04
Απρ.
22

Paul Ricoeur & Andre LaCocque – Ας σκεφτούμε τη βίβλο

«Το βιβλίο αυτό προέκυψε από μια συνεργασία, η οποία δεν είναι πολύ συνηθισμένη. Συνένωσε έναν εξηγητή, ειδικό της εβραϊκής Βίβλου, και ένα φιλόσοφο, ο οποίος εντάσσεται στο λεγόμενο ερμηνευτικό ρεύμα σκέψης. Οι δυο συγγραφείς αποφάσισαν να διαβάσουν και να σχολιάσουν τα ίδια χωρία, τα οποία προέρχονται από την εβραϊκή Βίβλο. Ο εξηγητής έγραψε κατ’ αρχάς το κείμενό του, επί του οποίου στη συνέχεια ο φιλόσοφος τοποθετήθηκε. Έπειτα, και οι δύο εναρμόνισαν τις αμοιβαίες συνεισφορές τους με τέτοιο τρόπο, ώστε να προσδώσουν στην τελική τους σύνταξη τη δομή ενός βιβλίου όπου ο ένας λαμβάνει υπόψη τον άλλο».

Έτσι ξεκινάει ο πρόλογος του βιβλίο, υπογεγραμμένος από αμφότερους τους συγγραφείς, που επιχειρούν να μιλήσουν με «μια φωνή», ενώ οι προσεγγίσεις τους, εκ πρώτης όψεως, μπορεί να φαίνονται διαφορετικές μέχρι και αντικρουόμενες,  καθώς ο εξηγητής υιοθετεί την ιστορικο-κριτική μέθοδο ενώ ο φιλόσοφος λαμβάνει υπόψη του την πρόσληψη του βιβλικού κειμένου από τους στοχαστές, οι οποίες επηρεάστηκαν αρχικά από την ελληνική φιλοσοφία, και έπειτα από τη μοντέρνα φιλοσοφία. Ο ένας μπορεί να διατείνεται πως είναι επιστήμονας, και ο άλλος φιλόσοφος· ο πρώτος μπορεί να είναι στραμμένος προς εκείνο που προηγείται του κειμένου, προς την αρχαιολογία του, και ο άλλος προς εκείνο που έπεται, προς την τελεολογία του. Κι όμως, αυτό που ανασκευάζεται στις σελίδες του βιβλίου είναι ακριβώς αυτή η φαινομενική αντινομία μεταξύ αναδρομικότητας και προοπτικότητας, παραγωγής του κειμένου και πρόσληψής του.

Ο πρώτος παράγοντας που ο εξηγητής λαμβάνει υπόψη αφορά τον ρόλο που παίζει η γραφή στη διαμόρφωση του βιβλικού corpus. Απέναντι στην γραφή τοποθετείται η ανάγνωση, πρώτο έργο της οποίας είναι να προσδώσει στο κείμενο μια αυτονομία, μιας ανεξάρτητη ύπαρξη, η οποία του επιτρέπει αναπτύξεις και μεταγενέστερους εμπλουτισμούς – όπως αναφέρει η ρήση του Γρηγορίου του Μεγάλου «Η Γραφή μεγαλώνει μαζί με τους αναγνώστες της». Ακολουθεί η εγγραφή του κειμένου σε μια ή περισσότερες παραδόσεις, οι οποίες άφησαν την σφραγίδα τους στο υπό θεώρηση κείμενο, η «διαδρομή» που έχει την καταγωγή του στο ίδιο το κείμενο. Ένας τρίτος παράγοντας τον οποίον ο εξηγητής λαμβάνει περισσότερο υπόψη αφορά τους δεσμούς του κειμένου με μια ζωντανή κοινότητα. Τα βιβλικά κείμενα συντάχθηκαν επίσης για να απαντήσουν στις ανάγκες και στις αναμονές μιας ζωντανής κοινότητας, τις οποίες οι ερευνητές οφείλουν να ανασυστήσουν. Το έργο του εξηγητή και του φιλοσόφου συνδέεται και στο πεδίο της πολυσημαντότητας του κειμένου. Είναι σπάνιο να μην έχουν γεννηθεί πολλές κοινότητες ερμηνείας από το ίδιο το κείμενο.

Ο φιλόσοφος διανύει το άλλο μισό του δρόμου προς την κατεύθυνση ενός σημείου συνάντησης με τον εξηγητή. Εδώ απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις: να αποδεχτεί ότι τα λογοτεχνικά γένη των βιβλικών κειμένων προκαλούν την φιλοσοφική σκέψη, να διακρίνει την λεγόμενη «αλλαγή σκηνικού», που φτάνει μέχρι την μεταφορική γλώσσα, της οποίας η ποίηση είναι το πλησιέστερο κοσμικό ισοδύναμο, και, τέλος, να αντιληφθεί ότι η ανάγνωση φιλοσοφικών κειμένων, ακόμα και στο πλαίσιο συγκεκριμένων σχολών, δεν μπορεί καθόλου να συγκριθεί με την πρόσληψη ενός θρησκευτικού κειμένου από μια ιστορική κοινότητα, όπως οι ιουδαϊκές και οι χριστιανικές κοινότητες. Έτσι οι συγγραφείς δεν ζητούν από τους αναγνώστες του βιβλίου «να πιστέψουν μαζί με…» αλλά να συμμετάσχουν «δια της φαντασίας και της συμπάθειας» στην σχέση μεταξύ θεμελιωτικών κειμένων και κοινοτήτων ανάγνωσης και ερμηνείας ως ελάχιστη συνθήκη πρόσβασης στο νόημα αυτών των κειμένων.

Κατόπιν τούτων πώς να μην σπεύσει κανείς με ενδιαφέρον στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Η γαμήλια μεταφορά» και αφορά το Άσμα ασμάτων; Το κείμενο του Λακόκ με τίτλο «Η Σουλαμίτισσα» εκκινεί με μια εκ πρώτης όψεως απλή διαπίστωση για την γυναίκα του ποιήματος που αποκαλείται μεταξύ πολλών άλλων τρυφερών προσαγορεύσεων sosanah (κρίνο)· πρόκειται για ένα στοιχείο που υπογραμμίζει που υπογραμμίζει την ασυνήθιστη φύση του ποιήματος, αφού σε όλη την υπόλοιπη εβραϊκή Βίβλο, ο ρόλος της φύσης είναι δευτερεύον και υπηρετεί την μετάδοση ενός θρησκευτικού μηνύματος. Εδώ όμως βρίσκουμε εκστατικές περιγραφές μιας ολόκληρης σειράς φυτών, φρούτων, προϊόντων του αγρού και ζώων. Πρόκειται για περιγραφές καθαρά αισθητικές, που δεν χρειάζεται να «κυρωθούν» από κάτι «ανώτερο». Η φύση είναι όμορφη αυτοδικαίως και αυτοδυνάμως. Πρόκειται για φαινόμενο μοναδικό στις εβραϊκές γραφές. Η ερωτευμένη γυναίκα είναι κρίνο, όπως και κήπος, άμπελος, φοράδα, περιστερά, σμέρνα, κερήθρα, κρασί γάλα και εκπροσωπεί πραγματικά την ομορφιά ολόκληρου του σύμπαντος. Στα άλλα βιβλικά κείμενα η γυναικεία ομορφιά υμνείται για την «χρησιμότητά» της στην εκπλήρωση ενός ιερού σχεδίου (Σωσάννα, Ιουδήθ, Εσθήρ και κατ’ επέκταση Ρουθ)· οι ηρωίδες αυτές χρησιμοποιούν επίσης την αισθητική για ιστορικούς και θεολογικούς σκοπούς. Δεν συμβαίνει το ίδιο στο Άσμα, όπου η αισθητική καλλιεργείται αυτοδικαίως, χωρίς καμία αμηχανία και καμία ανάγκη να δικαιολογηθεί.

Ο Λακόκ υποστηρίζει πως το βιβλίο πρέπει να εξεταστεί χωριστά από την υπόλοιπη Βίβλο γιατί πρόκειται για ένα ποίημα ανατρεπτικό, ενώ το ύφος του είναι παραπλανητικά λυρικό και βουκολικό. Ο ποιητής χρησιμοποιεί την ανώδυνη γλώσσα των φιλοφρονήσεων και παρουσιάζει στους πουριτανούς, μέσω της αντίθεσης και της ειρωνείας, έναν κόσμο αμιγώς ερωτικό. Στο Άσμα ασμάτων ο έρωτας είναι «αποηθικοποιημένος», ένα στοιχείο που πάντως δεν γίνεται σεβαστό από τους σύγχρονους βιβλιστές. Ολόκληρο το ποίημα ψάλλει τον «ελεύθερο έρωτα», τον έρωτα χωρίς επίσημη ή θεσμική αναγνώριση. Υπήρξαν μελετητές όπως ο Ραβί Aqiba που αντιτάχθηκαν στο ρεύμα της «κοσμικής» ερμηνείας του ποιήματος και ήθελαν να επιβάλουν την αλληγορική, έτσι ώστε το ποίημα να αποκτήσει πρόσβαση στον Κανόνα των Γραφών. Είχε μάλιστα, αλλού γράψει, αν δεν είχε δοθεί η Τορά, το Άσμα θα αρκούσε για να καθοδηγεί τον κόσμο.

Ο εξηγητής είναι βέβαιος ότι ο συγγραφέας είναι γυναίκα και προσπαθεί να το αποδείξει. Στο ποίημα μιλά κυρίως η νεαρή γυναίκα, και, ακόμα κι αν αγαπημένος της μιλά επίσης συχνά, συμβαίνει πολλές φορές να παραθέτει λόγια της Σουλαμίτισσας. Πρόκειται για φαινόμενο μοναδικό στη Βίβλο, παρόλο που δεν είναι το πρώτο ποίημα της αρχαίας Εγγύς Ανατολής ή της βιβλικής ποίησης που έχει γραφτεί από γυναίκα. Γυναίκες συχνά σχηματίζουν ομάδες τραγουδιστριών και χορευτριών, πολλά ποιητικά είδη όπως το επιτάφιο άσμα ανήκουν στη δικαιοδοσία των γυναικών, στα ανάγλυφα του Ελ-Αμάρνα μια γυναίκα διευθύνει την ορχήστρα, η είσοδος στο Ναό της Ιερουσαλήμ δεν απαγορεύεται σε γυναίκες, εν ολίγοις στην αρχαία Εγγύς Ανατολή δεν ήταν απλώς δυνατό αλλά και πιθανό να γραφτεί ερωτικό άσμα από γυναίκα.

Αν εξετάσουμε προσεκτικά το περιεχόμενο του Άσματος θα εκπλαγούμε από την μεγάλη ελευθερία της Σουλαμίτισσας. Η πρωτοβουλία ανήκει τις περισσότερες φορές σε αυτήν. Η αιγυπτιακή επίδραση είναι αδιαμφισβήτητη· η χώρα του Νείλου είχε πολύ πιο φιλελεύθερη αντίληψη για τις γυναίκες και χρησίμεψε ως πρότυπο στην ποιήτρια του άσματος. Η θέση της είναι κεντρική στο ποίημα και όλα τα περιστατικά εξιστορούνται από την δική της σκοπιά. Είναι  εκπληκτική η ομοιότητά της με την στάση πολλών άλλων ηρωίδων, όπως η Ρουθ στο αλώνι, η Θαμάρ στις πύλες της Αινάν ή η Ιoυδήθ στη σκηνή του Ολοφέρνη αλλά η Σουλαμίτισσα αγγίζει επικίνδυνα το όριο της αναισχυντίας. Δεν υποστηρίζεται όμως η χαλάρωση των ηθών ή ο λεγόμενος «ελεύθερος έρωτας». Η Σουλαμίτισσα είναι πράγματι ελεύθερη γυναίκα, αλλά η ελευθερία της συνίσταται στο να παραμένει πιστή σε εκείνον που αγαπά. Πρόκειται για μια πίστη που δεν επιβάλλεται από τα δεσμά του γάμου και τις κοινωνικές απαιτήσεις.

Η γυναίκα υμνείται ως ερωτευμένη. Είναι αλήθεια ότι το Άσμα ασμάτων εξυμνεί την χαρά της ζωής και την χαρά του έρωτα, από την οποία απουσιάζει κάθε αίσθημα ενοχής. Η ενοχή που αισθάνεται το προπατορικό ζευγάρι όταν ανακαλύπτει την γύμνια του υπερβαίνεται εδώ από τη μαγεία που ασκεί η διαφορά. Το ποίημα απομυθικοποιεί την σεξουαλική ένωση και παραπέμπει με συγκαλυμμένο τρόπο στην υπαρξιακή εμπειρία της ένωσης Θεού και Ισραήλ. Ο σαρκικός έρωτας δεν είναι εδώ μιμητική αντιγραφή ενός αρχέγονου θεϊκού αρχετύπου. Κάθε έννοια χρησιμότητας αποκλείεται. Η γονιμότητα δεν θεωρείται πουθενά δικαίωση της ένωσης του άνδρα και της γυναίκας, γεγονός που αποκλείει εντελώς την πιθανότητα να πρόκειται για το ποίημα ή το κείμενο μιας γιορτής της εποχιακής αναβλάστησης ή μιας γαμήλιας τελετής, όπως, για παράδειγμα, διέγνωσαν στις αμοιβαίες ηδονικές περιγραφές των ερωτευμένων στα ποιήματα που συνηθίζονταν στα χωριά της Σύριας στη διάρκεια της επταήμερης γαμήλιας τελετής.

Το μοτίβο της τελετουργικής μετάβασης «στο σπίτι του πατέρα» αντικαθίσταται με την άνευ προηγουμένου πρόσκληση που απευθύνει η μνηστή στον μνηστήρα να έρθει στο σπίτι της μητέρα της. Έτσι οι ρόλοι αντιστρέφονται: η πρόσκληση προέρχεται από τη γυναίκα και η μελλοντική συγγένεια συνάπτεται με τη μητέρα. Το ποίημα δεν υμνεί την κοινωνική συγκατάθεση σε έναν «συμβατικό γάμο» αλλά ψάλλει τον «απείθαρχο» έρωτα. Εδώ ο Λακόκ παραπέμπει στον ίδιο τον Ρικέρ γράφει: ο Έρωτας δεν είναι θεσμός. Τον προσβάλλουμε όταν τον υποβιβάζουμε σε συμβόλαιο, σε συζυγικό καθήκον – νόμος του είναι η αμοιβαιότητα του δώρου. Γι’ αυτό και είναι υπο-νομικός, παρα-νομικός, υπερ-νομικός. Το αίνιγμα της σεξουαλικότητας, συνεχίζει ο Ρικέρ, έγκειται στο ότι παραμένει απρόσβλητη από την τριλογία που συνιστά τον άνθρωπο: γλώσσα, εργαλείο, θεσμός. Μπορεί να επιστρατεύει την γλώσσα αλλά τη διαπερνά, την ανατρέπει, την μετουσιώνει, την αποβλακώνει, της αφαιρεί την διαμεσολαβητικότητά της· δε είναι λόγος αλλά έρως

Φυσικά εκείνο που η συγγραφέας του Άσματος έγραψε με πρόθεση ανατρεπτική και απελευθερωτική ενσωματώθηκε δια της βίας στην «αστική νοοτροπία» μέσω μεταγενέστερων αναγνώσεων. Στον έρωτα του ποιήματος αντιπαρατάχθηκε μια εξαϋλωμένη αγάπη και το επαναστατικό πνεύμα του έργου μετατράπηκα σε μυστικό και δυιστικό ύμνο. Το Ειδύλλιο που έγραψε η συγγραφέας έφερε σε αμηχανία τους Ιουδαίους συμπατριώτες της και αργότερα τους Χριστιανούς. Αλλά, ως γνωστόν, μια εύκολη ερμηνευτική αρχή για οτιδήποτε θεωρείται σκανδαλώδες από τους αδιάλλακτους συντηρητικούς είναι η προσφυγή στην αλληγορία. Όσο τολμηρότερη είναι μια ερωτική σκηνή τόσο περισσότερο ωθεί ορισμένους να την ερμηνεύσουν μυστικιστικά. Πρόκειται για κανόνα που, όμως μας λέει ο Jean Daniélou, είχε ήδη θεσπιστεί από τον Ωριγένη: «Οι Γραφές δεν είναι δυνατό να μας λένε κάτι που ο Θεός θεωρεί ανάξιο. Αν υπάρχει κάτι ανάξιο του Θεού, πρέπει να ερμηνεύεται πνευματικά».

Και ποια είναι η θέση των όρκων στο Άσμα; Έχουμε να κάνουμε με «κοσμικούς» όρκους, κάτι απολύτως βλάσφημο για τον αρχαίο κόσμο που θεωρούσε αυτονόητο ότι ο όρκος γίνεται στο όνομα των θεών. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε, υποστηρίζει ο Λακόκ, ότι οι ακροατές (και αργότερα οι αναγνώστες) του Άσματος στα εβραϊκά δεν κατάλαβαν τον υπαινιγμό. Όπως ακριβώς ο «Σολομώντας» χρησιμοποιείται στο βιβλίο ειρωνικά, σαν η συγγραφέας να θέλει να κοροϊδέψει το κατεστημένο, οι τυπικές εκφράσεις των όρκων παρωδούν και περιπαίζουν τη θρησκευτική γλώσσα. Από την άλλη, το Άσμα 7, 1 είναι το πρώτο και μοναδικό κείμενο όπου η νέα αποκαλείται (δυο φορές) «Σουλαμίτις», επωνυμία που έρχεται σε αντιδιαστολή με την Σουναμίτισσα, την παθητική και πραγμοποιημένη γυναίκα. Η Σουλαμίτισσα είναι ακριβώς το αντίθετό της, ένα ενεργητικό υποκείμενο, ένας αντι-Σολομώντας.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, ενώπιον καθαρής ασέβειας! Η ποιήτρια χρησιμοποιεί ειρωνικά εκφράσεις που είχαν γίνει «ιερές» μέσα στα γιαχβιστικά κείμενα. Το Άσμα δεν είναι βιβλίο που γράφτηκε για τον παγανιστικό ιερό γάμο, ούτε αλληγορία της ενδόμυχης σχέσης Θεου και Ισραήλ (κι ακόμα λιγότερο, εννοείται, της σχέσης Χριστού και Εκκλησίας). Είναι η εξύμνηση το έρωτα. Μιλά για τον ελεύθερο, τον αδάμαστο και μάλιστα, ως έναν βαθμό, παράνομο έρωτα, με έναν λόγο φυσιοκρατικό και παρωδιακό. Και αποτελεί θαύμα που βρίσκεται μέσα στον Κανόνα των Αγίων Γραφών.

Στο δικό του κείμενο ο Ρικέρ αναφέρεται σε πολλά γνωρίσματα του ποιήματος που το κρατούν ανοιχτό σε μια πολλαπλότητα ερμηνειών και υπογραμμίζει την τάση όλου του μεταφορικού παιχνιδιού που υπερβαίνει την κυρίως αναφορική λειτουργία του ποιήματος, δηλαδή την σεξουαλική. Η επιστροφή στον Ωριγένη, «έναν από τους εισηγητές της αλληγορικής ερμηνείας, σπουδαιότερο εκφραστή του αλληγορισμού των Πατέρων της εκκλησίας και θεμελιωτή όλης της ανατολικής εξηγητικής παράδοσης και στη συνέχεια της δυτικής παράδοσης που έχει χαρακτηριστεί αλληγορική» είναι αναπόφευκτη. Για τον Ρικέρ η Γραφή είναι ένα τεράστιο εργοτάξιο, λέξεων, στο οποίο καμία λέξη δεν παρουσιάζεται χωρίς λόγο και όπου, κατά συνέπεια, όλες οι λεκτικές συσχετίσεις επιτρέπονται και, ακόμη καλύτερα, συνιστώνται.

Ο δεσμός της αλληγορικής παράδοσης και της μοναστικής συνθήκης είναι ισχυρότατος. Για την ασκητική και μυστική παράδοση που σε μεγάλο βαθμό συνδέεται με την μοναστική συνθήκη, η σημασία του γαμήλιου είναι κατ’ αρχάς πνευματική και για εμάς τους μοντέρνους διανοητές, έγινε κατ’ αρχάς σαρκική, μέχρι του σημείου να μην βλέπουμε περισσότερη διαφορά μεταξύ του γαμήλιου και του ερωτικού απ’ ότι έβλεπαν οι Αλεξανδρινοί μεταξύ γαμήλιου και μυστικού. Η σεξουαλική πράξη αποενοχοποιείται και το αμάρτημα δεν μπορεί να αποδοθεί εφεξής παρά μόνο στην ποιότητα της σχέσης προς τον άλλον, η οποία ενεργοποιείται στο σεξουαλικό επίπεδο (έλλειψη συγκατάθεσης, αναγωγή στην κατάσταση αντικειμένου, εκμετάλλευση, βία κ.λπ.).

Είναι εμφανές ότι αυτή η συνομιλία πάνω στα δύσβατα χωρία της Βίβλου μας προσφέρει ένα σπάνιο πνευματικό ταξίδι. Τα υπό έρευνα κεφάλαια και οι αντίστοιχοι τίτλοι των συνομιλητών, εκτός του προαναφερθέντος: Γένεσις 2-3 [Ρωγμές στον τοίχο, Ας σκεφτούμε τη Δημιουργία], Έξοδος 20,13 [Ου φονεύσεις, Υπακούοντας από αγάπη], Ιεζεκιήλ 37 [Από το θάνατο στη ζωή, Φύλακας του επικείμενου], Ψαλμός 22 [«Θεέ μου, Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες;», Ο Θρήνος ως προσευχή], Έξοδος 3,14 [Η αποκάλυψη των αποκαλύψεων, Από την ερμηνεία στη μετάφραση], Γένεσις 44 [Μια αρχαία αφήγηση: Η ιστορία του Ιωσήφ], Ζαχαρίας 12,10 [«Et aspicient ad me quem confixerunt»].

Εκδ. Άρτος Ζωής, 2005, μτφ. Αλεξάνδρα Παπαθανασίου, Φώτης Σιατίτσας, 522 σελ. [Thinking biblically: Exegetical and Hermeneutical Studies, 1998]

Στις εικόνες: εικονογραφήσεις για το Άσμα Ασμάτων από τους: Marc Chagall, (Χαράκτης) Τάσσος [Αλεβίζος], Hans Erni, Janna Shulrufer, (Χαράκτης) Τάσσος [Αλεβίζος], Egon Tschirch, Hans Erni, Γιάννης Κυριακίδης.


0 Σχόλια to “Paul Ricoeur & Andre LaCocque – Ας σκεφτούμε τη βίβλο”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Απρίλιος 2022
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 1.118.986 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: