Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 491 (Δεκέμβριος 2008)

 

Έχει και η λογοτεχνία τον Μαύρο Κύκνο της: το έξυπνο και συγκινητικό βιβλίο του Ντέιβιντ Μίτσελ για μια όψη της βρετανικής εφηβείας των 80ς. Βραδύγλωσσος σαν και τον ήρωά του ο Μίτσελ, υφίσταται Δεκεμβριάτικα ανάκριση τρίτου βαθμού και εξηγεί μεταξύ άλλων για ποιο λόγο ήρωες σημαντικούς για 50 σελίδες τους εξαφανίζει παντελώς αργότερα: Σκέψου το δικό σου 2008: δεν υπήρξαν κάποιοι σημαντικοί χαρακτήρες τον Ιανουάριο που είχαν ξεχαστεί το Νοέμβρη, και το αντίθετο; Στην πραγματική ζωή δεν ξεγλιστρούν οι άνθρωπο από τη συνείδησή μας γρήγορα και ξαφνικά;

Οι ημέρες περνάνε με ταχύτητα ιντερσίτυ: το περιοδικό συμπληρώνει τρία χρόνια νέας πορείας και η χρονιά ολοκληρώνεται. Τουλάχιστον να μια διπλή ευκαιρία για τον καθιερωμένο οδηγό τριψήφιων νέων τίτλων βιβλίων που κυκλοφόρησαν το φθινόπωρο και το 1/3 του χειμώνα. Τελικά ούτε με το βιβλίο μπορείς να χαλαρώσεις: πάνω που ολοκληρώνεις την ανάγνωση του τελευταίου βιβλίου ενός συγγραφέα, που εντάξει, ίσως δεν το γράπωσες και αμέσως, έχει κυκλοφορήσει το επόμενό του. Τρεις φορές μου συνέβη φέτος…

Ολοκληρώνεται, ακόμα, το αφιέρωμα στα «Ημερολόγια Ελλήνων συγγραφέων» και το αυτόνομο πλέον της ημερολογιογραφίας. Τίτος Πατρίκιος, Κατερίνα Σχινά και Αλέξης Ζήρας ζεσταίνουν το θέμα με θεωρητικά και συγκινησιακά παπλώματα και Μιχάλης Μοδινός, Χρήστος Μπουλώτης, Γιώργος Ξενάριος, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Αλέξης Σταμάτης, Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Ευγένιος Τριβιζάς, Φίλιππος Φιλίππου, Θανάσης Χειμωνάς ανοίγουν τα συρτάρια τους (σας προετοιμάζω: διαβαθμίζονται από άδεια μέχρι ξεχειλισμένα). Για τους πιο κοινωνικούς, στο σαλόνι ο Νίκος Θέμελης απαντάει γιατί συνεχίζει με το τόσο τετριμμένο θέμα των χαμένων πατρίδων και οι Ευγενία Φακίνου και Αγγέλα Καστρινάκη προετοιμάζουν το έδαφος για την υποδοχή των φρεσκότατων μυθιστορημάτων τους.

Η στήλη «Πρόσωπα» του τεύχους είναι αφιερωμένη στη Νένη Ευθυμιάδη, που μας έφυγε πριν λίγες μέρες, εκείνη την γοητευτικότατη και ζωντανή λογοτεχνική παρουσία. Το τελευταίο της βιβλίο το χάρηκα περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο είχε γράψει. Αν προσθέσει κανείς τις αναχωρήσεις των Τάσου Χατζητάση, Michael Crighton και πολύ πρόσφατα της Μαργαρίτας Καραπάνου, τότε μάλλον έπεσε μια κατάρα στις ηλικίες 62 έως 66. Θα τους διαβάζουμε και θα ρίχνουμε και λίγο κρασί στο χώμα. Στο μεταξύ, ας δηλώνουμε όλοι από 61 και κάτω ή 67 και πάνω.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Εδώ δίπλα, ο David Mitchell.

Peter Bjorn & John – Seaside Rock (V2, 2008)

 

Αυτή κι αν είναι απρόσμενη εξέλιξη: λίγο προτού κλείσουν δεκαετία ζωής, οι Peter Bjorn & John βγάζουν αμιγώς οργανικό δίσκο – και δεν μιλάμε για pop instrumentals. Στην γλώσσα των φανζίνς και των blogs, το Seaside Rock ανήκει στην κατηγορία των δίσκων ff (: fuck you fanboy). Κοινώς: δεν μας ενδιαφέρει να ικανοποιήσουμε τους φανς μας, θα βγάλουμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Πιστοί λοιπόν στο ανά διετία ραντεβού τους (2002: S/T, 2004: Falling Out, 2006: Writer’s block), άπιστοι στο κοινό τους.

Ηχογραφημένο στο στούντιο που οι Abba έγραψαν τα περισσότερα τραγούδια τους, έχοντας στο νου τους τις σχολικές μουσικές ορχήστρες της χώρας τους (την θητεία στις οποίες σκέφτηκαν πως δεν είναι δυνατό να απαρνηθούν), περιλαμβάνει ποικίλες ινστρουμένταλ απόψεις: οργανικά που θα γίνονταν άψογα b-sides ή μοιάζουν με τις δοκιμές των Yo La Tengo, ιδέες που μοιάζουν ημιτελείς, απλές ασκήσεις ύφους και κιθαριστικά σκίτσα, ένα σινεματικότατο Next Stop Bjursele, το εύγλωττο (εκ τίτλου) School of Kraut. Η διάθεση ποικιλίας φαίνεται ήδη από τα δύο πρώτα κομμάτια: η κληρονομία της Morr ακολουθείται από την τεχνοτροπία … διαφημιστικών jingles.

Μια τέτοια επιλογή δεν έγινε αψήφιστα: η τριάδα δήλωσε πως αυτή η φωνητική σιωπή θέλει να αποτυπώσει την σιωπηλή παιδική ηλικία που ζει κανείς στη βόρεια Σκανδιναβία γενικώς. Αυτή η περιβαλλοντική άποψη είναι άλλωστε που στερεί από την πλήρη αφωνία: οι διάσπαρτες φωνές που ακούγονται εδώ κι εκεί δεν είναι παρά ηχητικά σπαράγματα από τις πόλεις των τριών μελών. Γι’ αυτό και θα ακούσετε εδώ έναν τυχαίο σαξοφωνίστα από το Norsjö, έναν παππού από τη Vika και την μονολογούσα κομμώτρια Siw από την Piteå. Από την άποψη της παραδοσιακής τραγουδοποιίας ο Peter Moren φέτος έβγαλε το προσωπικό The last tycoon, σε μπαλλαντοειδείς (και ιδιαίτερα βαρετούς) τόνους.

Ο δίσκος κλείνει με τα καλύτερα: μια κορυφαία περιηγητική ηλεκτρόνικα στο Barcelona που σας περιμένει στο τέλος του κειμένου κι ένα έξοχο φωτεινό ποπ τρισιμισάλεπτο, για να μην πάει χαμένο το εξώφυλλο που θυμίζει Felt.

Πρώτη δημοσίευση: εκεί.