Αρχείο για Απρίλιος 2022

09
Απρ.
22

Johannes Weiss – Ο αρχέγονος Χριστιανισμός. Η ιστορία της περιόδου 30-150 μ.Χ.

Κάθε σχεδόν ιστορία των αρχικού χριστιανισμού και των λεγόμενων αποστολικών χρόνων έχει για κέντρο της τον Απόστολο Παύλο. Οι πληροφορίες μας σχετικά με την περίοδο αυτή περιορίζονται σε μια σύντομη σειρά γεγονότων κυρίως σε ό,τι αφορά την εξάπλωση του ιεραποστολικού του έργου και σε λίγα σκόρπια στοιχεία για την ιστορία των Παύλειων κοινοτήτων. Αντίθετα, η αρχή του χριστιανισμού στην Αίγυπτο και την Ρώμη ή το έργο σημαντικών ανδρών όπως ο Απολλώς ή ο Βαρνάβας και τα ίχνη των ιεραποστολών του Κηφά/Πέτρου, των «αδελφών του Κυρίου» και τον άλλων αποστόλων χάνονται στο σκοτάδι της Ιστορίας. Ακόμη ατελέστερες είναι οι γνώσεις μας για την «προπαύλεια» περίοδο, για την ιστορία της πρωταρχικής κοινότητας. Όσα βλέπουμε από εκείνη την περίοδο τα βλέπουμε μέσα από τα μάτια του ίδιου του Παύλου και η έλλειψη άμεσων μαρτυριών φιλτράρεται αναγκαστικά μέσα από μεταγενέστερες πηγές.

Στην ουσία όλα τα κείμενα της Καινής Διαθήκης και μια ολόκληρη κατηγορία ακόμη μεταγενεστέρων, εκτός κανόνα βιβλίων, όπως η Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων ή η Επιστολή Βαρνάβα μπορούν να συμπεριληφθούν στον κατάλογο των πηγών. Μεταξύ των πρώτων πηγών λοιπόν περιλαμβάνονται φυσικά οι αυθεντικές Επιστολές του Παύλου και το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων. Στις Πράξεις των Αποστόλων η περιγραφή της αρχικής κοινότητας γίνεται μ’ ένα πνεύμα ωραιοποίησης και άμβλυνσης των αντιθέσεων· η κοινότητα διοικείται από τους αποστόλους που είναι τρανοί μάρτυρες της ανάστασης του Ιησού και επιτελούν σημεία και τέρατα – αν και στην πραγματικότητα ένα μονάχα θαύμα περιγράφεται. Το κήρυγμα περιορίζεται στους Ιουδαίους εφόσον η μεταστροφή του Ισραήλ αποτελεί προκαταρκτικό όρκο για την έλευση της τελικής σωτηρίας – η επέκταση του Ευαγγελίου πέρα από τα σύνορα της Ιουδαίας ήταν έργο των Ελληνιστών. Είναι αναμφίβολο πως ο συγγραφέας δεν βασίστηκε σε προσωπικές μνήμες ή στην φαντασία του αλλά χρησιμοποίησε γραπτές πηγές που συνάρμοσε ελεύθερα.

Βασικές πηγές αποτελούν και τα Ευαγγέλια (και φυσικά όχι τελειωμένα συγγράμματα των τεσσάρων ευαγγελιστών αλλά κυρίως οι παλαιότερες παραδόσεις που περιέχουν και οι οποίες δεν έχουν επηρεαστεί από Παύλειες ή εκκλησιαστικές αντιλήψεις), το υλικό που περιέχεται στην Πηγή των Λογίων (Q), το βασικό υλικό του Μάρκου και η ιδιαίτερη παράδοση του Λουκά (LQ). Όσο κι αν οι πηγές αυτές πήραν την τελική τους μορφή αρκετά αργά, o πυρήνας τους σαφώς κατάγεται από την πρώτη εκκλησία. Όταν αναλογιζόμαστε πόσα λόγια του Ιησού δεν έχουν καταχωρηθεί, γίνεται φανερό πως αυτά που καταχωρήθηκαν διατηρήθηκαν για τον μόνο λόγο ότι προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση στην αρχική κοινότητα και θεωρήθηκαν σημαντικά. Κάθε διήγηση που καταγράφτηκε, κάθε λόγος που διασώθηκε είναι και μια μαρτυρία για ένα συγκεκριμένο ενδιαφέρον τα πρώτης εκκλησίας.

Στο δεύτερο κεφάλαιο ερευνάται «Το ξεκίνημα της νέας πίστης». Μετά την ατιμωτική σταύρωση του Ιησού, οι ιουδαϊκές και οι ρωμαϊκές αρχές δεν θεώρησαν αναγκαίο να διωχτούν οι οπαδοί του, ο αριθμός των οποίων θα θεωρήθηκε ασήμαντος ή εκείνοι ήταν τόσο προσεκτικοί και παρέμειναν απαρατήρητοι. Συνέχισαν όμως να προβάλλουν το μήνυμα της εγγύτητας της βασιλείας του Θεού αλλά και την ανοιχτή διακήρυξη ότι ο Ιησούς ήταν ο πραγματικός Μεσσίας. Αυτό ήταν κάτι ανήκουστο γιατί κανένα μεσσιανικό κίνημα της εποχής δεν επέζησε μετά την πτώση του ηγέτη του. Εδώ, αντίθετα, ο θάνατος του αρχηγού δίνει το έναυσμα για ανανέωση του ζήλου. Τι μεσολάβησε ανάμεσα στη Μεγάλη Παρασκευή και στο πρώτο μεσσιανικό κήρυγμα των Αποστόλων;

Είναι φυσικό οι πρώτες αρχές να είναι σκοτεινές, καθώς οι άμεσα ενδιαφερόμενοι είναι πολύ απορροφημένοι από τις  θαυμαστές τους εμπειρίες για να ενδιαφερθούν για την παρουσίασή τους για κάποια συνοχή, ενώ οι εξωτερικοί παρατηρητές κατά κανόνα απουσιάζουν. Μόνο σε μεταγενέστερη εποχή προκύπτει η ανάγκη ή ευκαιρία να καταγραφεί η ανάμνηση των γεγονότων, ως τότε όμως η μνήμη έχει στρεβλωθεί. Οι μαθητές φαίνεται πως έμειναν όλοι μαζί στην Ιερουσαλήμ, περιμένοντας προσευχόμενοι το Πνεύμα του Θεού που ήρθε κατά την Πεντηκοστή και τότε ακριβώς ιδρύεται η πρώτη χριστιανική κοινότητα που από εκατόν είκοσι μέλη φτάνει στα τρεις χιλιάδες. Δεν υπάρχει καμία αναστάτωση των οπαδών, μόνο η μελαγχολία καθ’ οδόν προς την Εμμαούς, η απογοήτευσή τους, οι συγκεντρώσεις πίσω από κλειστές πόρτες και η μαρτυρία ότι κάποιοι μαθητές σκόρπισαν και έφυγαν (η επονομαζόμενη «φυγή στη Γαλιλαία»), που αντικρούεται από τον Βάις.

Με το θέμα ασχολείται το υποκεφάλαιο «Ο διασκορπισμός και η ανασυγκρότηση των Αποστόλων». Πράγματι, λοιπόν, οι μαθητές  κλονίστηκαν σοβαρά από τη σύλληψη και τη θανάτωση του Ιησού. Σύμφωνα με μια άποψη καταλήφθηκαν παντελώς από απελπισία, επέστρεψαν στις εστίες τους και απαρνήθηκαν όσα είχαν ζήσει. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει καθώς πέρα από τις προαναγγελίες του Πάθους, είχαν γνωρίσει τον Ιησού προσωπικά, πολύ κοντά και για πολύ καιρό και γνώριζαν ότι δεν οδηγήθηκε στην Ιερουσαλήμ από μια αισιοδοξία θριάμβου, με την ελπίδα να δει εκεί τη βασιλεία του Θεού να πραγματοποιείται αλλά μάλλον με την πεποίθηση ότι σίγουρα ο δρόμος για την δόξα περνά μέσα από την καταδίκη, το πάθος και τον θάνατο. Η τελική εκπλήρωση των προρρήσεων του πάθους, που ήταν τόσο συντριπτική, θα μπορούσε πράγματι να πτοήσει τους μαθητές ήταν όμως εξίσου ευνόητο ότι η ανάμνηση των λόγων του και η μνήμη του μεγαλείου της προσωπικότητάς του θα αντικαθιστούσε το χαμένο θάρρος. Τις βδομάδες που πέρασαν κοντά του «είχαν υψωθεί πάνω από τους εαυτούς τους». «Ήμασταν μάρτυρες του μεγαλύτερου δράματος στην ιστορία του κόσμου κι ούτε καν υποψιαζόμασταν τι συνέβαινε μπροστά στα μάτια μας» ανέφερε ο Λουκάς. Φαίνεται λοιπόν πως η διάθεση των μαθητών μετά τον θάνατο του Ιησού δεν ήταν καθόλου η έσχατη απελπισία. Αντίθετα, όσο μεγαλύτερη ήταν η λύπη τόσο περισσότερο πίστευαν στην απόλυτη δικαιοσύνη – δικαίωση και τόσο ζούσαν την επιβεβαίωση της πίστης τους.

Στο υποκεφάλαιο «Οι εμφανίσεις του Αναστάντος Κυρίου» τίθεται, όπως ένα διπλό ερώτημα: πω τις θεωρούσαν εκείνοι που τις βίωσαν και πως εμείς με τα δεδομένα της σύγχρονης επιστήμης. Ως προς την τελευταία δεν υπάρχει άλλη διέξοδος παρά να θεωρηθούν ως απλά «οράματα». Αυτός ήταν ο «τρόπος» που χρησιμοποιεί ο Θεός κατ’ επανάληψη στην ιστορία του αρχαίου κόσμου. Και μπορεί τα γεγονότα του πρώτου Πάσχα ιδωμένα σαν οράματα να χάνουν κάτι από την αξία για μας, όμως δεν έγιναν για μας, αλλά για τους τότε άμεσα ενδιαφερόμενους. Γι’ αυτούς το όραμα ήταν αρκετό και τους παρείχε μια βεβαιότητα που τους μετέβαλε σε φωτισμένους ιεραπόστολους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η υπόθεση του οράματος κάνει τα γεγονότα πιο κατανοητά σ’ εμάς και πιο οικεία απ’ ότι η παλιά αντίληψη πως πρόκειται περί θαύματος. Ίσως αυτές οι εμφανίσεις να μην ήταν εξωτερικά φαινόμενα αλλά απλώς το τέρμα μιας εσωτερικής πάλης, όπου η πίστη νίκησε την αμφιβολία. Είναι σημάδια βαθιάς αναταραχής που δείχνουν ωστόσο καθαρά ποιες ιδέες και ελπίδες κυριαρχούσαν εντός τους. Δεν αποτέλεσαν οι εμφανίσεις τις βάσεις για την πίστη τους, αλλά έγιναν το αποτέλεσμα της πίστης τους.

«Η ιστορική σημασία της πίστης στην εξύψωση του Ιησού», όπως τιτλοφορείται το σχετικό κεφάλαιο, είναι καθοριστική. Καταρχήν πρέπει να τονιστεί πως η νίκη των δυνάμεων του θανάτου δεν αποτελεί απόδειξη μεσσιανικότητας. Ο Μωυσής, ο Ενώχ, ο Ηλίας, ο Ησαΐας «αναλήφθηκαν» επίσης στους ουρανούς και δεν τέθηκε θέμα βασιλείας ή μεσσιανικότητας. Για τους μαθητές του ο Ιησούς δεν ήταν μεσσίας αλλά είχε κληθεί να γίνει βασιλιάς. Στα χείλη τους η φράση «ελθέτω η βασιλεία σου» είχε χαρμόσυνη σημασία. Δεν ήταν μόνο πεπεισμένοι ότι η μεγάλη ώρα είχε φτάσει και ότι οι ίδιοι ανήκαν στους λίγους εκλεκτούς που θα σωθούν αλλά ήταν σίγουροι ότι το αποφασιστικό βήμα για την τελική εγκαθίδρυση της βασιλείας του Θεού είχε ήδη γίνει. Έτσι η «μεσσιανική ελπίδα» της πρώτης χριστιανικής κοινότητας αποτέλεσε ένα μεγάλο βήμα μέσα στον γενικότερο ιουδαϊσμό. Για τους ανθρώπους αυτούς ή νέα εποχή είχε ήδη αρχίσει, ακόμα κι αν το πλήρωμά της είναι κάτι που ακόμα αναμένεται στο μέλλον

Εκεί που η μνήμη αδυνατούσε να βοηθήσει, παίρνονταν αποφάσεις που να είναι μέσα στο δικό του πνεύμα, όπως θα αποφάσιζε εκείνος στην κάθε περίπτωση. Παρά τις ελάχιστες μαρτυρίες οι μαθητές έστρεψαν το νου τους στον υψωθέντα Κύριό τους, με άλλα λόγια έπαιρναν το θάρρος να προσευχηθούν σ’ αυτόν. Αυτό είναι το πιο σημαντικό βήμα σ’ ολόκληρη την ιστορία των αρχών του χριστιανισμού, η μετάβαση προς την «θρησκεία του Ιησού». Για πρώτη φορά Ιουδαίοι, που αντίθετα προς τους Έλληνες είχαν ανατραφεί με το φόβο του Θεού και με βαθειά την αίσθηση του χάσματος Θεού και ανθρώπου, μπορούσαν να εξυψώσουν τον άνθρωπο Ιησού στη σφαίρα της θεότητας;

Αυτό είναι, λοιπόν, «Το Πνεύμα του Θεού», όπως τιτλοφορείται το παρεπόμενο υποκεφάλαιο; Ο διαδεδομένος κύκλος των πρωτοχριστιανικών ιδεών στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η θεολογική έκφραση μιας θρησκευτικής εμπειρίας, μιας συνειδησιακής κατάστασης η οποία όμως ήταν απαραίτητο και ουσιαστικό στοιχείο του αρχικού χριστιανισμού. Και η συνεχής διάθεση νικηφόρας, θριαμβευτικής ευτυχίας και πίστης τον ξεχώριζε από τον ιουδαϊσμό. Ο θυελλώδης ενθουσιασμός, η άμεση επίγνωση της παρουσίας του Θεού, η υπερφορτισμένη συναισθηματική κατάσταση ή και παραίσθηση, αποτελούν στοιχεία που σαφώς αντιστέκονται στην ορθολογική ερμηνεία των πραγμάτων αλλά αναφέρονται στην πνευματική ιστορία της ανθρωπότητας

Πώς διαμορφώθηκε λοιπόν «Η αρχική κοινότητα», που αποτελεί και το αντικείμενο του τρίτου κεφαλαίου; Πλάι στους Δώδεκα (που ο Παύλος πάντως δεν είδε ποτέ ως ηγέτες της εκκλησίας αφού απόστολος για εκείνον είναι ο απεσταλμένος του Χριστού, η αποστολικότητα του οποίου αποδεικνύεται από την επιτυχία της ιεραποστολής του) υπήρχε το πλήθος που αρχικά απαριθμούσε εκατόν είκοσι άτομα και αργότερα αυξήθηκε στα τρεις χιλιάδες, καθώς, ακόμα και στην εποχή του Ιησού δεν υπήρχε κανέναν εξωτερικό κριτήριο που να πιστοποιεί κάποιον ως μέλος ή οπαδό· δεν υπήρχε ούτε βάπτισμα ούτε άλλη τελετή εισδοχής παρά μόνο μια πνευματική σχέση μαθητείας. Ο συγγραφέας των Πράξεων, βασικότερης πηγής για το συγκεκριμένο θέμα, δεν κάνει λόγο για οργανωμένη εκκλησία αλλά περί αδελφών, πιστευόντων ή μαθητών. Πολλές φορές λέει απλώς «ήσαν πάντες ομού επί το αυτό», σαν να μην ξέρει πώς ακριβώς να περιγράψει την κοινότητα, αοριστία που αντιστοιχεί απόλυτα στην τότε κατάσταση.

Τα μέλη της κοινότητας δεν αποκόπηκαν από την καθημερινή λατρεία, τις θυσίες και την προσευχή στο ναό, καθώς μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε η αίσθηση ότι αυτή ήταν η παλιά λατρεία· έπαιρναν μέρος στις αναγνώσεις του Σαββάτου όπως έκανε άλλωστε και ο Ιησούς. Εφόσον λοιπόν οι πρώτοι χριστιανοί είχαν την ευκαιρία να συμμετέχουν στην λατρεία της Συναγωγής δεν υπήρχε λόγος στην αρχή να αναπτύξουν την δική τους λατρεία – η αρχή μιας τέτοιας εξέλιξης δεν θα συμβεί στον ναό αλλά στις ιδιωτικές συνάξεις για το κοινό δείπνο, στο οποίο αφιερώνεται ειδικότερο κεφαλαίο, όπου και η διαπίστωση ότι η ευχαριστία αναφερόταν γενικά στις πράξεις χάριτος του Θεού και η «αγαλλίασις» ήταν για την βεβαιότητα του ερχομού της σωτηρίας του μάλλον παρά για την σκέψη του θανάτου του Ιησού. Οι πρώτοι μαθητές δεν έβλεπαν τον θάνατο σαν τη βασική σωστική πράξη αγάπης του Κυρίου τους αλλά αντίθετα εξακολουθούσαν να πιστεύουν σ’ αυτόν παρά τον θάνατό του. Η ενότητα γινόταν το κονίαμα που θα τους έδενε αξεχώριστα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα κεφάλαια του συγγραφέα που αφορούν την κοινοκτημοσύνη ή τον «κολεκτιβισμό» των πρώτων χριστιανών, τις κοινωνικές απόψεις της αρχικής ομάδας, την νέα διδασκαλία και ιδίως την σχετική για την ανάσταση (όπου και η διαδεδομένη λατρεία και τον μύθο του αποθνήσκοντος και ανιστάμενου  θεοού, όπως ο φοινικικός Άδωνις, ο αιγυπτιακός Όσιρις, ο ρωμαϊκός Φρύγιος Άττις) και την περί θανάτου διδασκαλία (και την σχετική αγωνία να δώσουν ένα νόημα και να συμβιβαστούν με τον θάνατο του Ιησού), η οποία κατέληξε πως ο θάνατός του δεν ήταν αποτυχία του θεϊκού σχεδίου αλλά ένα καθορισμένο στοιχείο στο πρόγραμμά του. Στα υπόλοιπα «βιβλία» παρουσιάζονται η ιεραποστολή στα έθνη και ο Παύλος ως ιεραπόστολος, οι ιεραποστολικές κοινότητες και οι απαρχές της εκκλησίας και η εξάπλωση του χριστιανισμού σε επιμέρους περιοχές (Ιουδαία, Συρία, Μικρά Ασία, Μακεδονία και Αχαΐα, Ρώμη).

Το βιβλίο του Βάις για τον αρχέγονο Χριστιανισμό θεωρείται μέχρι σήμερα ως ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία που γράφτηκαν σχετικά με το θέμα. Όσο κι αν η όλη πορεία του αρχικού χριστιανισμού «παρουσιάζεται κάπως μονόπλευρα, σαν ένα έπος, με πρωταγωνιστή τον Απόστολο Παύλο, ο μύθος ερμηνεύεται κυρίως ψυχολογικά και ορισμένες επιμέρους απόψεις δεν μπορούν να γίνουν δεκτές», όπως ορθά γράφει στον πρόλογό του ο Σάββας Αγουρίδης, δεν παύει να είναι ένα βιβλίο του οποίου η όλη σκέψη και επιχειρηματολογία καλλιέργησε το έδαφος για την εμφάνιση των βιβλικών σχολών σκέψης του 20ού αιώνα. Εδώ ο Παύλος δεν είναι ο παραδοσιακός φιλόσοφος ή ο συστηματικός θεολόγος, αλλά ένας άνθρωπος με ενθουσιασμούς, προκαταλήψεις, έντονες αγάπες και μίση – ένα πολύ ανθρώπινο πρόσωπο.

Σαν ιστορικός των αρχών μιας θρησκείας που στηρίζεται στο υπερφυσικό, ο Βάις  (με διατύπωση που συχνά δίνει στο βιβλίο χαρακτήρα λογοτεχνικό) προσπάθησε να δείξει την περιπέτεια της περιπλοκής του αόρατου και μυστικού με λογικά και ηθικά στοιχεία και παρουσίασε κριτικά και αναλυτικά τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και τις μορφές με τις οποίες αυτό λειτούργησε, χωρίς να καταστρέφει την «πίστη» και το «ήθος» εκείνων που το δέχτηκαν και τους χάρισε το αίσθημα της ελευθερίας από τον παλιό κόσμο και το χάρισμα της εισόδου σ’ έναν καινούργιο. Και μια βασική του συμβολή ήταν η ιδιαίτερη εστίαση στο στοιχείο του «νέου» και της «αλλαγής» και μετατοπίζοντας το φως πέρα από το ατομικό.

Εκδ. Άρτος Ζωής, [Α΄ έκδ. 1983], Β΄ έκδ. 2001, 608 σελ. μτφ. και πρόλογος Σάββας Αγουρίδης [Das Urchristentum, 1917]

Στις εικόνες: έργα των Helena Cherkasova [1, 2, 7], Maria Laughlin [3], Alberto da Veiga Guingnard [4], Todor Mitrovic [6] και μια αιιθιοπική τοιχογραφία [5].

04
Απρ.
22

Paul Ricoeur & Andre LaCocque – Ας σκεφτούμε τη βίβλο

«Το βιβλίο αυτό προέκυψε από μια συνεργασία, η οποία δεν είναι πολύ συνηθισμένη. Συνένωσε έναν εξηγητή, ειδικό της εβραϊκής Βίβλου, και ένα φιλόσοφο, ο οποίος εντάσσεται στο λεγόμενο ερμηνευτικό ρεύμα σκέψης. Οι δυο συγγραφείς αποφάσισαν να διαβάσουν και να σχολιάσουν τα ίδια χωρία, τα οποία προέρχονται από την εβραϊκή Βίβλο. Ο εξηγητής έγραψε κατ’ αρχάς το κείμενό του, επί του οποίου στη συνέχεια ο φιλόσοφος τοποθετήθηκε. Έπειτα, και οι δύο εναρμόνισαν τις αμοιβαίες συνεισφορές τους με τέτοιο τρόπο, ώστε να προσδώσουν στην τελική τους σύνταξη τη δομή ενός βιβλίου όπου ο ένας λαμβάνει υπόψη τον άλλο».

Έτσι ξεκινάει ο πρόλογος του βιβλίο, υπογεγραμμένος από αμφότερους τους συγγραφείς, που επιχειρούν να μιλήσουν με «μια φωνή», ενώ οι προσεγγίσεις τους, εκ πρώτης όψεως, μπορεί να φαίνονται διαφορετικές μέχρι και αντικρουόμενες,  καθώς ο εξηγητής υιοθετεί την ιστορικο-κριτική μέθοδο ενώ ο φιλόσοφος λαμβάνει υπόψη του την πρόσληψη του βιβλικού κειμένου από τους στοχαστές, οι οποίες επηρεάστηκαν αρχικά από την ελληνική φιλοσοφία, και έπειτα από τη μοντέρνα φιλοσοφία. Ο ένας μπορεί να διατείνεται πως είναι επιστήμονας, και ο άλλος φιλόσοφος· ο πρώτος μπορεί να είναι στραμμένος προς εκείνο που προηγείται του κειμένου, προς την αρχαιολογία του, και ο άλλος προς εκείνο που έπεται, προς την τελεολογία του. Κι όμως, αυτό που ανασκευάζεται στις σελίδες του βιβλίου είναι ακριβώς αυτή η φαινομενική αντινομία μεταξύ αναδρομικότητας και προοπτικότητας, παραγωγής του κειμένου και πρόσληψής του.

Ο πρώτος παράγοντας που ο εξηγητής λαμβάνει υπόψη αφορά τον ρόλο που παίζει η γραφή στη διαμόρφωση του βιβλικού corpus. Απέναντι στην γραφή τοποθετείται η ανάγνωση, πρώτο έργο της οποίας είναι να προσδώσει στο κείμενο μια αυτονομία, μιας ανεξάρτητη ύπαρξη, η οποία του επιτρέπει αναπτύξεις και μεταγενέστερους εμπλουτισμούς – όπως αναφέρει η ρήση του Γρηγορίου του Μεγάλου «Η Γραφή μεγαλώνει μαζί με τους αναγνώστες της». Ακολουθεί η εγγραφή του κειμένου σε μια ή περισσότερες παραδόσεις, οι οποίες άφησαν την σφραγίδα τους στο υπό θεώρηση κείμενο, η «διαδρομή» που έχει την καταγωγή του στο ίδιο το κείμενο. Ένας τρίτος παράγοντας τον οποίον ο εξηγητής λαμβάνει περισσότερο υπόψη αφορά τους δεσμούς του κειμένου με μια ζωντανή κοινότητα. Τα βιβλικά κείμενα συντάχθηκαν επίσης για να απαντήσουν στις ανάγκες και στις αναμονές μιας ζωντανής κοινότητας, τις οποίες οι ερευνητές οφείλουν να ανασυστήσουν. Το έργο του εξηγητή και του φιλοσόφου συνδέεται και στο πεδίο της πολυσημαντότητας του κειμένου. Είναι σπάνιο να μην έχουν γεννηθεί πολλές κοινότητες ερμηνείας από το ίδιο το κείμενο.

Ο φιλόσοφος διανύει το άλλο μισό του δρόμου προς την κατεύθυνση ενός σημείου συνάντησης με τον εξηγητή. Εδώ απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις: να αποδεχτεί ότι τα λογοτεχνικά γένη των βιβλικών κειμένων προκαλούν την φιλοσοφική σκέψη, να διακρίνει την λεγόμενη «αλλαγή σκηνικού», που φτάνει μέχρι την μεταφορική γλώσσα, της οποίας η ποίηση είναι το πλησιέστερο κοσμικό ισοδύναμο, και, τέλος, να αντιληφθεί ότι η ανάγνωση φιλοσοφικών κειμένων, ακόμα και στο πλαίσιο συγκεκριμένων σχολών, δεν μπορεί καθόλου να συγκριθεί με την πρόσληψη ενός θρησκευτικού κειμένου από μια ιστορική κοινότητα, όπως οι ιουδαϊκές και οι χριστιανικές κοινότητες. Έτσι οι συγγραφείς δεν ζητούν από τους αναγνώστες του βιβλίου «να πιστέψουν μαζί με…» αλλά να συμμετάσχουν «δια της φαντασίας και της συμπάθειας» στην σχέση μεταξύ θεμελιωτικών κειμένων και κοινοτήτων ανάγνωσης και ερμηνείας ως ελάχιστη συνθήκη πρόσβασης στο νόημα αυτών των κειμένων.

Κατόπιν τούτων πώς να μην σπεύσει κανείς με ενδιαφέρον στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Η γαμήλια μεταφορά» και αφορά το Άσμα ασμάτων; Το κείμενο του Λακόκ με τίτλο «Η Σουλαμίτισσα» εκκινεί με μια εκ πρώτης όψεως απλή διαπίστωση για την γυναίκα του ποιήματος που αποκαλείται μεταξύ πολλών άλλων τρυφερών προσαγορεύσεων sosanah (κρίνο)· πρόκειται για ένα στοιχείο που υπογραμμίζει που υπογραμμίζει την ασυνήθιστη φύση του ποιήματος, αφού σε όλη την υπόλοιπη εβραϊκή Βίβλο, ο ρόλος της φύσης είναι δευτερεύον και υπηρετεί την μετάδοση ενός θρησκευτικού μηνύματος. Εδώ όμως βρίσκουμε εκστατικές περιγραφές μιας ολόκληρης σειράς φυτών, φρούτων, προϊόντων του αγρού και ζώων. Πρόκειται για περιγραφές καθαρά αισθητικές, που δεν χρειάζεται να «κυρωθούν» από κάτι «ανώτερο». Η φύση είναι όμορφη αυτοδικαίως και αυτοδυνάμως. Πρόκειται για φαινόμενο μοναδικό στις εβραϊκές γραφές. Η ερωτευμένη γυναίκα είναι κρίνο, όπως και κήπος, άμπελος, φοράδα, περιστερά, σμέρνα, κερήθρα, κρασί γάλα και εκπροσωπεί πραγματικά την ομορφιά ολόκληρου του σύμπαντος. Στα άλλα βιβλικά κείμενα η γυναικεία ομορφιά υμνείται για την «χρησιμότητά» της στην εκπλήρωση ενός ιερού σχεδίου (Σωσάννα, Ιουδήθ, Εσθήρ και κατ’ επέκταση Ρουθ)· οι ηρωίδες αυτές χρησιμοποιούν επίσης την αισθητική για ιστορικούς και θεολογικούς σκοπούς. Δεν συμβαίνει το ίδιο στο Άσμα, όπου η αισθητική καλλιεργείται αυτοδικαίως, χωρίς καμία αμηχανία και καμία ανάγκη να δικαιολογηθεί.

Ο Λακόκ υποστηρίζει πως το βιβλίο πρέπει να εξεταστεί χωριστά από την υπόλοιπη Βίβλο γιατί πρόκειται για ένα ποίημα ανατρεπτικό, ενώ το ύφος του είναι παραπλανητικά λυρικό και βουκολικό. Ο ποιητής χρησιμοποιεί την ανώδυνη γλώσσα των φιλοφρονήσεων και παρουσιάζει στους πουριτανούς, μέσω της αντίθεσης και της ειρωνείας, έναν κόσμο αμιγώς ερωτικό. Στο Άσμα ασμάτων ο έρωτας είναι «αποηθικοποιημένος», ένα στοιχείο που πάντως δεν γίνεται σεβαστό από τους σύγχρονους βιβλιστές. Ολόκληρο το ποίημα ψάλλει τον «ελεύθερο έρωτα», τον έρωτα χωρίς επίσημη ή θεσμική αναγνώριση. Υπήρξαν μελετητές όπως ο Ραβί Aqiba που αντιτάχθηκαν στο ρεύμα της «κοσμικής» ερμηνείας του ποιήματος και ήθελαν να επιβάλουν την αλληγορική, έτσι ώστε το ποίημα να αποκτήσει πρόσβαση στον Κανόνα των Γραφών. Είχε μάλιστα, αλλού γράψει, αν δεν είχε δοθεί η Τορά, το Άσμα θα αρκούσε για να καθοδηγεί τον κόσμο.

Ο εξηγητής είναι βέβαιος ότι ο συγγραφέας είναι γυναίκα και προσπαθεί να το αποδείξει. Στο ποίημα μιλά κυρίως η νεαρή γυναίκα, και, ακόμα κι αν αγαπημένος της μιλά επίσης συχνά, συμβαίνει πολλές φορές να παραθέτει λόγια της Σουλαμίτισσας. Πρόκειται για φαινόμενο μοναδικό στη Βίβλο, παρόλο που δεν είναι το πρώτο ποίημα της αρχαίας Εγγύς Ανατολής ή της βιβλικής ποίησης που έχει γραφτεί από γυναίκα. Γυναίκες συχνά σχηματίζουν ομάδες τραγουδιστριών και χορευτριών, πολλά ποιητικά είδη όπως το επιτάφιο άσμα ανήκουν στη δικαιοδοσία των γυναικών, στα ανάγλυφα του Ελ-Αμάρνα μια γυναίκα διευθύνει την ορχήστρα, η είσοδος στο Ναό της Ιερουσαλήμ δεν απαγορεύεται σε γυναίκες, εν ολίγοις στην αρχαία Εγγύς Ανατολή δεν ήταν απλώς δυνατό αλλά και πιθανό να γραφτεί ερωτικό άσμα από γυναίκα.

Αν εξετάσουμε προσεκτικά το περιεχόμενο του Άσματος θα εκπλαγούμε από την μεγάλη ελευθερία της Σουλαμίτισσας. Η πρωτοβουλία ανήκει τις περισσότερες φορές σε αυτήν. Η αιγυπτιακή επίδραση είναι αδιαμφισβήτητη· η χώρα του Νείλου είχε πολύ πιο φιλελεύθερη αντίληψη για τις γυναίκες και χρησίμεψε ως πρότυπο στην ποιήτρια του άσματος. Η θέση της είναι κεντρική στο ποίημα και όλα τα περιστατικά εξιστορούνται από την δική της σκοπιά. Είναι  εκπληκτική η ομοιότητά της με την στάση πολλών άλλων ηρωίδων, όπως η Ρουθ στο αλώνι, η Θαμάρ στις πύλες της Αινάν ή η Ιoυδήθ στη σκηνή του Ολοφέρνη αλλά η Σουλαμίτισσα αγγίζει επικίνδυνα το όριο της αναισχυντίας. Δεν υποστηρίζεται όμως η χαλάρωση των ηθών ή ο λεγόμενος «ελεύθερος έρωτας». Η Σουλαμίτισσα είναι πράγματι ελεύθερη γυναίκα, αλλά η ελευθερία της συνίσταται στο να παραμένει πιστή σε εκείνον που αγαπά. Πρόκειται για μια πίστη που δεν επιβάλλεται από τα δεσμά του γάμου και τις κοινωνικές απαιτήσεις.

Η γυναίκα υμνείται ως ερωτευμένη. Είναι αλήθεια ότι το Άσμα ασμάτων εξυμνεί την χαρά της ζωής και την χαρά του έρωτα, από την οποία απουσιάζει κάθε αίσθημα ενοχής. Η ενοχή που αισθάνεται το προπατορικό ζευγάρι όταν ανακαλύπτει την γύμνια του υπερβαίνεται εδώ από τη μαγεία που ασκεί η διαφορά. Το ποίημα απομυθικοποιεί την σεξουαλική ένωση και παραπέμπει με συγκαλυμμένο τρόπο στην υπαρξιακή εμπειρία της ένωσης Θεού και Ισραήλ. Ο σαρκικός έρωτας δεν είναι εδώ μιμητική αντιγραφή ενός αρχέγονου θεϊκού αρχετύπου. Κάθε έννοια χρησιμότητας αποκλείεται. Η γονιμότητα δεν θεωρείται πουθενά δικαίωση της ένωσης του άνδρα και της γυναίκας, γεγονός που αποκλείει εντελώς την πιθανότητα να πρόκειται για το ποίημα ή το κείμενο μιας γιορτής της εποχιακής αναβλάστησης ή μιας γαμήλιας τελετής, όπως, για παράδειγμα, διέγνωσαν στις αμοιβαίες ηδονικές περιγραφές των ερωτευμένων στα ποιήματα που συνηθίζονταν στα χωριά της Σύριας στη διάρκεια της επταήμερης γαμήλιας τελετής.

Το μοτίβο της τελετουργικής μετάβασης «στο σπίτι του πατέρα» αντικαθίσταται με την άνευ προηγουμένου πρόσκληση που απευθύνει η μνηστή στον μνηστήρα να έρθει στο σπίτι της μητέρα της. Έτσι οι ρόλοι αντιστρέφονται: η πρόσκληση προέρχεται από τη γυναίκα και η μελλοντική συγγένεια συνάπτεται με τη μητέρα. Το ποίημα δεν υμνεί την κοινωνική συγκατάθεση σε έναν «συμβατικό γάμο» αλλά ψάλλει τον «απείθαρχο» έρωτα. Εδώ ο Λακόκ παραπέμπει στον ίδιο τον Ρικέρ γράφει: ο Έρωτας δεν είναι θεσμός. Τον προσβάλλουμε όταν τον υποβιβάζουμε σε συμβόλαιο, σε συζυγικό καθήκον – νόμος του είναι η αμοιβαιότητα του δώρου. Γι’ αυτό και είναι υπο-νομικός, παρα-νομικός, υπερ-νομικός. Το αίνιγμα της σεξουαλικότητας, συνεχίζει ο Ρικέρ, έγκειται στο ότι παραμένει απρόσβλητη από την τριλογία που συνιστά τον άνθρωπο: γλώσσα, εργαλείο, θεσμός. Μπορεί να επιστρατεύει την γλώσσα αλλά τη διαπερνά, την ανατρέπει, την μετουσιώνει, την αποβλακώνει, της αφαιρεί την διαμεσολαβητικότητά της· δε είναι λόγος αλλά έρως

Φυσικά εκείνο που η συγγραφέας του Άσματος έγραψε με πρόθεση ανατρεπτική και απελευθερωτική ενσωματώθηκε δια της βίας στην «αστική νοοτροπία» μέσω μεταγενέστερων αναγνώσεων. Στον έρωτα του ποιήματος αντιπαρατάχθηκε μια εξαϋλωμένη αγάπη και το επαναστατικό πνεύμα του έργου μετατράπηκα σε μυστικό και δυιστικό ύμνο. Το Ειδύλλιο που έγραψε η συγγραφέας έφερε σε αμηχανία τους Ιουδαίους συμπατριώτες της και αργότερα τους Χριστιανούς. Αλλά, ως γνωστόν, μια εύκολη ερμηνευτική αρχή για οτιδήποτε θεωρείται σκανδαλώδες από τους αδιάλλακτους συντηρητικούς είναι η προσφυγή στην αλληγορία. Όσο τολμηρότερη είναι μια ερωτική σκηνή τόσο περισσότερο ωθεί ορισμένους να την ερμηνεύσουν μυστικιστικά. Πρόκειται για κανόνα που, όμως μας λέει ο Jean Daniélou, είχε ήδη θεσπιστεί από τον Ωριγένη: «Οι Γραφές δεν είναι δυνατό να μας λένε κάτι που ο Θεός θεωρεί ανάξιο. Αν υπάρχει κάτι ανάξιο του Θεού, πρέπει να ερμηνεύεται πνευματικά».

Και ποια είναι η θέση των όρκων στο Άσμα; Έχουμε να κάνουμε με «κοσμικούς» όρκους, κάτι απολύτως βλάσφημο για τον αρχαίο κόσμο που θεωρούσε αυτονόητο ότι ο όρκος γίνεται στο όνομα των θεών. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε, υποστηρίζει ο Λακόκ, ότι οι ακροατές (και αργότερα οι αναγνώστες) του Άσματος στα εβραϊκά δεν κατάλαβαν τον υπαινιγμό. Όπως ακριβώς ο «Σολομώντας» χρησιμοποιείται στο βιβλίο ειρωνικά, σαν η συγγραφέας να θέλει να κοροϊδέψει το κατεστημένο, οι τυπικές εκφράσεις των όρκων παρωδούν και περιπαίζουν τη θρησκευτική γλώσσα. Από την άλλη, το Άσμα 7, 1 είναι το πρώτο και μοναδικό κείμενο όπου η νέα αποκαλείται (δυο φορές) «Σουλαμίτις», επωνυμία που έρχεται σε αντιδιαστολή με την Σουναμίτισσα, την παθητική και πραγμοποιημένη γυναίκα. Η Σουλαμίτισσα είναι ακριβώς το αντίθετό της, ένα ενεργητικό υποκείμενο, ένας αντι-Σολομώντας.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, ενώπιον καθαρής ασέβειας! Η ποιήτρια χρησιμοποιεί ειρωνικά εκφράσεις που είχαν γίνει «ιερές» μέσα στα γιαχβιστικά κείμενα. Το Άσμα δεν είναι βιβλίο που γράφτηκε για τον παγανιστικό ιερό γάμο, ούτε αλληγορία της ενδόμυχης σχέσης Θεου και Ισραήλ (κι ακόμα λιγότερο, εννοείται, της σχέσης Χριστού και Εκκλησίας). Είναι η εξύμνηση το έρωτα. Μιλά για τον ελεύθερο, τον αδάμαστο και μάλιστα, ως έναν βαθμό, παράνομο έρωτα, με έναν λόγο φυσιοκρατικό και παρωδιακό. Και αποτελεί θαύμα που βρίσκεται μέσα στον Κανόνα των Αγίων Γραφών.

Στο δικό του κείμενο ο Ρικέρ αναφέρεται σε πολλά γνωρίσματα του ποιήματος που το κρατούν ανοιχτό σε μια πολλαπλότητα ερμηνειών και υπογραμμίζει την τάση όλου του μεταφορικού παιχνιδιού που υπερβαίνει την κυρίως αναφορική λειτουργία του ποιήματος, δηλαδή την σεξουαλική. Η επιστροφή στον Ωριγένη, «έναν από τους εισηγητές της αλληγορικής ερμηνείας, σπουδαιότερο εκφραστή του αλληγορισμού των Πατέρων της εκκλησίας και θεμελιωτή όλης της ανατολικής εξηγητικής παράδοσης και στη συνέχεια της δυτικής παράδοσης που έχει χαρακτηριστεί αλληγορική» είναι αναπόφευκτη. Για τον Ρικέρ η Γραφή είναι ένα τεράστιο εργοτάξιο, λέξεων, στο οποίο καμία λέξη δεν παρουσιάζεται χωρίς λόγο και όπου, κατά συνέπεια, όλες οι λεκτικές συσχετίσεις επιτρέπονται και, ακόμη καλύτερα, συνιστώνται.

Ο δεσμός της αλληγορικής παράδοσης και της μοναστικής συνθήκης είναι ισχυρότατος. Για την ασκητική και μυστική παράδοση που σε μεγάλο βαθμό συνδέεται με την μοναστική συνθήκη, η σημασία του γαμήλιου είναι κατ’ αρχάς πνευματική και για εμάς τους μοντέρνους διανοητές, έγινε κατ’ αρχάς σαρκική, μέχρι του σημείου να μην βλέπουμε περισσότερη διαφορά μεταξύ του γαμήλιου και του ερωτικού απ’ ότι έβλεπαν οι Αλεξανδρινοί μεταξύ γαμήλιου και μυστικού. Η σεξουαλική πράξη αποενοχοποιείται και το αμάρτημα δεν μπορεί να αποδοθεί εφεξής παρά μόνο στην ποιότητα της σχέσης προς τον άλλον, η οποία ενεργοποιείται στο σεξουαλικό επίπεδο (έλλειψη συγκατάθεσης, αναγωγή στην κατάσταση αντικειμένου, εκμετάλλευση, βία κ.λπ.).

Είναι εμφανές ότι αυτή η συνομιλία πάνω στα δύσβατα χωρία της Βίβλου μας προσφέρει ένα σπάνιο πνευματικό ταξίδι. Τα υπό έρευνα κεφάλαια και οι αντίστοιχοι τίτλοι των συνομιλητών, εκτός του προαναφερθέντος: Γένεσις 2-3 [Ρωγμές στον τοίχο, Ας σκεφτούμε τη Δημιουργία], Έξοδος 20,13 [Ου φονεύσεις, Υπακούοντας από αγάπη], Ιεζεκιήλ 37 [Από το θάνατο στη ζωή, Φύλακας του επικείμενου], Ψαλμός 22 [«Θεέ μου, Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες;», Ο Θρήνος ως προσευχή], Έξοδος 3,14 [Η αποκάλυψη των αποκαλύψεων, Από την ερμηνεία στη μετάφραση], Γένεσις 44 [Μια αρχαία αφήγηση: Η ιστορία του Ιωσήφ], Ζαχαρίας 12,10 [«Et aspicient ad me quem confixerunt»].

Εκδ. Άρτος Ζωής, 2005, μτφ. Αλεξάνδρα Παπαθανασίου, Φώτης Σιατίτσας, 522 σελ. [Thinking biblically: Exegetical and Hermeneutical Studies, 1998]

Στις εικόνες: εικονογραφήσεις για το Άσμα Ασμάτων από τους: Marc Chagall, (Χαράκτης) Τάσσος [Αλεβίζος], Hans Erni, Janna Shulrufer, (Χαράκτης) Τάσσος [Αλεβίζος], Egon Tschirch, Hans Erni, Γιάννης Κυριακίδης.




Απρίλιος 2022
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 1.113.094 hits

Αρχείο