Λογοτεχνικά αίθρια: Η 2η Λογοτεχνική Συνάντηση στο DASEIN. Συνομιλία με τον Ηλία Μαγκλίνη

 

Μπορούν τα λογοτεχνικά φεστιβάλ να αποτελέσουν «αίθρια» συνεύρεσης μιας ευρύτερης αναγνωστικής κοινότητας, όπου λογοτέχνες, κριτικοί, ιστολόγοι και αναγνώστες συνομιλούν για την λογοτεχνία, συμμετέχουν στην δημιουργία της και την βιώνουν με πολλούς τρόπους; Η ανάγνωση ενός κειμένου από τον ίδιο τον συγγραφέα προσθέτει παράλληλες ή διαφορετικές αναγνώσεις μέσω της ακρόασης και της προφορικότητας του έργου του; Σε ποια έκταση η παραπάνω διαδικασία αποτελεί μια διαφορετική ή χρήσιμη λειτουργία όσον αφορά την πρόσληψη της λογοτεχνίας; Και σε ποιο βαθμό αποτελούν πεδίο συνομιλίας Ελλήνων και ξένων λογοτεχνών και, γενικότερα, αμφίπλευρης επίδρασης μεταξύ τους; Αυτά είναι μερικά από τα ζητήματα που θέτει η φετινή, 2η Λογοτεχνική Συνάντηση στo DASEIN.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τις εκλεκτικές συγγένειες μυθοπλασίας και επιστήμης που θα αναδείξει ο Σλοβάκος πεζογράφος Γκούσταβ Μούριν (Gustav Murin), διακεκριμένος βιολόγος στο πανεπιστήμιο Comenius της Μπρατισλάβα, ερευνητής αλλά και μπλόγκερ (http://muringustav.blogspot.com/). Από την ποιητική ενσωμάτωση των προπολεμικών κατακτήσεων της βιολογίας στο Ταξίδι στην Αρμενία του Ο.Ε. Μαντελστάμ μέχρι τους κόσμους της επιστημονικής φαντασίας και την σύγχρονη άνθηση του «επιστημονικού» (μαθηματικού, βιολογικού κ.ά.) μυθιστορήματος, η λογοτεχνία και οι φυσικές επιστήμες συχνά συγχρωτίζονται, δημιουργώντας η καθεμιά τους καρποφόρες ζώνες ή και ενδοχώρες ετερότητας στις επικράτειές τους.

Από την άλλη πλευρά, ο Ηλίας Μαγκλίνης, έχοντας στην πρόσφατη νουβέλα του (Η Ανάκριση) προκρίνει την συνύπαρξη της λογοτεχνίας με τις εικαστικές και παραστατικές τέχνες, δημιουργεί με τη σειρά του σειρά ερεθιστικών ερωτημάτων. Είναι γόνιμη η σύνδεση λόγου, εικόνας και μουσικής μέσα στο ίδιο λογοτεχνικό κείμενο; Δημιουργούν τα στοιχεία αυτά μια διαπλάτυνση της γεωγραφίας του, αποτελούν μια παράλληλη ή παραπληρωματική «αναγνωστική» πρόταση; Είναι δυνατή η συγγραφική διαχείριση της σωματικότητας και του σώματος εν γένει;

Η φετινή, 2η Λογοτεχνική Συνάντηση στο DASEIN αποτελεί εύφορο πεδίο παρόμοιων προβληματισμών που θα διερευνηθούν με τη βοήθεια των ίδιων των δημιουργών.

Συνομιλία με τον συγγραφέα Ηλία Μαγκλίνη (Η ανάκριση)

1. Η ηρωίδα σας, επηρεασμένη από την συνονόματη της καλλιτέχνιδα Μαρίνα Αβράμοβιτς, επιδίδεται σε ακραίες περφόρμανς σωματικής τέχνης και κακοποίησης του σώματός της αναπαράγοντας τους βασανισμούς που υπέστη ο πατέρας της. Πρόκειται για προσπάθεια οικειοποίησης ιστορικών ρόλων, επιθυμία συνομιλίας μαζί του, προσωπική έκφραση ενοχικών ή άλλων συναισθημάτων;

Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, για την Μαρίνα είναι η μοναδική οδός προς την απόκτηση ταυτότητας – αν και η οδός αυτή δεν έχει σημείο τερματισμού. Η Μαρίνα νιώθει ότι πρέπει να διανύσει αυτή τη διαδρομή μέσω της πατρικής φιγούρας. Τσαλαβουτώντας στα τραύματα του πατέρα της επινοεί νέες πληγές, νέες ηδονές. Δεν προσπαθεί να μιμηθεί αλλά να αφομοιώσει. Είναι μια ατέρμονη προσπάθεια χωρίς τέλος.

2. Αντιμετωπίσατε το σώμα ως παραμελημένο φορέα της ύπαρξης, μοχλό συναισθηματικής πίεσης (μήπως και ποίησης;), διαχειριστή συλλογικής μνήμης και λήθης;

Με ενδιαφέρει πολύ το πώς το σώμα εγγράφει την Ιστορία πάνω του ή πώς η Ιστορία γίνεται κάθε τόσο σώμα. Το σώμα δεν ηδονίζεται μόνο και πονάει αλλά θυμάται κιόλας. Μάλιστα, θυμάται και πράγματα που δεν έχει ζήσει ή προσπαθεί να τα θυμηθεί. Εδώ, έννοιες όπως «μνήμη» και «επινόηση» διαπλέκονται διαρκώς μέσα σ’ έναν πολτό από δέρμα, αίμα και σπλάχνα.

3. Η μουσική ενυπάρχει στο κείμενο ως παρουσία και πρόταση, ενώ η ηχητική εν γένει αποτελεί βασικό στοιχείο της αποτρόπαιου καλλιτεχνικού κόσμου της Μαρίνας. Πώς αντιμετωπίσατε την παραπάνω σχέση;

Η «Ανάκριση» έχει ένα ιδιότυπο, δικό της soundtrack. Πέρα απ’ αυτό όμως, προσπάθησα πολύ η γλώσσα, η αφήγηση να έχουν μια μουσικότητα δίχως ίχνος λυρισμού όμως. Ας πούμε, είναι ένα τραγούδι χωρίς λόγια.

4. Μήπως το σώμα και οι τέχνες στην Ανάκριση υποδηλώνουν την αδυναμία των λέξεων και καλούνται να μιλήσουν για το ανείπωτο; Μπορείτε να φανταστείτε την παράλληλη – εκτός κειμένου – ή συμπληρωματική έκφραση αυτής της σωματοποιημένης σχέσης μέσω άλλων τεχνών αλλά και το αντίστροφο;

Ακόμα κι αν υποδηλώνεται μια αδυναμία των λέξεων ή μια έκκληση στο να μιλήσουν για το ανείπωτο, οι λέξεις είναι όλα όσα έχω, όσα είχα δουλεύοντας την «Ανάκριση». Όταν επινόησα τις εικαστικές δράσεις της Μαρίνας, προσπάθησα να λειτουργήσω ως εικαστικός, έστω και για λίγο. Από αυτή τη σκοπιά, η Μαρίνα φέρει αυτούσια την ανωριμότητα ή ανικανότητά μου ως εικαστικού καλλιτέχνη. Όμως, από κει και πέρα, η απόδοση, η περιγραφή αυτών των δράσεων στο κείμενο είχαν μόνον ένα συστατικό στοιχείο: τις λέξεις.

5. Τι είδους «ωφέλειες» μπορεί να αποκομίσουν συγγραφείς και αναγνώστες από παρόμοιες εκθέσεις λογοτεχνικών κειμένων ενώπιον κοινού;

Ενίοτε η δημόσια ανάγνωση αναγεννά ένα κείμενο – αλλά μπορεί και να το καταστρέψει, για λίγο έστω. Είναι καλό να βγαίνει ο γραφιάς απ’ το καβούκι του, και είναι πολύ καλό επίσης να μην αποκλείουμε τη λογοτεχνία απ’ τη σαγήνη του προφορικού λόγου – ή και την απομάγευσή του. Όπως λέει και μια διαφήμιση, λερωθείτε, κάνει καλό.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 554, 29.5.2009. Στην επόμενη ανάρτηση, η συνομιλία με τον Γκούσταβ Μούριν.

Άρης Μαραγκόπουλος – Διαφθορείς, Εραστές, Παραβάτες. Κείμενα για την Ανα-θεώρηση της Νεοελληνικής Πεζογραφίας

Λογοτέχνης, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, κριτικός, ξεναγός μας στα χωράφια του Τζέιμς Τζόις και στο Αγαπημένο Βρωμοδουβλίνο, εκδότης των Τόπος και πάνω απ’ όλα λογοτέχνης (με πιο πρόσφατη εσοδεία δυο πολύ δυνατά βιβλία – Η μανία με την άνοιξη και True Love) ο Α. Μαραγκόπουλος (Αθήνα, 1948) συντάσσει ευφυώς εδώ μια Νεωτερική Γεωγραφία της Νεοελληνικής Πεζογραφίας σε ένα πρελούδιο, 5 τμήματα κι ένα επίμετρο. Ξεκινώντας με έναν ευφυή παραλληλισμό του Μοντέρνου στη λογοτεχνία με το Ροκ και του Μεταμοντέρνου με το Ρεμίξ και παρουσιάζοντας τις ειδοποιούς διαφορές των δύο διαμετρικά αντίθετων αυτών περιοχών (που συχνά συγχέονται), επιχειρεί μια νέα ανάγνωση νεοελληνικών κειμένων που ορίζει ως παραβατικά.

Αν η κατάκτηση της νεωτερικής λογοτεχνίας τον 20ό αιώνα ήταν να την δει ο αναγνώστης ως αυθύπαρκτο σώμα (εφόσον οι μοντερνιστές συγγραφείς – Τζέιμς, Κάφκα, Γουλφ – επέμειναν στην δική τους δυνάμει πραγματικότητα, αργότερα δε – Μπόρχες, Τζόις, Μπέκετ, Μπροχ, Πίντσον – υποκατέστησαν τον Δημιουργό, και το κείμενό τους το Σύμπαν), η νεωτερική κριτική οφείλει να αντιμετωπίσει την Λογοτεχνία ως Πόρνη, ως αυθύπαρκτο ζωντανό σώμα που (φαντάζεται πως) εισέρχεται κάποιος για πρώτη φορά. Εκεί που ο μέσος αναγνώστης την αντιμετωπίζει με τρόμο, σαν το σώμα λιπόθυμης γυναίκας, ο νεωτερικός αναγνώστης πρέπει ν’ ανακαλύπτει ίχνη άλλων εραστών – συγγραφέων και αναγνωστών, ο δε νεωτερικός κριτικός να γνωρίζει πως στο χέρι του είναι να αναστηθεί, να φιλήσει το συφιλιδικό της στόμα, κι όταν εκείνη αφυπνιστεί να μην φοβάται την ασύστολη γλώσσα της, την αδιαντροπιά της, τα ανοίκεια κουνήματα και την διασάλευση των κανόνων. Κάθε φορά είναι μια καινούργια φορά.

Στη χώρα μας η λογοτεχνία από την αρχή της φορτώθηκε με μια σειρά ιδεολογημάτων. Έγινε μηχανισμός εξασφάλισης εθνικής ταυτότητας, παράγοντας πατριδογνωσίας, της κόλλησαν την ετικέτα της ηθογραφίας αρχικά, την αριστερή θέση της «στρατευμενης» ανάγνωσης αργότερα. Έπρεπε να αποδείξει την ελληνικότητά της (έννοια ευρύτερη από εκείνη του «ελληνοκεντρισμού»), να καλύψει την απώλεια της ιστορικής συνέχειας, του χρόνου, της γλώσσας. Σπάνια εκτιμήθηκαν η αισθητική, η καθεαυτό λογοτεχνική αξία, η λογοτεχνικότητα. Γι’ αυτό και μας λείπει ένας χάρτης της νεοελληνικής λογοτεχνικότητας, του ύφους, του στιλ, των τεχνικών.

Σήμερα, μετά την εμπειρία του μοντερνισμού, μπορούμε να διαβάσουμε διαφορετικά και να καταλάβουμε αυτή την πεζογραφία που ως τώρα ήταν χαντακωμένη μέσα στα παραπάνω ιδεολογήματα ή παρέμενε άγνωστη και περιθωριοποιημένη. Η νεωτερική/ παραβατική λογοτεχνία κατά τον Α.Μ. διαβάζει όλη την προηγηθείσα απλώς υπό νέα οπτική και ενδιαφέρεται για κάθε λογοτεχνία που παρεκκλίνει από τον συμβατικό κανόνα και μιλά μιαν άλλη φωνή. Εδώ απόψεις του τύπου «Μοντέρνοι υπήρξαν μόνο ο Σκαρίμπας κι ο Πεντζίκης άντε κι ο Καχτίτσης, μοντερνισμός ουδέποτε υπήρξε στην Ελλάδα, αν υπήρξε περιορίστηκε στην Γενιά του Τριάντα και δεν έχει σχέση με την παράδοση, ένα έργο για να θεωρείται νεωτερικό αρκεί να έχει νεωτερικούς αφηγηματικούς τρόπους» καταβαραθρώνονται.

Φανταστείτε! Ο Μαραγκόπουλος διαπιστώνει ψήγματα μιας παραβατικότητας ήδη από την πρώιμη μεταπελευθερωτική πεζογραφία, που αργότερα γίνονται ολοφάνερα στους πρωτοπόρους Μητσάκη, Βιζυηνό, Ροΐδη, Παπαδιαμάντη. Πρόδρομοι παραβάτες όλοι, που συγκροτούν την προϊστορία ενός αυτόχθονος μοντερνισμού, όπως και οι Ραμπελέ, Στερν, Φίλντινγκ, Ντεφό, Σουίφτ, Ντιντερό, Φλομπέρ, Ισμάν, Τζέιμς, Γουλφ κ.ά. που συγκρότησαν το αντίστοιχο ευρωπαϊκό κεφάλαιο! Μετά έσπειραν οι Ροδοκανάκης, Χατζόπουλος, Θεοτόκης, Καρυωτάκης, οι κατεξοχήν παραβατικοί Αξιώτη, Σκαρίμπας, Χάκκας, Μπεράτης, Καχτίτσης, Πεντζίκης, η Σχολή της Θεσσαλονίκης (Γιαννόπουλος, Σπανδωνίδης), οι του ’30, οι «κατοχυρωμένοι» νεωτερικοί (Χειμωνάς, Γονατάς, Σχινάς, Βαλαωρίτης), κι άλλοι ανένταχτοι, από τον Χάκκα ως τον Αριστοτέλη Νικολαΐδη.

Σε ειδικότερα κεφάλαια ξαναδιαβάζονται οι πρωτομοντερνικές περιπτώσεις των Βιζυηνού και Παπαδιαμάντη, οι Αριστεροί Μοντερνιστές (ο κατάμαυρος Βουτυράς, ο υπογράφων ως ποιητής, διαγνωστικός, πολεμικός Νικόλας Κάλας, τραγικά προχωρημένος για την εποχή του, οι Τσίρκας, Αλεξάνδρου, Ρίτσος) και οι Ευρωκεντρικοί Μοντερνιστές (Καΐμη, Σεφέρης, Εμπειρίκος, Υπερρεαλιστές). Βαθειά νερά, φλογερή γραφή, ευανάγνωστες παραπομπές, σύντομα μικρά κομμάτια που βοηθούν στην κατανόηση και αποστάζουν όλη την ουσία.

Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 379. Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες ο συγγραφέας και ο Νικόλας Κάλας, μπροστά στα αχανή τοπία της έμπνευσης.