Αρχείο για Ιανουαρίου 2019

26
Ιαν.
19

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 3. Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Κυκλοφόρησαν πρόσφατα τρία καινούρια παιδικά βιβλία μου, ένα από αυτά είναι το «Οι καλοσυνόγατες και ο κακοπόντικας». Είναι το πρώτο της νέας σειράς «Βιβλία που προάγουν την κοινωνική νοημοσύνη»,  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαββάλας και στοχεύει –όπως και τα υπόλοιπα που θα ακολουθήσουν– να αναδείξει και να καλλιεργήσει ένα βασικό στοιχείο της νοημοσύνης αυτής, την καλοσύνη. Αποφάσισα να γράψω τούτες τις ιστορίες  σκεπτόμενη πως στην εποχή του θυμού και του εκφοβισμού που ζούμε, γονείς και εκπαιδευτικοί επιβάλλεται να θέσουμε ως προτεραιότητα την ανάπτυξη μιας νοημοσύνης με καρδιά διδάσκοντας στα παιδιά να νοιάζονται για τους άλλους και να ευγνωμονούν όσους τα φροντίζουν και τα αγαπούν. Παράλληλα με το βιβλίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αναζητήσουν και το ομότιτλο επιτραπέζιο παιχνίδι που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαββάλας επίσης και αρέσει πολύ. 

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν); 

Ταξιδεύω αρκετά κάθε χρόνο, έτσι πολλά βιβλία μου είναι εμπνευσμένα από τόπους που επισκέπτομαι. Για παράδειγμα το «Εγώ κι εσύ μαζί» που βρίσκεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων από τον Σεπτέμβριο γράφτηκε αμέσως μετά τον ερχομό μου από την Προβηγκία με τις ατελείωτες εκτάσεις ανθισμένης λεβάντας. Είχα κατά νου να γράψω μια ιστορία πάνω στη βασική ιδέα «Ό,τι δεν μπορούμε να καταφέρουμε αλλιώς, το μπορούμε με την αγάπη», οπότε δανείστηκα ήρωες και περιβάλλον από το μέρος αυτό για να αναπτύξω την πλοκή και να μπορέσω να μοιραστώ με τους αναγνώστες το θαύμα που είχαν δει τα δικά μου μάτια και το συναίσθημα που είχα νιώσει. Το «Μπατλό ο δράκος» επίσης, καινούριο κι αυτό, το επινόησα βγαίνοντας από το παραμυθένιο κτίριο Casa Batlló του Antoni Gaudi στη Βαρκελώνη. Γενικότερα κάθε βιβλίο μου έχει την απαρχή του σε έναν λόγο, ένα θέαμα, μια συμπεριφορά, ένα συναίσθημα.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Κάποιος είπε πως για όλα τα σημαντικά πράγματα που μας συμβαίνουν, δεν κλείνουμε εμείς το ραντεβού, αλλά η ίδια η ζωή. Τρία τέτοια ραντεβού έκλεισε λοιπόν και σε εμένα η ζωή με καταξιωμένους συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας, οι οποίοι, διαβάζοντας ανέκδοτα ακόμα κείμενά μου, με ενθάρρυναν με τα θετικά σχόλιά τους να «εκτεθώ». Στα χρόνια που ακολούθησαν γράφω γιατί πιστεύω πως έχω κάτι να πω και αυτό το «κάτι» θέλω να το μοιραστώ. Ωστόσο θα ήθελα να επισημάνω πως η παρουσία μου στον εκδοτικό χώρο δεν ξεκίνησε με τη συγγραφή βιβλίων για παιδιά. Το πρώτο βιβλίο μου επιχειρεί να φωτίσει το παρασκήνιο δημιουργίας παροιμιακών φράσεων της καθημερινότητάς μας και φέρει τον τίτλο «Γιατί το λέμε έτσι…». Πρόκειται για ένα ογκώδες πόνημα, αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας, κίνητρο για την οποία υπήρξε το πάθος μου για τη λαογραφία και η αγωνία μου να διασωθεί το ήθος, τα χαρακτηριστικά και η σοφία του λαού μας. Το 2016 κυκλοφόρησε το πρώτο μου μυθιστόρημα για ενήλικες, «Η σύγκρια», και ευελπιστώ πως μέχρι το τέλος του χρόνου θα έχω τελειώσει και το δεύτερο.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τα παιδιά είναι απαιτητικοί αναγνώστες. Έτσι, η συγγραφή βιβλίων γι’ αυτά δεν είναι εύκολη υπόθεση. Για τη δημιουργία του μυθοπλαστικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο επιλέγεις ως συγγραφέας να εντάξεις την ιστορία σου, οφείλεις να λάβεις υπόψη σου την εξελικτική ψυχολογία, κοινωνικές παραμέτρους, την ψυχοσύνθεση των παιδιών. Πρέπει ακόμα να μπορείς, τηρουμένων των αναλογιών, να ξαναγίνεις παιδί και να δεις με τη ματιά του αυτό που γράφεις, πρέπει επίσης να «κατεβάσεις» το λεξιλόγιό σου στα μέτρα του με συνώνυμα που έχουν το σημασιολογικό περιεχόμενο και το εννοιολογικό δυναμικό που θέλεις. Αυτές είναι δύσκολες λειτουργίες κι αν δε δουλέψεις το κείμενο ξανά και ξανά, έχοντας όλα αυτά υπόψη σου, τα παιδιά βρίσκουν τελικά αδιάφορο το βιβλίο σου. Όταν όμως τα σεβαστείς ως προσωπικότητες, σκύψεις στα προβλήματα που φαντάζουν στα μάτια τους αξεπέραστα, όταν τα απενοχοποιήσεις μέσω των ηρώων σου, εισπράττεις τον ενθουσιασμό τους και την αίσθηση ότι το βιβλίο, γενικά το βιβλίο, τα κέρδισε. Γενικότερα θα έλεγα πως η συγγραφή παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας απαιτεί ειλικρίνεια και σεβασμό στις ανάγκες, τους προβληματισμούς, τα «θέλω» και τις δυνατότητες της κάθε ηλικίας. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Τα βιώματα της προσωπικής μου διαδρομής αποτελούν για μένα πρωταρχικές πηγές έμπνευσης και δημιουργίας. Η γλώσσα των λαϊκών παραμυθιών που άκουγα από τη Μικρασιάτισσα γιαγιά μου νομίζω πως επηρεάζει πάντοτε τη γραφή μου, γι’ αυτό και συχνά βάζω στο στόμα των ηρώων παροιμίες, παροιμιακές εκφράσεις και ό,τι άλλο έχει τη «μυρωδιά» εκείνων των ακουσμάτων.

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Καλώς ή κακώς τα βιβλία που προορίζονται για μικρά παιδιά περνούν αναγκαστικά από τα χέρια και τα μάτια των μεγάλων. Καταθέτοντας την προσωπική μου εμπειρία θα έλεγα πως οι γονείς είναι αρκετά εξασκημένοι πλέον να ξεχωρίζουν αναγνώσματα που έχουν να προσφέρουν κάτι στα παιδιά τους. Και ναι, νομίζω πως υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στη ζωή των μεγάλων είτε γιατί θέλουν να ξαναβρούν ένα χαμένο κομμάτι του εαυτού τους είτε γιατί βαθιά μέσα τους έχουν ανάγκη να (ξανα)πιστέψουν πως όλα είναι δυνατά είτε για να «παρηγορηθούν» πως στο τέλος πάντα το καλό νικάει. 

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Η αρχική ιδέα συνήθως έρχεται απρόσμενα. Μπορεί να ακούσω, να δω ή να νιώσω κάτι που θα με εμπνεύσει. Γι’ αυτό έχω πάντοτε στην τσάντα μου χαρτί και μολύβι, ώστε να μπορώ να κρατήσω σημειώσεις. Ακολούθως αναπτύσσω την ιστορία στον υπολογιστή. Παρόλα αυτά μία και μοναδική φορά έγραψα βιβλίο σε μια χαρτοπετσέτα εστιατορίου στην Αμφιλοχία. Ήταν «Το τικ και το Τακ» που τόσο τελικά άρεσε σε μικρούς και μεγάλους.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία; 

Από τους μαθητές μου εμπνεύστηκα αρκετά βιβλία, γιατί ο τρόπος που σκέφτονται, η αθωότητα, το χιούμορ τους, οι αναστολές τους, τα διλήμματά τους, ο εγωκεντρισμός τους, ακόμα και οι πονηριές τους δίνουν άφθονη πρώτη ύλη για… μαγείρεμα ιστοριών. Ωστόσο ένας συγκεκριμένος  μαθητής μου, ο αγαπημένος μου αλλά ατίθασος Οδυσσέας, έγινε πρωταγωνιστής του βιβλίου «Ένας πιγκουίνος όχι και τόσο τέλειος».

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακολουθώ κάποιο ιδιαίτερο τελετουργικό γραφής ούτε ακούω μουσική όταν προσπαθώ να συνθέσω τις σκέψεις μου. Σε αντίθεση με άλλους δημιουργούς η μουσική εκείνη την ώρα με αποδιοργανώνει κι εγώ θέλω να είμαι απόλυτα συγκεντρωμένη. Όταν δε γράφω όμως, νότες από έντεχνο ελληνικό τραγούδι πλημμυρίζουν το σπίτι μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι. Μόνο σκόρπιες σκέψεις. Κι αυτό γιατί, προκειμένου να αποδώσω, χρειάζομαι το οικείο περιβάλλον και τη ρουτίνα μου. Η μόνη γραφή που «ξεστράτισε», σας είπα… Ήταν «Το τικ και το τακ».   

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Βέβαια. Οι περισσότεροι από τους ήρωές μου μαθαίνω πως ζουν σε σχολεία και νηπιαγωγεία, αισθάνονται όμορφα στις αγκαλιές των παιδιών, παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από παιχνίδια ρόλων και δραματοποιήσεις των περιπετειών τους στις τάξεις. Πολύ συχνά οι εκπαιδευτικοί μού στέλνουν υλικό και φωτογραφίες από τις δράσεις και τις επεκτάσεις που κάνουν με τους μαθητές τους, οπότε γνωρίζω πως οι ήρωές μου συνεχίζουν τη ζωή τους και μετά το τέλος των σελίδων της ιστορίας. Χαίρομαι που περνούν καλά τα παιδιά μαζί τους και που εξαιτίας τους μπορούν να γνωρίσουν προοδευτικά τον εαυτό τους και τον κόσμο.

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου; 

Η ανάγνωση ενός βιβλίου δίνει στα παιδιά χρόνο να τοποθετήσουν τα γεγονότα σε σειρά, να παρατηρήσουν τους ήρωες, να ταυτιστούν μαζί τους, να εξετάσουν προσεκτικά συμπεριφορές και καταστάσεις που μοιάζουν με τις δικές τους, να ξεφορτωθούν ενοχές, να σκεφτούν και να βρουν λύσεις σε πιθανά προβλήματα, να μπουν στη θέση των άλλων, να συνδέσουν τον προφορικό με τον γραπτό λόγο, να απολαύσουν την εικονογράφηση και να καλλιεργήσουν την αισθητική τους. Όλα αυτά δεν μπορούν να τα κάνουν όταν η μία εικόνα διαδέχεται την άλλη στην οθόνη εν ριπή οφθαλμού. Τα τελευταία χρόνια, εκτιμώ, πως  η αξία του βιβλίου έχει αναδειχτεί, ως ένα βαθμό, με τη συμβολή βιβλιόφιλων εκπαιδευτικών που αναλαμβάνουν προγράμματα φιλαναγνωσίας. Χρειάζεται βέβαια πολλή δουλειά ακόμα, αλλά είμαστε σε καλό δρόμο.

Περί ανάγνωσης 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Όταν εγώ ήμουν μικρή δεν υπήρχαν παραμύθια με τη μορφή που ξέρουμε σήμερα. Μόνο μεταφρασμένη λογοτεχνία κυκλοφορούσε τότε –και σε ογκώδη μάλιστα βιβλία. Διάβαζα λοιπόν, και μου άρεσαν πολύ, τα «Χωρίς οικογένεια», «Με οικογένεια», «Οι τρεις σωματοφύλακες», «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» και δε θυμάμαι πόσα άλλα. Μεγαλώνοντας διαπιστώνω εμμονή μου με τους παλαιότερους Έλληνες συγγραφείς, αν και έχω διαβάσει αρκετά κλασικούς και σύγχρονους ξένους. Δε θα ήθελα να αναφερθώ σε ονόματα της σύγχρονης λογοτεχνίας την οποία επίμονα παρακολουθώ, σας βεβαιώ όμως πως το διάβασμα καταναλώνει τον περισσότερο από τον ελεύθερο χρόνο μου. Η ποίηση επίσης είναι κομμάτι της ζωής μου και ομολογώ πως με συναρπάζουν τα πεζογραφήματα που έχουν γραφτεί σε ύφος ποιητικό. 

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Θα σας φανεί περίεργο, αλλά εδώ κι έναν χρόνο μελετώ την αρχαία ελληνική τραγωδία. Δεν ξέρω πόσο θα μου πάρει να διαβάσω τα έργα που θα ήθελα, είχα όμως δώσει από παλιά την υπόσχεση στον εαυτό μου και βοηθούν τώρα οι συγκυρίες να την εκπληρώσω.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε μεταφορικό μέσο, ταξίδι ή ιδιαίτερο τόπο που θυμάστε ιδιαίτερα;  

Σε μεταφορικά μέσα δεν μπορώ να διαβάσω, πραγματικά αρρωσταίνω. Θυμάμαι όμως χαρακτηριστικά την ανάγνωση του «Αλέξης Ζορμπάς» στη Στούπα Μεσσηνίας κάτω από τη συκιά που, καθώς λέγεται, ο μεγάλος λογοτέχνης έγραψε ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου. Ήμουν τότε δεκαοκτώ ετών και με είχε συνεπάρει η εκδοχή πως μπορούσα να απολαύσω το «γέννημα» στον τόπο που έγινε η «σύλληψη». Από τότε, κάθε φορά που το ξαναδιαβάζω, με συνοδεύουν πάντα οι έντονες μνήμες εκείνων των στιγμών. 

Εσείς ως παιδί

 Τα αγαπημένα σας παιχνίδια; Ένα «χειροπιαστό» κι ένα επινοημένο από εσάς;

Όταν ήμουν παιδί, τα περισσότερα ήταν ομαδικά παιχνίδια που τα παίζαμε στην αλάνα της γειτονιάς οχτώ μήνες τον χρόνο. «Τζαμί», «Μήλα», «Πινακωτή», «Βασιλιά-Βασιλιά» κι ένα σωρό άλλα μας κρατούσαν πολλές ώρες της σχόλης στους δρόμους. Τους χειμώνες όμως που μαζευόμασταν στα σπίτια, πολύ μου άρεσε το επιτραπέζιο «φιδάκι». Τώρα πια επινοώ διάφορα που τα παίζω με τα παιδιά στις παρουσιάσεις των βιβλίων μου, επειδή θέλω μέσα από το κατάλληλο παιχνίδι να βγαίνει βιωματικά το νόημα της ιστορίας που μόλις αφηγήθηκα και να συνειδητοποιεί έτσι το παιδί πως κάθε παραμύθι κρύβει μια αλήθεια της καθημερινής μας ζωής. 

Και μια παιδική ανάμνηση που κρατάτε μέχρι σήμερα πολύτιμο φυλαχτό;

Έχω τόσες εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια που δυσκολεύομαι να επιλέξω. Θυμάμαι όμως με νοσταλγία τις φωτιές που ανάβαμε στη γειτονιά το βράδυ της 23ης Ιουνίου και τους χορούς μικρών και μεγάλων γύρω από αυτές, τη μεταφορά του αμίλητου νερού και την ιεροτελεστία της προετοιμασίας για τον «Κλείδωνα», τις κούνιες που ρίχναμε στα δέντρα ανήμερα του Αγιωργιού, τα ομαδικά παιχνίδια που παίζαμε στους ανοιχτούς χώρους.  Η εικόνα επίσης  του ψαρά, του γαλατά, του γιαουρτά, του μανάβη, του καρεκλά, του γανωματή, του παπλωματά και του αρκουδιάρη που περιδιάβαιναν ανά εποχή τις ρούγες διαλαλώντας τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, με συνοδεύει πάντα. Το Δωδεκαήμερο επίσης στο χωριό του πατέρα μου, τις ετοιμασίες των γλυκών, τα κάλαντα που τα λέγαμε τότε βράδυ και αμειβόμασταν με ξηρούς καρπούς, τις ψημένες φέτες στο τζάκι με λαδορίγανη και τη γιαγιά στο παραγώνι να μας λέει ιστορίες με ξωτικά. Όλα αυτά και άλλα πολλά είμαι Εγώ, συνιστούν την ταυτότητα και την προσωπικότητά μου. 

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Για να αφήσω θετικό αποτύπωμα στο διάβα μου επί Γης θα έπαιρνα από τα βιώματα της ενήλικης ζωής μου το «Να βρίσκεις νόημα σε αυτό που κάνεις, να πορεύεσαι με καθαρή καρδιά, να αγαπάς τους ανθρώπους και να δρας ως μέρος της Φύσης και όχι ως κυρίαρχός της», ενώ για την ψυχική μου υγεία θα έπαιρνα το «Και αυτό θα περάσει». 

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είμαι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχω μετεκπαιδευτεί στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Εργάστηκα για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση ως δασκάλα, συνταξιοδοτήθηκα όμως το 2014 μετά από 30 χρόνια Υπηρεσίας. Εκτιμώ ωστόσο πως συνεχίζω να υπηρετώ τις ανάγκες του παιδιού μέσα από τα βιβλία μου, τα οποία μαζί με τις μελέτες λαογραφικού περιεχομένου που έχουν εκδοθεί ξεπερνούν πλέον τα εβδομήντα. Η θητεία μου ως δασκάλας αναμφίβολα «προικοδότησε» το Είναι μου με τη γνώση της παιδικής ψυχής και τους προβληματισμούς της κάθε ηλικίας, πρόκειται για ένα δικό μου «συν» που αποτυπώνεται, ευελπιστώ,  στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω τα θέματα με τα οποία καταπιάνομαι.

Παρακολουθείτε παιδικό θέατρο; Σας μάγεψε κάποιο έργο, παράσταση, κείμενο;

Όταν ήμουν δασκάλα, πήγαινα στο θέατρο συχνά με τους μαθητές μου. Τώρα παρακολουθώ λιγότερο. Φέτος είδα δύο έργα. Ωραία σκηνικά, εντυπωσιακά κοστούμια, έλειπαν όμως τα μηνύματα που έχει ανάγκη η εποχή μας, αλλά και οι μικρές σιωπές ανάμεσα σε ορισμένες ατάκες, απαραίτητες για να ανασάνει ο Λόγος. Από φόβο προφανώς των σκηνοθετών μήπως το κείμενο κάνει «κοιλιά», βομβάρδιζαν το κοινό με λόγια και κινήσεις, έτσι που, τα παιδιά ιδιαίτερα, δεν είχαν το χρονικό περιθώριο να αφομοιώσουν τα τεκταινόμενα. Όχι, κανένα από τα δυο δε με μάγεψε. Για να μην αδικήσω όμως όλες τις παραστάσεις, ίσως δεν έκανα εγώ καλή επιλογή θεατρικών έργων. 

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Μόλις έφυγαν από τα χέρια μου για εικονογράφηση τρία βιβλία μου για παιδιά. Έτσι, μέχρι να αρχίσει ο νέος κύκλος επισκέψεών μου σε νηπιαγωγεία και σχολεία της χώρας, θα συνεχίσω το δεύτερο μυθιστόρημα που ήδη έχω αρχίσει να γράφω και το οποίο ελπίζω να καταφέρω να τελειώσω μέσα στη χρονιά.

Παρουσίαση του βιβλίου Ο μέγας Μελομακάρων …. εδώ κι εκείΟι καλοσυνόγατες και ο κακοπόντικας σύντομα στα δυο Πανδοχεία. 

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

18
Ιαν.
19

Donatella Di Pietrantonio – Αρμινούτα

«Αυτή που την είχαν γυρίσει πίσω»

Τον μήνα που απογαλακτίστηκα, οι δυο οικογένειες μοιράστηκαν τη ζωή μου στα λόγια, χωρίς συγκεκριμένες συμφωνίες, χωρίς να αναρωτηθούν πόσο ακριβά θα πλήρωνα την αοριστία τους. [σ. 58] / Με το πέρασμα του χρόνου έχασα ακόμα κι εκείνη τη συγκεχυμένη ιδέα μου περί κανονικότητας και σήμερα στ’ αλήθεια αγνοώ τι τόπος είναι μια μητέρα. […] Είναι ένα ανυποχώρητο κενό που γνωρίζω ότι υπάρχει αλλά δεν το προσπερνώ. Ένα κενό που σε ζαλίζει αν κοιτάξεις μέσα του. [σ. 134]

Με μια βαλίτσα στο χέρι, η Αρμινούτα αναγκάζεται να επιστρέψει στην βιολογική της οικογένεια. Χρεωμένοι την είχαν δώσει, πέμπτο τους παιδί, σε μια ξαδέρφη που ήθελε μωρό και κοριτσάκι, αλλιώς δεν θα ξυπνούσε η αγάπη μέσα της. Ορφανή από δυο μητέρες εν ζωή, η πρώτη να την έχει εγκαταλείψει με το γάλα της ακόμα στη γλώσσα της και η άλλη να την επιστρέφει στα δεκατρία της, η Αρμινούτα αισθάνεται «ένα παιδί αποχωρισμών, απατηλών ή αποσιωπημένων συγγενειών, αποστάσεων». Εκείνος που νόμιζε για πατέρα της την παραδίδει και φεύγει· κι όταν αργότερα επανέλθει, αυτή με σκίρτημα χαράς τρέχει στην πόρτα, για να διαπιστώσει ότι απλά είχε ξεχάσει να της δώσει ένα κουτί παγωτό βανίλια, την αγαπημένη της γεύση. Το έφαγαν οι άλλοι, εκείνο το απόγευμα του Αυγούστου του 1975. 

Μέσα σε λίγες μέρες μαθαίνει να παλεύει για το φαγητό της, να προσηλώνεται στο πιάτο της και να το υπερασπίζεται από τα καταδρομικά πιρούνια των άλλων αδερφιών. Κρεβάτι θα μοιράζεται με την μικρή της αδελφή Αντριάνα, με το κεφάλι της μιας στα πόδια της άλλης. Σ’ ένα σκοτάδι κατοικημένο από χνότα κι εφηβικό ιδρώτα, πρέπει να συνηθίσει και την υγρή θέρμη από τα ούρα της Αντριάνας, που της φεύγουν κάθε βράδυ. Ένα σπίτι συνωστισμένο από παιδιά και στο άλλο δωμάτιο μια γυναίκα που δεν ξέρει πώς να την αποκαλέσει. Μαμά; Η λέξη φωλιάζει στον λαιμό της και δεν αναπηδά ποτέ από κει μέσα. Όταν θέλει να της μιλήσει της τραβά την προσοχή με διάφορους τρόπους.

Από τα αδέλφια της ο Τζουζέπε είναι ακόμα μωρό κι ο Σέρτζιο είναι διαρκώς εναντίον της – «εσύ ζήτησες πίσω τούτη τη σαλεμένη;» – αλλά ο δεκαοκτάχρονος Βιντσέντζο της δίνει κάποια σημασία. Η πρώτη τους κοινή εμπειρία στο λούνα παρκ της μένει αξέχαστη. Το κορίτσι δεν είχε ξαναζήσει από κοντά την βία, αλλά ο πατέρας σφαλιαρίζει τα παιδιά σε κάθε παράπτωμα. Ο Βιντσέντζο έχει τάσεις φυγής, συχνά ακολουθεί τους πλανόδιους τσιγγάνους του λούνα παρκ ως άλλα χωριά κι επιστρέφει μέρες μετά, με όλες τις συνέπειες.

Όσο διαφορετική κι αν είναι, αρχίζει να δένεται με την Αντριάνα, που ανυπομονεί να γνωρίσει την πόλη της και να δει για πρώτη φορά την θάλασσα. Αρχίζει το δέσιμο με την Αντριάνα και οι πρώτες υποσχέσεις. Στο νέο σπίτι προσαρμόζεται σ’ έναν άλλο τρόπο καθημερινότητας. Δεν πετιέται τίποτα, τα πάντα ξαναμπαίνουν στο τσουκάλι. Όταν την ρωτάνε οτιδήποτε, κανείς δεν ακούει τις απαντήσεις της. Όταν καταφτάνει ως δώρο μια κουκέτα και καινούργια στρώματα με παραβάν, τα αγόρια το χρησιμοποιούν να τις τρομάζουν. Άμαθη στις άμυνες, δέχεται τις επιθέσεις ανήμπορη και θυμωμένη.

Η Αρμινούτα δεν παύει να αναρωτιέται για τον λόγο που δεν την κράτησε παραπάνω εκείνη που νόμιζε ως μητέρα της. Την θυμάται όλες τις τελευταίες μέρες να κάθεται στο κρεβάτι και να μην έχει καν την δύναμη να μαγειρέψει. Ήταν τόσο άρρωστη που δεν ήθελε να την στενοχωρήσει; Έμαθε ότι δεν μπορεί να την έχει κοντά της όταν την ζήτησε πίσω η αληθινή της μητέρα; Μια επιστολή της μένει αναπάντητη, ακόμα κι όταν επιχειρεί να της τραβήξει την προσοχή: Στο ίδιο δωμάτιο κοιμούνται και τ’ αγόρια που είναι πάνω από δεκαπέντε κι αυτό δεν νομίζω ότι θα σου άρεσε. Δεν ξέρω τι μπορεί να συμβεί εδώ μέσα. Εσύ που πας κάθε Κυριακή στην εκκλησία, που διδάσκεις στο κατηχητικό της ενορίας, δεν μπορείς να μ’ αφήσεις σ’ αυτή την κατάσταση.

Φαίνεται πως όλες οι γέφυρες με το παρελθόν έχουν γκρεμιστεί· ακόμα και η νεαρή θεία Λίντια που της έκανε συντροφιά σπαράζοντας στα ερωτικά τραγούδια του ραδιοφώνου ή χορεύοντας σέικ στην τραπεζαρία με μάτια κλειστά και σκαρφιζόταν και μια ιστορία για κάθε σπόνδυλο της μικρής. Όταν έφυγε να δουλέψει σε μεγαλύτερα πολυκαταστήματα έστελνε καρτ ποστάλ με τα μνημεία της πόλης, «μετά μάλλον τελείωσαν». Όταν επέστρεψε το καλοκαίρι μιλούσε με ψεύτικη βόρεια προφορά κι η Αρμινούτα ντράπηκε για κείνη κι άρχισε να σκοτώνει την νοσταλγία της.

Κάποτε αποφασίζει να πάει στην παραθαλάσσια πόλη να την ψάξει. Παίρνει μαζί της την Αντριάνα, ιδανική πρόφαση για την μακρινή βόλτα, αν και στο σπίτι κανείς δεν ενδιαφέρεται για την απουσία των άλλων. Ο ναυαγοσώστης άνοιγε τις ομπρέλες όχι όμως και την αγαπημένη της θέση, λες και ήξερε ότι δεν θα είχε νόημα. Ακόμα και λαθρόβια πια της παραλίας που την είχε μεγαλώσει, μπαίνει στη θάλασσα με τον Βιντσέντζο και ξεχνούν ποιοι είναι. Αργότερα αυτός θα της χαρίσει μια καρδιά – κόσμημα, πιθανώς κλεμμένη, που θα διασώσει ως σήμερα κι ας μην την φόρεσε ποτέ. Κάθε φορά όμως που τον βλέπει να έρχεται, ένας εσωτερικός σπασμός στα σωθικά της κι ένα λίγωμα στην κοιλιά της. Απέφευγε να μείνει μόνη μαζί του και με βαριά καρδιά αγνοεί τα παρακλητικά του σφυρίγματα από την αποθήκη, μέχρι να επιστρέψει οργισμένος στο κρεβάτι του. Αργότερα, σε κάποιο νυχτερινό άγγιγμα, «μετέωροι στο χείλος του ανεπανόρθωτου», θα γράψει: Δεν ήμασταν μαθημένοι να είμαστε αδέρφια, κατά βάθος δεν το πιστεύαμε καν.

Η μοναχική κατόπτευση του σπιτιού της είχε αποβεί άκαρπη αλλά η Αρμινούτα κάθε τόσο πηγαίνει να επισκεφτεί την καλύτερη φίλη της, Πατρίτσια, τον έσχατο σύνδεσμο με την κλεμμένη της ζωή. Στις σύντομες φιλοξενίες βρίσκει λίγη παρηγοριά, προτού το λεπτό στρώμα της αγωνίας έρθει πάντα συνεπές το επόμενο πρωινό.  Κι ύστερα το πρώτο χαστούκι από την μάνα της, η αδόκητη πτήση του Βιντσέντζο, ένα ποτήρι νερό με γεύση αίματος, το παγωμένο σπίτι, η οριστική παραίτηση της μάνας του αχαλίνωτου γιου, το ψωμί πάντα χθεσινό από τον φούρνο για να είναι πιο φτηνό, τα γλυκά μάτια στον παντοπώλη για ένα καρότο, οι πρώτες μέρες του μικρού Τζουζέππε στο σχολείο κι αργότερα στο ίδρυμα, ένα «διαφορετικό» παιδί που δεν έπαψε να πηγαίνει να το βλέπει, ένα παιδί που φρόντιζε να της χαρίζει ένα φυλλαράκι όποτε έπεφτε κάποιο κοντά τους.

Στο ίδιο σχολείο γίνεται «αυτή που όταν ήταν μικρή την ήθελε για κόρη της μια μακρινή τους συγγενής, τώρα όμως που έγινε κοτζάμ δεσποινίς την επέστρεψαν στους ακαμάτηδες». Σύντομα γοητεύεται από την δασκάλα και τις πτήσεις των χεριών της στον αέρα που συνοδεύουν τα λόγια της. Η δασκάλα διακρίνει και τις ντροπαλές, με την κίνηση των χειλιών, απαντήσεις της κι αυτή είναι η αρχή μιας ενθαρρυντικής σχέσης, σε αντίθεση με την μάνα της, που παραπονιέται για το ρεύμα που χαλάει με το διάβασμά της. Αλλά η μελετηρή ζωή της έχει ήδη αρχίσει.

Η μητέρα της θάλασσας φρόντιζε μέσω της μητέρας του χωριού να φτάνει στα χέρια της Αρμινούτας ένα μικρό πόσο. Εκείνη περίμενε τα κέρματα μόνο και μόνο για την αίσθηση της θέρμης του χεριού της, θαρρείς και τις είχε αγγίξει η ίδια. Αλλά είναι τα έστω και ύποπτα χαρτονομίσματα του Βιντσέντζο που εκστασιάζουν την μικρή Αντριάνα: Με ξάφνιασε η έκστασή της. Εκείνος ο πόθος στα μάτια της στη θέα των χαρτονομισμάτων. Εγώ δεν είχα γνωρίσει κανένα είδος πείνας στη ζωή μου και τώρα ζούσα σαν ξένη ανάμεσα στους πεινασμένους. Το προνόμιο που κουβαλούσα από την προηγούμενη ζωή μου με ξεχώριζε, με απομόνωνε από την οικογένεια. Ήμουν η Αρμινούτα, αυτή που την είχαν γυρίσει πίσω. Μιλούσα μια άλλη γλώσσα και δεν ήξερα πλέον πού ανήκα. Ζήλευα τις συμμαθήτριές μου στο χωριό, ακόμα και την Αντριάνα, που γνώριζαν με βεβαιότητα τις μητέρες τους. [σ. 127]

Η Αρμινούτα δεν παύει να κάνει σενάρια για την επιστροφή της – αν και πότε θα την πάρουν πίσω, αν όλα έγιναν για να μην την στενοχωρήσουν. Καθώς θριαμβεύει στο σχολείο αναρωτιέται αν η μητέρα της θα χαιρόταν όταν μάθαινε τους καλούς βαθμούς. Σε μια συγκινησιακή περιγραφή, η μικρή γιορτάζει μόνη της τα γενέθλιά της στην υπόγεια αποθήκη του σπιτιού. Αγοράζει μια μιλφέιγ από το μοναδικό ζαχαροπλαστείο του χωριού, ζητάει κι ένα κεράκι, κι αφού δεν της το χρεώνουν, το θεωρεί ως το δώρο της. Σιγοτραγουδά το τραγουδάκι στα σκοτεινά, χειροκροτεί, σβήνει το κεράκι και χαίρεται το γλυκό της.

Σύντομα θα αποχαιρετήσει και την δεύτερη – πρώτη αυτή οικογένεια για το λύκειο στην πόλη: αποχωρισμός από την Αντριάνα, ένοικος σ’ ένα νέο σπίτι, σε μια άλλη οικογένεια, όπου, τουλάχιστον η κυρία Μπίτσε εκεί δεν της προσφέρεται ως υποκατάστατο, μόνο αρκείται να την περιβάλλει με στοργή. Τα Σαββατοκύριακα που επιστρέφει στο «σπίτι» της, η μητέρα της συμπεριφέρεται σα να έχει λείψει μόνο πέντε λεπτά, ενώ η Αντριάνα αισθάνεται προδομένη.

Όμως είναι αυτή η Αντριάνα που θα παραμείνει πολύτιμη αδελφή της Αρμινούτας, «τόσο μόνες και τόσο κοντά», που θα της διδάξει την αντοχή και που στο μαζί θα βρουν αργότερα την σωτηρία. Λίγο πιο πριν, η Αρμινούτα μόνη της θα πάρει όλη την δύναμη για την Μεγάλη Συνάντηση με εκείνη που νόμιζε ως μητέρα. Εξαντλημένη από μια διαρκή εσωτερική θερμοκρασία αλλά δυνατή από την αδικία, θα διεκδικήσει της απαντήσεις που της αξίζουν, προτού η ίδια η ζωή της δώσει την τελευταία κι οριστική. Όπως λέγεται κάποια στιγμή: Δεν φταις εσύ αν λες την αλήθεια. Η αλήθεια φταίει που είναι λάθος.

Πώς καταφέρνει η συγγραφέας να γράψει ένα τόσο σαγηνευτικό βιβλίο; Ίσως επειδή κατέχει την τέχνη της αφήγησης και την πλέκει με ακαριαίες φράσεις (απλών κατά τα άλλα λέξεων) που όμως κρύβουν η καθεμιά τους ολόκληρες καταστάσεις. Η νεαρή της πρωταγωνίστρια δεν εκμαιεύει ούτε εκβιάζει λεπτό την συγκίνηση. Όσο κι αν είναι φαρμακωμένη από εκείνο που θεωρεί σκληρή συμπεριφορά, η απορία, η αίσθηση της αδικίας κι η ανάγκη των απαντήσεων απλώς εκφέρονται με τον πιο απλό κι έξυπνο τρόπο. Ίσως γι’ αυτό κόβουν βαθιά. Αυτή η ιστορία ενηλικίωσης είναι ταυτόχρονα και μια διαρκώς ανοιχτό υπόμνημα πως η παιδικότητα χάνεται ολοένα και σε πιο μικρές ηλικίες. Τίποτα δεν περισσεύει εδώ, ακόμα κι οι μικρές λεπτομέρειες της ζωής· αντίθετα, φορτίζουν κι αυτές μια διαρκώς ζεστή διήγηση. Έχω την αίσθηση πως ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να διαβαστεί κι από αναγνώστες στην ηλικία της Αρμινούτας.

Εκδ. Ίκαρος, 2018, μτφ: Δήμητρα Δότση, 216 σελ. [L’ Arminuta, 2017]

Στις εικόνες έργα των: José Jorge Oramas, Rick Beerhorst, Cynda Luclaire, Kathrin Honesta, Felice Casorati, Louis Treserras, Sora Ceballos-Lopez.

03
Ιαν.
19

Τα σκυλάκια των Χριστουγέννων

Καταμέτρηση προ και κατόπιν εορτής

Παλιά μνήμη: Θα παραδεχτώ ότι το σπορ της καταμέτρησης, κοινώς της αρίθμησης κυρίως των ωραίων και ευρύτερα της απαρίθμησης των πάντων αποτελεί ένα ατομικό χόμπι που δεν με κούρασε ποτέ. Εδώ και τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες μετρώ με λίστες και αριθμούς οτιδήποτε βρίσκω άξιο του αθλήματος και αναμετριέμαι φυσικά με την μνήμη που συμπαρίσταται απαραίτητη βοηθός και ενίοτε απογοητευτική ξεχασιάρα. Μικρός, ας πούμε, με κάθε ευκαιρία, μετρούσα: τα γκολ που έβαλα, εκείνα που έχασα, τις ωραίες κυρίες της γειτονιάς που ευχαρίστως θα παντρευόμουν, τις θάλασσες που κολύμπησα, τα σπάνια μακριά αμερικάνικα αυτοκίνητα που είχα δει ζωντανά, για να μην αναφέρω τα καθημερινά προσκλητήρια βιβλίων, κασετών, δίσκων, καρτών υπέρ-ατού και καρτ ποστάλ που είχα ή ήθελα να έχω.

Νέα «μνήμη»: Συνεχίζω μέχρι σήμερα το άθλημα των αριθμών της μνήμης, σε καθημερινή σχεδόν βάση, ιδίως όταν με πηγαίνει βόλτα η Πέτρα. Άλλωστε από το μέτρημα δεν γίνεται να λείπουν οι τετράποδοι σύντροφοι – σκύλοι. Μετρώ και ξαναμετρώ τους κατά καιρούς περίοικους, τους ζωηρούς, τους εμφανώς φιλοσόφους, τους συνταξιδιώτες στα καταστρώματα, τους διπλανούς σκηνίτες στα κάμπινγκ και τις ίδιες τις ιδιότητες του καθενός. Ενίοτε αναρωτιέμαι και για τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν στις διάφορες γιορτές, όπως για παράδειγμα αυτή των ημερών, που εξάπτει αισθήσεις και παραισθήσεις με τις μυρωδιές και τους άλλους φωτισμούς.

Η πρώτη δεκάδα: Φράση που συνηθίζουμε να λέμε στις λίστες των επιλογών μας. Η κυριολεκτική πρώτη δεκάδα όμως είναι θαμμένη στα πιο παλιά μας κατάστιχα: ήταν πρώτη αρίθμηση από το ένα ως το δέκα. Δεν θυμάμαι πότε, πού και πώς, μόνο αμυδρά κάποια εικονογραφημένα ζωάκια, μάλλον αγελάδες. Ήταν ευχάριστη εκείνη η μονοψήφια εμπειρία! Τώρα σκοπεύω να την ξαναζήσω στα μάτια μιας άλλης ψυχής, όταν ανοίξω μπροστά της το βιβλίο με 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 σκυλάκια που ανά δισέλιδο αυξάνονται ανά ένα και κοιτάζουν έκπληκτα την γιορτινή διακόσμηση, παγώνουν τα αυτιά τους στο κρύο, κάνουν ζημιές στην κουζίνα, ταλαιπωρούν το έλατο, καρφώνονται στα γλυκά, γαβγίζουν μελωδικά και δίνουν τα δικά τους δώρα, ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίνουν. Θα είναι ωραία η αναζήτηση και καταμέτρηση των σκυλιών μέσα σ’ αυτή την πανδαισία των χρωμάτων. Και βέβαια στο τέλος θα μας περιμένει μια παλιά αγαπημένη εικόνα ιδίως των κινούμενων σχεδίων, εκείνη όπου ο φακός κατεβαίνει στα χαμηλά, βρισκόμαστε στον ύψος τους και παρατηρούμε μόνο τα πόδια των δίποδων. Κάτι κράτησα κι εγώ στη μνήμη μου!

Εκδόσεις Ψυχογιός, 2017, 32 σελ., Λέξεις: Alison Richie, εικονογράφηση: Marisa Morea, 2017

Ηλικίες: 2+

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

02
Ιαν.
19

Χάρτης

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος.

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Επιστολή στην Συλβάνα Μάνγκανο

Τεύχος 2 (Φεβρουάριος 2019), εδώ. Αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ.

Οι ξυπόλητες μιας πόλης, Ι

Τεύχος 3 (Μάρτιος 2019), εδώ. Αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ.

Οι ξυπόλητες μιας πόλης, ΙΙ

Τεύχος 4 (Απρίλιος 2019), εδώ. Αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ.

Οι ξυπόλητες μιας πόλης, ΙΙΙ

Τεύχος 5 (Μάϊος 2019), εδώ. Αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ.

Η Ηλέκτρα στο Ταρλάμπασι

Τεύχος 6 (Ιούνιος 2019), εδώ. Αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ.

Οι ξυπόλητες των δίσκων, Ι

Τεύχος 7 (Ιούλιος  2019), εδώ. Αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ.

Οι ξυπόλητες των δίσκων, ΙΙ

Τεύχος 8 (Αύγουστος 2019), εδώ. Αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ.

Οι ξυπόλητες των δίσκων, ΙΙI

Τεύχος 9 (Σεπτέμβριος 2019), εδώ. Αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ.

Οι ξυπόλητες των δίσκων, VΙ

Τεύχος 10 (Οκτώβριος 2019), εδώ. Αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ.

Οι ξυπόλητες των δίσκων, V

Τεύχος 11 (Νοέμβριος 2019), εδώ. Αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ.

 

 

01
Ιαν.
19

Χρήστος Αγγελάκος – Ψεύτικοι δίδυμοι

Λυτές ψυχές σε άλυτους δεσμούς

Ο Νικ και ο Ιβ (Ιβάν) περνιούνται για δίδυμοι ενώ δεν είναι ούτε αδέρφια. Έλληνας ο ένας, Βούλγαρος ο άλλος, ψήνονται οριστικά και αμετάκλητα ως φίλοι, παρά την εξάρτηση της οικογένειας του δεύτερου απ’ του πρώτου. Κάνουν τα αγροτικά τανκς, το τρακτέρ πύργο, την αυλή χώρο διαρκώς εναλλασσόμενων θαυμάτων, το υπόστεγο καταφύγιο. Γίνονται Μπόλεκ και Λόλεκ με μια σκυλίτσα ονόματι Νόρμα. Το δικό τους κεφάλαιο είναι τριτοπρόσωπο κι η γλώσσα του έχει ταυτόχρονα μια εξαίσια μεταφορικότητα και μια ωμή γείωση

Ο Ιβ και ο Βικ (Βίκτωρας) είναι δίδυμοι αλλά δεν έχουν αδελφική σχέση. Στα δικά του κεφάλαια ο Βικ γράφει επιστολές απευθύνεται σε πρώτο πρόσωπο από την φυλακή όπου έχει γνωρίσει ένα νέο είδος δόσης, το διάβασμα, χάρη στον κύριο Παυλάτο, που τον εφοδιάζει συνεχώς με βιβλία, άρα με λέξεις άγνωστες που μαζεύει και φυλάει στο μυαλό του κι επιστρέφει για να τους δώσει άλλη σημασία. Συγκάτοικος στο κελί του ο Γιωργής, τιμώμενο πρόσωπο σε κάθε γράμμα, με φλέβες ρημαγμένες και όραση μουντή. Ο ψυχολόγος τον ενθαρρύνει, κάθε άνθρωπος είναι οι ιστορίες του, ο Γιωργής τις έτρωγε, εσύ καλύτερα να τις φυλάξεις στο χαρτί.

Οι δυο αδελφοί δεν θυμούνται ο ένας τον άλλον, «η παιδική τους ηλικία είναι ένα κομμάτι που κάηκε στο φως», η ζωή τους άλλωστε ξεκίνησε με τον χωρισμό από τον αμνιακό σάκο. Ο Βίκτωρας δεν παραπονέθηκε που έβλεπε τον Ιβάν να διαλέγει άλλον δίδυμο κι απλά έζησαν ο καθένας στη μεριά του δικού τους κόσμου, χωρίς να σηκώσουν τείχη, αόρατοι ο ένας για τον άλλον. Μέσα στο κελί έφτιαξε την λέξη διδυμοποίηση και ταίριαξε με τον Γιωργή. Τώρα στη φυλακή η Κατερίνα Μάτσα, ψυχίατρος ειδικευμένη στους τοξικομανείς, του μιλάει για τις κρύπτες, κάτι συρτάρια στο μυαλό που περιέχουν πένθη ζωντανά και άλιωτα, που εξακολουθούν να δουλεύουν ακούραστα και δημιουργούν μικρούς χαλασμούς.

Η πρώτη φορά που συναντούμε την 25χρονη Ισμήνη είναι στα γυρίσματα μιας ταινίας όπου παίζει ως κομπάρσος μαζί με τους δυο ψεύτικους δίδυμους. Μερικά από τα δικά της κεφάλαια μοιάζουν ημερολόγια κινηματογραφικού συνεργείου – σκηνή, πλάνο, λήψη. Εκείνη τους πήρε στην δουλειά, χωρίς να θέλει να τους φανταστεί ξεχωριστά, μόνο σαν δυο μέρη που σμίγουν αξεδιάλυτα, φτιάχνοντας μια κινούμενη άμμο. Ένας συγχωριανός των αγοριών τους δανείζει ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι στην Πετρούπολη. Η εξωτερική σιδερένια σκάλα οδηγεί στο πλυσταριό που θα μοιραστούν, μαζί με τα τρίφυλλα που κάνουν τα φώτα της πόλης να έρχονται κοντά, σε απόσταση αγγίγματος. Οι τρεις μαζί φτιάχνουν τον κόσμο τους τώρα.

Εκείνη δεν μπορούσε να τους φανταστεί ξεχωριστά, το μυαλό της είχε πιαστεί στην εικόνα του όλου: δυο μέρη που σμίγουν αξεδιάλυτα, φτιάχνοντας μια κινούμενη άμμο.

Η πρωταγωνίστρια των γυρισμάτων Εύα ενθουσιάζεται με το παραμύθι της Ισμήνης πως τα έχει και με τους δυο, και της γνωρίζει την ταινία Ζυλ και Τζιμ, κι έτσι η Ισμήνη, έτσι όπως φοβάται πως θα περάσει τη ζωή της και το όνομά της δεν θα γραφτεί ποτέ στους τίτλους, πιάνεται στο ψέμα που έπλεξε και αποφασίζει να το κάνει αληθινό. Ο μονόλογος της Ισμήνης λίγο αργότερα επιστρέφει τα χρόνια στο Βερολίνο, στον κατά δώδεκα χρόνια μεγαλύτερο αδελφό της Μάρκο, μεγάλη της αγάπη και έρωτα κανονικό, αιτία των γονεϊκών καυγάδων επειδή αγαπούσε έναν Τούρκο, διώχτηκε απ’ το σπίτι και λίγο αργότερα δολοφονήθηκε από σκίνχεντ που τους είδαν να φιλιούνται στο μετρό, «δυο σκούροι». Και γίνεται πια ο Μάρκος όχι ο δικός της αλλά όλου του κόσμου, καθώς κινητοποιεί με διάφορους τρόπους τον κόσμο σε εμπνεύσεις, διαδηλώσεις, δημιουργίες, οργανώσεις, ακτιβισμούς. Άλλωστε, όπως της είπε σ’ ένα της όνειρο, η ευτυχία είναι μοιραία.

Πολλοί «δεύτεροι»  χαρακτήρες περνούν σε λίγες αλλά αξέχαστες σελίδες, όπως η Βουλγάρα γιαγιά, που κάνει επίτηδες άνοστα φαγιά για να την αφήνουν στην ησυχία της, πλέκει χαλάκια από σακούλες του σούπερ μάρκετ κι όταν χάνει τον άντρα της κόβει λωρίδες τα απλωμένα ρούχα της γειτονιάς, για να κόψει τα παιδικά της χρόνια που την φέρανε με το ζόρι στη Ελλάδα, το παρελθόν της ολόκληρο. Ή τα μέλη του κινηματογραφικού συνεργείου, που προσπαθεί το καθένα με τον δικό του τρόπο να αρπάξει το κομμάτι ευτυχίας που θεωρεί πως του αναλογεί. Οι κομπάρσοι των γυρισμάτων στα στενόμακρα τολ κάπου στα Μεσόγεια είναι κάθε στιγμή  έτοιμοι να εκμεταλλευτούν την απουσία ενός άλλου, παρόντες στα διπλωματικά επεισόδια των βεντετών, τουλάχιστο ικανοποιημένοι πως προσφέρεται πρωινό.

Ο Νικ κι ο Ιβ διαρκώς υβριζόμενοι από τους γονείς τους δεν τους κάνουν την χάρη να δώσουν συνέχεια στους καυγάδες είχαν πάει να μείνουν στο νερόμυλο μαζί με τη σκυλίτσα Νόρμα. Εκεί μοιράζονταν όνειρα και ονειρώξεις, εκεί έγιναν «δίδυμα», επαληθεύοντας μια φάρσα της φύσης στη μοναδικότητα της ζωής. Ο έφηβος Βίκτωρας με την σειρά του είχε πάει να ζήσει με την νοσοκόμα Φωτεινή, για να την βοηθάει στα ψώνια. Η Φωτεινή: νοσοκόμα διαρκώς σχολιαζόμενη από το χωριό επειδή δεν παντρεύτηκε, καπνίζει κι έχει μηχανάκι στα εξηνταπέντε της. Δηλωμένη αριστερή, τρέχει για όλους με σκόντο για κανέναν, κι επιβραβεύει τις πιο εξωφρενικές φήμες της με τις πιο οδυνηρή ένεση ώστε ο κώλος που μίλησε να το θυμάται για πάντα. Τώρα κατηγορείται πως μάζεψε τον «εαμοβούλγαρο», ασυγχώρετη που του χάρισε και το μηχανάκι που λιμπίζονταν.

Όλες τις φήμες εναντίον της έχει και η ερωτική εμμονή του Βίκτωρα, η Ραμόν. Φίλη του παιδική, με μάνα Λιβανέζα και πατέρα απ’ το χωριό, θεωρείται ανεπιθύμητη αλλά τι να περιμένει κανείς από τον ναυτικό που παντρεύτηκε Λιβανέζα; Τώρα η κόρη του τραβιότανε με τον Βούλγαρο που τον είχε περιμαζέψει η συμμορίτισσα. Η Ραμόν «τον αφήνει να μπαινοβγαίνει στο κορμί της, ένα μυρμήγκι που μαζεύει εφόδια για τον χειμώνα» αλλά δεν έχει την ίδια τρέλα μαζί του, όμως μοιράζεται σημαντικές στιγμές, όπως ο αποχαιρετισμός στη Νόρμα, σε μερικές έξοχες σελίδες, μια τελετουργική ταφή μαζί μ’ έναν ιβίσκο από την συλλογή της που κόντευε να καταπιεί το χωριό.

Στο σπίτι της Φωτεινής φτάνει ο αδελφός της Πάνος από την Μελβούρνη, η πινακίδα I AM με χαμένο το BACK τού κόλλησε το παρατσούκλι Αϊάμ. Παίρνει αμέσως την θέση της, γίνεται κάτι παραπάνω από πατέρας και φίλος του Βίκτωρα, μάλλον εβδομηντάχρονος δίδυμος του μικρού, κι οι μέρες τους περνούν σαν βιντεοκλίπ. Κουβαλά κι αυτός την δική του οικογενειακή θλίψη, μια ανανταπόδοτη σαρανταπεντάχρονη αγάπη προς την σύζυγο Τούλα και την σόλο πλέον πορεία των τεσσάρων παιδιών που δεν θα μάθει ποτέ ποιο ανήκει στον χρόνιο φίλο του και εραστή της Λευτέρη.

Για την Ισμήνη δεν υπάρχουν ζωές, μόνο ιστορίες, κι έτσι έκκεντροι – απόκεντροι χαρακτήρες προλαβαίνουν να αφήσουν τα ίχνη τους στις σελίδες, όπως ο Στέλιος εραστής του αδικοχαμένου αδελφού της, στα σαράντα κύματα από τα μπουζουξίδικα της Όξφορντ Στριτ και ως τον έρωτά του με την χορεύτρια Τζούλια με την οποία μοιράζεται το σλίπινγκ μπαγκ του στο υπόγειο καμαράκι και που χάνει τόσο γρήγορα όσο γρήγορα βρήκε. Κι ύστερα θα βρεθεί κι αυτός σε μια διαρκή αναχώρηση, πεπεισμένος πως θα βρει τον Μάρκο γιατί ο Μάρκος δεν τελειώνει ποτέ, όπως τα άλογα της Πάτι Σμιθ, που δεν σταματάνε πουθενά, όπως η μουσική που δεν τελειώνει ποτέ.

Ο Βίκτωρας παραμένει ερωτευμένος με την Ραμόν κι ας είναι εκείνη αλλού ακόμα και στα αγκομαχητά τους, σα να αυνανίζεται μέσα της, αυτός εκεί, «έρωτας πάει να πει να διασχίζεις τυφλός τα σκοτεινά τοπία. Γι’ αυτό σκοντάφτουν όλοι, και γιατί ο ήλιος, όταν ερωτεύεσαι, είναι μισός σκοτάδι». Εκείνη έχει άλλα σχέδια, αν γινόταν το κορίτσι του Νικ θα εξασφάλιζε ένα είδος ασυλίας κι άλλο ένα προσοχής. Κι έτσι αναποδογυρίζουν οι δεσμοί κι είναι ο Νικ τώρα που την αποζητά κάθε ώρα και στιγμή και κλείνουν τα στόματα στο χωριό όπως οι ιβίσκοι τη νύχτα. Η Ραμόν ξεκόβει από τον Βίκτωρα κι «η άρνηση δαγκώνει σαν το σκυλί και την δαγκωματιά την κουβαλάς για χρόνια», τα σώματα αναζητούν ξέσπασμα, οικονομίες ολόκληρες χαραμίζονται, δώρα άδωρα χαρίζονται, συγγένειες ραγίζουν.

Αλλά και η Ισμήνη περιμένει να έρθει η στιγμή όπου θα γίνει Ζαν Μορώ σ’ εκείνη ταινία με τους δυο εραστές κι ας θέλει τα πλάνα μαυρόασπρα – και λιγωμένοι οι τρεις από τους απαραίτητους μπάφους  ανταγωνίζονται στα σημάδια πάνω της, τα κάστρα της μένουν αφύλαχτα, το κρεβάτι της γιαγιάς γίνεται κήπος, κι αυτοί δεν προλαβαίνουν να πηδήσουν στο κενό. Ο οργασμός τους αλλάζει χρώματα. Και το ταβάνι κατεβαίνει αργά και τους πιέζει.

Ο Πάνος σχεδιάζει να πάρει τον Βίκτωρα στην Αυστραλία, ούτως ή άλλως κι εκείνος 45 χρόνια δεν βούτηξε στον ωκεανό, ζει την ζωή στις φωτογραφίες των άλλων, εκεί κάτω άλλωστε οι Έλληνες επισκέπτονταν Έλληνες και φωτογραφίζονταν ομαδικά, «η διατήρηση των αξιών της φυλής παίρνει χροιά αιμομικτική. Η ξένη θα σε κερατώσει, δεν θα φιλάει το χέρι του παππού. Θα μπαίνει με το μίνι στην εκκλησία και θα φτιάχνει σαλάτες με φύτρες και καλαμπόκι. Ούτε στη λύπη ούτε στη χαρά, καμιά τους δεν ξέρει από κόλλυβα». Κι έτσι γίνεται το ατομικό του εργοστάσιο παραγωγής παραμυθιών, «όλες οι καρτ ποστάλ που είχε δει στη ζωή του χωρέσανε στη Γη της Επαγγελίας που κατασκεύαζε για να ξεχνιέται ο Βίκτωρας», στα εβδομήντα του επινόησε τον εαυτό του σαν μια Σεχραζάτ και σαν γνήσιος ψεύτης είναι πρόθυμος να χάψει πρώτα τα δικά του. Ίσως το ταλέντο του είναι να είναι ολομόναχος, τώρα που γνωρίζει πως γινόμαστε το αντίθετο από αυτό που είμαστε.

Αναρωτιέται κανείς πως είναι δυνατό σ’ ένα τόσο φορτισμένο μυθιστόρημα να έχει κανείς ταυτόχρονα την αίσθηση ότι διαβάζει απόλυτα σύγχρονους βίους, πάνω σ’ ένα χάρτη ενός αποκλειστικού παρόντος  και συνάμα την εξιστόρηση των αιώνιων ιστοριών της αρχαίας τραγωδίας. Η κατάληξή τους σε κάθε περίπτωση θα είναι μια έξοδος, με δεκάδες μορφές. Ο Νικ θέλει να μην υπάρχει ο Ιβ, θέλει την Ισμήνη ολόδικιά του, η Ισμήνη ξέρει να τιμωρεί το σώμα της μετά τις απολαύσεις, ούτως ή άλλως πλέον αποτελεί το γήπεδο του ανταγωνισμού των δυο μη διδύμων, ακόμα κι όταν την πηδάνε σαν μια φουσκωτή κούκλα κι οι φωνές της τρυπούν τα αυτιά του αντιπάλου. Το μίσος τους κάνει ευρηματικούς, άλλωστε έχουν δει τόσες φονικές μηχανές στην τηλεόραση. Η Φωτεινή ξέρει να σταματάει τις αναμνήσεις προτού σχηματιστούν, κι ο Βίκτωρας δικαιώνει τον λόγο που θα βρεθεί στη φυλακή, άλλωστε στα βιντεοκλίπ του γιουτιούμπ έμαθε πώς ζουν και πώς σκοτώνουν.

Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες, με ταλόγια του συγγραφέα, θεωρούν την μοίρα κάτι αναχρονιστικό, που δεν αποδεικνύεται, η μοίρα τους μπερδεύει, είναι το γέλιο ενός ανύπαρκτου Θεού. Γνωρίζουν πως οι άλλοι ρωτάνε όχι ερωτήσεις αλλά απαντήσεις, γνωρίζουν πως όταν περνάς το όριο τα πάντα μοιάζουν φυσιολογικά κι ας μην είναι. Κι όσοι δεν μπορούν να σφαχτούν στην καθημερινότητα το κάνουν στα γυρίσματα της ταινίας, υπερβαίνουν τις σκηνοθετικές εντολές και ζουν όσα δεν τολμάνε έξω. Στον κόσμο τους «το ψέμα προϋπάρχει του κόσμου», ο πόνος ζει στο μυαλό, στρογγυλοκάθεται και σε κυβερνάει κι εκείνοι παραμένουν «ισόβια αιχμάλωτοι σ’ ένα σκονισμένο φως». Μπορούν να λιανίσουν ο ένας τον άλλον όπως μπορούν και να προχωρήσουν αφού κάθε τους ιστορία «είναι κάτι που τελείωσε επειδή άρχισε».

Οι κρυμμένες φράσεις των δεδηλωμένων από τον συγγραφέα Σολωμού, Ντοστογιέφσκι και Σιοράν αλλά και άλλων αδήλωτων, μαζί με τον θεατρικό μονόλογο του Ηλία Λάγιου Η Ιστορία της Λαίδης Οθέλλος και την πρώτη ποιητική συλλογή της Φρίντας Λιάππα Ο λυρικός επίλογος της οδού Πατησίων, συγκροτούν ένα πλέγμα προσωπικών εμμονών και μιας ενδιαφέρουσας παραπληρωματικής διακειμενικότητας.

Ο Χρήστος Αγγελάκος έγραψε ένα από τα ελάχιστα μυθιστορήματα που μπορεί να αφηγείται την σύγχρονη ζωή με σπάνιο λογοτεχνικό λόγο. Η ανάγνωση τσιτώνει τον εγκέφαλο, κρατά την σκέψη πάνω της, διατηρεί τους ήρωες στις αναμνήσεις του αναγνώστη. Οι λέξεις γλυκαίνουν ακόμα και τις πιο σκληρές στιγμές, ο κόσμος που περιγράφουν μοιάζει να μην επινοήθηκε αλλά να υπάρχει. Κι ομολογώ πως ένοιωσα όπως ο Βικ, όταν άρχισε να διαβάζει μέσα στην φυλακή: Οι λέξεις ήτανε νησιά, κι έπρεπε να κολυμπήσει από το ένα στο άλλο.

Εκδ. Μεταίχμιο, Νοέμβριος 2017, σελ. 221

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, πέντε χρόνια πριν, εδώ.

Στις εικόνες έργα των: Στις εικόνες έργα των: Αγνώστου πατρός, Brian Rea, σκηνή από την ταινία Tschick (Fatih Akin, 2016), Leyly Matine-Daftary, φωτογραφία του Tom Sloan, Victor Brauner, Andrea Pazienza, Daehyun Kim.




Ιανουαρίου 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.   Φεβ. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 1.004.619 hits

Αρχείο