Άντριου Γουίλσον – Patricia Highsmith. Zωή στο σκοτάδι.

 

Φάκελος φιλοξενούμενης/βιογραφούμενης: H Χάισμιθ, αγαπημένη πολλών αγαπημένων μας (από τον Leonard Cohen και τον David Bowie μέχρι τον Marc Almond και τον Nick Cave) υπήρξε σπάνια συγγραφική και ψυχολογική περίπτωση. Αυτή η αλκοολική, εριστική, ανορεξική και με μόνιμη αίσθηση ανικανοποίητου συγγραφέας, αντιεμπορική για μεγάλα χρονικά διαστήματα, δημιούργησε τον περίφημο αμοραλιστή δολοφόνο Τομ Ρίπλεϊ, που στοίχειωσε 5 μυθιστορήματά της, μουτζουρώνοντας δια παντός τον χάρτη της αστυνομικής λογοτεχνίας. Ο Ρίπλεϋ, ψυχρός δολοφόνος από τη μία, με αγάπη για τα πιο φίνα πράγματα της ζωής από την άλλη (διαβάζει Σίλλερ και συγκινείται μέχρι δακρύων μπροστά στον τάφο του Κιτς) παρέσερνε τον αναγνώστη σε ταύτιση μαζί του, εξασθενώντας τις ηθικές του αντιδράσεις και κάνοντάς τον να ελπίζει πως θα γλιτώσει την τιμωρία. Και πράγματι ο νέος ήρωας – ενσαρκωτής του «κακού» πάντα διέφευγε!

Από μικρή γοητευόταν από τα «ανώμαλα» ψυχολογικά φαινόμενα και τις «αποκλίνουσες» συμπεριφορές, κυρίως όμως από το μοτίβο του διπλού ή διχασμένου εαυτού και την μεταβλητή φύση της ανθρώπινης ταυτότητας. Ο Ρίπλεϋ άλλωστε χαρακτηριζόταν από παθολογική αίσθηση μίσους για τον εαυτό του, από την επιθυμία να αποβάλει το δέρμα του, να ενδυθεί την προσωπικότητα ενός άλλου. Αποτελούσε άλλωστε επιθυμία και της ίδιας να «ξεγλιστράει» μακριά από την ταυτότητά της και, απορροφώντας τις ιδιότητες των γύρω της, να γίνεται κάποια άλλη.

Μου αρέσουν εκείνοι που πάνω τους η πάλη είναι εμφανής.
Η Χάισμιθ πίστευε πως ο άνθρωπος προτιμά να καταστρέψει τον εαυτό του παρά να ζήσει μια ζωή λογική, προκαθορισμένη, σχεδιασμένη και προβλέψιμη, πως πίσω από το αξιοσέβαστο προσωπείο του βρίσκεται ένα μπερδεμένο κουβάρι αντιφάσεων και διεστραμμένων επιθυμιών. Αυτή η διαφορά μεταξύ του εσώτερου εαυτού μας και της μάσκας που επιλέγουμε να δείξουμε στον έξω κόσμο της διήγειρε την έμπνευση.

Συμφωνούσε με την θεωρία του Αντρέ Ζιντ, πως τα αισθήματα που είναι προσποιητά μπορούν να γίνουν αποδεκτά και να προκαλέσουν τόση χαρά και ικανοποίηση όσο και τα πραγματικά αισθήματα και πως τα μυθιστορήματα παρουσιάζουν συχνά στον αναγνώστη άντρες και γυναίκες που συμπεριφέρονται λογικά, ενώ στην πραγματική ζωή είναι σύνηθες να συναντά κανείς ανθρώπους με παράλογη συμπεριφορά.

Στα κείμενά της δεν την ενδιέφεραν οι υγιείς, ευτυχισμένοι ή ισορροπημένοι άνθρωποι. Ο εγκληματίας αποτελούσε για εκείνη την ιδανική ενσάρκωση του υπαρξιακού ήρωα του 20ού αιώνα. Κάτω από την πένα της κάθε ακραία συμπεριφορά φαινόταν φυσική και ο φόνος αναπόφευκτος, σχεδόν συγχωρητέος. Στο τέλος ο αναγνώστης έφτανε στο σημείο να αποδέχεται αντιλήψεις ακόμα και ανισόρροπες ή αρρωστημένες.

Είμαι γεννημένη κάτω από δυσοίωνο άστρο (από ποίημά της, 1942)
Η σκληρή παιδική της ηλικία, με αλλεπάλληλες απορρίψεις, η συγκεχυμένη σεξουαλικότητά της (ένιωθε «λαθραία», «ένα αγόρι σε κοριτσίστικο σώμα»), σε συνδυασμό με την χαμηλή αυτοεκτίμηση και τις συνακόλουθες ανασφάλειες είχαν δημιουργήσει έναν δύστροπο χαρακτήρα με τρομερά συγκινησιακά ξεσπάσματα. Διχαζόταν στα δικά της δίπολα: διατύπωνε το μίσος της για την Αμερική αλλά ένοιωθε βαθιά Αμερικανίδα, η λατρεία της για τις γυναίκες είχε γκρίζες ζώνες μισογυνισμού, ήταν σκληρή εγωίστρια αλλά και εκπληκτική φίλη, οι φιλελεύθερες απόψεις της χαρακώνονταν από ρωγμές μισανθρωπίας.

Όταν δεν έγραφε, ένιωθε σα να μην υπάρχει – έβλεπε το γράψιμο ως μια καθαρτική διαδικασία εξισορρόπησης αγάπης και μίσους. Πίστευε, όπως κι ο Ζυλιέν Γκρην που την επηρέασε, πως η ευτυχία και η ικανοποίηση καταργούν τη διαδικασία της συγγραφής. Δημιούργησε έναν δικό της «φανταστικό» ρεαλισμό, όπου τα πιο ανεξήγητα φαίνονταν φυσιολογικά. Από τη μία βουτούσε κι «έπαιρνε» από τους Πόε, Κάφκα, Σαρτρ, Καμύ, Κίργκεγκωρ, Νίτσε και κυρίως τον Ντοστογέφσκι, από την άλλη παραδεχόταν πως διάβαζε φθηνά μυθιστορήματα δεύτερης κατηγορίας για να αναλύει τις τεχνικές γραφής τους.

Η ερωτομανής Χάισμιθ αντιμετώπισε τις γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή της ως μούσες, δοκιμάζοντας πάνω τους τις αμφίθυμες αντιδράσεις της. Κατέγραφε σχεδόν καταναγκαστικά τις συναισθηματικές και σεξουαλικές εμπειρίες της για να ξαναζωντανέψει την πεμπτουσία κάθε εμπειρίας, ώστε να μπορέσει αργότερα να τη διοχετεύσει σε κάποιο γραπτό της. Για να εκφράσει τον αμφιερωτισμό της δανειζόταν από τον Προυστ την τεχνική μετατόπισης των φύλων. Ο έρωτας μπορεί να συνοψισθεί σε μια απλή εξίσωση: από τη μια πλευρά είναι οι μέρες της ευδαιμονίας στο ξεκίνημα κάθε σχέσης, από την άλλη η αναπόφευκτη κόλαση στο τέλος.

Θέλγητρα: Η βιογραφία μιας τέτοιας προσωπικότητας δεν μπορεί να μην αποτελεί απολαυστικό ανάγνωσμα και στην συγκεκριμένη έκδοση  υπάρχουν τρεις πρόσθετοι λόγοι: Πρώτον, ο βιογράφος σε εισάγει στο κλίμα της κάθε πόλης που έζησε (Τέξας, Νέα Υόρκη, Μεξικό, Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία, Βρετανία, Γαλλία, Ελβετία) με ολοζώντανες εικόνες και ενδιαφέροντα στοιχεία (στα τέλη των 20ς μόνο στο Μανχάταν κυκλοφορούσαν περισσότερα αυτοκίνητα απ’ ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη!). Δεύτερον, εξετάζει τις συγγραφικές της δημιουργίες (22 μυθιστορήματα και 7 συλλογές διηγημάτων) σε όλα τα πλαίσια της γέννησής τους (τόποι, συναισθήματα, εμπνεύσεις), επιχειρώντας πλήρεις κριτικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις. Τρίτον, μπορεί η Χ. να μην αποκάλυπτε τίποτε για τη ζωή και τη γραφή της, άφησε όμως έναν τεράστιο αρχειακό θησαυρό από ημερολόγια, σημειωματάρια, επιστολές κλπ. για μετά θάνατον έρευνα. Έτσι ο Γουίλσον έχει το προνόμιο να είναι ο πρώτος που χειρίζεται το αχανές υλικό, μαζί τις μαρτυρίες των φίλων και των εραστών της.

Συντεταγμένες: Andrew Wilson, Beautiful Shadow: A Life of Patricia Highsmith, 2004. Στα ελληνικά: Εκδόσεις Νεφέλη, 2004, μετάφραση: Ραλλού Θεοδωρίδου, επιμέλεια μετάφρασης: Μαρίνα Βενιέρη, 777 σελ. (με 2 δεκαεξασέλιδα φωτογραφιών, 74 σελίδες σημειώσεων και βιβλιογραφία της συγγραφέως στα ελληνικά). Ο βιογράφος ζει στο Λονδίνο, γράφει στις Guardian, Daily Telegraph και Daily Mail, βραβεύτηκε με το βραβείο Edgar Allan Poe για την καλύτερη βιογραφία και ήταν shortlisted για το Whitbread.

Επίγραμμα: Αν η «βιογραφία είναι το τελευταίο λάβαρο του ρεαλισμού», όπως έγραψε ο Μπρόντσκι, τότε η ζωή αυτής της σκοτεινής ιέρειας διαβάζεται σαν το συναρπαστικότερο ρεαλιστικό μυθιστόρημα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15491

Flashbulb – Soundtrack for a vacant life (Alphabasic, 2008)

 

Έγγραφη αναφορά της Μυστικής Αστυνομίας του Ήχου.
Συνιστούμε την προσοχή όλων για τον εμφανιζόμενο ως Flashbulb. Πρόκειται για έναν εκ φύσεως ύποπτο μουσικό. Δισκογραφεί με ένα σωρό ψευδώνυμα κι αντώνυμα (Acidwolf, CHR15TPUNCH3R, DJ ASCII, Dr. Lefty, Dysrythmia, Flexe, Human Action Network, Lucid32, rnd16, Sixty Six Ex, Q-Bit! – το θαυμαστικό δικό μας). Από το 1999 βέβαια κυκλοφορεί (και με τις 2 έννοιες) ως The Flashbulb αλλά κάθε αξιοπρεπής παράνομος έχει κι ένα στάνταρ όνομα. Έπειτα, μοιράζει απλόχερα ο ίδιος τη μουσική του μέσω διαδικτύου χωρίς μεσάζοντες. Τέλος, εμφανίζεται με μούσι και γυαλιά, προφανώς ψεύτικα.

Πρακτικό της συνεδρίασης των Ταμπελοφόρων Κριτικών.
Τα έχουμε βρει κι εμείς σκούρα με αυτόν. Ο υπεύθυνος της Intelligent Dance Music (IDM) τον έχει καταχωρίσει στις αρμοδιότητές του, αλλά συνάντησε τις αντιρρήσεις των ειδικών του breakcore κι οι δυο μαζί τους κατατακτητές του ambient και του film music. Και είμαστε ακόμα στην αρχή….Γιατί πραγματικά ο δαιμόνιος 30χρονος πολυμουσικός μας δεν έχει απλά παίξει σχεδόν όλα τα στυλ των παραπάνω ειδών αλλά το έχει κάνει με θαυμαστά αποτελέσματα.

Ληξιαρχείο του Σικάγο.
Μιλάτε για τον κατά κόσμον Benn Lee Jordan. Από τότε που όρισε ως βάση του την πόλη μας, συνθέτει με καταιγιστική έμπνευση πάσης φύσεως οργανικές συνθέσεις για σελλυλόιντ, παραστάσεις, εικόνες ή στο έτσι, ασχολήθηκε με παραγωγή και για να ξεφύγει από τα πολλά κουμπιά, το ρίξε στην τζαζ κιθαρίζοντας και ντραμάροντας. Με αυτό το όνομα έχει ήδη εκδοθεί 10 φορές: M³ (2000), These Open Fields (2001), Fly! (2002), Girls Suck But You Don’t (2003), Resent and the April Sunshine Shed (2003), Red Extensions of Me (2004), Kirlian Selections (2005), Reunion (2005), Flexing Habitual (2006), Welcome to Chicago (2007).

Τα αποτελέσματα του Εργαστηρίου του Πανδοχείου.
Το Soundtrack to a vacant life αποτελεί ίσως το πιο μελωδικό και εύληπτο έργο του Flashbulb, με την έννοια ότι δεν έχουμε εδώ εκείνες τις τεθλασμένες α λα Warp σκληρές ηλεκτρονικές γωνίες και του αυστηρού idm των προηγούμενων κυκλοφοριών του. Στην ουσία μας δίνει την αίσθηση ότι στοιχηματίζει με τον εαυτό του πως μπορεί να συνθέσει τριάντα διαφορετικά θέματα για φιλμ, ένα πολλαπλό σάουντρακ για μυριάδες ταινίες μικρού ή ατέλειωτου μήκους, εκτεινόμενος σε όλο το φάσμα της ηλεκτρονικής αλλά και κινηματογραφικής σύνθεσης. Με αυτή την προοπτική είναι αυτονόητο ότι χρησιμοποιεί ακουστικά όργανα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, με αξιοσημείωτη παρουσία και πάλι των Claire Nicholson και Greg Hirte σε τσέλο και βιολί/βιόλα αντίστοιχα – ακούστε την έξοχη συμβολή τους στα Remember Tomorrow και Hello I’m Benn.
 

Φυσικά ακόμα κι έτσι η ποικιλία είναι απερίγραπτη: έξοχα post rock κιθαριστικά ξεσπάσματα (Kirlian Voyager, Forbidden Tracks), πιανιστικά μαργαριτάρια (La Tristesse Durera Toujours), οργιώδεις tribal ρυθμοί (Vicious Circle), americana κιθαρίσματα (Steel For Pappa), βαλκανίζοντα θέματα (Highway One) και κυρίως στραφταλίζοντα πληκτροφόρα instrumentals ασύλληπτης ομορφιάς και απλότητας μαζί (Warm Hands In Cold Fog, Ι Believed In God, Returning Flight Theme).

Ο Ben The Flashbulb ετοίμαζε αυτό το έργο επί δύο σχεδόν χρόνια και δεν πτοήθηκε από το άδοξο τέλος της τρίχρονης λαμπρής ζωής της Sublight Records που θα τον έβγαζε. Το κατοχύρωσε κι αυτό στην δική του Alphabasic και διέσπειρε τη μουσική του μέσω peer-to-peer και torrents, συνοδεύοντάς την με ένα κείμενο όπου προτρέπει τους «downloaders – pirates – pseudocriminals» να αγοράσουν από εκείνον ή να μοιράσουν απλόχερα.

http://myspace.com/bennjordan
http://www.bennjordan.com/blog/

Y.Γ. Τα εικονιζόμενα εξώφυλλα είναι από τους 2 προηγούμενους δίσκους του. Το αντίστοιχο του παρόντος μάλλον μοιάζει με την παραπάνω προσωπογραφία…

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15274