Αρχείο για Ιουνίου 2016

27
Ιον.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 176. Έρση Σεϊρλή

ErsiEgina2_

Περί γραφής.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου; Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Από την αθωότητα του ευαίσθητου βλέμματος (Μικρές Ανάγκες, Δελφίνι 1992) και την βιαστική επανεμφάνιση, όπου σπαταλήθηκαν οι ωραίες ιδέες (Αν ήθελε να πει την αλήθεια, Εξάντας 1994), στην ολοκληρωμένη πρόταση για ένα ταξίδι στο ανοίκειο. Αγαπημένο βιβλίο Η ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΤΟΥ ΙΣΟΡΡΟΠΙΣΤΗ, κυκλοφόρησε από τις εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ το 1998. Ακολούθησε ένα μορφολογικό παιχνίδι με το παράλογο (Επιζήμιο Εύρημα, Γαβριηλίδης, 2003). Στο ΝΕΟΙ ΑΝΤΡΕΣ (Μεταίχμιο, 2008), η ερημιά μιας αφιλόξενης πόλης γίνεται μάρτυρας  στα ερωτικά σκιρτήματα μοναχικών γυναικών.  Στο ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΜΟΥ (Απόπειρα, 2013) η κρίση έχει καταστήσει την Αθήνα πόλη δυστοπική. Άραγε ο έρωτας ανάμεσα στην ώριμη ηρωίδα  και τον νεαρό Γερμανό επισκέπτη  είναι καταδικασμένος; Μόνη ελπίδα η Φύση και οι ιστορίες του παρελθόντος.

ΡΕΚΒΙΕΜ

Το ΡΕΚΒΙΕΜ που μόλις κυκλοφόρησε, (εκδ. Απόπειρα), περιλαμβάνει τρία αφηγήματα και είναι επισήμως αφιερωμένο στην Αθήνα και σε όσους νοιάζονται γι’ αυτήν. «Ο Μάρκος των Εξαρχείων» άρχισε να παίρνει μορφή το 2003 και το «Περίληψη Καταστροφής», το 2008, μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου. Το «Ρέκβιεμ» γράφτηκε το καλοκαίρι του 2015 στην Πλατεία Βικτωρίας.  Ο σαρκασμός, η ειρωνεία και η υπονόμευση των κωδίκων στις δύο πρώτες ιστορίες, συμπληρώνονται με τη δραματική αλληγορία του ΡΕΚΒΙΕΜ. Επειδή ενίοτε τα γεγονότα μας ξεπερνούν και η ζωή διαψεύδει τις καλές μας προθέσεις….  Αν το «Η αμηχανία του ισορροπιστή» θεωρηθεί ως μια ποιητική εκδοχή του Πόνου, το «Ρέκβιεμ» βρίσκεται στους αντίποδες. Αποτελεί την Μεταποιητική του.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Η διάκριση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό είναι ισχυρή μέσα μου. Δεν γράφω ποτέ εκτός γραφείου-σπιτιού.

b79682

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Αναπόφευκτα  βρίσκεις αρκετούς ήρωες μπροστά σου. Κάποιες κυρίες, μάλιστα, φημίζονται για την επιμονή τους.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δυστυχώς θα καταφύγω στην κοινοτοπία…. Δεν βρίσκω εγώ τις ιδέες. Εκείνες με βρίσκουν. Εξάλλου δεν είμαι επαγγελματίας γραφιάς. Χρειάζομαι ισχυρό ερέθισμα. Αλλά από ό, τι φαίνεται, δεν λείπουν οι συγκινήσεις….

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τις απογευματινές ώρες είμαι επιρρεπής στη μελαγχολία. Γι’ αυτό γράφω κυρίως το απόγευμα μέσα στη σιωπή. Η μουσική – η κλασσική, αλλά και ορισμένα τραγούδια- ασκεί καταλυτική επίδραση πάνω μου, διεκδικώντας την αποκλειστικότητα…..

b208

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου είναι θεωρητικές και καλλιτεχνικές. Όσο για τον τρόπο βιοπορισμού…. Μάλλον ακολουθώ τη μέθοδο της ηρωίδας μου από το «Γράμμα στον Εχθρό μου». «……Θα μου άρεσε να υπήρχε μια ανάλογη εργασία. Να κάθομαι δηλαδή σε μια πολυθρόνα και να καταγράφω τις αλλαγές των σύννεφων. Δεν ξέρω πόσο ανταποδοτική θα ήταν, αλλά από γαλήνη, άλλο τίποτα».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Δεν θα ανελάμβανα να γράψω τη βιογραφία κανενός. Προτιμώ το μύθο των προσώπων  παρά τα ίδια τα πρόσωπα. Δεν τρέφω καμία αυταπάτη…..

Περί ανάγνωσης

b195401

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Εκτός από τη σταθερή, συναισθηματική και μαγική επαφή που διατηρώ με τον Μ. Προυστ, οι προτιμήσεις μου αλλάζουν. Παλιά είχα δημιουργήσει σχέση με τον Σάμπατο και τον Κορτάσαρ (ποτέ με τον Μαρκές). Έχω περάσει θαυμάσιες ώρες  με τον Τόμας Μαν, τον Γκόγκολ και τόσους άλλους. Σήμερα γέρνω προς τους γερμανόφωνους, τους οποίους δυστυχώς δεν μπορώ να διαβάσω στο πρωτότυπο. Κάφκα, Μούζιλ, Μπροχ, Ροτ, Μπέρνχαρντ, Zebald. Θα παραλείψω τα καθ’ ημάς αυτονόητα. Παπαδιαμάντη τουτέστιν και Βιζυηνό, για να αναφέρω το «Κιβώτιο», του Αλεξάνδρου, τις «Δύσκολες Νύχτες» και το «Θέλετε να χορέψομε, Μαρία»  της Μέλπως Αξιώτη. Θεωρώ επίσης σημαντικάτα πρώτα βιβλία της Μαργαρίτας Καραπάνου. Αλλά δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω το χρέος μου στον Γονατά και τον Καχτίτση.

b130345

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πώς να διαλέξεις μόνο ένα διήγημα ή μόνο ένα ποίημα; Παραλείποντας γνωστά και σπουδαία ονόματα, θα αναφέρω έναν υποτιμημένο στυλίστα της μικρής φόρμας. Τον Φαίδρο Μπαρλά.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Με ενδιαφέρει η νεωτερική γραφή, αλλά αυτό που εγώ θεωρώ νεωτερικό, δεν είναι η αναπαραγωγή κάποιων μοντερνιστικών στερεοτύπων. Είμαι βέβαιη ότι υπάρχουν νέοι συγγραφείς οι οποίοι επιχειρούν κάτι προσωπικό, άρα νέο (στη μικρή κλίμακα που αναλογεί στον καθένα από μας, εννοείται).  Πιστεύω επίσης ότι είναι αρκετοί εκείνοι που αντιστέκονται στον  παρωχημένο  «ανθρωπιστικό» και με «κοινωνικές ευαισθησίες» ρεαλισμό,  τόσο της μόδας τελευταία….  Αλλά πώς να διακρίνεις την ήρα από το στάρι; Πώς να τους ανακαλύψεις;   Δεν υπάρχει αξιόπιστη Κριτική. Δεν θα αντιλαμβανόμουν  το «ΓΑΜ» πχ. της Κατερίνας Έσσλιν,  εάν δεν είχε τραβήξει την προσοχή μου το κίτρινο εξώφυλλο του  στην προθήκη του εκδοτικού μου οίκου.

Φαίδρος Μπαρλάς

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Πίσω και από τον πιο ζηλευτό ήρωα καιροφυλακτεί η πραγματικότητα. Δεν διαλέγω έναν ολόκληρο. Κλέβω κομμάτια από τον καθένα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν θέλω να αδικήσω κανένα περιοδικό. Όλα κάνουν σπουδαία δουλειά. Παλιά ήμουν συνδρομήτρια στη «Λέξη», το «Διαβάζω» κλπ. Αλλά γιατί να το κρύψω; Το αγαπημένο μου περιοδικό είναι «Το Δέντρο». Μου δίνει την αίσθηση του χειροποίητου. Αποπνέει γνώση, γούστο, μεράκι. Όλα με μέτρο και προ παντός φαντασία. Χωρίς φιλολογική σκόνη.

Memoires

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Αυτόν τον καιρό διαβάζω τις «Memoires de la Comtesse de Boigne». Εκδ. του ’71, που ανακάλυψα στο περίπτερο με τα συλλεκτικά βιβλία επί της Ασκληπιού.  Και τι σύμπτωση! Ο Προυστ είχε γοητευθεί ιδιαιτέρως από τις αναμνήσεις της εν λόγω κυρίας

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Κάποτε διάβαζα κριτικές βιβλίων με ενδιαφέρον –και προτιμούσα- τις έντυπες. Τώρα μου αρκεί μια διαγώνια ματιά για να αντιληφθώ το κινούν αίτιον.

HERMAN-BROCH

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Κυκλοφορώ συχνά με τα ΜΜΜ και, όταν δεν πέφτω σε περισυλλογή, διαβάζω Κυριακάτικες εφημερίδες ή το «Δέντρο». Ποτέ κάτι που απαιτεί  απόλυτη συγκέντρωση. Αλλά νομίζω ότι και η Comtesse θα ταίριαζε στο μετρό.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Είμαι φανατική cinephile. Καταβροχθίζω ταινίες. Έχω δει σπουδαία φιλμ τα τελευταία χρόνια. Ο κατάλογος είναι μακρύς, γι’ αυτό αναφέρω ενδεικτικά μόνο το «Λεβιάθαν» και το  «Ανθρώπινη Κιβωτός». Ρώσων δημιουργών -κατά σύμπτωση- και τα δύο. Το θέατρο, έχω αρχίσει να το βαριέμαι. Αναμονή, κοσμικότητες, μαϊμουδισμοί. Πολλή η ταλαιπωρία, σπανιότατη η συγκίνηση.

sabato_con_sombrero

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αιώνια νιότη; Και μάλιστα με τόσο βαρύ αντίτιμο; Ω πόση πλήξη, Θεέ  μου…..

Στις εικόνες: Φαίδρος Μπαρλάς, Hermann Broch, Ernesto Sabato.

26
Ιον.
16

Εντευκτήριο τεύχος 109, Απρίλιος – Ιούνιος 2016 (κυκλοφορία 12 Μαΐου 2016)

ent

Πήγα στην ποίηση εν αγνοία μου, ομολογούσε η Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου στο επίμετρο της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Επιλογές και σύνολα [2001], μιλώντας ακόμα για ροές ρημάτων και λέξεις ρέουσες, για νερά γλυκά και εφιαλτικά μαζί. Ακριβώς το «αντιθαλασσινό μάτι» της συγγραφέα εξετάζει σε κείμενό της η Τιτίκα Δημητρούλια, καθώς είναι πολύ το νερό στην ποίησή της: θολό ποτάμι, στάσιμο νερό, άσπρο νερό που γίνεται αίμα στο καζάνι της μπουγάδας, αλμυρό στην θάλασσα, μυστικός καθρέφτης και τόσα άλλα.

Εντευκτήριο ΜΚΑ__

Πρόκειται για ένα από κείμενο από τις αφιερωματικές σελίδες για την Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ένα αδημοσίευτο πεζό της, πλήρες χρονολόγιο δια χειρός Γιώργου Κορδομενίδη, ένα γράμμα από την Κική Δημουλά, μια διερεύνηση της ορμής και του αισθησιασμού της ματαιότητας από την Μαρία Κουγιουμτζή, «ιδιόχειρες» επιστολές προς την τιμώμενη από τους Γιώργο Ιωάννου, Καίη Τσιτσέλη, Ηλία Πετρόπουλο, Ελένη Βακαλό, Ντίνο Χριστιανόπουλο, ιδιαίτερες αναγνώσεις από την Κούλα Αδαλόγλου και την Χλόη Κουτσουμπέλη και πολλά άλλα κείμενα.

b312Σ’ ένα από αυτά, ο Τάσος Καλούτσας εστιάζει στην επαφή με τους ανθρώπους και τα πράγματα στα βιβλία της Αγαθοπούλου.  Από το πρώτο αφήγημά της, τον Συνοικισμό σιδηροδρομικών, διαφαίνεται η δεσπόζουσα θεματική της πεζογραφία της, όσον αφορά τα πρόσωπα και τους χώρους, καθώς επιλέγει να μας μιλήσει με ρεαλιστική ειλικρίνεια για την ζωή του προσφυγικού συνοικισμού, με έντονα χρωματισμένες αυτοβιογραφικές καταγραφές. Η συγγραφέας εμβαθύνει στον ψυχισμό των ανθρώπων του περιβάλλοντός της, ιδίως των γυναικών, ενώ η μνημονική αναδρομή αποτελεί βασική λειτουργία στον τρόπο γραφή της. Αργότερα, με την συλλογή Στο δωμάτιο, περνάει σε μια «αυτονομημένη από την ρητή μαρτυρία πεζογραφία», προχωρώντας και σε μια εσωστρεφή μορφή αφήγησης. Η δράση στα διηγήματά της είναι εσωτερικού τύπου· είναι «δράση αισθημάτων, σκέψεων, αποφάσεων, συνειρμών, αντιδράσεων, ενεργειών, μνήμης».

b168545

Η ποιητική ενότητα των τευχών του Εντευκτηρίου πάντα μας παρουσιάζει νέους, άγνωστους ποιητές που συχνότατα μας εκπλήσσουν με την ποιητική τους γραφή. Αυτή τη φορά διαβάζουμε ποιήματα από τον Σέρβο Νέναντ Μιλόσεβιτς [παρουσίαση – μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη], τον Τουρκοκύπριο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ [απόδοση: Λευτέρης Καβαλιέρος], τον Αμερικανό Φρανκ Μπίνταρτ [παρουσίαση – μετάφραση: Μαρία Μουσαφίρη], τον Σύριο Μοχάμαντ Μπασίρ Αλ-Άνι, [μετάφραση: Χαλέντ Ραούφ, παρουσίαση – ποιητική απόδοση: Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος]. Στην ποιητική του τεύχους εντάσσεται και η σύνθεση του Γ. Χ. Ώντεν, Βγήκα να περπατήσω ένα βράδυ [σημείωμα και μετάφραση Ερρίκος Σοφράς]

b159783Μια άλλη ποιήτρια, η Μαρία Κυρτζάκη, είναι πια παρούσα μόνο με την γραφή της και η Κατερίνα Ζαρόκωστα της αφιερώνει έναν μικρό αποχαιρετισμό. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γράφει για την Αγγελική Ελευθερίου, η Τζένη Μαστοράκη κρατά  Ημερολόγιο μιας τυπογραφικής διόρθωσης, ο Σταύρος Ζαφειρίου ορίζει σκηνικές οδηγίες για κείμενο που τιτλοφορεί Δεν πάει έτσι, Όσκαρ, ο Παντελής Βουτουρής ξαναδιαβάζει Τελευταίο σταθμό του Γιώργου Σεφέρη. Και μέσα από τον φωτογραφικό φακό του τριμήνου, ο Αντρέας Σκρέλη αναφωνεί Καλημέρα Οστάνδη!  [192 σελ.]

25
Ιον.
16

Antonio Tabucchi – Ο μαύρος άγγελος

Εξώφυλλο Μαύρος Άγγελος

Πάντα απολαμβάνω την γραφή του Ταμπούκι και αδυνατώ να προκρίνω το είδος του κειμένου προτιμώ περισσότερο· διήγημα, μυθιστόρημα ή δοκίμιο. Και στις τρεις λογοτεχνικές του δοκιμές ο συγγραφέας κατορθώνει να εμπλέξει τον αναγνώστη στον εκάστοτε κόσμο του, αιχμαλωτίζοντάς τον σε ένα διαρκές παιχνίδι με τις λέξεις και τις ιστορίες. Η παρούσα συλλογή διηγημάτων ακολουθεί την γνώριμή του πρόζα: ιστορίες που αντιστρατεύονται μια πραγματικότητα που δεν είναι ποτέ αρκετή (ας θυμηθούμε Το παιχνίδι της αντιστροφής), ελεγείες ή επανεμφανίσεις των φωνών της μνήμης (με τις οποίες ξεχείλιζε το Ρέκβιεμ) και βέβαια συνομιλώντας πάντα με συγγραφείς όπως ο Φερνάντο Πεσσόα, τις Τρεις τελευταίες μέρες του οποίου άλλωστε επαρκώς λογοτέχνησε.

Η διαφορά εδώ είναι ότι όλο και κάποιος άγγελος θα εισχωρήσει στις ιστορίες, προσδίδοντας ένα μεταφυσικό στοιχείο. Ο τίτλος, άλλωστε, όπως γράφει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του, ανήκει στον Εουτζένιο Μοντάλε που έπεσε πάνω σ’ έναν άγγελο με μαύρα φτερά πριν από τον ίδιο, συνεπώς είναι ένας τίτλος φόρου τιμής αλλά κυρίως τρυφερής θύμησης. Όμως σε ποιο βιβλίο του Ταμπούκι δεν υπήρχαν αλαφροΐσκιωτες αισθήσεις ή ανεξήγητες φωνές; Ίσα ίσα: αν ένα ακόμα από τα βιβλία του που απολαύσαμε είχε τον τίτλο Είναι αργά, όλο και πιο αργά, σε πλείστα γραπτά του ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσει κανείς έστω και εν παραισθήσει εκείνο που του έχασε ή του διέφυγε. Κι εκείνο που τελικά μένει δεν είναι το παράξενο ή το ξένο αλλά το βαθιά ανθρώπινο που πάντα είναι και το ελάχιστα παρατηρημένο.

Lisboa_

Στις Φωνές μεταφερόμενες από κάτι, αδύνατο να πεις τι ο συγγραφέας απευθύνεται σε κάποιον που διατηρεί ένα παιχνίδι που άλλος θα έλεγε παιδικό, ένα παιχνίδι μόνο ο ίδιος γνωρίζει και από ντροπή δεν θα το έλεγε ποτέ σε κανέναν. Είναι κάτι σαν πλάκα με τον εαυτό μας ή με τυχαίους περαστικούς, αυτοί είναι οι αδαείς σύντροφοι του εφευρέτη του. Αρκεί να βγαίνεις έξω για παράδειγμα μια Κυριακή, όπου όλοι κυκλοφορούν στους δρόμους κι αρκεί μια φράση που αποφασίζεις ότι είναι αυτή, την απομονώνεις με την λαβίδα σαν ένα κομμάτι ύφασμα, την κόβεις με το ψαλίδι της φαντασίας και αυτή είναι το ξεκίνημα μιας ιστορίας. Είναι μια ιστορία που ανήκει μόνο σ’ εσένα, γιατί εκείνοι δεν θα ήξεραν τι να την κάνουν, ούτε καν θα την αναγνώριζαν. Σε αυτό το παίγνιο…

… ο καθένας πρόσθεσε μια μικρή τσόντα, ένα πετραδάκι που εσύ μάζεψες, διάλεξες, έβαλες στη θέση που του ταίριαζε, εκείνο και μόνο εκείνο, για να φτιάξεις ένα μωσαϊκό που απόψε θα το κοιτάξεις με μάτια άπληστα, έκπληκτος για το ποιον δρόμο παίρνουν τα πράγματα, για το πώς η μια λέξη δένεται με την άλλη, το ένα γεγονός με το άλλο, η μια λεπτομέρειες με την άλλη, μέχρι να δημιουργήσουν μια ιστορία που πριν δεν υπήρχε και τώρα υπάρχει: τη δική σου ιστορία. [σ. 15]

Revolución de los Claveles

Τώρα είσαι εσύ αυτός που τροφοδοτεί τους άλλους με προκατασκευασμένες φράσεις, γράφει ο Ταμπούκι, και αυτή είναι η ιδανικότερη παραβολή για την γραφή, την λογοτεχνία, την ίδια την δημιουργία. Στο δεύτερο διήγημα, Νύχτα, θάλασσα ή απόσταση, μια συντροφιά φίλων, άντρες και γυναίκες πάνω από τα είκοσι, με έντονες ανησυχίες συναντιούνται σε ένα σπίτι με διάθεση να συνομιλήσουν μ’ έναν ποιητή που κάποτε υπήρξε σκληρός και μαχητικός κι ύστερα τα ίδια τα γεγονότα τον λύγισαν, μεταστρέφοντας την μαχητικότητα σε πικρία και στην αίσθηση ότι είναι μάταιο να δίνει κανείς μάχες.

Ο συγγραφέας αποδίδει περίτεχνα την ατμόσφαιρα της σαλαζαρικής δικτατορικής περιόδου: ένα μείγμα φόβου, λύπης και ανασφάλειας που κάνει τους Πορτογάλους να νοιώθουν πρόσφυγες σε μια πόλη που ήταν η πόλη τους και να νοσταλγούν παλιές νύχτες, όχι σαν αυτή την εχθρική με τα αρνητικά της κύματα που πάλλονταν έτοιμα να ξεσπάσουν». Σε αυτόν τον κύκλο ο Ταντέους πάντα αποζητά συνενόχους στο ξενύχτι, ώστε να διαβάσουν ποίηση για να χάσουν την αίσθηση του χρόνου. Έξω οι φανοστάτες έχουν σβήσει, μια λαμπρή ιδέα της αστυνομίας ώστε να μη συγκεντρώνονται στους δρόμους ανατρεπτικές ομάδες. 

Revolución de los Claveles Poster

Κανείς δεν θέλει να τελειώσει η βραδιά· η Ζοάνα προτείνει να διαβάσουν κάτι ακόμα, για να πιστέψει και η ίδια στην ποίηση και στη ζωή, ίσως επειδή διαισθάνθηκε ότι οι υπόλοιποι δεν είχαν τη διάθεση να αποδώσουν στην ανάγνωση μερικών στίχων την ίδια έννοια της ελπίδας και της ψευδαίσθησης. Είναι αναπόφευκτο η νύχτα να φτάσει σ’ εκείνο το σημείο που δεν υπάρχει επιστροφή. Κι ίσως σ’ αυτό το συναρπαστικό διήγημα ο Ταμπούκι να υπερβαίνει την γλυκιά ευθεία πολλών ιστοριών του και να αφήνεται σε μια απροσδόκητη, δραματικότατη κορύφωση.

Κι όλα άρχιζαν από την αρχή στη φαντασία αυτού που φανταζόταν εκείνη τη νύχτα, εν είδει παντομίμας ή μαγείας: από την πόρτα στις πολυθρόνες, από τις πολυθρόνες στην πόρτα, σαν πλάσματα υπνωτισμένα, καταδικασμένα σε μια επανάληψη χωρίς λογική, πλάσματα αναγκασμένα να ζουν συνεχώς το πρελούδιο της φρικτής περιπέτειας που τα περίμενε εκείνη η νύχτα και καμία φαντασία δεν είχε το κουράγιο να τα κάνει να ζήσουν όπως έπρεπε να ζήσουν. [σ. 45]

Tabucchi A_

Μην ξεχνάμε ότι για την ατέλειωτη θλιβερή πολιτική περίοδο της Πορτογαλίας ο Ταμπούκι έγραψε το περίφημο Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα. Εδώ στην συλλογή ο ζοφερός πολιτικός μανδύας σκεπάζει πρώτα την Πρωτοχρονιά, στα τέλη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όπου ο φασισμός αυτή την φορά εμφανίζεται στην μορφή του πατέρα του μικρού ήρωα, ο οποίος αναζητά καταφύγιο στην φαντασία, δίνοντας αλλόκοσμες ιδιότητες στις οικογενειακές μορφές. Το νανούρισμα, από την άλλη, επιστρέφει στο σήμερα, και στην πρόσκληση μιας ακροδεξιάς οργάνωσης προς μια κριτικό λογοτεχνίας για να δώσει διάλεξη για τον Σελίν. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και πάλι το ταξίδι για να βυθίσει την ηρωίδα στις δικές της αναδρομές. Το άλμα της πέστροφας ανάμεσα στα βράχια μου θυμίζει τη ζωή σου αφορά την ύστατη ευκαιρία για φλερτ που απρόσμενα δίνεται σε έναν γηραιό ποιητή.

Ένας ακόμα παράδοξος τίτλος επιφυλάσσεται στο πιο εφιαλτικό κείμενο του βιβλίου: Μπορεί το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στη Νέα Υόρκη να προκαλέσει τυφώνα στο Πεκίνο; Ο «ντυμένος στα γαλάζια κύριος» ανακρίνει «τον άντρα με τα γκρίζα μαλλιά» πιέζοντάς τον να ομολογήσει όλα τα αδικήματα που διέπραξε εις το όνομα μιας διαστρεβλωμένης άποψης για την δικαιοσύνη. Οι ενθουσιασμοί πληρώνονται και τριάντα χρόνια μετά, αναφωνεί χαιρέκακα ο ανακριτής, δημιουργώντας την εντύπωση πως ο ανακρινόμενος υπήρξε πολιτικός τρομοκράτης.

Tabucchi b

Αλλά εκείνο που βυθίζει αυτές τις σελίδες σε ζοφερό μελάνι είναι η ατμόσφαιρα και ο σχεδόν παιγνιώδης τρόπος με τον οποίο ο ανακριτής εκμαιεύει την ομολογία με ένα παιχνίδι διαδοχικών υποθέσεων και έμμεσων παραδοχών. Δεν ψάξαμε εμείς να σας βρούμε, είστε εσείς αυτός που μας έκανε νεύμα […] ο μοναδικός λόγος είναι ότι είχατε διάθεση να διηγηθείτε μια ωραία ιστορία από το άλφα ως το ωμέγα. […] Εμάς δεν μας ενδιαφέρει μόνο ό,τι συμβαίνει έξω αλλά και ό,τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι των ανθρώπων. Κι αυτός ο τελευταίος καγχασμός ενώνει τους πολιτικούς εφιάλτες παρελθόντος και παρόντος.

Εκδ. Άγρα, 2014, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σελ. 197 [L’ angelo nero, 1991].

Οι ενδιάμεσες εικόνες από την Επανάσταση των Γαρυφάλλων [1974], στην καρδιά της δικτατορίας του Σαλαζάρ.

24
Ιον.
16

Ηρακλής Παπαϊωάννου – Η φωτογραφία του Ελληνικού Τοπίου. Μεταξύ και ιδεολογίας

PAPAIOANNOU_FWTOGRAFIA_ELLHNIKOU_TOPIOU

Πρόκειται για ένα συναρπαστικό βιβλίο που σκιαγραφεί τα κυρίαρχα ιδεολογήματα που λανθάνουν πίσω από την φωτογραφία του φυσικού και πολιτισμικού τοπίου. Η εκτενής εισαγωγή ερευνά την ιστορική καθιέρωση του τοπίου ως εικονογραφικού θέματος. Η φωτογραφία κατέστησε την εικόνα του τοπίου δημόσια θέα, συμβάλλοντας όσο ποτέ στην μεταστροφή της θέασης του κόσμου: στον μετασχηματισμό των πραγματικών τοπίων σε εικόνες με αισθητικές αξιώσεις. Η εκλαϊκευμένη εικονογραφία επέδρασε ισχυρά στην διαμόρφωση του βλέμματος. Η φωτογραφία μετέφερε πληροφορίες για μακρινούς και δυσπρόσιτους τόπους δημιουργώντας μια αίσθηση οικουμενικότητας και ικανοποιώντας την όρεξη της επεκτατικότητας. Ταυτόχρονα ισχυροποίησε θέσεις για την εθνική ή ιστορική ταυτότητα ενός τόπου. Συνεπώς η φωτογραφία σε αυτή την σύνθετη εργασία θα εξεταστεί όχι απλώς ως αισθητικό αντικείμενο αλλά ως σύνθετο πολιτιστικό φαινόμενο με κοινωνικές και πολιτικές συνιστώσες.

Hyperion-Hoelderlin

Το κεφάλαιο με τον τίτλο Ο ευλαβής ιδεαλισμός και η παράδοξη νεωτερικότητα της φωτογραφίας ερειπίων εξετάζει την περιηγητική περιπέτεια στην Ελλάδα και τον ρόλος του Κλασικισμού και του Ρομαντισμού στην ανάδειξη των τοπίων της. Αν ο Κλασικισμός υπήρξε κινητήριος μοχλός για την ανακάλυψη της Ελλάδας, ο Ρομαντισμός δεν την αγνόησε καθόλου, όπως φανερώνουν το μυθιστόρημα Hyperion του Hoelderlin, το ποίημα του Schiller Οι θεοί της Ελλάδος, το ενδιαφέρον του Goethe για τα δημοτικά τραγούδια, η δημοφιλής στην Ευρώπη ποίηση του Βύρωνα, το οδοιπορικό του Cheataubriand. Στην Ευρώπη καθιερώνεται η γραφικότητα του «τοπίου μετ’ ερειπίων» και το προσκύνημα στα ρωμαϊκά μνημεία, ενώ παρατηρείται η εμπορική επιτυχία ταξιδιωτικών βιβλίων και εικονογραφημένων εκδόσεων. H αρχαιολατρία και ο εξευρωπαϊσμός ορίστηκαν ως βασικοί πυλώνες του νέου κράτους· το τοπίο της χώρας ξυπνούσε, ο αρχαίος πολιτισμός εγειρόταν. 

timthumb

Στο υποκεφάλαιο Ο εξαγνισμός των μνημείων και ο ιθαγενής ρομαντισμός διαπιστώνεται μεταξύ άλλων ότι οι ανασκαφές και οι αναστηλωτικές επεμβάσεις στα αρχαία μνημεία είχαν ως κίνητρο την εξαγνισμό των ιερών μνημείων από ίχνη ενδιάμεσων πολιτισμικών περιόδων και την ανάπλαση του χώρου ως ιδανικής ετεροτοπίας. Η παράκαμψη ολόκληρων ιστορικών περιόδων καταδεικνύει ανάγλυφα την απόλυτη ιδεολογική επικράτησης της αρχαιολατρίας στις τάξεις της επίσημης νεοελληνικής κοινωνίας. Η απόπειρα «λεύκανσής» τους ενέχει συμβολικά τη σημασία ενός ηθικού εξαγνισμού. Καθόλου παράδοξα ακολούθησε τον 20ό αιώνα η «λεύκανση» της αρχιτεκτονικής του Αιγαίου. Και οι δυο παρεμβάσεις αγνόησαν την ζωηρόχρωμη αρχιτεκτονική παράδοση του ελλαδικού χώρου.

The Temple of Apollo Bassae - Edward Lear

Πίσω από τις πρακτικές «εξαγνισμού» υπήρχε αναμφισβήτητα ένα ρομαντικό αίσθημα. Αν ο Ρομαντισμός υπήρξε απόπειρα αντίδρασης απέναντι στην επελαύνουσα νεωτερικότητα σε έναν υλικό, ωφελιμιστικό και ορθολογικό κόσμο, αναμφίβολα συνδέθηκε με την εναγώνια αναζήτηση εθνικής ταυτότητας μέσα από την επιστροφή στις ρίζες και τις αξίες του παρελθόντος. Και ο Διαφωτισμός συνδέθηκε με την πνευματική ακτινοβολία των ερειπίων και φυσικά η φωτογραφία έπαιξε τον δικό της σημαντικό ρόλο στην ιδεολογική επικράτηση της αρχαιολατρίας με την ευρεία διάδοση της εικόνας των ερειπίων.

Ανδρέας Εμπειρίκος Ελευσίνα 1955

Στο δεύτερο εκτενές κεφάλαιο (Η ανακάλυψη του τοπίου) ερευνάται μεταξύ άλλων Η ελληνική φύση ως «ιδανική εικόνα». Η τοπιογραφία εμφανίστηκε ως αυτόνομη καλλιτεχνική θεματογραφία κατά τον 20ό αιώνα, όταν είχε αρχίσει να εδραιώνεται μια στέρεα μορφή αστικής συνείδησης οδηγώντας σε αποξένωση από τη φύση και υποδεικνύοντας το τοπίο ως πηγή πνευματικής αναζωογόνησης και καλλιτεχνικής έμπνευσης. Ο Περικλής Γιαννόπουλος ανιχνεύει το πρότυπο της αρχαίας γλυπτικής, της βυζαντινής εικονογραφίας, του κυκλικού ελληνικού χορού και τις εκφράσεις και τις χειρονομίες των κατοίκων στην «διαυγή ελληνική γραμμή» και την «αιθέρια καμπυλότητα» του τοπίου. Εδώ εμπεριέχεται εν σπέρματι ο συσχετισμός του αρχαίου αγάλματος με τον σύγχρονο Έλληνα χωρικό, επιχειρώντας να θεμελιώσει βαθύτερα το ιδεολόγημα της εθνικής συνέχειας. Αυτό ακριβώς θα επιχειρήσουν τριάντα χρόνια αργότερα οι φωτογραφίες της Nelly’s που επιχειρούν να καταδείξουν την ομοιότητα αρχαίων και σύγχρονων μορφών.  

Nelly

Βάθρο της υπεροχής που επικαλείται o Γιαννόπουλος δεν αποτελούν πλέον τα λαμπρά ερείπια αλλά το τοπίο, το οποίο βλέπει και αυτός, μετά τον Ροΐδη, ως «ιδανική εικόνα». Εδώ μπαίνει ο θεμέλιος λίθος στην ιδεολογική πρόσληψη του ελληνικού τοπίου που θα κυριαρχήσει αργότερα και στην φωτογραφία. Έκτοτε η αίσθηση υπεροχής του ελληνικού τοπίου και η υπερηφάνεια που αυτό προκαλεί δεν θα υποχωρήσουν ξανά. Πίσω του όμως λανθάνει πάντα η υπεροχή του ίδιου του λαού. Το 1908 ο Βιεννέζος ποιητής Hugo von Hofmannsthal σε ένα κείμενο που αποτέλεσε πρόλογο σε φωτογραφικό λεύκωμα ανήγγειλε την ελληνική μεταφυσική του τοπίου, ανακαλύπτοντας ένα φως βαθιά πνευματικό. Και ο φωτογράφος Frederic Boissonnas συνήψε συμβόλαιο με την ελληνική κυβέρνηση για ένα «ελληνικό πρόγραμμα» που έχει σκοπό να αναπαραστήσει φωτογραφικώς και να καταστήσει γνωστάς τα καλλονάς των ελληνικών χωρών ανά την υφήλιον

Boissonnas - Κηφισιά, 1920

Στο υποκεφάλαιο Σχέδιο για μιαν εισαγωγή στο χώρο του Αιγαίου, μέρος της ευρύτερης ενότητας με τίτλο Το αχειροποίητο τοπίο παρουσιάζεται το εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα της «ανακάλυψης της παραλίας». Η θάλασσα ήρθε μεταπολεμικά στο προσκήνιο, με επίκεντρο το Αιγαίο. Ιστορικά, η ανακάλυψη της παραλίας ως δυνατότητα αναψυχής αλλά και ως τοπιογραφικό θέμα σημειώθηκε στην Αγγλία περίπου στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα· ο αναζωογονητικός ρόλος της σε λουτροπόλεις όπως το Μπράιτον ή οι αυξημένοι επισκέπτες της για ιαματικούς σκοπούς δεν εξαφάνισαν τον φόβο που γεννούσε μέχρι την αυγή του 20ού αιώνα. Η καθιέρωση της άδειας στην Ευρώπη ενίσχυσε το κύμα των παραθεριστών της θάλασσας που άρχισε να συνδέεται με την σωματική και ψυχική ευεξία. Η ελευθερία αναζητιόταν πλέον στην εξοχή και η εικόνα μιας ακτής άδειας λειτουργούσε ως προσκλητήριο για να κατακτηθεί.

Λουτράκι_

Στο πλαίσιο της ελληνικής τουριστικής στρατηγικής η νησιωτική εκδοχή του ελληνικού τοπίου κατέστη κορωνίδα του ιδεολογήματος στην εγχώρια συλλογική συνείδηση. Οι παραθαλάσσιες διακοπές κατά την δεκαετία του ’60 (οπότε και ανέβηκε το βιοτικό επίπεδο) εδραιώθηκαν σε εγχώρια πολιτισμική αξία. Η φωτογραφία ανέδειξε όλα τα παραπάνω σε δημοφιλή εικονογραφημένα έντυπα όπως οι Εικόνες και ο Ταχυδρόμος. Στην χώρα μας Φύση, Ιστορία και Μυθολογία συνεργούν για την ανάδειξη της συμβολής της θάλασσας και στους ελληνικούς αγώνες ενώ αποσιωπάται προκλητικά η αντίστοιχη του βουνού. Ας μην ξεχνάμε πως ήδη από την εμφάνιση του μεσοπολεμικού εθνικισμού, μέσα από την μεταφυσική του αιγαιακού ιδεαλισμού ανακουφιζόταν η οριστική ρήξη των δυο ακτών του πελάγους και η οριστική απώλεια της Ιωνικής και Αιολικής γης, συνεπώς η υποστολή της Μεγάλης Ιδέας.

Εικόνες_

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 το τοπίο εισάγεται και στην διαφημιστική γλώσσα. Ο Έλληνας μετατοπίζεται από τον ιδεώδη κλασικό και αρκαδικό τόπο στα διαχρονικά ακρογιάλια. Η σχέση φωτός και αρχιτεκτονικής στο Αιγαίο προτείνεται ως ακλόνητο γεωμετρικό θεώρημα. Η λογοτεχνία λειτουργεί ως διάμεσο ανάμεσα στο νησιωτικό τοπίο και το γυναικείο κορμί. Η μεταστροφή του ενδιαφέροντος από το ορεινό στο θαλάσσιο τοπίο μπορεί να ερμηνευτεί και ως μετάβαση από ένα αντρικό σε ένα θηλυκό πρότυπο αντίστοιχα. Η έμφαση στο Αιγαίο ως πνευματικής μήτρας του ελληνισμού μετατρέπεται σε σημαντικό ιδεολόγημα που έχει την ρίζα του στην αναζήτηση της ελληνικότητας από τους λογοτέχνες και τους καλλιτέχνες της γενιάς του ’30.

Ναύπλιο Ξενία

Ο επίλογος του βιβλίου ανακεφαλαιώνει με εξαιρετικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Η φωτογραφία του ελληνικού τοπίου λειτούργησε αφενός ως εικονογραφική επικύρωση των ιδεολογημάτων που επιχειρούσαν να αποσαφηνίσουν την εθνική ταυτότητα του νέου κράτους και αφετέρου ως διαφήμιση και εδραίωση της εμπορευματικής φύσης του τοπίου και της εικόνας του. Ο σύγχρονος Έλληνας αυτοπροσδιορίστηκε ως κληρονόμος του τοπίου αλλά και εργολάβος του, καθώς άρχισε να επεμβαίνει σ’ αυτό. Η κερδοσκοπία ευνοούσε το αξιοθέατο τοπίο, ενώ παράλληλα οδηγούσε στην σταδιακή ερήμωση το αναξιοθέατο. Η κυρίαρχη εικόνα της χώρας παρέμενε καρφιτσωμένη στην γραφικότητα.

Αιδηψός_

Η φωτογραφία στήριξε την «τοπιολατρία» και καθιερώθηκε ως ένα είδος ιδεαλιστικής αφήγησης που έμοιαζε περισσότερο ως εικονογράφηση του μεγάλου κειμένου της ελληνικής ιστορίας και λογοτεχνίας μέσα από τον διάλογο με την αρχαιότητα. Έτσι έπαιξε μικρότερο ρόλο στον ελληνικό πνευματικό ορίζοντα ως τέχνη και περισσότερο ως γλώσσα μαζικής επικοινωνίας που συμπορεύτηκε με την επίσημη ιδεολογία και διέπλασε την συλλογική συνείδηση μέσα από εμπορικές εικόνες συχνά μικρότερων πνευματικών απαιτήσεων. Πρόκειται για ένα μοναδικό στο είδος του βιβλίο, που εμπλουτίζεται με παράρτημα 184 έγχρωμων και μαυρόασπρων φωτογραφιών σε γυαλιστερό χαρτί.

Εκδ. Άγρα, 2014, σελ. 432. Περιλαμβάνονται «αντί εισαγωγής» κείμενο της Κατερίνας Κοσκινά, βιβλιογραφία, γλωσσάρι τεχνικών όρων και ευρετήριο κύριων ονομάτων.

Στις εικόνες: Edward Lear – The Temple of Apollo Bassae, Ανδρέας Εμπειρίκος -Ελευσίνα [1955], Nelly’s, The Hungarian dancer Nikolska at the Parthenon [1929], Frederic Boissonnas – Κηφισιά [1920], Ξενοδοχείο Ξενία – Ναύπλιο

23
Ιον.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 175. Θωμάς Συμεωνίδης

Θ.Σ.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», υπάρχει ένας ανώνυμος αφηγητής που καταφεύγει στο Παρίσι προκειμένου να αποφύγει μία πλεκτάνη που έχει στηθεί σε βάρος του. Ο αφηγητής βρίσκεται αντιμέτωπος με μία νέα πραγματικότητα, αυτή της περιπλάνησης και της επιβίωσης στο Παρίσι, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διαχειριστεί ένα ασήκωτο κατά τα φαινόμενα φορτίο ενοχών και τύψεων που οφείλεται στην αδυναμία του να αποτρέψει τη δολοφονία και την αυτοχειρία, αντίστοιχα, δύο νέων ανθρώπων, που βρέθηκαν για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, σε έναν δημόσιο οργανισμό υγείας με έδρα την Αθήνα.

Η αναμέτρηση με την αλήθεια και τις ψευδαισθήσεις, αλλά και η διατήρηση στη ζωή μέσα από τον επαναπροσδιορισμό και την αναζήτηση νέων αναφορών, είναι η πρόκληση με την οποία είναι αντιμέτωπος ο αφηγητής της ιστορίας. Μία πρόκληση που πιστεύω ότι έχει μία γενικότερη, ατομική και συλλογική αξίωση.

Cover Gine o iroas mou-1

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Η συγγραφή του «Γίνε ο ήρωάς μου!», ξεκίνησε το 2010, όταν πήρα την απόφαση να φύγω από την Ελλάδα, και ολοκληρώθηκε στη Γαλλία το 2014. Η συγγραφή του, σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με αυτή την απόφαση.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω δουλέψει πολύ τα τελευταία χρόνια στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας (Bnf), και κάνω μία έμμεση αναφορά και στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», αναφέροντας τη θέση W.113, όπου δουλεύω συνήθως και η οποία βρίσκεται κοντά στον τομέα της ελληνικής λογοτεχνίας. Για την ύπαρξη αυτής της βιβλιοθήκης νιώθω πραγματικά ευγνωμοσύνη, αλλά και για κάθε χώρο που συγκροτεί αντίστοιχες κοινότητες ανάγνωσης, γραφής και έρευνας.

Cover_Ola einai parexigisi-1

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Θραύσματα των ηρώων μου, υπάρχουν μέσα μου, γύρω μου, υπάρχουν στον τρόπο με τον οποίο συνδέομαι με ό,τι με περιβάλλει.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ιδανικά, το πρωί, με ησυχία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Ναι, υπάρχουν κάποια πράγματα που θα μπορούσαν να δώσουν υπόσταση σε ένα συγκεκριμένο τυπικό. Ανάφερα πιο πάνω για παράδειγμα, τη θέση W.113, όταν πηγαίνω στην Bnf. Από ένα σημείο και μετά όμως, δεν ξέρω πόσο νόημα θα είχε να αναφερθώ σε πράγματα που έχουν να κάνουν κυρίως με τη διαδικασία της συγκέντρωσης και τις συνθήκες γραφής, αλλά όχι και με την ουσία της.

Layout 1

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Είναι ελάχιστες οι φορές που έχω γράψει ή διαβάσει κάτι συνοδεία μουσικής, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν μου αρέσει η μουσική. Ακούω σε διάφορες στιγμές και κυρίως κατά τις μετακινήσεις μου, ηλεκτρονική μουσική θα έλεγα, στις διάφορες εκδοχές της, από ροκ μέχρι κλασική. Ενδεικτικά, αναφέρω κάποια σχήματα που υπάρχουν στις τωρινές επιλογές μου: Apparat, Archive, Daughter, Infadels, Lali puna, M83, Of Monsters and Men, Placebo, Steve Reich, Tim Hecker.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είχα επαφή με πολλά και διαφορετικά αντικείμενα κατά τη διάρκεια των σπουδών μου και αυτό οφείλεται περισσότερο σε μία εσωτερική ανάγκη παρά στην αναζήτηση μίας επαγγελματικής κατάρτισης/εξειδίκευσης. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να αναγνωρίσω τη στήριξη που είχα από τους γονείς μου, σε σημείο αυτοθυσίας θα έλεγα, καθώς δεν υπήρχε η οικονομική άνεση για κάτι τέτοιο.

Layout 1

Εργάστηκα πάντως σε διάφορους τομείς, κυρίως στη δημόσια διοίκηση, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, σε κάποια αρχιτεκτονικά γραφεία.

Τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να βρω μία λύση στη βιοποριστική εξίσωση μέσα από την έρευνα και τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο.

Θεωρώ αυτή την ενασχόληση πιο συμβατή με τη συγγραφική μου δραστηριότητα, αν και πιστεύω ότι η γραφή τροφοδοτείται από όλο το φάσμα της εμπειρίας και της ζωής ενός συγγραφέα, και όχι από ένα ή κάποια μεμονωμένα αντικείμενα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έχω γράψει και συνεχίζω να γράφω, χωρίς όμως να έχω εκδώσει κάποια συλλογή. Θεωρώ πάντως, ότι παρά το γεγονός ότι η πρόζα και η ποίηση αντιστοιχούν σε διαφορετικές κλίμακες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, η ουσία παραμένει σε μεγάλο βαθμό η ίδια. Στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», πιστεύω ότι οι τελευταίες σελίδες θα μπορούσαν να διαβαστούν από μόνες τους ως ένα μεγάλο σε έκταση ποίημα, ενώ το δεύτερο ολοκληρωμένο μου μυθιστόρημα (καθοδόν για την έκδοσή του), πιστεύω ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία σύνθεση ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές κλίμακες: ποίηση, διήγημα/νουβέλα, μυθιστόρημα.

paul celan-

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Δεν ξέρω πραγματικά αν θα μπορούσα να ασχοληθώ με κάτι τέτοιο, με την έννοια ότι θα μου ήταν δύσκολο να κινηθώ σε ένα αυστηρά ρεαλιστικό/πραγματολογικό πλαίσιο. Έχω δουλέψει πάντως πάνω σε έναν υπαρκτό πρόσωπο για τις ανάγκες του πρώτου μου θεατρικού κειμένου. Αναφέρομαι στον Paul Celan και σε μία μεγάλη σχετικά έρευνα που έκανα πάνω στη ζωή και το έργο του. Ωστόσο, το τελικό κείμενο σε συνδυασμό με την θεατρική φόρμα, ανταποκρίνεται περισσότερο στα χαρακτηριστικά μίας αναζήτησης παρά σε αυτά μίας παρουσίασης.

Τι γράφετε τώρα; 

Αυτό που πιστεύω ότι θα είναι το τρίτο μου μυθιστόρημα.

Saul Bellow 3-

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Υπάρχουν πολλοί. Θα αρκεστώ όμως σε αυτούς που μελέτησα πιο συστηματικά: Samuel Beckett, James Joyce, Saul Bellow.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το Youth (Σκηνές από τη ζωή ενός νέου) του J.M.Coetzee είναι ένα από τα βιβλία που ακριβώς την εποχή που το διάβασα, το 2005, ένιωσα να έρχομαι τόσο κοντά σε έναν ήρωα: ίδια πόλη, ίδια γειτονιά, ίδιες ανησυχίες, ίδια αίσθηση εξορίας, ίδια μορφή απομόνωσης, ίδια αμφιθυμία απέναντι σε όσα θεωρούνται σταθερά στη ζωή κάποιου, ίδια επιθυμία για μία άλλη ζωή και πάνω από όλα ο πόθος του καλλιτέχνη για έκφραση και μεταμόρφωση μέσω της τέχνης.

marcovaldo1

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Για λόγους περισσότερο συναισθηματικούς, κάποιες από τις ιστορίες στον Μαρκοβάλντο του Καλβίνο. Τις είχα διαβάσει όταν είχα εγκατασταθεί για πρώτη φορά στην Αθήνα, το 2006. Η πραγματικότητα που διανοιγόταν κάποιες στιγμές μπροστά μου, ειδικά κάποιες νύχτες, επικοινωνούσε με εκείνες της ιστορίες.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η ονοματολογία δεν ξέρω αν θα βοηθούσε στην προκειμένη περίπτωση. Αυτοί πάντως ξέρουν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Αίαντας του Σοφοκλή. Πέρα για πέρα ανθρώπινος, από όλες τις απόψεις.

Richardson Clarissa1967

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Η συγκεκριμένη ερώτηση, είναι ερώτηση παγίδα, όπως και πολλές από αυτές που προηγήθηκαν και ακολουθούν.

Έχω καταρτίσει μία λίστα με αναγνώσεις, για τις ανάγκες του τρίτου μυθιστορήματος που γράφω, καθώς και για ένα θεατρικό.

Η λίστα αυτή είναι δίπλα μου τώρα, μοιάζει με το νέο μουσείο σύγχρονης τέχνης των Sanaa στη Νέα Υόρκη.

Το μεγαλύτερο σε όγκο έργο, είναι η Κλαρίσσα του Richardson. To παλαιότερο, μάλλον η Αντιγόνη του Σοφοκλή και το πιο σύγχρονο, ένα λεύκωμα για το μαύρο στη ζωγραφική.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, τόσο έντυπες όσο και ηλεκτρονικές, αν και λόγω απόστασης πολλές φορές, προσπαθώ να ενημερώνομαι όσο μπορώ από το διαδίκτυο.

steve_reich

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Τον Σεπτέμβριο του 2006, στην αμαξοστοιχία Θεσσαλονίκη – Αθήνα, το Καντίς για ένα αγέννητο παιδί του Kertesz. Ένιωσα να ταυτίζομαι με κάποιες τονικότητες του αφηγητή, σε σχέση με κάποια πράγματα που πίστευα ότι είχα αφήσει πίσω μου, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ εκείνη τη στιγμή, ότι θα ταυτιζόμουν αργότερα με κάποιες άλλες τονικότητες της αφήγησης, σε σχέση με κάποια πράγματα που θα έβρισκα μπροστά μου.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή; 

Παρακολουθώ όσο μπορώ. Ειδικά στο θέατρο, ασχολούμαι και ερευνητικά πλέον με την παραγωγή του Romeo Castellucci και την Socìetas Raffaello Sanzio, ενώ μου αρέσει πολύ και η δουλειά του Christoph Marthaler. Από την ελληνική θεατρική σκηνή, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στον Σάββα Στρούμπο, με τον οποίο έχουμε ξεκινήσει μία συνεργασία για την παρουσίαση του πρώτου μου κειμένου για το θέατρο. Τον εκτιμώ ιδιαίτερα για το θάρρος του, την ακεραιότητα και τη συνέπειά του. Παρακολουθώ επίσης σύγχρονο, αλλά και κλασικό κινηματογράφο.

romeo-castellucci

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Απέχω από τα κοινωνικά δίκτυα με την έννοια ότι δεν έχω κάποιον λογαριασμό αυτή τη στιγμή στο facebook ή στο twitter, γιατί έχω την αίσθηση ότι λειτουργούν σε διαφορετικούς χρόνους από αυτούς τους οποίους θέλω να πιστεύω ότι υπηρετεί η τέχνη και η λογοτεχνία. Αναγνωρίζω βέβαια, ότι χάνω την επαφή μου με κάποιους ανθρώπους και γεγονότα, αλλά πιστεύω και πάλι, ότι αν πρόκειται για μία αληθινή και ουσιαστική επαφή, υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να συσταθεί και να διατηρηθεί. Από την άλλη, αν θεωρήσουμε τα κοινωνικά δίκτυα ως εργαλείο προώθησης, δεν σας κρύβω, ότι νιώθω μία αμηχανία όταν αυτό πρέπει να γίνει από τον ίδιο τον συγγραφέα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι.

John Ashberry

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν κάποιος σας χάριζε τη συγγραφική και αναγνωστική ιδιότητα με αντίτιμο την απώλεια της αιώνιας νιότης, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή; Ναι.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Έχω μεταφράσει τα τελευταία τρία πεζά έργα του Samuel Beckett γνωστά και ως H Τελευταία Τριλογία του Beckett και τους Τρεις Διαλόγους επίσης του Beckett. Θεωρώ ότι πρόκειται για κάποια από τα πιο σημαντικά κείμενα του Beckett, τα οποία μεταφράζονται κατά το μεγαλύτερό τους μέρος για πρώτη φορά στα ελληνικά. Με αφορμή αυτές τις μεταφράσεις, θέλησα να τοποθετηθώ και στον σχετικό διάλογο που αφορά τη σχέση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας, αλλά και τη σχέση της λογοτεχνίας με τις άλλες τέχνες, όπως η ζωγραφική. Για αυτό το λόγο, οι μεταφράσεις συνοδεύονται από δύο εκτενή επίμετρα πάνω ακριβώς σε αυτά τα θέματα. Βασικός μου σκοπός ήταν μέσα από τις μεταφράσεις, τις αντίστοιχες εισαγωγές και τα επιμέτρα, να προσεγγιστεί το έργο του Beckett μέσα από καινούριες οπτικές γωνίες.

Θ.Σ.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

John Ashbery, Paul Celan, Elfride Jelinek.

Στις εικόνες: Paul Celan, Saul Bellow, Steve Reich, Romeo Castellucci, John Ashbery

22
Ιον.
16

W.G. Sebald – Άουστερλιτς

teliko austerlitz.qxd

Τα ερείπια της Ευρώπης, το παρελθόν που μας περιβάλλει

… πόσο λίγα μπορούμε να συγκρατήσουμε, πόσων λογιών και πόσο πολλά πράγματα περνάνε διαρκώς στη λήθη, με κάθε ζωή που σβήνει, πώς ο κόσμος αδειάζει, σαν να λέμε, από μόνος του, καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πίσω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν τη δυνατότητα της μνήμης, ιστορίες, για παράδειγμα […] όπως αυτή που λένε τα αχυρένια στρώματα, αφημένα σαν φαντάσματα πάνω στα σανιδοκρέβατα… [σ. 28 – 29]

Η μνήμη πρωταγωνιστεί ξανά στο έσχατο βιβλίο του συγγραφέα που πάντα σε παρασύρει σε ατέλειωτες περιπλανήσεις σε πάσης φύσεως τόπους και αναμνήσεις. Αυτή τη φορά κτήτωρ και χρήστης τους είναι ο Ζακ Άουστερλιτς, που πλέκει ένα συνεχές, πυκνό δίκτυο αφηγήσεων που ανασυνθέτει ο αφηγητής – συγγραφέας. Ο αφηγητής γνωρίζει τον Άουστερλιτς μέσα στη σκοτεινή αίθουσα του σιδηροδρομικού σταθμού της Αμβέρσας, ανάμεσα σε δυο ιδιαίτερους χώρους, το Νυχτόραμα και στην Αίθουσα των χαμένων βημάτων.

Sebald 3

Ήταν ένας άντρας που έμοιαζε νέος παρά το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους, απασχολημένος να φτιάχνει σχέδια και σκίτσα, κρατώντας κάποια στιγμή μια φωτογραφική μηχανή, μια παλιά Ένσαϊν με φυσούνα. Ο Άουστερλιτς ανταποκρίθηκε στην διάθεση του αφηγητή για συνομιλία, δίχως να παραξενευτεί για την αμεσότητά του – όπως άλλωστε αντιλήφθηκε πολλές φορές έκτοτε, οι μοναχικοί ταξιδιώτες είναι κατά κανόνα ευγνώμονες όταν βρίσκουν συνομιλητή καμιά φορά έπειτα από σιωπή αδιάκοπη για μέρες. Συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις αποδεικνύεται κιόλας ότι είναι έτοιμοι ακόμη και να ανοιχτούν χωρίς αναστολές σε κάποιον ξένο.

Ακολουθεί μια σειρά τυχαίων συναντήσεων των δυο αντρών. Η δεύτερη συνάντηση συμβαίνει σ’ ένα μικρό μπαρ σε μια βιομηχανική περιοχή της Λιέγης, όπου ο Άουστερλιτς κρατούσε σημειώσεις σ’ ένα τραπεζάκι από μελαμίνη, για την νέα πια αρχιτεκτονική, που εξέφραζαν η αναλαμπή από τις υψικαμίνους ενός τεράστιου σιδηροχυτηρίου, τα οράματα της ιδανικής εργατούπολης και η απερίσκεπτη κατασκευή εργατικών πολυκατοικιών, οδηγώντας τον στην σκέψη ότι πάντοτε τα καλύτερά μας σχέδια μετατρέπονται κατά την υλοποίησή τους στο ακριβώς αντίθετό τους. Η τρίτη συνάντηση «έμελλε» να γίνει στα σκαλοπάτια του δικαστικού μεγάρου, όπου ο Άουστερλιτς συλλογίζεται πάνω στους δαιδάλους του κτίσματος: διάδρομοι που δεν οδηγούν πουθενά, αίθουσες και δωμάτια χωρίς πόρτες, εσωτερικές αυλές χωρίς μια αχτίδα φωτός, αδιέξοδα με στοιβαγμένα ντουλάπια, γραφεία και έγγραφα, λες και κάποιος πάσχιζε κι εδώ ν’ αντισταθεί σε μια πολιορκία. 

ensign

Αυτή είναι μία από τις μανίες του Άουστερλιτς: η αρχιτεκτονική και η ιστορία της, στην ουσία ο τρόπος με τον οποίο ορίζει τις ζωές των ανθρώπων. Ο ψηλός θόλος του σταθμού της Λουκέρνης του δίνει την αίσθηση ότι βρίσκεται κανείς, πέρα από κάθε εγκοσμιότητα, σε έναν καθεδρικό ναό αφιερωμένο στις διεθνείς συγκοινωνίες και στο διεθνές εμπόριο, ενώ το ρολόι του γίνεται ο εκφραστής της νέας παντοδυναμίας, καθώς οι επιβάτες οφείλουν να συντονίσουν την ζωή τους με αυτό. Οι μελέτες του Άουστερλιτς για την αρχιτεκτονική των σιδηροδρομικών σταθμών καταλήγουν κι αυτές σε συλλογισμούς σοφίας και θλίψης ή νέων αναζητήσεων καθώς, αναρωτιέται αν οι σχεδιαστές αυτών των τόπων έχουν σκεφτεί το βάσανο του αποχαιρετισμού και τον φόβο του ξένου.

Αλλά είναι η εξέλιξη των οχυρωματικών έργων που τον σαγηνεύει, καθώς με κάθε ευκαιρία διαπιστώνει πως όσο οχυρώνεται κανείς, άλλο τόσο βαθύτερα μπαίνει στην άμυνα. Ένα μικρό άρθρο για το οχυρό του Μπρέεντονκ τον οδηγεί στις πύλες του παράξενου κτίσματος που δεν φαίνεται να ακολουθεί κανένα αρχιτεκτονικό σχέδιο παρά κάποιο καρκινοειδές ον (ο συγγραφέας παραθέτει την κάτοψη για του λόγου το αληθέστατο). Η περιπλάνηση στον στοιχειωτικό χώρο, μεταξύ άλλων και πρώην ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, προκαλεί σειρά ανάλογων σκέψεων, που κάποτε διασταυρώνονται με τις εφιαλτικές μνήμες του Ζαν Αμερύ και κάποια λόγια του Κλωντ Σιμόν όταν κατερχόταν στην αποθήκη των αναμνήσεών του.

auster.

Θα έπρεπε μια φορά, είπε ακόμη, να φτιάξουμε έναν κατάλογο με τα οικοδομήματά μας καταχωρισμένα κατά μέγεθος, και τότε θα αντιλαμβανόμασταν αμέσως ότι τα κτίρια που βρίσκονται κάτω από το σύνηθες μέγεθος των οικιακών αρχιτεκτονημάτων – η καλύβα, το ερημητήριο, το σπιτάκι του φύλακα, το περίπτερο με θέα, το παιδικό σπίτι στον κήπο – μας υπόσχονται τουλάχιστον μια αναλαμπή ειρήνης, ενώ αντίθετα κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι του αρέσει ένα γιγαντιαίο κτίριο… Θα το θαύμαζε στην καλύτερη περίπτωση, και ο θαυμασμός αυτός είναι ακριβώς ο προάγγελος του τρόμου, γιατί γνωρίζουμε βέβαια ότι τα κτίρια τεραστίων διαστάσεων στέκουν εκ των προτέρων στη σκιά της καταστροφής τους και η σύλληψή τους εμπεριέχει εξαρχής τη βεβαιότητα ότι κάποτε θα μετατραπούν σε ερείπια.

Ο Άουστερλιτς δεν έχει καταγωγή. Όταν ήταν παιδί στερήθηκε πατρίδα, γλώσσα και όνομα και τώρα δεν μπορεί να αισθανθεί οικεία πουθενά και αναζητά απεγνωσμένα την ταυτότητα της καταγωγής του. Ήταν απλά ένας Εβραίος που έφτασε στην Ουαλία και μεγάλωσε σ’ ένα μικρό χωριό στο σπίτι ενός καλβινιστή ιεροκήρυκα και της γυναίκας του, η οποία καμιά φορά τριγύρναγε απλώς μέσα στο σπίτι για να ελέγξει αν ήταν όλα στη θέση τους, αμετακίνητα, όπως κατ’ αυτήν έπρεπε. Εκεί έζησε σιωπηλά και μοναχικά, σκυμμένος πάνω από μεγάλα λεξικά και άτλαντες.

w-g-sebald-3

Ποτέ δεν αισθάνθηκε, όπως ομολογεί, ότι ανήκει σε μια κοινωνική ή επαγγελματική τάξη ή σε ένα δόγμα. Νιώθει εξίσου άβολα ανάμεσα στους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους όσο και στην μικροαστική ζωή και αδυνατεί να συνάψει στενές φιλίες. Με τους ανθρώπους τον συνδέουν μόνο συγκεκριμένοι τύποι ευγένειας, τους οποίους τραβούσε στα άκρα, προτού απομακρυνθεί οριστικά. Στις αέναες ευρωπαϊκές περιπλανήσεις του ο Άουστερλιτς αναζητά την καταγωγή του, κι ας μην έχει συναντήσει ποτέ κανέναν με τέτοιο όνομα στους τηλεφωνικούς καταλόγους πόλεων και χωρών.

Ο χρόνος, είπε ο Άουστερλιτς μέσα στο αστεροσκοπείο του Γκρήνουιτς, είναι μακράν η πιο ψεύτικη απ’ όλες τις εφευρέσεις μας….αλλά κάποτε σ’ έναν σταθμό, θαυμάζοντας μια γυναίκα που λίμαρε απορροφημένη τα νύχια της, είπε φευγαλέα ότι ήταν η θέα του χρόνου που περνάει, όπως αργότερα κι αντίστροφα συνέχιζε να βλέπει μπροστά του την Αντέλα: όμορφη όπως ήταν τότε, έτσι αναλλοίωτη έχει μείνει πάντα για μένα. Σε κάποια άλλη στιγμή εξομολογείται στον συνομιλητή του ότι συνήθιζε να αποκλείει τον εαυτό του από τα λεγόμενα τρέχοντα γεγονότα, με την ελπίδα ότι ο χρόνος δεν θα περάσει, ότι θα μπορούσε να τρέξει πίσω του, ότι εκεί θα ήταν όλα όπως πριν, ότι όλες οι στιγμές του χρόνου υπάρχουν ταυτόχρονα, η μια δίπλα στην άλλη…

278

Όλοι εμείς, ακόμη κι αυτοί που πίστευαν ότι έχουν παρατηρήσει και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, αρκούμαστε σε κοινότοπες εκφράσεις, σαν τα έτοιμα σκηνικά που τα βλέπουμε ίδια κι απαράλλαχτα, σ’ ένα σωρό παραστάσεις. Προσπαθούμε να αναπαράγουμε την πραγματικότητα, όσο περισσότερο προσπαθούμε όμως τόσο πιο πολύ μας επιβάλλεται αυτό που ανέκαθεν βλέπαμε στο θέατρο της Ιστορίας: ο πεσών τυμπανιστής στρατιώτης να μαχαιρώνει άλλον στρατιώτη, το μάτι ενός αλόγου να σβήνει, ο άτρωτος αυτοκράτορας περιστοιχισμένος από τους στρατηγούς του, μέσα στην παγωμένη στο χρόνο αντάρα της μάχης. Η ενασχόλησή μας με την Ιστορία, ήταν, κατά την άποψη του Χίλαρυ, ενασχόληση με προκατασκευασμένες πάντοτε εικόνες, χαραγμένες στο βάθος του μυαλού μας, στις οποίες κολλάμε διαρκώς το βλέμμα μας, ενώ η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού, σ’ ένα «εκτός» που δεν το έχει ανακαλύψει άνθρωπος. [σ. 76 – 77]

theresien_

Το Άουστερλιτς είναι η ιστορία μιας ατέλειωτης περιπλάνησης στα ερείπια της Ευρώπης· σε μνημεία, εγκαταλελειμμένες και ερειπωμένες επαύλεις, νυχτερινά περίχωρα, σταθμούς. Είναι μια διήγηση μέσα στην διήγηση («είπε ο Άουστερλιτς», «έπιασε την αφήγηση ο Άουστερλιτς») για τους ξεριζωμένους και τους απάτριδες, μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διατηρηθεί η μνήμη και να μην χαθεί το παρελθόν. Είναι η ατέλειωτη εικονογραφία του συγγραφέα – το σμήνος των γλάρων που έχει μαζευτεί όπως πάντα στο γήπεδο ποδοσφαίρου έξω απ’ το Ίπσουιτς, οι μισοβουλιαγμένες βάρκες στα τενάγη του Κόλτσεστερ, οι μαυρισμένοι από το ντίζελ τοίχοι στα βιομηχανικά προάστια. Είναι, τέλος, η προσπάθεια της γλώσσας να δει με φωτογραφίες και να μιλήσει με λέξεις που πασχίζουν να τα εκφράσουν όλα αυτά.

SONY DSC

Αν θεωρήσουμε τη γλώσσα μια παλιά πόλη, με ένα λαβύρινθο από στενάκια και πλατείες, με συνοικίες που φτάνουν βαθιά πίσω στο χρόνο, με γκρεμισμένες, αναβαθμισμένες και ξαναχτισμένες γειτονιές και πιο απομακρυσμένα προάστια που όλο και εξαπλώνονται στα περίχωρα, τότε εγώ έμοιαζα με άνθρωπο που λόγω μιας μακρόχρονης απουσίας δεν μπορεί πια να βρει το δρόμο του σ’ αυτό το συνονθύλευμα, δεν ξέρει πια σε τι χρησιμεύει μια στάση λεωφορείου, τι είναι ακάλυπτος, διασταύρωση, λεωφόρος ή γέφυρα. Ολόκληρο το οικοδόμημα της γλώσσας, η συντακτική διάταξη των επιμέρους τμημάτων, η στίξη, οι σύνδεσμοι, ακόμα και τα ονόματα συνηθισμένων πραγμάτων, όλα ήταν τυλιγμένα σε μια αδιαπέραστη ομίχλη. […] Πίστευα διαρκώς ότι μια φράση είναι κάτι που υποθετικά μόνο έχει νήμα, στην καλύτερη περίπτωση προσωρινό, κάτι σαν απόφυση της ασχετοσύνης μας, με το οποίο, όπως μερικά φυτά και ζώα της θάλασσας με τα πλοκάμια τους, ψηλαφούμε το σκοτάδι που μας περιβάλλει. [σ. 129 – 130]

Εκδ. Άγρα, 2006, μτφ. από τα Γερμανικά Ιωάννα Μεϊτάνη, σελ. 306 [Austerlitz, 2000].

Oι εικόνες 3, 5 και 6 προέρχονται από το βιβλίο.

21
Ιον.
16

Kwame Anthony Appiah – Κοσμοπολιτισμός. Ηθική σε έναν κόσμο ξένων

Appiah_

Μπορεί να γραφτεί ένα ηθικό μανιφέστο για έναν πλανήτη που μοιραζόμαστε με περισσότερους από έξι δισεκατομμύρια ξένους; Τι σημαίνει να είναι κανείς πολίτης του κόσμου; Τι οφείλουμε στους ξένους δυνάμει της κοινής ανθρώπινης υπόστασής μας; Ποιες είναι οι ηθικές αρχές του κοσμοπολιτισμού, αυτής της μακραίωνης παράδοσης που απορρίπτει τον φυλετισμό και εθνικισμό για χάρη ενός ευρύτερου εναγκαλισμού της ανθρώπινης κοινότητας; Ο συγγραφέας, φιλόσοφος, θεωρητικός του πολιτισμού και μυθιστοριογράφος με ενδιαφέρον για την πολιτική και ηθική φιλοσοφία, την φιλοσοφία της γλώσσας και του νου και την αφρικανική πνευματική ιστορία, εκθέτει προβληματισμούς και προτάσεις, σε μια ενδιαφέρουσα σύνθεση αυτοβιογραφίας, ιστορίας, λογοτεχνίας και φιλοσοφίας.

Γιος Αφρικανού πατέρα και Αγγλίδας μητέρας, μεγαλωμένος στην Γκάνα και με σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Άπια θυμάται ττ τελευταίο μήνυμα που του άφησε ο πατέρας του στον ίδιο και τις αδελφές του: Να θυμάστε ότι είστε πολίτες του κόσμου. Άλλωστε ακόμα και στην πόλη Κουμάσι όπου μεγάλωσε, πρωτεύουσα της περιοχής Ασάντι της Γκάνας, ζούσαν αμέτρητοι «ξένοι»: λιβανέζικες και συριακές οικογένειες, μαρωνιτικές και μουσουλμανικές κοινότητες και πλείστοι Ευρωπαίοι – Έλληνες, Ούγγροι, Ιρλανδοί, Σκωτσέζοι, Άγγλοι επαγγελματίες. Και, όπως θυμάται, ποτέ του δεν αναρωτήθηκε γιατί ήρθαν από τόσο μακριά και γιατί δεν έφυγαν μετά την ανεξαρτησία της χώρας.

family-1969_

Στο διαρκώς περιπλανώμενο είδος μας, ο διαχωρισμός των κοινοτήτων και η απομόνωση συνιστούσαν πάντα παρέκκλιση. Η παρόρμηση να μεταναστεύουμε δεν είναι λιγότερο «φυσική» από την παρόρμηση να εγκατασταθούμε κάπου μόνιμα. Ταυτοχρόνως, οι περισσότεροι άνθρωποι που έμαθαν την γλώσσα και τα έθιμα άλλων τόπων δεν το έκαναν από απλή περιέργεια. Συνεπώς ο κοσμοπολιτισμός δεν πρέπει να θεωρείται υψηλό επίτευγμα. Αρχίζει με την απλή ιδέα ότι στην ανθρώπινη κοινότητα, όπως και στις εθνικές κοινότητες, είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε συνθήκες συνύπαρξης: της συνομιλίας με την παλαιότερη σημασία της, της συναναστροφής, της σύμπραξης.

Ο κάθε άνθρωπος για τον οποίο ξέρετε κάτι και τον οποίο μπορείτε να επηρεάσετε, γράφει ο συγγραφέας, είναι κάποιος απέναντι στον οποίο έχετε ευθύνες. Αυτή η άποψη είναι η ουσία της ίδιας της ηθικής. Επομένως η πρόσκληση είναι να πάρουμε το μυαλό και την καρδιά των ανθρώπων όπως διαμορφώθηκαν ζώντας σε τοπικές ομάδες επί πολλές χιλιετίες και να τα εφοδιάσουμε με ιδέες και θεσμούς που θα μας επιτρέπουν να ζούμε μαζί σαν μια παγκόσμια φυλή. Ο κοσμοπολίτης γνωρίζει ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και ότι μπορούμε να μάθουμε πολλά από τις διαφορές μας. Ούτε προσδοκά ούτε επιθυμεί να συγκλίνουν όλοι οι άνθρωποι ή όλες οι κοινωνίες σε έναν ενιαίο τρόπο ζωής.

Virginia Wolf

Η Βιρτζίνια Γουλφ προέτρεπε σε «ελευθερία από μη πραγματικούς δεσμούς πίστης και αφοσίωσης» – έθνος, φύλο, σχολείο, γειτονιά και ούτε καθεξής. Στο ίδιο πνεύμα, ο Λέων Τολστόι καταφερόταν εναντίον της «ηλιθιότητας» και του πατριωτισμού. Να καταστρέψουμε τον πόλεμο, να καταστρέψουμε τον πατριωτισμό, έγραφε σε ένα δοκίμιο του 1896. Παρομοίως, μερικοί σύγχρονοι φιλόσοφοι υποστηρίζουν ότι τα σύνορα των εθνών δεν είναι παρά ατυχήματα της ιστορίας, χωρίς δίκαιη αξίωση στη συνείδησή μας. Ο συγγραφέας διατρέχει την συναρπαστική ιστορία του ταξιδιώτη σερ Ρίτσαρντ Φράνσις Μπέρτον, που γοητευόταν από το ευρύ φάσμα των ανθρώπινων επινοήσεων και την ποικιλία των τρόπων ζωής και σκέψης.

Sir Richard Burton_

Ο Μπέρτον κατάφερε να βλέπει τον κόσμο μέσα από αντιλήψεις διαφορετικές από εκείνες με τις οποίες είχε ανατραφεί· όμως επανειλημμένα στα γραπτά του προσπερνά ευκαιρίες στις οποίες θα μπορούσε ναπαρέμβει για να μειώσει τα ανθρώπινα δεινά, που απλώς καταγράφει. Επομένως η περίπτωσή του αποκρούει την άποψη εκείνων που φαντάζονται ότι οι προκαταλήψεις οφείλονται μόνο στην άγνοια, ότι η οικειότητα τρέφει την φιλία. Κάποιος μπορεί να γνωρίζει τον τρόπο ζωής άλλων κοινωνιών χωρίς να τον εγκρίνει και να τον υιοθετεί. Όμως το συμπέρασμά του μετά την μακροχρόνια επαφή με φιλοσοφίες και έθιμα πολλών ανθρώπων είναι το εξής: θα βρείτε κομμάτια αλήθειας μαζί με πολλά λάθη παντού και δεν θα βρείτε πουθενά ολόκληρη την αλήθεια. Το μεγαλύτερο λάθος είναι να πιστεύουμε ότι το δικό μας θραύσμα του καθρέφτη μπορεί να αντικατοπτρίζει το όλον.

Ο συγγραφέας εκκινεί από αντίστροφες θέσεις από εκείνες που θα περιμέναμε, καταρρίπτει αξίες, υποδεικνύει πολλά από τα συνήθη μας επιχειρήματα καλών προθέσεων, καταδεικνύει αντιφάσεις, συχνά εντοπίζει το λανθασμένο σκεπτικό στις δίκαιες αντιλήψεις. Η γραφή του είναι απλή και εύληπτη αλλά απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για να τον ακολουθήσει κανείς στις δαιδαλώδεις, τεθλασμένες συνδέσεις. Αφιερώνει πολλές σελίδες στο κρίσιμο θέμα του σκεπτικισμού σχετικά με την παρέμβαση στις άλλες κοινωνίες, καθώς πολλοί αντιμετωπίζουν με δυσπιστία την οικουμενική ηθική και μας παροτρύνουν να μην παρεμβαίνουμε στη ζωή άλλων κοινωνιών. Αναρωτιέται τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται πως απειλείται η ταυτότητά τους και ανατέμνει την δυσκολία της Δύσης να δεχτεί ότι πλείστα θέσφατά της είναι απλώς αντιλήψεις και όχι αυταπόδεικτες αλήθειες.

Kwame_Anthony_Appiah_by_David_Shankbone_

Υπάρχουν πάντα και οι σκοτεινές πλευρές του οικουμενισμού. Το στοιχείο που χαρακτηρίζει τους νεοφονταμενταλιστές, βίαιους και μη, είναι ότι εκφράζουν μια οικουμενική ηθική, η οποία αντιστρέφει την εικόνα του κοσμοπολιτισμού. Οικουμενικότητα χωρίς ανεκτικότητα ισοδυναμεί με φόνο και η θλιβερή ιστορία των ευρωπαϊκών χριστιανικών πολέμων το επιβεβαιώνει. Η επιμονή στο όραμα μιας οικουμενικής αλήθειας μπορεί να οδηγήσειτον κόσμο ξανά στην αιματοχυσία. Οι δεξιοί χριστιανοί τρομοκράτες των ΗΠΑ ξεχνούν την βασική τους ομοιότητα με τους τζιχαντιστές: και γι’ αυτούς υπάρχει μόνο ένας σωστός τρόπος ζωής.

Οι οικουμενισμοί στο όνομα της θρησκείας δεν είναι οι μόνοι που αντιστρέφουν το κοσμοπολίτικο πιστεύω. Στο όνομα μιας οικουμενικής ανθρωπότητας μπορεί το ίδιο εύκολα να γίνει κανείς το είδος μαρξιστή, όπως ο Μάο ή ο Πολ Ποτ, που θέλει να ξεριζώσει όλες τις θρησκείες, όσο κι ο Μέγας Ιεροεξεταστής, ο οποίος επιβλέπει μια θανάτωση στην πυρά. Για τους αντικοσμοπολίτες η οικουμενικότητα καταλήγει στην ομοιομορφία.

~~

Όταν μιλούμε για αξίες, τονίζει ο συγγραφέας, στην πραγματικότητα μιλούμε για ορισμένες από τις επιθυμίες μας· είναι πράγματα που θέλουμε να τα θέλουν οι πάντες. Και μας υπενθυμίζει κάτι αυτονόητο που επιμένουμε να ξεχνάμε: ότι οι αξίες ενός πολιτισμού κληρονομούνται από γενιά σε γενιά και πως αν είχαμε κι εμείς ανατραφεί με ανάλογες πεποιθήσεις και είχαμε ζήσει παρόμοιες εμπειρίες θα τις πιστεύαμε κι εμείς. Εκείνο που δικαιώνεται διαρκώς στις λαμπρές σελίδες της δημόσιας και ιδιωτικής Ιστορίας είναι ακριβώς η αναγνώριση ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και μπορούμε να μαθαίνουμε από τις διαφορές μας.

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2015, μτφ. Ελένη Αστερίου, [Cosmopolitanism. Ethics in a world of strangers, 2006]. Περιλαμβάνεται εντεκασέλιδο ευρετήριο.

Στις εικόνες, μια διπολιτισμική οικογένεια (η δική του) σε έναν πολυπολιτισμικό τόπο (1969), Virginia Wolf, Sir Richard Francis Burton, ο συγγραφέας και η απαγόρευση με την αντίσταση ταυτόχρονα, σε μια φωτογραφία. Εδώ η ιστοσελίδα του.




Ιουνίου 2016
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Blog Stats

  • 1.019.522 hits

Αρχείο