Άαρον Άπελφελντ, Ιστορία μιας ζωής

«Εκείνο τον καιρό ο κόσμος δεν ήξερε τι να κάνει με τη ζωή του, που τόσο απροσδόκητα του είχε χαριστεί. Δεν υπήρχαν λέξεις κι αυτές που είχαν απομείνει από το παρελθόν ακούγονταν κούφιες» (σ. 108).
Πράγματι, η γλώσσα έχασε κάθε εκφραστική δύναμη στην ζωή εκείνων που επιβίωσαν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η λειτουργική της αδυναμία αναφέρεται συχνά στα γραπτά του Άπελφελντ: «Όποιος έκανε σε στρατόπεδο ή κρυβόταν στα δάση γνωρίζει τη σιωπή στο κορμί του. Ο πόλεμος είναι θερμοκήπιο για ν’ ακούς και να σωπαίνεις. Από εκείνα τα χρόνια κουβαλάω μέσα μου τη δυσπιστία για τις λέξεις».

Η ευτυχισμένη παιδική του ηλικία (γεννήθηκε το 1932 στο Τσέρνοβιτς της τότε αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, μετέπειτα Ρουμανίας και σημερινής Ρωσίας) διακόπηκε βάναυσα με το ξέσπασμα του πολέμου και την δολοφονία της μητέρας του από τους Ναζί. Στάλθηκε μαζί με τον πατέρα του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης από το οποίο και δραπέτευσε κι έζησε επί δύο χρόνια στα δάση της Ουκρανίας. Μετά την απελευθέρωση, πέρασε από την Ρουμανία, την Βουλγαρία, την Γιουγκοσλαβία και την Ιταλία (σε στρατόπεδο εκτοπισμένων). Η Παλαιστίνη δεν αποτέλεσε τερματισμό της οδύσσειάς του αλλά την αφετηρία νέων αγώνων για να βρει την θέση του στον κόσμο αλλά και την προσωπική του φωνή.

Θα περίμενε κανείς αυτές οι πρόωρα συσσωρευμένες εμπειρίες να αποτελέσουν για τον Άπελφελντ πλούσια συγγραφική ύλη. Στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο: οι εμπειρίες του πολέμου «κείτονταν βαριές και καταπιεσμένες μέσα του», κι εκείνος επιζητούσε να τις απωθήσει και να χτίσει μια νέα ζωή. Ακόμα κι όταν ένοιωσε έτοιμος να γράψει, αναρωτιόταν: «Πώς δίνει κανείς μορφή σε αυτή την πυρακτωμένη λάβα; Από πού αρχίζει; Πώς συνδέει τους κρίκους; Ποιες λέξεις χρησιμοποιεί;» (σ. 133). Ένοιωθε πως ο πραγματικός κόσμος ξεπερνούσε τη δύναμη της φαντασίας, συνεπώς, γράφοντας, δεν έπρεπε να την αναπτύξει αλλά να την συγκρατήσει, κάτι που του φαινόταν αδύνατο «γιατί τα πάντα ήταν τόσο απίστευτα ώστε ακόμα κι ο ίδιος έβλεπε τον εαυτό του ως μυθιστορηματικό πρόσωπο» (σ. 38).

Αν «τα πιο αληθινά γεγονότα πολύ εύκολα φαντάζουν πλαστά» και η εξιστόρηση της ζωής του θα φαινόταν ως «μια φανταστική, διόλου πειστική ιστορία» (σ. 45), τότε θα ακολουθούσε μια διαφορετική γραφή. Αποφεύγοντας την αναφορά και ερμηνεία ιστορικών γεγονότων και κάθε είδος «δημοσιογραφικής» αφήγησης, ο Άπελφελντ υιοθέτησε μια περισσότερο «εσωτερική» εκφραστική, επηρεασμένη από τον Κάφκα και τον Σουλτς. Βέβαια σε ετούτη την ώριμη αυτοβιογραφική του κατάθεση απουσιάζει η καφκική γλώσσα του παράλογου. Η αφήγηση είναι ρεαλιστική, γυμνή, χωρίς μελοδραματικές διαθέσεις. Η Ιστορία της Ζωής του αποτελείται από τριάντα μικρά κεφάλαια με χαλαρή χρονική αλληλουχία, το καθένα από τα οποία επικεντρώνεται συνήθως σε συγκεκριμένο θέμα.

Ακόμα και στις πιο συναισθηματικές του στιγμές, ο Άπελφελντ αφηγείται με απλότητα, ψυχραιμία και φιλοσοφική διάθεση, είτε αναφέρεται στις τακτικές επιβίωσής του (μαθαίνει να αφουγκράζεται τον κάθε ήχο, το αίσθημα της καχυποψίας ανάγεται σε τέχνη, τα άψυχα και τα ζώα αποτελούν τους μόνους πραγματικούς του φίλους) είτε στην ματαιότητα του λόγου («Οι λέξεις είναι ανίσχυρες όταν έρχονται αντιμέτωπες με τον όλεθρο· είναι φτωχές, αξιολύπητες και πολύ εύκολα παραχαράσσονται. Έως και οι πανάρχαιες προσευχές είναι ανίσχυρες εμπρός στον όλεθρο» (σ. 132)), είτε στα κατάλοιπα του πολέμου στην καθημερινότητά του (μέχρι και σήμερα περπατάει σύρριζα στους τοίχους και πάντα γρήγορα, σαν να ξεγλιστράει, ενώ ακόμα κι οι πιο συνηθισμένοι χωρισμοί του προκαλούν δάκρυα), είτε στην ενθύμηση φωτεινών σημείων στους σκοτεινούς χρόνους (η συνάντηση με θαυμάσιους ανθρώπους, που ακριβώς λόγω των συνθηκών απέκτησαν μεγαλύτερο ανάστημα και πιο ανοιχτή ματιά).

Οι πιο δυνατές σελίδες όμως αφορούν την διαχείριση της μνήμης του, μνήμη που νοιώθει ριζωμένη στο σώμα του. Αρκεί η μυρωδιά της μούχλας ή ενός φαγητού, η υγρασία στα παπούτσια ή ένας ξαφνικός κρότος για να τον γυρίσει στην καρδιά του πολέμου. Φαντάζεται την εποχή εκείνη σαν ένα καταθλιπτικό δάσος ή μια μακριά πομπή ανθρώπων φορτωμένων και εξαντλημένων. Κάπου στο μέσο του βιβλίου εξομολογείται: «Έχω γράψει ήδη πάνω από δέκα βιβλία σχετικά μ’ εκείνα τα χρόνια, καμιά φορά όμως νομίζω πως ακόμα δεν άρχισα καν να τα περιγράφω … πως μια πλήρης, λεπτομερειακή θύμηση είναι ακόμα κρυμμένη μέσα μου, κι έτσι και βγει από την κρυψώνα της, θα κυλάει άγρια και ορμητικά για μέρες ατέλειωτες» (σ. 116).

Ο Άπελφελντ δεν είναι ο συγγραφέας του Ολοκαυτώματος ή των διωγμών των Εβραίων. Το στοιχείο αυτό τονίζεται ιδιαίτερα από τον Φίλιπ Ροθ σε συζήτησή του με τον συγγραφέα (Philip Roth – Κουβέντες του σιναφιού. Ένας συγγραφέας, οι συνάδελφοί του και η δουλειά τους, εκδόσεις Πόλις, 2004, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, σ. 34-35): ο Άπελφελντ είναι πάνω απ’ όλα ένας εκπατρισμένος, εκτοπισμένος, ξεριζωμένος συγγραφέας «που έκανε τον εκπατρισμό και τον αποπροσανατολισμό θέμα αποκλειστικά δικό του». Η λογοτεχνία του, μια «μυστηριώδης πεζογραφική πραγμάτωση της εκπατρισμένης νοοτροπίας», μετεωρίζεται «ανάμεσα στην αμνησία και τη μνήμη» και τοποθετείται «κάπου ανάμεσα στην παραβολή και την ιστορία». Συνυπογράφοντας, θα προσθέσουμε πως η Ιστορία αυτής της Ζωής μεταπλάθει λογοτεχνικά κάτι παραπάνω: την παιδική βίωση κάθε πολέμου αλλά και του επίπονου αγώνα της μετουσίωσής της σε γραφή.

Συντεταγμένες: Άαρον Άπελφελντ, Ιστορία μιας ζωής, μετάφραση και σημειώσεις Μάγκυ Κοέν, Εστία, σελ. 243

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 15, φθινόπωρο 2008, Φάκελος Ολοκληρωτισμός.

Ορχάν Παμούκ – Ιστανμπούλ. Πόλη και αναμνήσεις.

 

Δεν μπορώ να σκεφτώ ιδανικότερο βιβλίο για να σε ταξιδέψει στην πίσω πλευρά μιας πόλης, αποτελώντας ταυτόχρονα και υπόδειγμα «τοπογραφικής» (όχι ταξιδιωτικής!) λογοτεχνίας. Όταν δε μιλάμε για την αποκαλούμενη «Πύλη της (χαμένης, να προσθέσω) Ευτυχίας» Κωνσταντινούπολη/Ιστανμπούλ, δεν υπάρχει ιδανικότερος αφηγητής των μυστικών της από τον Ορχάν Παμούκ (γενν. 1952). Ακριβώς επειδή ο μοντερνιστής Τούρκος λογοτέχνης και προπέρσινος Νομπελίστας γράφει για την δική του Πόλη, χωρίς διάθεση εξωραϊσμού ή τουριστικών περιγραφών. Αντίθετα, ξεκινώντας από τον μικρόκοσμο των διαμερισμάτων, των πολυκατοικιών και των συνοικιών όπου έζησε, εξακτινώνεται ως τα βάθη αυτής της μήτρας που τον εξέθρεψε ως άνθρωπο και συγγραφέα όχι μεν αποκλειστικά, αλλά καθοριστικά.

Ο Παμούκ δεν ενοχλήθηκε από τις εικόνες της απώλειας, της ήττας και της παρακμής της Ιστανμπούλ, αλλά τις θεώρησε μέρος του σώματός της. Αυτές ακριβώς οι σελίδες (δεν είναι τυχαίος ο τίτλος «η μελαγχολία των χαλασμάτων» σε ένα από τα καλύτερα κεφάλαια εδώ) αποτελούν τον πυρήνα της προσωπικής – βιωματικής διήγησης ενός σπλάχνου της που μελαγχολούσε μεν μπροστά στους απόμερους μαχαλάδες με τα βρόμικα σοκάκια, τα ετοιμόρροπα μαυρισμένα ξύλινα κονάκια, τους τεκέδες που έμειναν άδειοι επειδή απαγορεύτηκε η λειτουργία τους, τις κρήνες που ξεράθηκαν και τα χόρτα που φυτρώνουν στις ρωγμές αλλά συμφωνούσε με τον Ράσκιν πως το γραφικό, επειδή είναι τυχαίο, δε μπορεί να συντηρηθεί. Άλλωστε αυτό που κάνει ωραίο το τοπίο δεν είναι η συντήρηση της αρχιτεκτονικής του αλλά η μη συντήρησή της, η παρουσία της με τη μορφή ερειπίων. (σ. 425). Και πως μια συμπτωματική ομορφιά εμφανίζεται όταν δεν κοιτάζουμε ένα κτίριο υπό την οπτική γωνία που θα ήθελε ο δημιουργός του, δεν το βλέπουμε όπως ήταν όταν χτίστηκε στην αρχή, αλλά μ’ έναν ολότελα διαφορετικό τρόπο, υπό την προοπτική με την οποία μας έχει πλουτίσει η ιστορία (σ. 412).

Η πόλη του Παμούκ λογχίζεται από τρούλους και μπουριά, διχάζεται ανάμεσα στο μοντέρνο και το οθωμανικό και διαμοιράζεται ανάμεσα στις προσωπικές του εικόνες και στις εντυπώσεις περιηγητών, λογοτεχνών, ζωγράφων και σκηνοθετών. Είναι φυσικό ο λόγος του να είναι λόγος ενός γεννήματος – θρέμματος αλλά κι ενός κριτικού πλέον περιπατητή της. Γι’ αυτό άλλωστε από τη μια πλευρά συναρπάζεται από την περιπέτεια των παρηκμασμένων συνοικιών τους (αναρωτώμενος πόσα γεγονότα, πόσα περιστατικά χρειάζονται για να δώσεις σε μία συνοικία αυτό το πρόσωπο, έπειτα από πόσες ήττες, αλώσεις, μεταναστεύσεις, μετά από ποιες συμφορές και καινούργια ξεκινήματα έγιναν αυτά τα μέρη έτσι) κι από την άλλη διαπιστώνει τους τρόπους με τους οποίους αυτές ακριβώς οι παρακμιακές εικόνες έγιναν … αιτία υπερηφάνειας και συντήρησης της παραδοσιακής της ταυτότητας.

Οι πιο ενδιαφέρουσες σελίδες όμως είναι, κατά τη γνώμη μου, εκείνες όπου ο Παμούκ θυμάται την μύησή του στον θαυμαστό κόσμο των πάντων μέσα από τις εγκυκλοπαίδειες, και ιδίως εκείνη του Ρεσάτ Εκρέμ Κοτσού. Αυτός ο αδιανόητος ερασιτέχνης ερανιστής πάσης φύσεως πληροφοριών, αναμνήσεων, παράδοξων γεγονότων, σχεδίων κλπ., δεν δίσταζε να φτιάχνει λήμματα ακόμα και για τις ερωτικές του εμμονές ή τα πρόσωπα που τον γοήτευσαν! Το ογκώδες του έργο δεν προχώρησε πέρα από μερικά γράμματα, αλλά κράτησε στη ζωή έναν άνθρωπο του οποίου η Πόλη αποτελούσε την μόνη του παρηγοριά.

Η κατά Παμούκ Ιστανμπούλ αποτελεί ταυτόχρονα ημερολόγιο, αυτοβιογραφία, χρονικό, ταξιδιωτικό αφήγημα και δοκίμιο και είναι γεμάτη μαυρόασπρες φωτογραφίες, καρτ-ποστάλ, πίνακες, οικογενειακές φωτογραφίες και όψεις ενός τόπου και μιας εποχής που κανείς οδηγός δεν θα δείξει.

Συντεταγμένες: Orhan Pamuk, Istanbul, 2003 / Εκδόσεις Ωκεανίδα, 2005, μτφρ. Στέλλα Βρετού, 589 σελ.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομευμένη μορφή σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15619