Αρχείο για Σεπτεμβρίου 2017

30
Σεπτ.
17

Αναστάσης Βιστωνίτης – Κάτω από την ίδια στέγη

Ένοικοι της Γεωγραφίας, κάτοικοι της Ιστορίας

Εκτιμώ βαθύτατα την πρόζα του Βιστωνίτη, μια πρόζα που είναι απολύτως ανοιχτή στα είδη του λόγου, στον κόσμο των ιδεών και στην λατρεία της περιπλάνησης ανά τόπους, πόλεις και χώρες. Η θητεία στην ποίηση αλλά και στην ιδανική κριτική βιβλίου προφανώς προσθέτουν στην γραφή του που μας έχει πείσει οριστικά και αμετάκλητα για την συγγενική και αμφίδρομη σχέση του λόγου της τέχνης και της τέχνης του ταξιδιού. Έτσι ένας τόμος με πλήθος κειμένων σε πέντε ενότητες από το βάθος μιας εικοσαετίας είναι προφανώς ευπρόσδεκτος και απαιτεί δίπλα του, όπως πάντα, ένα ανοιχτό σημειωματάριο. Ας δούμε ορισμένα από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα κάποιων ενοτήτων.

Στην πρώτη ενότητα, που τιτλοφορείται Οι εποχές της στάχτης και εμπνέεται από την ατέλειωτη σκοτεινή ιστορία του εικοστού αιώνα, το κείμενο Ναζισμός και αποκρυφισμός ερευνά τις πηγές και την εξέλιξη της αριοσοφίας. Ο νεολογισμός αποδίδει τον συνδυασμό θεοσοφικών – αποκρυφιστικών αντιλήψεων και ρατσιστικών θεωριών για την υπεροχή της αρίας φυλής. Οι σχετικές θεωρίες βρήκαν πρόσφορο έδαφος ιδίως μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια εποχή όπου οι θεωρίες του κοινωνικού διαρβινισμού ήταν ήδη εξαιρετικά δημοφιλείς ανάμεσα στους παγγερμανιστές ή μεγαλογερμανιστές της Βιέννης. Η επίδραση αυτού του ευρύτερου πολιτισμικού κομπογιαννιτισμού στους ναζιστές άρχισε σχετικά αργά να ερευνάται επισήμως. Από τις παροιμιώδεις κρανιομετρήσεις του Χίμλερ στο Θιβέτ προκειμένου να αποδειχτεί ότι εκεί υπήρξε το λίκνο της αρίας φυλής μέχρι τις πρακτικές λύσεις για το «φυλετικό πρόβλημα», και τα βιβλία της Σαβίτρι Ντέβι (μιας γυναίκας που αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ένα ευφυές άτομο μπορεί να ζήσει όλη του τη ζωή σε κατάσταση ημιπαραφροσύνης) οι τσαρλατάνοι του χιτλερισμού και του σύγχρονου νεοναζισμού προσπαθούν να κρατηθούν από μια ψευδοεπιστημονική κωμικοτραγική «γραμματεία».

Από την Οχράνα στην CIA, η απόσταση μοιάζει μεγάλη αλλά πιθανώς δεν είναι. Οι μέθοδοι της Οχράνα, στους οποίους βασίστηκε η λειτουργία και η δράση των κατοπινών σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών, πρώτα της Τσεκά και κατόπιν της Γκε Πε Ου, της Νι Κα Βε Ντε και της Κα Γκε Μπε, ίσως είναι πια γνωστοί. Αυτό που ίσως δεν είναι ευρύτερα γνωστό είναι ότι η Οχράνα συνέταξε και διέδωσε τα ψευδή Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, που λειτούργησαν ως καταστατικό κείμενο του αντισημιτισμού. Καμία μυστική υπηρεσία ως σήμερα δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα ψευδογεγονός αυτής της κλίμακας που να λειτουργήσει σε τέτοιο βάθος χρόνου· κι όχι τόσο εξαιτίας του άγριου αντισημιτισμού, όσο γιατί αναπτύσσουν μια θεωρία που μπορεί ο οποιοσδήποτε ευήθης να την προσαρμόσει στις φαντασιώσεις του. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όταν μελετήθηκε το ρωσικό πρωτότυπο των Πρωτοκόλλων, οι ερευνητές εντόπισαν επιδράσεις του ύφους του Ντοστογέφσκι. Πρόκειται για το σατιρικό έργο Διάλογος στην Κόλαση ανάμεσα στον Μοντεσκιέ και τον Μακιαβέλλι του Μωρίς Ζολύ, όπου ενσωματώνονται και επτά σελίδες ξεσηκωμένες από ένα μυθιστόρημα του Ευγένιου Σύη! Και τελικά η κληρονομιά της Οχράνα δεν είναι τα ίδια τα Πρωτόκολλα αλλά το ότι με βάση αυτά δηλητηριάστηκαν οι συνειδήσεις σε πλανητικό επίπεδο και αναπτύχθηκαν αμέτρητες θεωρίες συνωμοσιών που κρατούν μεγάλες μάζες του παγκόσμιου πληθυσμού σε κατάσταση μερικής παραφροσύνης.

Ο πόλεμος των ιδεών αναφέρεται στην εμπλοκή της παγκόσμια κουλτούρας σ’ έναν πόλεμο ιδεών που μαινόταν παράλληλα με τον ψυχρό πόλεμο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία του Μέλβιν Λάσκι, που διηύθυνε το περίφημο περιοδικό Encounter από το 1958 έως το κλείσιμό του, το 1991, όταν οι New York Times αποκάλυψαν ότι το χρηματοδοτούσε η CIA. Ο ίδιος αργότερα το παραδέχτηκε με την αποστροφή: Και ποιος περιμένατε να μας δώσει τα χρήματα; Η γριούλα με τα αθλητικά παπούτσια από την Άιοβα; Ο τροτσκιστής στα νιάτα του Λάσκι υπήρξε δαιμόνιος ιδίως στην ικανότητά του να αποσπά συνεργασίες υψηλού επιπέδου (Φ. Τόυνμπη, Χ.Λ. Μπόρχες, Λέζεκ Κολακόφσκι, Τζορτζ Στάινερ, Ρόμπερτ Γκρέηβς, Ουίλλιαμ Τρέβορ κ.ά.) όπως και νωρίτερα με το βραχύβιο έντυπο Der Monat (Τζορτζ Όργουελ, Χάνα Άρεντ, Ρεϋμόν Αρόν, Ιγνάτσιο Σιλόνε, Μαξ Φρις, Χάινριχ Μπελ κ.ά.).

Ήδη από την εποχή των δικών της Μόσχας ο έλεγχος της κουλτούρας που είχε επιβάλει το σοβιετικό καθεστώς ήταν ασφυκτικός ενώ κατά την διάρκεια της σοβιετικής εποχής εκτελέστηκαν περί τους 2.500 συγγραφείς και διανοούμενοι. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο το 1990 λύθηκε το «μυστήριο» του τι συνέβη στον πεζογράφο Μπορίς Πιλνιάκ, πρόεδο για ένα διάστημα της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων και προσωπικό φίλο του Μαλρώ. Ο Πιλνιάκ εκτελέστηκε στις φυλακές της Λουμπάνκα το 1938, την χρονιά που χάθηκαν τα ίχνη του. Όλα αυτά δεν ήταν ευρέως γνωστά στη δύση αλλά και τα λίγα που είχαν διαρρεύσει ήταν αρκετά για να αποστασιοποιηθεί μεγάλος αριθμός δυτικών ριζοσπαστών και αριστερών διανοουμένων.

Όταν στην μεταπολεμική περίοδο η Σοβιετική Ένωση έγινε πανίσχυρη και πρωτοπορούσε στην προσπάθεια για την κατάκτηση του Διαστήματος οι Αμερικανοί κατάλαβαν ότι είχαν ήδη χάσει πολύ χρόνο και θα έπρεπε να διεξαγάγουν έναν σκληρό ιδεολογικό αγώνα. Μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ χρηματοδότησαν περιοδικά, εκδηλώσεις και συνέδρια, ενώ δαπανήθηκαν τεράστια ποσά για θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις ζωγραφικής, ιδίως του αφηρημένου εξπρεσιονισμού (Τζάκσον Πόλοκ, Μαρκ Ρόθκο), ακόμα και τζαζ συναυλίες. Η CIA επέλεξε να ενισχύσει οικονομικά την μοντέρνα τέχνη ως έκφραση ελευθερίας και ως αντίθεση στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό! Από τις διακηρύξεις του Ζντάνοφ, την τραγική περίπτωση του Παστερνάκ και τα κείμενα μνημειώδους μισαλλοδοξίας κατά συγγραφέων μέχρι τις αναζητήσεις του περίφημου Ιταλού εκδότη Τζιαντζιάκομο Φελτρινέλλι για εκδόσεις έργων Σοβιετικών συγγραφέων και την πορεία του Encounter, ο Βιστωνίτης εκθέτει μερικές από τις αμέτρητες μάχες του αγνώστου πολέμου των ιδεών ανάμεσα στους δυο κόσμους.

Η αδυναμία ακριβώς των δυτικών διανοούμενων να κατανοήσουν σε βάθος την οργανωτική δομή και τα προβλήματα του σοβιετικού πολιτικού και πολιτιστικού συστήματος αποτελεί το αντικείμενο του επόμενου κειμένου, Η μέθοδος του Στάλιν, που συνεχίζει να ανακαλεί τις περιπέτειες της ρωσικής κουλτούρας από την Οκτωβριανή Επανάσταση ως την πτώση του καθεστώτος. Η πολιτική σημασία της κουλτούρας αποτελούσε μείζον ζήτημα για τους Μπολσεβίκους επειδή απλούστατα συνιστούσε το σημαντικότερο μέσον νομιμοποίησης του καθεστώτος. Η επέκταση του κομματικού κράτους στο πεδίο της έκφρασης των ιδεών όμως δεν συνέβη όσο εύκολα πιστεύουν πολλοί. Η αμφιθυμία του Στάλιν απέναντι στον Αντρέι Πλατόνοφ, η περίπτωση του κομισάριου της κουλτούρας Ανατόλι Λουνατσάρκσι, η περίφημη δήλωση του Γεβγκένι Ζαμιάτιν για την ελευθερία του λόγου του, η συμμαχία Στάλιν και Γκόρκι (μέχρι να εξοριστεί κι αυτός στο Γκουλάγκ), η εφεύρεση του όρου σοσιαλιστικός ρεαλισμός από τον ίδιο τον Στάλιν, η αντίδρασή του στην αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, οι ελιγμοί του Έρενμπουργκ είναι και πάλι ελάχιστες από τις πτυχές ενός ατέλειωτου πολιτισμικού πολέμου.

Η δεύτερη ενότητα, Η κατοικία και η εξορία, δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει κι ένα από τα καθαρόαιμα ταξιδιωτικά κείμενα του Βιστωνίτη. Η διαπασών του χρόνου γράφεται με αφορμή ένα ταξίδι στην Φεζ όπου ο συγγραφέας διαπιστώνει πως μια πόλη δεν είναι πραγματική σε κανένα κείμενο, αφού είναι εκείνη που γεννά τα κείμενα, απλούστατα επειδή τα περιέχει. Στην Φεζ, όπως και στο Μαρρακές (για να θυμηθούμε για άλλη μια φορά τον Ελίας Κανέτι), οι φωνές είναι εκείνες που πάλλονται στο στερέωμα αλλά εδώ είναι φωνές απόντων, «μια σύνοδος των ψυχών που τα πρωινά βρίσκονται φυλακισμένες στη μεγάλη μεντίνα, για την οποία είχαμε προειδοποιηθεί ότι αν προχωρούσαμε μόνοι στα έγκατά της υπήρχε κίνδυνος να χαθούμε». Αλλά αυτόν τον κίνδυνο δεν τον ένιωσε ποτέ: η φωνή του μουεζίνη τον κατευθύνει πάντα προς την έξοδο κι όσο για τον χρόνο, στην Ανατολή ακόμα τον υπολογίζεις με τον ήλιο που δεν κάνει ποτέ λάθος.

Οι πόλεις είναι απτές, όμως ο εσωτερικός τους κόσμος άυλος και η αφήγηση που λέγεται ζωή δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Αν στην καρδιά του Λαβυρίνθου, στο κέντρο μιας πόλης ενεδρεύει και σήμερα ο Μινώταυρος ή Μέδουσα ή κάποιο άλλο τέρας, αυτό δεν πρόκειται να το μάθουμε ποτέ. Γιατί τώρα το τέρας είναι πολυπρόσωπο κι αλλάζει ονόματα συνεχώς, γράφει ο συγγραφέας στο τρίτο από δέκα κομμάτια του κειμένου. Κι αν, συμπληρώνει στο τελευταίο, σε όποια πόλη βρεθούμε, το πρώτο που θέλουμε να δούμε είναι το κέντρο της, ο πυρήνας της, ίσως κατά βάθος αναζητούμε το σημείο αναχώρησης, όχι την καρδιά της πόλης. Αυτή μπορεί να χτυπάει αλλού και να μην το υποψιαζόμαστε.

Το κείμενο Κάτω από τη ίδια στέγη εστιάζει σε ένα άλλο διαρκές κέντρο της πρόζας του Βιστωνίτη: την ίδια την πολεοδομία και την αρχιτεκτονική αλλά και την σχέση τους με την λογοτεχνία. Οι αφηγήσεις χαρτογραφούν τις πόλεις, η λογοτεχνία τις υπομνηματίζει, γράφει εδώ ο Βιστωνίτης, που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του βίου του το πέρασε σε μεγάλες ή μικρές πόλεις, έτσι ήταν αναμενόμενο να συσχετίζει από νωρίς το κτίσμα με το κείμενο, τη δόμηση του χώρου με τη δομημένη γλώσσα τον κειμένων, ανάγοντας την φιλοσοφία της κατασκευής σε μείζονα προϋπόθεση της δημιουργίας. Είναι άραγε τέχνη η αρχιτεκτονική, κι αν ναι, πώς συνδέεται με την λογοτεχνία; Η πρώτη σκέψη αφιερώνεται στον Γιόζεφ Μπρόντσκι που ζώντας εξόριστος, μακριά από τη γενέθλια πόλη του, θα έπρεπε να ορίσει εκ νέου τον κόσμο μετατοπίζοντας την οπτική του γωνία και να ανακαλύψει κάποιαν άλλη Πετρούπολη. Είναι άραγε κάτι τέτοιο εφικτό; O συγγραφέας που ζει στις πόλεις διατηρεί μέσα του ισχυρά δυο πρωταρχικά αισθήματα: της καταγωγής και της ταυτότητας, του ανήκειν δηλαδή, μαζί με το αίσθημα της ορφάνιας, αφού παραμένει έκθετος στον περίγυρο.

Ο ένοικος, ένα μεγάλο εξομολογητικό κείμενο, εκκινεί από μια φωτογραφία που ο συγγραφέας έβγαλε μπροστά σε ένα από τα πολλά σπίτια των παιδικών του χρόνων στην Κομοτηνή.  Εδώ συλλογίζεται για την ανυπόφορη πεζογραφία της εφηβείας, για την οποία σπατάλησε, διαβάζοντάς την, πολύτιμο χρόνο σε κρίσιμες εποχές, για το ένα και μοναδικό τίμημα στον αγώνα για να εκφραστεί, την εξορία, για τις φωτογραφίες που δεν αποτελούν τεκμήριο ζωής αλλά αυταπάτες της αναβίωσης και κατασκευές του χρόνου, για τον εγκλεισμό του καλλιτέχνη: «Ο καλλιτέχνης είναι έγκλειστος. Το έργο του περιγράφει το ιστορικό της απόδρασής του, τον δρόμο προς τους άλλους. Το παλιό όνειρο στην τέχνη: να εξαπατήσουμε τον χρόνο, για να βρεθούμε στο κέντρο του κόσμου. Είναι όμως οδυνηρό να διασχίζεις αντίστροφα τον χρόνο». Η δημιουργία είναι αντίστροφη κίνηση· τρέχεις να προλάβεις πόρτες που κλείνουν πίσω σου. Το γράψιμο σου στερεί τη χαρά της ζωής γιατί είναι ζωή πολλαπλασιασμένη, μια ανυπόφορη τέχνη που απαιτεί συνεχώς να είσαι ο εαυτός σου, ακόμη κι αν μέσα από αυτόν ανασύρεις την άλλη σου πλευρά. Είναι μια πικρή και ακοινώνητη χαρά. Οι σημαντικοί δημιουργοί κατάφεραν να σωθούν μετατρέποντας το πάθος τους σε κοινή περιουσία.

Η ενότητα Τόποι, πόλεις, άνθρωποι συνεχίζει στην διαρκή πρόζα του συγγραφέα πάνω στην τριπλή αυτή θεματική. Αυτή τη φορά είναι το μεξικανικό Κογιοακάν, η Βιέννη, η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, το Βερολίνο, το Ντουίνο, το Μπουένος Άιρες, το Πεκίνο και το Παρίσι που τυγχάνουν μικρών πλην περιεκτικότατων συνόψεων μιας διαχρονικής πολιτιστικής φυσιογνωμίας. Τα Πάθη του Έρωτα θυμούνται τις κορυφαίες ερωμένες της κλασικής λογοτεχνίας, το Έρωτες και πάθη στο Παρίσι αναφέρεται μεταξύ άλλων στην συνάντηση του Έζρα Πάουντ με την Νάταλι Κλίφορντ Μπάρνεϋ, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια στην ιστορία του μοντερνισμού, ενώ η πόλη του φωτός δικαιώνει σε άλλο κείμενο την ιδιότητά της ως μιας «κινούμενης γιορτής».

Οι διαδρομές του καφέ, μια αυτόνομη πλην συγγενής ενότητα, μας ταξιδεύει σε πέντε σημαντικά καφέ του κόσμου που αποτελούν ήδη μυθολογημένους τόπους συνάντησης, μοναξιάς, γραφής και αφηγήσεων. Τέλος, Ο κόσμος αλλού, συμπυκνώνει σε σύντομα κείμενα ιδιαιτερότητες εποχών, μυθολογίες μηχανών, φυσιογνωμίες εορτών και κόσμους ιδεών. Διαβάζοντας όλα αυτά τα κείμενα διατηρούσα διαρκώς την αίσθηση πως όλοι αποτελούμε ενοίκους όχι μόνο του τόπου που ζούμε αλλά όλων των τόπων που επισκεφτήκαμε ή μας περιμένουν να επισκεφτούμε. Παραμένουμε όμως ένοικοι και της ίδιας της ανθρώπινης Ιστορίας, όσο κι αν επιθυμούμε να την ξεχάσουμε ή να την εξωραΐσουμε. Όπως βέβαια και της δικής μας προσωπικής ιστορίας. Ως προς αυτήν, ακούμε συνεχώς πόσα κερδίζει κάποιος μπαίνοντας στα χρόνια, αλλά αυτά δεν είναι παρά η επίγνωση της απώλειας. Κερδίζουμε τη γνώση του ποια πράγματα έχουμε χάσει, προχωρούμε συσσωρεύοντας, όμως το φορτίο είναι μεγάλο, κομμάτια του πέφτουν στην πορεία, στρώματα λήθης σωριάζονται στο νου… [σ. 193]

Τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο Βήμα, άλλα στα ένθετα του Πολιτισμού και των Βιβλίων και άλλα στο ΒΗmagazino), ενώ κάποια δημοσιεύτηκαν σε παλαιότερα βιβλία του συγγραφέα, στο Φρέαρ, στον Αναγνώστη και σε ξένα περιοδικά.

Εκδ. Κίχλη, 2017, σελ. 481.

Υπό δημοσίευση: (δε)κατα, τεύχος 51, φθινόπωρο 2017.

Στο Πανδοχείο έχουμε παρουσιάσει την Λογοτεχνική Γεωγραφία και το Ex Libris. Κείμενα για την λογοτεχνία του εικοστού αιώνα. Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ (πάνε ήδη επτά χρόνια!).

Στις εικόνες: Stalin στα Αρχεία της Okrhana, Boris Pilnyak [Yuri Annenkov], Joseph Stalin – Maxim Gorky, 1931 [Pravda, 1940], Joseph Brodsky, Ezra Pound [αμφότεροι στην Βενετία], Cafe Gijon [Inma Serrano].

07
Σεπτ.
17

Χαρτοπαίγνιο 21 ερωτήσεων

Το ιστολόγιο Περί λογοτεχνίας και άλλων δαιμονίων προσκάλεσε το Πανδοχείο σε χαρτοπαίγνιο 21 ερωτήσεων επί χάρτου λογοτεχνικού και βιβλιοδετημένου, εμπνευσμένο από το βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης…». Το ονόμασε Βιβλιοφαγικό Βlackjack και όρισε τις εξής οδηγίες: «Ας υποθέσουμε πως πρέπει να γεμίσετε μία βιβλιοθήκη που έχει 21 ράφια. Καθένα από τα ράφια αυτά αντιστοιχεί στις κατηγορίες που θα διαβάσετε παρακάτω. Σε κάθε ράφι πρέπει να τοποθετήσετε τουλάχιστον ένα  βιβλίο». Προσπαθήσαμε να ανταποκριθούμε με αυτόματη γραφή και χειροκίνητη ειλικρίνεια. Προηγήθηκαν και σταδιακά προστίθενται και άλλοι βιβλιοπαίκτες. Η πηγή της ανάρτησης εδώ.

1. Βιβλία που δεν είναι ανάγκη να διαβάσεις.

Όσα δεν με ερεθίζουν, ελκύουν, ενδιαφέρουν, εξεγείρουν. Όσα από τις πρώτες σελίδες μου προκάλεσαν ανία ή αδιαφορία.

2. Βιβλία που φτιάχτηκαν για άλλες χρήσεις και όχι για να διαβαστούν.

Τα λειτουργικά βιβλία των θρησκειών, παρόλο που συχνά περιέχουν περίλαμπρα κείμενα, ιδίως για τους περιπλανώμενους εκτός πίστεων σαν κι εμένα. Επίσης τα βιβλία «τέχνης» που απευθύνονται και στους απλούς ξεφυλλιστές. Αν δεν έχουν κείμενα, υποτίθεται, δεν διαβάζονται. Οι ειδικοί μας λένε ότι και χωρίς κείμενα διαβάζονται. Συνεπώς πρέπει να γράψουν κάποια κείμενα για να μάθουμε να διαβάζουμε την τέχνη χωρίς κείμενα.

3. Βιβλία που ήδη διάβασες χωρίς να κάνεις τον κόπο να τα ανοίξεις γιατί ανήκουν στην κατηγορία των ήδη διαβασμένων πριν ακόμα γραφούν.

Είναι εκείνα που μου φάνηκαν προβλέψιμα, σαν σενάρια αμερικανικών ταινιών. Τα οπισθόφυλλα άλλωστε (αν και παράγωγα πολλαπλών παραλλαγών του ίδιου κειμένου) τα προδίδουν. Η λογοτεχνία πήρε ό,τι πήρε από τον κινηματογράφο, δεν έχει άλλο. Αντίθετα, ο κινηματογράφος μπορεί διαρκώς ν’ απορροφά λογοτεχνίες.

4. Βιβλία που αν μπορούσες να ζήσεις περισσότερες ζωές θα διάβαζες ευχαρίστως, αλλά δυστυχώς οι μέρες που σου απομένουν να ζήσεις είναι αυτές που είναι.

Ολόκληρο το σώμα του ελληνικού και του παγκόσμιου θεάτρου. Εκεί ειπώθηκαν όσα ακόμα και η λογοτεχνία αποσιώπησε. Ολόκληρο το σώμα της φιλοσοφίας. Θα είχε ενδιαφέρον να δει κανείς τις διαδοχές και τις ρήξεις, ποιος αντέγραψε ποιον, τι άντεξε ως σήμερα, τι έμεινε χρήσιμο, τι αποδείχτηκε κενός λόγος.

5. Βιβλία που έχεις την πρόθεση να διαβάσεις, αλλά έχουν σειρά κάποια άλλα.

Συλλογές με κριτικές θεατρικών παραστάσεων γιατί μου ανοίγουν με ιδιαίτερους τρόπους την αναγνωστική μου ματιά και με ωθούν να αναζητήσω την εμπειρία τους. Και σκακιστικά βιβλία. Περιμένω να έρθει η στιγμή όπου σ’ ένα ανθρώπινο σπίτι θα έχω μόνιμα ανοιχτή την σκακιέρα και θα προσκαλούμαι στο μυαλό μερικών ευφυών σκακιστών.

6. Βιβλία που είναι πολύ ακριβά και που μπορείς να περιμένεις να αγοράσεις μισοτιμής.

Κατάλογοι εκθέσεων τέχνης. Μέγιστο απωθημένο, ιδίως αν περιλαμβάνουν και κείμενα. Όχι τόσο αυτά που αναλύουν τα έργα, όπου συχνά δεν καταλαβαίνω τίποτα, αλλά τα «άλλα». Φωτογραφικά λευκώματα σκοπευτών που εκτιμώ ή θεμάτων που αγαπώ. Λεξικά λέξεων και άλλων χρήσιμων υποκατάστατων.

7. Βιβλία που επίσης μπορείς να περιμένεις να αγοράσεις όταν επανεκδοθούν στις οικονομικές σειρές.

Τις αποφεύγω τις οικονομικές σειρές γιατί συνήθως έχουν φτηνιάρικα χαρτιά, εξώφυλλα χωρίς αυτιά, «τρία βιβλία σ’ ένα τόμο» και μικρό μέγεθος.

8. Βιβλία που μπορείς να ζητήσεις από κάποιον να σου δανείσει.

Πώς να δανειστώ βιβλίο εφόσον υπογραμμίζω και σημειώνω μανιωδώς;

9. Βιβλία που όλοι πια έχουν διαβάσει και άρα είναι σαν να τα έχεις διαβάσει κι εσύ.

Δυστυχώς δεν έχω το ίδιο γούστο με τους όλους. Το ίδιο παθαίνω και με την μουσική και μερικές άλλες μανίες. Κι έτσι αδυνατώ να συνυπάρξω σε μια ομόθυμη κοινωνία αναγνωστών.  Ακόμα κι όταν φιλικοί κύκλοι εκστασιάζονται με «σύγχρονες και παλιές επιτυχίες» παραμένω ο ιδιότροπος που δεν βρίσκει χαρά. Συνεπώς δεν προχωρώ στα περιεχόμενα των επιλογών τους.

10. Βιβλία που εδώ και πολύ καιρό έχεις στο πρόγραμμα να διαβάσεις.

Ας αντιγράψω ό,τι βλέπω στο σχετικό ράφι. Θανάσης Λάμπρου – Κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό [εκδ. Περισπωμένη]. Έντουαρν Σαΐντ – Εκτός τόπου [εκδ. Μεταίχμιο]. Χέρμαν Μπροχ – Βιργιλίου Θάνατος [εκδ. Gutenberg]. Στεφάν Οσμόν – Ανεξέλεγκτα στοιχεία [εκδ. Πόλις]. Νάσος Θεοφίλου – Ιστορίες του καζαμία [εκδ. Ύψιλον]. Όπως βλέπετε πρόκειται αντίστοιχα για ένα δοκίμιο, μια βιογραφία, μια κλασική μυθοπλασία, μια σύγχρονη μυθοπλασία και την τέχνη της γραφής των λίγων λέξεων. Συνήθως αυτές είναι τα «είδη» των τεσσάρων καθιερωμένων παράλληλων αναγνώσεων. Ευτυχώς τα νυχτερινά όνειρα δεν τηρούν αυτή την τετραπλή διάκριση και τις αναμειγνύουν σε ενιαίο χάος.

11. Βιβλία που ψάχνεις χρόνια και δεν βρίσκεις.

Μου λείπει το Αρχείον του Ν.Γ. Πεντζίκη από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις (πού να το ήξερα τότε που περιπλανιόμουν σχεδόν ανέστιος στην οδό Λαγκαδά ότι βρίσκονταν στο τέταρτο χιλιόμετρό της!). Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα  Το βιβλίο της εξορίας [εκδ. Πατάκη]. Τ.Ε. Λώρενς – Επτά στύλοι της σοφίας [εκδ. Εστία]. Σαμ Σέπαρντ – Το μεγάλο όνειρο του παραδείσου [εκδ. Καστανιώτη]. Επίσης, με αφορμή ένα κείμενο που γράφω εδώ και χρόνια, Τζουνιτσίρο Τανιζάκι, Το ημερολόγιο ενός τρελού γέρου [εκδ. Καστανιώτη] και Πέπη Ρηγοπούλου, Το σώμα [εκδ. Πλέθρον].

12. Βιβλία που αφορούν κάτι με το οποίο ασχολείσαι αυτή την περίοδο.

Απολαμβάνω το δίτομο έργο του Σάββα Κονταράτου – Ουτοπία και πολεοδομία [εκδ. ΜΙΕΤ]. Όπως αντιλαμβάνεστε, με ενδιαφέρουν αμφότεροι οι κόσμοι που τελικά συνυπήρξαν σε ιδανικές έως και εξωφρενικές εκδοχές.

13. Βιβλία που θέλεις να αγοράσεις για να τα έχεις στη διάθεσή σου για κάθε περίπτωση.

Βιβλία θεωρίας και κριτικής της λογοτεχνίας για το ενδεχόμενο της έντονης επιθυμίας να αναζητήσω μια διαφορετική ερμηνεία πάνω σ’ ένα έργο. Συλλογές από θεατρικές κριτικές για έργα που μπορεί κάποια στιγμή να δω.

14. Βιβλία που θα μπορούσες να τα βάλεις κατά μέρος για να τα διαβάσεις ίσως το καλοκαίρι.

Το καλοκαίρι ταξιδεύω πάντα διπλά και το δεύτερο ταξίδι γίνεται μέσω ενός ταξιδιωτικού βιβλίου. Φέτος διάβασα τα Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες, τ. Β΄ του Φώτη Τερζάκη [εκδ. Πανοπτικόν]. Για του χρόνου έχω σημειώσει την Ίζαμπελ Έμπερχαρντ – Με την άμμο στα μάτια [εκδ. Νάρκισσος].

15. Βιβλία που σου λείπουν για να τα βάλεις δίπλα σε άλλα στη βιβλιοθήκη σου.

Η βιβλιοθήκη μου ακολουθεί μια πλήρως πρακτική, σχεδόν πεζή ταξινόμηση και χωρίζεται σε δυο μέρη: διαβασμένα και αδιάβαστα. Τα διαβασμένα χωρίζονται σε άλλα δυο μέρη: εκείνα που απόλαυσα και τα υπόλοιπα που πρέπει για κάποιο λόγο να κρατήσω. Τα αδιάβαστα χωρίζονται σε τέσσερα μέρη: εκείνα που σκοπεύω να παρουσιάσω στο Πανδοχείο, εκείνα που θα μου χρησιμεύσουν για το βιβλίο που υποκρίνομαι πως γράφω, εκείνα που επιθυμώ να διαβάσω χωρίς σκοπιμότητες και τα άλλα που περιμένουν το κάλεσμα της κατάλληλης περίστασης. Συνεπώς αντιλαμβάνεστε πως η σειρά διαρκώς αλλάζει κι όλα βρίσκονται εκτός εντεταλμένης θέσης.

16. Βιβλία που σου εμπνέουν μια ξαφνική φρενιασμένη και όχι εύκολα δικαιολογήσιμη περιέργεια.

Από φρενιασμένη περιέργεια άλλο τίποτα. Αλλά ως απελπιστικά αναλυτικός διαπιστώνω ότι αμέσως σπεύδω να την δικαιολογήσω. Με ενδιαφέρει η συνομιλία της λογοτεχνίας με άλλες, φαινομενικώς ασύμβατες τέχνες, όπως η ναοδομία, η νομική, η θεολογία, η συγκοινωνιολογία.

17. Βιβλία που διάβασες πριν πολλά χρόνια και ήρθε πια ο καιρός να ξαναδιαβάσεις.

Τα έχω έτοιμα πλην υπό διαρκή αναβολή. Η κορυφαία συνεργασία του Χόρχε Λουίς Μπόρχες με τον Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες, Έξι προβλήματα για τον Δον Ισίδρο Παρόδι [εκδ. Ύψιλον]: ευφυείς αστυνομικές ιστορίες που δεν συμπεριλήφθηκαν στις πρόσφατες εκδόσεις των Απάντων του Μπόρχες. Επίσης Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα του Νίκου Νικολαΐδη [εκδ. Greekworks.com]. Θα διαβάσω το πρώτο αργά, ως μαθητευόμενος ιδιωτικός ντέτεκτιβ και το δεύτερο βουλιμικά, ως συνομιλητής κάποιου που έφυγε αλλά δεν έφυγε.

18. Βιβλία που πάντα έλεγες ότι έχεις διαβάσει και ήρθε πια ο καιρός να διαβάσεις αληθινά.

Μου ζητάτε να αναιρέσω τα ψέματά μου;

19. Καινούργια βιβλία των οποίων το θέμα ή ο συγγραφέας σε ελκύουν.

Θέμα: μια γηραιά ηρωίδα με καταιγιστικό ερωτισμό που εξεγείρεται μέσα από την ανάγνωση δεκάδων βιβλίων σε κάποιον θλιβερό οικισμό μιας φασιστικής χριστιανικής μεσογειακής χώρας [Πάμπλο Γκουτιέρεθ – Τα ανατρεπτικά βιβλία, εκδ. Καστανιώτη].

20. Βιβλία των οποίων ο συγγραφέας ή το θέμα δεν είναι νέα για σένα.

Συγγραφέας: Ο Αντρέ Ζιντ δεν είναι νέος για μένα, εφόσον απόλαυσα την Στενή Πύλη πολύ νέος σε μια αρχαία έκδοση. Τώρα με την νέα έκδοση των Κιβδηλοποιών απολαμβάνω το βάθος ενός σπάνιου πνεύματος [εκδ. Πόλις].

21. Βιβλία των οποίων ο συγγραφέας ή το θέμα είναι εντελώς άγνωστα, τουλάχιστον για σένα.

Αμφότερα αποτελούν μόνιμη αναγνωστική πρόκληση. Μόλις ξεκίνησα την μελέτη του Freddy Decreus για την Τελετουργία στο Θέατρο του Θεόδωρου Τερζόπουλου [εκδ. Άγρα]. Μπαίνω με άγνωστο οδηγό στον εξίσου άγνωστο κόσμο ενός ιδιαίτερου θεάτρου που όμως έχω την αίσθηση ότι με αφορά άμεσα.

Στις εικόνες, οκτώ από τους προσφιλέστατους συγγραφείς μπροστά από ακατάστατα ράφια (Camilo Jose Cela) ή κλειστά ρολά (Julio Cortázar), μέσα σε χαώδη δωμάτια (Jose Lezama Lima) και χωρίς συντροφιά (Juan Carlos Onetti) αλλά πάντα με την σκέψη της γυναίκας (Malcolm Lowry) και την ετοιμότητα για όλους τους σταθμούς των τραίνων (Ricardo Piglia) ή την επίκληση άλλων τεχνών (Alasdair Gray). Απαραίτητες προφανώς προϋποθέσεις για τις γραφές που μας έχουν φέρει σ’ αυτή την κατάσταση.

06
Σεπτ.
17

Paul-Laurent Assoun – Ο διαστροφικός και η γυναίκα

Η ανομολόγητη συμπαιγνία

Μεταξύ ψυχανάλυσης και λογοτεχνίας υφίσταται μια μορφή θανατηφόρου συγγενείας. Η ψυχανάλυση επαναλαμβάνει με ακρίβεια εκείνο που αποπειράται η λογοτεχνία: εκθέτει ωσάν θάμβος στον καθρέφτη. Χαρακτηρίζεται βέβαια από έλλειψη λεπτότητας καθώς εκθέτει εκείνο το οποίο η λογοτεχνία αφήνει να διαφαίνεται και εκστομίζει ό,τι ο άλλος ψιθυρίζει. Το λογοτεχνικό κείμενο με την σειρά του συνιστά προνομιακό χώρο της «παραγωγής του ασυνείδητου».Ο ίδιος ο Φρόυντ επιβεβαιώνει πως το λογοτεχνικό έργο αποτελεί την «ποιητική αναπαράσταση του ιστορικού μιας ασθένειας και της θεραπείας της».

Η γυναίκα και ο διαστροφικός αποτελούν τις κυρίαρχες μορφές σε μερικά κείμενα – ορόσημα της λογοτεχνικής παράδοσης· η γυναίκα ως το θέμα της αφήγησης και ο διατροφικός ως ο συγγραφέας ή ήρωας του έργου. Τι είναι εκείνο που εξασφαλίζει για τον διαστροφικό το δικαίωμα πρόσβασης στην γυναίκα και τι διαθέτει ώστε να την ελκύει; Πως η γραφή της διαστροφής έχει την μοναδική αρετή να απελευθερώνει την θηλυκότητα; Το λογοτεχνικό αυτό ζεύγος πυροδοτεί ένα μέγιστο κλινικό ζήτημα για το πεδίο της ψυχανάλυσης διαβάζονται μερικά σπουδαία λογοτεχνικά έργα, όπως ο Δον Ζουάν του Μολιέρου, Οι γάμοι του Φίγκαρω του Μπωμαρσαί, Τα άνθη του κακού του Μπωντλαίρ, Ο μύλος της Πολωνίας του Ζιονό, Ο Πύργος του Κάφκα, Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκραίυ του Ουάιλντ. Ο συγγραφέας, ψυχαναλυτής και πανεπιστημιακός, γράφει με σύνθετο πλην σαγηνευτικότατο λόγο.

Η Φαίδρα του Ρακίνα [1677] ενσαρκώνει το πάθος, σε σημείο ώστε να λειτουργεί ως αρχέτυπό του. Στο συνεχές της  αιωνιότητας, απλώς παραλαμβάνει την σκυτάλη από τον λόγο περί πάθους. Δεν έχει επισημανθεί επαρκώς πως η πρώτη νεωτερική κωδικοποίηση της υστερίας – ως κλινική και (προ)επιστημονική αποκρυπτογράφηση του πάθους της γυναίκας – είναι σύγχρονη της Φαίδρας. Μέχρι τότε την ενσάρκωση της γυναίκας του φαύλου πάθους κάλυπτε το μοντέλο της  μάγισσας που έπρεπε να καεί. Από τα τέλη του 16ου αιώνα το Δίκαιο και η Επιστήμη αμφισβητούν μια τέτοια ερμηνεία και παραμένει το ερώτημα για την θέση της άλογης συνθήκης την οποία εξακολουθεί να φανερώνει η γυναίκα. Οι αφύσικες και ανομικές εκδηλώσεις του σώματος εξακολουθούν να αναφέρονται σε μια δαιμονική διεργασία.

Αλλά στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα ο ιατρικός λόγος θα επιληφθεί του σχετικού λόγου και το γυναικείο σώμα αναφέρεται ως σύμπτωμα. Η υστερία (υστέρα: μήτρα) συσχετίζεται μέσω επίμοχθων θεωρήσεων με μυστηριώδεις εσωτερικές κινήσεις και με την ίδια την κινητικότητα της μήτρας. Την ίδια στιγμή όμως το σώμα συσχετίζεται με την ψυχή βάσει ενός δυϊσμού στον οποίο ο Ντεκάρτ απέδωσε την πλήρη του έκφραση. Ο Ρ. Μπέρτον στην Ανατομία της μελαγχολίας την κατατάσσει στην «μελαγχολία των Παρθένων, των Μοναχών και τη Χηρών» Έχει ανοίξει ο δρόμος για μια προσέγγιση που σήμερα θα ονομάζαμε ψυχογενετική, επικεντρωμένη δηλαδή στον ψυχικό παράγοντα.

Ο  κεραυνοβόλος έρωτας της Φαίδρας για τον Ιππόλυτο, γιο του άντρα της Θησέα, σηματοδοτεί καταρχήν την εκκίνηση της ερωτομανιακής διεργασίας. Η ενόρμηση προς το αντικείμενο εκδηλώνεται με μια σωματική κατάπτωση. Εκτός αυτού, η ερωτική επιθυμία συνοδεύεται από ένα αίσθημα μελαγχολίας ενώ η κλινική εικόνα αρχίζει από την εξάντληση και φτάνει ως την ημιπαραλυσία. Στην Φαίδρα δεν τίθεται ζήτημα ικανοποίησης του πάθους. Η μόνη ευχή που εκφράζεται είναι εκείνη της εξομολόγησης: το πάθος της θέλει να εκφραστεί. Η εξομολόγηση αυτή δεν είναι μια απλή πληροφορία αλλά η προτροπή να εκλάβει ο Άλλος τον εαυτό του ως αιτία του δικού της πάθους. Η τραγωδία της συνίσταται τόσο στο ότι οφείλει να εκφραστεί όσο και στο ότι αναπόφευκτα εκφράζεται επί ματαίω. Είναι η εστία ενός απαγορευμένου πάθους αλλά και το υποκείμενο ενός απαγορευμένου λόγου. Το αξιοσημείωτο είναι ότι δεν προσποιείται σε καμία περίπτωση. Από αρχής μέχρι τέλους θέλει να πει την αλήθεια και μόνο. Η υστερική της ενόρμηση αποτελεί και μια ενόρμηση αλήθειας άρα η ιστορία της είναι και η ιστορία μιας αναχαιτισμένης αλήθειας.

Η παθιασμένη γυναίκα εμφανίζεται τέλος ως απορρύθμιση του κόσμου. Η Φαίδρα απορρυθμίζει θεαματικά τις σχέσεις συγγένειας κι εξουσίας. Στην πατριαρχική κοινωνία η γυναίκα αποτελεί συμβολικό αγαθό εντός του ανταλλακτικού συστήματος όπου δεν υπάρχει θέση για την υστερική. Η εισβολή της ανατρέπει τους νόμους του καθιερωμένου καταμερισμού των ρόλων και παραβιάζει την σχέση πατέρα με γιο και συζύγου με σύζυγο, ενώ κινδυνεύει η ίδια η πολιτική εξουσία της Τροιζήνας. Η διαλεκτική της εξομολόγησης δύναται να προσδιοριστεί μονάχα σε σχέση με την εξουσία η οποία της απαγορεύει να εκφραστεί (ο Θησέας αυτοπροσώπως) υποχρεώνοντάς την να εσωτερικεύσει το τραύμα της ως ενοχή. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως η τελευταία λέξη του ανήκει· στην παθιασμένη γυναίκα ωστόσο ανήκει η τελευταία κραυγή.

Στην περίπτωση του έργου Οι ψευδοεξομολογήσεις του Μαριβώ [Les Fausses Confidences, 1737] ερευνάται η απόλαυση του μυστικού και ο διαστροφικός μηχανισμός της ψευδοεξομολόγησης. Το θέατρο του Μαριβώ διαθέτει την δομή εφαρμοσμένης ερωτικής ψυχολογίας καθώς δείχνει (χωρίς να καταδεικνύει) τις συνθήκες οι οποίες καθορίζουν το έρωτα, ήτοι εκθέτει τις διακυμάνσεις της «εκλογής αντικειμένου» μαζί με τα παράδοξα της σχέσης φαντασίωσης και πραγματικότητας.

Όσο περισσότερο ο Έρως μοιάζει να εξαρτάται από τα λεκτικά «τεχνάσματα» τόσο περισσότερο δίδεται η εντύπωση ότι ο αληθινός Έρως απαιτεί την καθομολόγηση. Φαινομενικά, υπάρχει κάποιος ο οποίος αγαπά και είναι απολύτως βέβαιος για τον έρωτά του (ο Ντοράν). Το «μήνυμα» πρέπει να αποσταλεί στο αντικείμενο το πόθου (την Αραμίν) μέσω ενός ενδιαμέσου (Ντυμπουά). Ο έρωτας όμως δεν είναι ένα μήνυμα που μεταδίδεται σαν πληροφορία. Ο αγγελιοφόρος θα έπρεπε να πείσει την αγαπημένη ότι την αγαπούν αληθινά. Ο μεσολαβητής δεν ακολουθεί αυτή την οδό· βασιζόμενος στην υπόθεση ότι η αλήθεια του έρωτα δεν μπορεί να μεταδοθεί αφ’ εαυτής θα χρειαστεί να στήσει έναν ολόκληρο μηχανισμό ακριβώς για να την πείσει πως πρέπει να τον αγαπά.

Ο Ντυμπουά στηρίζεται σ’ ένα αξίωμα: το γεγονός ότι μια γυναίκα έχει τεθεί ως αναντίρρητο αντικείμενο της επιθυμίας του άνδρα την καθιστά ικανή να αγαπήσει. Ο έρωτας πρέπει να παρουσιαστεί ως μυστικό, η ερωτική τρέλα περιγράφεται με κλινικό τρόπο, ως μια ανίατη ασθένεια κι η Αραμίν θα μπει ευκολότερα στη θέση αυτής της Άλλης και θα επωμισθεί τον ρόλο της. Όμως η αγαπημένη είναι πλέον τόσο καλά παγιδευμένη από το θέλγητρο του ίδιου της του μυστικού, που δεν ξέρει τι φοβάται περισσότερο: μήπως αρθεί το μυστικό μέσω της εξομολόγησης ή μήπως δεν αρθεί ποτέ; Πρόκειται για την ίδια αρχή που διέπει το κρυφτό: οι παίκτες βάζουν τα δυνατά τους ώστε να μην αποκαλυφθούν, παρά την αγωνία μήπως και δεν βρεθούν ποτέ και ξεχασθούν.

Η διαστροφή ως μεταφυσική: θηλυκότητα και αντικείμενο της φαντασίωσης αφορά την ψυχαναλυτική ανάγνωση του μυθιστορήματος του Γιούκιο Μισίμα Ο ναός του Χρυσού Περιπτέρου [1956]. Εδώ η αφήγηση οργανώνεται βάσει μιας φαντασίωσης για το Αντικείμενο, το μνημείο του τίτλου. Ο Ναός περιγράφεται ως η ενσάρκωση του Κάλλους. Η αφορμή δίδεται με τον πραγματικό εμπρησμό ενός ναού στο Κιότο το 1950 από έναν δόκιμο μοναχό, που στο μυθιστόρημα ενσαρκώνεται στην μορφή του Μιζογκούσι. Η πράξη του θρυμματισμού μιας ιερής «εικόνας» ενέχει ένα παράδοξο: αφενός η εικονοκλασία αποτελεί την κήρυξη του πολέμου κατά της εικόνας, η οποία θεωρείται ύποπτη αλλοίωσης της θείας φύσεως την οποία απεικονίζει· αφ’ ετέρου η εικονοκλασία προϋποθέτει ότι στην εικόνα έχει αποδοθεί τέτοια δύναμη ώστε για την καταστροφή της απαιτείται μια επιθετική πράξη. Η εικονοκλασία επομένως ενέχει τόσο το μίσος για την εικόνα όσο και την γοητεία την οποία ασκεί η εικόνα, ούτως ώστε η καταστροφή να προσλαμβάνει τον χαρακτήρα μιας αντεστραμμένης θρησκευτικής λειτουργίας. [σ. 430]

Ο Χρυσός Ναός αποτελεί το αποκορύφωμα μιας σειράς αντικειμένων του Κάλλους: πρώτα είναι το ξίφος, μετά το γυναικείο σώμα της Ουίκο, συμβόλου της παρθενίας κι ύστερα ο ίδιος ο Ναός.  Πρόκειται για το εκτενέστερο κείμενο του βιβλίου, καθώς διερευνώνται η γυναίκα ως θηλάζουσα μητρότητα, ο ξέφρενος έρωτας του Μιζογκούτσι για το Κάλλος, που πηγάζει από την θέλησή του να αφήσει πίσω του την καταραμένη σκηνή της ένοχης μοιχαλίδας μητέρας και να εισέλθει στην σκηνή της αμέριστης απόλαυσης, η ελαστικότητα του σώματος της ιερόδουλης κατά την εις βάρος της άσκηση βίας, η αισθητική της θυσίας, το σύνδρομο του Ηρόστρατου και πάνω απ’ όλα η σύνδεση του έρωτα με την φθορά και τον θάνατο, μείζον θέμα στην λογοτεχνία του Μισίμα.

Το βιβλίο κλείνει με το επίμετρο του Νίκου Παπαχριστόπουλου, που στην ουσία αποτελεί μια ανάλογη ενδελεχή ανάγνωση ενός απόλυτα μοντέρνου μυθιστορήματος, του Real World της Νατσούο Κιρίνο [2003]. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα της διάπραξης, του περάσματος στην πράξη (ο φόνος της μητέρας από τον γιο), χωρίς κεντρικό ήρωα αλλά με πέντε παράλληλους χαρακτήρες, τον γιο και τέσσερα έφηβα κορίτσια. Η απαραίτητη πραγματοποίηση του συμβολικού θανάτου των γονέων, η αποδιάρθρωση του οιδιπόδειου μοντέλου, οι διαταραχές της εφηβικής ταυτότητας, η ιδέα της ετερότητας ως απαραίτητη συνθήκη για την διαμόρφωση του ιδανικού του [θηλυκού] εγώ, αποτελούν ορισμένες μόνο από τις υπό έρευνα αρτηρίες του έργου. Όπως γράφει ο ίδιος: ο φόνος της μητέρας όχι απλώς ως φαντασίωση προς εξιστόρηση, ως το περιεχόμενο μιας κειμενικής επινόησης, το σενάριο μιας διαστροφικής μυθοπλασίας αλλά ως στοιχείο συνυφασμένο με τον κόσμο αυτόν, στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ φαντασίωσης και πραγματικότητας, μεταξύ εικονικού και πραγματικού κόσμου, θεμελιακό συστατικό της νέας πολιτισμικής συνθήκης. [σ. 488]

Εκδ. Opportuna, 2015, μτφ. Κυριακή Σαμαρτζή, Χρήστος Γεμελιάρης, Νίκος Παπαχριστόπουλος, επιμ. – επίμετρο Νίκος Παπαχριστόπουλος, σελ. 489. Περιλαμβάνονται οι πρόλογοι της πρώτης και της δεύτερης έκδοσης [Paul-Laurent Assoun – Le pervers et la femme, 1989/1993].

Κάπου ανάμεσα στις εικόνες, μια εκδοχή Φαίδρας από την Sarah Bernhardt [1892] και μια απόδοση υστερίας από τον Robert Crumb [1994].




Σεπτεμβρίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 1.028.281 hits

Αρχείο