Αρχείο για Ιουνίου 2016

27
Ιον.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 176. Έρση Σεϊρλή

ErsiEgina2_

Περί γραφής.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου; Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Από την αθωότητα του ευαίσθητου βλέμματος (Μικρές Ανάγκες, Δελφίνι 1992) και την βιαστική επανεμφάνιση, όπου σπαταλήθηκαν οι ωραίες ιδέες (Αν ήθελε να πει την αλήθεια, Εξάντας 1994), στην ολοκληρωμένη πρόταση για ένα ταξίδι στο ανοίκειο. Αγαπημένο βιβλίο Η ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΤΟΥ ΙΣΟΡΡΟΠΙΣΤΗ, κυκλοφόρησε από τις εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ το 1998. Ακολούθησε ένα μορφολογικό παιχνίδι με το παράλογο (Επιζήμιο Εύρημα, Γαβριηλίδης, 2003). Στο ΝΕΟΙ ΑΝΤΡΕΣ (Μεταίχμιο, 2008), η ερημιά μιας αφιλόξενης πόλης γίνεται μάρτυρας  στα ερωτικά σκιρτήματα μοναχικών γυναικών.  Στο ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΜΟΥ (Απόπειρα, 2013) η κρίση έχει καταστήσει την Αθήνα πόλη δυστοπική. Άραγε ο έρωτας ανάμεσα στην ώριμη ηρωίδα  και τον νεαρό Γερμανό επισκέπτη  είναι καταδικασμένος; Μόνη ελπίδα η Φύση και οι ιστορίες του παρελθόντος.

ΡΕΚΒΙΕΜ

Το ΡΕΚΒΙΕΜ που μόλις κυκλοφόρησε, (εκδ. Απόπειρα), περιλαμβάνει τρία αφηγήματα και είναι επισήμως αφιερωμένο στην Αθήνα και σε όσους νοιάζονται γι’ αυτήν. «Ο Μάρκος των Εξαρχείων» άρχισε να παίρνει μορφή το 2003 και το «Περίληψη Καταστροφής», το 2008, μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου. Το «Ρέκβιεμ» γράφτηκε το καλοκαίρι του 2015 στην Πλατεία Βικτωρίας.  Ο σαρκασμός, η ειρωνεία και η υπονόμευση των κωδίκων στις δύο πρώτες ιστορίες, συμπληρώνονται με τη δραματική αλληγορία του ΡΕΚΒΙΕΜ. Επειδή ενίοτε τα γεγονότα μας ξεπερνούν και η ζωή διαψεύδει τις καλές μας προθέσεις….  Αν το «Η αμηχανία του ισορροπιστή» θεωρηθεί ως μια ποιητική εκδοχή του Πόνου, το «Ρέκβιεμ» βρίσκεται στους αντίποδες. Αποτελεί την Μεταποιητική του.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Η διάκριση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό είναι ισχυρή μέσα μου. Δεν γράφω ποτέ εκτός γραφείου-σπιτιού.

b79682

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Αναπόφευκτα  βρίσκεις αρκετούς ήρωες μπροστά σου. Κάποιες κυρίες, μάλιστα, φημίζονται για την επιμονή τους.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δυστυχώς θα καταφύγω στην κοινοτοπία…. Δεν βρίσκω εγώ τις ιδέες. Εκείνες με βρίσκουν. Εξάλλου δεν είμαι επαγγελματίας γραφιάς. Χρειάζομαι ισχυρό ερέθισμα. Αλλά από ό, τι φαίνεται, δεν λείπουν οι συγκινήσεις….

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τις απογευματινές ώρες είμαι επιρρεπής στη μελαγχολία. Γι’ αυτό γράφω κυρίως το απόγευμα μέσα στη σιωπή. Η μουσική – η κλασσική, αλλά και ορισμένα τραγούδια- ασκεί καταλυτική επίδραση πάνω μου, διεκδικώντας την αποκλειστικότητα…..

b208

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου είναι θεωρητικές και καλλιτεχνικές. Όσο για τον τρόπο βιοπορισμού…. Μάλλον ακολουθώ τη μέθοδο της ηρωίδας μου από το «Γράμμα στον Εχθρό μου». «……Θα μου άρεσε να υπήρχε μια ανάλογη εργασία. Να κάθομαι δηλαδή σε μια πολυθρόνα και να καταγράφω τις αλλαγές των σύννεφων. Δεν ξέρω πόσο ανταποδοτική θα ήταν, αλλά από γαλήνη, άλλο τίποτα».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Δεν θα ανελάμβανα να γράψω τη βιογραφία κανενός. Προτιμώ το μύθο των προσώπων  παρά τα ίδια τα πρόσωπα. Δεν τρέφω καμία αυταπάτη…..

Περί ανάγνωσης

b195401

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Εκτός από τη σταθερή, συναισθηματική και μαγική επαφή που διατηρώ με τον Μ. Προυστ, οι προτιμήσεις μου αλλάζουν. Παλιά είχα δημιουργήσει σχέση με τον Σάμπατο και τον Κορτάσαρ (ποτέ με τον Μαρκές). Έχω περάσει θαυμάσιες ώρες  με τον Τόμας Μαν, τον Γκόγκολ και τόσους άλλους. Σήμερα γέρνω προς τους γερμανόφωνους, τους οποίους δυστυχώς δεν μπορώ να διαβάσω στο πρωτότυπο. Κάφκα, Μούζιλ, Μπροχ, Ροτ, Μπέρνχαρντ, Zebald. Θα παραλείψω τα καθ’ ημάς αυτονόητα. Παπαδιαμάντη τουτέστιν και Βιζυηνό, για να αναφέρω το «Κιβώτιο», του Αλεξάνδρου, τις «Δύσκολες Νύχτες» και το «Θέλετε να χορέψομε, Μαρία»  της Μέλπως Αξιώτη. Θεωρώ επίσης σημαντικάτα πρώτα βιβλία της Μαργαρίτας Καραπάνου. Αλλά δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω το χρέος μου στον Γονατά και τον Καχτίτση.

b130345

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πώς να διαλέξεις μόνο ένα διήγημα ή μόνο ένα ποίημα; Παραλείποντας γνωστά και σπουδαία ονόματα, θα αναφέρω έναν υποτιμημένο στυλίστα της μικρής φόρμας. Τον Φαίδρο Μπαρλά.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Με ενδιαφέρει η νεωτερική γραφή, αλλά αυτό που εγώ θεωρώ νεωτερικό, δεν είναι η αναπαραγωγή κάποιων μοντερνιστικών στερεοτύπων. Είμαι βέβαιη ότι υπάρχουν νέοι συγγραφείς οι οποίοι επιχειρούν κάτι προσωπικό, άρα νέο (στη μικρή κλίμακα που αναλογεί στον καθένα από μας, εννοείται).  Πιστεύω επίσης ότι είναι αρκετοί εκείνοι που αντιστέκονται στον  παρωχημένο  «ανθρωπιστικό» και με «κοινωνικές ευαισθησίες» ρεαλισμό,  τόσο της μόδας τελευταία….  Αλλά πώς να διακρίνεις την ήρα από το στάρι; Πώς να τους ανακαλύψεις;   Δεν υπάρχει αξιόπιστη Κριτική. Δεν θα αντιλαμβανόμουν  το «ΓΑΜ» πχ. της Κατερίνας Έσσλιν,  εάν δεν είχε τραβήξει την προσοχή μου το κίτρινο εξώφυλλο του  στην προθήκη του εκδοτικού μου οίκου.

Φαίδρος Μπαρλάς

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Πίσω και από τον πιο ζηλευτό ήρωα καιροφυλακτεί η πραγματικότητα. Δεν διαλέγω έναν ολόκληρο. Κλέβω κομμάτια από τον καθένα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν θέλω να αδικήσω κανένα περιοδικό. Όλα κάνουν σπουδαία δουλειά. Παλιά ήμουν συνδρομήτρια στη «Λέξη», το «Διαβάζω» κλπ. Αλλά γιατί να το κρύψω; Το αγαπημένο μου περιοδικό είναι «Το Δέντρο». Μου δίνει την αίσθηση του χειροποίητου. Αποπνέει γνώση, γούστο, μεράκι. Όλα με μέτρο και προ παντός φαντασία. Χωρίς φιλολογική σκόνη.

Memoires

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Αυτόν τον καιρό διαβάζω τις «Memoires de la Comtesse de Boigne». Εκδ. του ’71, που ανακάλυψα στο περίπτερο με τα συλλεκτικά βιβλία επί της Ασκληπιού.  Και τι σύμπτωση! Ο Προυστ είχε γοητευθεί ιδιαιτέρως από τις αναμνήσεις της εν λόγω κυρίας

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Κάποτε διάβαζα κριτικές βιβλίων με ενδιαφέρον –και προτιμούσα- τις έντυπες. Τώρα μου αρκεί μια διαγώνια ματιά για να αντιληφθώ το κινούν αίτιον.

HERMAN-BROCH

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Κυκλοφορώ συχνά με τα ΜΜΜ και, όταν δεν πέφτω σε περισυλλογή, διαβάζω Κυριακάτικες εφημερίδες ή το «Δέντρο». Ποτέ κάτι που απαιτεί  απόλυτη συγκέντρωση. Αλλά νομίζω ότι και η Comtesse θα ταίριαζε στο μετρό.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Είμαι φανατική cinephile. Καταβροχθίζω ταινίες. Έχω δει σπουδαία φιλμ τα τελευταία χρόνια. Ο κατάλογος είναι μακρύς, γι’ αυτό αναφέρω ενδεικτικά μόνο το «Λεβιάθαν» και το  «Ανθρώπινη Κιβωτός». Ρώσων δημιουργών -κατά σύμπτωση- και τα δύο. Το θέατρο, έχω αρχίσει να το βαριέμαι. Αναμονή, κοσμικότητες, μαϊμουδισμοί. Πολλή η ταλαιπωρία, σπανιότατη η συγκίνηση.

sabato_con_sombrero

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αιώνια νιότη; Και μάλιστα με τόσο βαρύ αντίτιμο; Ω πόση πλήξη, Θεέ  μου…..

Στις εικόνες: Φαίδρος Μπαρλάς, Hermann Broch, Ernesto Sabato.

26
Ιον.
16

Εντευκτήριο τεύχος 109, Απρίλιος – Ιούνιος 2016 (κυκλοφορία 12 Μαΐου 2016)

ent

Πήγα στην ποίηση εν αγνοία μου, ομολογούσε η Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου στο επίμετρο της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Επιλογές και σύνολα [2001], μιλώντας ακόμα για ροές ρημάτων και λέξεις ρέουσες, για νερά γλυκά και εφιαλτικά μαζί. Ακριβώς το «αντιθαλασσινό μάτι» της συγγραφέα εξετάζει σε κείμενό της η Τιτίκα Δημητρούλια, καθώς είναι πολύ το νερό στην ποίησή της: θολό ποτάμι, στάσιμο νερό, άσπρο νερό που γίνεται αίμα στο καζάνι της μπουγάδας, αλμυρό στην θάλασσα, μυστικός καθρέφτης και τόσα άλλα.

Εντευκτήριο ΜΚΑ__

Πρόκειται για ένα από κείμενο από τις αφιερωματικές σελίδες για την Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ένα αδημοσίευτο πεζό της, πλήρες χρονολόγιο δια χειρός Γιώργου Κορδομενίδη, ένα γράμμα από την Κική Δημουλά, μια διερεύνηση της ορμής και του αισθησιασμού της ματαιότητας από την Μαρία Κουγιουμτζή, «ιδιόχειρες» επιστολές προς την τιμώμενη από τους Γιώργο Ιωάννου, Καίη Τσιτσέλη, Ηλία Πετρόπουλο, Ελένη Βακαλό, Ντίνο Χριστιανόπουλο, ιδιαίτερες αναγνώσεις από την Κούλα Αδαλόγλου και την Χλόη Κουτσουμπέλη και πολλά άλλα κείμενα.

b312Σ’ ένα από αυτά, ο Τάσος Καλούτσας εστιάζει στην επαφή με τους ανθρώπους και τα πράγματα στα βιβλία της Αγαθοπούλου.  Από το πρώτο αφήγημά της, τον Συνοικισμό σιδηροδρομικών, διαφαίνεται η δεσπόζουσα θεματική της πεζογραφία της, όσον αφορά τα πρόσωπα και τους χώρους, καθώς επιλέγει να μας μιλήσει με ρεαλιστική ειλικρίνεια για την ζωή του προσφυγικού συνοικισμού, με έντονα χρωματισμένες αυτοβιογραφικές καταγραφές. Η συγγραφέας εμβαθύνει στον ψυχισμό των ανθρώπων του περιβάλλοντός της, ιδίως των γυναικών, ενώ η μνημονική αναδρομή αποτελεί βασική λειτουργία στον τρόπο γραφή της. Αργότερα, με την συλλογή Στο δωμάτιο, περνάει σε μια «αυτονομημένη από την ρητή μαρτυρία πεζογραφία», προχωρώντας και σε μια εσωστρεφή μορφή αφήγησης. Η δράση στα διηγήματά της είναι εσωτερικού τύπου· είναι «δράση αισθημάτων, σκέψεων, αποφάσεων, συνειρμών, αντιδράσεων, ενεργειών, μνήμης».

b168545

Η ποιητική ενότητα των τευχών του Εντευκτηρίου πάντα μας παρουσιάζει νέους, άγνωστους ποιητές που συχνότατα μας εκπλήσσουν με την ποιητική τους γραφή. Αυτή τη φορά διαβάζουμε ποιήματα από τον Σέρβο Νέναντ Μιλόσεβιτς [παρουσίαση – μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη], τον Τουρκοκύπριο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ [απόδοση: Λευτέρης Καβαλιέρος], τον Αμερικανό Φρανκ Μπίνταρτ [παρουσίαση – μετάφραση: Μαρία Μουσαφίρη], τον Σύριο Μοχάμαντ Μπασίρ Αλ-Άνι, [μετάφραση: Χαλέντ Ραούφ, παρουσίαση – ποιητική απόδοση: Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος]. Στην ποιητική του τεύχους εντάσσεται και η σύνθεση του Γ. Χ. Ώντεν, Βγήκα να περπατήσω ένα βράδυ [σημείωμα και μετάφραση Ερρίκος Σοφράς]

b159783Μια άλλη ποιήτρια, η Μαρία Κυρτζάκη, είναι πια παρούσα μόνο με την γραφή της και η Κατερίνα Ζαρόκωστα της αφιερώνει έναν μικρό αποχαιρετισμό. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γράφει για την Αγγελική Ελευθερίου, η Τζένη Μαστοράκη κρατά  Ημερολόγιο μιας τυπογραφικής διόρθωσης, ο Σταύρος Ζαφειρίου ορίζει σκηνικές οδηγίες για κείμενο που τιτλοφορεί Δεν πάει έτσι, Όσκαρ, ο Παντελής Βουτουρής ξαναδιαβάζει Τελευταίο σταθμό του Γιώργου Σεφέρη. Και μέσα από τον φωτογραφικό φακό του τριμήνου, ο Αντρέας Σκρέλη αναφωνεί Καλημέρα Οστάνδη!  [192 σελ.]

25
Ιον.
16

Antonio Tabucchi – Ο μαύρος άγγελος

Εξώφυλλο Μαύρος Άγγελος

Πάντα απολαμβάνω την γραφή του Ταμπούκι και αδυνατώ να προκρίνω το είδος του κειμένου προτιμώ περισσότερο· διήγημα, μυθιστόρημα ή δοκίμιο. Και στις τρεις λογοτεχνικές του δοκιμές ο συγγραφέας κατορθώνει να εμπλέξει τον αναγνώστη στον εκάστοτε κόσμο του, αιχμαλωτίζοντάς τον σε ένα διαρκές παιχνίδι με τις λέξεις και τις ιστορίες. Η παρούσα συλλογή διηγημάτων ακολουθεί την γνώριμή του πρόζα: ιστορίες που αντιστρατεύονται μια πραγματικότητα που δεν είναι ποτέ αρκετή (ας θυμηθούμε Το παιχνίδι της αντιστροφής), ελεγείες ή επανεμφανίσεις των φωνών της μνήμης (με τις οποίες ξεχείλιζε το Ρέκβιεμ) και βέβαια συνομιλώντας πάντα με συγγραφείς όπως ο Φερνάντο Πεσσόα, τις Τρεις τελευταίες μέρες του οποίου άλλωστε επαρκώς λογοτέχνησε.

Η διαφορά εδώ είναι ότι όλο και κάποιος άγγελος θα εισχωρήσει στις ιστορίες, προσδίδοντας ένα μεταφυσικό στοιχείο. Ο τίτλος, άλλωστε, όπως γράφει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του, ανήκει στον Εουτζένιο Μοντάλε που έπεσε πάνω σ’ έναν άγγελο με μαύρα φτερά πριν από τον ίδιο, συνεπώς είναι ένας τίτλος φόρου τιμής αλλά κυρίως τρυφερής θύμησης. Όμως σε ποιο βιβλίο του Ταμπούκι δεν υπήρχαν αλαφροΐσκιωτες αισθήσεις ή ανεξήγητες φωνές; Ίσα ίσα: αν ένα ακόμα από τα βιβλία του που απολαύσαμε είχε τον τίτλο Είναι αργά, όλο και πιο αργά, σε πλείστα γραπτά του ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσει κανείς έστω και εν παραισθήσει εκείνο που του έχασε ή του διέφυγε. Κι εκείνο που τελικά μένει δεν είναι το παράξενο ή το ξένο αλλά το βαθιά ανθρώπινο που πάντα είναι και το ελάχιστα παρατηρημένο.

Lisboa_

Στις Φωνές μεταφερόμενες από κάτι, αδύνατο να πεις τι ο συγγραφέας απευθύνεται σε κάποιον που διατηρεί ένα παιχνίδι που άλλος θα έλεγε παιδικό, ένα παιχνίδι μόνο ο ίδιος γνωρίζει και από ντροπή δεν θα το έλεγε ποτέ σε κανέναν. Είναι κάτι σαν πλάκα με τον εαυτό μας ή με τυχαίους περαστικούς, αυτοί είναι οι αδαείς σύντροφοι του εφευρέτη του. Αρκεί να βγαίνεις έξω για παράδειγμα μια Κυριακή, όπου όλοι κυκλοφορούν στους δρόμους κι αρκεί μια φράση που αποφασίζεις ότι είναι αυτή, την απομονώνεις με την λαβίδα σαν ένα κομμάτι ύφασμα, την κόβεις με το ψαλίδι της φαντασίας και αυτή είναι το ξεκίνημα μιας ιστορίας. Είναι μια ιστορία που ανήκει μόνο σ’ εσένα, γιατί εκείνοι δεν θα ήξεραν τι να την κάνουν, ούτε καν θα την αναγνώριζαν. Σε αυτό το παίγνιο…

… ο καθένας πρόσθεσε μια μικρή τσόντα, ένα πετραδάκι που εσύ μάζεψες, διάλεξες, έβαλες στη θέση που του ταίριαζε, εκείνο και μόνο εκείνο, για να φτιάξεις ένα μωσαϊκό που απόψε θα το κοιτάξεις με μάτια άπληστα, έκπληκτος για το ποιον δρόμο παίρνουν τα πράγματα, για το πώς η μια λέξη δένεται με την άλλη, το ένα γεγονός με το άλλο, η μια λεπτομέρειες με την άλλη, μέχρι να δημιουργήσουν μια ιστορία που πριν δεν υπήρχε και τώρα υπάρχει: τη δική σου ιστορία. [σ. 15]

Revolución de los Claveles

Τώρα είσαι εσύ αυτός που τροφοδοτεί τους άλλους με προκατασκευασμένες φράσεις, γράφει ο Ταμπούκι, και αυτή είναι η ιδανικότερη παραβολή για την γραφή, την λογοτεχνία, την ίδια την δημιουργία. Στο δεύτερο διήγημα, Νύχτα, θάλασσα ή απόσταση, μια συντροφιά φίλων, άντρες και γυναίκες πάνω από τα είκοσι, με έντονες ανησυχίες συναντιούνται σε ένα σπίτι με διάθεση να συνομιλήσουν μ’ έναν ποιητή που κάποτε υπήρξε σκληρός και μαχητικός κι ύστερα τα ίδια τα γεγονότα τον λύγισαν, μεταστρέφοντας την μαχητικότητα σε πικρία και στην αίσθηση ότι είναι μάταιο να δίνει κανείς μάχες.

Ο συγγραφέας αποδίδει περίτεχνα την ατμόσφαιρα της σαλαζαρικής δικτατορικής περιόδου: ένα μείγμα φόβου, λύπης και ανασφάλειας που κάνει τους Πορτογάλους να νοιώθουν πρόσφυγες σε μια πόλη που ήταν η πόλη τους και να νοσταλγούν παλιές νύχτες, όχι σαν αυτή την εχθρική με τα αρνητικά της κύματα που πάλλονταν έτοιμα να ξεσπάσουν». Σε αυτόν τον κύκλο ο Ταντέους πάντα αποζητά συνενόχους στο ξενύχτι, ώστε να διαβάσουν ποίηση για να χάσουν την αίσθηση του χρόνου. Έξω οι φανοστάτες έχουν σβήσει, μια λαμπρή ιδέα της αστυνομίας ώστε να μη συγκεντρώνονται στους δρόμους ανατρεπτικές ομάδες. 

Revolución de los Claveles Poster

Κανείς δεν θέλει να τελειώσει η βραδιά· η Ζοάνα προτείνει να διαβάσουν κάτι ακόμα, για να πιστέψει και η ίδια στην ποίηση και στη ζωή, ίσως επειδή διαισθάνθηκε ότι οι υπόλοιποι δεν είχαν τη διάθεση να αποδώσουν στην ανάγνωση μερικών στίχων την ίδια έννοια της ελπίδας και της ψευδαίσθησης. Είναι αναπόφευκτο η νύχτα να φτάσει σ’ εκείνο το σημείο που δεν υπάρχει επιστροφή. Κι ίσως σ’ αυτό το συναρπαστικό διήγημα ο Ταμπούκι να υπερβαίνει την γλυκιά ευθεία πολλών ιστοριών του και να αφήνεται σε μια απροσδόκητη, δραματικότατη κορύφωση.

Κι όλα άρχιζαν από την αρχή στη φαντασία αυτού που φανταζόταν εκείνη τη νύχτα, εν είδει παντομίμας ή μαγείας: από την πόρτα στις πολυθρόνες, από τις πολυθρόνες στην πόρτα, σαν πλάσματα υπνωτισμένα, καταδικασμένα σε μια επανάληψη χωρίς λογική, πλάσματα αναγκασμένα να ζουν συνεχώς το πρελούδιο της φρικτής περιπέτειας που τα περίμενε εκείνη η νύχτα και καμία φαντασία δεν είχε το κουράγιο να τα κάνει να ζήσουν όπως έπρεπε να ζήσουν. [σ. 45]

Tabucchi A_

Μην ξεχνάμε ότι για την ατέλειωτη θλιβερή πολιτική περίοδο της Πορτογαλίας ο Ταμπούκι έγραψε το περίφημο Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα. Εδώ στην συλλογή ο ζοφερός πολιτικός μανδύας σκεπάζει πρώτα την Πρωτοχρονιά, στα τέλη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όπου ο φασισμός αυτή την φορά εμφανίζεται στην μορφή του πατέρα του μικρού ήρωα, ο οποίος αναζητά καταφύγιο στην φαντασία, δίνοντας αλλόκοσμες ιδιότητες στις οικογενειακές μορφές. Το νανούρισμα, από την άλλη, επιστρέφει στο σήμερα, και στην πρόσκληση μιας ακροδεξιάς οργάνωσης προς μια κριτικό λογοτεχνίας για να δώσει διάλεξη για τον Σελίν. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και πάλι το ταξίδι για να βυθίσει την ηρωίδα στις δικές της αναδρομές. Το άλμα της πέστροφας ανάμεσα στα βράχια μου θυμίζει τη ζωή σου αφορά την ύστατη ευκαιρία για φλερτ που απρόσμενα δίνεται σε έναν γηραιό ποιητή.

Ένας ακόμα παράδοξος τίτλος επιφυλάσσεται στο πιο εφιαλτικό κείμενο του βιβλίου: Μπορεί το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στη Νέα Υόρκη να προκαλέσει τυφώνα στο Πεκίνο; Ο «ντυμένος στα γαλάζια κύριος» ανακρίνει «τον άντρα με τα γκρίζα μαλλιά» πιέζοντάς τον να ομολογήσει όλα τα αδικήματα που διέπραξε εις το όνομα μιας διαστρεβλωμένης άποψης για την δικαιοσύνη. Οι ενθουσιασμοί πληρώνονται και τριάντα χρόνια μετά, αναφωνεί χαιρέκακα ο ανακριτής, δημιουργώντας την εντύπωση πως ο ανακρινόμενος υπήρξε πολιτικός τρομοκράτης.

Tabucchi b

Αλλά εκείνο που βυθίζει αυτές τις σελίδες σε ζοφερό μελάνι είναι η ατμόσφαιρα και ο σχεδόν παιγνιώδης τρόπος με τον οποίο ο ανακριτής εκμαιεύει την ομολογία με ένα παιχνίδι διαδοχικών υποθέσεων και έμμεσων παραδοχών. Δεν ψάξαμε εμείς να σας βρούμε, είστε εσείς αυτός που μας έκανε νεύμα […] ο μοναδικός λόγος είναι ότι είχατε διάθεση να διηγηθείτε μια ωραία ιστορία από το άλφα ως το ωμέγα. […] Εμάς δεν μας ενδιαφέρει μόνο ό,τι συμβαίνει έξω αλλά και ό,τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι των ανθρώπων. Κι αυτός ο τελευταίος καγχασμός ενώνει τους πολιτικούς εφιάλτες παρελθόντος και παρόντος.

Εκδ. Άγρα, 2014, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σελ. 197 [L’ angelo nero, 1991].

Οι ενδιάμεσες εικόνες από την Επανάσταση των Γαρυφάλλων [1974], στην καρδιά της δικτατορίας του Σαλαζάρ.

24
Ιον.
16

Ηρακλής Παπαϊωάννου – Η φωτογραφία του Ελληνικού Τοπίου. Μεταξύ μύθου και ιδεολογίας

PAPAIOANNOU_FWTOGRAFIA_ELLHNIKOU_TOPIOU

Πρόκειται για ένα συναρπαστικό βιβλίο που σκιαγραφεί τα κυρίαρχα ιδεολογήματα που λανθάνουν πίσω από την φωτογραφία του φυσικού και πολιτισμικού τοπίου. Η εκτενής εισαγωγή ερευνά την ιστορική καθιέρωση του τοπίου ως εικονογραφικού θέματος. Η φωτογραφία κατέστησε την εικόνα του τοπίου δημόσια θέα, συμβάλλοντας όσο ποτέ στην μεταστροφή της θέασης του κόσμου: στον μετασχηματισμό των πραγματικών τοπίων σε εικόνες με αισθητικές αξιώσεις. Η εκλαϊκευμένη εικονογραφία επέδρασε ισχυρά στην διαμόρφωση του βλέμματος. Η φωτογραφία μετέφερε πληροφορίες για μακρινούς και δυσπρόσιτους τόπους δημιουργώντας μια αίσθηση οικουμενικότητας και ικανοποιώντας την όρεξη της επεκτατικότητας. Ταυτόχρονα ισχυροποίησε θέσεις για την εθνική ή ιστορική ταυτότητα ενός τόπου. Συνεπώς η φωτογραφία σε αυτή την σύνθετη εργασία θα εξεταστεί όχι απλώς ως αισθητικό αντικείμενο αλλά ως σύνθετο πολιτιστικό φαινόμενο με κοινωνικές και πολιτικές συνιστώσες.

Hyperion-Hoelderlin

Το κεφάλαιο με τον τίτλο Ο ευλαβής ιδεαλισμός και η παράδοξη νεωτερικότητα της φωτογραφίας ερειπίων εξετάζει την περιηγητική περιπέτεια στην Ελλάδα και τον ρόλος του Κλασικισμού και του Ρομαντισμού στην ανάδειξη των τοπίων της. Αν ο Κλασικισμός υπήρξε κινητήριος μοχλός για την ανακάλυψη της Ελλάδας, ο Ρομαντισμός δεν την αγνόησε καθόλου, όπως φανερώνουν το μυθιστόρημα Hyperion του Hoelderlin, το ποίημα του Schiller Οι θεοί της Ελλάδος, το ενδιαφέρον του Goethe για τα δημοτικά τραγούδια, η δημοφιλής στην Ευρώπη ποίηση του Βύρωνα, το οδοιπορικό του Cheataubriand. Στην Ευρώπη καθιερώνεται η γραφικότητα του «τοπίου μετ’ ερειπίων» και το προσκύνημα στα ρωμαϊκά μνημεία, ενώ παρατηρείται η εμπορική επιτυχία ταξιδιωτικών βιβλίων και εικονογραφημένων εκδόσεων. H αρχαιολατρία και ο εξευρωπαϊσμός ορίστηκαν ως βασικοί πυλώνες του νέου κράτους· το τοπίο της χώρας ξυπνούσε, ο αρχαίος πολιτισμός εγειρόταν. 

timthumb

Στο υποκεφάλαιο Ο εξαγνισμός των μνημείων και ο ιθαγενής ρομαντισμός διαπιστώνεται μεταξύ άλλων ότι οι ανασκαφές και οι αναστηλωτικές επεμβάσεις στα αρχαία μνημεία είχαν ως κίνητρο την εξαγνισμό των ιερών μνημείων από ίχνη ενδιάμεσων πολιτισμικών περιόδων και την ανάπλαση του χώρου ως ιδανικής ετεροτοπίας. Η παράκαμψη ολόκληρων ιστορικών περιόδων καταδεικνύει ανάγλυφα την απόλυτη ιδεολογική επικράτησης της αρχαιολατρίας στις τάξεις της επίσημης νεοελληνικής κοινωνίας. Η απόπειρα «λεύκανσής» τους ενέχει συμβολικά τη σημασία ενός ηθικού εξαγνισμού. Καθόλου παράδοξα ακολούθησε τον 20ό αιώνα η «λεύκανση» της αρχιτεκτονικής του Αιγαίου. Και οι δυο παρεμβάσεις αγνόησαν την ζωηρόχρωμη αρχιτεκτονική παράδοση του ελλαδικού χώρου.

The Temple of Apollo Bassae - Edward Lear

Πίσω από τις πρακτικές «εξαγνισμού» υπήρχε αναμφισβήτητα ένα ρομαντικό αίσθημα. Αν ο Ρομαντισμός υπήρξε απόπειρα αντίδρασης απέναντι στην επελαύνουσα νεωτερικότητα σε έναν υλικό, ωφελιμιστικό και ορθολογικό κόσμο, αναμφίβολα συνδέθηκε με την εναγώνια αναζήτηση εθνικής ταυτότητας μέσα από την επιστροφή στις ρίζες και τις αξίες του παρελθόντος. Και ο Διαφωτισμός συνδέθηκε με την πνευματική ακτινοβολία των ερειπίων και φυσικά η φωτογραφία έπαιξε τον δικό της σημαντικό ρόλο στην ιδεολογική επικράτηση της αρχαιολατρίας με την ευρεία διάδοση της εικόνας των ερειπίων.

Ανδρέας Εμπειρίκος Ελευσίνα 1955

Στο δεύτερο εκτενές κεφάλαιο (Η ανακάλυψη του τοπίου) ερευνάται μεταξύ άλλων Η ελληνική φύση ως «ιδανική εικόνα». Η τοπιογραφία εμφανίστηκε ως αυτόνομη καλλιτεχνική θεματογραφία κατά τον 20ό αιώνα, όταν είχε αρχίσει να εδραιώνεται μια στέρεα μορφή αστικής συνείδησης οδηγώντας σε αποξένωση από τη φύση και υποδεικνύοντας το τοπίο ως πηγή πνευματικής αναζωογόνησης και καλλιτεχνικής έμπνευσης. Ο Περικλής Γιαννόπουλος ανιχνεύει το πρότυπο της αρχαίας γλυπτικής, της βυζαντινής εικονογραφίας, του κυκλικού ελληνικού χορού και τις εκφράσεις και τις χειρονομίες των κατοίκων στην «διαυγή ελληνική γραμμή» και την «αιθέρια καμπυλότητα» του τοπίου. Εδώ εμπεριέχεται εν σπέρματι ο συσχετισμός του αρχαίου αγάλματος με τον σύγχρονο Έλληνα χωρικό, επιχειρώντας να θεμελιώσει βαθύτερα το ιδεολόγημα της εθνικής συνέχειας. Αυτό ακριβώς θα επιχειρήσουν τριάντα χρόνια αργότερα οι φωτογραφίες της Nelly’s που επιχειρούν να καταδείξουν την ομοιότητα αρχαίων και σύγχρονων μορφών.  

Nelly

Βάθρο της υπεροχής που επικαλείται o Γιαννόπουλος δεν αποτελούν πλέον τα λαμπρά ερείπια αλλά το τοπίο, το οποίο βλέπει και αυτός, μετά τον Ροΐδη, ως «ιδανική εικόνα». Εδώ μπαίνει ο θεμέλιος λίθος στην ιδεολογική πρόσληψη του ελληνικού τοπίου που θα κυριαρχήσει αργότερα και στην φωτογραφία. Έκτοτε η αίσθηση υπεροχής του ελληνικού τοπίου και η υπερηφάνεια που αυτό προκαλεί δεν θα υποχωρήσουν ξανά. Πίσω του όμως λανθάνει πάντα η υπεροχή του ίδιου του λαού. Το 1908 ο Βιεννέζος ποιητής Hugo von Hofmannsthal σε ένα κείμενο που αποτέλεσε πρόλογο σε φωτογραφικό λεύκωμα ανήγγειλε την ελληνική μεταφυσική του τοπίου, ανακαλύπτοντας ένα φως βαθιά πνευματικό. Και ο φωτογράφος Frederic Boissonnas συνήψε συμβόλαιο με την ελληνική κυβέρνηση για ένα «ελληνικό πρόγραμμα» που έχει σκοπό να αναπαραστήσει φωτογραφικώς και να καταστήσει γνωστάς τα καλλονάς των ελληνικών χωρών ανά την υφήλιον

Boissonnas - Κηφισιά, 1920

Στο υποκεφάλαιο Σχέδιο για μιαν εισαγωγή στο χώρο του Αιγαίου, μέρος της ευρύτερης ενότητας με τίτλο Το αχειροποίητο τοπίο παρουσιάζεται το εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα της «ανακάλυψης της παραλίας». Η θάλασσα ήρθε μεταπολεμικά στο προσκήνιο, με επίκεντρο το Αιγαίο. Ιστορικά, η ανακάλυψη της παραλίας ως δυνατότητα αναψυχής αλλά και ως τοπιογραφικό θέμα σημειώθηκε στην Αγγλία περίπου στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα· ο αναζωογονητικός ρόλος της σε λουτροπόλεις όπως το Μπράιτον ή οι αυξημένοι επισκέπτες της για ιαματικούς σκοπούς δεν εξαφάνισαν τον φόβο που γεννούσε μέχρι την αυγή του 20ού αιώνα. Η καθιέρωση της άδειας στην Ευρώπη ενίσχυσε το κύμα των παραθεριστών της θάλασσας που άρχισε να συνδέεται με την σωματική και ψυχική ευεξία. Η ελευθερία αναζητιόταν πλέον στην εξοχή και η εικόνα μιας ακτής άδειας λειτουργούσε ως προσκλητήριο για να κατακτηθεί.

Λουτράκι_

Στο πλαίσιο της ελληνικής τουριστικής στρατηγικής η νησιωτική εκδοχή του ελληνικού τοπίου κατέστη κορωνίδα του ιδεολογήματος στην εγχώρια συλλογική συνείδηση. Οι παραθαλάσσιες διακοπές κατά την δεκαετία του ’60 (οπότε και ανέβηκε το βιοτικό επίπεδο) εδραιώθηκαν σε εγχώρια πολιτισμική αξία. Η φωτογραφία ανέδειξε όλα τα παραπάνω σε δημοφιλή εικονογραφημένα έντυπα όπως οι Εικόνες και ο Ταχυδρόμος. Στην χώρα μας Φύση, Ιστορία και Μυθολογία συνεργούν για την ανάδειξη της συμβολής της θάλασσας και στους ελληνικούς αγώνες ενώ αποσιωπάται προκλητικά η αντίστοιχη του βουνού. Ας μην ξεχνάμε πως ήδη από την εμφάνιση του μεσοπολεμικού εθνικισμού, μέσα από την μεταφυσική του αιγαιακού ιδεαλισμού ανακουφιζόταν η οριστική ρήξη των δυο ακτών του πελάγους και η οριστική απώλεια της Ιωνικής και Αιολικής γης, συνεπώς η υποστολή της Μεγάλης Ιδέας.

Εικόνες_

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 το τοπίο εισάγεται και στην διαφημιστική γλώσσα. Ο Έλληνας μετατοπίζεται από τον ιδεώδη κλασικό και αρκαδικό τόπο στα διαχρονικά ακρογιάλια. Η σχέση φωτός και αρχιτεκτονικής στο Αιγαίο προτείνεται ως ακλόνητο γεωμετρικό θεώρημα. Η λογοτεχνία λειτουργεί ως διάμεσο ανάμεσα στο νησιωτικό τοπίο και το γυναικείο κορμί. Η μεταστροφή του ενδιαφέροντος από το ορεινό στο θαλάσσιο τοπίο μπορεί να ερμηνευτεί και ως μετάβαση από ένα αντρικό σε ένα θηλυκό πρότυπο αντίστοιχα. Η έμφαση στο Αιγαίο ως πνευματικής μήτρας του ελληνισμού μετατρέπεται σε σημαντικό ιδεολόγημα που έχει την ρίζα του στην αναζήτηση της ελληνικότητας από τους λογοτέχνες και τους καλλιτέχνες της γενιάς του ’30.

Ναύπλιο Ξενία

Ο επίλογος του βιβλίου ανακεφαλαιώνει με εξαιρετικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Η φωτογραφία του ελληνικού τοπίου λειτούργησε αφενός ως εικονογραφική επικύρωση των ιδεολογημάτων που επιχειρούσαν να αποσαφηνίσουν την εθνική ταυτότητα του νέου κράτους και αφετέρου ως διαφήμιση και εδραίωση της εμπορευματικής φύσης του τοπίου και της εικόνας του. Ο σύγχρονος Έλληνας αυτοπροσδιορίστηκε ως κληρονόμος του τοπίου αλλά και εργολάβος του, καθώς άρχισε να επεμβαίνει σ’ αυτό. Η κερδοσκοπία ευνοούσε το αξιοθέατο τοπίο, ενώ παράλληλα οδηγούσε στην σταδιακή ερήμωση το αναξιοθέατο. Η κυρίαρχη εικόνα της χώρας παρέμενε καρφιτσωμένη στην γραφικότητα.

Αιδηψός_

Η φωτογραφία στήριξε την «τοπιολατρία» και καθιερώθηκε ως ένα είδος ιδεαλιστικής αφήγησης που έμοιαζε περισσότερο ως εικονογράφηση του μεγάλου κειμένου της ελληνικής ιστορίας και λογοτεχνίας μέσα από τον διάλογο με την αρχαιότητα. Έτσι έπαιξε μικρότερο ρόλο στον ελληνικό πνευματικό ορίζοντα ως τέχνη και περισσότερο ως γλώσσα μαζικής επικοινωνίας που συμπορεύτηκε με την επίσημη ιδεολογία και διέπλασε την συλλογική συνείδηση μέσα από εμπορικές εικόνες συχνά μικρότερων πνευματικών απαιτήσεων. Πρόκειται για ένα μοναδικό στο είδος του βιβλίο, που εμπλουτίζεται με παράρτημα 184 έγχρωμων και μαυρόασπρων φωτογραφιών σε γυαλιστερό χαρτί.

Εκδ. Άγρα, 2014, σελ. 432. Περιλαμβάνονται «αντί εισαγωγής» κείμενο της Κατερίνας Κοσκινά, βιβλιογραφία, γλωσσάρι τεχνικών όρων και ευρετήριο κύριων ονομάτων.

Στις εικόνες: Edward Lear – The Temple of Apollo Bassae, Ανδρέας Εμπειρίκος -Ελευσίνα [1955], Nelly’s, The Hungarian dancer Nikolska at the Parthenon [1929], Frederic Boissonnas – Κηφισιά [1920], Ξενοδοχείο Ξενία – Ναύπλιο

23
Ιον.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 175. Θωμάς Συμεωνίδης

Θ.Σ.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», υπάρχει ένας ανώνυμος αφηγητής που καταφεύγει στο Παρίσι προκειμένου να αποφύγει μία πλεκτάνη που έχει στηθεί σε βάρος του. Ο αφηγητής βρίσκεται αντιμέτωπος με μία νέα πραγματικότητα, αυτή της περιπλάνησης και της επιβίωσης στο Παρίσι, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διαχειριστεί ένα ασήκωτο κατά τα φαινόμενα φορτίο ενοχών και τύψεων που οφείλεται στην αδυναμία του να αποτρέψει τη δολοφονία και την αυτοχειρία, αντίστοιχα, δύο νέων ανθρώπων, που βρέθηκαν για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, σε έναν δημόσιο οργανισμό υγείας με έδρα την Αθήνα.

Η αναμέτρηση με την αλήθεια και τις ψευδαισθήσεις, αλλά και η διατήρηση στη ζωή μέσα από τον επαναπροσδιορισμό και την αναζήτηση νέων αναφορών, είναι η πρόκληση με την οποία είναι αντιμέτωπος ο αφηγητής της ιστορίας. Μία πρόκληση που πιστεύω ότι έχει μία γενικότερη, ατομική και συλλογική αξίωση.

Cover Gine o iroas mou-1

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Η συγγραφή του «Γίνε ο ήρωάς μου!», ξεκίνησε το 2010, όταν πήρα την απόφαση να φύγω από την Ελλάδα, και ολοκληρώθηκε στη Γαλλία το 2014. Η συγγραφή του, σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με αυτή την απόφαση.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω δουλέψει πολύ τα τελευταία χρόνια στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας (Bnf), και κάνω μία έμμεση αναφορά και στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», αναφέροντας τη θέση W.113, όπου δουλεύω συνήθως και η οποία βρίσκεται κοντά στον τομέα της ελληνικής λογοτεχνίας. Για την ύπαρξη αυτής της βιβλιοθήκης νιώθω πραγματικά ευγνωμοσύνη, αλλά και για κάθε χώρο που συγκροτεί αντίστοιχες κοινότητες ανάγνωσης, γραφής και έρευνας.

Cover_Ola einai parexigisi-1

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Θραύσματα των ηρώων μου, υπάρχουν μέσα μου, γύρω μου, υπάρχουν στον τρόπο με τον οποίο συνδέομαι με ό,τι με περιβάλλει.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ιδανικά, το πρωί, με ησυχία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Ναι, υπάρχουν κάποια πράγματα που θα μπορούσαν να δώσουν υπόσταση σε ένα συγκεκριμένο τυπικό. Ανάφερα πιο πάνω για παράδειγμα, τη θέση W.113, όταν πηγαίνω στην Bnf. Από ένα σημείο και μετά όμως, δεν ξέρω πόσο νόημα θα είχε να αναφερθώ σε πράγματα που έχουν να κάνουν κυρίως με τη διαδικασία της συγκέντρωσης και τις συνθήκες γραφής, αλλά όχι και με την ουσία της.

Layout 1

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Είναι ελάχιστες οι φορές που έχω γράψει ή διαβάσει κάτι συνοδεία μουσικής, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν μου αρέσει η μουσική. Ακούω σε διάφορες στιγμές και κυρίως κατά τις μετακινήσεις μου, ηλεκτρονική μουσική θα έλεγα, στις διάφορες εκδοχές της, από ροκ μέχρι κλασική. Ενδεικτικά, αναφέρω κάποια σχήματα που υπάρχουν στις τωρινές επιλογές μου: Apparat, Archive, Daughter, Infadels, Lali puna, M83, Of Monsters and Men, Placebo, Steve Reich, Tim Hecker.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είχα επαφή με πολλά και διαφορετικά αντικείμενα κατά τη διάρκεια των σπουδών μου και αυτό οφείλεται περισσότερο σε μία εσωτερική ανάγκη παρά στην αναζήτηση μίας επαγγελματικής κατάρτισης/εξειδίκευσης. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να αναγνωρίσω τη στήριξη που είχα από τους γονείς μου, σε σημείο αυτοθυσίας θα έλεγα, καθώς δεν υπήρχε η οικονομική άνεση για κάτι τέτοιο.

Layout 1

Εργάστηκα πάντως σε διάφορους τομείς, κυρίως στη δημόσια διοίκηση, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, σε κάποια αρχιτεκτονικά γραφεία.

Τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να βρω μία λύση στη βιοποριστική εξίσωση μέσα από την έρευνα και τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο.

Θεωρώ αυτή την ενασχόληση πιο συμβατή με τη συγγραφική μου δραστηριότητα, αν και πιστεύω ότι η γραφή τροφοδοτείται από όλο το φάσμα της εμπειρίας και της ζωής ενός συγγραφέα, και όχι από ένα ή κάποια μεμονωμένα αντικείμενα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έχω γράψει και συνεχίζω να γράφω, χωρίς όμως να έχω εκδώσει κάποια συλλογή. Θεωρώ πάντως, ότι παρά το γεγονός ότι η πρόζα και η ποίηση αντιστοιχούν σε διαφορετικές κλίμακες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, η ουσία παραμένει σε μεγάλο βαθμό η ίδια. Στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», πιστεύω ότι οι τελευταίες σελίδες θα μπορούσαν να διαβαστούν από μόνες τους ως ένα μεγάλο σε έκταση ποίημα, ενώ το δεύτερο ολοκληρωμένο μου μυθιστόρημα (καθοδόν για την έκδοσή του), πιστεύω ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία σύνθεση ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές κλίμακες: ποίηση, διήγημα/νουβέλα, μυθιστόρημα.

paul celan-

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Δεν ξέρω πραγματικά αν θα μπορούσα να ασχοληθώ με κάτι τέτοιο, με την έννοια ότι θα μου ήταν δύσκολο να κινηθώ σε ένα αυστηρά ρεαλιστικό/πραγματολογικό πλαίσιο. Έχω δουλέψει πάντως πάνω σε έναν υπαρκτό πρόσωπο για τις ανάγκες του πρώτου μου θεατρικού κειμένου. Αναφέρομαι στον Paul Celan και σε μία μεγάλη σχετικά έρευνα που έκανα πάνω στη ζωή και το έργο του. Ωστόσο, το τελικό κείμενο σε συνδυασμό με την θεατρική φόρμα, ανταποκρίνεται περισσότερο στα χαρακτηριστικά μίας αναζήτησης παρά σε αυτά μίας παρουσίασης.

Τι γράφετε τώρα; 

Αυτό που πιστεύω ότι θα είναι το τρίτο μου μυθιστόρημα.

Saul Bellow 3-

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Υπάρχουν πολλοί. Θα αρκεστώ όμως σε αυτούς που μελέτησα πιο συστηματικά: Samuel Beckett, James Joyce, Saul Bellow.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το Youth (Σκηνές από τη ζωή ενός νέου) του J.M.Coetzee είναι ένα από τα βιβλία που ακριβώς την εποχή που το διάβασα, το 2005, ένιωσα να έρχομαι τόσο κοντά σε έναν ήρωα: ίδια πόλη, ίδια γειτονιά, ίδιες ανησυχίες, ίδια αίσθηση εξορίας, ίδια μορφή απομόνωσης, ίδια αμφιθυμία απέναντι σε όσα θεωρούνται σταθερά στη ζωή κάποιου, ίδια επιθυμία για μία άλλη ζωή και πάνω από όλα ο πόθος του καλλιτέχνη για έκφραση και μεταμόρφωση μέσω της τέχνης.

marcovaldo1

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Για λόγους περισσότερο συναισθηματικούς, κάποιες από τις ιστορίες στον Μαρκοβάλντο του Καλβίνο. Τις είχα διαβάσει όταν είχα εγκατασταθεί για πρώτη φορά στην Αθήνα, το 2006. Η πραγματικότητα που διανοιγόταν κάποιες στιγμές μπροστά μου, ειδικά κάποιες νύχτες, επικοινωνούσε με εκείνες της ιστορίες.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η ονοματολογία δεν ξέρω αν θα βοηθούσε στην προκειμένη περίπτωση. Αυτοί πάντως ξέρουν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Αίαντας του Σοφοκλή. Πέρα για πέρα ανθρώπινος, από όλες τις απόψεις.

Richardson Clarissa1967

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Η συγκεκριμένη ερώτηση, είναι ερώτηση παγίδα, όπως και πολλές από αυτές που προηγήθηκαν και ακολουθούν.

Έχω καταρτίσει μία λίστα με αναγνώσεις, για τις ανάγκες του τρίτου μυθιστορήματος που γράφω, καθώς και για ένα θεατρικό.

Η λίστα αυτή είναι δίπλα μου τώρα, μοιάζει με το νέο μουσείο σύγχρονης τέχνης των Sanaa στη Νέα Υόρκη.

Το μεγαλύτερο σε όγκο έργο, είναι η Κλαρίσσα του Richardson. To παλαιότερο, μάλλον η Αντιγόνη του Σοφοκλή και το πιο σύγχρονο, ένα λεύκωμα για το μαύρο στη ζωγραφική.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, τόσο έντυπες όσο και ηλεκτρονικές, αν και λόγω απόστασης πολλές φορές, προσπαθώ να ενημερώνομαι όσο μπορώ από το διαδίκτυο.

steve_reich

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Τον Σεπτέμβριο του 2006, στην αμαξοστοιχία Θεσσαλονίκη – Αθήνα, το Καντίς για ένα αγέννητο παιδί του Kertesz. Ένιωσα να ταυτίζομαι με κάποιες τονικότητες του αφηγητή, σε σχέση με κάποια πράγματα που πίστευα ότι είχα αφήσει πίσω μου, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ εκείνη τη στιγμή, ότι θα ταυτιζόμουν αργότερα με κάποιες άλλες τονικότητες της αφήγησης, σε σχέση με κάποια πράγματα που θα έβρισκα μπροστά μου.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή; 

Παρακολουθώ όσο μπορώ. Ειδικά στο θέατρο, ασχολούμαι και ερευνητικά πλέον με την παραγωγή του Romeo Castellucci και την Socìetas Raffaello Sanzio, ενώ μου αρέσει πολύ και η δουλειά του Christoph Marthaler. Από την ελληνική θεατρική σκηνή, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στον Σάββα Στρούμπο, με τον οποίο έχουμε ξεκινήσει μία συνεργασία για την παρουσίαση του πρώτου μου κειμένου για το θέατρο. Τον εκτιμώ ιδιαίτερα για το θάρρος του, την ακεραιότητα και τη συνέπειά του. Παρακολουθώ επίσης σύγχρονο, αλλά και κλασικό κινηματογράφο.

romeo-castellucci

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Απέχω από τα κοινωνικά δίκτυα με την έννοια ότι δεν έχω κάποιον λογαριασμό αυτή τη στιγμή στο facebook ή στο twitter, γιατί έχω την αίσθηση ότι λειτουργούν σε διαφορετικούς χρόνους από αυτούς τους οποίους θέλω να πιστεύω ότι υπηρετεί η τέχνη και η λογοτεχνία. Αναγνωρίζω βέβαια, ότι χάνω την επαφή μου με κάποιους ανθρώπους και γεγονότα, αλλά πιστεύω και πάλι, ότι αν πρόκειται για μία αληθινή και ουσιαστική επαφή, υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να συσταθεί και να διατηρηθεί. Από την άλλη, αν θεωρήσουμε τα κοινωνικά δίκτυα ως εργαλείο προώθησης, δεν σας κρύβω, ότι νιώθω μία αμηχανία όταν αυτό πρέπει να γίνει από τον ίδιο τον συγγραφέα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι.

John Ashberry

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν κάποιος σας χάριζε τη συγγραφική και αναγνωστική ιδιότητα με αντίτιμο την απώλεια της αιώνιας νιότης, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή; Ναι.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Έχω μεταφράσει τα τελευταία τρία πεζά έργα του Samuel Beckett γνωστά και ως H Τελευταία Τριλογία του Beckett και τους Τρεις Διαλόγους επίσης του Beckett. Θεωρώ ότι πρόκειται για κάποια από τα πιο σημαντικά κείμενα του Beckett, τα οποία μεταφράζονται κατά το μεγαλύτερό τους μέρος για πρώτη φορά στα ελληνικά. Με αφορμή αυτές τις μεταφράσεις, θέλησα να τοποθετηθώ και στον σχετικό διάλογο που αφορά τη σχέση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας, αλλά και τη σχέση της λογοτεχνίας με τις άλλες τέχνες, όπως η ζωγραφική. Για αυτό το λόγο, οι μεταφράσεις συνοδεύονται από δύο εκτενή επίμετρα πάνω ακριβώς σε αυτά τα θέματα. Βασικός μου σκοπός ήταν μέσα από τις μεταφράσεις, τις αντίστοιχες εισαγωγές και τα επιμέτρα, να προσεγγιστεί το έργο του Beckett μέσα από καινούριες οπτικές γωνίες.

Θ.Σ.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

John Ashbery, Paul Celan, Elfride Jelinek.

Στις εικόνες: Paul Celan, Saul Bellow, Steve Reich, Romeo Castellucci, John Ashbery

22
Ιον.
16

W.G. Sebald – Άουστερλιτς

teliko austerlitz.qxd

Τα ερείπια της Ευρώπης, το παρελθόν που μας περιβάλλει

… πόσο λίγα μπορούμε να συγκρατήσουμε, πόσων λογιών και πόσο πολλά πράγματα περνάνε διαρκώς στη λήθη, με κάθε ζωή που σβήνει, πώς ο κόσμος αδειάζει, σαν να λέμε, από μόνος του, καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πίσω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν τη δυνατότητα της μνήμης, ιστορίες, για παράδειγμα […] όπως αυτή που λένε τα αχυρένια στρώματα, αφημένα σαν φαντάσματα πάνω στα σανιδοκρέβατα… [σ. 28 – 29]

Η μνήμη πρωταγωνιστεί ξανά στο έσχατο βιβλίο του συγγραφέα που πάντα σε παρασύρει σε ατέλειωτες περιπλανήσεις σε πάσης φύσεως τόπους και αναμνήσεις. Αυτή τη φορά κτήτωρ και χρήστης τους είναι ο Ζακ Άουστερλιτς, που πλέκει ένα συνεχές, πυκνό δίκτυο αφηγήσεων που ανασυνθέτει ο αφηγητής – συγγραφέας. Ο αφηγητής γνωρίζει τον Άουστερλιτς μέσα στη σκοτεινή αίθουσα του σιδηροδρομικού σταθμού της Αμβέρσας, ανάμεσα σε δυο ιδιαίτερους χώρους, το Νυχτόραμα και στην Αίθουσα των χαμένων βημάτων.

Sebald 3

Ήταν ένας άντρας που έμοιαζε νέος παρά το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους, απασχολημένος να φτιάχνει σχέδια και σκίτσα, κρατώντας κάποια στιγμή μια φωτογραφική μηχανή, μια παλιά Ένσαϊν με φυσούνα. Ο Άουστερλιτς ανταποκρίθηκε στην διάθεση του αφηγητή για συνομιλία, δίχως να παραξενευτεί για την αμεσότητά του – όπως άλλωστε αντιλήφθηκε πολλές φορές έκτοτε, οι μοναχικοί ταξιδιώτες είναι κατά κανόνα ευγνώμονες όταν βρίσκουν συνομιλητή καμιά φορά έπειτα από σιωπή αδιάκοπη για μέρες. Συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις αποδεικνύεται κιόλας ότι είναι έτοιμοι ακόμη και να ανοιχτούν χωρίς αναστολές σε κάποιον ξένο.

Ακολουθεί μια σειρά τυχαίων συναντήσεων των δυο αντρών. Η δεύτερη συνάντηση συμβαίνει σ’ ένα μικρό μπαρ σε μια βιομηχανική περιοχή της Λιέγης, όπου ο Άουστερλιτς κρατούσε σημειώσεις σ’ ένα τραπεζάκι από μελαμίνη, για την νέα πια αρχιτεκτονική, που εξέφραζαν η αναλαμπή από τις υψικαμίνους ενός τεράστιου σιδηροχυτηρίου, τα οράματα της ιδανικής εργατούπολης και η απερίσκεπτη κατασκευή εργατικών πολυκατοικιών, οδηγώντας τον στην σκέψη ότι πάντοτε τα καλύτερά μας σχέδια μετατρέπονται κατά την υλοποίησή τους στο ακριβώς αντίθετό τους. Η τρίτη συνάντηση «έμελλε» να γίνει στα σκαλοπάτια του δικαστικού μεγάρου, όπου ο Άουστερλιτς συλλογίζεται πάνω στους δαιδάλους του κτίσματος: διάδρομοι που δεν οδηγούν πουθενά, αίθουσες και δωμάτια χωρίς πόρτες, εσωτερικές αυλές χωρίς μια αχτίδα φωτός, αδιέξοδα με στοιβαγμένα ντουλάπια, γραφεία και έγγραφα, λες και κάποιος πάσχιζε κι εδώ ν’ αντισταθεί σε μια πολιορκία. 

ensign

Αυτή είναι μία από τις μανίες του Άουστερλιτς: η αρχιτεκτονική και η ιστορία της, στην ουσία ο τρόπος με τον οποίο ορίζει τις ζωές των ανθρώπων. Ο ψηλός θόλος του σταθμού της Λουκέρνης του δίνει την αίσθηση ότι βρίσκεται κανείς, πέρα από κάθε εγκοσμιότητα, σε έναν καθεδρικό ναό αφιερωμένο στις διεθνείς συγκοινωνίες και στο διεθνές εμπόριο, ενώ το ρολόι του γίνεται ο εκφραστής της νέας παντοδυναμίας, καθώς οι επιβάτες οφείλουν να συντονίσουν την ζωή τους με αυτό. Οι μελέτες του Άουστερλιτς για την αρχιτεκτονική των σιδηροδρομικών σταθμών καταλήγουν κι αυτές σε συλλογισμούς σοφίας και θλίψης ή νέων αναζητήσεων καθώς, αναρωτιέται αν οι σχεδιαστές αυτών των τόπων έχουν σκεφτεί το βάσανο του αποχαιρετισμού και τον φόβο του ξένου.

Αλλά είναι η εξέλιξη των οχυρωματικών έργων που τον σαγηνεύει, καθώς με κάθε ευκαιρία διαπιστώνει πως όσο οχυρώνεται κανείς, άλλο τόσο βαθύτερα μπαίνει στην άμυνα. Ένα μικρό άρθρο για το οχυρό του Μπρέεντονκ τον οδηγεί στις πύλες του παράξενου κτίσματος που δεν φαίνεται να ακολουθεί κανένα αρχιτεκτονικό σχέδιο παρά κάποιο καρκινοειδές ον (ο συγγραφέας παραθέτει την κάτοψη για του λόγου το αληθέστατο). Η περιπλάνηση στον στοιχειωτικό χώρο, μεταξύ άλλων και πρώην ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, προκαλεί σειρά ανάλογων σκέψεων, που κάποτε διασταυρώνονται με τις εφιαλτικές μνήμες του Ζαν Αμερύ και κάποια λόγια του Κλωντ Σιμόν όταν κατερχόταν στην αποθήκη των αναμνήσεών του.

auster.

Θα έπρεπε μια φορά, είπε ακόμη, να φτιάξουμε έναν κατάλογο με τα οικοδομήματά μας καταχωρισμένα κατά μέγεθος, και τότε θα αντιλαμβανόμασταν αμέσως ότι τα κτίρια που βρίσκονται κάτω από το σύνηθες μέγεθος των οικιακών αρχιτεκτονημάτων – η καλύβα, το ερημητήριο, το σπιτάκι του φύλακα, το περίπτερο με θέα, το παιδικό σπίτι στον κήπο – μας υπόσχονται τουλάχιστον μια αναλαμπή ειρήνης, ενώ αντίθετα κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι του αρέσει ένα γιγαντιαίο κτίριο… Θα το θαύμαζε στην καλύτερη περίπτωση, και ο θαυμασμός αυτός είναι ακριβώς ο προάγγελος του τρόμου, γιατί γνωρίζουμε βέβαια ότι τα κτίρια τεραστίων διαστάσεων στέκουν εκ των προτέρων στη σκιά της καταστροφής τους και η σύλληψή τους εμπεριέχει εξαρχής τη βεβαιότητα ότι κάποτε θα μετατραπούν σε ερείπια.

Ο Άουστερλιτς δεν έχει καταγωγή. Όταν ήταν παιδί στερήθηκε πατρίδα, γλώσσα και όνομα και τώρα δεν μπορεί να αισθανθεί οικεία πουθενά και αναζητά απεγνωσμένα την ταυτότητα της καταγωγής του. Ήταν απλά ένας Εβραίος που έφτασε στην Ουαλία και μεγάλωσε σ’ ένα μικρό χωριό στο σπίτι ενός καλβινιστή ιεροκήρυκα και της γυναίκας του, η οποία καμιά φορά τριγύρναγε απλώς μέσα στο σπίτι για να ελέγξει αν ήταν όλα στη θέση τους, αμετακίνητα, όπως κατ’ αυτήν έπρεπε. Εκεί έζησε σιωπηλά και μοναχικά, σκυμμένος πάνω από μεγάλα λεξικά και άτλαντες.

w-g-sebald-3

Ποτέ δεν αισθάνθηκε, όπως ομολογεί, ότι ανήκει σε μια κοινωνική ή επαγγελματική τάξη ή σε ένα δόγμα. Νιώθει εξίσου άβολα ανάμεσα στους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους όσο και στην μικροαστική ζωή και αδυνατεί να συνάψει στενές φιλίες. Με τους ανθρώπους τον συνδέουν μόνο συγκεκριμένοι τύποι ευγένειας, τους οποίους τραβούσε στα άκρα, προτού απομακρυνθεί οριστικά. Στις αέναες ευρωπαϊκές περιπλανήσεις του ο Άουστερλιτς αναζητά την καταγωγή του, κι ας μην έχει συναντήσει ποτέ κανέναν με τέτοιο όνομα στους τηλεφωνικούς καταλόγους πόλεων και χωρών.

Ο χρόνος, είπε ο Άουστερλιτς μέσα στο αστεροσκοπείο του Γκρήνουιτς, είναι μακράν η πιο ψεύτικη απ’ όλες τις εφευρέσεις μας….αλλά κάποτε σ’ έναν σταθμό, θαυμάζοντας μια γυναίκα που λίμαρε απορροφημένη τα νύχια της, είπε φευγαλέα ότι ήταν η θέα του χρόνου που περνάει, όπως αργότερα κι αντίστροφα συνέχιζε να βλέπει μπροστά του την Αντέλα: όμορφη όπως ήταν τότε, έτσι αναλλοίωτη έχει μείνει πάντα για μένα. Σε κάποια άλλη στιγμή εξομολογείται στον συνομιλητή του ότι συνήθιζε να αποκλείει τον εαυτό του από τα λεγόμενα τρέχοντα γεγονότα, με την ελπίδα ότι ο χρόνος δεν θα περάσει, ότι θα μπορούσε να τρέξει πίσω του, ότι εκεί θα ήταν όλα όπως πριν, ότι όλες οι στιγμές του χρόνου υπάρχουν ταυτόχρονα, η μια δίπλα στην άλλη…

278

Όλοι εμείς, ακόμη κι αυτοί που πίστευαν ότι έχουν παρατηρήσει και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, αρκούμαστε σε κοινότοπες εκφράσεις, σαν τα έτοιμα σκηνικά που τα βλέπουμε ίδια κι απαράλλαχτα, σ’ ένα σωρό παραστάσεις. Προσπαθούμε να αναπαράγουμε την πραγματικότητα, όσο περισσότερο προσπαθούμε όμως τόσο πιο πολύ μας επιβάλλεται αυτό που ανέκαθεν βλέπαμε στο θέατρο της Ιστορίας: ο πεσών τυμπανιστής στρατιώτης να μαχαιρώνει άλλον στρατιώτη, το μάτι ενός αλόγου να σβήνει, ο άτρωτος αυτοκράτορας περιστοιχισμένος από τους στρατηγούς του, μέσα στην παγωμένη στο χρόνο αντάρα της μάχης. Η ενασχόλησή μας με την Ιστορία, ήταν, κατά την άποψη του Χίλαρυ, ενασχόληση με προκατασκευασμένες πάντοτε εικόνες, χαραγμένες στο βάθος του μυαλού μας, στις οποίες κολλάμε διαρκώς το βλέμμα μας, ενώ η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού, σ’ ένα «εκτός» που δεν το έχει ανακαλύψει άνθρωπος. [σ. 76 – 77]

theresien_

Το Άουστερλιτς είναι η ιστορία μιας ατέλειωτης περιπλάνησης στα ερείπια της Ευρώπης· σε μνημεία, εγκαταλελειμμένες και ερειπωμένες επαύλεις, νυχτερινά περίχωρα, σταθμούς. Είναι μια διήγηση μέσα στην διήγηση («είπε ο Άουστερλιτς», «έπιασε την αφήγηση ο Άουστερλιτς») για τους ξεριζωμένους και τους απάτριδες, μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διατηρηθεί η μνήμη και να μην χαθεί το παρελθόν. Είναι η ατέλειωτη εικονογραφία του συγγραφέα – το σμήνος των γλάρων που έχει μαζευτεί όπως πάντα στο γήπεδο ποδοσφαίρου έξω απ’ το Ίπσουιτς, οι μισοβουλιαγμένες βάρκες στα τενάγη του Κόλτσεστερ, οι μαυρισμένοι από το ντίζελ τοίχοι στα βιομηχανικά προάστια. Είναι, τέλος, η προσπάθεια της γλώσσας να δει με φωτογραφίες και να μιλήσει με λέξεις που πασχίζουν να τα εκφράσουν όλα αυτά.

SONY DSC

Αν θεωρήσουμε τη γλώσσα μια παλιά πόλη, με ένα λαβύρινθο από στενάκια και πλατείες, με συνοικίες που φτάνουν βαθιά πίσω στο χρόνο, με γκρεμισμένες, αναβαθμισμένες και ξαναχτισμένες γειτονιές και πιο απομακρυσμένα προάστια που όλο και εξαπλώνονται στα περίχωρα, τότε εγώ έμοιαζα με άνθρωπο που λόγω μιας μακρόχρονης απουσίας δεν μπορεί πια να βρει το δρόμο του σ’ αυτό το συνονθύλευμα, δεν ξέρει πια σε τι χρησιμεύει μια στάση λεωφορείου, τι είναι ακάλυπτος, διασταύρωση, λεωφόρος ή γέφυρα. Ολόκληρο το οικοδόμημα της γλώσσας, η συντακτική διάταξη των επιμέρους τμημάτων, η στίξη, οι σύνδεσμοι, ακόμα και τα ονόματα συνηθισμένων πραγμάτων, όλα ήταν τυλιγμένα σε μια αδιαπέραστη ομίχλη. […] Πίστευα διαρκώς ότι μια φράση είναι κάτι που υποθετικά μόνο έχει νήμα, στην καλύτερη περίπτωση προσωρινό, κάτι σαν απόφυση της ασχετοσύνης μας, με το οποίο, όπως μερικά φυτά και ζώα της θάλασσας με τα πλοκάμια τους, ψηλαφούμε το σκοτάδι που μας περιβάλλει. [σ. 129 – 130]

Εκδ. Άγρα, 2006, μτφ. από τα Γερμανικά Ιωάννα Μεϊτάνη, σελ. 306 [Austerlitz, 2000].

Oι εικόνες 3, 5 και 6 προέρχονται από το βιβλίο.

21
Ιον.
16

Kwame Anthony Appiah – Κοσμοπολιτισμός. Ηθική σε έναν κόσμο ξένων

Appiah_

Μπορεί να γραφτεί ένα ηθικό μανιφέστο για έναν πλανήτη που μοιραζόμαστε με περισσότερους από έξι δισεκατομμύρια ξένους; Τι σημαίνει να είναι κανείς πολίτης του κόσμου; Τι οφείλουμε στους ξένους δυνάμει της κοινής ανθρώπινης υπόστασής μας; Ποιες είναι οι ηθικές αρχές του κοσμοπολιτισμού, αυτής της μακραίωνης παράδοσης που απορρίπτει τον φυλετισμό και εθνικισμό για χάρη ενός ευρύτερου εναγκαλισμού της ανθρώπινης κοινότητας; Ο συγγραφέας, φιλόσοφος, θεωρητικός του πολιτισμού και μυθιστοριογράφος με ενδιαφέρον για την πολιτική και ηθική φιλοσοφία, την φιλοσοφία της γλώσσας και του νου και την αφρικανική πνευματική ιστορία, εκθέτει προβληματισμούς και προτάσεις, σε μια ενδιαφέρουσα σύνθεση αυτοβιογραφίας, ιστορίας, λογοτεχνίας και φιλοσοφίας.

Γιος Αφρικανού πατέρα και Αγγλίδας μητέρας, μεγαλωμένος στην Γκάνα και με σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Άπια θυμάται ττ τελευταίο μήνυμα που του άφησε ο πατέρας του στον ίδιο και τις αδελφές του: Να θυμάστε ότι είστε πολίτες του κόσμου. Άλλωστε ακόμα και στην πόλη Κουμάσι όπου μεγάλωσε, πρωτεύουσα της περιοχής Ασάντι της Γκάνας, ζούσαν αμέτρητοι «ξένοι»: λιβανέζικες και συριακές οικογένειες, μαρωνιτικές και μουσουλμανικές κοινότητες και πλείστοι Ευρωπαίοι – Έλληνες, Ούγγροι, Ιρλανδοί, Σκωτσέζοι, Άγγλοι επαγγελματίες. Και, όπως θυμάται, ποτέ του δεν αναρωτήθηκε γιατί ήρθαν από τόσο μακριά και γιατί δεν έφυγαν μετά την ανεξαρτησία της χώρας.

family-1969_

Στο διαρκώς περιπλανώμενο είδος μας, ο διαχωρισμός των κοινοτήτων και η απομόνωση συνιστούσαν πάντα παρέκκλιση. Η παρόρμηση να μεταναστεύουμε δεν είναι λιγότερο «φυσική» από την παρόρμηση να εγκατασταθούμε κάπου μόνιμα. Ταυτοχρόνως, οι περισσότεροι άνθρωποι που έμαθαν την γλώσσα και τα έθιμα άλλων τόπων δεν το έκαναν από απλή περιέργεια. Συνεπώς ο κοσμοπολιτισμός δεν πρέπει να θεωρείται υψηλό επίτευγμα. Αρχίζει με την απλή ιδέα ότι στην ανθρώπινη κοινότητα, όπως και στις εθνικές κοινότητες, είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε συνθήκες συνύπαρξης: της συνομιλίας με την παλαιότερη σημασία της, της συναναστροφής, της σύμπραξης.

Ο κάθε άνθρωπος για τον οποίο ξέρετε κάτι και τον οποίο μπορείτε να επηρεάσετε, γράφει ο συγγραφέας, είναι κάποιος απέναντι στον οποίο έχετε ευθύνες. Αυτή η άποψη είναι η ουσία της ίδιας της ηθικής. Επομένως η πρόσκληση είναι να πάρουμε το μυαλό και την καρδιά των ανθρώπων όπως διαμορφώθηκαν ζώντας σε τοπικές ομάδες επί πολλές χιλιετίες και να τα εφοδιάσουμε με ιδέες και θεσμούς που θα μας επιτρέπουν να ζούμε μαζί σαν μια παγκόσμια φυλή. Ο κοσμοπολίτης γνωρίζει ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και ότι μπορούμε να μάθουμε πολλά από τις διαφορές μας. Ούτε προσδοκά ούτε επιθυμεί να συγκλίνουν όλοι οι άνθρωποι ή όλες οι κοινωνίες σε έναν ενιαίο τρόπο ζωής.

Virginia Wolf

Η Βιρτζίνια Γουλφ προέτρεπε σε «ελευθερία από μη πραγματικούς δεσμούς πίστης και αφοσίωσης» – έθνος, φύλο, σχολείο, γειτονιά και ούτε καθεξής. Στο ίδιο πνεύμα, ο Λέων Τολστόι καταφερόταν εναντίον της «ηλιθιότητας» και του πατριωτισμού. Να καταστρέψουμε τον πόλεμο, να καταστρέψουμε τον πατριωτισμό, έγραφε σε ένα δοκίμιο του 1896. Παρομοίως, μερικοί σύγχρονοι φιλόσοφοι υποστηρίζουν ότι τα σύνορα των εθνών δεν είναι παρά ατυχήματα της ιστορίας, χωρίς δίκαιη αξίωση στη συνείδησή μας. Ο συγγραφέας διατρέχει την συναρπαστική ιστορία του ταξιδιώτη σερ Ρίτσαρντ Φράνσις Μπέρτον, που γοητευόταν από το ευρύ φάσμα των ανθρώπινων επινοήσεων και την ποικιλία των τρόπων ζωής και σκέψης.

Sir Richard Burton_

Ο Μπέρτον κατάφερε να βλέπει τον κόσμο μέσα από αντιλήψεις διαφορετικές από εκείνες με τις οποίες είχε ανατραφεί· όμως επανειλημμένα στα γραπτά του προσπερνά ευκαιρίες στις οποίες θα μπορούσε ναπαρέμβει για να μειώσει τα ανθρώπινα δεινά, που απλώς καταγράφει. Επομένως η περίπτωσή του αποκρούει την άποψη εκείνων που φαντάζονται ότι οι προκαταλήψεις οφείλονται μόνο στην άγνοια, ότι η οικειότητα τρέφει την φιλία. Κάποιος μπορεί να γνωρίζει τον τρόπο ζωής άλλων κοινωνιών χωρίς να τον εγκρίνει και να τον υιοθετεί. Όμως το συμπέρασμά του μετά την μακροχρόνια επαφή με φιλοσοφίες και έθιμα πολλών ανθρώπων είναι το εξής: θα βρείτε κομμάτια αλήθειας μαζί με πολλά λάθη παντού και δεν θα βρείτε πουθενά ολόκληρη την αλήθεια. Το μεγαλύτερο λάθος είναι να πιστεύουμε ότι το δικό μας θραύσμα του καθρέφτη μπορεί να αντικατοπτρίζει το όλον.

Ο συγγραφέας εκκινεί από αντίστροφες θέσεις από εκείνες που θα περιμέναμε, καταρρίπτει αξίες, υποδεικνύει πολλά από τα συνήθη μας επιχειρήματα καλών προθέσεων, καταδεικνύει αντιφάσεις, συχνά εντοπίζει το λανθασμένο σκεπτικό στις δίκαιες αντιλήψεις. Η γραφή του είναι απλή και εύληπτη αλλά απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για να τον ακολουθήσει κανείς στις δαιδαλώδεις, τεθλασμένες συνδέσεις. Αφιερώνει πολλές σελίδες στο κρίσιμο θέμα του σκεπτικισμού σχετικά με την παρέμβαση στις άλλες κοινωνίες, καθώς πολλοί αντιμετωπίζουν με δυσπιστία την οικουμενική ηθική και μας παροτρύνουν να μην παρεμβαίνουμε στη ζωή άλλων κοινωνιών. Αναρωτιέται τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται πως απειλείται η ταυτότητά τους και ανατέμνει την δυσκολία της Δύσης να δεχτεί ότι πλείστα θέσφατά της είναι απλώς αντιλήψεις και όχι αυταπόδεικτες αλήθειες.

Kwame_Anthony_Appiah_by_David_Shankbone_

Υπάρχουν πάντα και οι σκοτεινές πλευρές του οικουμενισμού. Το στοιχείο που χαρακτηρίζει τους νεοφονταμενταλιστές, βίαιους και μη, είναι ότι εκφράζουν μια οικουμενική ηθική, η οποία αντιστρέφει την εικόνα του κοσμοπολιτισμού. Οικουμενικότητα χωρίς ανεκτικότητα ισοδυναμεί με φόνο και η θλιβερή ιστορία των ευρωπαϊκών χριστιανικών πολέμων το επιβεβαιώνει. Η επιμονή στο όραμα μιας οικουμενικής αλήθειας μπορεί να οδηγήσειτον κόσμο ξανά στην αιματοχυσία. Οι δεξιοί χριστιανοί τρομοκράτες των ΗΠΑ ξεχνούν την βασική τους ομοιότητα με τους τζιχαντιστές: και γι’ αυτούς υπάρχει μόνο ένας σωστός τρόπος ζωής.

Οι οικουμενισμοί στο όνομα της θρησκείας δεν είναι οι μόνοι που αντιστρέφουν το κοσμοπολίτικο πιστεύω. Στο όνομα μιας οικουμενικής ανθρωπότητας μπορεί το ίδιο εύκολα να γίνει κανείς το είδος μαρξιστή, όπως ο Μάο ή ο Πολ Ποτ, που θέλει να ξεριζώσει όλες τις θρησκείες, όσο κι ο Μέγας Ιεροεξεταστής, ο οποίος επιβλέπει μια θανάτωση στην πυρά. Για τους αντικοσμοπολίτες η οικουμενικότητα καταλήγει στην ομοιομορφία.

~~

Όταν μιλούμε για αξίες, τονίζει ο συγγραφέας, στην πραγματικότητα μιλούμε για ορισμένες από τις επιθυμίες μας· είναι πράγματα που θέλουμε να τα θέλουν οι πάντες. Και μας υπενθυμίζει κάτι αυτονόητο που επιμένουμε να ξεχνάμε: ότι οι αξίες ενός πολιτισμού κληρονομούνται από γενιά σε γενιά και πως αν είχαμε κι εμείς ανατραφεί με ανάλογες πεποιθήσεις και είχαμε ζήσει παρόμοιες εμπειρίες θα τις πιστεύαμε κι εμείς. Εκείνο που δικαιώνεται διαρκώς στις λαμπρές σελίδες της δημόσιας και ιδιωτικής Ιστορίας είναι ακριβώς η αναγνώριση ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και μπορούμε να μαθαίνουμε από τις διαφορές μας.

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2015, μτφ. Ελένη Αστερίου, [Cosmopolitanism. Ethics in a world of strangers, 2006]. Περιλαμβάνεται εντεκασέλιδο ευρετήριο.

Στις εικόνες, μια διπολιτισμική οικογένεια (η δική του) σε έναν πολυπολιτισμικό τόπο (1969), Virginia Wolf, Sir Richard Francis Burton, ο συγγραφέας και η απαγόρευση με την αντίσταση ταυτόχρονα, σε μια φωτογραφία. Εδώ η ιστοσελίδα του.

20
Ιον.
16

Τζακ Κέρουακ – Οι αλήτες του Ντάρμα

Kerouac cover

Ξέρεις, όταν ήμουν μικρό παιδί στο Όρεγκον, δεν ένιωθα καθόλου αμερικάνος με όλα αυτά τα ιδεώδη των προαστίων, τη σεξουαλική καταπίεση, τη γενική πληκτική γκρίζα λογοκρισία όλων των αληθινά ανθρώπινων αξιών δια μέσου του τύπου αλλά και αφού ανακάλυψα το Βουδισμό και όλα τα παρόμοια, ξαφνικά ένιωσα ότι είχα ζήσει μια προηγούμενη ζωή αμέτρητα χρόνια πριν και τώρα εξαιτίας λαθών και παραπτωμάτων εκείνης της ζωής, είχα υποβιβαστεί σε ένα πιο οδυνηρό επίπεδο ύπαρξης και το κάρμα μου ήταν να γεννηθώ στην Αμερική, όπου κανένας δε διασκεδάζει ή δεν πιστεύει σε κάτι, κυρίως στην ελευθερία… [σ. 49]

«Καταμεσήμερο μιας μέρας, στα τέλη Σεπτέμβρη του ’55, πήδηξα σ’ ένα εμπορικό τρένο έξω από το Λος Άντζελες, κατευθύνθηκα στην πλατφόρμα του, ξάπλωσα σταυροπόδι με τον πάνινο σάκο μου προσκεφάλι, παρατηρώντας τα σύννεφα, καθώς τσουλούσαμε βόρεια για τη Σάντα Μπάρμπαρα…», άλλη μια ιδανική αρχή ενός βιβλίου περιπλάνησης, ενός ακόμα βιβλίου του Τζακ Κέρουακ, που δεν σταματούσε να γράφει χιλιόμετρα λέξεων, για να παραβγεί τα μίλια των διαδρομών που διάνυσε πάντα ανήσυχος και αεικίνητος.

Kerouac

Είναι θέμα χρόνου ένας ακόμα λαθρεπιβάτης να πηδήξει κι ένας αλήτης κι ο καθένας να πιάσει την γωνιά του. Ο συγγραφέας του προσφέρει το γεύμα του αλλά ήδη μας εξομολογείται μια μεγάλη του αλλαγή. Κάποτε πίστευε πραγματικά στην σημασία της ελεημοσύνης, της ουδέτερης ηρεμίας και της σοφίας· ήταν ένας «παλιομοδίτης ερημίτης με μοντέρνα ρούχα» που γύριζε τον κόσμο, ή έστω το τρίγωνο Νέα Υόρκη – Σαν Φραντσίσκο – Μέξικο Σίτι, για να βάλει σε κίνηση το Ντάρμα ή ό,τι περιλάμβανε ο βουδιστικός αυτός όρος για την σοφία και την αλήθεια. Μα τώρα είναι κουρασμένος και κυνικός, τώρα αισθάνεται γέρος και ουδέτερος· κι αυτό θα είναι το πρώτο δίπολο του βιβλίου: ένας διχασμός ανάμεσα στην αποδοχή των αξιών που κίνησαν την ζωή του και στην απομυθοποίησή τους.

– Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ήσουνα σπίτι σου; – Νομίζω πιο πολλά απ’ όσα νοιάζομαι να μετρήσω. Σε μια από τις ελάχιστες στιχομυθίες τους επιβιώνει το πνεύμα της περιπλάνησης κι όταν σύντομα πηδάει από το τραίνο, τον περιμένει η πρώτη του νύχτα στην παραλία, «μια από τις πιο ευχάριστες νύχτες της ζωής του», «ολομόναχος και ελεύθερος στην απαλή άμμο κοντά στον αναστεναγμό της θάλασσας». Είναι ο ίδιος ενθουσιασμός που τον συντροφεύει στο Μπέρκλεϊ, όπου συγκατοικεί σε μια μικρή καλύβα του στην πίσω αυλή ενός μεγαλύτερου σπιτιού  [με τον Άλβα Γκόλντμπουκ, δηλαδή τον Άλεν Γκίνσμπεργκ], κοιμάται ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων, από Κάτουλο μέχρι Πάουντ και χαίρεται τις δροσερές αστροφώτιστες οκτωβριάτικες νύχτες της Καλιφόρνια, τις ασυναγώνιστες σε όλο τον κόσμο.

jack-kerouac-chris-kruse

Οι αλήτες του Ντάρμα είναι ένα ακόμα ημιαυτοβιογραφικό γραπτό, βασισμένο σε γεγονότα που συνέβησαν μετά τα γεγονότα του On the Road, και αυτό με αφηγητή μια πλευρά του συγγραφέα, που βαφτίζεται Ray Smith, ενώ ο έτερος βασικός χαρακτήρας, του Japhy Ryder, είναι βασισμένος στον συγγραφέα Gary Snyder. Και σύμφωνα με τον Σμιθ, ο αυθεντικός αλήτης Ντάρμα είναι ο Ράιντερ, που έχει βούτηξει στα κείμενα της ινδιάνικης μυθολογίας και στις ανατολικές σπουδές, έχει ανακαλύψει τους Παράφρονες Ζεν της Κίνας και της Ιαπωνίας και τώρα πάει να τα κάνει όλα πράξη· αυτός υπήρξε άλλωστε μια βασική επιρροή του Κέρουακ προς μια ζωή απλούστερη, σχεδόν απογυμνωμένη από όλα τα περιττά.

dharma-bums-cover_

Στις ατέλειωτες συζητήσεις τους δυσπιστούν σε οποιαδήποτε φιλοσοφία ή κοινωνικό σύστημα που περιφρονεί το σεξ, συνεπώς είναι θέμα χρόνου να βρεθεί στον δρόμο τους ένα ξανθό κορίτσι με λαστιχένιες μπότες και θιβετιανό πανωφόρι που τους ζητάει να έρθει μαζί τους. Η σύντροφος πριγκίπισσα βιώνει ελεύθερα την λαγνεία της συμβιώνοντας με τον Ράιντερ, για να ψελλίσει ο συγγραφέας το περίφημο τα όμορφα κορίτσια φτιάχνουν τάφους. Αλλά οι φίλοι βιώνουν μια δυαδικότητα εκκωφαντική σε θόρυβο και σιωπή αντίστοιχα: αφενός μοιράζονται μια ξεσαλωμένη αστική ζωή, αναζητώντας την ουσία στις ουσίες και βουδιστικές «ταξιδευτικές» τελετές, την ζωντανή ζωή σε ατέλειωτα μεθυσμένα πάρτι και τζαζ κλαμπ, την περιπλάνηση στα τυχαία ωτοστόπ, την φύση στην ορειβασία· αφετέρου εμμένουν σε μια βαθιά, συχνά απεγνωσμένη αναζήτηση στα εσώτερα, ώστε να δοθεί ένα νόημα στις εμπειρίες, ένα περιεχόμενο σε όλα αυτά.

jack2_

Για άλλη μια φορά ο Κέρουακ, για πολλούς υπερεκτιμημένος, για άλλους τόσους υποτιμημένος, γράφει με την γνώριμη αυθόρμητη και κουβεντιαστή γλώσσα του, που όμως είχε εμπνευστεί από τους συλλαβισμούς και τα λαρυγγίσματα της τζαζ και τους υπόκωφους ρυθμούς της αναπνοής, δημιουργώντας μια γραμμένη μποπ προσωδία. Και γράφει πάντα για την ζωή του, εκφράζοντας το άρρηκτο δέσιμο του συγγραφέα με το έργο του. Περιγράφει σιωπές και συζητήσεις, συντροφιές με πολλούς φίλους και συγγραφείς (στους οποίους δίνει ψευδώνυμα αλλά οι σχετικοί κατάλογοι αντιστοιχιών βρίσκονται παντού στο διαδίκτυο), διαλογισμούς και παραισθήσεις.

Kerouac 2

Το Dharma Bums υπήρξε ένα από τα βιβλία που επηρέασαν ιδιαίτερα το ψυχεδελικό και χίπικο κίνημα, αποτελώντας  ένα από τα γραπτά του σημεία αναφοράς. Ο αφηγητής έχει εξαρχής απορρίψει τις απάτες του Αμερικανικού Ονείρου,  αδυνατεί να γίνει κατανοητός από την οικογένειά του, κρίνεται ως άεργος και ανερμάτιστος, επιστρέφει στην διπλή ζωή της αναζήτησης αλλά κουράζεται κι από τις συνεχείς έξαλλες συνευρέσεις των διασκεδαστών στις ερημιτικές καλύβες. Στο τέλος ορειβατεί στα βουνά της Καλιφόρνια, τάσσεται προστάτης της φύσης, ξεκινάει ένα ακόμα ταξίδι ή απλώς συνεχίζει εκείνο που δεν τελείωσε ποτέ. Το πνεύμα της περιπλάνησης παραμένει ζωντανό ακριβώς σε τέτοιες σελίδες, παρά τις κορυφές που παραμένουν μακρινές, όπως περιέγραψε σε δυο από τις συμπάσχουσες φράσεις του: Finding Nirvana is like locating silence. Κι ακόμα, One day I will find the right words, and they will be simple.

Dharma Bum

Εκδ. Αίολος, Β΄ έκδ. 2002 [Α΄ έκδ: 1986], εισαγωγή – μετάφραση Εύη Παπά, σελ. 286 [Jack Keruac, The Dharma Bums, 1958]

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 209, με τίτλο The house that Jack Kerouac didn’t built κι έμπνευση (όχι) από εδώ.

18
Ιον.
16

Οκτάβιο Πας – Ο λαβύρινθος της μοναξιάς

Paz cover

Η γυναίκα, ένα ακόμα ον που ζει στο περιθώριο, αποτελεί κι αυτή αινιγματική μορφή. Ή μάλλον αποτελεί το Αίνιγμα. Κι αυτή, όπως κι ο αλλόφυλος ή ο αλλόεθνος, προκαλεί και απωθεί. Είναι η εικόνα της γονιμότητας αλλά ταυτόχρονα και του θανάτου. Σε όλους σχεδόν τους πολιτισμούς οι θεές της δημιουργίας είναι ταυτόχρονα και θεές της καταστροφής.[…] Τι σκέφτεται.; Σκέφτεται άραγε; Αισθάνεται πραγματικά; Είναι ίδια με μας; Ο σαδισμός ξεκινάει ως εκδίκηση απέναντι στον γυναικείο ερμητισμό ή ως απελπισμένη απόπειρα να λάβουμε κάποια απάντηση από ένα σώμα… Γιατί, όπως λέει ο Λουίς Θερνούδα, «ο πόθος είναι ένα ερώτημα δίχως απάντηση». Παρά τη γύμνια της, πάντα υπάρχει κάτι να ανακαλύψεις στις στρογγυλές, γεμάτες καμπύλες μιας γυναίκας. [σ. 93]….

paz 1_

…γράφει ο Οκτάβιο Πας στο κείμενό του «Τα παιδιά της Μαλίντσε», τρίτο κατά σειρά στην συλλογή δοκιμίων Ο Λαβύρινθος της Μοναξιάς (1950), που υπήρξε το πρώτο του δοκιμιακό έργο και αποτέλεσε μια βαθιά ψυχολογική τομή του χαρακτήρα του μεξικανικού λαού. Μέσα από μια φιλοσοφία του μεξικανισμού ο συγγραφέας επεδίωκε να πείσει τον λαό για την μοναδικότητά του. Δεν μπορεί κανείς να έχει ζωντανό παρόν έχοντας πίσω του ένα νεκρό παρελθόν. Οφείλει να αποκτήσει συνείδηση της ιστορικής του συνέχειας, να αποδεχτεί μια πραγματικότητα που, ακόμα και αποτελεί προϊόν «βιασμού» ενός πολιτισμού από κάποιον άλλο είναι σήμερα η δική του πολιτιστικά πλούσια πραγματικότητα. Ο Πας υποστήριζε ότι οι Μεξικανοί ψεύδονται από φαντασία, από απελπισία ή για ν’ αντιμετωπίσουν την άθλια ζωή τους, ενώ οι Βορειοαμερικανοί υποκαθιστούν την πραγματική αλήθεια με μια κατά συνθήκην αλήθεια. Εμείς μεθάμε για να εξομολογηθούμε, εκείνοι για να ξεχάσουν.Paz 3

Στο πρώτο κείμενο, Ο πατσούκο και άλλες ακραίες περιπτώσεις, ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω σε όσα ο ίδιος έβλεπε ως ταξιδιώτης στο Λος Άντζελες, όπου ζούσαν ένα εκατομμύριο Μεξικανοί. Η μεξικανοσύνη –  η αγάπη για τα στολίδια, η ατημελησία και η ευθυμία, το πάθος και η επιφυλακτικότητα – πλανάται στον αέρα, αλλά δεν αναμιγνύεται, ούτε συγχωνεύεται με τον υπόλοιπο αμερικανικό κόσμο της ακρίβειας και της αποτελεσματικότητας.  Ο Μεξικανοί που συναντάς στον δρόμο παρ’ ότι ζουν εκεί χρόνια, φορούν τα ίδια ρούχα και μιλούν την ίδια γλώσσα, εξακολουθούν να ντρέπονται για την καταγωγή τους. Ξεχωρίζουν από το ένοχο και ανήσυχο ύφος του ανθρώπου που μεταμφιέζεται, που φοβάται ότι η ματιά του άλλου μπορεί να τον ξεγυμνώσει.

Mexico_A

Οι Πατσούκο, συμμορίες νεαρών μεξικανικής κατά κανόνα καταγωγής, επαναστατημένοι από ένστικτο, έχουν επανειλημμένα προκαλέσει εναντίον τους τον αμερικανικό ρατσισμό. Ωστόσο δεν διεκδικούν ούτε την φυλετική ούτε την εθνική καταγωγή των προγόνων τους· απλώς επιλέγουν να είναι διαφορετικοί από τους γύρω τους. Ο πατσούκο δεν επιθυμεί να επιστρέψει στις μεξικανικές ρίζες του, ούτε να ενστερνιστεί τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Το ίδιο του το όνομα δεν λέει τίποτα και τα  λέει όλα· είναι μια λέξη αβέβαιης προέλευσης, φορτισμένη με πληθώρα εννοιών όπως κάθε λαϊκό δημιούργημα. Ανίκανος να αφομοιώσει ένα πολιτισμό, που εξάλλου τον απορρίπτει, δεν έχει άλλο τρόπο να αντιμετωπίσει το εχθρικό προς αυτόν περιβάλλον από την απελπισμένη προβολή της προσωπικότητάς του. Καθώς έχει απολέσει κάθε πολιτιστική κληρονομιά (γλώσσα, θρησκεία, έθιμα, δοξασίες), το μόνο που του έχει απομείνει είναι σώμα και ψυχή ανοχύρωτα μπροστά στα βλέμματα των άλλων. Η μεταμφίεσή του τον προστατεύει και ταυτόχρονα τον διαχωρίζει και τον απομονώνει.

Morelos_

Στα Μεξικανικά προσωπεία ο Πας εστιάζει πρώτα στην στάση απέναντι στο ανθρώπινο σώμα: οι Αμερικανοί το αντιμετωπίζουν με φόβο, ενώ οι Μεξικανοί δεν φοβούνται ούτε ντρέπονται, παρά το βιώνουν με φυσικότητα και πληρότητα. Δεν πρόκειται για φορεσιά όπου χώνονται, ούτε για κάτι ξένο. Ίσως γι’ αυτό οι ματιές των άλλων τους τρομάζουν, γιατί το σώμα δεν καλύπτει τον εσωτερικό τους κόσμο παρά τον ξεσκεπάζει. Ο Μεξικανός υπερβάλλει στην απόκρυψη του πάθους και του εαυτού του. Φοβούμενος την ματιά του άλλου, συρρικνώνεται, ζαρώνει· δεν περπατάει αλλά γλιστράει· δεν απαντάει παρά γρυλίζει.

Η προσποίηση στις πιο ακραίες μορφές της, εγγίζει τον χαμαιλεοντισμό. Ο Ινδιάνος γίνεται ένα με το τοπίο, γίνεται ένα με τον λευκό τοίχο όπου ακουμπάει το γιόμα για να ξαποστάσει, με την αμαυρή γη όπου ξαπλώνει το καταμεσήμερο, γίνεται ένα με τη σιωπή που τον τυλίγει. Κρύβει τόσο την ανθρώπινη ιδιότητά του που καταλήγει να την καταργήσει. Γίνεται πέτρα, πιρού [περουβιανό δέντρο], τοίχος, σιωπή: χώρος. Δεν θέλω να πω ότι γίνεται, πανθεϊστικά, κοινωνός των πάντων, ούτε ότι σ’ ένα δέντρο συλλαμβάνει όλα τα δέντρα, αλλά ότι πράγματι, με έναν τρόπο συγκεκριμένο και ιδιαίτερο, συγχέεται μ’ ένα ορισμένο αντικείμενο. [σ. 63]

catrina_print

Δεν υπήρχε περίπτωση βέβαια ο Πας να μην αφιερώσει γραπτά στην ημέρα Των Αγίων Πάντων, μέρα των ψυχών. Ο μοναχικός Μεξικανός αρέσκεται στις γιορτές και τις δημόσιες συγκεντρώσεις· το καθετί μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία σύναξης. Η τέχνη της Γιορτής έχει διατηρηθεί αναλλοίωτη σε αυτόν τον τελετουργικό λαό. Κάθε χρόνο στις 15 Σεπτεμβρίου, στις 11 τη νύχτα, σ’ όλες τις πλατείες του Μεξικού γιορτάζεται η επέτειος της Κραυγής: το ξαναμμένο πλήθος κραυγάζει επί μία ώρα, ίσως για να σιωπήσει καλύτερα την υπόλοιπη χρονιά. Πρόκειται για την Κραυγή της Δολόρες, Επέτειο της Μεξικανικής Ανεξαρτησίας, όπου και η εξέγερση του κληρικού Μιγέλ Ιδάλγο κατά των Ισπανών στην πόλη Δολόρες, το 1810, με την κραυγή Θάνατος στους σπινουφόρους. 

DSC04041

Στις γιορτές αυτές ο χρόνος παύει να’ ναι διαδοχή και ξαναγίνεται αυτό που ήταν αρχικά και που εξακολουθεί να είναι: παρόν, όπου παρελθόν και μέλλον επιτέλους συμφιλιώνονται. Στις μεγάλες επετείους στο Παρίσι ή στη Νέα Υόρκη, είναι χαρακτηριστική η απουσία του «λαού». Βλέπεις ζευγάρια και ομάδες, ποτέ όμως μια ζωντανή κοινότητα μέσα στην οποία το άτομο χάνεται και ταυτόχρονα λυτρώνεται. Οι γιορτές αποτελούν την μόνο πολυτέλεια του Μεξικανού – υποκαθιστούν το θέατρο και τις διακοπές, τα πάρτυ των Αγγλοσαξόνων, τις δεξιώσεις των αστών, τα καφενεία των Μεσογειακών. Σ’ αυτές τις τελετές ο Μεξικανός ανοίγεται στον έξω κόσμο, αποφορτίζει την ψυχή του, εξεγείρεται με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Αν στην καθημερινή μας ζωή κρυβόμαστε απ’ τον εαυτό μας, στη δίνη της γιορτής βγαίνουμε απ’ αυτόν και αποκαλυπτόμαστε.

Paz 5

Για τους αρχαίους Μεξικανούς η αντίθεση μεταξύ ζωής και θανάτου δεν ήταν τόσο απόλυτη όσο είναι για μας, γράφει ο Πας. Η ζωή προεκτεινόταν «μέσα» στον θάνατο. Και αντίστροφα ο θάνατος δεν αποτελούσε το φυσικό τέλος της ζωής, αλλά μια φάση ενός ατέρμονος κύκλου, όπου ζωή, θάνατος κι ανάσταση αποτελούσαν στάδια μιας αενάως επαναλαμβανόμενης συμπαντικής διαδικασίας. Στον σύγχρονο κόσμο τα πάντα λειτουργούν λες και δεν υπάρχει θάνατος. Κανείς δεν τον υπολογίζει, τα πάντα των καταργούν: οι πολιτικοί λόγοι, οι διαφημίσεις, τα έθιμα, η φαρμακεία και τα αθλητικά γήπεδα. Είναι μια λέξη που ο Δυτικός δεν τολμά να προφέρει γιατί του καίει τα χείλη. Ο Μεξικανός, αντίθετα, την συναναστρέφεται την λέξη, την γιορτάζει, την περιγελά. Κάποτε τον κοιτάζει κατάματα, υποτιμητικά ή ειρωνικά.

Paz 6

Κοσμοπολίτης του πνεύματος, ο Οκτάβιο Πας δεν θα γνωρίσει σύνορα ούτε στην πνευματική του πορεία ούτε στην περιπλάνησή του ανά τον κόσμο. Σημαντικό σταθμό στην ζωή του θα αποτελέσει η συμμετοχή του στο Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων το 1937, ενώ θα διατηρήσει στενούς δεσμούς με την Ισπανία και θα υποστηρίξει τους Ισπανούς εξόριστους του φρανκικού καθεστώτος στο Μεξικό. Χάρη στην διπλωματική του σταδιοδρομία θα γνωρίσει τους πολιτισμούς της Ινδίας και της Ιαπωνίας και θα σπάσει τους ιδεολογικούς φραγμούς της δυτικής του κουλτούρας. Θα αντιμετωπίσει την αρνητική στάση της αριστερής διανόησης της χώρας του λόγω της κριτικής που θα ασκήσει επανειλημμένα στο κομμουνιστικό κίνημα και της αντίθεσή τους προς τον υπαρκτό σοσιαλισμό

Το έργο του Πας, όπως γράφει η μεταφράστρια στο εισαγωγικό της σημείωμα, είναι αναρχικά λατινοαμερικάνικο· άλλωστε η Λατινική Αμερική είναι η λιγότερο καρτεσιανή ήπειρος. Οι Λατινοαμερικάνοι δεν γνωρίζουν τι θα πει ορθολογισμός και παραδίδονται στο ρεύμα των αισθήσεων. Η γλώσσα του έχει δυο πλευρές: η ποίησή του αφήνεται στην αναρχική πορεία των λέξεων και τον διαρκή πειραματισμό, ενώ στα δοκίμιά του ο λόγος είναι υποταγμένος.

paz 2

Τα τρία τελευταία κείμενα τιτλοφορούνται Κατάκτηση και Αποικιοκρατία, Από την Ανεξαρτησία στην Επανάσταση, Η μεξικανική «διανόηση ενώ ως παράρτημα δημοσιεύεται το εκτενές δοκίμιο Η διαλεκτική της μοναξιάς. Μετά τον Λαβύρινθο ο συγγραφέας θα αρχίσει την ατέρμονη πορεία του ανά τον κόσμο, θα γνωρίσει πολιτισμούς, θα δοκιμάσει λογοτεχνικά ρεύματα, θα καλλιεργήσει διαφορετικά είδη γραφής. Ο Λαβύρινθος θα παραμείνει όμως το κλασικό του έργο.

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2012, Β΄ έκδοση διορθωμένη [Α΄ έκδ: 1995], εισαγωγικό σημείωμα, μετάφραση, σημειώσεις Ντιάνα Μπόμπολου, επίμετρο Βίκτωρ Ιβάνοβις, σελ. 335 [Octavio Paz, El laberinto de la soledad, 1950]. Περιλαμβάνει 117 σημειώσεις και επίμετρο με βιβλιογραφικές παραπομπές.

12
Ιον.
16

Τζακ Κέρουακ – Μπιγκ Σερ

Big Sur

Έξω από τον δρόμο

Κι όμως μερικές φορές υπάρχει κάποιο απαίσιο παρανοϊκό στοιχείο στον οργασμό που απελευθερώνει έξαφνα όχι γλυκιά τρυφερή συμπόνια μα κάποιο συμβολικό φαρμάκι που σκίζει το κορμί στα δυο – ….[σ. 227]

Θυμόμαστε τον Κέρουακ Στον Δρόμο, πάντα πιστοί στην εικόνα που θέλουμε να διατηρούμε για τον εκάστοτε μυθοποιημένο συγγραφέα. Αλλά τι συνέβη όταν κάποτε οι λογαριασμοί του με τις αχανείς διαδρομές έκλεισαν; Το καλοκαίρι του 1961 επέστρεψε στην Φλόριντα, όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του και αδιάφορος για την χώρα του και τις όποιες νέες εξερευνήσεις κατέφυγε για άλλη μια φορά στο ποτό. Ούτε το γράψιμο δεν λειτουργούσε, παρά μόνο λίγους μήνες μετά, όταν πήρε μια ποσότητα μπενζεντρίνης και χύμηξε στην γραφομηχανή του· μετά από δέκα μέρες είχε γράψει το Big Sur.

jack kerouac 1

Μετά το On the Road ο συγγραφέας βρέθηκε σε μια δίνη φήμης, προσοχής και φυσικά νέων απαιτήσεων. Επί τρία χρόνια ανεχόταν ατέλειωτα τηλεφωνήματα, αλληλογραφία, επισκέπτες, δημοσιογράφους, εφήβους που πηδούσαν τον φράχτη και πάσης φύσεως αδιάκριτους και αισθανόταν «περικυκλωμένος κι εκμηδενισμένος» – έπρεπε να φύγω να βρεθώ ξανά στη μοναξιά μου ή να πεθάνω. Αυτά γράφει ο Jack Duluoz αφηγητής και προφανές alter ego του, ένας δημοφιλής, «επιτυχημένος» συγγραφέας. Κι έρχεται ο φίλος του Λορένζο Μονσάντο (που δεν είναι άλλος από τον Λώρενς Φερλινγκέτι) που διατηρούσε μια καλύβα στα δάση του Μπιγκ Σερ, να του δώσει μια έσχατη δυνατότητα διαφυγής: να φύγει κρυφά με το αυτοκίνητο και να μείνει εκεί μόνος και ανενόχλητος για έξι βδομάδας.

Προς στιγμή το σχέδιο σκαλώνει: καθώς οι καμπάνες της εκκλησίας παίζουν ένα θλιμμένο ανεμόδαρτο «Καθλίν» στις φτωχογειτονιές ο συγγραφέας εμφανίζεται στο βιβλιοπωλείο του φίλου του στο City Lights όπου τον αναγνώρισαν οι πάντες και τελικά άρχισε να περιφέρεται σε όλα τα διάσημα μπαρ και να κερνάει ποτά όλον τον κόσμο. Προτού χαραμιστεί οριστικά η μυστική επιστροφή του στο Σαν Φρανσίσκο κάποτε καταφέρει να φύγει με το τρένο Καλιφόρνια Ζέφυρος. Και τα τρία μερόνυχτα στο κουπέ είναι ευτυχή: όλα μοιάζουν όλα τόσο εύκολα μετά τα παλιά σκληρά οτοστόπ. Ο ήρωας έχει μεγαλώσει.

jack_kerouac_

Όταν πια μόνος συνεχίζει την πορεία του προς το δάσος του Φρίσκο οι περιγραφές της φύσης και όλων όσων εμπνέει κατακλύζει πολλές από τις επόμενες σελίδες. Κι εδώ υπήρξε η πρώτη επιφύλαξη όσων έχουν διαβάσει το βιβλίο, για το αν όλες αυτές οι γραμμένες εικόνες είναι δυνατόν να αναπαρασταθούν σε μια κινηματογραφική ταινία, όπως η πρόσφατη απόπειρα του Michael Polish. Οι ενδελεχείς αυτές περιγραφές της φύσης μαρτυρούν την αρχική του ευδαιμονία. Στέκεται έκθαμβος στις εικόνες, καταγράφει τα λόγια της θάλασσας, περιγράφει τις καθημερινές ασχολίες, τις χαρές και τα προβλήματα του ερημίτη, τις ξεχασμένες τους διαβολικούς θορύβους, το μουσκεμένο σλίπινγκ μπαγκ (συχνά είναι σα να διαβάζεις περιπέτειες κατασκηνωτών), ξαναθυμάται την παιδική ηλικία της απλότητας του να είσαι ευτυχισμένος μες στα δάση «και να μην υποτάσσεσαι στις ιδέες κανενός».

big-sur-film

Χάθηκα όπως τα τελευταία τρία χρόνια απελπισίας όλο μεθύσια, μιας απελπισίας σωματικής πνευματικής και μεταφυσικής που δε σου τη μαθαίνουν στο σχολείο άσχετα με πόσα βιβλία έχεις διαβάσει για τον υπαρξισμό ή τον πεσιμισμό ή πόσες κανάτες Αγιαχουάσκα έχεις πιει που σου δημιουργούν οράματα ή πόσο Μεσκαλίνη έχεις πάρει ή με πόσα Πεγιότ έχεις ζαβλακωθεί. [σ. 19]. Στα νηφάλιά του καθαρίζει το μυαλό του με αρκετή τέτοια ειρωνεία. Αλλά ο αφηγητής είναι ο ίδιος ο Κέρουακ κι εκείνος δεν ενδιαφερόταν παρά να συνεχίσει να αναλώνεται σε όλα όσα περιείχε ο beat τρόπος ζωής: αλκοόλ, ναρκωτικά, μουσική, σεξ, γράψιμο, με ανακατεμένη την σειρά. Η ζωή του σκοτείνιαζε, οι επιπτώσεις ήταν άμεσες. Είναι το ίδιο αλκοόλ που τον ενεργοποιούσε να γράφει πάντα στα όρια μεταξύ νηφαλιότητας και μέθης, είναι το ίδιο που θα τον σκοτώσει προτού περάσει μια δεκαετία και πριν καν φτάσει στα πενήντα του.

Κάθε πότης ξέρει τη διαδικασία: την πρώτη μέρα που μεθάς δεν τρέχει τίποτα, το επόμενο πρωί ισούται με βαρύ κεφάλι αλλά αυτό το ξεπερνάς εύκολα με μερικά ποτά ακόμα κι ένα γεύμα, αν όμως παραλείψεις το γεύμα και συνεχίζεις με άλλη μια βραδιά μεθύσι και ξαναξυπνήσεις για να συνεχίσεις το φτιάξιμο και να το πας σερί ως την τέταρτη μέρα, θα’ ρθει μια μέρα που τα πιοτά δε θα σε πιάνουν γιατί θα έχεις παραγίνει απ’ τα χημικά και θα πρέπει να κοιμηθείς για να σου περάσει αλλά είναι αδύνατο να κοιμηθείς πια γιατί το αλκοόλ ήταν αυτό που σ’ έκανε να κοιμηθείς τις τελευταίες πέντε νύχτες, οπότε αρχίζει το παραλήρημα – [σ. 98]

lenore-kandel-in-san-francisco_1967_photograph-by-joe-melena

Φυσικά δεν είναι δυνατόν να παραμείνει μόνος. Η φύση μαζί με όσα σε προικίζει σε γεμίζει με μια ατέλειωτη μοναξιά. Η εναλλαγή με την πόλη είναι ένας συνεχής δίδρομος, όπως και η εμπλοκή με μια σειρά χαρακτήρων με τους οποίους προσπαθεί να συνυπάρξει για χάρη όλων όσων προσφέρει η κοινοβιακή ή έστω η κοινοτική ζωή. Πλέκεται με την ερωτικότατη Billie, ερωμένη του Cody Pomeray που δεν είναι άλλος από τον Neal Cassady, συνυπάρχει με τον Irwin Garden που δεν είναι άλλος από τον Alen Ginsberg, τον Jarry Wagner [Gary Snyder], την Eveln [Carolyn Cassady] και την διαισθαντική Româna Swartz, που είναι η beat ποιήτρια Lenore Kandel.

Το γράψιμο συνεχίζει από τον δρόμο του Δρόμου: ελεύθερη φόρμα, ντελιριώδης γραφή, περιγραφή ονείρων και πάσης φύσεως σκέψεων, αυτόματοι μονόλογοι, φιλοσοφίες της στιγμής, φιλοσοφίες μιας ζωής. Είναι μια γραφή εξαντλητική και παραληρηματική, με σελίδες σπινθηροβόλες και σελίδες άχρηστες, με σελίδες αξιοδιάβαστες και σελίδες φλύαρες και βαρετές – τα δυο τελευταία επίθετα αναφέρει ο Γιάννης Τζώρτζης στον πρόλογό του, μιλώντας για έναν συγγραφέα που άλλαξε το πρόσωπο της λογοτεχνίας έστω και μ’ αυτές τις σελίδες, αλλά όσο κι αν προσπάθησε δεν κατόρθωσε να δουλέψει σε βάθος την Τέχνη του, μόνο βυθίστηκε σε μια εγωιστική, μονομανή ανακύκλωση του μύθου του και κατέληξε να γράφει ό,τι του κατέβαινε στο μυαλό, ανίκανος να εκτιμήσει την λογοτεχνική του αξία.

portrait_of_jack_kerouac_by_bentjoelker-

Αλλά εκείνο που αναπνέει εδώ είναι μια κυριολεξία του όρου beat, που ως κίνημα σαφώς κατακλύζεται από την παρουσία του Κέρουακ. Είναι η ίδια η ήττα, αναπόσπαστα δεμένη με την ίδια την ύπαρξη. Αλλά στην άλλη όψη της βρίσκεται απλώς η ίδια η φυσική αποδοχή των πραγμάτων και όχι η αντιδραστικότητα όπως όπως σωστά γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς, το 2008, τότε που συστεγαζόμασταν στην Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας· ο Κέρουακ δεν υπήρξε ποτέ άγριο τέκνο της αντίδρασης και του περιθωρίου, όσο κι αν θέλουν να τον παρουσιάζουν οι σύγχρονοι θεατές – θαυμαστές – «αναγνώστες» του από τα γυάλινα γραφειάκια τους. Παρομοίως – συνεχίζει ο Λειβαδάς, τα γραπτά του δεν ήταν (ή δεν ήταν κυρίως και αποκλειστικά) λογοτεχνία της «διαφυγής» ή της «περιπλάνησης»· αποσκοπούσαν ξεκάθαρα στην υπαρξιακή έρευνα και στην ψυχική ευφορία.

Τώρα ο συγγραφέας / αφηγητής βρίσκεται στην χαμηλότερη υποστάθμη, έχοντας πια ξεπεράσει το όριο που τον χώριζε ανάμεσα σ’ εκείνο που ονειρευόταν να γίνει και σ’ αυτό που πλέον αναπόδραστα είναι. Τώρα είναι γυμνός και το παραδέχεται την στιγμή που το αποδέχεται, καθώς επιχειρεί να επανασυνδεθεί με εκείνα που του έδιναν ζωή και έμπνευση – όχι, πρώτα έμπνευση και μετά ζωή – μερικά χρόνια πριν. Τελικά και οι ήρωες μεγαλώνουν, απογοητεύονται, καταρρακώνονται. Όσο βρίσκονται σε κίνηση, όσο υπάρχει ένας έστω και απατηλός προορισμός, πάντα κάτι τους ωθεί για ένα βήμα παραπέρα. Αλλά κάποτε το παραπέρα δεν οδηγεί παρά στα εσώτερα κι εκεί το τέρμα της διαδρομής είναι πιο επίμονο από ποτέ.

old big sur

Αλλά η πιο θαυμάσια μέρα απ’ όλες ήταν τότε που ξέχασα τελείως ποιος ήμουνα που ήμουνα ή ποια ώρα της μέρας ήτανε… [σ. 45]

Εκδ. Αίολος, 2010 [Α΄ έκδ. 1988], μτφ. Ιουλία Ραλλίδη, πρόλογος Γιάννης Τζώρτζης [Jack Kerouac, Big Sur, 1962]

Στις πρόσθετες εικόνες, η Lenore Kandel και μια στιγμή από την αναφερόμενη ταινία. Ένας άλλος γυρισμός του ταξιδευτή Κέρουακ εδώ.

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 208, με τον τίτλο Off the Road.

03
Ιον.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 174. Χρυσοξένη Προκοπάκη

IMG_7167_

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

Το πρώτο μου βιβλίο ήταν η νουβέλα, Μέλαινα Χολή (εκδ. Άπαρσις, 2013). Είναι ο μονόλογος ενός άνδρα ο οποίος πάσχει από κατάθλιψη, και, συνάπτοντας μια ιδιότυπη σχέση με μια κοπέλα, αρχίζει σιγά σιγά να συνέρχεται. Οι ήρωες αλλάζουν ρόλους, αλλάζουν πρόσωπα. Κάποιες στιγμές χάνουν τον εαυτό τους, για να τον βρουν στο τέλος διαφορετικό μέσα από τον άλλο.

Το Λευκό μακρύ παλτό (και άλλες ιστορίες) (εκδ. Μανδραγόρας, 2016), βγήκε πριν από λίγο καιρό, και περιλαμβάνει έντεκα διηγήματα. Είναι οι ιστορίες ανθρώπων που ζουν στο διπλανό μας σπίτι, που περιφέρονται στη γειτονιά μας, αλλά ποτέ δεν είδαμε κάτι πέρα από το περίγραμμα του εαυτού τους.

PROKOPAKI LEFKO PALTOr

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Οι ιστορίες αυτές γράφτηκαν τα τελευταία τρία χρόνια, χωρίς να έχω κατά νου τι θα απογίνουν. Απλώς ένιωθα την ανάγκη να αποτυπωθούν στο χαρτί για να υπάρξουν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο γραφείο, συνήθως, θα ολοκληρωθεί η ιστορία, αλλά σχεδόν ποτέ δεν θα ξεκινήσει από εκεί. Οπουδήποτε αλλού, εκτός από το γραφείο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Δεν με ακολουθούν, είναι συνεχώς μέσα μου, έτσι ακριβώς όπως τους έφτιαξα. Νέα τους δεν μαθαίνω. Τους αφήνω στην ησυχία τους και με τον καιρό με αφήνουν κι εκείνοι. Αναγκαστικά.

melaina xoli

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μάλλον οι ιδέες παγιδεύουν εμένα κι όχι εγώ εκείνες. Με στοιχειώνουν μέχρι να τις βάλω στο χαρτί, οπότε και με αφήνουν ελεύθερη.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακολουθώ καμία διαδικασία. Όταν νιώθω ότι κάτι πάει να γεννηθεί, το καταγράφω σε όποιο χαρτί βρω εύκαιρο εκείνη τη στιγμή. Ανακαλύπτω παλιές σημειώσεις για μελλοντικές ιστορίες στις λευκές σελίδες των βιβλίων ή σε αποδείξεις του σούπερ-μάρκετ. Κάπως έτσι όμως χάνονται και πολλές ιστορίες.

camus-par-ferrandez

Συνήθως ακούω μουσική ανάλογα με τη διάθεσή μου, ενίοτε και ανάλογα με τη διάθεση του εκάστοτε ήρωά μου. Τον τελευταίο καιρό ακούω περισσότερο κλασική μουσική, Σούμπερτ, Ραχμάνινοφ, Λιστ.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα Φιλοσοφία, Παιδαγωγική και Ψυχολογία με σκοπό να ακολουθήσω την ψυχολογία. Στην πορεία όμως ασχολήθηκα με τον τουρισμό. Θεωρώ ότι όσα κάνουμε, ακόμα κι αυτά τα οποία στη συνέχεια μπορεί να εγκαταλείψουμε ή να μην μας αρέσουν, παρεισφρέουν στη γραφή μας μ’ έναν τρόπο, συνήθως, ασυνείδητο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ξεκίνησα με απόπειρες ποιημάτων. Κάποια στιγμή όμως δεν μου αρκούσαν. Ήθελα να πω περισσότερα. Η ποίηση είναι απαιτητική. Ζητάει να της δώσεις τα πάντα με ευγένεια και λακωνικότητα. Δεν σου συγχωρεί κανένα λάθος. Και τώρα πότε πότε γράφω ποιήματα, όταν μ’ έχουν κουράσει οι πολλές λέξεις.

thomas_bernhard_by_williamdallwitz

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα ήθελα να γράψω για τον Δήμο Σκουλάκη. Θεωρώ ότι ήταν από τους σημαντικότερους ζωγράφους.

Τι γράφετε τώρα; 

Δουλεύω ένα μυθιστόρημα που είχα ξεκινήσει παλιότερα και κάποια διηγήματα και θεατρικά που έχουν μείνει κι αυτά ημιτελή.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι Μπέκετ, Τσβάιχ, Μπέρνχαρντ, Ιονέσκο.

Ionesco_

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο Ξένος, η Πτώση του Καμύ, Το Εσωτερικό του Μαίτερλινκ, Οι Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Η καρδιά μου τους ακούει, της Ζιζέλ Πρασινός.

Το εκκρεμές, το μοναδικό, αν δεν κάνω λάθος, πεζό του Τ. Λειβαδίτη. Τριάντα αποσιωπήσεις και μια σιωπή, της Κατερίνας Δασκαλάκη. Πραγματικά υπέροχες διηγήσεις.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Μου άρεσε ο τρόπος γραφής και οι ιστορίες του Γιάννη Φαρσάρη στο Φόβος κανένας.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπάω πολύ τον Μερσώ του Καμύ.

Maurice-Maeterlinck-by-Hippolyte-Petitjean_

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ο Μανδραγόρας. Έχει πολλά και αξιόλογα θέματα. Δεν βαριέσαι ποτέ να το διαβάζεις.  Το Κοράλλι. Για τους ίδιους λόγους.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Τότε που ζούσαμε του Ασημάκη Πανσέληνου, το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι, τη βιογραφία του Τσβάιχ, το Κόκκινο Κασκόλ του Γιώργου Δουατζή και κάμποσα άλλα.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Κάποιες φορές διαβάζω παρουσιάσεις, συνήθως ηλεκτρονικές.

Dostoevsky

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Έχω διαβάσει πολλά βιβλία στο μετρό. Δεν θυμάμαι όμως κάποιο συγκεκριμένο.

Περί επιμέλειας

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της επιμέλειας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον επιμελητή με τον μεταφραστή και τον συγγραφέα;

Είχα ασχοληθεί στο παρελθόν με την επιμέλεια. Ήταν μια πολύ όμορφη διαδικασία. Χρονοβόρα όμως. Έμαθα να βλέπω το βιβλίο αλλιώς. Θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει σωστή επικοινωνία μεταξύ επιμελητή και μεταφραστή ή συγγραφέα. Δεν είναι ανταγωνιστές. Όλοι υπηρετούν τον ίδιο σκοπό από διαφορετική σκοπιά. Το ζητούμενο είναι να αναδειχθεί το έργο.

Etranger__

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής και ο επιμελητής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Είναι λογικό να φαίνεται κυρίως ο συγγραφέας, γιατί αυτός παίρνει τα υλικά και χτίζει το οικοδόμημα. Ο μεταφραστής, απ’ την άλλη, ξαναγράφει το έργο. Αν είναι καλή η μετάφραση, αυτό θα βοηθήσει και τον επιμελητή και τον συγγραφέα και το έργο αυτό καθαυτό.

Στην Ελλάδα ο ρόλος του επιμελητή συνήθως παρακάμπτεται και απ’ τους ίδιους τους εκδοτικούς οίκους. Ένα άτομο μπορεί να κάνει τη δουλειά όλων. Δεν είναι όμως τόσο απλό. Η επιμέλεια/διόρθωση απαιτεί ευρύ φάσμα γνώσεων σε πολλά επίπεδα. Οι εκδότες κυρίως, θα πρέπει να αξιολογήσουν αυτή τη δουλειά και να προβάλουν τους αφανείς υπηρέτες του βιβλίου.

Samuel Beckett_Boulevard St Jacques_Paris_1985_

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία με τους μεταφραστές και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Πολλές φορές ο μεταφραστής εμμένει στις γλωσσικές του επιλογές χωρίς να δέχεται κάποια εναλλακτική διατύπωση. Ακριβώς επειδή η ελληνική γλώσσα είναι ανεξάντλητη και έχει άπειρες αποχρώσεις στην απόδοση των νοημάτων, θα έπρεπε να είμαστε και πιο ευέλικτοι, προκειμένου να γίνουμε και πιο ακριβείς. Πάνω απ’ όλα, πρέπει να καταλάβουμε ότι όλοι, ο καθένας από τη μεριά του, υπηρετεί το έργο εν γένει, και μόνο αυτό. Δεν τίθεται θέμα ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ, με συνέπεια θα έλεγα, κινηματογράφο και θέατρο. Από θεατρικές παραστάσεις, με γοήτευσε το Κρίσις του Αρκάδιου Λευκού, σκηνοθεσία/ερμηνεία Βαγγέλη Λιοδάκη. Ένα έργο γραμμένο το 1934, κι όμως τόσο επίκαιρο. Καταπληκτική ερμηνεία του Β. Λιοδάκη. 

Κρίσις

Όσο για ταινίες, έχω καιρό να δω κάποια που να μου μείνει. Επιστρέφω πάντα στους Μπέργκμαν, Ταρκόφσκι, Κισλόφσκι. Ανεξάντλητοι.  

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ασχολούμαι αρκετά με το διαδίκτυο. Είναι ένα μέσο για να μοιράζεσαι πράγματα, να «γνωρίζεις» ανθρώπους, να ενημερώνεσαι. Μερικές φορές όμως γίνεται παγίδα. Μπορεί να σε παρασύρει και να χαθείς, αναλώνοντας και πολύτιμο χρόνο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ποτέ. Άλλωστε, το γράψιμο και το διάβασμα σου χαρίζει από μόνο του την αιώνια νιότη. Το σημαντικότερο όλων είναι να ξέρεις πώς να διαχειριστείς τη νιότη ή οποιαδήποτε άλλη ηλικιακή φάση.

IMG_0280_

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Χάρηκα πολύ όλες τις ερωτήσεις σας και σας ευχαριστώ πολύ για την τιμή να βρεθώ στο Αίθριο του φιλόξενου Πανδοχείου σας.

Στις εικόνες: Albert Camus [Ferrandez], Thomas Bernhard, Eugene Ionesco, Maurice Maeterlinck, Fyodor Dostoevsky, Samuel Beckett, Κρίσις Αρκάδιου Λευκού στην αναφερθείσα θεατρική παράσταση.

01
Ιον.
16

Συλλογικό – Ιστορίες Μπονζάι ’15. 61 Μικρά Διηγήματα. Μια Ανθολογία (επιμ. Ηρώ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης)

Μ15

Μικρομυθοπλασία: μια αυθεντική, συναρπαστική λογοτεχνία

Όλοι οι άνθρωποι φτιάχνουν, στιγμή με τη στιγμή, δικές τους περιοχές, δίνοντας στο κάθε αντικείμενο, στις κινήσεις και στα πρόσωπα που τους τριγυρίζουν, έννοιες και μορφές από την ίδια τους τη φαντασία πλασμένες. Γιατί η φαντασία δεν πλάθει μόνον όνειρα και μύθους. Φτιάχνει την πραγματικότητα, λιγότερο ή περισσότερο αληθινή, σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία του καθένα. Αυτό, φυσικά, είναι ζήτημα που θέλει ξεχωριστήν εξέταση· αλλ’ οπωσδήποτε εξηγιέται. Υπάρχουν όμως άλλα περιστατικά που δεν εξηγούνται με καμιά λογική. Αναπηδάνε απροσδόκητα, απρόσκλητα εντελώς. Πιθανό στη μονοτονία μιας ήσυχης ζωής να φέρνουν ποικιλία, να είναι σαν κυματάκια σε θάλασσα απελπιστικά ατάραχη. Πιθανόν ακόμη να είναι απαραίτητα στη λύση μιας μπερδεμένης θεατρικής υπόθεσης ή στον τόρνευμα μιας αφήγησης, όπως ο από μηχανής θεός στις αρχαίες τραγωδίες και η «σύμπτωση» στα μυθιστορήματα με θέση. [σ. 47]

Γιαννόπουλος

…έγραφε ο Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος στην Ανωμαλία από το βιβλίο του Κεφάλια στη σειρά, Έντεκα διηγήματα, το 1934 και χάρη στην ιστοσελίδα των Μπονζάι το ξαναδιαβάζουμε ως υπόδειγμα του ιδιαίτερου αυτού είδους που γνωρίσαμε πλέον για τα καλά και απολαμβάνουμε χάρη στις έντυπες και ηλεκτρονικές εκδόσεις που διακονούν ο Γιάννης Πατίλης και η Ηρώ Νικοπούλου. Η αντίστοιχη περυσινή συλλογή παρουσιάστηκε εδώ, όπου και οι σύνδεσμοι για τα παλαιότερα αφιερώματα του περιοδικού Πλανόδιον. Αυτή τη φορά δεξαμενή της ανθολογίας αποτελεί η παραπάνω ιστοσελίδα και περιλαμβάνει κείμενα που δημοσιεύτηκαν από τα τέλη του Σεπτεμβρίου 2014 έως τα τέλη του Σεπτεμβρίου 2015. Φυσικά το κριτήριο της περιεκτικότητας – αντιπροσωπευτικότητας σε πηγές, γλώσσες, είδη και έκταση παραμένει υψηλό και μπορούμε πλέον να απολαύσουμε σε εξήντα μία εκδοχές το μικρό διήγημα, είτε υπέρμικρο (έως 200 λέξεις), είτε πολύ σύντομο (200 – 1000 λέξεις) είτε σύντομο (1000 – 2000 λέξεις).

Σε αυτό το κατάφωτο σύμπαν μαγεμένων και απομαγεμένων μικρών ιστοριών συνυπάρχουν οι σύγχρονοι μείζονες, όπως οι Τζον Άπνταϊκ και Μπρις Ντ’ Τζ. Πάνκεϊκ, με παλαιότερους «κλασικούς», όπως οι Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, Λουίτζι Πιραντέλλο, Χάινριχ Μπελ και Πέτερ Άλτενμπεργκ, που Για το γράψιμο γράφει: να γράφεις κατά τέτοιον τρόπο, σαν ο παραλήπτης, ενώ διαβάζει την επιστολή, να ακούει με τρόπο άμεσο τον συντάκτη της καθισμένο δίπλα του να του μιλά δυνατά, αποφασιστικά! Αν είσαι σε θέση μπορείς να εξισορροπείς πλήρως σε μιαν επιστολή αυτή τη διαφορά του εν σιωπή γράφοντος και ηχηρώς ομιλούντος, σημαίνει ότι μπορείς να γράφεις επιστολές!

cubierta_SHUA

Σε μερικά από τα εξαίρετα κείμενα της μιας ανάσας, η Αργεντινή Άνα Μαρία Σούα (θα ασχοληθούμε σύντομα την δική της συλλογή) προλαβαίνει να παρατηρήσει το πλήρωμα ενός πλεούμενου που κινδυνεύει να καταποντιστεί από την θύελλα αν δεν βρεθεί ένα λεξικό να συνεννοηθεί και ο Ουρουγουανός Αρμάντο Κιντέρο συνεχίζει το Παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας σε άλλες γενιές – κι έτσι ο Μεγάλος Λύκος συμβουλεύει τον Μικρό Λύκο να έχει το νου του μη συναντήσει την μικρή με το καλάθι, που έχει μεγάλη σχέση με το θλιβερό τέλος του προπροπάππου του.

Αλλά το μέγιστο ενδιαφέρον εδώ διεκδικούν εξίσου οι σύγχρονοι μάστορες του είδους, όπως ο Καταλανός Σέρζι Πάμιες (με δυο κείμενα από το Στατικό ποδήλατο, που παρουσιάσαμε εδώ), ο Αργεντινός Ορλάντο Βαν Μπρένταμ, ο Βούλγαρος Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, ο Μεξικανός Λάουρο Ζαβάλα, ο Βρετανός Τζιμ Κρέις, ο Βάσκος Πέδρο Ντε Μιγκέλ, ο Καταλανός Κιμ Μουνζό, ο Δομηνικανός Χουάν Μπος (και πολιτικός, που ενέπνευσε και μια ταινία μικρού μήκους), η αξιανάγνωστη Ουρουγουανή Κριστίνα Πέρι Ρόσι και πολλοί άλλοι.

Γονατάς

Από την δική μας επικράτεια το νήμα ξεκινάει από τον Μιχαήλ Μητσάκη και τον  Αθανάσιο Θ. Γκράβαλη (ένα έξοχο Μεγαλοβδομαδιάτικο από το βιβλίο του Σπασμένες κολώνες, του 1936), συνεχίζεται στους Ε.Χ. Γονατά και Τόλη Καζαντζή και μεταδίδεται στους επίγονους Δημήτρη Καλοκύρη, Γιώργο Σκαμπαρδώνης, Μαρία Μήτσορα, Αχιλλέα Κυριακίδη, Τάσος Γουδέλη, Θεόδωρο Γρηγοριάδη, Ηρώ Νικοπούλου, Πρόδρομο Χ. Μάρκογλου, Ηλία Κουτσούκο, Κώστα Ριτσώνη, αλλά και σε μια φουρνιά νεότερων και νεότατων δημιουργών (Βασιλική Πέτσα, Έλενα Πέγκα, Νάνσυ Αγγελή, Κώστας Δεσποινιάδης, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, Αδαμαντινή Καβαλλιεράτου και πολλοί άλλοι). Κάπου ανάμεσα ο Αντώνης Σουρούνης συναντά κατά την υπογραφή των βιβλίων του μια παλιά δασκάλα του στον έρωτα και στην ζωή [Λόλα], ενώ στον Επαγγελματικό προσανατολισμό του Γιώργου Τριλλίδη, ένας ασθενής διαπιστώνει ότι οι ζωγράφοι ζουν περισσότερα χρόνια απ’ όλους και επιθυμεί να το επιβάλλει στον οικείο συνομιλητή του.

Monzo_

Ήδη από τον προηγούμενο τόμο καθιερώθηκε η προσθήκη ενός επίμετρου επικεντρωμένου αποκλειστικά στονθεωρητικό λόγο γύρω από το μικρό διήγημα και αυτή τη φορά έχουμε τρία τέτοια. Ο Πέδρο ντε Μιγκέλ χαρακτηρίζει ως λιλιπούτεια τέχνη το μικροδιήγημα, αναγνωρίζοντάς του ένα μακρύ παρελθόν, με ρίζες στις προφορικές παραδόσεις, στους μύθους και στις αλληγορίες, αλλά και στην σύγχρονη μορφή του, που φτάνει στην παράξενη ομορφιά των σύντομων διηγημάτων του Κάφκα, το ανεκτίμητο χιούμορ των διηγημάτων του Σλάβομιρ Μρόζεκ ή στον εξαιρετικό καλλιεργητή του είδους Μαξ Άουμπ. Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα το μικροδιήγημα ωριμάζει· δεν πρόκειται για μια άσκηση ύφους, για ένα ευφυολόγημα ή για ένα μυστηριώδες δείγμα πεζοποιήματος. Παρουσιάζεται ως μια αυθεντική λογοτεχνική πρόταση, ως το ιδανικό λογοτεχνικό είδος για να ορίσει, να διακωμωδήσει ή να αντιστρέψει τους γρήγορους ρυθμούς της σύγχρονης εποχής και την μεταμοντέρνα αισθητική.

Οι Τζέιμς Τόμας, Ρόμπερτ Σάπαρντ και Κρίστοφερ Μέριλ (τον έχουμε παρουσιάσει εδώ, σ’ ένα εξαιρετικό στοχαστικό οδοιπορικό στο Άγιο Όρος), στην εισαγωγή τους στο Flash Fiction International – Πολύ μικρές ιστορίες από όλον τον κόσμο, τονίζουν, μεταξύ άλλων, το πειραματικό στοιχείο που πάντα χαρακτήριζε το διήγημα – αστραπή αλλά και το γεγονός ότι το πλούσιο παρελθόν του επιβεβαιώνει ότι δεν αποτελεί γέννημα του διαδικτύου, χωρίς βέβαια να μπορούμε να αρνηθούμε ότι γνωρίζει μια αδιανόητη άνθηση ακριβώς μέσω του διαδικτύου.

Gospodinov

Τέλος, το εκτενέστερο κείμενο της Δήμητρας Ι. Χριστοδούλου και του Λάουρο Ζαβάλα, ασχολείται με τα κύρια χαρακτηριστικά, τις θεωρητικές προσεγγίσεις και τις προοπτικές της μικρομυθοπλασίας. Εδώ τονίζεται ο έντονα υβριδικός χαρακτήρας της, καθώς κινείται στα όρια άλλων λογοτεχνικών ειδών, η εμφάνισή της με δεκάδες υποκατηγορίες και ονόματα σε πολλές εθνικές λογοτεχνίες, τα κύρια ζητούμενα που πάντα είναι η συντομία, η νοηματική συμπύκνωση, ο ορθοέπεια και η αφηγηματική οικονομία.

Αξίζει όμως να σημειωθεί, τονίζουν οι ερευνητές, και η ιδιαίτερα απαιτητική γλωσσική διαδικασία, που αφορά τόσο έναν γλωσσικό διασπαραγμό όσο και την ανασύνθεσή του. Το είδος απαιτεί προσεκτική καταβύθιση στο γλωσσικό σύμπαν, χρονοβόρα προσπάθεια για την επιλογή καταλληλότερων λέξεων (σε αντίθεση με την ποίηση εδώ επιλέγονται οι λέξεις που ενισχύουν την μυθοπλασία και την αφήγηση), επιλεγμένα αφηγηματικά κενά, αλλά και ολοκληρωμένη ιστορία σε ελάχιστο κειμενικό χώρο, ένα κείμενο  – κόσμο (σε αντίθεση με την αποσπασματικότητα του μοντερνισμού).

Cristina Perri Rossi_

Ο τόμος κλείνει με το ιδιαίτερα φορτισμένο κείμενο – υπόδειγμα μπονζάι του Δημήτρη Χριστόπουλου, Sunbeam θα πει ηλιαχτίδα. Ηλιαχτίδα είναι το όνομα ενός κοριτσιού κι ενός αυτοκινήτου που αγοράστηκε την μέρα που γεννήθηκε· και η «τετραμελής» οικογένεια άρχισε ταξιδεύοντας να λούζεται στον ήλιο σε μια ζωή εκτός ορίων. Σήμερα μια άλλη Ηλιαχτίδα κάθεται με ασφάλεια στο πίσω κάθισμα, σε νέα ταξίδια και ήλιους αλλά…

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2015, σελ. 294. Περιλαμβάνονται εισαγωγικό σημείωμα των επιμελητών και ευρετήριο με βιογραφικά των συγγραφέων και των μεταφραστών. Στις εικόνες μερικά από τα βιβλία μικρών ιστοριών από συγγραφείς που ασκούν την τέχνη τους και μια εξ αυτών, η Cristina Peri Rossi.




Ιουνίου 2016
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Blog Stats

  • 1.046.790 hits

Αρχείο