδιανόητα έχουν ήδη συμβεί και θα συμβούν αργότερα από την στιγμή που απαθανατίζεται στους Μεγάλους θηρευτές. Μόνο κρατώ πολύτιμο φυλαχτό τα λόγια του προσώπου που απευθύνεται στον αφηγητή: Να σκέφτεσαι λίγο και τους έρωτες που σε σκέφτονται, κι όσο κοντεύουνε οι μέρες, να κεντράρεις με το μικροσκόπιο στον πιο πολύχρωμο, αποκλείοντας τους άλλους που πεταρίζουν γύρω. Ανοίγοντάς τον σε προοπτική, σπάει ρόδι με αυτόν ένας κόσμος ολόκληρος, και παίρνει το σχήμα του ματιού σου, το βαθύ μαύρο που αγορίστικα σαν γελάς. Θέλει κι η αγάπη πότισμα, άγριο φυτό στις διακλαδώσεις του που χάνονται πουλιά, για εποχές ολόκληρες, δεν φτάνουν στα απέναντι φυλλώματα βουβοί κελαηδισμοί, θρόμβοι σφιχτοί στα σύρματα. Αποδημούν μονάχα, απορημένα. Ξανανταμώνουν με τα πρώτα σκάγια. [σ. 119]

thorodis rakopoulos

Σε αυτούς τους ευφάνταστους εναγκαλισμούς του συνηθισμένου και του παράδοξου, σε ιστορίες τόσο απλές και τόσο ευρηματικές, η ποιητική γραφή αποτολμά να πεζογραφήσει εκείνα που πράγματι συμβαίνουν αλλά δεν βρίσκουν τις λέξεις, τα άλλα που θα μπορούσαν να συμβούν, και τα τρίτα, που, όσο απίθανα κι αν μοιάζουν, για φανταστείτε αν συνέβαιναν… Ορισμένα από τα είκοσι κείμενα δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εντευκτήριο, Το Δέντρο, unfollow, στά ηλεκτρονικά περιοδικά Μπονζάι και diastixo.gr, στα ιστολόγια του Εντευκτηρίου και του ΕΚΕΒΙ και στον συλλογικό τόμο Συντηρητές Μνήμης.

Εκδ. Νεφέλη, 2015, σελ. 121

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 193, με τίτλο Release the bats.

Η τελευταία φωτογραφία: Κούκλα από κρατούμενες φυλακών Θήβας.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.




Οκτώβριος 2015
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.   Νοέ. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 991.236 hits

Αρχείο

Advertisements