Τζένη Κουτσοδημητροπούλου – Η Χόλι γεμίζει το Κόκκινο Σακίδιο

Χωράει σε μια αποσκευή η αγάπη;

Ταξίδι επί χάρτου: Νότιος Πόλος. Πληθυσμός: Εκατόν ογδόντα έξι πιγκουίνοι. Τοποθεσία: μικρή πολιτεία πίσω από επτά παγόβουνα και ισάριθμες απέραντες πεδιάδες. Εστίαση: τριμελής οικογένεια γηγενών, η Χόλι μετά των γονέων της. Τοπίο: το αναμενόμενο, σε αποχρώσεις λευκού και γαλάζιου. Πανίδα: πιγκουίνοι με κόκκινα σκουφιά περνάνε μια χαρά· τρώνε παγωτό χωνάκι, φτιάχνουν γλυπτά από πάγο, παίζουν χιονόμπαλα, κάνουν πατινάζ και έλκηθρο, συζητούν· οι πιο ριψοκίνδυνοι ανεβαίνουν σε μια γλιστερή πλαγιά και πηδάνε στην παγωμένη θάλασσα. Για όλους αυτούς τους λόγους η μικρή Χόλι αγαπά τα πρωινά, αλλά και τα μεσημέρια δεν πάνε πίσω, έτσι όπως μοιράζεται με τους δικούς της πλήρη γεύματα σ’ ένα κυκλικό παγοτράπεζο. Μήπως και τα βράδια δεν περνάνε όλοι καλά, έτσι όπως συγκεντρώνονται σε μια πλατεία κάτω από το φεγγαρόφωτο;

Φαίνεται πως τίποτα δεν διαρκεί για πάντα, ακόμα και για τα σμήνη αυτών των αξιολάτρευτων ζώων. Ο μπαμπάς της διαπιστώνει ότι τα ψάρια δεν φτάνουν για όλη την κοινότητα και θα πρέπει να φύγει μακριά να τα αναζητήσει· την διαβεβαιώνει όμως ότι θα είναι πάντα κοντά της. Η Χόλι αναρωτιέται πώς μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα σε δυο τόπους. Είναι η στιγμή που θα μπει στο – έκπληξη! – χρωματιστό της δωμάτιο και θα γεμίσει ένα κόκκινο σακίδιο με ένα βιβλίο, ένα κουβερτάκι και μια χούφτα καραμέλες, ώστε ο μπαμπάς της να έχει μαζί του κάτι δικό της. Επρόκειτο όμως για ιδιαίτερα αγαπημένα πράγματα, συνεπώς τα αντικαθιστά με το πιο αφράτο χιόνι κι έναν χιονοπιγκουίνο. Σύντομα αντιλαμβάνεται πως αρχίζουν να λιώνουν και επανέρχεται με ένα μπουκέτο τουλίπες, άρωμα σαρδέλας σε ένα μπουκαλάκι και ένα ζεύγος ωραιότατες ωτοασπίδες. Αλλά οι πρώτες θα μαραθούν, το δεύτερο θα εξατμιστεί και οι τρίτες θα της λείψουν. Μέχρι το ξημέρωμα θα γεμίζει και θα αδειάζει το κόκκινο σακίδιο.

Το πρωί όλοι μαζεύονται εκεί που το χιόνι συναντά τον ωκεανό και ένας ένας αποχαιρετούν τον μπαμπά της Χόλι, που τελικά του δίνει το σακίδιο. Το ταξίδι του πάνω σε ένα κομμάτι πάγο είναι μακρύ, με πολλά συναπαντήματα. Με την άφιξη ήδη του λείπει η κόρη του και ανοίγει το σακίδιο απ’ όπου ξεπηδούν πολύχρωμες καρδούλες. Είναι σειρά του να της απαντήσει: φουσκώνει ένα μεγάλο κόκκινο μπαλόνι , φωνάζει δυνατά πόσο την αγαπάει, και το αφήνει να ταξιδέψει μαζί με την φωνή του. Το επόμενη πρωί εκείνη είναι από νωρίς στο λιμάνι και το τρίτο κύμα της φέρνει το μπαλόνι με την κόκκινη καρδιά. Τρέχει στην πιο ψηλή κορυφή και φωνάζει «κι εγώ σ’ αγαπώ, μπαμπά» – και φυσικά το βράδυ κοιμάται παρέα με την αγάπη του. Πατέρας και κόρη επικοινώνησαν κι έχουν πλέον ο ένας τον άλλον δίπλα του.

Μια από τις σκληρότερες περιστάσεις που μπορούν να συμβούν στη γονεϊκή αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη σχέση, εδώ βρίσκει το βάλσαμό της. Ο αποχωρισμός μπορεί να κρατά τα σώματα μακριά, αλλά τα συναισθήματα παραμένουν κοντά. Αρκεί ένα αντικείμενο, κι όχι κατ’ ανάγκη χειροπιαστό, απλά να συμβολίζει αλλά και να φέρει μέσα του την παρουσία του άλλου. Κι όταν το συναίσθημα που συνδέει τους αποχωρισμένους είναι η αγάπη, τότε καμιά απόσταση δεν είναι ικανή να τους κρατήσει μακριά. Αναρωτιέμαι τι θα έβαζα στο αντίστοιχο σακίδιο για τους γονείς μου, τότε, τι θα έβαζαν τώρα οι κόρες μου, τι θα έβαζα στην αναχώρηση ενός φίλου… Η εικονογράφος έχει φτιάξει εντελώς δικούς τους πιγκουίνους, με σώμα κυλινδρικό, κεφάλι θολωτό και χείλη κόκκινα, και τους έχει πλαισιώσει με κάθε δυνατή απόχρωση του μπλε, του γαλάζιου και του άσπρου.

Εικονογράφηση: Άρτεμις Πρόβου

Εκδ. Διόπτρα, 2022, σελ.

Ηλικίες: 3+

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Alison Jay – Το κοριτσάκι και η μέλισσα

Φιλία με τα ζώα, αγάπη για την φύση

Μια μέλισσα μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο της Λουίζας και βουίζει δυνατά δίπλα στην δίχρωμη κουρτίνα της· τρομαγμένο το μικρό κορίτσι πετάει το βιβλίο της και σπεύδει να φέρει την μυγοσκοτώστρα αλλά μια εικόνα την σταματά. Η μέλισσα στέκει φοβισμένη και ανήμπορη στο εσωτερικό πρεβάζι, τα διάφανα φτερά της πεσμένα, τα ματάκια κουρασμένα. Προς το παρόν την παγιδεύει μέσα σ’ ένα αναποδογυρισμένο ποτήρι και ανοίγει ένα βιβλίο με σχετικές πληροφορίες· έτσι μαθαίνει για την ζωτικότητα της ζάχαρης και του νερού για μια μέλισσα. Το ταλαιπωρημένο έντομο δυναμώνει και φεύγει αναζωογονημένο αλλά επιστρέφει το βράδυ υπό καταρρακτώδη βροχή, γνωρίζοντας πως μέσα από εκείνο το παράθυρο ένα κορίτσι μπορεί και πάλι να φροντίσει τα μαραμένα του φτερά. Η Λουίζα την παίρνει στην χούφτα της, την στεγνώνει, την βουρτσίζει και την χτενίζει.

Μόλις έχει αρχίσει μια ζεστή, συντροφική σχέση και μια ρόδινη κοινή περίοδος γεμάτη παιχνίδια, βόλτες και φροντίδα. Είναι χαρακτηριστικό το δισέλιδο με τις δεκάδες θερινές τους δραστηριότητες στις όποιες, εκτός των άλλων, παρατηρούμε και το εξής στοιχείο: η μέλισσα ολοένα και μεγαλώνει, σε σημείο να ξεπεράσει σε ύψος, βάρος και μέγεθος την Λουίζα! Σε ένα σπαρταριστό κάδρο, η τεράστια μέλισσα στέκει έξω από μια βιτρίνα ανθοπωλείου ενώ η υπάλληλος έντρομη κλείνει το κατάστημα και μια γάτα τεντώνεται έκπληκτη και αιφνιδιασμένη. Όμως το ίδιο το βλέμμα της μέλισσας δηλώνει πόσο της λείπουν τα λουλούδια και σύντομα τα φτερά της αρχίζουν να μαραζώνουν. Πώς μπορεί ένα τέτοιο έντομο να ζει μόνιμα στην τσιμεντένια πόλη;

Η φίλη της είναι και πάλι εδώ και καβάλα στην ιπτάμενη πλέον συντροφιά της πετάνε στη φύση έξω από την πόλη, παίρνουν την πολύτιμη δόση της, και κυρίως μαζεύουν σπόρους και τους σκορπίζουν από ψηλά παντού, μέχρι και στις ρωγμές και τις χαραμάδες. Σε λίγους μήνες η πόλη έχει ολοκληρωτικά αλλάξει χρώμα και φως – η φύση για άλλη μια φορά κάνει το θαύμα της. Όμως με το τέλος του καλοκαιριού η μέλισσα πρέπει να βρεθεί στους τόπους που της ταιριάζουν. Ο αποχωρισμός είναι σκληρός και ιδιαίτερα συγκινητικός.

Όμως από το πάνω παράθυρο ένα αγοράκι της νεύει μ’ ένα κασκόλ με μαύρες και κίτρινες ρίγες, σαν ένα σήμα πως γνώριζε τι είχε συμβεί – άλλωστε σε πολλά πλάνα βλέπαμε διακριτικά ορισμένες κινήσεις των άλλων ενοίκων της πολυκατοικίας. Τα δυο παιδιά γίνονται φίλοι και μοιράζονται την ανάμνηση της μέλισσας – φυτεύουν λουλούδια σε γλάστρες και ζαρντινιέρες, στα χιόνια φτιάχνουν μια χιονομέλισσα. Και όταν έρθει η άνοιξη, η μέλισσα δεν ξεχνάει την φίλη της και επανέρχεται για να ξαναζήσουν τα ίδια και καλύτερα.

Η αγάπη για τα πλάσματα της φύσης και την ίδια την φύση, η αναγκαιότητα της παρουσίας της μέσα στις πόλεις με τρόπους που είναι εφικτοί, όπως η ανθοκομία, η εξαφάνιση των μελισσών και η άγνωστη στους πολλούς συμβολή της στον μεγάλο κύκλο της ζωής, η ίδια η φιλία μεταξύ παιδιών και ζώων αλλά και σε ένα δεύτερο επίπεδο και των παιδιών μεταξύ τους, αλλά και, διακριτικά, η μεγάλη συνδρομή των βιβλίων σε κάθε μας περιπέτεια – είναι χαρακτηριστικό ότι η Λουίζα φροντίζει την φίλη της έχοντας πάντα δίπλα ανοιχτές τις σελίδες εκείνου του βιβλίου., γιατί πάντα, γιατί πάντα ένα βιβλίο είναι χρήσιμο και όσο μεγαλύτερη βιβλιοθήκη έχουμε τόσο περισσότερες καταστάσεις αντιμετωπίζουμε, παίρνοντας ανάλογες χαρές – όλα λάμπουν σε αυτό το βιβλίο. Και ό,τι και να πούμε για την εικονογράφησή της θα είναι λίγο. Τόσα χρώματα και τόσο φως στην απεικόνιση των πρωταγωνιστριών, του περιβάλλοντός τους αλλά και της ίδιας της πόλης, όπως φαίνεται από ψηλά ή από τα παράθυρά τους.

Εκδ. Διόπτρα, 2022, σελ. 32, μτφ. Αναστασία Αθηναίου [Bee & me, 2023]

Ηλικίες: 4+

Ίνσταγκραμ της συγγραφέα και εικονογράφου, εδώ.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.