M83 – Live at Gagarin 205

 

Μ83, συναυλία σε Gagarin 205, Αθήνα, 4-10-2008. Support: ΙΟΝ.

Πρέπει να ισορροπείς τα δύο μέρη του εγκεφάλου σου. Όπως είπε η Μαρία Κάλλας: όταν δίνω μια παράσταση ο μισός μου εγκέφαλος είναι σε απόλυτο έλεγχο και ο άλλος μισός εντελώς στο χάος. Τα παραπάνω λόγια της εξαιρετικής Αμερικανίδας περφόρμερ Μαρίνα Αμπράμοβιτς μου ήρθαν πολλές φορές στο μυαλό κατά το αστραπιαίο (σαν κομήτης) συναυλιακό πέρασμα των M83 στον αυτοκινητόδρομο της Λιοσίων – δυστυχώς μόλις 75 λεπτά. Υπήρχαν στιγμές που ο Gonzalez έδειχνε πλήρως εκστασιασμένος μέσα στη μουσική του αστρόσκονη, υπήρχαν στιγμές που έδειχνε προγραμματισμένος μέχρι και το τελευταίο μικρο-σεκόντ. Θα μου άρεσε να υποθέσω πως ήταν εγκεφαλικά διχασμένος

Παρακολουθώντας στην σκηνή αυτόν τον twenty – something δρυιδάκο με τους 5 δίσκους (3 απερίγραπτους ηλεκτρονικούς, έναν αμιγώς άμπιεντ και τον τελευταίο – υβρίδιο των προηγούμενων με περισσότερες δόσεις pop και shoegaze) απορώ: όλη αυτή η καταιγιστική επιτομή ενός ηλεκτρικονικοποιημένου ροκ εντ ρολλ που μας παρουσίασε αποτελεί αποτέλεσμα μελέτης, ακουσμάτων ή απλώς έχει περάσει στο DNA του σημερινού μουσικού και βγαίνει από μόνη της ως καταρράκτης; Το σετ του θα μπορούσε να λέγεται: από το kraut rock στον ήχο της 4AD, κι από το 80s post wave στο shoegaze – παρακαλώ θερμά, μην ξανα-αναφέρετε τους My Bloody Valentine ως αρχιεράρχες του είδους, γιατί ούτε πρώτοι ήταν ούτε φυσικά καλύτεροι: για την ακρίβεια αποτελούσαν ένα μικρό και ετεροχρονισμένο λιθαράκι. Πρέπει να γυρίσουμε αρκετά πίσω, να προσπεράσουμε τους πρώιμους Jesus & Mary Chain και να καταλήξουμε στην 4AD και τις κιθάρες με τους αμέτρητους παραμορφωτές του Robin Guthrie. Ακόμα και στις αιθέριες στιγμές οι ομοιότητες με τους Cocteau twins ήταν εμφανέστατες (όπως στο Skin of the night κι όχι μόνο).

Λαμβάνοντας ως δεδομένη την χρονική συγκυρία (προώθηση του τελευταίου δίσκου, εξαιρετικού στο είδος του αλλά «λίγου» όσον αφορά τον πήχυ των προηγούμενων και με αμφιλεγόμενη διάρκεια στο χρόνο, ειδικά στις bubblegum pop στιγμές του) η συναυλία δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη, παρά μόνο διαρκέστερη. Περιέλαβε τα κομμάτια που δείχνει να έχει προτιμήσει το κοινό του εδώ και έξω (Don’t save us from the flames, Run Into Flowers, Teen Angst) κι έδωσε περισσότερο χρόνο στα αντίστοιχα του Saturday=Youth, αγνοώντας τα δύο πρώτα LP, ευτυχώς όχι και το τρίτο. Εξ ου και η υποκειμενική μου κρίση για τις δυο κορυφαίες στιγμές του live να προέρχονται από το Before the dawn heals us: τα Moonchild και Α guitar and a heart. Και στο καταχωνιασμένο τετράδιό μου με τίτλο «τραγούδια που δεν μου έκαναν αίσθηση προτού τα ακούσω στα live και αλλάξω γνώμη» προστέθηκε η αναπάντεχη, φρενιτιώδης δεκάλεπτη εκτέλεση του Couleurs στο τελευταίο encore.

Με τετραμελές σχήμα (κημπορντίστρια/ τραγουδίστρια, ντραμς και δεύτερο κιθαρίστα που οι κακεντρεχείς παρομοίασαν με τον Kevin Bacon), ο Gonzalez για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο τοποθέτησε το κήμπορντ – πλοηγό του κάθετα στη σκηνή και προς τα δεξιά, αφήνοντας σχεδόν τα δύο τρίτα του κοινού να βλέπουν την πλάτη του, έχοντας face to face την δεύτερη πιλότο και ανάμεσά τους ένα καλωδιωμένο κουτί σαν νέον ενυδρείο. Ίσως ήθελε χώρο να ξεβιδώνεται με την κιθάρα του στο κέντρο της σκηνής (που όμως έκανε σε λιγότερο από τον μισό χρόνο του live), διαφορετικά η τοποθέτηση του «τετραγώνου» στο κέντρο θα δημιουργούσε πιο ταιριαστή ατμόσφαιρα. Θα προτιμήσω την αυθαίρετη εκδοχή πως την τοποθέτησε στα δύο μέτρα για να τον συγκρατήσει όταν ετοιμάζεται να εκτοξευτεί στους αιθέρες.

Όσον αφορά το support, ο Γιάννης Παπαϊωάννου / ΙΟΝ υπήρξε μάλλον η ιδανικότερη των επιλογών. Αν οι M83 διέτρεξαν μια ολόκληρη 25ετία των επιλογών τους, ο supporter το έκανε από την πλευρά των δικών του λιστών σε δύο (;) long play tracks, που ξεκινούσαν ως κάτι άλλο, μεταβάλλονταν αενάως και υπογείως στο πρόγονο ή απόγονό τους, όπως ακριβώς και οι video-art εικόνες (φουτουρισμού άλλης εποχής) που είχαν την δική τους κυκλικότητα.

Φωτογραφίες: Πανδοχέας. Στην τελευταία, αποτυπώνεται με σαφήνεια η νεράϊδα που επιχειρεί να παγιδεύσει τον ΙΟΝ.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/Live.asp?id=15995

Robert Forster – The evangelist (Yep Roc, 2008)

 

Ο Grant Mc Lennan, ο ένας από τους δύο συνθέτες, τραγουδιστές και κιθαρίστες των των Go Betweens, κοντούλης και μόνιμα χαμογελαστός και σε αντιθετικό δίδυμο με τον μόνιμα συνοφρυωμένο πανύψηλο Robert Forster, πέθανε το 2006 στα 47 του από καρδιακή προσβολή στον ύπνο του, πριν από ένα πάρτι στην τουρνέ των επανασυνδεθέντων GB. Δυο χρόνια μετά ο Forster, επί 25ετία φίλος, συνεργάτης, παρτενέρ στα δύσκολα εδάφη της σκηνής και συν-γελαστής στα θανατηφόρα αστεία της μπάντας, μαζεύει τα κομμάτια του και τα κομμάτια του (κυριολεκτικά και μεταφορικά αντίστοιχα) και κυκλοφορεί το Evangelist. Τα τρία από τα δέκα τραγούδια εδώ τα έγραψε μαζί με τον Grant – είχαν μόλις αρχίσει να καταστρώνουν έναν νέο δίσκο.

12 χρόνια είχε να βγάλει προσωπικό δίσκο ο Forster και καταλαβαίνετε πως είναι πολύ διαφορετικός από τους προηγούμενούς του: δεν είναι απλά ένας δίσκος για τον Grant αλλά κι ένας δίσκος όπου ενυπάρχει ο Grant, είτε έχοντας συν-γράψει 3 τραγούδια, είτε ζώντας στους στίχους, ως στιχουργός ή στιχουργούμενος. Είναι το κτέρισμα του Forster για τον φίλο του, μια τελευταία φευγαλέα χειρονομία.

Το κλίμα απέχει πολύ από το να είναι καταθλιπτικό ή βαρύ, είναι όμως φορτισμένο. Γι’ αυτό και στο εναρκτήριο λάκτισμα κανείς εδώ δεν κάνει επιθετικό μπάσιμο, αντίθετα στήνονται σκηνικά γλυκόπικρης μπαλάντας με το If it rains, ένα κλασικό κομμάτι κλεισίματος ενός Go Betweens δίσκου. Έτσι πίστευα τουλάχιστον μέχρι να ακούσω το τελευταίο κομμάτι, From Ghost Town: βασισμένο σε πιάνο και έγχορδα, γραμμένο για τις κοινές συναστρίες με τον Grant, αυτό είναι το ιδανικό ξεπροβόδισμα του φίλου του: : «It’s strong: yes, yes, yes, what we made for a thousand years/It will not fade/No, no. no…»

Στην ψίχα του δίσκου υπάρχουν δύο εκπληκτικά πιασάρικα γρήγορα τραγούδια, βγαλμένα από τα Liberty Belle & The Black Diamond Express, το Tallulah ή το Friends of Rachel Worth: τα It Ain’t Easy και Let Your Light In Babe. Ειδικά στο τελευταίο ο Forster ακούγεται σαν Grant, φτιάχνοντας ένα κομψοτέχνημα με ελλειπτικούς στίχους σαν την αρχή και το τέλος ενός διηγήματος για μια γνωριμία ενός μοναχικού ανθρώπου με μια single mother σε μια εκκλησία. Ευτυχώς δεν υπάρχει εκείνη η έμμονη country και γενικώς αμερικάνικη μπαλλαντομανία που κυριαρχούσε στα προηγούμενα προσωπικά του, παρά ένας απόηχος από …προσωπικό δίσκο του Grant, το Don’t Touch Anything με χαρακτηριστικά κήμπορντς.

Αν προσθέσουμε και την παρουσία της ρυθμ σέξιον των Go-Betweens (Adele Pickvance στο μπάσο, Glen Thompson στα ντραμς) αλλά και του string arranger του Liberty Belle κυρίου Audrey Riley, τότε καταλαβαίνετε: το Evangelist, μουσικά, είναι περισσότερο ένας Go-Betweens δίσκος παρά ένας τυπικός προσωπικός του Forster. Όμως είναι ο ίδιος ο Forster, στην πιο ευάλωτη και προσωπική στιγμή του. Ακούστε τον στην αφάνταστα τρυφερή λύπη του Demon Days, συγκλονιστικής μπαλάντας που έγραψε ο McLennan τότε που αναρωτιόταν πώς διαχειρίζεται κανείς τις δαιμονικές μέρες, που η μέση ηλικία ξυπνάει και ψελλίζει «something’s not right, something’s gone wrong». Αλήθεια, πως φερόμαστε στις demon days μας Grant;

O Robert Forster ανέκαθεν χαμογελούσε σπάνια. Τον θυμάμαι βέβαια στην συναυλία των Go Betweens στο παλιό Ρόδο έναν Νοέμβριο του 1988, να διασταυρώνει χαμογελαστά βλέμματα έξαψης με τον Grant στο οργιαστικό τέλος μιας αξέχαστης εκτέλεσης του The house that Jack Kerouac built (μια στιγμή που είκοσι χρόνια μετά δεν μου έχει φύγει από το μυαλό). Φαντάζομαι τώρα πόσο σπάνια θα του βγαίνει το χαμόγελο. Όμως είμαι βέβαιος πως μετά το Evangelist θα νοιώθει ξαλαφρωμένος, γιατί όλα είναι πανάλαφρα εδώ, δεν υπάρχει καμία κατάθλιψη, κανένα βάρος. Λες και μόλις ξέβγαλε τον φίλο του λίγο έξω από την πόρτα, στον δρόμο.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/cds.asp?id=16014

Δίπλα, ο Grant. Πιο πάνω, ο φίλος του.