Αρχείο για Μαρτίου 2022

28
Μαρ.
22

Συλλογικό – Ο Θεός της Βίβλου και ο Θεός των φιλοσόφων [Επιμέλεια: Σταύρος Ζουμπουλάκης]

Διαβάζω πάντα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την σειρά των «Συναντήσεων» του Άρτου Ζωής, στην ουσία τα πρακτικά των συνεδρίων που οργανώνει ο εκδοτικός οίκος, καθώς έχουν πάντα έναν πλούτο κειμένων για ένα συγκεκριμένο θέμα κάθε φορά, κείμενα που κατατίθενται σε κατά κυριολεξία ανοιχτές συναντήσεις ανθρώπων που σκέφτονται εντός της πίστεως με στοχαστές του εκκοσμικευμένου Λόγου. Πίσω από τον τίτλο του συγκεκριμένου τόμου διακρίνεται ο Πασκάλ και το Memorial εκείνης της πυρακτωμένης νύχτας της 23ης Νοεμβρίου 1654 όπου τέθηκε η απόλυτη τομή: από τη μια ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, ο Θεός του Ιησού Χριστού, και από την άλλη ο Θεός των φιλοσόφων και των επιστημόνων, με οριστική απάντηση – κατάφαση στον πρώτο, με τον οποίο μπορείς να συνομιλήσεις, να ελπίσεις στο έλεός του, να απελπιστείς, να εξεγερθείς εναντίον του, να επιστρέψεις ή να μην επιστρέψεις, σε αντίθεση με τον Θεό κάποιας φιλοσοφικής θεωρίας ή συστήματος με τον οποίο δεν μπορεί να υπάρχει καμία προσωπική σχέση.

Ερευνάται λοιπόν εδώ, όπως γράφει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο εισαγωγικό του σημείωμα, η σχέση βιβλικού και φιλοσοφικού Θεού και όχι η σχέση θεολογίας και φιλοσοφίας. Μπορεί η απόλυτη διχοτομία του Πασκάλ να υιοθετήθηκε από ένα ολόκληρο ρεύμα σκέψης, με κορυφαία δείγματα τον Κίρκεγκωρ και τον Καρλ Μπαρτ, πολλοί άλλοι στοχαστές όμως, που ήταν ταυτόχρονα και άνθρωποι της πίστης, δεν θα την δεχτούν και θα εκπονήσουν το έργο τους με τους αυστηρότερους όρους του φιλοσοφείν, όπως για παράδειγμα ο Λεβινάς, που εννοούσε το δικό του έργο ως μετάφραση της βίβλου στα ελληνικά, δηλαδή στην γλώσσα της φιλοσοφίας. Ο τόμος χωρίζεται σε πέντε συνεδρίες, οι οποίες προφανώς ακολουθούν την χρονολογική – ιστορική σειρά των υπό έρευνα περιόδων, αλλά λόγω ειδικότερου προσωπικού ενδιαφέροντος τα δυο κείμενα που με έλκυσαν περισσότερο και επιλέγω να παρουσιάσω προέρχονται από την πέμπτη συνεδρία

«Ο θεός ως παράδοξο στη σκέψη του Κίρκεγκωρ» αποτελεί το αντικείμενο της μελέτης της Βασιλικής Τσακίρη. Η θεώρηση του Θεού ως ενός προσωπικού Θεού, ως ενός άλλου υποκειμένου/προσώπου το οποίο σχετίζεται με το άτομο/υποκείμενο μέσω μιας σχέσης υποκειμένων (μιας σχέσης Εγώ-Εσύ) και όχι μιας σχέσης αντικειμένων (δηλ. μιας σχέσης Εγώ-αυτό), κατέχει κομβική θέση στη φιλοσοφία του Κίρκεγκωρ και εξηγεί εν μέρει γιατί ο τελευταίος απορρίπτει όλες τις προσπάθειες απόδειξης ύπαρξης του θεού αποτυγχάνουν εντελώς στη στόχευσή τους. Όπως και ο Καντ, ο Κίρκεγκωρ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη σκέψη και νόηση δεν θα μπορέσει να συλλάβει ποτέ επαρκώς εννοιολογικά το θείο ούτε να αποδείξει την ύπαρξή του χρησιμοποιώντας ερευνητικές μεθόδους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στα Φιλοσοφικά ψιχία ή κνήσματα και περιτμήματα, «Το υπέρτατο παράδοξο της σκέψης είναι ότι θέλει να ανακαλύψει κάτι το οποίο δεν μπορεί να σκεφτεί» (στην μετάφραση του Κωστή Παπαγιώργη). Έτσι, σύμφωνα με τον Ρικαίρ, η καντιανή ρήση «Έπρεπε λοιπόν να καταργήσω τη γνώση, για να κερδίσω τόπο για την πίστη» μπορεί να ερμηνευτεί σε αντιστοιχία με την κιρκεγκωριανή θέση ότι, όταν «η διάνοια αυτοεκμηδενίζεται», αναδύεται ένα «ευτυχές πάθος… [που] θα το αποκαλέσουμε πίστη». Η θέση του Καντ, όμως, πως η πίστη είναι έλλογη, πρακτική και ηθική και ο Θεός γίνεται αντιληπτός είτε ως ρυθμιστική αρχή είτε ως αίτημα του πρακτικού Λόγου είτε ως ο ηθικός κυρίαρχος του κόσμου, δεν ταυτίζεται με την υπερβατική, παράδοξη πίστη του Κίρκεγκωρ, o οποίος πιστεύει πως με αυτό τον τρόπο ο Θεός γίνεται ένα αόρατο σημείο και εξαφανίζεται σαν μια σκέψη χωρίς ισχύ.

Για τον Δανό φιλόσοφο, υπέρμαχο της έμμεσης επικοινωνίας Θεού-ανθρώπου, δεν τίθεται ζήτημα άμεσης αποκάλυψης του Θεού στον άνθρωπο. Μια τέτοια άμεση αποκάλυψη θα κατέστρεφε την υποκειμενικότητα του ανθρώπου, θα παραβίαζε την ελευθερία του και ταυτόχρονα θα οδηγούσε σε μια ειδωλολατρική πρόσληψη του Θεού. Ακριβώς η κρυπτότητα του Θεού αποτελεί σημαντικό στοιχείο της πρόσληψής του. Στο έργο του Φόβος και τρόμος ο Θεός ακριβώς σκιαγραφείται ως πρόσωπο και ως Απόλυτο Άλλο, δηλαδή ως υπόσταση ταυτόχρονα ανοιχτή στη σχέση με τον άνθρωπο και προσήκουσα στον υπερβατικό χώρο, προσεγγίσιμη μόνο δυνάμει του παραλόγου. Με άλλα λόγια, ο καθημερινός λόγος αδυνατεί να εκφράσει τη μυστική σχέση που είναι δυνατόν να αναπτυχθεί μεταξύ Θεού και ανθρώπου και της οποίας η σιωπή αποτελεί τον προνομιακό τρόπο ανάπτυξης και εκδήλωσης.

Όσο μεγαλύτερη και βαθύτερη είναι η γνώση του εαυτού, όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση από τον εαυτό/είδωλο τόσο μεγαλύτερο είναι και η αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο και άρα και η ιερή γνώση του Θεού. Ο Κίρκεγκωρ δεν αναφέρεται σε πομπώδεις φανερώσεις το θείου ούτε σε μυστικιστικές εμπειρίες του ανθρώπου αλλά στην εσωτερική ανάπτυξη του εαυτού «ως το σημείο όπου ο Θεός γίνεται μια ουσιώδης πραγματικότητα για τον άνθρωπο». Έχει μάλιστα υποστηριχθεί από τον Ντέιβιντ Λω ότι στο έργο του Κίρκεγκωρ σημείο της φανέρωσης του Θεού είναι η δημιουργία ελεύθερων όντων που έχουν τη δυνατότητα άσκηση της ελευθερίας τους και της ανάπτυξής τους.

Η ενσάρκωση του Χριστού ως Θεανθρώπου απασχολεί ιδιαίτερα την σκέψη του Κίρκεγκωρ, ο οποίος επιχειρεί να διαφοροποιηθεί από τις κύριες χριστολογικές τάσεις της εποχής του που είτε επικεντρώνονταν στην ιστορικότητα του Ιησού, είτε αντιμετώπιζαν την εν λόγω εμφάνιση ως μια ιστορική αναγκαιότητα, είτε ανήγαγαν τον Ιησού σε έναν δάσκαλο του δόγματος. Το δικό του ενδιαφέρον έγκειται στη σκανδαλώδη και παράδοση υπαρξιακή σημασία του Χριστού, στο μέτρο που η ιστορική του εμφάνιση, η είσοδος της αιωνιότητας στον ιστορικό χρόνο καθώς και ο ταπεινός τρόπος ζωής του αποτελεί το μέγιστο σκάνδαλο για τη σκέψη. Συνεπώς η ενσάρκωσή του Ιησού αποτελεί για τον φιλόσοφο μια δεύτερη έκφανση του παραλόγου. Η παράδοξη ένωση ιστορικότητας και αιωνιότητας στο πρόσωπο του Χριστού ανοίγει  τον δρόμο και αφήνει τα ίχνη που είναι απαραίτητα για την μίμηση αυτής της παράδοξης μορφής ύπαρξης και από το ίδιο το άτομο.

Χρησιμοποιώντας μια αναλογία, ο Κίρκεγκωρ παρομοιάζει τη σχέση του Χριστού με τον άνθρωπο με τον έρωτα ενός βασιλιά με μια υπηρέτρια όπου προκρίνεται αναγκαστικά η μόνη επιλογή της έμμεσης επικοινωνίας, (καθώς η αποκάλυψη του μεγαλείου του βασιλιά θα σκότωνε την αγαπημένη του, αφού «η αγάπη δεν αλλάζει το αγαπώμενο, αλλάζει τον εαυτό της»), να κατέλθει ο βασιλιάς στο επίπεδο της υπηρέτριας και να την συναντήσει ως υπηρέτης, σεβόμενος τα όρια και την αυτονομία της. Αντίστοιχα ο Ιησούς συναινεί εκουσίως την εμφάνισή του ως υπηρέτης και εμφανίζεται incognito, διατηρώντας εν μέρει την κρυπτότητά του. Η ιστορική εμφάνιση του Ιησού, το πέρασμα από την κρυπτότητα στην μερική τουλάχιστον φανέρωση του προσώπου του αποτελεί για τον φιλόσοφο την «στιγμή», που την αποκαλεί «πληρότητα του χρόνου». Το άτομο καλείται να συμμετάσχει ενεργά στο παράδοξο της Ενσάρκωσης και δύναται να γίνει πραγματικά σύγχρονο του Ιησού όταν βιώνει στο μέγιστο βαθμό την παραδοξότητα αυτής της στιγμής, με βασική προϋπόθεση, φυσικά, την πίστη του. Στο ύστερο έργο του Άσκηση στον χριστιανισμό καθίσταται φανερό ότι η απαραίτητη αυτή πίστη δεν είναι άλλη από το δώρο της δυνατότητας της συγχρονικότητας, της συνεχούς δηλαδή παρουσίας του Χριστού ως διωκόμενου Χριστού στη ζωή του ανθρώπου και αυτή ακριβώς η σύλληψη χαρακτηρίστηκε από τον Λεβινάς  ως μια από τις σημαντικότερες προσφορές του Κίρκεγκωρ στην φιλοσοφία. 

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επισκόπηση της πνευματικής διαδρομής του Λεόν Σεστώφ κατατίθεται από τον Σταύρο Ζουμπουλάκη στο κείμενο «Αθήνα και Ιερουσαλήμ: Πού κατοικεί τελικά ο Σεστώφ;». Ο φιλόσοφος που έχει σαρκάσει από τον Σωκράτη ως τον Έγελο, τον Καντ και  τον Σπινόζα, πίστευε πως πίστευε πως «όποιος προσβλέπει στην αλήθεια οφείλει να μάθει την τέχνη να διαβάζει τα λογοτεχνικά έργα». Στα δοκίμιά του άλλωστε δεν διακρίνει τα λογοτεχνικά έργα από τα φιλοσοφικά και τα χρησιμοποιεί και τα δύο αξεχώριστα ως πηγές της σκέψης του.

To θέμα του Θεού είναι το μόνο ζήτημα σε ολόκληρο το έργο του Σεστώφ. Στα κείμενά του γράφει διαρκώς για την χριστιανική πίστη και το Ευαγγέλιο, ώστε όλοι σχεδόν να ότι ήταν ένας εβραίος που είχε μεταστραφεί στον χριστιανισμό. Ο Σεστώφ παίρνει θέση στο μεγάλο φιλοσοφικο-θρησκευτικό κίνημα των αρχών του 20ού αιώνα στην Ρωσία και ορίζει τον κεντρικό άξονα  του πνευματικού εγχειρήματός του, ο οποίος θα παραμείνει σταθερός μέχρι το τέλος της ζωής του: πόλεμος κατά της λογικής και της ηθικής και αναζήτηση του Θεού πέρα από αυτές και εναντίον τους. Ο Νίτσε είχε ανοίξει τον δρόμο μα είχε και αυτούς τους έστω και ελάχιστους προδρόμους του: Πλωτίνος, Τερτυλλιανός, Αυγουστίνος, Πέτρος Δαμιανός, Λούθηρος, Πασκάλ, Κίρκεγκωρ, Ντοστογιέφσκι και εξαιρώντας βέβαια τους συγγραφείς και τα κείμενα της Βίβλου. Όλοι τους όμως έμειναν στα μισά του δρόμου, δείλιασαν και δεν ολοκλήρωσαν την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της λογικής και της ηθικής.

Κατά τον Σεστώφ o Λούθηρος ορίζεται ως ο κατεξοχήν πρόδρομος του Νίτσε. Το Sola fide, που ο Λούθηρος το παραλαμβάνει από τον απόστολο Παύλο και τον Αυγουστίνο, από την πολεμική του ειδικότερα κατά του Πελαγίου, λυτρώνει τους ανθρώπους από την αλαζονική αυταπάτη ότι μπορούν να σωθούν με τις δικές τους δυνάμεις, με τα καλά τους έργα, με την αρετή τους. Η αρετή και τα καλά έργα όχι μόνο δεν σώζουν αλλά διαφθείρουν την ψυχή, αφού της πορίζουν δόξα. Εκείνο που χαρακτηρίζει τον καθολικισμό είναι η ιδέα της αλάθητης αυθεντίας και εξουσίας της Εκκλησίας. Πρόκειται για μια ιδέα που καθολικισμός έχει πάρει από την Αρχαία Ελλάδα, μόνο που στη θέση του Λόγου τοποθέτησε την εκκλησία. Η Καθολική Εκκλησία τιμά τον απόστολο Παύλο αλλά σκέφτεται σαν τον Σωκράτη. Την αγεφύρωτη και ασυμβίβαστη διαφορά λογικής και πίστης, φιλοσοφίας και Βίβλου, Αθήνας και Ιερουσαλήμ, η Ευρώπη δεν μπορούσε να τη δεχτεί. Ο χριστιανισμός, προκειμένου να γίνει δεκτός στην Ευρώπη, έπρεπε να υποταχθεί στη λογική, στη φιλοσοφία. Η θεολογία έγινε υπηρέτρια της φιλοσοφίας, και όχι το αντίθετο, όπως νομιζόταν.   

Η συνάντηση του Σεστώφ με το έργο του Κίρκεγκωρ υπήρξε συγκλονιστική. Ο Κίρκεγκωρ κατά τον Σεστώφ είναι ο μεγάλος στοχαστής της υπαρξιακής φιλοσοφίας, η οποία, αντίθετα από ό,τι η θεωρητική, δεν επιδιώκει να κατανοήσει, αλλά να οδηγήσει τον άνθρωπο να ζήσει, να τον οδηγήσει να δρέψει τον καρπό του δέντρου της ζωής, και όχι του δέντρου γης γνώσης. Ο μόνος δρόμος για αυτό είναι ο δρόμος της πίστης, δηλαδή το Παράλογο μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο από τη δεσποτεία της λογικής και της ηθικής και να τον οδηγήσει στην Ελευθερία της απεριόριστης δυνατότητας, δηλαδή στον Θεό.

Η σχέση γνώσης και πίστης, θεωρητικού φιλοσοφικού Λόγου και Βίβλου, Αθήνας και Ιερουσαλήμ είναι το μόνο σταθερό ερώτημα του Σεστώφ. Είναι υπέρ του Αβραάμ και εναντίον του Σωκράτη, υπέρ του Ιώβ και εναντίον του Έγελου. Τις δυο πόλεις δεν τις συνδέει κανένας δρόμος, είναι ασύμβατοι προορισμοί. Η Αθήνα αντιπροσωπεύει τον κόσμο της λογικής και της ηθικής, τον κόσμο των καθολικών, αιώνιων, υποχρεωτικών για όλους αληθειών, δηλαδή τον κόσμο της αναγκαιότητας. Η Ιερουσαλήμ αντιπροσωπεύει τον κόσμο της πίστης, δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη αιώνιων και απαράβατων νόμων, είναι ο κόσμος του Θεού, που σημαίνει ότι στην πόλη αυτή όλα είναι δυνατά, τίποτε δεν είναι οριστικό, ακόμη και αυτό που έχει ήδη γίνει μπορεί να αλλάξει. Η Ιερουσαλήμ είναι τελικά ο κόσμος των θαυμάτων και της απόλυτης Ελευθερίας.

Όμως πόσο βιβλική είναι η πίστη του Σεστώφ, μια πίστη για την οποία είναι ξένα η αγάπη, το έλεος και η δικαιοσύνη; Η Βίβλος είναι πρωτίστως η κλήση του Θεού στους ανθρώπους να συγκροτήσουν μια κοινότητα λατρευόντων και τηρούντων τις εντολές του, οι οποίες συγκεφαλαιώνονται στην αγάπη και στον συνάνθρωπο· πρόκειται για μια βιβλική ηθική. Η πίστη του Σεστώφ δεν έχει καμία κοινοτική αναφορά, είναι μοναχική, αναρχική. Όταν η πίστη διαδίδεται, θεωρεί ο Σεστώφ, όταν υιοθετείται από τους πολλούς, τότε χάνεται, πόσο μάλλον όταν θεσμοποιείται και γίνεται Εκκλησία ή Συναγωγή. Η πίστη που γεννιέται μέσα στην απελπισία, στη μοναξιά, στην απόλυτη μυστικότητα είναι τελικά έκσταση, γι’ αυτό και είναι αμετάδοτη στον πολύ κόσμο, που ψάχνει απλώς λύση στα προβλήματά του.

Πρόκειται για μια πίστη ριζικά αντιηθική, πηγή της οποίας δεν είναι παρά η απελπισία. Μόνο ο απελπισμένος άνθρωπος χωρίς βεβαιότητες, εκείνος που έχει χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια του μπορεί να σπάσει τα δεσμά της λογικής και της ηθικής και να στραφεί στον Θεό. Πουθενά όμως στο έργο του δεν βρίσκεται η χαρά της αληθινής συνάντησης με τον Θεό. Πρέπει να καταστρέψουμε την λογική και την ηθική για να μείνουμε χωρίς βεβαιότητες και στηρίγματα, και να ζήσουμε αυθεντικά απελπισμένοι. Έτσι η Ιερουσαλήμ του Σεστώφ δεν έχει τα βασικά γνωρίσματα της βιβλικής πόλης. Όμως χωρίς αγάπη για τον πάσχοντα δεν μπορεί ποτέ να γίνει κάτοικός της. Χωρίς έλεος, αγάπη, δικαιοσύνη, συγχώρηση δεν υπάρχει Ιερουσαλήμ. Ο Σεστώφ μένει για πάντα Αθηναίος που μισεί τον τόπο του και αποφασίζει να ζήσει στην Ιερουσαλήμ, πάντα όμως ως Αθηναίος, καταλήγει ο Ζουμπουλάκης.

«Είναι η σύγχρονη ενασχόληση των φιλοσόφων με τον Παύλο καλά νέα για τους χριστιανούς;» αναρωτιέται στην δική του κατάθεση ο π. Ευάγγελος Γκανάς, εκκινώντας από την παρατήρηση πως μια σειρά από στοχαστές με κοινό στοιχείο τη θητεία στους τελευταίους σπασμούς της μαρξιστικής ουτοπίας, παρουσίασαν εργασίες με οδηγητικό νήμα τη σκέψη του αποστόλου Παύλου. Σε έργα των Μπαντιού, Αγκάμπεν και Ζίζεκ ειδικότερα, επιχειρήθηκε η σύζευξη του ιουδαϊκού με τον μαρξιστικό μεσσιανισμό, με κοινή αναφορά στον Μπένγιαμιν. Αρχικός εισηγητής της συζήτησης για την πολιτικής σημασία του έργου του Παύλου ήταν ο εβραϊκής καταγωγής φιλόσοφος Γιάκομπ Τάουμπες, σύμφωνε με τον οποίο ο Παύλος ως ένας καινούργιος Μωυσής, ανέθετε στον εαυτό του το έργο της δημιουργίας ενός νέου λαού. Το εγχείρημα επιχειρείται έχοντας προ οφθαλμών δυο στόχους: αφενός μια νέα έξοδο από την Αίγυπτο, που για τον Παύλο δεν είναι άλλη από τα ασφυκτικά πλαίσια του μωσαϊκού νόμου, που απαγορεύουν κάθε άνοιγμα και επαφή με τους goyim, τα έθνη, και αφετέρου την κήρυξη του πολέμου ενάντιο στον Ρωμαίο αυτοκράτορα και την απαίτησή του να λατρευτεί ως Θεός και να διεκδικήσει το ρόλο του χορηγού της αιώνιας ειρήνης. Ο Τάουμπες θα καταδείξει την επίδραση του Παύλου σε στοχαστές όπως ο Νίτσε και ο Φρόυντ, ο Μπένγιαμιν ή ο Αντόρνο και θα έχει ως μέλημά του να αναδείξει όχι μόνο τι είπε ο Παύλος τότε αλλά τι έχει να μας πει σήμερα.

Με το βιβλίο του για τον Παύλο ως θεμελιωτή μιας οικουμενικής σκέψης ο Μπαντιού στρέφεται στον Παύλο γιατί πιστεύει πως ανακαλύπτει σε αυτόν, πρώτον, μια αλήθεια οιονεί αντικειμενική, την πεποίθηση πως ό,τι είναι αληθινό, είναι αληθινό για όλους, και, δεύτερον, μια αποστολή, να μεταδοθεί η αλήθεια αυτή στα πέρατα του κόσμου. Στον Παύλο βλέπει τον ποιητή-στοχαστή του Συμβάντος· η αλήθεια εκρήγνυται ως ένα μοναδικό και εξαιρετικό Συμβάν που διακόπτει την υπάρχουσα τάξη. Για τον Παύλο το Συμβάν είναι ο Χριστός, εσταυρωμένος και αναστάς, γεγονός που είναι μωρία για τον ελληνικό λόγο και σκάνδαλο για τον ιουδαϊκό. Το Συμβάν θα μεταμορφώσει πλήρως την ζωή του και θα συγκροτήσει τη νέα του ταυτότητα. Ακολουθεί η ανάγκη να ονοματίσουμε το Συμβάν, να το προσφέρουμε σε όλους, γιατί αυτή η πράξη αποτελεί μέρος του. Η ανάσταση δεν συνιστά επιχείρημα, ούτε αποδεικνύει τίποτα, αφού για τον Μπαντιού αποτελεί ένα μύθο μη αποδεκτό σήμερα, συνιστά όμως μια καθαρή εκκίνηση. Η γνήσια επαναστατική πεποίθηση του Παύλου είναι ότι η κλήση του Ενός απευθύνεται σε όλους ανεξαιρέτως. Εδώ είναι που ο Μπαντιού διακρίνει στον Παύλο το πάθος της οικουμενικότητας.

Ο δεύτερος στοχαστής, ο Αγκάμπεν, επιχειρεί να αναδείξει το παύλειο corpus ως το θεμελιώδες σώμα μεσσιανικών κειμένων της δυτικής παράδοσης. Ο Παύλος δεν είναι πια ο ιδρυτής μιας νέας θρησκείας, αλλά ο πιο απαιτητικός αντιπρόσωπος του ιουδαϊκού μεσσιανισμό. Το μεσσιανικό δεν πρέπει να συγχέεται με το εσχατολογικό· δεν συνίσταται στο τέλος του χρόνου, αλλά στο χρόνο που πρέπει να διατρέξουμε μέχρι να έρθει το τέλος, είναι ο χρόνος που απομένει. Ο Μεσσίας έχει ήδη έρθει, το μεσσιανικό συμβάν έχει λάβει χώρα, αλλά η παρουσία του εμπεριέχει ένα χρόνο, ο οποίος επεκτείνεται, όχι για να αναβάλει την παρουσία, αλλά για να την καταστήσει απτή. Υπ’ αυτή την έννοια κάθε στιγμή μπορεί να γίνει η θύρα δια της οποίας μπορεί να εισέλθει ο Μεσσίας.

Η θέση του Ζίζεκ, τέλος, είναι φαινομενικά παράδοξη: υπερασπίζεται μια αθεΐα, η οποία όμως μπορεί να καταστεί δυνατή μόνο αν διέλθει μέσα από τη χριστιανική εμπειρία. Βρίσκουμε έτσι εδώ μια μορφή επιβεβαίωσης της άποψης πως η ιουδαιοχριστιανική παράδοση, με τον ριζικό διαχωρισμό Θεού και κόσμου που επιχειρεί, την απομάγευση δηλαδή του κόσμου, εμπεριέχει τη δυνατότητα της αθεΐας. Ακολουθώντας τον Λακάν, ο Ζίζεκ θεωρεί πως με τον θάνατο του Χριστού πεθαίνει και η ελπίδα πως υπάρχει ένας πατέρας που μας έχει προσωρινά εγκαταλείψει, αλλά τελικά θα εμφανιστεί. Η παρουσία του «Αγίου Πνεύματος» έγκειται ακριβώς στην ύπαρξη μιας κοινότητας που στερείται την παρουσία του μεγάλου Άλλου.

Σε κάθε περίπτωση πίσω από το εγχείρημα των παραπάνω φιλοσόφων διακρίνεται ή κρύβεται το αγωνιώδες πολιτικό ερώτημα: Τι να κάνουμε; Αυτό αποκαλύπτεται εύγλωττα στην παραδοχή του Μπαντιού πως ο Παύλος είναι για τον Χριστό ό,τι υπήρξε ο Λένιν για τον Μαρξ ή στην τάση του Αγκάμπεν να βλέπει τον Παύλο ως πρόδρομο του Μπένγιαμιν ή στην προγραμματική θέση του Ζίζεκ για την αναγκαιότητα του χριστιανισμού ως σταδίου για την ποθούμενη εδραίωση ενός γνήσιου διαλεκτικού υλισμού. Ο Μπένγιαμιν είχε οδηγηθεί στον ισχυρισμό πως κάθε δευτερόλεπτο του παρόντος χρόνου μπορεί να γίνει η στενή πύλη δια της οποίας θα μπορούσε να διέλθει ο Μεσσίας.

Το τελικό συμπέρασμα, όπως το θέτει ο θεολόγος Χάουερβας, είναι πως το ενδιαφέρον του Παύλου ή του Λουκά δεν είναι να αποδείξουν την Ανάσταση, όχι βέβαια γιατί αυτή είναι αδιάφορη ως μύθος, όπως θεωρεί ο Μπαντιού, αλλά γιατί η μόνη απόδειξη που μπορεί να δοθεί είναι η ύπαρξη μιας κοινότητας, η ζωή της οποίας θα ήταν αδιανόητη αν ο Ιησούς δεν είχε αναστηθεί. Δεν συνιστά χρέος της κοινότητας να εξηγήσει την Ανάσταση, αλλά αντιστρόφως, η Ανάσταση εξηγεί την κοινότητα των χριστιανών. Σε κάθε περίπτωση κορυφαίοι θεολόγου του 20ού αιώνα, από τον Μπαρτ μέχρι τον ντε Λυμπάκ και τον Μπάλταζαρ, ή και σύγχρονοι όπως ο Χάουερβας, ο Μίλμπανκ ή ο Ρόουαν Ουίλλιαμς κατέδειξαν με το έργο τους πως θ θεολογία μπορεί κάλλιστα να βγαίνει από την κρυψώνα της και να συνομιλεί με την δική της φωνή στον δημόσιο χώρο του δυτικού κόσμου. Ίσως το μελάνι του Παύλου και της θεολογίας γενικότερα να είναι πολύ διαβρωτικό για να απορροφηθεί από την φιλοσοφία, καταλήγει ο π. Γκανάς.

Οι ανακοινώσεις – κείμενα που περιλαμβάνονται στον τόμο είναι οι εξής: Α΄ συνεδρία: Θεός και θεολογία στο έργο του Πλάτωνα (Παύλος Καλλιγάς), Είναι αναγκαίος ο Θεός στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη; (Βασίλης Κάλφας), Η θεολογία των Στωικών (Κατερίνα Ιεροδιακόνου), Ο Θεός στον Πλωτίνο: Νους ή Εν; (Ελένη Περδικούρη)· Β΄ Συνεδρία: Ο Θεός της Πεντατεύχου (Δημήτρης Καϊμάκης), Ο Θεός σε αγωνία: το προφητικό βίωμα του θείου διλήμματος μεταξύ δικαιοσύνης και αγάπης (Μυρτώ Θεοχάρους), Εν αρχή ην ο Λόγος: Το αποκλειστικά παλαιοδιαθηκικό υπόβαθρο, η μετεξέλιξη και η θεολογική σημασία του όρου «Λόγος» στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (Χρήστος Καρακόλης), Μονοθεϊσμός και αρχέγονος χριστιανισμός. Το παράδειγμα του 1 Κορ 8:1-6 (Χαράλαμπος Ατματζίδης)· Γ΄ Συνεδρία: Ο Θεός της Βίβλου και ο Θεός των φιλοσόφων στην πατερική θεολογία (π. Δημήτριος Μπαθρέλλος), Η καθαρή ενέργεια στον Θωμά Ακινάτη (Θάνος Σαμαρτζής), Ο Λούθηρος, η θεολογία του Σταυρού και ο σταυρός του θεολόγου (Παναγιώτης Κανταρτζής).

Στην Δ΄ Συνεδρία περιλαμβάνονται τα κείμενα: Πασκάλ και Ντεκάρτ: ο Θεός που κρύβεται και ο φανερός Θεός (Θοδωρής Δρίτσας), Ο Θεός του Σπινόζα (Άρης Στυλιανού), Ο Κάντ σε αναζήτηση του Θεού (Κώστας Ανδρουλιδάκης), Οι διενέξεις για τον πανθεϊσμό και τον αθεϊσμό στην κλασική γερμανική φιλοσοφία (Γιάννης Πίσσης), «Και ο λόγος σαρξ εγένετο». Η ορθολογικότητα του χριστιανισμού κατά τον Έγελο (Γιώργος Φαράκλας), και, τέλος, στην Ε΄ Συνεδρία (εκτός των τριών προαναφερθεισών καταθέσεων) τα: Quid Athenae Hierosolymis? Το δίλημμα πίστη ή/και λογική στη θεολογία. Οι προτάσεις της ρωσικής θεολογικής και φιλοσοφικής σκέψης (Νικόλαος Ασπρούλης), Μια νέα μορφή πανενθεϊσμού (Στέλιος Βιρβιδάκης). Στο τέλος όλων των συνεδριών αναπτύσσεται ενδιαφέρουσα συζήτηση που επίσης περιλαμβάνεται εδώ.

Εκδ. Άρτος Ζωής [Συναντήσεις, αρ. 2], 2012, 602 σελ. Περιλαμβάνονται σύντομα βιογραφικά των συνέδρων.

Στις εικόνες: Blaise Pascal, Søren Kierkegaard [David Amblard], έργο του Antoniuk Oleksandr, Søren Kierkegaard Kierkegaard, Leon Shestov [2], Jerusalem [Linda Feinberg], έργο του Todor Mitrovic, σκαρίφημα αγνώστου, έργο του Eric Gill και ο ναός Parroquia Santa Teresita del Niño Jesús -Diócesis de Ciudad Obregón, Cajeme, Sonora, Μεξικό.

19
Μαρ.
22

Ο Σαχτούρης στα μέρη μου και οι γυναίκες που βγάζουν τις κάλτσες τους

Ο Σαχτούρης στα μέρη μου και οι γυναίκες που βγάζουν τις κάλτσες τους

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 93-94 (2021), Αφιέρωμα στον Μίλτο Σαχτούρη, σελ. 113-119.

Σύμφωνα με την καταστατική αρχή του σαλού μου βίου η γυναίκα καταφάσκει οριστικά και αμετάκλητα την γυναικότητά της όταν είναι ξυπόλητη συνεπώς η επιτέλεση του χαρμόσυνου γεγονότος είναι η αφαίρεση των παπουτσιών και των καλτσών της. Η χρόνια αισθητική κι αισθησιακή εμμονή μου καταλαγιάζει μόνο με την συγγραφή ενός βιβλίου που την χαρτογραφεί. Το απόλυτο αυτό βιβλίο των ξυπόλητων ποδιών ξεκινά από την αναζήτησή τους έξω στους δρόμους και μέσα στις σελίδες. Εκεί συναντήθηκα τρεις φορές με τον Μίλτο Σαχτούρη.

Πού όμως ασκούσαν τα κορίτσια και οι γυναίκες τα ποθητά γυμνώματα; Μόνο στις κάμαρές τους επιδείκνυαν τις καμάρες τους, το πολύ και στα γύρω δωμάτια· κι εκεί καλότυχοι ήταν μονάχα όσοι διέθεταν σχετικό διαβατήριο, οικείοι, σύνοικοι κι επισκέπτες. Οι εξωτερικοί τόποι του ξεκαλτσώματος ήταν ακόμα πιο δυσεύρετοι. Οι παραλίες ήταν απομακρυσμένες στον χώρο και περιορισμένες στον παραθεριστικό χρόνο. Αλλά ο πρώτος μου μοναχικός περίπατος στην οδό Πατησίων, στην πλησιέστερη στο σπίτι μου μεγάλη λεωφόρο, μου υπέδειξε τους κατεξοχήν χώρους της αφαιρετικής κατάφασης των ποδιών. Η Πλατεία Αμερικής όριζε μια μεγαλοπρεπή έναρξη με το επιβλητικό κτίριο του κινηματογράφου Άττικα στο φόντο, τους φοίνικες στα ύψη, τις στάσεις των λεωφορείων που έρχονταν από τις συνοικίες με τα ευφάνταστα ονόματα,  στις γωνίες τα περίπτερα με τις γυναίκες που εξώπλατες κι εξωτικές μου χαμογελούσαν στα εξώφυλλα των περιοδικών.

Λίγο μετά την διασταύρωση με την Αγίου Μελετίου τα εμπορικά μαγαζιά αποδεικνύονταν περάσματα αληθινών γυναικών. Η πρώτη που τράβηξε το βλέμμα μου, αργοπερπάτητη και χαμογελαστή, μπήκε σ’ ένα κατάστημα παπουτσιών. Δεν την άφησα από τα μάτια μου, από την στιγμή που πλησίασε τον υπάλληλο με μια ευγενική έκφραση, άπλωσε το λεπτό της χέρι για να δείξει τα παπούτσια που ήθελε να δοκιμάσει, κάθισε διστακτικά σ’ ένα σκαμνάκι και περίμενε. Ο αξιοζήλευτος άντρας έφερε το κουτί με τα παπούτσια κι εκείνη άρχισε να λύνει τα κορδόνια από το μποτάκι της – κάθε λύση κι ένας κόμπος στην καρδιά μου. Όταν προς μεγάλη μου έκπληξη είδα να βγάζει και τις ανοιχτές καφέ κάλτσες της για να δοκιμάσει τις επιλεγμένες γόβες το καρδιοχτύπι μου ήταν έντονο. Στη μέση του χειμώνα μια γυναίκα ξεκαλτσωνόταν μπροστά στα μάτια μου. Είδα τα δάχτυλά της να κυματίζουν, τα ροδαλά της πέλματα, αιφνιδιασμένα από την ξαφνική γύμνωση να μου παρέχουν ελεύθερη πρόσβαση στην ωραιότητά τους. Γεμάτη με καταστήματα γυναικείων παπουτσιών, η Πατησίων μέχρι το Πεδίον του Άρεως μεταμορφωνόταν σε τελετουργική οδό με δεκάδες μικρά ιερά γύμνωσης των ποδιών.

Ένα απόγευμα κατέβαινα την οδό Ίμβρου, μια κάθετη στην Επτανήσου όπου διέμενα, ήσυχη και περιορισμένη ανάμεσα στις δυο οριζόντιες παλίρροιες της οδού Αγίας Ζώνης και της Πατησίων των Παθών. Σε λίγο κάποιες γυναίκες θα έβγαζαν τα παπούτσια τους κι έπρεπε να είμαι στη θέση μου. Κάθε φορά διάλεγα και διαφορετική διαδρομή από την Θάσου μέχρι την Φωκίωνος, από ένα ανεξήγητο αλλά βουλιμικό αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, καθώς η Κυψέλη ήταν γεμάτη από κάθε είδους κτίσματα: διώροφες αστικές μονοκατοικίες, μεσοπολεμικές πολυκατοικίες ενός παλαιού μοντερνισμού, σύγχρονες κατασκευές. Οι πόρτες ήταν πάντα διαφορετικές, οι σκάλες στα ενδότερα συχνά ντύνονταν με βυσσινί ή λαδί μοκέτα, το έρημο γραφείο του θυρωρού με προσκαλούσε να πάρω θέση δίπλα στις αλληλογραφίες και τα περιοδικά· όλα αυτά μαζί με τα φωτιστικά στους τοίχους και το κλιμακοστάσιο στο βάθος έμοιαζαν αυθύπαρκτα, πέρα από το πέρασμα των ιδιαίτερων ανθρώπων που ζούσαν στα σωθικά τους.

Πάνω απ’ όλα ήθελα να παρατηρήσω τις γυναίκες αυτών των κατοικιών. Μου ήταν απαραίτητες, ιδίως αν γυρνούσα άπραγος, χωρίς να έχω χαρεί κάποια δοκιμάστρια υποδημάτων, ώστε να την καταστήσω ηρωίδα της νέας καθημερινής μου ιστορίας. Η διεύθυνσή τους αποτελούσε την ιδανική αφετηρία εκείνων των αυτοσχέδιων επινοήσεων, που σκάρωνα κάθε βράδυ, με ροκ ή κλασική μουσική από τους δίσκους του Τρίτου Προγράμματος και άλλων ραδιοσταθμών. Τις περισσότερες φορές αφηνόμουν στο παιχνίδι της τύχης: επιβράδυνα το βήμα χωρίς να σταματώ, για να αποφύγω την ανησυχία που συνήθως προκαλούσε στους ενοίκους μια ακίνητη μορφή έξω από την πόρτα τους. Αν σ’ εκείνο το σύντομο «περαστικό» διάστημα έβγαινε ή έμπαινε κάποια, τότε μου προσφερόταν το πρόσωπο της ιστορίας μου. Αν επρόκειτο για άντρα, προσπαθούσα να φανταστώ μια γυναίκα του σπιτιού του. Σύντομα δεν υπήρχε πολυκατοικία που να μην έχει την δική της ηρωίδα.

Στο τελευταίο σπίτι πριν την Πατησίων, στον αριθμό 2, μέσα από το τζάμι μιας διπλής πόρτας με μαύρο πλαίσιο, είδα να κατεβαίνει αργός και παράξενος ένας γερασμένος άντρας. Γκρίζα ζακέτα, μαύρο παντελόνι, γκριζόμαυρη γενειάδα. Απορροφημένο ή άδειο από σκέψεις το βλέμμα του με αγνόησε κι ο ίδιος κινήθηκε προς την χοάνη της λεωφόρου. Τι είδους γυναίκα να σκεφτώ στο διαμέρισμά του; Στο χέρι του κρατούσε ένα βιβλίο, Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο ενός Μίλτου Σαχτούρη. Αν υπήρχε χαρά στον άλλο δρόμο, σκέφτηκα, ίσως εκεί πάει.

Αναζήτησα τον ποιητή στην βιβλιοθήκη του παππού μου στο πάνω τέρμα της Ίμβρου όπου διέμενε, στον αριθμό 32, και βρήκα το ίδιο εκείνο βιβλίο. Μια φωτογραφία σε απόκομμα από εφημερίδα διπλωμένο στη μέση του βιβλίου με αιφνιδίασε. Είχε το πρόσωπο του ανθρώπου που είδα στο άλλο άκρο της ίδιας πλευράς του δρόμου. Πού πήγαινε με τα δικά του ποιήματα; Ή πού τα πήγαινε; Περπατούσε τόσο αργά που δεν θα με εξέπληττε αν τα έβγαζε βόλτα μαζί του. Προτίμησα την εκδοχή να σκόπευε να τα χαρίσει σε κάποια συγκεκριμένη γυναίκα. Μήπως σε κάποια που θα γνώριζε τυχαία; Αν γινόμουν κι εγώ ποιητής θα μπορούσα να χαρίζω τις ποιητικές μου συλλογές στις διερχόμενες του δρόμου;

Τώρα έπρεπε να εφεύρω τρεις γυναίκες, μαζί μ’ εκείνη που θα τον περίμενε στο σπίτι. Ίσως αυτές να ήταν τα φάσματα, οι μορφές που έρχονταν ως φυσιογνωμίες μιας αφηρημένης τέχνης, για να τις πλάσω πιο «πραγματικές», κι όλη αυτή η περιδιάβαση έξω από τα κτίσματα, απ’ όπου θα έβγαινε μια γυναίκα με θαυμαστά πόδια, να ήταν η ατέρμονη αναζήτηση της χαράς που θα με περίμενε κάθε φορά στον επόμενο δρόμο. Άνοιξα το βιβλίο ψάχνοντας μια ένδειξη· σε κάποια σελίδα κρυβόταν μια άλλου είδους χαρά.

Η Μαρία σκεφτική / έβγαζε τις κάλτσες της // Από το σώμα της έβγαιναν / φωνές άλλων ανθρώπων […] // Η Μαρία έκλαιγε έκλαιγε / τώρα η Μαρία γελούσε / άπλωνε τα χέρια της το βράδυ / έμενε με τα πόδια ανοιχτά // Ύστερα σκοτείνιαζαν τα μάτια της / μαύρα μαύρα θολά σκοτείνιαζαν // Το ραδιόφωνο έπαιζε / Η Μαρία έκλαιγε / Η Μαρία έκλαιγε / το ραδιόφωνο έπαιζε // Τότε η Μαρία / σιγά σιγά άνοιγε τα χέρια της / άρχιζε να πετάει / γύρω γύρω στο δωμάτιο

Έμεινα έκθαμβος από την Μαρία και το ποίημα που είχε το όνομά της. Πώς ήταν δυνατό να συμβαίνουν όλα αυτά μόνο με σκέτες μαύρες λέξεις σε λευκές σελίδες; Το ξεκάλτσωμά της έμοιαζε ζωντανότερο από την πραγματικότητα, η ταραχή της ήρθε δίπλα στην δική μου. Πόσο έμεινε με τα πόδια γυμνά και ανοιχτά; Είχε ερωτική επιθυμία ή άλλη σκοτεινότερη έξη; Και πώς έφτασε να αιωρείται μέσα στην κάμαρά της; Βγήκε κάποιος μαγικός σκοπός από το ράδιο ή ακολούθησε τυχαία μια μελωδία;

Αισθάνθηκα περικυκλωμένος από την ηλεκτρική ενέργεια ενός ποιήματος. Όσα δεν μου φανερώνονταν στον έξω κόσμο μπορούσα να τα δω μέσα στην ποίηση. Ιστορίες άφαντες, ακόμα και απραγματοποίητες, τώρα συνέβαιναν με λέξεις αλλεπάλληλες και καταιγιστικές. Αλλά ακόμα πιο ηλεκτροφόρα ήταν η αίσθηση της συνάντησης με κάποια από τις γυναίκες που βρίσκονταν μέσα απ’ τα παράθυρα που προσπερνούσα. Άκουγα το ανοιχτό τους ραδιόφωνο κι ήμουν βέβαιος πως θα πήγαιναν κι εκείνες δακρυσμένες να διώξουν την μοναξιά με τα πόδια τους. Τώρα ήταν σα να είδα μια από εκείνες στο ανοιχτό παράθυρο των σελίδων.

Δεν ξανασυνάντησα τον Σαχτούρη στην Ίμβρου, όσες φορές κι αν πέρασα. Χρόνια αργότερα διάβασα ότι μετακόμισε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Μηθύμνης 14. Μου φάνηκε σα να διάλεγε μια νέα κάθοδο: σε αντίθεση με τις δυο πρώτες κάθετες στην Επτανήσου ανόδους, την Λήμνου και την Τενέδου,  που τελείωναν στην κοσμική Φωκίωνος Νέγρη, οι ενδιάμεσες Ίμβρου και Μηθύμνης κατρακυλούσαν προς τις εκβολές της Πατησίων, στο υπογάστριο της Πλατείας Αμερικής κι ακόμα παρακάτω. Εκεί κατηφόριζε και μια άλλη γυναίκα, μνημειωμένη και αυτοκίνητη, η συνονόματη Λαμπρινή που είχε δώσει το όνομά της σε ολόκληρη συνοικία και στο λεωφορείο της, το μόνο που διέσχιζε την Αγίας Ζώνης κι έστριβε στην Μηθύμνης, αθόρυβο κι εκείνο, σα να σιγούσε τις μηχανές προτού ξαναβγεί στα επίκεντρα. Μετά την Καλύμνου 35, που ήταν το πατρικό του, και την Ίμβρου, ο ποιητής διέγραφε τον κύκλο του. Ολοκλήρωσε την ζωή του στην άνοδο της Τενέδου, στον αριθμό 22, στο Βασιλάκειο Θεραπευτήριο.

Ένα πρωινό δέκα χρόνια μετά ο Σαχτούρης με επισκέφτηκε στην παλαιά μονοκατοικία που νοίκιαζα στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης, στην οδό Αχιλλέως 13. Το προηγούμενο βράδυ φιλοξένησα ένα κορίτσι που γνώρισα στην απαρχαιωμένη καφετερία όπου εργαζόμουν στα πλευρά της ρωμαϊκής Ροτόντας. Καθόταν σ’ ένα ακριανό τραπέζι και διάβαζε ένα φθαρμένο βιβλίο, με μαυρισμένες τις ετικέτες της αρίθμησης, προφανώς δανεισμένο από κάποια βιβλιοθήκη. Ανάμεσα στους καπνούς και τις φωνές των θαμώνων ανοίγαμε διόδους χαμόγελων και κάποιας συνενοχής καθώς, όλοι αυτοί απεγνωσμένα επιδείκνυαν την διαφυγή από την μοναξιά τους, ενώ εμείς την συνοδεύαμε μέχρι εδώ, αυτή ήταν η συντροφιά μας.

Αργά τη νύχτα, όσο άδειαζε το μαγαζί γεμίζαμε τον κενό χώρο με τις λίγες αλλά απαραίτητες φράσεις για την αναβολή του αποχωρισμού. Κοιτούσε κάθε τόσο το διαφημιστικό ρολόι του τοίχου για να προλάβει το τελευταίο λεωφορείο για τις Συκιές αλλά ο χρόνος του πήγαινε αντίστροφα με τον δικό μας ρυθμό – εκείνο επιτάχυνε κι εμείς επιβραδύναμε. Κάπου ανάμεσα στις λέξεις συμφωνήσαμε σιωπηρά να τον αγνοήσουμε. Αστειευτήκαμε υποκρινόμενοι πως κάπου μακριά ακούμε το μουγκρητό της μηχανής του, μια τελευταία ευκαιρία να επιβιβαστούμε στο κανονισμένο πρόγραμμα της ημέρας.

Με περίμενε υπομονετικά να κλείσω και μοιραστήκαμε την παγωμένη διαδρομή μέχρι το σπίτι μου, όπου κρυφτήκαμε κάτω από τις διπλές κουβέρτες, προσπαθώντας να ζεσταθούμε με αγκαλιάσματα και εντριβές. Στην κλινοπάλη των αθέρμαστων σπιτιών του βορρά, του οποιουδήποτε βορρά, τα σώματα περισσότερο μαντεύονται παρά βλέπονται· ευτυχώς μυρίζονται κι αγγίζονται διπλάσια, κερδίζοντας ό,τι χάνεται από τα αδηφάγα βλέμματα. Φιλιόμασταν κι αποφιλιόμασταν στα σκοτάδια και μόνο στα ξαφνικά πετάγματα της κουβέρτας άστραφτε το πορτοκαλί φως του πορτατίφ, σαν λάμψη του έξω κόσμου. Χάρη σ’ αυτά τα αστραπιαία φωτορυθμικά κατάφερνα να δω τα πέλματά της σχεδόν αιφνιδιασμένα από την ανάδυση στην ψυχρή κάμαρα.

Το πρωί μας βρήκε ζεστούς, τα σώματά μας μια πλεξίδα που ευνοείται στα μονά κρεβάτια. Έξω απ’ τα λερά τζάμια είδα ηλιακό φως στην αυλή και βγήκα ν’ αλλάξω θέρμη. Πρώτα αναζήτησα την μουσική· σχεδόν κάθε μορφή της θα ήταν ευπρόσδεκτη τώρα. Ο συγκάτοικός μου είχε αφήσει μια σειρά ορφανές κασέτες, χωρίς κουτί και ετικέτα. Διάλεξα μια στην τύχη, την γύρισα στην αρχή της μ’ ένα στυλό, σαν ροκάνα και την έβαλα στη ξεχαρβαλωμένη, χωρίς καπάκι θήκη. Ήμουν ήδη έξω όταν άκουσα κοντραμπάσο, κρουστά, σαξόφωνο και μια ολοκάθαρη, γέρικη φωνή να απαγγέλλει αργά:

Το πρωί, βλέπεις το θάνατο να κοιτάζει απ’ το παράθυρο· τον κήπο· το σκληρό πουλί και την ήσυχη γάτα πάνω στο κλαδί· έξω στο δρόμο περνάει το αυτοκίνητο – φάντασμα·  ο υποθετικός σωφέρ… και το βράδυ στον κινηματογράφο, βλέπεις ό,τι δεν είδες το πρωί· το χαρούμενο κηπουρό,  το αληθινό αυτοκίνητο, τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι· ότι δεν αγαπάει το θάνατο ο κινηματογράφος

Το κορίτσι βγήκε και κάθισε στο σκαλοπάτι που ύψωνε το σπίτι πάνω από την αυλή. Αναγνώρισε τον Σαχτούρη στην φωνή και άγνωστους μουσικούς στο υπόβαθρο. Έτσι ήταν λοιπόν η φωνή του ποιητή που πρώτος μου γνώρισε την άλλη ποίηση. Έκπληκτος είδα στο μοναδικό δέντρο μέσα στο παράπλευρο παρτέρι το πλαστικό κόκκινο πουλί που είχαμε αγοράσει από τα παζάρια των Ρώσων στα ερείπια της οδού Μελενίκου – το είχαμε βρει στους σωρούς των μεταχειρισμένων από εκείνον τον τόσο άλλο κόσμο. Ήταν πάνω στο κλαδί, προφανώς τοποθετημένο από τα χέρια κάποιου επισκέπτη μας, ενώ από τα αυτοκόλλητα μάτια του είχε μείνει μόνο ένα. Στην γαλαρία του δέντρου χαρχάλευε «το γάτα», όπως το αποκαλούσε ο Σύριος ένοικος που έμεινε για ένα μισοφέγγαρο μαζί μας, ένας γάτος που είχε αυτοβούλως χριστεί προαύλιο μέλος.

Μετρούσα ήδη δυο πλάσματα του ποιητή ολοζώντανα μπροστά μου. Δεν χρειαζόταν να περάσει κανένα αυτοκίνητο παρά το γεγονός ότι στον συνήθως απέραστο δρόμο μας αραιά και που κατρακυλούσε κάποιο όχημα από τους στραβούς δρόμους της Άνω Πόλης, το Σέιχ Σου ή το φορτωμένο ιστορίες Νοσοκομείο του Αγίου Δημητρίου, αν και κατά βάθος έμοιαζε να φτάνει από την ομίχλη των γειτονικών, σε απόσταση ρόγχου, Νεκροταφείων της Ευαγγελιστρίας. Είχαμε ήδη ένα «αυτοκίνητο φάντασμα» και το αποκαλούσαμε ακριβώς έτσι, επειδή χορτάριαζε στην διπλανή έρημη αυλή, παρατημένο εδώ και άγνωστο καιρό. Ήταν ένα παλιό σιελ Σιτροέν Ντεσεβώ, με τετράγωνο κουβούκλιο πίσω, σαν τα αντίστοιχα ταχυδρομικά Ρενώ που πρόλαβα μικρός προτού γίνουν κι αυτά φαντάσματα, σε άλλες αυλές, κάποτε άυλες, σαν τις ενθυμήσεις. Έκανα συχνά υποθέσεις, αν μπορούσα να ξαναδώσω ζωή στο σαράβαλο να τρεκλίζουμε στις ανηφόρες μέχρι το Επταπύργιο, για να διανέμω ανώνυμες τρυφερές επιστολές στους μοναχικούς κατοίκους όλων εκείνων των μονοκατοικιών: ο υποθετικός σωφέρ ήμουν εγώ. Όλες οι μορφές του ποιήματος ήταν παρούσες εντός κι εκτός της αυλής.

Ο ποιητής έπαιρνε μια ανάσα, η τζαζ έβγαινε μπροστά· γύρισα και κοίταξα το κορίτσι στο κατώφλι – ό, τι και να της έλεγα για τους στίχους γύρω μου δεν θα ήταν πειστικό. Μπροστά μου ζωντάνευε ένα άλλο ποίημα: φορούσε τα ρούχα της αλλά ήταν ξυπόλητη, με πόδια λευκότερα από το μάρμαρο που πατούσαν. Μου συστήθηκε: την έλεγαν Μαρία. Όταν άρχιζε να βάζει τις κάλτσες της, επαναλαμβανόταν η μοναδική στροφή του ποιήματος. Ο Σαχτούρης περνούσε δίπλα μου για άλλη μια φορά, είκοσι χρόνια αργότερα, όχι πια σε γκριζόμαυρο δρόμο κατάκτιστης συνοικίας αλλά σε μεταβυζαντινό στενό με αρχαϊκά σπίτια. Η Μαρία που κάποτε ήταν γράμματα και στίξεις τώρα είχε σάρκα και οστά.

Συνυπήρξαμε τους πέντε μήνες του βορινού χειμώνα. Κάθε φορά που έβγαζε τις κάλτσες της μικρές σπίθες στατικού ηλεκτρισμού χάνονταν αστραπιαία, φευγαλέες πυγολαμπίδες στο ημίφως του δωματίου. Έσπευδα να ζεστάνω τα πόδια της, με τα χνώτα μου, για να μείνουν μαζί μου, μη μου διαφύγουν στους υπόλοιπους στίχους και κάνουν τα δικά τους. Τότε δοκίμασα να γράψω ένα δικό μου ποίημα, για την ατμόσφαιρα που ηλεκτρίζεται κάθε φορά που ένα κορίτσι βγάζει τις κάλτσες του, σα να σπιθίζουν οι δυο αντίθετοι πόλοι, η ταραχή μου και η σωματική της αίσθηση. Φαντάστηκα την πράξη σε αργή κίνηση: την μικροσκοπική σκόνη να σκορπίζεται γύρω της, μικρές αόρατες κλωστίτσες να αιωρούνται προτού χαθούν, κι ύστερα να μένει μονάχα η λευκότητα των πελμάτων της, γαλαξίες χωρίς αστρόσκονη. Κάθε μέρα άλλαζα θέση στις λέξεις, τις έδιωχνα, τις έφερνα. Στο τέλος έκρυψα την ιδιόχειρη πρόζα μέσα στο βιβλίο της, περισσότερο για ν’ απαλλαγώ από μια διαδικασία που έμοιαζε χωρίς τέλος. Μάταια περίμενα την ανταπόκρισή της. Αναρωτήθηκα για τους ποιητές, αν, καταδικασμένοι να μη γνωρίζουν τις αντιδράσεις των αναγνωστών τους, νοιώθουν ακόμα πιο μόνοι.

Ένα απόγευμα την βρήκα αποκαμωμένη από τους περιπάτους της να με περιμένει έξω από την πόρτα. Κρατούσε μια συλλογή του Σαχτούρη, τον δικό του Περίπατο. Μπαίναμε στο σπίτι όταν το ημίφως της χειμερινής ώρας των πέντε και τέταρτο έφευγε σιγά σιγά από το δωμάτιο, επιστρέφοντας στην πηγή του. Μου ζήτησε να μην ανάψω τα φώτα και να διαβάσουμε τα ποιήματα, άφωνα, μέχρι να διαλέξουμε από ένα και να συναντηθούμε εκεί μέσα. Καθώς ξεφυλλίζαμε μπρος πίσω τις σπασμένες φράσεις σχεδόν ταυτόχρονα μας βρήκε το Φθινόπωρο: Τι γυρεύει το κορίτσι / στο σκοτάδι της καρέκλας; / γρήγορα / καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο / γδύνεται / με σύννεφα μπροστά στα μάτια/ με τη βροχή μες στο κεφάλι / με τη βελόνα στην καρδιά / βγάζει τις κάλτσες / βγάζει τα λουλούδια / πετάει το φωτοστέφανο // έξω τα φύλλα του καιρού/ βάφονται μες στο αίμα

Ο Σαχτούρης γύμνωνε ξανά ένα κορίτσι από τις κάλτσες του στο επίκεντρο έντονων συμβάντων. Αυτή τη φορά δεν την ονόμαζε, αλλά η Μαρία βρισκόταν δίπλα μου, στο σκοτάδι μιας καρέκλας κοντά στο νύχτωμα, νοτισμένη ακόμα απ’ το ψιλόβροχο. Θυμηθήκαμε τις βελόνες στην καρδιά, ο καθένας τις δικές του, τα φωτοστέφανα που δεν μας παραπλανούσαν, γιατί ήμασταν πρόθυμοι για όλες τις αμαρτίες της νεότητας. Εκείνη πάλι μετά τις οργασμένες της αφέσεις συνήθιζε να μου ψιθυρίζει για δικά της ματώματα που δεν έκλειναν. Δεν μου αρκούσε να διαβάζω το ξεκαλτσωμένο κορίτσι· ήθελα να δω τις λέξεις να συμβαίνουν. Της ζήτησα να το υποδυθεί, ποθώντας να την δω ανυπόδητη.  Νόμιζα πως θα αρνηθεί αλλά πήρε το βιβλίο από τα χέρια μου, έβαλε την καρέκλα πιο πέρα σα να ήθελε να την βλέπω ολόκληρη, ξανακάθισε και άρχισε να γδύνεται. Έλυσε τα κορδόνια της, έβγαλε τα μποτάκια και τις κάλτσες της και τοποθέτησε τα πόδια της δίπλα δίπλα, σταματώντας την ροή του ποιήματος, σα να ήθελε να δώσει χρόνο στον κάθε στίχο να αναπνεύσει. Ήταν η πρώτη φορά που ζητούσα από ένα κορίτσι να γυμνώσει τα πόδια του μπροστά μου, και χωρίς το ποίημα δεν θα το είχα καταφέρει. Ακόμα θυμάμαι τα δέκα της δάχτυλα στον σκονισμένο καφέ μουσαμά του δαπέδου, εκείνα που μου κρύβονταν κάτω απ’ τις κουβέρτες, τώρα να δικαιώνουν ένα ποίημα που γράφτηκε τριάντα χρόνια πριν.

Θυμάμαι την συνέχεια σαν σε όνειρο, καθώς ξεφλούδιζε ένα ένα τα ενδύματά της, ελευθερώνοντας μικρά κυματάκια ζέστης που εξατμιζόταν γρήγορα προτού φτάσουν στην πλευρά μου. Ύστερα έβγαλε το δικό της φωτοστέφανο, μια πολύχρωμη πλεκτή κορδέλα, και μ’ έβαψε με το δικό της αίμα, χωρίς καν να πληγωθεί· το είχε ήδη διαθέσιμο στο ίδιο σημείο που με προσκαλούσε. Δεν την τράβηξα στην κρεβατοκάμαρα που έχασκε χωρίς φως πίσω από την παλιά τζαμόπορτα, γιατί φοβήθηκα πως θα χαθεί ο τόπος του ποιήματος. Πλαγιάσαμε στο πάτωμα, βορά στο ρεύμα που έμπαινε κάτω από την πόρτα και στην σκόνη που μαζεύουν σπίτια σαν κι αυτό, ανοιχτά από παντού. Οι λέξεις των ποιημάτων που οικειοποιηθήκαμε είχαν σωθεί, τώρα δεν έμενε παρά να φτιάξουμε το δικό μας, με χειρονομίες και αφωνίες ή λέξεις που υπάρχουν μόνο στα λεξικά των ερωμένων. Όταν μαζί βάλαμε την τελεία, έκλεισε τις τρεχούμενες πηγές, ντύθηκε και βγήκε στην αυλή ξυπόλητη να μαζέψει λίγα φύλλα, παραχωμένοι μέχρι σήμερα σελιδοδείκτες του Φθινοπώρου.

Κάθε φορά που την έβλεπα να φεύγει, λίγο πριν το τρίξιμο της αυλόπορτας, έβλεπα το ανοιχτό χρώμα στις φτέρνες της και δεν κατάλαβα αν φορούσε τα μπεζ παπούτσια της ή έφευγε ξυπόλητη, να περιπλανηθεί στις άγραφες συνέχειες των ποιημάτων, σ’ εκείνα που δεν έγραψε ο Σαχτούρης. Γνώριζα πως κάποια στιγμή η διαδρομή της δεν θα περνάει από την οδό Αχιλλέως, αλλά ούτε και η δική μου, η εξωφρενική περιπλάνηση ενός σαλού ακόλουθου των γυμνών ποδιών που ξεκίνησε από την Πατησίων των γυναικείων παπουτσιών, πέρασε από την Ίμβρου του Σαχτούρη, τα ποιήματά του στα βιβλία και στην κασέτα, το πρώτο κορίτσι μιας αέναης ξυπόλητης ανθολογίας, τις δυο Μαρίες που έβγαζαν τις κάλτσες τους με διαφορά τριών δεκαετιών.

Προτού φύγει οριστικά στα ξενοδοχεία των λέξεων ο Σαχτούρης μου έδωσε μια συστατική επιστολή που έγραφε το όνομα ενός Ουαλού ποιητή. Είν’ αυτός που βάζει φωτιά, πυροδοτεί τις λέξεις, κι αυτές με κρότο εκρήγνυνται στο αχανές, με προειδοποιούσε γράφοντας Στον Ντύλαν Τόμας. Πήρα τα βιβλία του και στην Προοπτική της θάλασσας γνώρισα ένα άλλο κορίτσι μ’ ένα σχισμένο βαμβακερό φόρεμα. Τα γυμνά μαυρισμένα πόδια της είχαν παντού γδαρσίματα, είχε λεκέδες από μούρα στο στόμα της, τα νύχια της ήταν μαύρα και σπασμένα και τα δάχτυλά της κρυφοκοίταζαν μεσ’ απ’ τα λαστιχένια παπούτσια της. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Έκτοτε δεν σταμάτησα να στέκομαι έξω από τις βιτρίνες των καταστημάτων με γυναικεία παπούτσια. Κοιτάζω μέσα στο κατάστημα να δω αν υπάρχει κάποια γυναίκα που θα με ενδιέφερε πάνω κάτω να την παρατηρήσω, ιδίως κάτω. Τότε παίρνω διακριτική θέση μάχης: κάνω πως κοιτάζω απορροφημένος τα παπούτσια, ενίοτε υποκρίνομαι πως μονολογώ συγκρίνοντας τιμές. Πιστεύω πως έχω πλέον κατακτήσει την έκφραση του ενδιαφερομένου για τις νέες τάσεις ή για κάποιο δώρο. Αν καθίσει στα σκαμνάκια ακούω πιο γρήγορους τους χτύπους της καρδιάς μου: είναι δεδομένο ότι σε λίγη ώρα θα βγάλει τα παπούτσια της. Περιμένω υπομονετικά (ψέματα, ανυπόμονα) να φτάσει η στιγμή της δοκιμής και ρίχνω κλεφτές ή αδιάκριτες ματιές σε κάθε της κίνηση. Οι αντανακλάσεις στο τζάμι και οι ανεπιθύμητοι που μπαίνουν στο οπτικό μου πεδίο συχνά δυσχεραίνουν την αποστολή μου.

Δεν άλλαξε κανείς μας. Εγώ συνεχίζω να ταξινομώ την συμπεριφορά τους κι εκείνες συμπεριφέρονται το ίδιο: άλλες μοιάζουν αδιάφορες για το τι συμβαίνει γύρω τους, επικεντρωμένες στην επιλογή του υποδήματος, άλλες θαρραλέες, σχεδόν πρόθυμες να περπατήσουν κατά το ήμισυ ξυπόλητες μέχρι τον καθρέφτη, άλλες αμήχανες, ντροπαλές στο φως μιας διάχυτης παρατήρησης. Σ’ εκείνες στέκομαι λίγο περισσότερο, για να γλυκαθώ από την συστολή τους· ίσως νοιώθουν διπλά ευάλωτες: ξαφνικά βρίσκονται ανυπόδητες σ’ έναν χώρο με παπουτσωμένους ανθρώπους· είναι και καθισμένες, άρα σε χαμηλότερο επίπεδο από τους άλλους. Άραγε αισθάνονται άβολα με την ιδέα ότι οποιοσδήποτε μπορεί να δει τα μέχρι τώρα κρυμμένα πόδια τους;

Η μονοκατοικία στην οδό Αχιλλέως παραμένει όπως ήταν, αλλά έρημη κι ανοίκιαστη. Το γειτονικό σπίτι με το αυτοκίνητο φάντασμα γκρεμίστηκε, το σαράβαλο χάθηκε.  Πριν χρόνια, νομίζω πως είδα εκεί το πλαστικό κόκκινο πουλί κάπου ανάμεσα στα σκορπισμένα αντικείμενα που πάντα συνυπάρχουν με τα χαλάσματα. Το βιβλίο του Σαχτούρη παραμένει στα χέρια μου· κάποια βιβλιοθήκη θα το αναζητά, αλλά δεν γνωρίζω ποια. Κάποτε το ξέχασα έξω και μια ψιλή βροχή μούσκεψε την γαλάζια σφραγίδα. Έχει ακόμα μέσα τα φθινοπωρινά φύλλα της Μαρίας.

Μίλτος Σαχτούρης, Η Μαρία, Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο, Αθήνα, 1958· Φθινόπωρο, Ο περίπατος, Αθήνα, 1960· Στον Ντύλαν Τόμας, Το σκεύος, εκδ. Κείμενα, 1971· Ποιήματα 1945-1971, [συγκεντρωτική έκδοση], εκδ. Κέδρος, 1977, Ντύλαν Τόμας, Προοπτική της Θάλασσας [1955], Πεζά, εκδ. Πλέθρον, 1983, μτφ. Μιράντα Σταυρίνου [σ. 12]. Το κομμάτι Το πρωί και το βράδυ συμπεριλαμβάνεται στον δίσκο του Μιχάλη Σιγανίδη Το πρωί και το βράδυ (1990). Τηρείται η στίξη ακριβώς όπως ακούγεται στην ηχογραφημένη φωνή του ποιητή.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 93-94 (2021), Αφιέρωμα στον Μίλτο Σαχτούρη, σελ. 113-119, πλαισιωμένο με ένα έξοχο ζωγραφικό έργο του Αλέξανδρου Ίσαρη. 

Τα έργα τέχνης: Leyly Matine-Daftary, Pyankov Ilya, Sara Morais, Michael Carson. Φωτογραφίες εισόδων: 1. Μαίρη Λαναρά (οδός Άνδρου 7, Κυψέλη). 2. Ευαγγελία Σύρου (οδός Ίμβρου αρ. 2). 3. Κατερίνα Λεγάκη (εσωτερικό της εισόδου της ίδιας πολυκατοικίας). Η φωτογραφία του κοριτσιού με το βιβλίο αναγράφεται ως: Julia. Warszawa. Kamienica studio. 2017. Η φωτογραφία σε αρνητικό είναι του Joseph Janney Steinmetz.

10
Μαρ.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 22: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν (Β΄)

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 39 (Μάρτιος 2022), εδώ

XXΧΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 22: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν, μέρος Β΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους. 

Ωραία μου Στεφάν

Αν Η άπιστη γυναίκα που υποκρίθηκες στην φερώνυμη ταινία μ’ έχρισε δολοφόνο του εραστή σου και μας επανέφερε στην αμοιβαία και αποκλειστική συζυγική λατρεία, στον Κόκκινο γάμο ήταν η σειρά μου να γίνω εγώ ο εραστής σου σε μια παράλληλη και αντικριστή μοιχεία. Επιτέλους, είχα την ευκαιρία να σε πλημμυρίζω όχι μόνο με την αγάπη μου αλλά και με το ίδιο μου το σώμα. Αυτή τη φορά ονομαστήκαμε εσύ Λυσιέν κι εγώ Πιέρ και ενδύθηκα την εμφάνιση του Μισέλ Πικολί.

Θυμάσαι την αρχή της ταινίας; Έφευγα από το μελαγχολικό, κυανό σπίτι μου, ύστερα από μια ακόμα ψυχρή συνομιλία με την γυναίκα μου Κλοτίλντ, που μου αρνούνταν κάθε άγγιγμα και κάθε προθυμία μου να την βοηθήσω να ξαναβγεί στη ζωή. Η Κλοτίλντ ήταν μια γυναίκα διαρκώς ασθενής, κατά φαντασία ή κατά πραγματικότητα, δεν είχε σημασία. Ύστερα οδήγησα την Σιτροέν μου σ’ έναν δρόμο γεμάτο πεσμένα φύλλα, αδημονώντας να σε συναντήσω. Με περίμενες στις όχθες μιας ηλιόλουστης λίμνης και κάναμε έρωτα πάνω στα χώματα, ηδονισμένοι και περιχαρείς. Ακόμα και το σύντομο πέρασμα μιας βάρκας με παιδιά δεν μας αναστάτωσε, αντίθετα κρυφτήκαμε έμπλεοι αδρεναλίνης. Κι ύστερα η συνήθης ακολουθία: σύντομη συνομιλία, βιαστικό ντύσιμο, ανανέωση του ραντεβού μας, αποχαιρετισμός. Μια παράλληλη σεκάνς έδειχνε την δική σου επιστροφή, αντίστροφα στον ίδιο δρόμο. 

Το δικό σου σπίτι είχε άλλου είδους θλιβερότητα. Ο σύζυγός σου Πολ, ειρωνικός και γλοιώδης, απορούσε που εσύ και η δεκατριάχρονη κόρη σου από προηγούμενο γάμο βλέπατε τηλεόραση, παραβλέποντας πως βαριόσασταν και τον βαριόσασταν θανάσιμα. Πως μπορείτε και βλέπετε τέτοια σκουπίδια στην τηλεόραση; ρωτούσε εσάς τις έγκλειστες της οικίας του, για να εισπράξει την δική σου ειρωνεία: Εσείς οι αντιπρόσωποι του έθνους πρέπει να το διορθώσετε αυτό. Πόση μοναξιά εξέπεμπαν τα ωραία σου πόδια με το μαύρο καλσόν πάνω στο τραπεζάκι! Ήταν σίγουρα ανέγγιχτα για χρόνια, αν αγγίχτηκαν και ποτέ. 

Θυμάσαι την αίσθηση εκείνου του τόπου; Η ταινία μας την αποκάλυπτε από την αρχή. Κλειστές πόρτες, άδειοι δρόμοι ακόμα και το πρωί, μια κωμόπολη σε διαρκή υπνηλία. Γκρίζα πέτρινα σπίτια κάτω από γκρίζους ουρανούς. Τα πάντα ήταν ήσυχα, κάποτε ακούγονταν μόνο οι καμπάνες της εκκλησίας που έστεκε βαριά και πέτρινη ξυστά στο δρόμο. Υπήρχε ακριβέστερος καθρέφτης της διάθεσής μας; Τι μπορούσαμε να κάνουμε δυο δημόσια κι αναγνωρίσιμα πρόσωπα σε μια τέτοια θλιβερή επαρχιακή πόλη; Σχολικές γιορτές, τοπικοί ποδοσφαιρικοί αγώνες, κυριακάτικες λειτουργίες. Η μόνη ευχάριστη ενασχόληση μου ήταν ένα παιχνίδι μπριτζ με τους φίλους μου. Την άχαρη ζωή μου ολοκλήρωναν οι πολιτικές συνεδριάσεις του δήμου. Ήμουν το δεξί χέρι του συζύγου σου, αυτός ένας συντηρητικός, διεφθαρμένος δήμαρχος, εγώ ένας ιδεαλιστής, αριστερός συνεργάτης, άσπονδοι συνεργάτες με αγεφύρωτες ιδέες. 

Στην αρχή δεν είχαμε καμία μαύρη σκέψη. Τρέχαμε ενθουσιασμένοι ο ένας προς τον άλλον, αγκαλιαζόμασταν ολογέλαστοι. Γδύναμε ο ένας τον άλλον βιαστικά, ανυπόμονα. Αναζητούσαμε τόπους συνεύρεσης και διασκεδάζαμε την περιφερόμενη ερωτομανία μας. Όταν τελείωσε μια ξενάγηση στην έκθεση του τοπικού μουσείου κρυφτήκαμε και παραμείναμε μέσα, για να πλαγιάσουμε πάνω σ’ ένα ιδιαίτερης ιστορικής αξίας κρεβάτι. Υποκριθήκαμε τους άγνωστους επισκέπτες και τριφτήκαμε στα μεταξένια σεντόνια. Θυμάσαι όταν τελειώσαμε; Αναδύθηκα από το κάτω μέρος των σεντονιών στα αχνιστά σου πόδια για να καπνίσω ενώ εσύ έτριβες το πέλμα σου στο μάγουλό μου, σα να υπέγραφες την αμοιβαία μας γέμιση. 

Πόσο ήθελα να γελάσω όταν στην επόμενη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου έπρεπε να συζητήσουμε για την ακατανόητη εισβολή στο μουσείο και τον βανδαλισμό της βασιλικής κλίνης! Ποιοι να ήταν άραγε; Μήπως μια πολιτική διαμαρτυρία ή κάποια κακοποιά στοιχεία; Κάποιος κατέληξε πως θα ήταν τίποτα ξεδιάντροποι έφηβοι. Η σημερινή νεολαία, είπε, δεν έχει σεβασμό για τίποτα. Εμείς λοιπόν ήμασταν οι νεότεροι εκείνου του γηραλέου τόπου, εμείς είχαμε την φλόγα της νεότητας!

Σύντομα αρχίσαμε να υποφέρουμε σε κάθε αποχαιρετισμό. Είχαμε αιχμαλωτιστεί από ανάξιους συντρόφους. Δια βίου; Κάθε βράδυ επέστρεφα στην απάθεια της Κλοτίλντ που πλέον βρισκόταν μόνιμα στο κρεβάτι, αγέλαστη και ασθενική, της ετοίμαζα το φάρμακό της και αποκοιμιόταν. Αυτή τη φορά της το έφτιαξα διαφορετικά. Είχα πάρει πια την απόφαση, να σταματήσουμε να υποφέρουμε κι οι δυο σ’ αυτό το σπίτι. Έσβησε ήσυχα, σχεδόν αναμενόμενα από τον περίγυρο. Γνώριζαν πως ήταν άρρωστη και θα σκέφτηκαν πως κάποια σκοτεινή παθολογία την συνόδευσε με ασφάλεια ως το τέρμα. Ακόμα κι αν ακούγονταν ψίθυροι, δεν θα ήταν η πρώτη φορά σ’ εκείνο το άθλιο μέρος. Το πρώτο μας εμπόδιο είχε καμφθεί. Ακολουθούσε η σειρά του.

Ήταν ένα από τα βράδια που ερχόσουν πλέον στο σπίτι μου, όταν βεβαιωνόσουν πως η κόρη σου έχει αποκοιμηθεί. Ο Πολ έφυγε για το Παρίσι και θα γυρνούσε την επόμενη μέρα αλλά σε παραπλάνησε και εμφανίστηκε το ίδιο βράδυ. Δεν είχες καμία δικαιολογία για την νυχτερινή σου απουσία. Εξαγριώθηκε αλλά ταυτόχρονα είχε μια ιδιαίτερη ηρεμία. Την επόμενη μέρα δέχτηκα το επείγον τηλεφώνημά του. Ζήτησε να με συναντήσει σε μια ερημική τοποθεσία για να συζητήσουμε κάτι σοβαρό. Έφτασα στον άδειο τόπο, κάτω από έναν μουντό ουρανό. Ήρθε μαζί σου αλλά σε άφησε λίγα μέτρα πίσω. Μου είπε πως γνωρίζει τα πάντα για εμάς. Θα μας σκότωνε; Θα έπαιρνε κάποια σκοτεινή εκδίκηση; Φάνηκε αδιάφορος για σένα, μόνο ξέρασε τον κυνισμό του σ’ έναν εκβιασμό που ταίριαζε πλήρως στον χαρακτήρα του. Είχε ήδη εκφράσει στο δημοτικό συμβούλιο την επιθυμία του να εξαγοραστεί ένα μεγάλο κομμάτι δημοτικής γης για κατοικίες, τις οποίες όμως θα εκμεταλλευόταν εκείνος. Πίσω από την βιτρίνα ενός κοινωφελούς έργου θα κρυβόταν ο τραπεζικός του λογαριασμός. Με την απαραίτητη υποστήριξή μου θα ξεχνούσε τα πάντα. Μετά το «Σου δίνω κάτι που χρειάζεσαι και μου δίνεις κάτι που χρειάζομαι». Έτσι θα γινόμουν κι εγώ κάθαρμα σαν κι αυτόν, θα τον βοηθούσα να πλουτίσει με ψέματα εις βάρος των πολιτών και θα διέλυα την πολιτική μου συνείδηση μ’ έναν ολικό εξευτελισμό. Με τέτοιους τρόπους λοιπόν είχε φτάσει ως εδώ. 

Η ανεκτικότητά του μας τρομοκράτησε και ήταν πια αδύνατο να κάνουμε πίσω. Ταπεινωμένη όπως ήσουν από την ανακάλυψη της μοιχείας σου, του ζήτησες να τον ακολουθήσεις στο ταξίδι του στο Παρίσι. Οδηγούσατε νύχτα, στον ερημικό αυτοκινητόδρομο, μέχρι που μια μορφή στην άκρη του δρόμου σας ανάγκασε να σταματήσετε. Ήμουν Κατέβηκε και τον χτύπησα από πίσω. Η αυταρχική, ανυπόφορη μορφή του δεν θα σε βασάνιζε ποτέ ξανά, καλή μου. Στην κηδεία της γυναίκας μου όλοι με κοιτούσαν με βλέμμα συμπόνιας. Το δικό του σώμα, κάπου χαμένο τώρα σε νερά σκοτεινά, θα έπαιρνε λίγο χρόνο μέχρι να στείλει το σήμα της εξαφάνισης.

Όμως εμείς παραμέναμε απεγνωσμένοι και μετά τον θάνατό τους. Αναγκαζόμασταν ξανά να συναντιόμαστε στα κρυφά, στριμώχναμε την αγάπη μας στον κλειστό πια χώρο του σπιτιού μου, αλλά ερχόσουν στα κλεφτά, όταν είχε σκοτεινιάσει, κι έφευγες νωρίς το ξημέρωμα, όταν βεβαιωνόμασταν πως έξω δεν περνάει κανέναν αυτοκίνητο. Όταν ο ένας απελπιζόταν, ο άλλος του έδινε θάρρος, μέχρι να αντιστραφεί η σειρά και ούτω καθεξής. – Κάθε φορά που φεύγω στενοχωριέμαι και περισσότερο. – Υπομονή, έρχεται χειμώνας και οι νύχτες μας θα είναι μακρύτερες.

Είχαμε οδεύσει σαν υπνωτισμένοι σε πράξεις που έμοιαζαν αναπόφευκτες. Ίσως είμαστε δυο διαφορετικοί, ασύμβατοι κόσμοι, εμείς οι ερωτευμένοι, με την δική μας, ιδιαίτερη λογική, κι οι χειριστές των νόμων, με την δική τους, άκαμπτη, θετή λογική. Εκείνο που για εμάς ήταν ένα καλομελετημένο έγκλημα, για εκείνους θα ήταν απλώς ένας γρίφος προς επίλυση. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία ξυπνάει κανείς από την έκσταση ενός έρωτα και βρίσκεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των ενεργειών του; Σ’ εμάς έφτασε διαφορετικά απ’ ότι συνήθως. Αρχικά οι αστυνομικές αρχές είχαν οπισθοχωρήσει στην επίλυση του αινίγματος. Σύμφωνα με κάποια άνωθεν διαταγή, τα ενδεχόμενα βρώμικα μυστικά των εκλεκτών αρχόντων έπρεπε να καλυφθούν. Η γκωλική κυβέρνηση θα ζημιωνόταν από παραμύθια εγκληματικής ή σεξουαλικής πλοκής. Γι’ αυτήν την «ενδεχόμενη» πλευρά της πολιτικής απαγορεύτηκε η ταινία μας στην Γαλλία.

Αλλά η ζωή και πλείστοι σκηνοθέτες της, όπως ο δικός μας, αρέσκονται στην ειρωνεία που φροντίζει να διανθίζει τις οριακές μας στιγμές κι έτσι εκείνη που τους οδήγησε αναπότρεπτα στα ίχνη μας ήταν η κόρη σου, που φυσικά ονομαζόταν Ελέν! Αυτή η νεαρότατη, αμόλυντη ιδεαλίστρια που κάποτε σου έλεγε ότι θέλει να είσαι ευτυχισμένη προσπάθησε να προστατεύσει την φήμη σου και κατάφερε το ακριβώς αντίθετο. Έστειλε ένα γράμμα στην αστυνομία που δεν ενοχοποιούσε κανέναν, μόνο αποκάλυπτε πως οι δυο χήροι ήσασταν εραστές, προσπαθώντας να σε διαφυλάξει, αλλά τελικά κατάφερε το αντίθετο. Πάντα δεν έλεγαν πως κόσμος θα σωθεί από τους νέους; Φαντάσου: εμείς που δολοφονήσαμε ακριβώς για να αποφύγουμε τις εναντίον μας φήμες, τώρα συλλαμβανόμασταν επειδή η Ελέν έκανε κάτι για να μας προστατεύσει από αυτές. Δεν ξέρω αν ήταν η αθωότερη, προεφηβική εκδοχή σου, αλλά σίγουρα ήταν ο μόνος χαρακτήρας που δεν συρόταν από κάποια βουλιμία – χρηματική, σεξουαλική, πολιτική.

Όταν έφτασαν σ’ εμάς δεν προβάλαμε καμία άρνηση· απλώς ομολογήσαμε. Η επιθυμία μας ήταν να αποφύγουμε τις φήμες. Αν τώρα πλέον ξεσκεπαζόμασταν ως εραστές, δεν μας πείραζε να αποκαλυφθούμε και ως δολοφόνοι. Την τελευταία φορά που σφίξαμε τα χέρια μας φορούσαμε κι οι δυο χειροπέδες. Νωρίτερα ο αστυνομικός μας έκανε την ερώτηση που επιχειρούσε να γεφυρώσει τις δυο λογικές. Γιατί έπρεπε να τους σκοτώσετε; Γιατί απλά δεν φεύγατε;Να φύγουμε; Ποτέ δεν ονειρευτήκαμε να φύγουμε από εδώ, του απαντήσαμε. Δεν το επέτρεπε η κοινωνική μας θέση. Ήμασταν επιφορτισμένοι με ρόλους και ιδιότητες και μας ήταν αδιανόητο να προδώσουμε τις προσδοκίες των άλλων. Καλύτερα μυστικοί δολοφόνοι παρά φανεροί προδότες! Κατάλαβες, Λυσιέν, πόσο υποκριτές υπήρξαμε; Προτιμήσαμε να εξοντώσουμε τους συζύγους μας παρά να αντιμετωπίσουμε την δημόσια κατακραυγή. Άκου να φύγουμε! Και να χάσουμε τις ανέσεις μας, την εικόνα μας, το γόητρό μας;  Καιγόμασταν για μια ελευθερία που η τάξη μας δεν μας επέτρεπε. Ήμασταν άλλωστε κι εμείς θύματα της «κρυφής γοητείας της μπουρζουαζίας», την οποία γνώριζες καλά ως παίκτρια στην φερώνυμη ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ, κοινώς παραμείναμε συνεπείς στον απόλυτο παραλογισμό. Ποτέ δεν διανοηθήκαμε οποιαδήποτε άλλη επιλογή!

Τώρα θα φυλακιζόμασταν εμείς που ήμασταν ήδη υπήρξαμε έγκλειστοι σε φυλακή που οι ίδιοι είχαμε φτιάξει. Για άλλη μια φορά ο Σαρτρ συνέχιζε να εμποτίζει το γαλλικό σινεμά της εποχής: ζούμε κεκλεισμένων των θυρών και οι χειρότεροι τόποι της κόλασης είναι εκείνοι που κατασκευάζουμε οι ίδιοι για τους εαυτούς μας μέσα από τις πτώσεις και τις δειλίες μας. Σ’ εκείνο το έργο δεν ήταν οι τέσσερις ναρκισσιστές που συνειδητοποιούσαν ότι ο απόλυτος βασανισμός δεν είναι να βρίσκεσαι κολλημένος σε μια δυστυχή σχέση αλλά να μην φεύγεις από αυτήν επειδή αδυνατείς ή δεν θέλεις να φύγεις;

Καλλιεργήσαμε άραγε αισθήματα συμπάθειες στους θεατές κριτές μας; Πρόσεχαν την φωνή του αφηγητή που μας παρουσίαζε ως δυο ανθρώπους δυστυχείς από την κοσμική αδικία μιας ψυχρής συμβίωσης; Έβλεπαν πως ζούσαμε σε γάμους μοναχικούς, χωρίς ίχνος έρωτα, χωρίς την ελάχιστη σωματική επαφή; Αντιλήφθηκαν πως το έγκλημα μάς φαινόταν ως η μόνη ηθικά δικαιολογημένη απόδραση; Παραδέχτηκαν, τουλάχιστον, ότι είχαμε γίνει αναπόσπαστα μέλη της συλλογιστικής των φιλμ νουάρ, πως ό,τι συνιστά ηθική, εδώ δοκιμάζεται και αμφισβητείται; Απάντησαν στην απελπισμένη αποστροφή του Ορέστη προς την Αθηνά από τις Ευμενίδες «Θεά, πες μου αν είμαι ένοχος ή αθώος» που προβάλλει στους τίτλους της αρχής;

Μπορεί να τους έκανε εντύπωση που τίποτα πάνω μας δεν έμοιαζε δραματικό, πως ήμασταν τόσο ψυχροί που θα αναρωτιούνταν μήπως απολαμβάναμε την μιζέρια των αποχωρισμών μας. Εσύ ειδικά θα μπορούσες να δείχνεις έμπλεη πάθους και να μείνεις ως ένας αξιομνημόνευτος ρόλος μιας ερωτευμένης γυναίκας. Όμως ας το θυμίσουμε ο ένας στον άλλον για μια ακόμα φορά: ο σκηνοθέτης μας δεν ήθελε δράματα και ψυχολογικά βάθη, αλλά γεγονότα που μιλούν από μόνα τους, όπως άλλωστε μίλησε το αληθινό γεγονός πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία, μια ιστορία που συγκλόνισε την Γαλλία δυο χρόνια νωρίτερα.

Δεν σου κρύβω πως αν κάτι περίμενα από τους δυο σας ήταν μια μεγαλύτερη εστίαση στην ιστορία σου, έτσι ώστε να βλέπω ευκρινέστερα το σκίτσο της γυναίκας που ξεκίνησε την ζωή της σαν έφηβη μητέρα, παντρεύτηκε έναν άντρα που δεν αγαπούσε αλλά προφανώς θεώρησε απαραίτητο για την κόρη της, τον υποστήριξε στην καριέρα του και ήταν πάντα δίπλα του στην άνοδό του αλλά μέρα με την ημέρα υπέφερε μέχρι να βρεθεί σ’ έναν ρομαντικό δρόμο που δεν είχε ούτε γυρισμό ούτε κατάληξη. Τώρα στην φυλακή μου κλείνω τα μάτια και αφήνω τα μάγουλά μου να ζεσταθούν από το πέλμα σου και είμαι βέβαιος πως κι εσύ, στο δικό σου κελί, το αισθάνεσαι πάνω μου. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Les noces rouges (αγγλ. τίτλος Wedding in blood, ελλ. τίτλος Ματωμένος γάμος) (Claude Chabrol, 1973). H γυναίκα: Stéphane Audran.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.




Μαρτίου 2022
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 1.116.163 hits

Αρχείο