Αρχείο για Νοέμβριος 2015

30
Νοέ.
15

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων: Αρχοντούλα Διαβάτη, Σκουλαρίκι στη μύτη

 Skoulariki-Cover

Γράψτε μας για το βιβλίο σας.

Το νέο μου βιβλίο, Σκουλαρίκι στη μύτη, εκδ. Νησίδες 2015, ένα χρόνο μετά το Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, είναι μια συλλογή 28 βιωματικών κειμένων μικρής φόρμας που αυθαίρετα τα ονομάζω «Διηγήματα», δημοσιευμένα τα περισσότερα σε διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά μέσα σε μια χρονική διάρκεια τριών χρόνων.

Κι εδώ διερευνώ χωρίς νοσταλγία θέματα μνήμης κι επιθυμίας, ματαίωσης κι απώλειας, θέματα ταυτότητας ή το αίνιγμα του χρόνου, προσπαθώντας να αιχμαλωτίσω τις φευγαλέες στιγμές της καθημερινότητας και να τις αποτυπώσω, όχι ρεαλιστικά, αλλά μυθοποιώντας τες μέσα από τη δυναμική της γλώσσας. «Ασχολούμενη εις έργα μη παραδεδεγμένης χρησιμότητας», εμμένω στην αγάπη μου για τη Λογοτεχνία – στην ανάγνωση και στη γραφή- και στην νοηματοδότηση του κόσμου μέσα από τη γραφή.

Ο τίτλος του βιβλίου από το ομώνυμο διήγημα Σκουλαρίκι στη μύτη, όπως φαίνεται από το οπισθόφυλλο: Στο νησί, στα ενοικιαζόμενα αραχτοί– πόσα χρόνια πριν;- κι από το διπλανό δωμάτιο είχαν ακούσει για πρώτη φορά εκείνο το γέλιο να πιάνει όλο τον χώρο, να εξαπλώνεται– καλοκαιράκι απόγευμα και τα παράθυρα ανοιχτά -παραδεισένιο. Ερχόταν απ’ αλλού, αισθησιακό, ναρκισσευόμενο και κυκλογύριζε και ξεσπούσε ασυγκράτητο όλο εκρήξεις κι όλο δυνάμωνε σα να διηγόταν μια ιστορία που κάποτε όλοι γνωρίζανε και με τον καιρό την είχανε ξεχάσει, κι ήταν γι’ αυτό έτσι βουτηγμένοι στην κατήφεια. Γέλιο νέας  γυναίκας που αγκάλιαζε όλο το απόγευμα, το τετράγωνο, την πόλη.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ποια ήταν; Ήταν ευτυχισμένη με τόσo λίγα ή μήπως με πολλά; Tης έδιναν πολλά αυτηνής, έναν απόλυτο έρωτα ίσως, μια τέτοια τελειότητα που αυτοί από καιρό είχαν πάψει να ονειρεύονται. Ήταν μήπως μια ξένη γυναίκα, μια μετανάστρια, μαθημένη με δυσκολία να κερδίζει τη ζωή και γι’ αυτό έτοιμη να αναγνωρίσει τη χαρά και να την υποδεχτεί όπως της πρέπει; Ήταν ένα νεαρό σαχλό κορίτσι που είχε δεχτεί το πρώτο ερωτικό φιλί και χαίρεται φιλάρεσκη με τον νεαρό εραστή πρωτόγνωρα αγκαλιάσματα και χάδια, θέλει να του αρέσει, δεν τον χορταίνει, κάτι τέτοιο; H μήπως πάλι είχαν βρεθεί ξανά- χαμένοι για χρόνια- κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο οι παλιοί εραστές να διηγούνται ο ένας στον άλλο τη ζωή που έζησε ο καθένας χωρίς τον άλλο, τι άδικες, χαμένες, μάταιες ώρες προσπαθώντας να ταιριάξουν με το λάθος ταίρι, χωρίς κατανόηση ή διορατικότητα, χωρίς διαίσθηση ή πάθος, χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να δώσουν και να πάρουν ικανοποίηση όπως αυτοί ήξεραν κάποτε.

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Ισχύει κι εδώ ο Πρόλογος από το προηγούμενο βιβλίο μου, Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, σελ.11: « Ήθελα να φωτογραφίσω το χρόνο, όπως το έκανε ο Όγκι Ρεν, ο ιδιοκτήτης του μικρού καπνοπωλείου στο Μπρούκλιν που προμήθευε ιστορίες τον Πολ Όστερ στην ταινία του Γουάγκ , Καπνός…..εικονογραφώντας την ιστορία των ημερών μου…». Μέσα στα σύγχρονα « πέτρινα χρόνια» όπου γράφονται τα κείμενα των δυο τελευταίων μου βιβλίων, καταγράφω μυθοποιώντας τα, βιώματα και εικόνες της καθημερινότητας που με συγκινούν.

kirsten-dunst-in-melancholia_

Συστήστε μας σε έναν χαρακτήρα του.

Σας συστήνω τον Βασίλη, από το διήγημα «Οδός Αγαπηνού 8», που συσχετίζει το συναίσθημα της προδοσίας από τη συμμετοχή του στους πολιτικούς αγώνες με την τραυματική παιδική του πρώτη αγάπη, χωρίς όμως να παύει να αγωνίζεται ή ν’ αγαπάει από τότε.

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή, που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Από την ταινία Γη, πλανήτης, μελαγχολία του Λαρς Φον Τρίερ  δανείζομαι και τον τίτλο ενός διηγήματος της συλλογής, σελ.16, « Πλανήτης Μελαγχολία».  Μέσα στα σύγχρονα « πέτρινα χρόνια» – όπως προανέφερα –  όπου γράφονται τα κείμενα των δυο τελευταίων μου βιβλίων, η γραφή αποτυπώνει μυθοποιώντας τα, βιώματα και εικόνες της καθημερινότητας που με συγκινούν, όπως το βίωμα αποξένωσης και δυστυχίας της ανοϊκής γυναίκας του εν λόγω διηγήματος.

Εκδόσεις Νησίδες, 2015.

Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Advertisements
28
Νοέ.
15

Συλλογικό – Βίοι παράλληλοι

Εξώφυλλο Βίοι

Ό,τι σου ξέφυγε, επιτέλους, από το κείμενο

Έμαθα να λέω τα λόγια των άλλων, να υποκρίνομαι τη ζωή των άλλων, να κλαίω τα δάκρυά τους και να γελώ τα γέλια τους, να ερωτεύομαι τους έρωτές τους, να πεθαίνω τον θάνατό τους. Σαν να ήξερα πως δοκιμάζοντας ξανά και ξανά ξένες ζωές, θα μου αποκαλυφθεί εντέλει και η δική μου ζωή, ο δικός μου ο μύθος….

… γράφει η Γλυκειά Συμμορίτισσα Δέσποινα Τομαζάνη για την υποκριτική της τέχνη, ομολογώντας πως ήρθε κάποτε η ώρα που βαρέθηκε τα ξένα λόγια και τους ξένους έρωτες, και νοστάλγησε να ζήσει την δική της ζωή. Κι εκεί είδε ότι με την γραφή της έδωσε σε άλλα πρόσωπα και άλλες ιστορίες δικά της δάκρυα και δικά της γέλια. Και κατάλαβε πως τίποτα δεν είναι δικό της και τίποτα δεν είναι ξένο.

Πάνος Κουτρουμπούσης. Wallflower, 1965

Βρισκόμαστε σ’ ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο που στην ουσία αποτελεί τον κατάλογο της ομότιτλης έκθεσης της Εταιρείας Συγγραφέων στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων, η οποία παρουσίασε τα έργα πενήντα συγγραφέων που διαθέτουν μια διπλή ή τριπλή δυνατότητα καλλιτεχνικής έκφρασης και εκτός από την γραφή τους διακονούν την ζωγραφική, την μουσική, την φωτογραφία, την υποκριτική, την χαρακτική, το σχέδιο, το κολλάζ, την γλυπτική, το video, τις κατασκευές. Η έκθεση  – πολυθέαμα οργανώθηκε από τον Δημήτρη Καλοκύρη, την Ηρώ Νικοπούλου και τον Γιάννη Δ. Στεφανάκι τον Φεβρουάριος του 2015.

Ο πολυτεχνίτης Δημήτρης Καλοκύρης – δική του η φράση στον τίτλο μας – θυμάται την ανενδοίαστη καταβύθισή του σε μια φορητή πορτοκαλί γραφομηχανή Hermes, που αλώνιζε αφόρητα για την  αποτύπωση των λεξημάτων που είχε ορνιθοσκαλίσει αποβραδίς, συμπιέζοντας τοπία της γλώσσας με μελάνι διαρκείας. Σήμερα πια μονολογεί πως, τελικά, δεν αποφεύγονται οι μηχανές, και με δεδομένο ότι ο κύριος λόγος που γράφεις είναι γιατί βαριέσαι να μιλάς και εικονίζεις διαρκώς το ανείπωτο, αποφασίζεις να σταματήσεις το γράψιμο ή να τα ξαναγράψεις όλα από την αρχή, ανακεφαλαιώνοντας τα παρόντα με τη σβηστήρα.

Ντίνος Σιώτης

Ο Πάνος Θεοδωρίδης παιδί πίστευε πως θα γινόταν ζωγράφος, καθώς η χειροτεχνία του Λόγου, του φαινόταν απρόσιτη και τερατώδης. Αργότερα στην εφηβεία αισθάνθηκε πως έπρεπε να διαλέξει, αφού ουσιαστικά ζωγράφιζε ποιήματα και συνέγραφε πίνακες. Επέλεξε την συγγραφή αλλά απέφυγε το δίλημμα του Ηρακλή: έκτοτε δεν υπάρχει περίπτωση να γράψει γραμμή, αν δεν έχει εξασφαλίσει το εικαστικό της περιβάλλον.

Ο Τάσος Γουδέλης αδυνατεί να θυμηθεί εάν οι λέξεις ή οι εικόνες ήταν τα πρώτα του ερεθίσματα. Και τα δυο μαζί του υπέδειξαν ταυτόχρονα κοινή είσοδο στα γράμματα και στην τέχνη· άλλωστε το αλφαβητάριο είχε εικόνες…Ο συγγραφέας παίρνει πολύ σοβαρά τις σκέψεις ενός Αμερικανού ομότεχνού του, Ντόναλντ Μπαρθέλμ: Ο κινηματογράφος πρόσφερε μεγάλη βοήθεια επειδή κατέλαβε μια τεράστια περιοχή, αναγκάζοντας εμάς τους συγγραφείς να σκεφτόμαστε ό,τι κάνουμε και πρόκειται να κάνουμε πολύ περισσότερο από όσο θα το σκεφτόμασταν χωρίς αυτόν.

Σκαμπαρδώνης - Σκαρίμπας_

Ο «επίμονος μικρομηκάς» Αχιλλέας Κυριακίδης αναζητά στην λογοτεχνία την μετατροπή του από παθητικό σε ενεργητικό κινηματογραφόφιλο: ήταν Ο Πύργος του Τάκη Σινόπουλου, ένα ντοκιμαντέρ που απέτιε φόρο τιμής στον ποιητή και την γενέτειρά του. Ίσως πάλι, σκέφτεται, να πρέπει να δηλώσει αμφιτεχνόφιλος, αφού η ενασχόληση με τον κινηματογράφο όχι μόνο δεν διέκοψε την συγγραφική του τέχνη, αλλά και την βοήθησε και την επηρέασε. Στο τέλος (ήμουν σίγουρος), όταν γράφει σκέφτεται με εικόνες κι όταν σκηνοθετεί με λέξεις….

Ο Θανάσης Βαλτινός λοξοκοιτάζει προς την τέχνη της φωτογραφίας και αναφέρεται στο μοντέλο 36FF – 3D AF – SUPER μιας απλής μηχανής τσέπης Ricoh, απωανατολικής καταγωγής που αγόρασε πριν είκοσι χρόνια και χρησιμοποιεί ακόμα. Η αποτύπωση της ημερομηνίας λήψεως στο καρέ την μετατρέπει αυτόματα σε ένα φωτογραφικό σημειωματάριο – ημερολόγιο. Ο φακός έχει την ιδιότητα εσόπτρου, θυμίζοντάς του τους ανθρώπους που κοιτάζονται στον καθρέφτη σε τουαλέτες δημοσίων χώρων, μαγνητισμένοι από το είδωλό τους. Και με αυτή φωτογραφίζει τα πάντα, ιδίως γυναίκες· το τι υπόσχεται ένα γυναικείο κορμί δεν είναι κάθε φορά αυτονόητο. Είναι όμως ποιητικό.

Σάκης Παπαδημητρίου 1

Ο συγγραφέας έχει εικόνες στο μυαλό του και προσπαθεί – ειδικά στη λογοτεχνία – να τις μεταδώσει στον αναγνώστη… και το ίδιο κάνει και ο εικονοποιός  γράφει ο Πάνος Κουτρουμπούσης. Η γραφή λοιπόν μπορεί να κάνει και χωρίς την ορατή εικόνα, αλλά και η εικόνα μπορεί να κάνει χωρίς λέξεις. Υπογείως και τα δυο περιέχουν το ένα το άλλο και τελικά οι εικόνες του οδηγούν στην πλάση ιστοριών και, αντίστροφα, τα γραπτά οδηγούν στην πλάση εικόνων.

Τα ίδια σύνορα διασχίζει ανενόχλητος και ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Η αφήγηση περιέχεται στην ζωγραφική και η εικονοποιία στην αφήγηση. Προαιώνια διαπλοκή, μας λέει και μας θυμίζει σχετικές εκφράσεις: Ιστόρησε, λέμε, με τοιχογραφίες τον ναό. Ή, ζωγράφισε, στο κείμενό του, αδρά τους χαρακτήρες. Στην απέναντι σελίδα βλέπουμε μια ωραιότατη προσωπογραφία του Γιάννη Σκαρίμπα να επιβεβαιώνει τα λεγόμενά του, σ’ έναν ακόμα σχετικό διάλογο.

σάρωση0002

Στο πυκνό, εξομολογητικό βιογράφημά του ο Αλέξανδρος Ίσαρης αναφέρεται στα παιδιά του που είναι τα έργα που έγραψε, μετέφρασε, επιμελήθηκε ή έντυσε· οι πίνακές του που περιέχουν όλες τις φαντασιώσεις, τις σκέψεις και τα όνειρά του· οι φωτογραφίες όπου παρελαύνουν οι φιλίες, οι έρωτες, τα τοπία και τα γεγονότα του ψηφιδωτού που ονομάζεται «ζωή μου».

Κάθε συγγραφέας έχει από ένα δισέλιδο· στην μία πλευρά παρουσιάζεται ένα έργο του και στην απέναντι γράφει κάποιο σχετικό, ειδικό ή γενικότερο κείμενο. Τα πρώτα πέντε δισέλιδα αφιερώνονται τα ζωγραφικά και κολλάζ έργα των ποιητών Μανόλη Αναγνωστάκη, Νίκου Εγγονόπουλου, Οδυσσέα Ελύτη, Γιώργη Παυλόπουλου και Νίκου Καρούζου. Η μουσική των Θωμά Κοροβίνη, Σάκη Παπαδημητρίου, Γιάννη Πατίλη, η οπτική ποίηση των Μιχαήλ Μήτρα, Ντίνου Σιώτη και Νατάσας Χατζηδάκι, η φωτογραφία των Νίκου Δήμου, Κυριάκου Ντελόπουλου, Βασίλη Ρούβαλη και Χρήστου Χρυσόπουλου, η ζωγραφική, η χαρακτική, το σχέδιο, το κολλάζ, οι κατασκευές (Νάνος Βαλαωρίτης, Πάνος Θεοδωρίδης, Αλέξανδρος Ίσαρης, Δημήτρης Καοκύρης, Πάνος Κουτρουμπούσης, Άρης Μαραγκόπουλος, Πρόδρομος Μάρκογλου, Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου, Μάρκος Μέσκος, Ηρώ Νικοπούλου, Δημήτρης Πετσετίδης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Αργύρης Χιόνης, Νίκος Χουλιαράς, Α.Κ. Χριστοδούλου), η υποκριτική (Ολυμπία Καράγιωργα), όλα έχουν θέση στον πολυφυή κόσμο της καλλιτεχνικής έκφρασης.

Γιάννης Πατίλης_

Η έκθεση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του διφυούς Κώστα Λαχά [1936 – 2014], στον οποίο και αφιερώνει έναν πρόλογο ο Δημήτρης Καλοκύρης, ενώ για την κάλυψη της πίσω σελίδας του προλόγου είχε φροντίσει ο ίδιος ο Λαχάς μ’ ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα από το 1985. Στα επόμενα προλογικά πεδία ο Μάνος Στεφανίδης μας θυμίζει τις τέχνες του λόγου που εποίησαν οι ζωγράφοι· τους Αφορισμούς του Μπουζιάνη, τις έξοχες σελίδες του Τσαρούχη, τα θεωρητικά κείμενα του Γιάννη Παπά ή του Ν. Χατζηκυριάκου – Γκίκα, τις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του Θανάση Απάρτη και του Περικλή Βυζάντιου, την εύστοχη αρθρογραφία του Άρη Κωνσταντινίδη και πολλά ακόμα.

Και ως επίλογο επίμετρο επιστέγασμα και επιμύθιο, κρατώ μια παράγραφο του Δημήτρη Καλοκύρη: Τι μένει; Η εικόνα. Που την καλλιεργείς με το κοπίδι και τον χάρακα, με σινική και επιπεδόγλυφα μικροαντικείμενα, ανθολογήσεις από τεχνήματα προγενέστερων οραματιστών, παροδικές παρωδίες μυθευμάτων, δρύινα ιδεολογικά πατήματα στην ερημιά ή στο έρμα του πελάγου, κυκλώνες επί χάρτου, όρη γυμνών γλαφυρών σωμάτων (Α! Χειμερινά πλακόστρωτα, με αχρείαστες μηχανές, αχρείαστες σχέσεις, αχρείες εικασίες…..). Κτίσματα αρτικόλεκτα, ο πανικός του Γκαουντί και άλλων ευπατριδών, μια που η πατρίδα δεν κρύβει παρά νοητές εικόνες. Και η Εικόνα: Ό,τι σου ξέφυγε, επιτέλους, από το κείμενο.

Κώστας Λαχάς

Εκδ. Εταιρείας Συγγραφέων και Δήμου Αθηναίων, 2015, σελ. 108.

Στις εικόνες: Πάνος Κουτρουμπούσης – Wallflower (1965), Ντίνος Σιώτης – Δελτίο καιρού, το δισέλιδο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη με τον Γιάννη Σκαρίμπα σε λάδι και μουσαμά, δίσκος του Σάκη Παπαδημητρίου, Νάνος Βαλαωρίτης – Νάρκισσοι παρατηρούντες εαυτήν (2008), ο παλαιός δίσκος του Γιάννη Πατίλη, λίγο πριν περάσει με κόκκινο την διάβαση ( το Πανδοχείο διαθέτει αντίτυπο του δίσκου και δηλώνει πως το πέρασμα ήταν απολαυστικό) και ο Κώστας Λαχάς αυτοπροσώπως.

26
Νοέ.
15

Γκράχαμ Γκρην – Οι θεατρίνοι

ex_THEATRINOI_Graham Greene_polis

Η τραγικότητα μιας κοσμοπολίτικης αποικιοκρατίας

Γιατί βρισκόμουν εδώ; Βρισκόμουν εξαιτίας μιας καρτ – ποστάλ από τη μητέρα μου που θα μπορούσε άνετα να είχε χαθεί –  σε οποιοδήποτε καζίνο οι πιθανότητες δεν γίνονταν να είναι μεγαλύτερες. Υπάρχουν άνθρωποι που ανήκουν αναπόσπαστα σε μια χώρα από την ώρα που γεννιούνται, που ο δεσμός τους παραμένει άρρηκτος από την ακόμα κι όταν την εγκαταλείπουν. Και υπάρχουν κι όσοι ανήκουν σε μια επαρχία, σε μια κομητεία, σε ένα χωριό, αλλά εγώ δεν μπορούσα να νιώσω το παραμικρό δέσιμο με τα εκατόν τόσα τετραγωνικά χιλιόμετρα γύρω από τους κήπους και τα βουλεβάρτα του Μόντε Κάρλο, μιας πόλης περαστικών. Μεγαλύτερο δεσμό αισθανόμουν εδώ, μ’ αυτή την εξαθλιωμένη χώρα του τρόμου, που διάλεξε για μένα η τύχη. [σ. 301]

Είναι οι φράσεις που εκφράζουν ιδανικά την ιδιοσυγκρασία των χαρακτήρων που υποκρίνονται εαυτούς και άλλους στο θέατρο που διαδραματίζεται εδώ. Και είναι και μια μορφή εξομολόγησης που ακόμα κι όταν δεν μονολογεί όπως εδώ ο αφηγητής πάντα έχει στην άκρη της σκέψη του. Και πράγματι, ο κύριος Μπράουν, ιδιοκτήτης κληρονομηθέντος ξενοδοχείου στο Πορτ – ω – Πρενς, επιμένει να ζει στον τρομερό τόπο που του επιφύλαξε όχι μόνο η τύχη αλλά και ο ίδιος του ο περιπλανώμενος ψυχισμός.

Graham Greene 1

Τα διαπιστευτήρια και τα επισκεπτήρια των υπόλοιπων συμπαικτών του στο πολιτικό θέατρο του παράλογου αλλά και της μανιασμένης ατομικής φιλοδοξίας κατατίθενται εν πλω, στα καταστρώματα και στα σαλόνια της Μήδειας, ενός φορτηγού πλοίου που ταξιδεύει προς την Αϊτή. Δεν πρόκειται για μια φωτεινό, εξωτικό προορισμό, με τον οποίο έχει απατηλά ταυτιστεί στα συλλογικά υποσυνείδητα των Δυτικών, αλλά για την εφιαλτική δικτατορική επικράτεια του Ντυβαλιέ (Πάπα Ντοκ), των αρχών της δεκαετίας του ’60. Από την μία ο κύριος και η κυρία Σμιθ, πρώην υποψήφιο προεδρικό ζεύγος, δηλώνουν σταυροφόροι της χορτοφαγίας, υποστηρίζοντας ότι μπορεί πράγματι αυτή να εξαλείψει την βιαιότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς· από την άλλη ο «ταγματάρχης» κύριος Τζόουνς, αυτοαποκαλούμενος βετεράνος του πολέμου της Βιρμανίας, δηλώνει με κάθε τρόπο τον ριψοκίνδυνο αντικομφορμισμό του σ’ έναν κόσμο συμβιβασμένων.

Haiti

Αυτή η πρώτη τριμερής διάκριση μοιάζει τόσο ενδιαφέρουσα όσο και επίπλαστη: ο μοναχικός τυχοδιώκτης, ο ορθόδοξος, ειρηνικός χαρακτήρας και ο ανορθόδοξος πολεμιστής, όλοι με σκοτεινά παρελθόντα και αμφίβολα μέλλοντα, μοιάζουν να έχουν μοιράσει ρόλους και ιδιότητες υπό την καθοδήγηση του ενορχηστρωτή – του συγγραφέα ή της ίδιας τους της μοίρας. Είναι ακριβώς οι ίδιες οι συγκυρίες που τους έχουν πλάσει στην μορφή με την οποία εμφανίζονται τώρα στο ζοφερό νησί.

duvalier

Προτού δούμε ως σημερινοί πλέον αναγνώστες πώς λειτουργεί η γραφή του Γκρην εν έτει 2015, έχουμε ήδη προσκληθεί στην πάντα πειστική, κινηματογραφική ατμόσφαιρα της ιστορίας του. Και σίγουρα οι σελίδες του καταστρώματος, όπου γίνεται και η πρώτη γνωριμία των ηρώων, έχουν πάντα μια γοητεία, αλλά είναι η ίδια η απόβαση στο νησί που ενεργοποιεί το μόνιμο, πηχτό σκοτάδι, στο οποίο έχει βουτήξει την χώρα το καθεστώς του Ντυβαλιέ. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η παρουσία τους στο έρημο ξενοδοχείο ενεργοποιεί ήδη τα αντανακλαστικά των σκοτεινών πολιτικών δυνάμεών αλλά και της ανεξέλεγκτης παρουσίας των παραστρατιωτικών του ομάδων. Οι τελευταίοι εκτός από δολοφονικές μηχανές, ακολουθούν μια παρά φύσιν βουντού δεισιδαιμονία που ενίσχυσε σε πιστούς και άπιστους υποτελείς ο διεφθαρμένος δικτάτορας. Άλλωστε οι ίδιες οι βουντού τελετές μοιάζουν να διαδραματίζουν μέγιστο ρόλο στην ιδιωτική και την δημόσια ζωή της Αϊτής.

Graham Greene 3

Ο αφηγητής γνωρίζει ότι στη ζωή των περισσότερων ανθρώπων υπάρχει ένα σημείο χωρίς επιστροφή, το οποίο περνάει απαρατήρητο – και σίγουρα αυτό το σημείο αφορά και τον αδιέξοδο έρωτά του. Στην Αϊτή δεν τον περιμένει μόνο ένα έρημο ξενοδοχείο αλλά κι ένας εξίσου έρημος ερωτικός δεσμός, με την Μάρτα, σύζυγο ενός διπλωμάτη. Οι σελίδες που περιγράφουν τις συναντήσεις τους κάτω από το άγαλμα του Κολόμβου και αλλού είναι από τις πλέον κινηματογραφικές. Εγκλωβισμένη για χρόνια στο νησί, περιορισμένη από τις συνεχείς απαγορεύσεις κυκλοφορίας, ματαιωμένη σε μια συμβιβασμένη συζυγική σχέση και σε μια δύσκολη μητρότητα, είναι η απόλυτα μοιραία γυναίκα για τον μοναχικό Μπράουν.

The-Comedians2

Πέρασαν τέσσερις εβδομάδες προτού ξυπνήσω δυστυχισμένος σ’ ένα δωμάτιο με κλιματισμό στη Δυτική 44η οδό της ΝέαςΥόρκης, αφού ονειρεύτηκα ένα κουβάρι από χέρια και πόδια σ’ ένα Πεζώ και ένα άγαλμα που ατένιζε τη θάλασσα. Τότε συνειδητοποίησα πως αργά ή γρήγορα θα γύριζα πίσω, όταν το πείσμα μου ξεθύμαινε, η επιχειρηματική μου συμφωνία αποτύχαινε, και αντιλαμβανόταν ότι μισή φραντζόλα ψωμί φαγωμένη μέσα στον φόβο ήταν προτιμότερη από την απόλυτη ένδεια. [σ. 134]

François Duvalier, May 1957, Haiti.

Ο «στρατιωτικός» (που σύμφωνα με τον αφηγητή μιλάει μια παράξενη, ξεπερασμένη αργκό ξεπερασμένη, σα να την έχει μελετήσει στην παλιά έκδοση κάποιου λεξικού) πηγαίνει ακόμα πιο μακριά βήματα στο θράσος και την αυτοπεποίθηση, ξεχνώντας ότι ακριβώς ο πολεμικός – στρατιωτικός χαρακτήρας του καθεστώτος ετοιμάζεται να τον απορροφήσει μοιραία και οριστικά. Το παρολίγον προεδρικό ζεύγος δεν επέχει θέση κομπάρσου. Το ταξίδι τους σχετίζεται με την ιδέα μιας χορτοφαγικής και ευρύτερα οικολογικής επένδυσης: μια σχετική επιχείρηση στην φαραωνική πόλη Ντυβάλιεβιλ. Το κέντρο χορτοφαγίας σχεδιάζεται να κατασκευαστεί σύμφωνα με ένα σχέδιο – απάτη, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση παρέχει εγγύηση για τους μισθούς των εργατών, οι οποίοι θα πληρώνονται πολύ λιγότερο, προτού απολυθούν στο τέλος του μήνα, αφήνοντας το γιαπί έρημο και τους μισθούς στην τσέπη των επιτήδειων, μέχρι να προσληφθεί νέα φουρνιά αργότερα για να ολοκληρώσει το έργο. Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο πρώιμα εκφράζει ο συγγραφέας την σύγχρονη παγιωμένη κατάσταση των «μη κερδοσκοπικών οργανώσεων».

Graham Greene 4Ίσως είναι περιττό να τονιστεί ότι εδώ ο Γκρην γράφει όπως πάντα και διαβάζεται ως ο παλιός καλός λογοτέχνης που κατασκευάζει δομές ως επιδέξιος αρχιτέκτων, αυξομειώνει ρυθμούς ως πεπειραμένος μαέστρος, ζευγαρώνει και τριπλοζευγαρώνει ιστορίες ως ικανός συγγραφέας. Και φυσικά στήνει την πλοκή  με αληθινά γεγονότα ακόμη και με πρόσωπα που γνώρισε κατά την παραμονή του στο νησί. Ο Μπράουν αποτελεί το άλτερ έγκο του. Όπως γράφει ο συγγραφέας στην εργαστηριακή του εισαγωγή, το «εγώ» δεν είναι ο μοναδικός φανταστικός χαρακτήρας· μείζονες και ελάσσονες ήρωες έχουν αποκτήσει χαρακτηριστικά που συγχωνεύτηκαν στο μαγειρείο του ασυνείδητου και επανεμφανίζονται αγνώριστα, ώστε ούτε ο ίδιος ο μάγειρας δεν τα αντιλαμβάνεται.

haiti - 1951

Ο κοσμοπολιτισμός και η αναζήτηση μιας άλλης ζωής στα πέρατα του ασφαλούς κόσμου, όποια κι αν είναι αυτά, είναι μόνο η μια όψη του νομίσματος. Στην άλλη πλευρά αποτυπώνεται η βουλιμική επιθυμία του δυτικού ανθρώπου να κυριαρχήσει σε μια χώρα – πείραμα. Η Αϊτή είναι ένα πεδίο ανοιχτό στα πάντα, συνεπώς και στα δικά τους μεγαλεπήβολα επιχειρηματικά και άλλα σχέδια. Πιστεύουν ότι θα είναι ευπρόσδεκτοι, εφόσον δεν προτίθενται να εναντιωθούν στο καθεστώς αλλά να επενδύσουν στις παρυφές μιας νέας χώρας υπό ανάπτυξη. Μόνο που στην Αϊτή του διεστραμμένου «δόκτορος» Ντυβαλιέ είναι αδύνατον η νύχτα να γίνει πιο σκοτεινή και σύντομα θα διαψευστούν. Κάποιος θα βρεθεί πρόωρα στην φυλακή, κάποιος άλλος δεν θα αντέξει για πολύ την νομιμοφροσύνη του στο καθεστώς. Άλλη μια πολιτικά αφυπνισμένη μορφή ετοιμάζεται να προστεθεί στην σχετική πινακοθήκη.

haiti direct

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, σελ. 398. Με 193 σημειώσεις της μεταφράστριας [Graham Greene, The Comedians, 1966].

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 44, χειμώνας 2015 – 2015.

Στις εικόνες: H Αϊτή στις δεκαετίες του 1950 και 1960, ο δικτάτορας σε ελενίτ αυλή και σε γραμματόσημο, ο συγγραφέας και ο δίσκος Haiti Direct: Big Band, Mini Jazz & Twoubadou Sounds, 1960-1978, μια ιδανική εισαγωγή στην Αϊτινή μουσική πριν και κατά την διάρκεια των καθεστώτων του Ντυβαλιέ.

20
Νοέ.
15

Ραούλ Βανεγκέμ – Γράμμα στα παιδιά μου και στα παιδιά του κόσμου που έρχεται

R

Ο αγώνας για την ζωή δεν είναι αγώνας ενάντια στον θάνατο

Πώς θα μπορούσα να απευθυνθώ στις κόρες, τους γιους, τα εγγόνια και τα δισέγγονά μου χωρίς να τα συνδέσω με όσους, βυθισμένοι στο ειδεχθές σύμπαν του χρήματος και της εξουσίας, κινδυνεύουν αύριο κιόλας να στερηθούν υποσχέσεις για μια ζωή που προσφέρεται ανεπιφύλακτα με την γέννηση σαν χάρισμα, χωρίς κανένα αντάλλαγμα;

…αναρωτιέται ο αλλοτινός εξεγερμένος των δρόμων και των λέξεων, ο Επαναστάτης της Καθημερινής Ζωής ως γνήσιο τέκνο του Μάη του 1968 αλλά και σύμφωνα και με το σχετικό βιβλίο του, μέλος της Καταστασιακούς Διεθνούς σχεδόν για μια δεκαετία προτού αποχωρήσει μπροστά στις αντιφάσεις της, φιλόσοφος των εραστών στην Βίβλο των Ηδονών, αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του δημόσιου λόγου, επίμονος υποστηρικτής με λόγια και έργα μιας ελεύθερης, αυτοδιαχειριζόμενης κοινωνίας.

Raoul Vaneigem_

Φιλοσοφίες, θρησκείες, ιδεολογίες δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να παγιώνουν μια συμπεριφορά που υπακούει σε κίνητρα γνωστά και αμετάβλητα: τη δίψα για εξουσία, την γοητεία του χρήματος, την μάχη της δύναμης, την καταπιεσμένη κτηνωδία. Δεν συντρίβει κανείς τις πετρωμένες βεβαιότητες του παρελθόντος αν δεν τις σφυροκοπήσει με ιδέες ικανές να διαλύσουν τις παλαιές κοινοτοπίες. Και πώς ζούμε σήμερα; Δαπανάμε τόση ενέργεια δουλεύοντας γι’ αυτό που μας αφυδατώνει και μας φτωχαίνει, και δυσανασχετούμε με την προσπάθεια που απαιτεί η επιθυμία να αλλάξουμε τον κόσμο συθέμελα;

Η πλήρης διάρρηξη της ανθρώπινης ενότητας ολοκληρώθηκε με τον βεβιασμένο οικονομικό προσανατολισμό των κοινωνιών. Ο πολιτισμός απομάκρυνε τον άνθρωπο από την δημιουργική ζωή, υποβιβάζοντάς την στην άθλια αναζήτηση της συντήρησής της. Για να τιθασεύσουμε το κτήνος μέσα μας, το υποχρεώσαμε να εργαστεί. Η δύναμη για ζωή μετατράπηκε σε δύναμη για εργασία που κατέληγε στον θρίαμβο της βαρβαρότητας.

la-beaute-est-dans-la-rue_

Μια βασική θέση του Βανεγκέμ, που υποστήριζε ήδη στο βιβλίο του Τίποτα δεν είναι ιερό, όλα μπορούν να λεχθούν, αφορά ένα θέμα αιωνίως ακανθώδες. Από την μία, ανεκτικότητα σε όλες τις ιδέες, όσο απεχθείς, όσο γελοίες, όσο παράδοξες κι αν είναι. Είναι πιο εύκολο να υποστηρίξει κανείς τον κυρίαρχο παραλογισμό της πραγματικής ζωής, το παραδέχομαι, αλλά αρνούμαι να υποκύψω σ’ αυτή τη δειλή ευκολία, όπως αρνούμαι το δικαίωμα των σάπιων και μνησίκακων αισθημάτων να καταπνίξουν την ανθρώπινη συνείδηση για μια ζωή που πρέπει να δημιουργηθεί.

Κι από την άλλη, αδιαλλαξία σε κάθε ανθρώπινη πράξη, είτε κράτους, είτε εθνικής μονάδας, είτε ατόμου. Η ποινική καταδίκη ρατσιστικών, σεξιστικών, ξενοφοβικών, εξωφρενικών ή αποτρόπαιων εκφράσεων δεν ανταποκρίνεται με κατάλληλο τρόπο στην ανησυχία για την εξάλειψή τους· αντίθετα, παραπέμπει σε μεγάλο βαθμό σε μια μορφή λαϊκιστικής δικαιοσύνης.

tumblr_n681tsh08O1r357sho1_400

Ο συγγραφέας επιθυμεί να εξαλειφθεί μια για πάντα μια προκατάληψη που έχει δηλητηριάσει σε βάθος την κοινή γνώμη. Πρέπει να πάψουμε να ταυτίζουμε τον διανοούμενο με τον καλλιεργημένο άνθρωπο, τον λόγιο, τον σοφό, τον στοχαστή, τον ποιητή, τον εφευρέτη. Ο διανοούμενος είναι απλώς αυτός που προτάσσει τη διάνοια του εγκεφάλου έναντι της ευαίσθητης διάνοιας ολόκληρου του σώματος. Είμαστε όλοι, σε διαφορετικό βαθμό, χειρώνακτες και διανοούμενοι· αλλά διδαχτήκαμε να διαχωρίζουμε τις δυο ιδιότητες, με αποτέλεσμα μια πλήρη σχιζογένεση. Η σκέψη αποκόπηκε από την ζωή και αφού αρχικά περιβλήθηκε τον μανδύα της θρησκείας, παρουσιάστηκε εκσυγχρονισμένη με την γελοία κοσμική αμφίεση της φιλοσοφίας και της ιδεολογίας.

Στα σύντομα αλυσιδωτά αυτά κείμενα, που συναρμολογούνται σε πυκνό σύνολο καθώς διατρέχουν παρελθόν, παρόν και μέλλον, ο Βανεγκέμ φωτίζει τους παλιούς εφιάλτες που βασανίζουν ακόμη τα όνειρά μας για αναγέννηση, αφουγκράζεται τους τριγμούς του σεισμού της Γαλλικής Επανάστασης, γράφει υπέρ και κατά της κουλτούρας. Συνεχίζει να μας θυμίζει την παγίδα του ελεύθερου εμπορίου, την ψευδαίσθηση της καταναλωτικής ευημερίας, την εκδίκηση του στερημένου από τις επιθυμίες του σώματος. Είναι βέβαιος ότι τον αφέντη της σκέψης διαδέχεται ο σκλάβος χωρίς σκέψη, ότι ο οικολογικός νεοκαπιταλισμός δεν είναι παρά μια νέα αγορά ηλιθίων, ότι ο αγώνας για την ζωή δεν είναι αγώνας ενάντια στον θάνατο.

Raoul Vaneigem_4

Είμαστε τόσο συνηθισμένοι στα κριτήρια με τα οποία η καθημερινή επιβίωση χαράζει τις πληκτικές διαδρομές της, ώστε οι λάμψεις της ζωής, που προσφέρεται ως χάρισμα, μας τρομάζουν με την ασυνήθιστη φωτεινότητά τους. Ο δρόμος ανάμεσα σ’ αυτό που είμαστε και σ’ αυτό που θα θέλαμε να είμαστε είναι άβολος αλλά συναρπαστικός. Η δυνατότητα μιας γιορτινής κοινωνίας δεν έχει χαθεί.

Είναι πιο εύκολο να υποστηρίξει κανείς τον κυρίαρχο παραλογισμό της πραγματικής ζωής, το παραδέχομαι, αλλά αρνούμαι να υποκύψω σ’ αυτή τη δειλή ευκολία, όπως αρνούμαι το δικαίωμα των σάπιων και μνησίκακων αισθημάτων να καταπνίξουν την ανθρώπινη συνείδηση για μια ζωή που πρέπει να δημιουργηθεί.

Joseh Koudelka

Στο τέλος του βιβλίου, με την αίσθηση ότι το πέρασμά του από τον κόσμο μας είναι παροδικό, όπως άλλωστε και όλων μας, ο Βανεγκέμ εξομολογείται την μόνη υστεροφημική του επιθυμία: να διατηρηθεί στους αιώνες με το διαχρονικό και φευγαλέο χαμόγελο που περιβάλλει τον γάτο του Τσέσαιρ (από την Αλίκη των Θαυμάτων)· αυτό θα είναι το δικό του αιώνιο σύνθημα για ένα κόσμο όπου το είναι θα έχει αφήσει πίσω του το έχειν.

Εκδόσεις των ξένων, 2013, μτφ. Εύη Παπακωνσταντίνου, 107 σελ. [Raoul Vaneigem, Lettre à mes enfants et aux enfants du monde à venire, 2012].

18
Νοέ.
15

Wolinski – Σκέψεις

micro_Wolinski_

Γελώντας με τον χείριστο εαυτό μας

Ο παράδεισος είναι γεμάτος από ηλίθιους που πιστεύουνε ότι υπάρχει.

Δεν πέρασε χρόνος από την αδιανόητη δολοφονία του Wolinski στο Charlie Hebdo, οπότε και ξαναδιαβάσαμε και παρουσιάσαμε ένα παλαιότερο πλην αειθαλές βιβλίο του. Τώρα με την επανέκδοση των Σκέψεων, έχουμε πάλι την ευκαιρία να τα ξαναπούμε μαζί του, να γελάσουμε, να χαμογελάσουμε και κυρίως να κοιταχτούμε λίγο στον καθρέφτη για να βρούμε επιτέλους και μερικές αληθινές μας όψεις. Ευτυχώς ο ευφυής ευθυμογράφος δεν μας κατηγορεί στα μούτρα – ίσα ίσα, μπαίνει στη μέση και μπροστά: γράφει σε πρώτο πρόσωπο, άρα κακός γίνεται ο ίδιος.

Πάλι καλά, ας φανεί αυτός ως σεξομανής και φαλλοκράτης, ρατσιστής και φασίστας, ειρωνικός και κυνικός. Εμείς δεν έχουμε ποτέ τέτοιες ιδιότητες, ούτε στις πιο κρυφές μας σκέψεις. Συνεπώς μπορούμε ελεύθερα να πάρουμε τοις μετρητοίς τους τίτλους των περιεχομένων: εδώ περιλαμβάνονται σκέψεις βαθυστόχαστες, ιλιγγιώδεις, σκοτεινές, φαλλοκρατικές, εθνικιστικές, πολιτικές, ρατσιστικές, αναμασημένες, οριστικές, και σκέψεις για την ανεργία, την δημοσιογραφία, τα κόμικς, την ανισότητα, και σκέψεις ενός «γερομαλάκα».

wolinski_1

Σ’ αυτόν τον ταπεινό κόσμο υπάρχουν πάντα κάποιου που βρίσκουν λύσεις για τα προβλήματα των ανθρώπων. Οι άνθρωποι λατρεύουν τα προβλήματά τους, θέλουν να ζουν ειρηνικά με τα προβλήματά τους. Κυρίως δεν θέλουν να τα λύσουν επειδή γνωρίζουν ότι αυτό θα τους έθετε πάρα πολλά προβλήματα.

H ευθυμογραφία του συνομιλεί ευθέως με τα καρέ του – αρκούσε ένα τετράγωνο, ένα σκίτσο, μια έκφραση και μια φράση, κι έφτιαχνε ένα ολόκληρο σύμπαν. Πέρασε άλλωστε από τα καλύτερα κοσμοδρόμια του ξεκαρδίσματος: πρώτα το Hara-Kiri και από τα τέλη της δεκαετίας 1960 το Charlie Hebdo. Κι ύστερα άλωσε τις εφημερίδες, ώστε να χαμογελάνε οι πολλοί κι αμέσως μετά να τους κόβεται το χαμόγελο. Κάποτε έφτασε και σ’ εμάς, στο Βαβέλ και το Παραπέντε, κάποτε και στα Κολούμπρα και Μαμούθ.

wolinski_2

Όταν είναι κανείς σίγουρος ότι έχει δίκιο, δεν είναι να συζητά με όσους έχουν άδικο.

Αμέτρητες «σκέψεις» του μοιάζουν με αφορισμούς, γκράφιτι, αυτοσχέδια στοχάσματα, ανέκδοτα, ραδιούργες ατάκες, απομυθοποιητικές βινιέτες, παρεΐστικες μπηχτές. Αφοριστικός και αφοπλιστικός, παραδοξολόγος και ισοπεδωτικός, ο Βολίνσκι προτίμησε ακόμα και τα πολιτικώς μη ορθά γιατί είδε και απόειδε πού μας έφτασε η πολιτική ορθότητα. Κάπου στη μέση του βιβλίου βέβαια σοβαρεύει καθώς μοιράζεται τους στοχασμούς του για τα κόμικς. Εκεί ανοίγει την καρδιά του αλλά και κατακεραυνώνει καταστάσεις.

Αν όλος ο κόσμος ήταν σαν κι εμένα, δεν θα ήμουν αναγκασμένος να μισώ τους άλλους γράφει στο κεφαλαιάκι των ρατσιστικών σκέψεων κι εκεί κι αν προβοκάρει ανελέητα τα ορθά και καθιερωμένα. Πιστεύει ότι όσο υπάρχουν ειρηνιστές θα υπάρχουν και στρατιωτικοί. Ομολογεί ότι δεν έχει κανέναν πρόβλημα με τις τροπικές χώρες, υπό τον όρο ότι θα βρίσκεται σε ξενοδοχείο με κλιματισμό και με τους ιθαγενείς να φορούν άσπρο σακάκι και να φτιάχνουν κοκτέιλ. Και «ανάμεσα σε δυο μαλάκες» παίρνει πάντοτε το μέρος του κομμουνιστή.

Georges Wolinski à Paris, le 7 octobre 2005, à son domicile où se rouve aussi son atelier.Né d'une mère franco-italienne et d'un père polonais, venu en France à l'âge de treize ans, Georges Wolinski entre en 1960 dans l'équipe de 'Hara Kiri' puis chez 'Charlie Hebdo', dont il est le rédacteur en chef de 1970 à 1981. Wolinski a également travaillé pour différents quotidiens ou magazines comme 'l'Humanité', 'Libération', 'le Nouvel Observateur' ou 'L'Echo des savanes'. Celui qui se dit d'abord dessinateur de presse mais qui a quelque 80 albums à son actif, des compilations de dessins d'actu et vraies BD, comme les célèbres aventures érotico-farfelues de 'Paulette' dont il est le scénariste, a été couronné par le Grand prix du 32e festival d'Angoulême 2005.

Έξυπνο είναι εκείνο που κάθε ηλίθιος μπορεί να καταλάβει.

Η αγαπημένη του Γαλλία έχει πάντα την τιμητική της. Την ημέρα που θα κατεβούν στους δρόμους οι άνθρωποι που δεν έχουν κανένα λόγο να διαδηλώνουν, θα υπάρξει επιτέλους τάξη στη χώρα. Τα πανεπιστήμια είναι πολύ μέτρια· καθώς όμως οι φοιτητές θα γίνουν μετριότητες, τα πανεπιστήμιά μας είναι άριστα για τον ρόλο τους.

Αργότερα ομολογεί ότι έκανε μια έρευνα: «υπάρχουν εκατομμύρια μαλάκες στη χώρα του. Ένα εβδομαδιαίο περιοδικό Ο Μαλάκας, θα είχε τεράστια επιτυχία αν δημοσίευε μόνο μαλακίες και τίποτε άλλο». Όσο για τα παλαιότερα, Πριν από τον Μάη του ’68 οι άνθρωποι δεν είχαν ανάγκη να πουν ότι δεν θέλουν να πουν τίποτα. Κάτι θα ξέρει, έζησε το «όνειρο» από μέσα.

CHARLIE N°15 avril 1970 - PICHARD et WOLINSKI - PAULETTE

Θα ’θελα να ήμουν γυναίκα και να αγαπούσα έναν άντρα σαν κι εμένα.

Ο Βολίνσκι είναι την ίδια στιγμή λάτρης της γυναίκας και απροκάλυπτος αντιφεμινιστής, γνωρίζοντας πως και οι δύο ασυμβίβαστες όψεις γίνονται συμβατές και ταιριαστές στο σύμπαν του γέλιου. Άλλωστε του προκαλεί ίλιγγο ο απεριόριστος αριθμός στάσεων που μπορεί να πάρει το γυναικείο σώμα. Ο ίδιος ο έρωτας απομυθοποιείται: μια νύχτα έρωτα κρατά ένα τέταρτο της ώρας. Κατά τα άλλα είναι, ομολογεί, τόσο ηδονοβλεψίας που στο σπίτι του έχει σ’ όλες τις πόρτες κλειδαρότρυπα.

Καλύτερα να είσαι αποτυχημένος ως έξυπνος παρά επιτυχημένος ως μαλάκας.

wolinski_5

Ξεφυλλίζοντας τις σκέψεις του Βολίνσκι έχεις κάποτε την αίσθηση ότι τα γέλια κάποτε μετατρέπονται σε μειδίαμα – τότε είναι που σου περνάει κάποια ραβασάκια στο χέρι, σαν φίλος που επιθυμεί να μείνει κάτι από όλα αυτά τα ξεκαρδίσματα. Σου θυμίζει ότι το να γερνάς σημαίνει να ξέρεις να χάνεις. Και πως αν θέλει κανείς να κάνει την ανθρωπότητα ευτυχισμένη, πρέπει να αρχίσει από τη δική του ευτυχία.

Όσοι προσπάθησαν να κάνουν τον άνθρωπο να πιστέψει ότι μοναδικός του σκοπός είναι να είναι καλός, να αγαπά τους άλλους, να θυσιάζεται γι’ αυτούς είναι απατεώνες. Επινόησαν τον Θεό, έχτισαν πυραμίδες, εκκλησίες και τζαμιά, για εξαθλιωμένους φουκαράδες. Έφτιαξαν αθάνατα αριστουργήματα, «θησαυρούς τους ανθρωπότητας», ενώ μοναδικός θησαυρός της ανθρωπότητας είναι μερικές στιγμές ευτυχίας, ένα πιάτο ρύζι γι’ αυτόν που πεινά, μια κουτάλα χαβιάρι γι’ αυτόν που δεν ξέρει τι θα πει πείνα, ένα χαμόγελο, ένα χαρέμι, η συγχορδία μιας κιθάρας, η υπόσχεση ότι σήμερα δεν θα με βασανίσουν, ένα δροσερό χέρι στο μέτωπο που ψήνεται από τον πυρετό, το διάβασμα του Charlie Mensuel πάνω σ’ ένα ντιβάνι μασουλώντας σοκολάτα. [σ. 178]

wolinski_4

Εκδ. Ροές, 2015, σειρά MicroMEGA, μετάφραση: Γ.Ξ., πρόλογος: Στάθης Σ., σελ. 80 [Georges Wolinski, Les pensées, 1981].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 194, υπό τον τίτλο Badly Drawn Boys και την ανάλογη έμπνευση.

17
Νοέ.
15

Romain Slocombe – Κύριε Διοικητά

EX-SLOCOMBE

Κατεχόμενη Γαλλία: Πεθαίνω σαν χώρα ή Μια κοινοτοπία του κακού

Ουδέποτε συμμερίστηκα τη ρομαντική γελοιότητα που θέλει τους συγγραφείς αγίους ή ήρωες, και τον κόσμο να τους κοιτάζει σταυρώνοντας τα χέρια – κάθε άλλο μάλιστα: φρονώ ότι η καλλιέργεια ικανοτήτων τόσο ανατρεπτικών όσο η φαντασία και η ευαισθησία κάθε άλλο πάρα άμοιρη κινδύνων είναι για την ηθική… 

… ξεκαθαρίζει στις πρώτες σελίδες της επιστολής του ο Πωλ – Ζαν Υσσόν, απευθυνόμενος στον Γερμανό διοικητή της μικρής γαλλικής του κωμόπολης. Η επιστολή βρέθηκε σ’ έναν σκουπιδότοπο, κοντά σ’ ένα συγκρότημα κτιρίων υπό κατεδάφιση, κάπου στη Λειψία. Ο εκδότης αλλάζει ονόματα και άλλες ενδείξεις, χωρίζει το χειρόγραφο σε κεφάλαια και μας το προσφέρει προς ανάγνωση. Θεωρεί ότι μας ενδιαφέρει μια ερωτική ιστορία στα χρόνια της γαλλικής κατοχής, η οποία διαθέτει ορισμένες πρόσθετες ιδιαιτερότητες: ο επιστολογράφος διχάζεται δραματικά ανάμεσα στο πάθος για την νύφη του Ίλζε και στην απέχθειά του για την εβραϊκότητα – συνεπώς όταν μαθαίνει ότι είναι εβραία, βρίσκεται μπροστά στην άβυσσο μιας απόφασης.

162083

Ο Υσσόν διαθέτει ισχυρή συστατική επιστολή: συγγραφέας, διανοούμενος, ήρωας πολέμου, μεγαλοαστός, κυριολεκτικά ακαδημαϊκός. Φανατικός των αξιών οικογένειας και της πίστης, φροντίζει να τις ακυρώνει με κάθε ευκαιρία, ιδίως όταν πρόκειται να αποπλανήσει γυναίκες και να διασπείρει εξώγαμα. Πιστός αντισημίτης και εθνικοσοσιαλιστής, πιστεύει ότι το καθολικό δικαίωμα ψήφου αποτελεί μάστιγα, ο κοινοβουλευτισμός δηλητηριάζει την πολιτική ζωή των κρατών, η αντίθεση στον κλήρο είναι τιμωρητέα. Η αντιπάθειά του προς Εβραίους, μπολσεβίκους και δημοκράτες είναι δεδομένη. Η δημοκρατία αποτελεί ασθένεια που οδηγεί τα κράτη στην παρακμή. Η υποστήριξη προς τον Χίτλερ και τον Πεταίν και η συνεργασία με τους κατακτητές είναι πλέον ευνόητες.

Occupied Paris, June 1940

Η αφήγηση του Υσσόν μοιάζει με εκ βαθέων εξομολόγηση σε κάποιον φίλο. Ξεκινάει με μια περιεκτική ανασκόπηση της ζωής του και σύντομα φτάνει στην Ίλζε Βόλφφσον, που μπήκε στη ζωή του το 1932 και την διατάραξε οριστικά. Η γλυκιά παρουσία της προσφέρει στις γέρικες μέρες του «την θέα μιας γοητευτικότατης και ευφυέστατης νύφης». Δεν υπάρχει καμία ηθική αναστολή· τα αντίθετα αποενοχοποιητικά επιχειρήματα είναι έτοιμα: το νεαρό κορίτσι πρέπει να αξιοποιήσει την δίψα του, να γνωρίσει και να αγκαλιάσει όλη την ζωή, συνεπώς πρέπει να βρεθεί ένας άνδρας άξιος να της τα προσφέρει και προφανώς όχι ο γιος του.

Την ίδια στιγμή έχει ξεκινήσει και η αφήγηση μιας ολόκληρης δεκαετίας που εμβαθύνει και σε λιγότερο γνωστές πτυχές της γερμανικής κατοχής, όπως η συνεργασία των ναζί με τους εντόπιους δολοφόνους, βιαστές και πάσης φύσεως εγκληματίες. Η σχετική κατασκευή παρουσιάζεται με τέτοια πυκνότητα που ακόμα κι αν κάποιος αναγνώστης δεν έχει ιδέα από την προγενέστερη και την τότε παρούσα κατάσταση της Ευρώπης, αποκτά μια πλήρη εικόνα, διανθισμένη με τα προσωπικά σχόλια του αφηγητή.

Guerre 1939-1945. Parc ‡ jeux rÈservÈ aux enfants et interdit aux juifs amÈnagÈ dans Paris, novembre 1942.

Το 1936 επεφύλασσε στην παλαιά γαλλο – ρωμαϊκή χώρα μου την ταπείνωση να κυβερνηθεί από έναν Εβραίο: τον Λεόν Μπλουμ….Μόλις μαθεύτηκε η φυλετική νίκη, οι γαμψές μύτες και τα κατσαρά μαλλιά συνέρρευσαν από τα βάθη των γκέτο της Ανατολής και κατέκλυσαν τον τόπο. Στην χώρα μας μπήκαν εκατοντάδες χιλιάδες Ασκεναζίμ… Ορδές που τα μέλη τους φρόντιζαν να απολέσουν την εθνική τους ταυτότητα ώστε να αποφύγουν την απέλαση…Έτσι κατέφθασαν εδώ κάθε λογής απροσάρμοστοι, άπληστοι, σακάτηδες. Η Γαλλία έγινε η χαβούζα του κόσμου. Από όλους τους δρόμους εισόδου στο έδαφός μας, οι οποίοι μετατράπηκαν σε τεράστιους υπονόμους, έρρεε στα χώματά μας ένας συρφετός όλο και πιο πολυάνθρωπος, όλο και πιο δυσώδης. [σ. 44]

Ο Υσσόν αποτελεί έναν περίτεχνα λογοτεχνημένο αντι – ήρωα· μια αντιπροσωπευτική μορφή ενός συγκεκριμένου είδους ανθρώπου. Αλλά δεν είναι το τέρας – εξαίρεση σ’ έναν αρμονικό κόσμο· είναι μια συλλογική φωνή που εκφράζει ένα ολόκληρο μέρος των ευρωπαϊκών πληθυσμών που είχαν παρόμοια σκέψη και στάση. Όταν, για παράδειγμα, γράφει ότι μπροστά την επέλαση των Γερμανών οι Γάλλοι στρατεύτηκαν χωρίς ενθουσιασμό σε μια υπόθεση που τους φαινόταν αμφίβολη, ίσως δεν εκφράζει μόνο τον εαυτό του. Όταν ισχυρίζεται ότι η τεράστια πλειονότητα των Γάλλων σκεφτόταν χαμηλόφωνα πως οι Εβραίοι άρπαζαν τις δουλειές των συμπολιτών μας, κατέκλυζαν παρανόμως τη χώρα και αποτελούσαν σοβαρό εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο, φαίνεται πως δεν ήταν ο μόνος με την ίδια άποψη.

exposition-regards-sur-les-ghettos-green-hotels-paris

Οι Εβραίοι! Αυτούς βρίσκουμε πίσω απ’ όλες τις διαβρωτικές δυνάμεις, σε πλήρη συνεννόηση μεταξύ τους, να ροκανίζουν πόντο πόντο, το δίχτυ των παραδόσεών μας….Οι Εβραίοι αποτελούν σε κάθε χώρα εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο. Εθνικό, επειδή ο Εβραίος είναι άπατρις, δηλαδή δεν αφομοιώνει παρά μόνο επιφανειακά τον πολιτισμό της χώρας η οποία του κάνει, εντούτοις, την τιμή να τον δεχτεί. Κοινωνικό, επειδή ο Εβραίος διαθέτει κριτικό και ανατρεπτικό πνεύμα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο: ο ταραχοποιός νους του τον ωθεί να αμφισβητεί τους θεσμούς της χώρας….[σ. 68 – 69]

Και παράλληλα με όλο αυτό το μίσος, να κοχλάζει το πάθος για μια γυναίκα που φέρει το επώνυμό του και που για επτά χρόνια πλαγιάζει μ’ έναν άντρα που είναι γέννημα της σάρκας του. Η συνειδητοποίηση της εβραϊκής της εθνικότητας καταρρακώνει τον μισάνθρωπο ρατσιστή. Η ευθύνη και η ηδονή της προστασίας της ευνόητα δίνουν άλλο περιεχόμενο στον πόθο: Η νύφη μου με ικέτευσε να τη βοηθήσω να φύγει. Οι ναζί τής προκαλούσαν τρόμο, κι εγώ πλέον γνώριζα τον λόγο. Οι δυο ασύμβατοι χαρακτήρες αναγκαστικά θα πορευτούν μαζί μέσα από την τραγική πολεμική συγκυρία μέχρι την «έξοδο» από το δράμα.

A woman walks a Parisian backstreet, in front of an older gentleman with the Star of David

Όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, ορισμένες σελίδες είναι βαθιά αντιπολεμικές – μια προφανής ειρωνεία του ευφυούς συγγραφέα. Κατά την διάρκεια της ατέλειωτης περιπέτειας της φυγής του «ανίερου ζεύγους», ο αφηγητής δεν παραλείπει να εκφράσει την παράξενη χαρά που τον πλημμυρίζει την στιγμή που το αυτοκίνητο διασχίζει το γαλήνιο φυσικό τοπίο, που συνεχίζει να υπάρχει με την αίσθηση πως ο πόλεμος δεν υπήρξε ποτέ. Ο ίδιος όταν πολύ αργότερα βρίσκεται σ’ ένα ξενοδοχείο σκέφτεται πόσο παράλογος είναι αυτός ο κόσμος. Και αλλού ψάχνει τις λέξεις της καταστροφής:

Παντού αντικρίζαμε το φρικτό θέαμα της ήττας. Τα χαντάκια δίπλα στους δρόμους ξεχείλιζαν από εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, κατεστραμμένα αμαξώματα, σπασμένα τζάμια, διαλυμένα οχήματα που τους είχαν αφαιρέσει […] οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι ακόμα χρήσιμο. Σε κάποια αυτοκίνητα διακρίνονταν τα ίχνη από τα πυρά της γερμανικής αεροπορίας, μικρές λοξές τρύπες στα καπό τους, καθώς και μεγάλοι καφετιοί λεκέδες από ξεραμένο αίμα επάνω στα καθίσματά τους. Στην άκρη του δρόμου είδαμε πολλές φορές βουναλάκια από φρεσκοσκαμμένο χώμα και καρφωμένο επάνω έναν τραγικό σταυρό σκαρωμένο βιαστικά από κλαριά δέντρων. Διάφορα αντικείμενα – μπιμπελό, παιδικά παιχνίδια, χαρτόκουτα, βαλίτσες, βρεγμένα χαρτιά, κουρέλια και σκισμένα ρούχα – ήταν σκόρπια στο χώμα, ανάμεσα σε κάρα με σπασμένους άξονες ή χειρολαβές, ασθενοφόρα κατακαμένα από τις φλόγες, ψόφια άλογα από τα οποία είχαν κόψει μεγάλα κομμάτια κρέας, παρατημένες αναπηρικές πολυθρόνες…. [σ. 128]

1940 Paris A

Αλλά βέβαια πέρα από το δίπολο των ερωτικών και «ιδεολογικών» παθών του Υσσόν εδώ εκτίθεται ανεπανόρθωτα ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού πληθυσμού. Δεν πρόκειται μόνο για τηνγαλλική Δεξιά, που αντιλήφθηκε ότι η συνεργασία με τους Γερμανούς δεν θα προδώσει τις βασικές της αρχές, ενώ θα εξουδετερώσει την μισητή Αριστερά. Πρόκειται για έναν ευρύτερο κοινωνικό ιστό που όταν δεν αποδέχτηκε την φασιστική επιβολή, έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο:

Μια συλλογική παράνοια κατακυρίευε τη Γαλλία και τους Γάλλους – όλες μας οι αξίες έμοιαζαν να έχουν βρεθεί στον υπόνομο, επιτρέποντας να επιπλεύσουν και να ανακατευτούν μέσα σ’ έναν αποτρόπαιο στρόβιλο, εγωισμός, ανημπόρια, αταξία, ηττοπάθεια, οργή, ανοησία, παραλογισμός, παραίτηση, απληστία, ανανδρία, μέθη, μνησικακία, μίσος, υποταγή, και όλα αυτά μέσα στην τραγική λαίλαπα ενός γιγάντιου, ακατανόητου και ανεξέλεγκτου «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». [σ. 109]

German officers surrender in Paris, August 1944.

Ο συγγραφέας κατασκευάζει έναν ολόκληρο μυθιστορηματικό κόσμο που αποδίδει ιδανικά έναν ολόκληρο ιστορικό κόσμο. Ίσως η θητεία του στον σχεδιασμό και την κειμενογραφία κόμικς, την φωτογραφία και την σκηνοθεσία, τα graphic novels και τα προγενέστερα μυθιστορήματα να τον έχει προετοιμάσει για ένα τέτοιο μυθιστόρημα, όπου το δημόσιο και το ιδιωτικό συμπλέκονται οριστικά και αξεδιάλυτα. Από την μια η ιστορικότητα, από την άλλη η ψυχολογία· η ιδεολογία απέναντι στον έρωτα, και στο μέσο το ζήτημα μιας οριακής επιλογής σε μια εξίσου οριακή στιγμή του ανθρώπου.

Η βιβλιογραφία απλώς επιβεβαιώνει το μέγεθος της επιστημονικής εργασίας του συγγραφέα, που χρησιμοποίησε μεταξύ άλλων την Αυτοπροσωπογραφία του Man Ray, την Κάθαρση των διανοούμενων του Pierre Assouline, το Ημερολόγιο της Hélène Berr (στα ελληνικά από τις εκδ. Πόλις], τις Αναμνήσεις του Σασά Γκιτρύ, τα Αυτοσχέδια Απομνημονεύματα του Πωλ Κλωντέλ, το Ηλιοστάσιο του Ιουνίου του Henry de Montherlant, την τυπογραφία του Βερντέν του Vercors και τον Ουρανό του Marcel Aymé.

Subject: SLOCOMBE Romain - Copyright: John FOLEY/Opale - Date: 20130400-

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Έφη Κορομηλά, σελ. 295, με τρισέλιδη βιβλιογραφία [Monsieur le Commandant, 2011]

Όλες οι εικόνες από το Παρίσι της εποχής: Γερμανικός στρατός [Ιούνιος 1940], παιδική χαρά απαγορευμένη για Εβραίους [Νοέμβριος 1942], νεαρός και γηραιός Εβραίος (η δεύτερη φωτογραφία από τον Andre Zucca], χάρτης της πόλης που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες, παράδοση Γερμανών [Αύγουστος 1944] και ο συγγραφέας.

15
Νοέ.
15

Εντευκτήριο, τεύχος 107 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2014) [κυκλοφ. 27 Ιουλίου 2015]

107 COVER

Σκόπευα να γράψω την ποίηση εκείνων των ανθρώπων, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνουν οι ίδιοι. Και ήταν πολύ περίεργο: όταν οι υπόλοιποι εργάτες μου έλεγαν, ξέρεις, «Τι κάνεις», κι εγώ απαντούσα «Γράφω ποίηση», κανένας δεν με κορόιδευε… 

ανέφερε σε σε ραδιοφωνική συνέντευξη ο Philip Levine, ο ποιητής έμαθε να διαμορφώνει την ποιητική του μέσα στον κόσμο της ζοφερής εργατικής πραγματικότητας στις βιομηχανουπόλεις της Αμερικής. Ο ποιητής παρουσιάζεται και μεταφράζεται από τον Γιάννη Σκαραγκά. Σε μια άλλη πλευρά της αμερικανικής γραφής ο Τζέιμς Σόλτερ, υπήρξε ένας ένας ιδιαίτερα σημαντικός αλλά όχι ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα συγγραφέας, ο οποίος μετά την επιτυχία του πρώτου του βιβλίου (Οι κυνηγοί, 1957) παραιτήθηκε από την αεροπορία για να ασχοληθεί αποκλειστικά με το γράψιμο, που τίμησε ως τον πρόσφατο θάνατό του. Στο τεύχος δημοσιεύεται ένα διήγημά του.

james salter

Και καθώς αρνείται να με κοιτάξει, παίρνω το δικαίωμα να προβάλω στη σιωπηλή παρουσία του, εκεί, απέναντί μου, τις δικές μου σκέψεις, φόβους, αγωνίες, ελπίδες, σκάλισμα πληγών και αναψηλαφίσεις ιδεών, τις δικές μου εν τέλει ανάγκες. Όση ώρα κι αν μείνω, οι κινήσεις του δεν θ’ αλλάξουν, θα ράβει έτσι ακούραστος για ώρες και για μέρες τα τετράγωνα και θα φυλακίζει το μαλλί μέσα στο μετάξι, λοφίσκο τον λοφίσκο, οι πλαγιές του από ράμμα σε ράμμα, μπακλαβαδωτό το πάπλωμα, ως το κέντρο, ένα «μικρό» θαύμα τέχνης και τεχνικής. Απομακρύνθηκα Τον κράτησα μέσα μου…

Ένας Ράφτης στη Σιδώνα ενεργοποιεί την πένα της Νίκης Τρουλλινού, σ’ ένα καμαρωτό μαγαζάκι με λιγδιασμένους τοίχους από βρώμα και υγρασία μαζί, σ’ ένα μισοσκότεινο σουκ κι εκείνη, καθώς αναρωτιέται, τι να κάνει ο ράφτης εκείνος τώρα που έχει τελειώσει ο εμφύλιος του λιβάνου και μέχρι πού μπορεί να έχουν φτάσει τα παπλώματά του, τον κάνει αφήγηση που φτάνει ως εμάς.

AppleMark

Οι μαστοί σου Ιωάννα τρούλοι εκκλησίας, δέχονται το σώμα μου στην ψαλμωδία των αφανισμών, οι ρώγες σου ράμφη αρπακτικών με ρίχνουν σε άγριους σπασμούς μέχρι να με ξεκάνουν. […] Το σώμα σου Ιωάννα μια λεωφόρος όπου κυκλοφορώ με ταχύτητα φωτός, το σώμα σου ένα πλοίο με ταξιδεύει κι ο ήλιος σου σιγά σιγά μού κλείνει τις πληγές, με δέχεσαι όπως κάποιος που για χρόνια ήταν χαμένος και με αναγνώρισες.

Πόσο παράξενο να ξαναδιαβάσω ένα απόσπασμα που είχα αποθησαυρίσει χρόνια πριν, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν είχα πάρει το μικρό πεζό βιβλίο του Πρόδρομου Μάρκογλου Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη [εκδ. Στιγμή, 1985]. Τώρα το απόσπασμα εντάσσεται μεταξύ άλλων σε μια «επίσκεψη» στην ποίηση του συγγραφέα, δια χειρός Δημήτρη Κόκορη, ο οποιος διατρέχει το σύνολο του ποιητικού έργου του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, «η ποιητική έκφραση» του οποίου, όπως γράφει, «είναι συγκινησιακά λειτουργική και υποβλητική. Εκδιώκει κάθε ίχνος ρητορικής εκζήτησης, απέχει από τους όρους της κομψευόμενης λεκτικής γλαφυρότητας και κινείται στην απογυμνωμένη άλω του ποιητικού ρεαλισμού».

-black-bart by sean lewis

Στον πεζογραφικό κορμό του τεύχους δημοσιεύουν κείμενα οι Τάσος Καλούτσας, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Μισέλ Φάις, Γιώργος Γκόζης, Θανάσης Θ. Νιάρχος, Έλενα Τσαγκαράκη, Νίκη Τρουλλινού, Απόστολος Στραγαλινός, Κίμων Καλαμάρας, Δημήτρης Πετσετίδης  και Ειρήνη Καραγιαννίδου. Εδώ γύρω ανακαλύπτουμε δέκα απολαυστικά μικροδιηγήματά της Αργεντινής Άνα Μαρία Σούα (μτφ. Γιάννης Παλαβός). Η ποίηση όπως πάντα παντού παρούσα: Ντον Σκόφιλντ, Φρανκ Ο’Χάρα, Πάτρικ Φίλιπς, Βασίλης Αμανατίδης, Παναγιώτης Ιωαννίδης Σταμάτης Πολενάκης και Γιώργος Βέης. Ο τελευταίος μεταφράζει και δύο σύντομα ποιήματα του Charles Earl Bowls, ποιητή του 19ου αιώνα που άλλαξε πολλά ονόματα, ένα εκ των οποίων,  Μπλακ Μπαρτ ο ποιητής, χρησιμοποιούσε στην αρχή της δράσης του ως … ληστής ταχυδρομικών αμαξών.

Στα μη μυθοπλαστικά αλλά ιδιαζόντως λογοτεχνικά, ένα σύντομο δοκίμιο του Φερνάντο Σορεντίνο εκκινεί από την μετάφραση ενός ποιήματος του 20χρονου Πάμπλο Νερούδα και τιτλοφορείται «Καλύτερα να κοιτάς τ’ αστέρια παρά να βλέπεις αστεράκια ή Γιατί δεν πρέπει να εμπιστεύεται κανείς τυφλά το ίντερνετ» (μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος), ο Θανάσης Θ. Νιάρχος συνεχίζει να ξεφυλλίζει τις σελίδες του ημερολογίου του και η  προσφιλής μας ταξιδιογράφος Βάνα Χαραλαμπίδου γράφει για τα μάτια των βεδουίνων του Wadi Rum της Ιορδανίας, μάτια που μιλάνε όλες τις γλώσσες του κόσμου, των ανθρώπων και των ζώων, χαμογελούν αβίαστα και ανυπόκριτα, δεν φανερώνουν αγωνία για την επιβίωση, αρκούνται στα ελάχιστα που είναι τα πάντα.

Ana Maria Shua

Την ενότητα της λογοτεχνίας στο τεύχος αυτό κοσμεί ζωγραφική της Ελευθερίας Στόικου και η Camera Obscura, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων για την καλλιτεχνική φωτογραφία, που διευθύνει από το 1988 ο Άρις Γεωργίου, παρουσιάζει έργα της Γαλλίδας φωτογράφου Flora.

[176 σελ.]

Στις εικόνες: James Salter, Philip Levine, Charles Earl Bowles / Black Bart (έργο του Sean Lewis) και Ana Maria Shua.




Νοέμβριος 2015
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.   Δεκ. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 998.495 hits

Αρχείο

Advertisements