Kevin Barry – Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη

Δεσμώτες του παρελθόντος, έρμαια των σειρήνων 

Στο σταθμό των φεριμπότ, ωχροί κάτω από τα φώτα του, οι Μόρις Χερν και Τσάρλι Ρέντμοντ στέκονται όρθιοι σαν επιθεωρησιακό ντουέτο, όμως τα κορίτσια με τα ράστα ακόμη κοιμούνται – μόνο ο σκύλος, ο Τζούνιορ Κορτές, είναι ξύπνιος για να δει το νούμερο της επιθεώρησης. [σ. 82]

1. Στο μεταίχμιο της Aναμονής. Το τελευταίο μυθιστόρημα που απόλαυσα απ’ όσα απέδιδαν την ατμόσφαιρα κάποιου μη ειδυλλιακού παραθαλάσσιου χώρου ήταν το αριστουργηματικό Ναυπηγείο του Χουάν Κάρλος Ονέτι. Σε αντίθεση με τις παρατημένες αίθουσες και τις σκουριασμένες εγκαταστάσεις του ονετικού σύμπαντος, εδώ, ένας άλλος επιβλητικός χώρος μοιάζει εξίσου εκτός τόπου και χρόνου αλλά κατά τα άλλα είναι διαμετρικά αντίθετος: βρίσκεται στο μεταίχμιο δυο ηπείρων και δυο κόσμων και είναι γεμάτος με ταξιδιώτες και έτερους αναμονείς. Πρόκειται για τον επιβατικό σταθμό του λιμανιού της Αλχεθίρας, όπου πηγαινοέρχονται τα πλοία από και προς Ταγγέρη. Αλλά εδώ και ώρα δεν φτάνει κανένα πλοίο, η ώρα άφιξης είναι άγνωστη …

2. Στην άκρη της αναζήτησης … και οι πλέον ανυπόμονοι γι’ αυτήν, οι Μόρις Χερν και Τσάρλι Ρέντμοντ, δυο Ιρλανδοί λίγο πιο πάνω από τα πενήντα, φαίνονται ιδιαίτερα μελαγχολικοί και κάνουν χειρονομίες μακροχρόνιας καρτερίας και πόνου. Κρατούν την φωτογραφία της εικοσιτριάχρονης κόρης του Μόρις, της Ντίλι Χέρν, που ο πατέρας της έχει να δει εδώ και τρία χρόνια. Ο άντρας πίσω στο γκισέ των πληροφοριών σηκώνει τους ώμους του και αγνοεί πλήρως τις επανειλημμένες τους ερωτήσεις. Οι ξεφτισμένες αφίσες με τους εξαφανισμένους δεν βοηθούν· ούτε το περίπλοκο φως του λιμανιού που μπαίνει από τα ψηλά παράθυρα, ο θολός αέρας από την κάπνα ή ο χρόνος που σχεδόν ακούγεται να περνάει. Αυτοί όμως γνωρίζουν πως οι ταξιδιώτες από και προς την άλλη πλευρά κάθε 23 του μήνα ανταλλάζουν διαδρομές ώστε να κρατήσουν ο ένας τον σκύλο του άλλου.

Δεν μένει παρά να αρχίσουν να προσεγγίζουν πιθανούς γνώριμούς της. Μήπως ο αυτός ο νεαρός ονόματι Μπεν που καθίζουν κάπως βεβιασμένα ανάμεσά τους την θυμάται; Έχει κι αυτός μια χίπικη εμφάνιση, άρα είναι ύποπτος γνώριμός της. Συζητήσεις ανάμεσα σε συγκατάβαση, απειλές και βία. Κουρέλια εξομολόγησης για συγνώμη, μεγάλωσα σε ένα δρόμο με ολόιδια σπίτια στη σειρά, που δεν τα έβλεπε ποτέ ο ήλιος, εισπράκτορας στο λεωφορείο νούμερο 8 από την παιδική ηλικία, φαντάζεσαι πως είναι να έχεις χάσει την κόρη σου.

3. Εραστές ’94. Στην Μάλαγα του 1994 ο Μόρις είχε μια άλλη ζωή, έναν μεγαλοπρεπή έρωτα με την Σίνθια και τον καρπό αυτού Ντίλι. Η Ταγγέρη παρέμενε μακριά κι ας αχνοφαίνονταν τα φώτα της με λίγη καλή θέληση και ακόμα καλύτερη ατμόσφαιρα. Αλλά πρώτα είχε γνωρίσει την Καρίμα, που ήταν όμορφη μ’ έναν βρώμικο τρόπο, είχε εξίσου ωραίες γκριμάτσες και ρυτίδες όταν ρουφούσε το τσιγάρο της και σύντομα οι δυο τους «αναρωτιούνταν πώς θα ήταν αν γαμιόντουσαν». Μόνο που μαζί με την Καρίμα πήγαινε κι ένα κιλό επεξεργασμένου μαροκινού χασισιού. «Ήξερε ότι η γυναίκα αυτή θα έπαιζε μεγάλο ρόλο στη ζωή του», αλλά ίσως δεν φανταζόταν την έκταση της τραγικότητας.

4. Ανασκόπηση ζωής. Από μια ημιφωτισμένη όπως κι η αίθουσα αναμονής σκοπιά οι δυο φίλοι περιμένουν το πλοίο να τους σώσει προς μια άλλη ζωή, χωρίς τα λάθη του παρελθόντος. Έτσι είναι τα λιμάνια, περιμένεις πως κάτι θα γίνει, κάτι υπέρ σου. Με ρημαγμένο σώμα– μάτι ο ένας, πόδι ο άλλος, αμφότεροι με άξεστους τρόπους, έχουν το θράσος του παράνομου και την αδημονία του χρόνιου τζάνκι. Εδώ δεν υπάρχει άλλη λύση της αναμονής παρά η ανασκόπηση ενός βίου που βαραίνει πλάτες και σωθικά. Η Ντίλι στα δεκατέσσερα να τρέχει να εξαφανίζεται στα δάση, να χώνεται στο χώμα, να πέφτει με τα μούτρα σε βιβλία λευκής μαγείας, να κλειδώνεται ακίνητη στο δωμάτιο με τις ώρες. Και στην τελευταία ενθύμηση του πατέρα της, η Ντίλι κλεισμένη στον εαυτό της, πουλούσε μενταγιόν με τον ηλιακό δίσκο σε παζάρια και λαϊκές.

5. Κρεμαστές οικοδομές. Οι εραστές με την μικρή τους Ντίλι ευημερούν: να ανταλλάζεις τις ουσίες που σε ευτυχούν, να τις εμπορεύεσαι στην κοινότητα που σε ενώνει η κοινή χρήση, ένας ιδανικός τρόπος πλουτισμού. Όμως δεν θέλησαν να γνωρίζουν πως ποτέ δεν αφήνεσαι μόνος και απυρόβλητος. Όταν ήρθε το βράδυ που μόλις άκουσαν την μηχανή του αυτοκινήτου, κρύφτηκαν στον κήπο και ξαγρύπνησαν σ’ έναν ξενώνα. Είχε έρθει η ώρα για την φυγή στη νοτιοδυτική Ιρλανδίας, στο παραθαλάσσιο Μπερχέιβεν, και το οικοδομικό πλάνο που ξέπλενε χρήματα και επένδυε μέλλον: να χτίσουν σ’ ένα πλάτωμα στα βραχώδη υψώματα πάνω από την πόλη μια σειρά από πανομοιότυπα σπίτια σε σχήμα μισοφέγγαρου με προσανατολισμό ώστε η ράχη του να τα προστατεύει από τον δυτικό άνεμο. Τα σωτήρια κτίσματα θα είχαν θέα θάλασσα και βουνό και θα κρέμονταν πάνω από το κρύο λιμάνι, σα να αιωρούνται.

6. Αύρες και αυτουργοί. Οι νεαροί γονείς προσαρμόζουν τις ώρες τρυπήματος στο ωράριο του μωρού και αδημονούν για τις πρώτες οικοδομές. Όμως δύσκολα ρίχνεις θεμέλια στα βράχια των λόφων, ο τόπος βροντάει από το ίδιο το ουρλιαχτό τους κάτω από το κομπρεσέρ. Ένα εργατικό ατύχημα, μια αποχώρηση, και τα νέα διαδίδονται γρήγορα. Η αιώνια καταραμένη Ιρλανδία, με τους ομιλούντες βράχους, τα στοιχειωμένα χωράφια, την θαλάσσια μνήμη, τις αιώνιες έριδες, το στοιχειό της μελαγχολίας! Ο τρόπος που σε κυκλώνει όλο και πιο ασφυκτικά. Η αύρα της κακοτυχίας είναι μια ιδέα που πάντα γεννάει καρπούς. Οι ημέρες ξεκινάνε με αλκοόλ για πρωινό και κοκαΐνη για δεκατιανό. Τέρμα οι μετρημένες ποσότητες, συχνές οι μείξεις, ελεύθερα τα speedballs, συνεχείς οι καυγάδες. Εδώ ή κάπου παραπέρα κάποτε καμιά εικοσαριά άντρες στήνονταν με τα φανάρια τους σε ένα απόκρημνο μέρος της ακτογραμμής και τα ανεβοκατέβαζαν ώστε από τη μεριά της θάλασσας να φαίνονται σαν πλεούμενο που κουνάει και τραβούσαν προς το μέρος τους άλλα πλεούμενα για να τους χαιρετήσουν και τα χτυπούσαν στα βράχια και τότε έβγαζαν τους σουγιάδες να τους πάρουν την ψαριά και ό,τι άλλο.

7. Το βογκητό τους. Αγάπη και οπιοειδή – αξεπέραστος συνδυασμός στη σφαίρα των ανθρώπων, λέει ο Μόρις. Βγαίνανε έξω σαν νεαροί θεοί, αλλά όποτε εξαφανίζεται η Σύνθια, αυτός αισθάνεται την ναυτία που προκαλεί η απουσία της αγάπης. Τα βράδια της απουσίας της ακούει την θάλασσα να βογκάει και είναι βέβαιος ότι ακούει τα δικά της βογκητά, από κάποιον άλλον. Φροντίζει να ακούει κάτι ανάλογο από ορισμένες γυναίκες που τους χαρίζει μαύρο λάδι κάνναβης και με την απόλυτη γυναίκα («γιατί και τα ναρκωτικά έχουν φύλο»), την ηρωίνη. Κάποτε βρίσκεται και ο αυτουργός και δεν είναι παρά ο φίλος του Τσάρλι. Τι είδους αντίδραση ταιριάζει σε αυτές τις περιπτώσεις; Τότε σκέφτεται την ιδέα του αυτοκινήτου στην άκρη των βράχων, με την Ντίλι δίπλα τους.

8. Θεατρίνοι με λάθος ρόλο. Αυτό δεν είναι ένα συνηθισμένο μυθιστόρημα: κινείται αργά, μπρος πίσω και εναλλάξ σε διαφορετικούς μυθιστορικούς χρόνους και σπάει σε μικρές φράσεις ή παραγράφους, σαν σκαρίφημα θεατρικού έργου που γράφεται στον δρόμο, σαν δοκιμασία προς τον αναγνώστη να ενώσει εκείνος τους αρμούς προτού δημιουργηθεί η ολόκληρη εικόνα των κατεστραμμένων πρωταγωνιστών. Η γλώσσα προφορική στους διαλόγους, ενίοτε ποιητική από τον συγγραφέα ως δείγμα συμπάθειας προς τους ήρωες, διανθισμένη με πλείστες μεταφορές και παρομοιώσεις. Τα φιλιά της είχαν γεύση καπνού και λαδιού.

9. Ντουέτα της πτώσης. Είναι, φυσικά, αδύνατο να μην θυμηθεί εδώ τους ήδη προσκεκλημένους αφελείς και κωμικοτραγικούς φλωμπερικούς Μπουβάρ και Πεκισέ ή τα μπεκετικά δίδυμα που (ακόμα) Περιμένουν τον Γκοντό ή αναπολούν τις Ευτυχισμένες Μέρες, αν και προσωπικά θυμήθηκα τους διαλόγους των Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν, που ως πρώην δευτερεύοντες χαρακτήρες του Άμλετ, επανήλθαν ως πρωταγωνιστές στο θεατρικό έργο του Τομ Στόπαρντ Ο Ρόζενγκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί [1967] και στην κινηματογραφική ταινία που σκηνοθέτησε ο ίδιος ο συγγραφέας με πρωταγωνιστές τους Τιμ Ροθ και Γκάρι Όλντμαν [1990]. Κι οι δυο αυτοί ήρωες ακόμα αναρωτιούνται αν υπάρχει ελεύθερη βούληση και πότε επήλθε η στιγμή όπου έχασαν τον πλήρη έλεγχο των ζωών τους.

10. Πού ήσουν; Προνομιούχοι και ασφαλείς εμείς οι αναγνώστες και εντοπίζουμε πρώτοι την Ντίλι σε μια φτηνή πανσιόν για ραγισμένες καρδιές στη Γρανάδα. Έχει μπόλικα πλαστά διαβατήρια ραμμένα στη φόδρα της βαλίτσας της και σύντομα εγκαθίσταται σ’ ένα από τα σπίτια-σπηλιές της πόλης, παράνομες κατασκευές με μικροσκοπικά δωμάτια χωρίς παράθυρα. Μήτρα ή τάφος, εκεί γίνεσαι κι εσύ μια σαύρα. Η Ντίλι συνεργάζεται με την διεμφυλική Φρεντερίκε που έχει ως βιτρίνα ένα κατάστημα χονδρικής με κοσμήματα, μαντήλια και τα συναφή. Τα λεφτά πλέον είναι στην διακίνηση των ανθρώπων. Όμως και η Ντίλι έχει μνήμη και θυμάται την στιγμή που είδε την μάνα της να ψήνεται στο κρεβάτι και τον πατέρα της να μονολογεί βρίζοντας, τότε που κατάλαβε ότι στα σίγουρα δεν ήταν σαν τις άλλες οικογένειες. Ακούει το κλείδωμα στις πόρτες του αυτοκινήτου πάνω από τον γκρεμό, βλέπει το ύφος του Μόρις· θυμάται την ύστατη προτροπή της Σύνθια: δεν πρέπει να βρίσκεσαι κοντά τους· φύγε και μη ξαναγυρίσεις ποτέ. Την άκουσε αλλά δεν θέλησε ούτε τα χρήματά τους. Το σώμα της αυτοχειρίας της μητέρας της δεν βρέθηκε ποτέ.

11. Το τέλος της Ευρώπης. Αυτή είναι μια αναντίλεκτη όψη της Ευρώπης, το παρόν και το μέλλον ενός κόσμου που είναι πια αλλιώς: Στο λιμάνι τα περιπλανώμενα παιδιών πάντων των εθνών κάθονται στο πάτωμα και τριπάρουν ή και βρίσκονται σε κατάσταση μέθης. Αρνούμενοι να προσαρμοστούν στον δυτικό τρόπο ζωής βλέπουν την Ταγγέρη ως το σημείο εξόδου από τον ευρωπαϊκό κόσμο και την συνακόλουθη μελαγχολία του. Οι άλλοι που θέλουν να πλουτίσουν δεν διακινούν πια ναρκωτικά, είναι διαθέσιμα πλέον από το διαδίκτυο, δεν πλουτίζουν. Η Μεσόγειος, αντίθετα, είναι ένα λιβάδι διαθέσιμων σκλάβων, τα δρομολόγια μπορούν να σε κάνουν πλούσιο και υπάρχουν πολλά πόστα, χωρίς να χρειαστεί να μπεις στη βάρκα.

12. «Τι κάνουμε;». Η ερώτηση που έχει απευθυνθεί τόσο σε προσωπικές ζωές όσο και σε κρίσιμες πολιτικές περιστάσεις δεν εκφέρεται ποτέ από τους δυο ήρωες αλλά βρίσκεται συνεχώς στην άκρη των χειλιών τους. Τι μένει να κάνει κανείς όταν όλα έχουν χαθεί; Υπάρχει τώρα επιλογή για μια διαφορετική ζωή; Πως βρίσκεις γαλήνη μετά από ένα τόσο λάθος παρελθόν; Έτσι διαλύονται οι ζωές; Πώς γίνεται και καταφτάνουμε καταρρακωμένοι στην μέση ηλικία; Γιατί η αγάπη δεν διαρκεί για πάντα; Τι μας σπρώχνει στην παρανομία που δεν έχει δρόμο γυρισμού, μόνο οδηγεί στην καταστροφή; Είμαστε όλοι έρμαια ενός κόσμου μονοδρομημένου από το χρήμα ή έχουμε την επιλογή μιας προσωπικής πορείας;

13. Τελειώνει ποτέ τίποτα; Η Ντίλι σκέφτεται να κατέβει νοτιότερα, σε μια μαροκινή ακτή του Ατλαντικού, να βρει ένα αγόρι ή ένα κορίτσι και οπωσδήποτε έναν σκύλο. Οι δυο φίλοι συνομιλούν ενώ γνωρίζουν και παραδέχονται ότι η Ντίλι τελικά μπορεί να μην είναι του ενός αλλά του άλλου. Δεν υπάρχει μέρος που μπορείς να πας χωρίς να σε φτάσει το παρελθόν. Η βαθύτερη εμπειρία που σου προσφέρει ο κόσμος είναι η ραγισμένη καρδιά. Όλα αυτά τα λιμάνια, λένε, έχουν μια φυσική θλίψη. Όταν μετακινούμαστε μέσω θαλάσσης, οι καρδιές μας ξεθαρρεύουν. Είναι κάποιες μέρες και νύχτες που δεν ξέρεις σε ποιο τόπο και σε ποια εποχή είσαι. Σε αυτό το λιμάνι οι ώρες λειώνουν η μία μέσα στην άλλη. Ακόμα και εδώ όμως φτάνει κάποτε η καθοριστική στιγμή της συνάντησης: οι Μόρις και Τσάρλι κοιτάζουν προς τα πάνω και τους τραβάει η γραμμή του βλέμματός της.

Η πορεία του αλκοόλ είναι γνωστή: ζεσταίνει εύκολα, σε κρατάει σε ηρεμία, και μετά, τώρα, σε βυθίζει αργά στις τύψεις. Ήγγικεν η ώρα της μελαγχολίας. Όπως αρμόζει σε έναν κύριο με πλούσιο παρελθόν. Αλλά, και τίποτα άλλο να μην έχει στ’ όνομά του, έχει τουλάχιστον αυτά που μετάνιωσε, και αυτά έχουνε την αξία τους καθότι συνεισφέρουν στην αυτοπροσωπογραφία που ζωγραφίζει ο οσιομάρτυρας νοερώς. [σ. 171]

Εκδ. Gutenberg, 2021,[Σειρά Aldina, αρ. 44], μτφ. και επίμετρο  Ορφέα Απέργη, σελ. 302 [Night Boat to Tangier, 2019]

Δημοσίευση και σε Mic.gr/ Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 258, εδώ.

Στις εικόνες, έργα των: 1. Sophie Rutherford, 2. Rattapon Pirat, 3. Rob Browing, 4.-5. Αγνώστου, 6. Helen Zughaib.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 49. Οι παραδομένες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 75 (Μάρτιος 2024), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 49. Οι παραδομένες

Περίληψη αδημοσίευτων προηγουμένων: Ο εγκυκλοπαιδιστής των Γυμνών Ποδιών έχει, ήδη συμπεριλάβει στο λήμμα Ξυπόλυτες Γυναίκες Παραδομένες σε Ξένα Χέρια α) την νηπιαγωγό του, β) την καλλιτέχνιδα και περφόρμερ Μαρίνα Αμπράμοβιτς και γ) μια λογοτεχνημένη ηρωίδα ενός διηγήματος του Μίλαν Κούντερα, οι οποίες σε συγκεκριμένες περιστάσεις κατά την δεκαετία του εβδομήντα –Κυψέλη (1973), Νάπολι (1973) και κάπου στην Τσεχοσλοβακία (1979) – αφέθηκαν οικεία βουλήσει στις βουλές των άλλων. Το πρώτο έτος της επόμενης δεκαετίας, μια τέταρτη γυναίκα θα συμπλήρωνε την σκοτεινότερη γωνία του τετραγώνου, με την άνευ συναίνεσης αλλά και συνείδησης παράδοσή της.

Θραύσματα. Μια ξανθιά γυναίκα με πράσινα μάτια μεταφέρεται επειγόντως στο νοσοκομείο ύστερα από απόπειρα αυτοκτονίας με τοξικό δηλητήριο. Μαζί της στο ασθενοφόρο ένας ψύχραιμος άντρας που παραμένει στον θάλαμο αναμονής του νοσοκομείου. / Η ίδια γυναίκα με μια μωβ ρόμπα μέσα σ’ ένα ακατάστατό διαμέρισμα πίνει πρώτα από ποτήρι και ύστερα από μπουκάλι, έτοιμη να καταρρεύσει. / Ο άντρας μπροστά σε μια γραφομηχανή ακούει στο τηλεφωνητή το απελπισμένο της μήνυμα. Χωρίς να βιάζεται, δένει την γραβάτα του και αναχωρεί. /  Θραύσματα μιας ιστορίας προς ανασύνθεση, ψηφίδες που θα ενισχύονται και θα συγκολλούνται με νέες, μέχρι να σχηματιστεί το ψηφιδωτό μιας ερωτικής σχέσης που κατέληξε να χαροπαλεύει στα επείγοντα.

Ζεύγος. Γνωρίστηκαν σε ένα πάρτι, δυο Αμερικανοί στη Βιέννη.  Η Μιλένα ήταν παντρεμένη με έναν μεγαλύτερο άντρα που ζούσε στην Τσεχοσλοβακία και αγαπούσε πλέον πλατωνικά, ο ψυχαναλυτής Άλεξ Λίντεν δίδασκε στο πανεπιστήμιο της πόλης. Τον πλησίασε ευδιάθετη και διαθέσιμη, του πρωτομίλησε χωρίς περιστροφές -«αν πρόκειται να συναντηθούμε, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι τώρα»-, αντάλλαξαν το καθιερωμένο λεξιλόγιο του φλερτ και μετά χάθηκαν σε χωριστά δωμάτια. Όταν αργότερα εκείνος κίνησε να φύγει την συνάντησε γερμένη στον τοίχο ενός διαδρόμου με το πόδι της σηκωμένο κάθετα στον τοίχο, σαν κλειστή πόρτα. Τα πόδια της στο καλσόν και τα πέδιλα, ελεύθερα προς θέαση. Ο άντρας κλήθηκε να περάσει κάτω από το γόνατο και την γάμπα της. Η είσοδος στον κόσμο της είχε μόλις συντελεστεί.

Αντίθεση. H αρχική έλξη είναι πάντα ισχυρή και τα στοιχεία του ενός εντυπωσίασαν τον άλλο: η ενθουσιώδης ιδιοσυγκρασία και το ελεύθερο πνεύμα της, η κλειστή προσωπικότητα και η σιωπηλή ματιά του. Τα δυο ετερώνυμα συναντήθηκαν στο κοινό πεδίο μιας ασυγκράτητης λαγνείας. Η Μιλένα διακαώς διαφύλαττε επιλεγμένες γωνίες της ιδιωτικότητάς της και δεν επιδεχόταν περιορισμούς, ενώ ο Άλεξ επιθυμούσε ως ερευνητής να γνωρίζει το παραμικρό για την ύπαρξή της. Ο αέρας ανάμεσά τους ήταν εύφλεκτος, ο αυθορμητισμός απέναντι στην ψυχραιμία, το ενστικτώδες εναντίον το λογικού.

Εμμονή. Ο Άλεξ απέκτησε έντονη εμμονή με την Μιλένα. Παρέμεινε ένας απαθής παρακόλουθος που δεν την αντιμετώπισε ως ασθενή αλλά ως μια συναρπαστική δυνατότητα μελέτης. Ο πηγαίος ερωτισμός της έπρεπε να καταγραφεί, η ακατέργαστη λαγνεία να καταλήξει σε ένα πόρισμα. Ίσως ακριβώς το γεγονός ότι μπορούσε να (μην;) κατανοήσει την κατάστασή της, τον έκανε να την επιθυμεί όλο και περισσότερο ως πολύτιμο έντομο στο εργαστήριό του. Αναζητούσε τα στοιχεία του συζύγου της και την δυνατότητα διαζυγίου, ψαχούλευε τις φωτογραφίες της με άλλους άντρες ώστε να την ανακρίνει για το ποιον τους, την παρακολουθούσε στον δρόμο. Στην αίθουσα διδασκαλίας υποστήριζε πως βρισκόμαστε όλοι σε συνεχή απομόνωση, αλλά κατασκοπεύουμε οποιονδήποτε και οτιδήποτε γύρω μας. Στην ερώτηση ενός φοιτητή αν και ο ίδιος αισθανόταν ως ένας κατάσκοπος απάντησε πως θα προτιμούσε τον χαρακτηρισμό του «παρατηρητή».

Έρευνα. Όταν η Μιλένα βρισκόταν μεταξύ ζωής και θανάτου, ένα άλλο ζεύγος βρισκόταν σε άλλου είδους σύγκρουση. Ένας παράξενος ντετέκτιβ ξεκίνησε να ερευνά το περιστατικό, παρατηρώντας με καχυποψία τον ψυχρό Άλεξ o οποίος δήλωνε απλώς φίλος της αλλά δεν απέφυγε αντιφάσεις και ανακολουθίες. Οι πρώτες τους αντιπαραθέσεις ήταν γλωσσικής φύσης: όταν ο ντετέκτιβ ανέφερε την έκφραση normal people, ο γιατρός του είπε ότι ξόδεψε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του προσπαθώντας να καταλάβει τι σημαίνει νορμάλ, χωρίς να το έχει ακόμα καταφέρει· όταν ο πρώτος αποτόλμησε τον χαρακτηρισμό mad, ο δεύτερος τόνισε ότι πρόκειται για έκφραση που ποτέ δεν χρησιμοποιεί. Η εναλλαγή των θραυσμάτων, από το παρελθόν στο παρόν, από την ερωτική ευτυχία στην απόγνωση και από την συναρμολόγηση της τελευταίας τους βραδιάς στην ανάκριση του ντετέκτιβ είναι διαρκής. Μόνο ο τελευταίος μπορούσε να ενώσει τα κομμάτια της αλυσίδας, υποτελής και αυτός της δικής του μανίας, της εισόδου στον εγκέφαλο των δυο εραστών, ενίοτε ζώντας και ο ίδιος τα γεγονότα σαν σε δανεική παραίσθηση. Το ντουέτο τους εξελίχθηκε σε μονομαχία λογικής, στρατηγικής και ψυχολογίας.

Ευτυχισμένες μέρες. Στις ευτυχισμένες τους μέρες τα πόδια της ήταν μονίμως γυμνά. Τον προσκαλούσαν στο κρεβάτι να μοιραστεί το παγωτό της ή να χαθούν στο λευκότερο σεντόνι. Όταν έκαναν έρωτα τα μάτια της ήταν χαμογελαστά, τα δόντια της περιχαρή. Τα βιβλία παρέμεναν ανοιχτά, ο καπνός έφτανε ως το ταβάνι. Το διαμέρισμα γινόταν ολοένα και πιο ακατάστατο – σκόρπιες εφημερίδες, ρούχα ριγμένα στο πάτωμα, στοιβαγμένα πιάτα. Τα ζωγραφικά έργα στους τοίχους έμοιαζαν σιωπηλές υποσημειώσεις της δικής τους ιστορίας. Κάποτε άπλωσε το γυμνό της πόδι να αγγίξει την διπλανή βιβλιοθήκη. Τα δάχτυλά της διέτρεξαν τις ράχες των βιβλίων, είχαν ήδη όμως τους δικούς τους τίτλους.

Χάσμα. Ο ανήθικος ερευνητής πλεονεκτούσε απέναντι στην ευάλωτη μελετώμενη, αλλά η Μιλένα δεν ήταν μια άγουρη μαθήτρια αλλά μια προσωπικότητα που λυσσούσε για ελευθερία, ακόμα κι αν αυτή γειτνίαζε με την αυτοκαταστροφή. Η ανάγκη της να δίδεται χωρίς φραγμούς και να συμπεριφέρεται όπως αισθάνεται εξέλυε μια ενέργεια χαοτική, εμφανή ακόμα και στον τρόπο με τον οποίο εκφραζόταν με όλο της το σώμα. Όσο περισσότερους κανόνες έβαζε στον εαυτό της, του έλεγε, τόσο πιο δυστυχής ένοιωθε. Θα μπορούσε να την καταλάβει, το πώς είναι και το πόσο θέλει να γίνει αυτή που είναι; Κάποτε τον υποδέχτηκε με ένα πορτοκαλοκόκκινο φόρεμα και ανάλογες γόβες, περίλαμπρη και ανυπόμονη για την αντίδρασή του. Κι ύστερα κατακρημνίστηκε από το αδιάφορο βλέμμα του.

Πτώση. Ο Άλεξ άρχισε να εξαντλείται από τα ταραχώδη σκαμπανεβάσματα της. Με μια ζήλεια διαβρωτική, αδυνατούσε να αντέξει στη σκέψη της με άλλους άνδρες. Η Μιλένα μετατράπηκε σε αντικείμενο φθόνου και απέχθειας. Σε μια ενδεικτική σκηνή μπήκε στο σπίτι συνοφρυωμένος, χωρίς να της ρίξει ένα βλέμμα. Η Μιλένα με μια κοντή ρόμπα καθόταν σε μια καρέκλα, τα γυμνά πόδια της σε μια άλλη, στα χέρια της το The sheltering sky του Paul Bowls, στο τραπέζι δίπλα της ένα γεμάτο σταχτοδοχείο κι ένα πακέτο Milde Sorte. Μια τόσο ερωτική γυναίκα περιορισμένη στην αναμονή, ημίγυμνη στη μοναξιά. Οι ερωταποκρίσεις τρυπούσαν σαν βελόνες και οδήγησαν σε σπαραγμό. Το σεξ κατέληξε και πάλι σε πεδίο μάχης, συμφιλίωσης, ικεσίας, απόδρασης· ένα διάλειμμα στην απελπισία, μια προσωρινή ανακωχή.

Οπουδήποτε. Κι όμως, αυτός ο έρωτας δεν απομονώθηκε στο τεχνητό ημίφως του διαμερίσματος με την οσμή του σεξ και του αλκοόλ. Ταξίδεψαν στο Μαρόκο, μήπως το έκλυτο φως στέγνωνε κάτι από την υγρασία ανάμεσά τους. Δεν γνώριζαν ότι οι αποδράσεις όχι μόνο δεν κλείνουν τα χάσματα αλλά ενίοτε τα ανοίγουν περισσότερο. Η γελοία του προσπάθεια όταν ανεβασμένος στην καρότσα ενός φορτηγού έσκυβε για να δει τι συνέβαινε στη Μιλένα που καθόταν ανάμεσα στον οδηγό και στον συνοδηγό…· η σκέψη του να επιστρέψουν στις Ηνωμένες Πολιτείες για να διδάξει, την στιγμή που εκείνη επέμενε να ζήσουν την στιγμή…· η πρότασή του να παντρευτούν στο εγγύς μέλλον και η ενθουσιασμένη της αντιπρόταση να συμβεί εκεί και τότε. Καθοδικά βήματα σε ένα κλιμακοστάσιο όπως της πολυκατοικίας της, όπου του φώναξε πως την θέλει μόνο για να την κατέχει και να την απορρίπτει και πως δεν θέλει να είναι δική του ούτε κανενός. Σ’ εκείνες τις σκάλες την χαστούκισε όταν του απαγόρευσε να ξαναχρησιμοποιήσει την λέξη αγάπη, κι ύστερα οι γόβες της πετάχτηκαν μακριά και τα πέλματά της βρέθηκαν στον αέρα, σ’ έναν ακόμα παθιασμένο έρωτα ανάμεσα σε δυο ορόφους.

Προεπίλογος. Στην τελευταία πράξη της τραγωδίας που παίζεται σε κάθε έρωτα η Μιλένα τον υποδέχτηκε με έντονο μακιγιάζ σαν ηρωίδα αρχαίου ιαπωνικού θεάτρου, γελώντας σαρκαστικά, γιορτάζοντας «το τέλος της Μιλένας που δεν του αρέσει». Η νέα Μιλένα σκόπευε να είναι μαριονέτα, κλόουν και θεατρίνα. Ο Άλεξ αποχώρησε αηδιασμένος, οι φωνές της από το παράθυρο έσκισαν την ησυχία της νύχτας χωρίς να τον αγγίξουν. Ίσως ήταν εκείνη η νύχτα, ή κάποια επόμενη, που η φωνή της πάσχιζε να συρθεί μέσα από τα τηλεφωνικά καλώδια, για να ακουστεί η επιθυμία της λήθης ή του θανάτου.

Κτηνωδία. Ο Δρ. Λίνεν άκουσε και ξανάκουσε την κασέτα του τηλεφωνητή, σα να ενδιαφερόταν μονάχα για το λεξιλόγιο της βύθισης, τους ήχους της φυγής. Έσβησε τα φώτα, βγήκε, σταμάτησε σε κάποιο μπαρ. Χωρίς βιάση ανέβηκε στο διαμέρισμα και την βρήκε ημιαναίσθητη. Είδε το άδειο μπουκαλάκι και το πέταξε στα πόδια της μαζί με μερικές βαριές λέξεις. Εκείνη τινάχτηκε ελαφρά, ως ελάχιστη δυνατή αντίδραση. Την ανέβασε στο κρεβάτι, κάθισε δίπλα της και την παρακολούθησε να κυλάει στην αναισθησία. «Είμαστε μόνοι μας, δεν χρειαζόμαστε κανέναν άλλον», της ψιθύρισε, ψεύτης ακόμα και στον εαυτό του, γιατί ήταν μόνος του, εκείνη δεν ήταν εκεί, μόνο ένα σώμα – σαρκίο κρεμάμενο. Την αγκάλιασε και την περιεργάστηκε από πάνω έως κάτω, σα να ήθελε να βεβαιωθεί για ό,τι επιθυμούσε να κάνει. Εμείς οι κατάσκοποι ανεβήκαμε με την κάμερα ψηλά, να τα βλέπουμε όλα. Το δωμάτιο ήταν ακατάστατο περισσότερο από κάθε άλλη φορά· το ακουστικό του τηλεφώνου ριγμένο, στο πάτωμα σκορπισμένοι δίσκοι, βιβλία και εφημερίδες – η ζωή που συνεχιζόταν ή οι αδύνατες διαφυγές. Στο τζάμι ενός παραβάν μια φράση της γραμμένη με κραγιόν: πού πηγαίνω τώρα;

O Άλεξ παραμέρισε την ρόμπα της Μιλένα, έσκισε τα εσώτερα υφάσματα με έναν χαρτοκόπτη και την βίασε. Γυμνοί, αργά, ψυχρός. Κατόπιν την έντυσε ξανά στα μωβ και την έβαλε ανάσκελα στο κρεβάτι, έτοιμη για το ασθενοφόρο. Προτού φύγει της άνοιξε για λίγο το ένα βλέφαρο και άναψε έναν αναπτήρα κοντά στην καμάρα του πέλματός της κι ύστερα δυο φορές από την φτέρνα ως τα δάχτυλα για επαληθευτεί η απουσία κάθε ερεθίσματος. Τα πόδια που θα έπρεπε να θερμαίνονται από λατρεία, τώρα χρησίμευαν ως ασφαλείς ενδείξεις αναισθησίας.

Μακριά. Η τραχειοτομή που της έσωσε την ζωή εναλλάχθηκε στο μοντάζ με τις στιγμές των οργασμών που της απογείωναν την ζωή. Μόλις πάψουμε να την παρακολουθούμε, θα επιστρέψει σε αυτούς, μακριά από τον δόκτορα η τιμωρία του οποίου είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Όταν τον συνάντησε σ’ έναν κεντρικό δρόμο της Νέας Υόρκης και εκείνος στάθηκε να της μιλήσει, τον προσπέρασε αδιάφορη.

Υστερογραφήματα. Μετά από τέσσερις μέρες γυρισμάτων οι υποκριτές εραστές ήθελαν να αποχωρήσουν λόγω συναισθημάτων ενοχής και αποστροφής, τα οποία όμως ακριβώς επιθυμούσε ο σκηνοθέτης. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο άντρας (Art Garfunkel) παρουσίαζε ενδείξεις πανικού, ίσως λόγω του ρόλου που θα έκανε και άλλους να ανακαλύψουν την δική τους μαύρη τρύπα, ενώ συνάδελφοι και ηθοποιοί σταμάτησαν να του μιλούν για καιρό, πράγμα που απέδωσε στο γεγονός ότι οι άνθρωποι σε απεχθάνονται όταν κρατήσεις έναν καθρέφτη μπροστά στο πρόσωπό τους. / Πότε άλλοτε είχε κινηματογραφηθεί ο βιασμός μιας γυναίκας σε πλήρη αναισθησία; Μέχρι τότε κάθε βιαζόμενη αντιδρούσε με ουρλιαχτά, δάκρυα, ικεσίες. Τώρα σιωπούσε, ήταν αλλού. / Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων, η σύντροφος του Art Garfunkel, ηθοποιός Laurie Bird, αυτοκτόνησε στη Νέα Υόρκη. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του ήταν όμορφη με έναν μοναχικό, στοιχειωμένο τρόπο, δεν ένοιωθε ευτυχής με τον εαυτό της και έφυγε στα είκοσι πέντε, ηλικία στην οποία αυτοκτόνησε και η μητέρα της. Όσον αφορά τον ίδιο, «δεν ήταν έτοιμος για γάμο μαζί της». / Η εταιρεία διανομής χαρακτήρισε την ταινία «άρρωστο φιλμ φτιαγμένο από άρρωστους ανθρώπους για άρρωστους ανθρώπους», ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες έμεινε εκτός κυκλοφορίας σε βιντεοκασέτα ή dvd μέχρι το 2005. Ο καθρέφτης έμεινε για χρόνια σκεπασμένος. / Η γυναίκα και ο σκηνοθέτης ερωτεύτηκαν αλλήλους και γύρισαν άλλες έξι ταινίες μαζί. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}.

Η ταινία: Bad timing (Νicolas Roeg, 1980) [Αρχικός/εναλλακτικός τίτλος: Bad timing: A sensual obsession]. H γυναίκα: Theresa Russell.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.