12
Απρ.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 28. Αναστάσης Βιστωνίτης

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Για τους αγαπημένους μου σύγχρονους συγγραφείς έχω γράψει στο βιβλίο μου Ex libris. Επομένως, είναι περιττό να επαναλάβω εδώ τη λίστα. Ας προσθέσω μόνο, από τους Έλληνες, τους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και τον Άρη Αλεξάνδρου του «Κιβωτίου». Από τους παλαιότερους, θα αναφέρω ελάχιστους. Τον Μπωντλαίρ, τον Τολστόι, τον Φλωμπέρ, τον Σολωμό, τον Πόου και τον Μέλβιλ. Για τους υπόλοιπους μεγάλους κλασικούς περιττό να πω οτιδήποτε. Αυτούς νομίζω ότι πρέπει να τους διαβάζουν όλοι, ή τουλάχιστον όσοι γράφουν, είτε τους αγαπούν είτε όχι.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.  Διαχρονικά η «Ορέστεια», η «Τρικυμία», ο «Δον Κιχώτης», η «Άννα Καρένινα», οι «Δαιμονισμένοι», η «Αισθηματική αγωγή», η «Καρδιά του σκοταδιού», η «Βουή και η αντάρα», η «Ανθρώπινη μοίρα», ο «Δόκτορ Φάουστους», η «Φόνισσα», τα διηγήματα του Βιζυηνού, οι «Ελεγείες του Ντουίνο», οι «Νεκρές ψυχές», το «Κόκκινο και το μαύρο». Σύγχρονα: ο «Υπόγειος κόσμος» του Ντον Ντελίλο, ο «Όμηρος» του Ντέρεκ Γουόλκοτ, τα «Μinima moralia» του Αντόρνο, τα δοκίμια του Μπρόντσκι και πολλά άλλα φυσικά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Η «Κυρία με το σκυλάκι» του Τσέχοφ, ο «Άνυδρος Σεπτέμβρης» και το «Ένα ρόδο για την Έμιλυ» του Φόκνερ, το «Αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού, το «Λόφοι σαν άσπροι ελέφαντες» του Χεμινγκγουέι, το «Αντίο αδελφέ μου» του Τζον Τσίβερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Γράφονται ενδιαφέροντα, καλά και κάποτε πολύ καλά βιβλία, όμως εκείνο που θα μου «άλλαζε τον ρυθμό του κόσμου» δεν το βρήκα ακόμη. Έχουμε βεβαίως πολύ καλούς συγγραφείς και κάποια ελληνικά βιβλία δεν έχουν σε τίποτε να ζηλέψουν από τα όσα κυκλοφορούν στο εξωτερικό. Εδώ ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση που δεν είναι ίσως του παρόντος. Πολλοί αναρωτιούνται λ.χ. γιατί ενώ κυκλοφορούν ελληνικά πεζογραφήματα που συχνά είναι καλύτερα από τα αντίστοιχα διάσημων διεθνών μετριοτήτων δεν μπορούν να περάσουν τα σύνορα; Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι το κράτος δεν έχει τη σωστή πολιτιστική πολιτική. Η αλήθεια εντούτοις είναι πως τα τελευταία χρόνια έχουν ξοδευτεί χρήματα κι έγιναν μεγάλες προσπάθειες με πενιχρά στην ουσία αποτελέσματα. Από την άλλη μεριά ούτε ο Καβάφης ούτε ο Καζαντζάκης είχαν πίσω τους το ελληνικό κράτος κι όμως είναι γνωστοί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης. Τι συμβαίνει; Κάποτε έγραψα σε ένα δοκίμιό μου πως η λογοτεχνία δεν έχει στη ζωή των λαών τη θέση που είχε κάποτε. Το πιστεύω και σήμερα. Γιατί να διαβάσει κανείς ένα μυθιστόρημα όταν μπορεί να το δει στον κινηματογράφο; Θα σας δώσω ένα απλό παράδειγμα. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στη χώρα μας έχουν δει τις «Δώδεκα καρέκλες» του Μελ Μπρουκς. Έχετε σκεφθεί πόσοι από αυτούς γνωρίζουν πως η ταινία είναι βασισμένη σε έργο των Ιλφ και Πετρόφ; Και πώς να το ξέρουν άλλωστε; Τα βιβλία αυτών των κλασικών ρώσων σατιρικών δεν υπάρχουν στα ελληνικά. Είμαστε χώρα της περιφέρειας. Και στις χώρες της περιφέρειας είναι εύκολο να τραβάει κανείς στα άκρα: ή να εντυπωσιάζεται από την «επιτυχία» των ξένων συγγραφέων ή –αντίθετα– να αυταπάται πιστεύοντας ότι το χωριό του είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει διεθνώς αφού είναι δικό του. Εγώ νομίζω λ.χ. ότι η «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ» του Τερζάκη ανήκει στα κορυφαία ευρωπαϊκά μυθιστορήματα και ότι το «Στου Χατζηφράγκου» του Κοσμά Πολίτη είναι εφάμιλλο του «Μεγάλου Μολν» του Φουρνιέ, αλλά ποιος τα ξέρει αυτά τα έργα εκτός Ελλάδος; Γιατί; Είναι απλό, κατά τη γνώμη μου. Στην Ελλάδα δεν γίνονται κοσμογονικές, που λέμε, αλλαγές. Να σας δώσω ένα παράδειγμα του τι εννοώ: Μετά την κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» πλήθος μετριοτήτων από τις πρώην κομμουνιστικές χώρες είδαν να εκδίδονται τα έργα τους από μεγάλους εκδοτικούς οίκους στη Δύση. Για ένα διάστημα μάλιστα ορισμένοι απ’ αυτούς πίστεψαν πως θα ενταχθούν στο διεθνές λογοτεχνικό πάνθεον ως μείζονα αναστήματα πουλώντας το δράμα της χώρας τους. Σήμερα δεν ασχολείται κανείς μαζί τους και πολλοί έχουν υποστεί σοκ. Ποιο το συμπέρασμα; Ο συγγραφέας κατά τη γνώμη μου πρέπει να κάνει τη δουλειά του όσο καλύτερα μπορεί –δηλαδή για τίποτε και για κανέναν να μην απιστεί στον εαυτό του– και να μη χάνει τον καιρό του ψάχνοντας για θέματα της μόδας ή, ακόμη χειρότερο, τρόπους να προβληθεί πάση θυσία. Ο συγγραφέας που γίνεται αναλώσιμος –και ή καταντά γραφομανής ή ξεπέφτει στη μανιέρα– έχει ημερομηνία λήξεως, με άλλα λόγια είναι εξαρχής τελειωμένος. Στην περίοδο της επιτυχίας ή όταν είναι νέος δεν το καταλαβαίνει. Αλλά σε μεγάλη ηλικία, όταν κανείς δεν θα ασχολείται μαζί του, θα αντιληφθεί ότι χαράμισε το όποιο ταλέντο του για ένα λάθος. Ας θυμίσω τον αφορισμό ενός σπουδαίου συγγραφέα, του Ελίας Κανέτι: «Επιτυχία, το ποντικοφάρμακο της ανθρωπότητας».

Μακριά από μένα η όποια πρόθεση να κατηγορήσω κανέναν. Αυτό που θέλω να πω είναι πως μπορεί μεν όλους να τους δίνει χαρά η επιτυχία –το να ισχυριστεί κανείς το αντίθετο θα ήταν καθαρή υποκρισία– αλλά αποβαίνει καταστροφική η επιδίωξη της επιτυχίας μέσω της υποβάθμισης της συγγραφικής δουλειάς. Το να ρίχνει δηλαδή κανείς συνειδητά το επίπεδο κι αντί να βελτιώνει τη γραφή του να την υποβαθμίζει διότι αυτό ζητάει η αγορά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε εντούτοις και την πίεση που ασκούν οι εκδότες, ούτε και τις ευθύνες τις πολιτείας. Κάποιοι εκδότες αποσύρουν ή δεν επανεκδίδουν βιβλία συγγραφέων σαν τον Παβέζε, η τον Ραντιγκέ ή τον Μαζόχ επειδή «δεν κινούνται». Αναγκάζονται να το κάνουν όταν η διαχείρισή τους είναι ζημιογόνος, αφού βάσει ενός γελοίου νόμου πληρώνουν φόρους για εμπόρευμα που στοιβάζεται στις αποθήκες τους. Έτσι λοιπόν στηρίζονται μόνο στους νέους τίτλους και με την υπερπαραγωγή προστίθενται συνεχώς και νέα πρόσωπα στις τάξεις των γραφομανών. Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως οι εκδότες καίνε το σπίτι τους, δηλαδή τον κατάλογό τους. Γιατί η περιουσία ενός εκδότη είναι φυσικά ο κατάλογός του.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Μόνο ένας; Ο Λέβερκιν, ο Σταβρόγκιν, ο καπετάνιος Άχαμπ, ο Ραστινιάκ, ο Κάστορπ, η Φρανγκογιαννού και πόσοι ακόμη.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Γράφω ποίηση, δοκίμιο και ταξιδιωτικά βιβλία. Επομένως πεζογραφικούς ήρωες δεν περιέχουν τα βιβλία μου. Οι δικοί μου ήρωες είναι αυτοί που συνάντησα στη ζωή μου, αυτοί που αγάπησα και τα φαντάσματα που ταράζουν τον ύπνο μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Γράφω κατά κανόνα στο σπίτι. Σημειώσεις κράτησα μόνο τρεις φορές στη ζωή μου, κατά τη διάρκεια ισάριθμων ταξιδιών μου στην Κίνα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Τα ποιήματα γράφονται μόνο αν είσαι τυχερός. Ούτε ξέρεις αν προσπαθώντας να γράψεις κάτι αυτό θα έχει αποτέλεσμα. Στην πρόζα, τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Ένας συγγραφέας με κάποια πείρα γνωρίζει, λίγο πολύ, πότε αυτό που γράφει αξίζει ή δεν αξίζει. Απλώς στην πρόζα μπορείς πολλές φορές από μια περίληψη ή ένα προσχέδιο να προχωρήσεις αργότερα στο ολοκληρωμένο κείμενο. Μπορείς, ακόμη, ένα μέτριο κείμενο, αν έχει συνοχή, να το ξαναχτίσεις φράση προς φράση. Στην ποίηση, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, αυτό δεν μπορεί να γίνει. Αν το πρώτο χέρι δεν αξίζει, δεν υπάρχει περίπτωση να το μεταμορφώσεις στο δεύτερο. Το πολύ πολύ να βελτιώσεις ένα κακό κείμενο και να το κάνεις μέτριο ή ανεκτό, εν πάση περιπτώσει. Έτσι τουλάχιστον συμβαίνει με μένα. Πριν κατεβάσουμε βεβαίως ένα κείμενο στο χαρτί πρέπει να το έχουμε γράψει στο νου μας, ή τουλάχιστον να ξέρουμε τι θέλουμε να πούμε. Όμως τίποτε δεν μας εγγυάται ότι το τελικό αποτέλεσμα –εφόσον φυσικά υπάρξει– θα είναι επιτυχές. Έχω αμέτρητα ημιτελή κείμενα στα χαρτιά μου. Όποιος θέλει να γράψει κάτι που να αξίζει τον κόπο πρέπει να εξετάζει ξανά και ξανά τις αποτυχίες του. Οι πιο πολλοί από τους συγγραφείς που αγαπώ αυτό έκαναν. Για τον συγγραφέα εκείνοι πρέπει να είναι οι πραγματικοί αναγνώστες του. Όχι τα πρότυπα που έχει, υποτίθεται, να ανταγωνιστεί ή να μιμηθεί αλλά όσοι τον κρίνουν, κατά κάποιον τρόπο, σε κάθε του φράση. Μερικοί νομίζουν ότι κρίνονται αποκλειστικά από τους αναγνώστες τους ή από τους κριτικούς. Βεβαίως κρίνονται και από αυτούς αλλά πριν απ’ όλα θα πρέπει να θεωρούν ότι ιδεατά τους κρίνουν εκείνοι τους οποίους θαυμάζουν. Να αισθάνονται δηλαδή ότι τουλάχιστον δεν θα πρέπει να τους απογοητεύσουν – πόσο μάλλον να τους εξοργίσουν.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Συνήθως δεν ακούω μουσική την ώρα που γράφω. Ακούω πολλή μουσική βέβαια. Σε νεαρή ηλικία μπορούσα να γράφω κι ας γινόταν γύρω μου χαλασμός – δεν μ’ ένοιαζε. Τώρα θέλω ησυχία. Στην εφημερίδα φυσικά, όπου εργάζομαι, γράφω αλλιώς – αναγκαστικά. Γι’ αυτό κι έχω αναπτύξει μια άλλη τεχνική. Πρώτα κρατώ σημειώσεις, έπειτα γράφω το πρώτο χέρι και στη συνέχεια ξαναγράφω το κείμενο φράση προς φράση. Όταν ολοκληρωθεί, το περνώ άλλο ένα χέρι ή και δύο. Είναι επώδυνο και χρονοβόρο, αλλά δεν γίνεται αλλιώς.
Ξέρετε, όταν ήμουν παιδί ήθελα να γίνω μουσικός. Έχω καλό αφτί. Όμως στην επαρχία όπου μεγάλωσα δεν υπήρχαν εκείνα τα χρόνια δάσκαλοι μουσικής. Αλλά μάλλον ήταν μια έμμονη ιδέα. Αν είχα πραγματική κλίση θα άρχιζα έστω και σε μεγάλη ηλικία. Μουσική ακούω συνήθως σε απόλυτη ησυχία χωρίς να σκέφτομαι ή να κάνω οτιδήποτε άλλο. Κλασική μουσική κατά κανόνα. Κι ανάλογα με τη διάθεσή μου ακούω διαφορετικά πράγματα. Αδυναμίες: το πρώτο και το τέταρτο μέρος από την Πέμπτη συμφωνία του Μάλερ, όλη η Τρίτη και η Ενάτη του Μπετόβεν, τα κατά Ματθαίον Πάθη του Μπαχ, το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ, η 5η και η 14η συμφωνία και τα κουαρτέτα του Σοστακόβιτς – τι να πρωτοαναφέρω. Μου αρέσει πολύ η μουσική των λαών της Μεσογείου και η ελληνική μουσική που είναι ένας απίστευτος πλούτος. Στα νιάτα μου άκουγα ροκ αλλά όχι πλέον. Άκουσα πολλή τζαζ όταν ζούσα στις ΗΠΑ. Εδώ δεν μου προκαλεί την ίδια συγκίνηση.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Όλες αυτές οι ερωτήσεις προκαλούν τον συγγραφέα να πει ψέματα. Εγώ δεν θα το κάνω. Αν μπορούσα να σας απαντήσω για ποιο λόγο γράφω, ενδεχομένως θα σταματούσα σήμερα να γράφω. Το γράψιμο δεν είναι και τόσο ευχάριστο όσο πιστεύουν ορισμένοι. Ευχάριστη ή δυσάρεστη είναι μόνον η ζωή. Το γράψιμο είναι από τα πιο κουραστικά και κάποτε οδυνηρά πράγματα σ’ αυτόν τον κόσμο. Σε νεαρή ηλικία δεν το καταλαβαίνει κανείς. Όταν όμως το συνειδητοποιεί είναι πλέον αργά. Είναι το μόνο που ξέρει να κάνει. Δεν θέλω φυσικά να παραστήσω τίποτε μ’ αυτά που λέω. Υπάρχουν κι ευχάριστες στιγμές, όπως όταν λ.χ. βλέπεις έναν κείμενο τελειωμένο και λες κάτι έκανα. Αλλά οι ενθουσιασμοί των πρώτων χρόνων παύουν να σε κυριεύουν στην ώριμη περίοδο της συγγραφικής σου δουλειάς, όταν εξαφανίζονται οι όποιες βεβαιότητες και πολλαπλασιάζονται οι αμφιβολίες.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Το τελευταίο μου βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Τα ρόδα της Αχερουσίας». Όμως, ξέρετε, κανένα νέο ποιητικό βιβλίο δεν είναι στην πραγματικότητα νέο. Οι ποιητές γράφουν ένα βιβλίο σε όλη τους τη ζωή. Κι όσο περνούν τα χρόνια τόσο μεγαλώνει ο φόβος ότι το πιο πρόσφατο ποίημα που έγραψε κανείς θα είναι και το τελευταίο. Για το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού δεν μπορώ να σας μιλήσω. Ελπίζω απλώς να υπάρξει συνέχεια.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Παρακολουθώ το σύνολο σχεδόν της βιβλιοπαραγωγής. Πολλά από αυτά για επαγγελματικούς λόγους είμαι υποχρεωμένος να τα διαβάσω. Αλλά για βιβλία που δεν μου αρέσουν ή τέλος πάντων δεν τα βρίσκω ενδιαφέροντα, δεν γράφω. Φυσικά μπορώ να πω σήμερα μετά από μερικές σελίδες αν ένα βιβλίο πρέπει να συνεχίσω να το διαβάζω ή να το παρατήσω. Για προσωπική μου ευχαρίστηση ξαναδιαβάζω τους κλασικούς. Είναι η καλύτερη μέθοδος ώστε να μη χάνει κανείς τον καιρό του διαβάζοντας μετριότητες ή κάποτε και ανοησίες.

Τι γράφετε τώρα;
Γράφω ένα μεγάλο βιβλίο για την Κίνα μετά τα δύο μεγάλα ταξίδια που έκανα εκεί τα τελευταία τρία χρόνια. Κρατούσα ημερολόγιο σε καθημερινή βάση, επομένως έχω έναν όγκο πρωτογενούς υλικού που αποδεικνύεται τώρα εξαιρετικά χρήσιμο.

Η δημοσιογραφία σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Όσον αφορά την ποίηση, δεν υπάρχει κλεμμένος χρόνος. Το ποίημα ή το έχεις ή δεν το έχεις. Ως δοκιμιογράφος, ωστόσο, ανήκω στην κατηγορία των συγγραφέων που τους ενδιαφέρουν τα πάντα. Κι όπως συμβαίνει πολύ συχνά σε ανάλογες περιπτώσεις, δημοσιογραφώ.
Κι εδώ προκύπτει το ερώτημα: είναι η δημοσιογραφία ο καλύτερος τρόπος βιοπορισμού για τον συγγραφέα; Απάντηση δεν έχω. Ο συγγραφέας έχει τέσσερις μόνο τρόπους βιοπορισμού: να κάνει μια άλλη δουλειά και να γράφει στον ελεύθερο χρόνο του – αλλά τότε δεν του μένει αρκετός χρόνος για γράψιμο. Να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα – αλλά στην περίπτωση αυτή κινδυνεύει οι απαιτήσεις του επαγγέλματος να επηρεάσουν αρνητικά τον τρόπο που γράφει και να μην το πάρει μυρουδιά. Να δουλέψει στις εφημερίδες – αλλά εκεί υπάρχουν συμβάσεις που πρέπει να τις τηρήσει αν θέλει να παραμείνει στο επάγγελμα. Και τέλος να θέσει ως στόχο του να ζει από τα δικαιώματα των βιβλίων του. Η τελευταία περίπτωση ακούγεται ως η ιδεωδέστερη και πριν από κάμποσα χρόνια φάνταζε μακρινό όνειρο. Σήμερα κάποιοι το έχουν πετύχει. Αφήνω κατά μέρος το γεγονός πως όταν γράφεις στοχεύοντας αποκλειστικά στην αγορά μπορεί να την πατήσεις και από τον φόβο μιας πιθανής αποτυχίας να απιστείς κατά σύστημα στον εαυτό σου κι έρχομαι σε ένα άλλο ζήτημα, που είναι κατά τη γνώμη μου και το πιο κρίσιμο. Επαγγελματίας συγγραφέας σημαίνει σήμερα γράφω μόνο μυθιστορήματα γιατί αυτά αγοράζει το μεγάλο κοινό. Το τι διαβάζει το μεγάλο κοινό είναι μια άλλη ιστορία κι είμαι ο τελευταίος που θα πέσει στην παγίδα να το κατηγορήσει επειδή διαβάζει ρομάντζα τρίτης διαλογής. Πέραν του ότι το θεωρώ άκομψο, υπάρχει το πολύ χειρότερο ενδεχόμενο: θα μπορούσε να μη διαβάζει απολύτως τίποτε. Τι γίνεται όμως όταν ο συγγραφέας δεν είναι, ας πούμε, μυθιστοριογράφος από τη φύση του; Έχουμε σήμερα ανθρώπους που γράφουν μέτρια ή κακά μυθιστορήματα, ενώ θα μπορούσαν να γράψουν καλύτερα, ακόμη και σημαντικά έργα καλλιεργώντας άλλα είδη: την ποίηση, το δοκίμιο, τη μη μυθοπλαστική πρόζα γενικά, ή ακόμη και το θέατρο. Το να κατακτήσεις ένα επίπεδο αυτογνωσίας που να σε καταστήσει ικανό να καταλάβεις ποια είναι η κλίση σου δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα. Και δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς ότι υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο Παστερνάκ, ένας κορυφαίος ποιητής που έγραψε το μείζον μυθιστόρημα «Δρ Ζιβάγκο». Ή ο Λόρενς που έγραψε σπουδαία μυθιστορήματα και μερικά εξαίρετα ποιήματα. Ή ακόμη και ο Τόμας Χάρντυ. Οι εξαιρέσεις ωστόσο δεν είναι ο κανόνας.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Τα κριτικά μου κείμενα είναι αναπόσπαστο τμήμα του συγγραφικού μου έργου, δεν τα θεωρώ δεύτερη ενασχόληση. Υπάρχουν βιβλία μου άλλωστε που εν μέρει ή εν όλω κατατέθηκαν πρώτα στο Βήμα, όπου εργάζομαι. Οι καθαρολόγοι θα πουν ότι άλλο πράγμα είναι η λογοτεχνία και άλλο η δημοσιογραφία. Δηλαδή, για να θυμηθώ τον Μάνο Ελευθερίου, όσοι δεν γράφουν για εφημερίδες γράφουν με χρυσή πέννα; Και τότε πώς εξηγείται που ο Παπαδιαμάντης δημοσίευσε τα διηγήματά του στις εφημερίδες ή πως στις εφημερίδες είναι κατατεθειμένο το σύνολο σχεδόν του δικιμιακού έργου του Τερζάκη – για να μείνω μόνο στα δικά μας; Υπάρχει φυσικά ένα ζήτημα: Άλλο η εφημερίδα και άλλο το βιβλίο. Όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στις εφημερίδες δεν μπαίνουν σε βιβλία. Ή, αν μπαίνουν, χρειάζονται κατά κανόνα νέα επεξεργασία, μικρή ή μεγάλη, γιατί αλλάζει το λειτουργικό πλαίσιο. Κι αυτό ωστόσο είναι σχετικό. Τη δική μου «Λογοτεχνική Γεωγραφία» για παράδειγμα την έγραψα έχοντας δύο πράγματα κατά νουν: πρώτον ένα βιβλίο που θα γραφόταν και θα δημοσιευόταν ταυτόχρονα σε αυτοτελή τμήματα, ένα είδος μωσαϊκού η σύνθεση του οποίου θα διαμορφωνόταν στην πορεία, και δεύτερον ότι ως σειρά θα έπρεπε να απευθύνεται στους αναγνώστες του Βήματος όπου δημοσιεύτηκε. Πολλές φορές λέω ότι ευχής έργο θα ήταν να μπορώ να γράφω λιγότερα. Δεν ξέρω όμως αν αυτό είναι στη φύση μου. Η ημέρα της κρίσεως θα έλθει όταν διαπιστώσω ότι δεν έχω τίποτε άλλο να πω. Ελπίζω να αργήσει.

Έχετε γράψει κείμενα για την λογοτεχνία και την γραφή γενικότερα. Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της ποιο θα επιλέγατε;
Είχα κάποτε τη σφοδρή επιθυμία να γράψω μια βιογραφία του Βιζυηνού. Υπήρξε μάλιστα εκδότης, ο Θανάσης Καστανιώτης, που, όταν του το είπα πριν από δεκαπέντε χρόνια, μου πρόσφερε ένα τεράστιο για την εποχή και τα ελληνικά δεδομένα ποσόν προκειμένου να ξεκινήσω, γνωρίζοντας κι αυτός κι εγώ πως δεν επρόκειτο να πάρει πίσω τα χρήματά του. Ήθελε όμως να εκδώσει ένα τέτοιο βιβλίο. Θυμάμαι πάντα την προσφορά του γιατί δεν είναι κάτι που συμβαίνει κάθε μέρα. Όταν ωστόσο κάθισα και υπολόγισα πόσο χρόνο θα μου πάρει η έρευνα και η συγγραφή καθώς και τα έξοδα (να πάω ειδικώς και να μελετήσω αρχεία στην Ανατολική Θράκη, τη Γερμανία και αλλού) κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ήταν αδύνατον. Δεν έπρεπε να κάνω τίποτε άλλο για τρία τουλάχιστον χρόνια και η προκαταβολή κάλυπτε μόνο τα έξοδα του πρώτου χρόνο. Οι Αγγλοσάξονες γράφουν κι εκδίδουν αυτές τις ωραίες βιογραφίες γιατί υπάρχουν ιδρύματα που τις χρηματοδοτούν. Έτσι βέβαια ξέρω κι εγώ. Αλλά εδώ δεν είναι έτσι.

Ταξιδεύσατε ανά τον κόσμο, γνωρίζοντας συγγραφείς και μοιραζόμενος σε κοινές συνθήκες συμβίωσης και γραφής. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με αυτή την εμπειρία;
Ήμουν τυχερός που ταξίδεψα και στις πέντε ηπείρους και συνάντησα τόσους σημαντικούς ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους με τίμησαν και με τιμούν με τη φιλία τους. Έζησα έξι χρόνια στις ΗΠΑ, είδα μεγάλο μέρος του κόσμου, έγινα, πιστεύω, καλύτερος Έλληνας. Είχα την τύχη να ακούσω κείμενά μου να διαβάζονται σε άλλες γλώσσες, ένιωσα το άγγιγμα του χρόνου. Θα μπορούσα να αναφέρω πλήθος περιστατικά, δεν νομίζω όμως ότι έχει ιδιαίτερη σημασία. Άλλωστε, ελάχιστα από αυτά τα κατέγραψα. Πέραν τούτου ελλοχεύει ο κίνδυνος ν’ αρχίσει κανείς να περιαυτολογεί έστω κι αν δεν έχει την πρόθεση। Εγώ εξακολουθώ να είμαι μοντερνιστής σε πολλά, αν και κάποια μοντερνιστικά δόγματα που σε νεαρή ηλικία τα θεωρούσα θέσφατα, τα έχω σήμερα απορρίψει – ορισμένα μάλιστα μετ’ αγανακτήσεως। Πιστεύω λοιπόν πως οι προσωπικές μας εμπειρίες δεν αφορούν κανέναν άλλο εκτός από εμάς. Όταν βεβαίως παράγουν λογοτεχνική ύλη, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Εδώ όμως μου δίνετε την αφορμή να πω ορισμένα πράγματα για τα βιβλία που χαρακτηρίζονται «ταξιδιωτικά». Η ταξιδιωτική λογοτεχνία ήταν πάντοτε μια εξελιγμένη μορφή του ρεπορτάζ – ο Καζαντζάκης είναι το κατ’ εξοχήν παράδειγμα. Το είδος (αν υπάρχει είδος) ωστόσο έχει εξελιχθεί. Είναι λ.χ. «ταξιδιωτικό» βιβλίο το «Υδατογράφημα» του Μπρόντσκι; Μήπως πρόκειται για δοκίμιο; Για αυτοβιογραφία μικρής κλίμακας; Ή προέκταση της ποίησής του; Νομίζω ότι είναι όλα αυτά μαζί. Παρόμοια κείμενα γράφτηκαν και παλιότερα. Το «Ταξίδι στην Αρμενία» του Μαντελστάμ, ας πούμε, ή οι «Βενετίες» του Πολ Μοράν και τόσα άλλα. Κάποιοι θα τα χαρακτήριζαν υβριδικά, αλλά κάνουν λάθος. Για τους Αγγλοσάξονες λ.χ. είναι δοκίμια. Έργα σαν κι αυτά που ανέφερα συνιστούν καθαρή λογοτεχνία και μάλιστα έχουν επηρεάσει το σύγχρονο μυθιστόρημα. Ας προσθέσω ότι άλλαξαν και τη δημοσιογραφική γραφή. Κατ’ εξοχήν παράδειγμα η Τζόαν Ντίντιον – ή ο Καπισίνσκι. Θα σας πω τώρα κάτι που θα σας φανεί παράξενο. Πρωτοταξίδεψα στο εξωτερικό όταν είχα κλείσει τα τριάντα μου χρόνια – και μάλιστα το ταξίδι ήταν επαγγελματικό, δηλαδή η εταιρεία στην οποία εργαζόμουν τότε με έστειλε σε μια έκθεση γραφικών τεχνών στη Γερμανία για πέντε μέρες, το 1982. Τα πράγματα άλλαξαν από το 1983, όταν αποφάσισα να ζήσω για μερικά χρόνια εκτός Ελλάδος. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα συμπτώσεων. Το ένα έφερε το άλλο.

Δημοσίευση και εδώ. Υποδοχές του Πανδοχείου στα βιβλία του Α. Βιστωνίτη «Λογοτεχνική Γεωγραφία» και «Ex Libris» βλ. εδώ και εκεί.
Advertisements

1 Response to “Στο αίθριο του Πανδοχείου, 28. Αναστάσης Βιστωνίτης”


  1. Απρίλιος 14, 2010 στο 11:20 πμ

    Μια μικρή παρατήρηση, για όσους τυχόν ενδιαφέρονται: το βιβλίο των Ιλφ-Πετρόφ «12 καρέκλες» είχε κυκλοφορήσει το 1971 από τις εκδ. Διογένης.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Απρίλιος 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.   Μάι. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Blog Stats

  • 833,842 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: