Archive for the 'Λογοτεχνία' Category

17
Νοέ.
17

Pino Cacucci – Φρίντα Κάλο. ¡Viva la vida !

«Θα συνεχίσω να σου γράφω με τα μάτια μου»

Διαβάσαμε βιογραφίες της, παρακολουθήσαμε ταινίες και ντοκιμαντέρ, σκαλώσαμε το βλέμμα στα έργα της, ίσως προσπαθήσαμε να αναλογιστούμε την αδιανόητη ζωή της σ’ ένα κρεβάτι, το τραυματισμένο σώμα της βορά στους πόνους και την αδυναμία. Δεν έμενε παρά το άκουσμα της δικής της φωνής, η αυταπάτη πως έρχεται να μας μιλήσει για ύστατη φορά, μ’ έναν μονόλογο που συμπυκνώνει όλα όσα θα ήθελε να θυμόμαστε. Κάτι τέτοιο αναλαμβάνει ένας Ιταλός συγγραφέας που θα ήθελε πολύ να είναι Λατινοαμερικανός, που ταξιδεύει ασταμάτητα στο Μεξικό και μεταφράζει στη γλώσσα του πολλούς Ισπανούς και Λατινοαμερικανούς συγγραφείς. Η δική του σπονδή είναι πενήντα σελίδες θεατρικού λόγου, είκοσι σελίδες «στιγμών, εικόνων και αναμνήσεων» και μια μικρή εξομολόγηση.

Η Φρίντα μιλά με συνειρμούς. Ο εσωτερικός της μονόλογος γίνεται εξωτερική εξομολόγηση, που αφηγείται σκέψεις, γεγονότα, εφιάλτες. Σ’ ένα όνειρο πηγαίνει με λεωφορείο στο Κογιοακάν στην κηδεία της ένα απομεσήμερο μες στο ψιλόβροχο. Είναι το ίδιο λεωφορείο που πήρε εκείνο το πρωινό του Σεπτεμβρίου το 1925, όταν γύρισε να πάρει μια ομπρέλα για τον ήλιο. «Ήταν όλα τόσο παράλογα που δεν μπορούσες να φοβηθείς· αυτό που συνέβαινε δεν είχε νόημα». Στο γοφό της μια βέργα τεσσάρων μέτρων, η οδοντωτή αιχμή της έβγαινε από τον κόλπο της.

Ο αγώνας μου είναι να κερδίζω την Πελόνα κάθε μέρα, κάθε ώρα.

Εις το εξής η ζωή της Φρίντα θα ήταν μια διαρκής αντιπαράθεση με την Πελόνα, την προσωποποίηση του θανάτου στην Λατινική Αμερική. Η Πελόνα έκανε πίσω και δεν την πήρε στην ώρα της, ίσως επειδή φοβήθηκε από την απεγνωσμένη διαπεραστική κραυγή του πόνου, που αντήχησε σε ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα. Την άφησε εκεί, ματωμένη στα συντρίμμια του λεωφορείου και υποχώρησε. Το ουρλιαχτό της Φρίντα ήταν ουρλιαχτό αγάπης για την ζωή αλλά η Πελόνα θα ήταν πλέον η αχώριστη συντροφιά της.

Η εγχείρηση στην σπασμένη σπονδυλική της στήλη έμοιαζε περισσότερο με συναρμολόγηση. Ένας ολόκληρος μήνας ακινησίας στο νοσοκομείο κι ύστερα μια αιωνιότητα μέσα σε μια σαρκοφάγο από γύψο και σίδερο. Η ζωγραφική γίνεται ο μοναδικός λόγος για να περιμένει το ξημέρωμα που πάντα αργεί. Η ζωή της στερεί το δικαίωμα να δώσει ζωή· δεν μπορεί να γεννήσει μέσα από την κομματιασμένη της μήτρα. Μετρά τα χρόνια με τις αλλαγές των τεχνητών μελών που μοιάζουν με πανοπλίες για καρναβάλι, «πολύχρωμα κιβούρια σε φάρσα μακάβρια».

Θα αφιερώσει όλο της το πάθος στην τέχνη, στην πολιτική και στον έρωτα. Εκεί αντιμετωπίζει στα ίσια τον Θάνατο, αλλά όσες φορές αισθάνεται να τον νικά άλλες τόσες αναζητά την συμφιλίωση μαζί του, να έρθει να την ξεκουράσει. Ο θάνατος μπορεί να είναι σκληρός και άδικος αλλά μόνο η ζωή μπορεί να γίνει ποταπή και ταπεινωτική. Ίσως η παράδοση να είναι τελικά πιο αξιοπρεπής από μια ξεδιάντροπη αντίσταση. Η Φρίντα δεν έπαψε καθημερινά να αναρωτιέται ποιο ήταν το όριο πέρα από το οποίο θα άξιζε τον κόπο να αφεθεί στην αγκαλιά της Πελόνας.

Κατεξοχήν θύγατέρα του Μεξικού, η Φρίντα ενσάρκωνε την αντίφαση του συνδυασμού της ακατάβλητης ζωτικότητας με την μοιρολατρία. Σε μια χώρα που αγαπούσε την τέχνη εξίσου με τις επαναστάσεις, ήταν επόμενο να ερωτευτεί τον Ντιέγκο Ριβιέρα, τον στρατευμένο καλλιτέχνη που ήταν και ο μεγάλος «πολυφωνικός» αφηγητής της μεξικανικής ιστορίας. Αν όμως ο Ριβιέρα ζωγράφιζε τους αξιοπρεπείς, υπερήφανους απλούς ανθρώπους χωρίς καμία τάση θυματοποίησης, η Κάλο μετέτρεπε τον ίδιο τον πόνο σε τέχνη· κι αν αυτός απεικόνιζε τον ορατό κόσμο στην καθολικότητά του, εκείνη εστίαζε στις σκέψεις και στις ψυχικές διαθέσεις μιας άμεσα βιωμένης εμπειρίας.

Γεννημένη στις αρχές του 20ού αιώνα, στην εποχή που ξέσπασε η Μεξικανική Επανάσταση όπου δίπλα στους ακτήμονες Ινδιάνους μάχονταν οι μεγάλες μορφές της κουλτούρας, η Φρίντα έμαθε για τις περίφημες μεξικανές γυναίκες, τις soldateras, που πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή και για τους ρομαντικούς επαναστάτες που δήλωναν ανοιχτά ότι δεν επιζητούσαν την εξουσία αλλά την αξιοπρέπεια. Μπορεί εκείνη η Επανάσταση να ήταν μια οδυνηρή αλληλουχία  από προδοσίες και αποτυχίες, όπως και μια αποκάλυψη ενός έθνους πολύπλοκου και αντιφατικού, αλλά τουλάχιστο οι επαναστάτες ανακατέλαβαν τον αόρατο πλούτο της γλώσσας, της μουσικής, της λαϊκής τέχνης, ενώ οι γυναίκες μπορούσαν «να εκφράσουν τον νέο κόσμο που κουβαλούσαν στην καρδιά τους».

Η Φρίντα και ο Ριβιέρα παρέμειναν κομμουνιστές στην καρδιά και στην συμπεριφορά τους ενώ προτίμησαν να αποχωρήσουν από το γραφειοκρατούμενο κόμμα – είναι γνωστή η γκροτέσκα φάρσα του Ριβιέρα, που δίκασε και διέγραψε τον ίδιο του τον εαυτό αφού πρώτα διαολόστειλε τους υποταγμένους κομματικούς. Πολιτικά παθιασμένη η Φρίντα πίστευε σε έναν ρομαντικό κομμουνισμό κι έναν ενστικτώδη αναρχισμό με μια ιδιοσυγκρασία ίσως ακατανόητη σ’ εμάς. Είναι η ίδια ασυμβίβαστη ιδιοσυγκρασία που την χώρισε από την εξίσου σπουδαία δημιουργό και αγαπημένη της φίλη Τίνα Μοντόττι (ευκαιρία να θυμηθούμε ένα βιογραφικό graphic novel της εδώ), με την οποία μοιράζονταν κοινά ιδανικά και την ότι υπήρχε ακόμα κάτι αγνό που άξιζε να πολεμάς γι’ αυτό αλλά και να συνεχίζεις να γλεντάς την ζωή σου. Η Μοντόττι δεν διαχώρισε την θέση της από το Κόμμα, και επέλεξε να απομακρυνθεί από το ζεύγος.

Η σκηνική Φρίντα διαπιστώνει πως «στο Μεξικό όλοι οι επαναστάτες χτυπούν άλλους επαναστάτες στο όνομα ο καθένας της δικής του επανάστασης». Όταν έρχεται η ώρα να γίνουν πράξη τα πιο ευγενή και αγνά ιδανικά οι άνθρωποι γίνονται Μίδες από την ανάποδη. Τα χρυσά όνειρα γίνονται μαύροι εφιάλτες που βαφτίζονται «οδυνηρή αναγκαιότητα». Τώρα στο Μπλε Σπίτι της βρίσκονται τα αναρίθμητα ενθυμήματα του αγώνα και των πολιτικών ιδανικών μιας τόσο γρήγορης εποχής, το φάντασμα του Τρότσκι που εκεί έζησε εξόριστος την τελευταία περίοδο της ζωής του, η απολιθωμένη πίστη στον Στάλιν, τα εικονίσματα των μεξικανών επαναστατών, του Ζαπάτα και του Βίγια.

Η γλώσσα της στάζει δηλητήριο για το αργό φαρμάκι που ήταν ο Ριβιέρα στην ζωή της, «ανάμεσα σε χαρές θεσπέσιας έντασης και βάραθρα απελπισίας». Αυτός της έδινε την δύναμη να νικήσει την αγωνία όπου και θα την ξαναβυθίσει με την ίδια ευκολία. Ήταν «ο πιο γλυκός χυμός της και η πιο αφιλόξενη έρημος», εκείνος που την δίχασε ανάμεσα στην απόγνωση και στην δεδηλωμένη αντίθεση στις αυταπάτες «να μην τον αγαπά γι’ αυτό που δεν είναι». Η διαφυγή στην αμφισεξουαλικότητά της, μια βιωμένη και φυσική πραγματικότητα, δεν ήταν αρκετή. Δεν έμενε παρά η αχώριστη συντροφιά του μπράντυ, της μορφίνης και των χαπιών Ντεμερόλ, για να συνεχίζει να υπάρχει και να ζωγραφίζει ακατάπαυστα τους πόνους και τις υπερβάσεις τους.

Ο Ιταλός συγγραφέας Πίνο Κακούτσι (γεν. 1955) έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα δυο από τα οποία, τα Puerto escondido [1990] και San Isidro Futbol [1991], μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο από τους Gabriele Salvatores και Alessandro Cappelletti αντίστοιχα. Στο δεύτερο κείμενό του εδώ με τον τίτλο amores y desamores περιγράφει πώς δημιουργήθηκε αυτός ο μονόλογος που φαντάστηκε στα χείλη της Φρίντα υπό τους ήχους μιας ατέλειωτης βροχής. Το έργο του ολοκληρώνει μια τριλογία για τις γυναίκες που πρωταγωνίστησαν στο μετεπαναστατικό Μεξικό – την Τίνα Μοντόττι, την Νάουι Ολίν και την Φρίντα Κάλο· εκείνες που έφτασαν στην άκρη της τέχνης και της ιδεολογίας και μοιράστηκαν amores y desamores.

Τώρα η Φρίντα βρίσκεται εικονισμένη παντού, ως τις καντίνες και τις αγορές στις πιο απομακρυσμένες γωνιές της χώρας. Στο Μεξικό της αιωρούνται ακόμα τα βροντερά της γέλια που την φώτιζαν σαν μεξικάνικο πυροτέχνημα, οι καυστικές της ειρωνείες ίσως ως αντίδοτα στην ταπείνωση, το μαυλιστικό της βλέμμα, η έκφραση μιας σπαρακτικής τρυφεράδας, η ευφορία που μετέδιδε παντού γύρω της. Αλλά κυρίως βρίσκεται στην ουσία της mexicanidad, εκείνου το χαοτικού κράματος αισθημάτων που περικλείει τις αναρίθμητες διαφορές των μεξικανικών λαών. Σ’ αυτή την μεξικανικότητα, που αποτελεί μια φιλοσοφία Ζωής και Θανάτου, που αλληλοχλευάζονται, η Φρίντα βρίσκεται στη μέση και ξεγελά πότε την μία και πότε τον άλλον. Και τα διαπεραστικά της μάτια θα συνεχίσουν να μας καρφώνουν μέσα από τις αυτοπροσωπογραφίες της. Άλλωστε ζωγράφισε μια τέτοια φράση στο ημερολόγιό της λίγο πριν από τις 13 Ιουλίου 1954: Θα συνεχίσω να σου γράφω με τα μάτια μου.

Εκδ. Άγρα, 2017, μτφ. Τιτίκα Δημητρούλια, σελ. 94, [Pino Cacucci – ¡ Viva la vida !, 2014].

Δημοσίευση και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 221, εδώ.

Advertisements
13
Νοέ.
17

Tobias Wolff – Η χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα

Η ζωή ως διαδοχή στιγμών

Όλα παίζουν ρόλο σ’ ένα διήγημα και γι’ αυτό πρέπει πραγματικά να είναι πρώτης τάξεως. Κάτι που δεν συμβαίνει στο μυθιστόρημα. Εκεί χρειάζεται να υπάρχουν παρεκβάσεις και μια χαλάρωση της προσοχής γιατί ο αναγνώστης δεν μπορεί να βρίσκεται σε συνεχή ένταση για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. / Λογικά θα έπρεπε να είναι η αντιπροσωπευτική λογοτεχνική μορφή του πολιτισμού. Νομίζω ότι ο λόγος που δεν διαβάζεται το διήγημα είναι ο ίδιος με τον λόγο που δεν διαβάζεται η ποίηση. Τα διηγήματα με τον τρόπο τους είναι πολύ απαιτητικά. Πρέπει να εισχωρήσεις μέσα τους, αποτελούν έναν ιδιαίτερο κόσμο, αλλά οι περισσότεροι αναγνώστες απογοητεύονται γιατί τα διηγήματα δεν έχουν τη δομή του μυθιστορήματος. Δεν έχουν ξεκάθαρο τέλος· δεν σε πληροφορούν για τα πάντα· λειτουργούν περισσότερο με υπαινιγμούς…

… λέει ο Τομπάιας Γουλφ σε συνομιλία που αναδημοσιεύεται από μια ιστοσελίδα και η οποία περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του περιοδικού Πλανόδιον, στο τεύχος 44 (Ιούνιος 2008). Χάρη σ’ εκείνο τον πλήρη φάκελο πρωτογνώρισα τον Αμερικανό συγγραφέα, τόσο μέσα από μια σειρά μεταφρασμένων διηγημάτων όσο και χάρη σε μια αναδημοσιευμένη από το διαδίκτυο συνέντευξη αλλά και στην κατατοπιστική εισαγωγή στο έργο του από τον Τάσο Αναστασίου, που είχε επιμεληθεί το αφιέρωμα και είναι ένας εκ των μεταφραστών εδώ.

Ο Wolff ανήκει στην ευρύτατη γενιά των σύγχρονων διηγηματογράφων που συνεχίζουν μια ρεαλιστική παράδοση διηγούμενοι ιστορίες με τον πιο απλό κι εύληπτο τρόπο. Με θεματολογία παρμένη από την καθημερινότητα, χαρακτήρες που δεν ξεφεύγουν από τον μέσο όρο, ευθύγραμμη ροή του αφηγηματικού χρόνου, στοιχειώδη πλοκή, γλώσσα με στοιχεία προφορικότητας και εστίαση που πλησιάζει την εσωτερική, η πρόζα του έχει σαφώς διαλέξει πλευρά στον αντίποδα του μοντερνισμού, αν και το συνήθως ανοιχτό τέλος των ιστοριών του και η συχνή χρήση των υπαινιγμών διατηρεί μια επαφή με τον τελευταίο.

Ο συγγραφέας αποτελεί πλέον κομμάτι μιας παράδοσης από τον Hemingway μέχρι τους Αμερικανούς διηγηματογράφους της δεκαετίας του ’50 και του ’60 [John Cheever, Flannery O’ Connor, Grace Paley, Katherine Anne Porter, κ.ά.] που πρότειναν νέες παραλλαγές στην καθιερωμένη τεχνοτροπία και την κληροδότησαν στους συνεχιστές τους στην δεκαετία του ’70 και του ’80, ιδίως στην τριάδα των αποκαλούμενων βρώμικων ρεαλιστών Raymond Carver, Richard Ford και Tobias Wolff. Και μπορεί ο Γουλφ να έγραψε και μυθιστορήματα, αλλά τα διηγήματα μοιάζουν να αποτελούν τον φυσικό του χώρο.

Όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία χαρακτηρίζουν και τα δέκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Η γλώσσα του αφηγητή συχνά δεν ξεχωρίζει από την καθημερινή γλώσσα των χαρακτήρων και η ψυχολογική ανάλυση έχει περιοριστεί χωρίς πάντως να έχει εξαφανιστεί. Οι χαρακτήρες κινούνται σ’ ένα διαρκές δίπολο αλήθειας και ψεύδους – τόσο απέναντι στους άλλους όσο και στον ίδιο τους τον εαυτό. Η χαρά του πολεμιστή παρουσιάζει τους πολεμιστές του Βιετνάμ έξω από τα στερεότυπα. Ο συγκεκριμένος πόλεμος υπήρξε μια καθοριστική εμπειρία για τον ίδιο τον συγγραφέα. Νέοι και βετεράνοι είναι έτοιμοι να εκραγούν ανά πάσα στιγμή, εφευρίσκοντας, αν χρειαστεί, νέους εχθρούς. Στην άλλη άκρη του κόσμου, στα πολυτελή σπίτια των νεόπλουτων ο Λεβιάθαν παρουσιάζει δυο ζευγάρια που εθισμένα στην κοκαΐνη είναι εξίσου έτοιμα να εκραγούν και να κατασπαράξουν τις σάρκες τους.

Ένα επεισόδιο από τη ζωή του καθηγητή Μπρουκ αρκεί για να εκφράσει μια άλλη, ελαφρώς χιουμοριστική πλευρά της πρόζας του. Ο ανιαρός κόσμος των συνεδρίων, η ευτελής ανταγωνιστικότητα, ο ανέκφραστος ερωτισμός, όλα βρίσκονται εδώ. Ο καθηγητής αναγκάζεται να υποστεί τον ενθουσιασμό μιας γυναίκας για έναν ποιητή – το είδος των ποιητών που συναντάς σε χριστουγεννιάτικα άλμπουμ και που οι στίχοι τους συνοδεύουν αφίσες για πνευματιστικές αναζητήσεις. Η ματιά του Γουλφ δεν είναι ειρωνική αλλά επιεικής, γεμάτη κατανόηση. Άγρυπνος ο αφηγητής στο τελευταίο διήγημα της συλλογής παρατηρεί την σύντροφό του καθώς κοιμάται και διχάζεται ανάμεσα σε συναισθήματα τρυφερότητας και αποστροφής, έλξης και απώθησης. Μέχρι να αποκοιμηθεί, προφανώς μετά την τελευταία σελίδα, έχει πάρει δραστικές αποφάσεις που ανακαλεί με την ίδια ευκολία.

Στιγμιότυπα λοιπόν, για να θυμηθούμε έναν τίτλο του αγαπημένου μας Ρέϊμοντ Κάρβερ, η συγγένεια με τον οποίο είναι εμφανής· όμως ακριβώς η ανάδειξη επιλεγμένων φορτισμένων συνήθως στιγμών των χαρακτήρων του, τον βίο των οποίων καλούμαστε να φανταστούμε συμπληρώνοντας τα κενά, που ανάγεται ευθέως στον Τσέχωφ. Στην προαναφερθείσα συνομιλία ο Γουλφ εξηγεί την συγκίνησή του όταν διαβάζει τον Ρώσο συγγραφέα, όπου «η ανθρωπιά συνυπάρχει μ’ ένα είδος σκληρότητας». Ο Γουλφ αναφέρει ως παράδειγμα μια συγκεκριμένη ιστορία όπου ο συγγραφέας εστιάζει με φοβερή παραστατικότητα σ’ ένα τραγικό περιστατικό. Και ξαφνικά, ανοίγει το πλάνο του τόσο πολύ ώστε καταλαβαίνουμε πόσο ασήμαντο είναι το περιστατικό. Δεν σου ακυρώνει η συμπάθεια για τον ήρωα αλλά σου μεταδίδει την ιδέα του για το πεπερασμένο της ύπαρξής μας και των προβλημάτων μας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια άλλη διάκριση του συγγραφέα. Καθώς όλοι τείνουμε να σκεφτόμαστε την ζωή μας σαν μια διαδοχή επεισοδίων και όχι σαν ένα μυθιστορηματικό όλον, ο Γουλφ διαπιστώνει πως η ζωή στον δικό του κόσμο, όντας τόσο αποσπασματική, δεν προσφέρεται για μυθιστορηματική εκμετάλλευση. Δεν πρόκειται για μια αδιάσπαστη αψίδα εμπειριών, μια κοινότητα με συνέχεια, όπως την παρουσιάζουν τα μυθιστορήματα· υπάρχουν μόνο στιγμές. Ίσως γι’ αυτό το μυθιστόρημα άκμασε στην Αγγλία, όπου υπήρχαν παντού κοινότητες με κατοίκους που βλέπονταν διαρκώς κι επηρέαζαν ο ένας τον άλλον. Το διήγημα από την άλλη πλευρά, είναι η κατεξοχήν αμερικάνικη φόρμα. Οι Αμερικανοί είναι ένας κατά βάση νομαδικός λαός, καθώς κατά ένα μεγάλο ποσοστό μετακινούνται μια φορά κάθε πέντε χρόνια. Στην αμερικανική κουλτούρα υπάρχει έντονη κοινωνική κινητικότητα και για τον λόγο αυτό έντονο συλλογικό άγχος. Οι περισσότεροι αλλάζουν κοινωνική θέση κατά την διάρκεια της ζωής τους. Νομίζω είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα άποψη, που σαφώς προκαλεί και αντίλογο αλλά και διαθέτει πλήθος επαληθεύσεων.

Εκδ. Ίκαρος, μτφ. Γιάννης Παλαβός και Τάσος Αναστασίου, 2017, σελ. 188 [1981, 1985, 1996, 2008]

Το εικαστικό πορτρέτο είναι της Michelle L. Morby. Η τελευταία φωτογραφία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτυπώνει ένα στιγμιότυπο από την πρόζα του συγγραφέα.

27
Οκτ.
17

Οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία (εκδόσεις 2015). Το σχετικό σκεπτικό για την λογοτεχνική παραγωγή της περιόδου και η εμπειρία της συμμετοχής στην Επιτροπή.

Ανακοινώθηκαν στις 26 Οκτωβρίου 2017 οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία, Μυθιστορήματος, Διηγήματος – Νουβέλας, Ποίησης, Δοκιμίου – Κριτικής, Χρονικού – Μαρτυρίας και  Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Η σχετική ανακοίνωση δημοσιεύεται εδώ και συνοδεύεται από Αιτιολογημένη έκθεση της Επιτροπής, στην οποία εξετάζονται οι τάσεις της λογοτεχνικής παραγωγής και αποτιμάται η στάθμη των λογοτεχνικών έργων της υπό κρίσης περιόδου (εκδόσεις 2015).

Ι. Οι βραχείες λίστες

Α. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μυθιστορήματος :

Γαλανάκη Ρέα, Η άκρα ταπείνωση, Εκδόσεις Καστανιώτη

Γρηγοριάδης Θεόδωρος, Ζωή μεθόρια, Εκδόσεις Πατάκη

Θεοδωρόπουλος Τάκης, Βερονάλ, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Παπαδάκη Κάλλια, Δενδρίτες, Εκδόσεις Πόλις

Σωτηρίου Κωνσταντία, Η Αϊσέ πάει διακοπές, Εκδόσεις Πατάκη 

 

Β. Υποψήφιοι για το Βραβείο Διηγήματος – Νουβέλας :

Ατζακάς Γιάννης, Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη, Εκδόσεις`Αγρα

Κιτσοπούλου Λένα, Το μάτι του ψαριού, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μαρούτσου Έλενα, Οι χυδαίες ορχιδέες, Εκδόσεις Κίχλη

Παπαμόσχος Λ. Ηλίας, Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες, Εκδόσεις Κίχλη

Πέτσα Βασιλική, Μόνο το αρνί, Εκδόσεις Πόλις


Γ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Ποίησης :

Αγγελής Δημήτρης, Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου, Εκδόσεις Πόλις

Κολοτούρου Σοφία, Η τρίτη γενιά, Εκδόσεις Τυπωθήτω

Κούσουλας Λουκάς, Εν παραβολαίς, Εκδόσεις Τυπωθήτω

Μαρκόπουλος Θανάσης, Χαμηλά ποτάμια, Εκδόσεις Μελάνι      

Παπαλεξάνδρου Αριστέα, Μας προσπερνά, Εκδόσεις Κέδρος

 

Δ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Δοκιμίου – Κριτικής :

Ανδρεάδης, Γιάγκος, Ο τραγικός καθρέφτης. Αφήγηση και θέατρο την εποχή της κρίσης, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης

Αριστηνός, Γιώργος, Αφερέγγυοι και πλάνητες. Δοκίμια για τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό, Εκδόσεις Κέδρος

Ζουμπουλάκης  Σταύρος, Υπό το φως του μυθιστορήματος, Εκδόσεις Πόλις

Κιουρτσάκης Γιάννης, Γυρεύοντας στην εξορία την πατρίδα σου, Εκδόσεις Πατάκη

Φωκάς  Νίκος,  Η μοναξιά της ποίησης, Εκδόσεις Νεφέλη

Ε. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μαρτυρίας – Bιογραφίας – Χρονικού – Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας :

Βασιλικός  Βασίλης, Ημερολόγιο Θάσου, Εκδόσεις Gutenberg

Βέης Γιώργος, Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις, Εκδόσεις Κέδρος

Γεωργίου Λολίτα, Συρία. Χρονικό σε θαμπό καθρέφτη, Εκδόσεις Πατάκη

Καλογεροπούλου Ξένια, Γράμμα στον Κωστή, Εκδόσεις  Πατάκη

Χατζηδάκης Γιώργος, «Ω, άγιε αιθέρα…» [Ιστορία της Ελληνικής Ραδιοφωνίας], Εκδόσεις Polaris 

ΣΤ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα :

Αρχιμανδρίτη Μαρία, Η μοναξιά της καμπύλης, Εκδόσεις Κέδρος

Γεωργίου Βασιλεία, Η έκτη μέρα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Καμπουράκης Γιάννης, Το φως αναλύεται σε χρώματα, Εκδόσεις Κέδρος

Κλιγκάτση Μαίρη, Πλευρικά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Κολτσίδας Χρήστος, Τα ορεινά, Εκδόσεις Μελάνι

Κορρυβάντη Κωνσταντίνα, Μυθογονία, Εκδόσεις Μανδραγόρας

Υπενθυμίζεται ότι η σύνθεση της αρμόδιας επιτροπής έχει ως εξής:

Αλέξης Ζήρας, Συγγραφέας, Πρόεδρος

Γιώργος Ανδρειωμένος, Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Μέλος ΔΕΠ, Αντιπρόεδρος

Δημήτρης Καργιώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Μέλος ΔΕΠ

Έλλη Λεμονίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών, του Πανεπιστημίου Πατρών, Μέλος ΔΕΠ

Μαρία Σκιαδαρέση, Συγγραφέας, Μέλος

Νένα Κοκκινάκη, Συγγραφέας, Μέλος

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Συγγραφέας, Μέλος

Γιάννης Τσίρμπας, Συγγραφέας, Μέλος

Λάμπρος Σκουζάκης, Κριτικός Λογοτεχνίας, Μέλος

ΙΙ. Η εμπειρία της συμμετοχής στην Επιτροπή

Αποδέχτηκα την πρόσκληση για άμισθη (ως εν ενεργεία εκπαιδευτικός) συμμετοχή ως μέλος στο κοπιαστικό έργο της Επιτροπής για προφανείς, υποθέτω τουλάχιστον ως προς τους αναγνώστες του Πανδοχείου, λόγους. Οι δυο σημαντικότεροι ήταν οι εξής:

Καταρχήν η δυνατότητα ανάγνωσης δεκάδων βιβλίων και η αναμέτρηση με πλήθος κειμένων, συνδυασμένη με την υποχρέωση της υποστήριξης του ενός ή του άλλου με πρωτολογίες, δευτερολογίες, σύντομα σημειώματα ή εκτενείς εισηγήσεις, προφορικές ή γραπτές, υπήρξε ακαματάχητη πρόκληση για κάποιον που επιζητεί ευκαιρίες για περισσότερες και βαθύτερες αναγνώσεις αλλά και την δυνατότητα ανεύρεσης και ανάδειξης άγνωστων ή λιγότερο προβεβλημένων έργων.

Ας παραδεχτώ εδώ ότι δίπλα στην απόλαυση της ανάγνωσης, στέκει σιωπηλή πλην απαιτητική η τέρψη της άμεσης και αναγκαστικής ανάγνωσης σε προκαθορισμένο χρονικό διάστημα. Έτσι, αφιέρωσα συντριπτικά περισσότερο ποιοτικό και ποσοτικό χρόνο για να είμαι συνεπής στις σχετικές προ συνεδριάσεων προθεσμίες, αφήνοντας κατά μέρος τις γνωστές μου διασπάσεις σε πολλαπλά ενδιαφέροντα. Ένας συνδυασμός μαραθωνίου και αγώνα ταχύτητας που λίγο πριν το νήμα με βρίσκει ως αναγνώστη πιο ανοιχτό από ποτέ.

Ένας δεύτερος θελκτικός λόγος συμμετοχής δικαιώθηκε: η συνομιλία με άλλους οκτώ εξίσου θερμούς και δεσμευμένους αναγνώστες. Οι επί της ουσίας συνομιλίες υπήρξαν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες έως και συναρπαστικές. Η διαλεκτική των συνεδριάσεων περιελάμβανε τα πάντα: προτάσεις και αντιπροτάσεις, συμφωνίες και διαφωνίες, επιχειρήματα και αντικρούσεις επιχειρημάτων. Υπήρξαν γόνιμες ανταλλαγές αλλά και αλλαγές απόψεων πάνω στο πεδίο των αναγνωστικών ανασκαφών. Σε κάθε περίπτωση συναντηθήκαμε όλοι στον δύσβατο τόπο όπου η υποκειμενικότητα κάθε ανάγνωσης συνυπάρχει και συνομιλεί με την αντικειμενικότητα των κριτηρίων.

Περιττό να τονιστεί ότι η αριθμητικά περιοριστική πεντάδα των επί μέρους κατηγοριών αδικεί πολλά βιβλία που συζητήθηκαν, επαινέθηκαν και προτάθηκαν.

Τέλος, έχω και στα περί Πανδοχείου εκφράσει ότι ποτέ δεν χρησιμοποιώ ως προς το πρόσωπό μου την ιδιότητα του «κριτικού λογοτεχνίας», συνεπώς θα προτιμούσα να συμμετέχω ως «αφοσιωμένος αναγνώστης», αλλά αντιλαμβάνομαι την αναγκαία ορολογική διατύπωση ενός θεσμικού πλαισίου που καθορίζεται με νόμο. Πάνω απ’ όλα είμαι και παραμένω ένας απλός πλην ανήσυχος και αδηφάγος αναγνώστης, με τους όρους που έχω διατυπώσει στην σχετική αναγραφή.

ΙΙΙ. Το Σκεπτικό του Πανδοχέα (κατά νόμον και κατά κόσμον Λάμπρου Σκουζάκη) για την λογοτεχνική παραγωγή της υπό κρίση περιόδου

Διήγημα – νουβέλα

Το 2015 υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά για το διήγημα. Το είδος σταθερά αποτελεί πρώτη επιλογή για πολλούς πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, που επιθυμούν να δοκιμαστούν πρώτα στην μικρότερη σύνθεση, στην αυτοτέλεια ή στην ελλειπτικότητα μιας ακαριαίας ιστορίας, στην πυκνότητα της γραφής, στην άσκηση ενός προσωπικού ύφους κ.λπ. Ταυτόχρονα, συνέχισαν και οι παλαιότεροι «πιστοί» του είδους, ορισμένοι εκ των οποίων επιμένουν να δημιουργούν αποκλειστικά εντός των ορίων του. Παρατηρείται ιδιαίτερη έμφαση στην πολύ μικρή φόρμα («μικροδιήγημα», «μπονζάι» κ.λπ.), που ευνοείται από την ιδιαίτερη δημοσιότητα του είδους κατά τα τελευταία χρόνια αλλά και την δυνατότητα άμεσης και ευκολότερης δημοσίευσης σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Ευνόητα οι σχετικές συλλογές μοιράζονται ανάμεσα σε πιο παραδοσιακές και πιο μοντέρνες μορφές έκφρασης, ενώ εκ φύσεως ευνοείται η μέγιστη δυνατή θεματολογική ποικιλία που αντλεί τόσο από την δημόσια όσο και την ιδιωτική σφαίρα, ενώ λόγω της μεγάλης ποσοτικής παραγωγής η ποιοτική στάθμη τους κυμαίνεται κλιμακωτά σε όλες τις βαθμίδες. 

Δοκίμιο

Το 2015 υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά και για το δοκίμιο, το οποίο αποτελεί μια ευρύτατη κατηγορία διακρινόμενη σε επιμέρους τομείς. Καταρχήν εκδόθηκε ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός φιλολογικών μελετών και μονογραφιών με αντικείμενο το έργο ενός συγγραφέα, όψεις ή επιμέρους ζητήματα του έργου του, αλλά και ευρύτερα θεωρητικά και γραμματολογικά θέματα από την σκοπιά διαφόρων γνωστικών τομέων. Εδώ είναι σαφής ο επιστημονικός χαρακτήρας αλλά και η εξειδίκευση των σχετικών βιβλίων τα περισσότερα από τα οποία καλύπτουν επαρκώς το θέμα τους, ενώ συνήθως δεν χαρακτηρίζονται από λογοτεχνικά στοιχεία.

Μια δεύτερη υποκατηγορία περιλαμβάνει τις συλλογές παλαιότερων άρθρων, κριτικών και άλλων κειμένων, δημοσιευμένων στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο αλλά και σε λογοτεχνικά ή άλλα περιοδικά. Εδώ το ενδιαφέρον και η ποιότητα των κειμένων εξαρτάται από την ίδια την γραφή και την ευρεία ή πιο «συγκεκριμένη» θεματική των συγγραφέων, που σε ορισμένες περιπτώσεις προσδίνουν ιδιαίτερη λογοτεχνικότητα στα γραπτά τους.

Τέλος λιγότερα ήταν και φέτος τα δοκίμια στοχασμού, ιδεών κλπ. ενώ εμφανέστερη ήταν η εκδοτική προτίμηση σε κείμενα προβληματισμού και αναλύσεων πάνω στην άμεση πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα. Και εδώ η ανισότητα στην ποιότητα είναι αναπόφευκτη. Σε κάθε περίπτωση προτείνεται να εξεταστεί το ενδεχόμενο χωρισμού της σχετικής κατηγορίας σε δυο μέρη, το ένα εκ των οποίων να αφορά την φιλολογική μελέτη που διαφοροποιείται πολλαπλώς από τις άλλες δυο υποκατηγορίες.

Χρονικό – Μαρτυρία – Ταξιδιωτικά – Βιογραφία

Η εν λόγω κατηγορία περιλαμβάνει πάντα ενδιαφέροντα βιβλία, ορισμένα από τα οποία εμφανώς αποτελούν προϊόντα μεγάλου μόχθου, όμως στοιχεία όπως η ευρύτατη γκάμα και οι μεγάλες αποκλίσεις ως προς τις υποκατηγορίες, τα είδη και το ίδιο το αντικείμενο των έργων καθιστούν δύσκολη την όποια συνολική αποτίμηση. Παρατηρείται, πάντως, μια σταθερή εμμονή στην συγγραφή βιογραφιών, αυτοβιογραφικών καταθέσεων, ταξιδιωτικών εμπειριών, μαρτυριών με έμφαση σε ατομικούς βίους ή ιστορικά γεγονότα ή τον συνδυασμό των παραπάνω. Ιδιαίτερη ενότητα αποτελούν οι πάντα ογκώδεις καταγραφές εθίμων και λαογραφικών στοιχείων. Εδώ, με αυτονόητη εξαίρεση την τελευταία ενότητα, κρίνεται κατά περίπτωση η δυνατότητα λογοτεχνικής γραφής που συχνά ενισχύει ή αποδυναμώνει τα έργα αλλά και το ευρύτερο αναγνωστικό ενδιαφέρον που μπορούν να προσελκύσουν. To ετερόκλητο και το ανομοιογενές των επιμέρους τομέων της κατηγορίας επιβάλλει και εδώ τον τριμερή διαχωρισμό της.

Μυθιστόρημα

Ως προς το μυθιστόρημα διαπιστώνονται τα εξής:

  1. Η σύγχρονη συγκυρία της παρατεταμένης κρίσης στον πολιτικό τομέα, στην οικονομική κατάσταση και στον κοινωνικό ιστό της χώρας αποτελεί την πρώτη ύλη και της φετινής μυθιστορηματικής γραφής.
  1. Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνονται ευρύτερα θέματα της ελληνικής και διεθνούς κοινωνίας, όπως η μετανάστευση και η προσφυγιά, και συνακόλουθα η επικοινωνία με τον ξένο και η συνύπαρξη των ανθρώπων με διαφορετική εθνική, θρησκευτική κλπ. ταυτότητα. Ειδικότερα το ζήτημα των ταυτοτήτων αποτελεί μια παράμετρο που φαίνεται να απασχολεί τους σύγχρονους μυθιστοριογράφους.

  1. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις όμως περισσότερο διακρίνεται η επιμονή στην περιγραφική, πραγματολογική και καταγραφική πλευρά της συγκυρίας, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την λογοτεχνική της μετάπλαση αλλά και την ουσιαστικότερη εμβάθυνση.
  1. Η εσωτερική εστίαση, η μνήμη και ο ψυχικός βίος των ηρώων (και η ιδιαιτερότητα ή η ιδιορρυθμία ενός χαρακτήρα) αποτελούν διαχρονικά βασικές μυθιστορηματικές θεματικές αλλά αυτή τη φορά τα παραπάνω εξετάζονται σε συνάρτηση με τις ευρύτερες σκληρές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Το ίδιο ισχύει και ως προς την συνεχιζόμενη εμμονή με «το μυθιστόρημα της πόλης».

  1. Το πολυπρόσωπο οικογενειακό κοινωνικό και πολιτικό μυθιστόρημα μπορεί να μην μονοπωλεί την πλειοψηφία των σχετικών εκδόσεων αλλά παραμένει μια σταθερή επιλογή πολλών συγγραφέων, όπως και το «ιστορικό» μυθιστόρημά, που κοιτάζει σταθερά προς την νεότερη ελληνική ιστορία.
  1. Σε ειδικότερες παρατηρήσεις, ας τονιστούν τα συχνά προβλήματα που εντοπίζονται και στον μορφολογικό και γλωσσικό τομέα, η προτίμηση πολλών παλαιότερων συγγραφέων στην λιγότερη εκτεταμένη φόρμα της νουβέλας ή ενός «μικρότερου» μυθιστορήματος και η θεματολογική τολμηρότητα αρκετών νεότερων συγγραφέων.

  1. Η έκδοση μυθιστορημάτων αποτελεί μόνιμη και σταθερή προτίμηση των εκδοτικών οίκων· η ποσότητα όμως δεν συμβαδίζει με την ποιότητα. Όπως πάντα υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις.

Ποίηση

Στην ποίηση παρατηρήθηκε η έκδοση πληθώρας ποιητικών συλλογών, ακόμα και με λίγες σελίδες, καθώς και η εμφάνιση αρκετών νέων ποιητών, σε μια διακριτή επιλογή του είδους ως κατάλληλου για προσωπική έκφραση (κυρίως) υπαρξιακών και (λιγότερο) κοινωνικοπολιτικών προβληματισμών. Ο υπαινιγμός αλλά και ο σαρκασμός και ειρωνεία μοιάζουν να αποτελούν σταθερή υφολογική ροπή. Είναι επίσης εμφανής η συνομιλία ή και σύμπλευση της ποίησης με την μικρή πεζογραφική φόρμα, τόσο στην μορφή όσο και στην συνύπαρξη εντός της ίδιας έκδοσης. Η θεματική και γλωσσική ποικιλία συνεχίζει να χαρακτηρίζει την ποιητική δημιουργία εν γένει.

Πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς

Η ποίηση, η μικρή και η μεγαλύτερη φόρμα, εύλογα καταλαμβάνουν την σειρά προτίμησης των «νέων» συγγραφέων. Αναπόφευκτα, τα στοιχεία του πρωτόλειου, του ακατέργαστου και του βιαστικού είναι δεδομένα· τα τελευταία χρόνια όμως είναι εμφανής η ιδιαίτερη αναγνωστική κατάρτιση των νέων λογοτεχνών, η πρόζα των οποίων φιλοδοξεί να συνομιλήσει με την σύγχρονη διεθνή λογοτεχνία και όλες τις τάσεις της. Είναι, τέλος, περιττό να τονιστεί το γεγονός ότι το καθιερωμένο ηλικιακό όριο περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές.

Η σχετική ανακοίνωση, το γενικό σκεπτικό του προέδρου της Επιτροπής και το ειδικότερο σκεπτικό όλων των μελών δημοσιεύονται εδώ.

Στις εικόνες τα υποψήφια βιβλία (κατά αλφαβητική σειρά του ονόματος των συγγραφέων) στις κατηγορίες Δοκίμιο, Διήγημα – Νουβέλα, Μυθιστόρημα και Χρονικό – Μαρτυρία και δυο έργα του Jacob Lawrence.

22
Οκτ.
17

Πάμπλο Γκουτιέρεθ – Τα ανατρεπτικά βιβλία

Η λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης

Πρόκειται κατά κυριολεξία για λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης, εφόσον σ’ αυτό το απολαυστικότατο μυθιστόρημα η λογοτεχνία αλλάζει σταδιακά πλην ολοκληρωτικά την κεντρική ηρωίδα, την εβδομηντάχρονη Ρέμε: της αναστατώνει το πνεύμα και της ξεσηκώνει το σώμα· ανοίγει τους κρουνούς της ηδονής αλλά και της ίδιας της συνείδησης· της εμπνέει την σκέψη και την ωθεί στην πράξη. Κοινώς, την ξυπνάει παντοιοτρόπως. Η λογοτεχνία της μαθητείας και της αφύπνισης δεν αποτελεί πρωτότυπο εύρημα αλλά ο βασικός της χαρακτήρας, μια άσεμνη γριά, με λυτά μαλλιά σαν άγρια χόρτα, ντυμένη με κουρέλια, «που ήταν είκοσι χρονών πριν κλείσει τα εβδομήντα» και η δια της κατακλυσμικής λογοτεχνικής γραφής δραματοποίηση του συγγραφέα απογειώνουν το βιβλίο.

Πού, πώς γλίστρησε η ζωή της δόνα Ρεμέδιος; Πώς στέρεψε η αρχική της πλημμύρα; Από τα δεκαπέντε της η Ρέμε ένοιωθε την καταρροή να κυλάει στα πόδια της, ποθούσε τους άντρες, μα πώς να τα βγάλει πέρα με τα λόγια της γειτονιάς και τα χαστούκια των γονιών; Στα μέρη της ο έρωτας θεωρείται αμαρτία και ντροπή κι έτσι στα δεκαοκτώ της δεν της μένει παρά να διαλέξει κάποιον, κι ας συνεχίζει να μουσκεύει με την ιδέα των φιλιών ενός ωραίου ηθοποιού και με φαντασιώσεις που ξεκινούν ήδη  με τις αφίσες έξω από τον κινηματογράφο.

Η Ρέμε δεν ανήκει στους προνομιούχους της ισπανικής, φρανκικής κοινωνίας, άρα ζει εκτός των τειχών, εκεί που η Καθολική Δράση ιδρύει έναν νέο οικισμό και παραχωρεί για πενήντα χρόνια σπίτια μικρά σαν ποντικοφωλιές, καλύβες από λαμαρίνα, χτισμένες σ’ έναν ξερότοπο με αγκάθια. Οι εργολάβοι της νέας πατρίδας αναλαμβάνουν να βάλουν σε τάξη τους φτωχούς, έστω και ως τρωγλοδύτες των χαμόσπιτων. Όχι ιδιοκτησία και συμβόλαια: το κράτος κυριαρχεί και παραχωρεί, η οικογένεια ευγνωμονεί και κατοικεί. Πρώην καταδικασμένοι και νυν προσηλυτισμένοι προσήλθαν στην ελεημοσύνη και στο πρώτο συγκρότημα κτιρίων που ονομάστηκε Βασιλικό Ίδρυμα Εργατικών Κατοικιών. Τα νανόσπιτα με τα ακάλυπτα δοκάρια αυξάνονται και πληθύνονται στη άκρη του ξερού αυτοκινητόδρομου και φτιάχνουν τείχος από ομοιόμορφες οικοδομές σαν μια μασέλα. Η δεκαετία του ’60 αλλάζει τον ψημένο πηλό με το σκυρόδεμα, τα ατσάλινα πλέγματα και τον αμίαντο, που είναι εύκαμπτος κι αφήνει μόνο μια ελάχιστη σκόνη. Ο εργάτης σύζυγος βήχει, νοιώθει τα γυαλάκια στο στήθος, η ζωή με σκονισμένο πνεύματα αρχίζει την αντίστροφη μέτρηση.

Οι εκκλησιαστικές τελετές θα συμπληρώσουν περίτρανα αυτήν την ενοριακή δημοκρατία. Η συμμετοχή των νέων σε αδελφότητες για την λιτανεία της Μεγάλης Εβδομάδας αποτελεί χρέος τους, είναι άλλωστε μια τελετουργία της νομιμότητας και μια καλή ευκαιρία για στολές και μουσικά όργανα. Δεν είναι η θρησκευτική πίστη ή χριστιανική ηθική που ωθεί το κατεστραμμένο λούμπεν να σπεύδει στις παρελάσεις όσο το ίδιο το φετίχ της ομάδας, η φιγούρα της πομπής, και βέβαια η αρσενική επίδειξη για τους βαστάζους του άρματος. Για μια αλλά Μεγάλη Βδομάδα, γίνονται οι εθνικοί φύλακες του οικισμού, ενώ μαζί τους παρελαύνουν και οι φιλήσυχοι κλητήρες που παριστάνουν τους ιδιοκτήτες των δρόμων αλλά και οι τραυματισμένοι φαλαγγίτες του καθεστώτος, για να φανούν δοξασμένοι πολεμιστές. Και όπως πάντα «αυτοί που σέρνουν τους πιο βαρείς σταυρούς είναι αυτοί που δέρνουν πιο δυνατά τις γυναίκες τους».

Άλλωστε οι επιφανείς γνωρίζουν «πως κάποια πνευματικά δεσμά θα ήταν αναγκαία μόλις ολοκληρωνόταν η διαχείριση του τούβλου για να μη δραπετεύσουν τα ποντίκια όταν πια όλα θα ήταν βαρετά». Οι γυναίκες του οικισμού γεννούν παιδιά μιας προδιαγεγραμμένης πορείας, όπως είναι και τα παιδιά της Ρέμε που μεγαλώνουν σε χολερικά δωμάτια, γίνονται τεμπέλικα κι επιθετικά και σύντομα ζουν περισσότερο έξω από το σπίτι. Γύρω τους μαζεύονται, δεύτεροι χαρακτήρες του βιβλίου και πρώτοι αναλώσιμοι της συντηρητικής κοινωνίας οι συνομήλικοι φίλοι τους, οι μεγαλύτεροι των συμμοριών, οι νεαροί «βαρόνοι» της περιοχής, όλοι εθισμένοι στη χημεία και στην επιθυμία να ξεφύγουν από μια περιοχή που δημιουργήθηκε ως οχετός της απόμακρης πόλης.

Η δεκαετία του ’80 φέρνει κι άλλες καλύβες στις αλάνες, μαζί με την πανδημία της άσπρης. Οι νέοι που φυλακίζονται συχνά προτιμούν την άνεση ενός κελιού από το ξεροκόμματο του φτωχικού. Το πνεύμα του κιμπούτς έχει πεθάνει, τώρα κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, μόνο τον θεό των ναρκωτικών. Το ’90 έρχεται μαζί με την επέλαση της πορνογραφίας και τα αμέτρητα χάπια που κρατούν τους νέους σε συνεχή χορό κάτω απ’ τα στροβοσκόπια. Τα κορίτσια αλητεύουν μέχρι να μείνουν έγκυες και να συνεισφέρουν σε μια ολόκληρη αποικία χαμένων παιδιών που οι μητέρες έχουν για παιχνίδια, βασανισμένες κούκλες οι μεν για τους δε και αντίστροφα, όπως η Ανίτα κι ο Ρόμπε, δεύτερα πρόσωπα του δράματος: εκείνη ένα κορίτσι που καταδέχτηκε να πάρει την θέση της φεύγουσας κόρης της Ρέμε· εκείνος, ένας θετός εγγονός, που εθίζει δεκάδες χρήστες σε στρατηγικά βιντεοπαιχνίδια δικής του έμπνευσης, πουλώντας κουπόνια με κωδικούς εισόδου ενώ φτιάχνει σιγά σιγά ένα ολόκληρο ηλεκτρονικό βασίλειο, έχοντας ανακαλύψει «την μήτρα του καπιταλισμού για νέους».

Μέχρι που έφτασε η ημέρα όπου ένα κιβώτιο με βιβλία προορισμένα για έναν γείτονα παραδόθηκε από λάθος στην δική της πόρτα. Επρόκειτο να κλείσει τα εβδομήντα και τα βιβλία έφτασαν με πενήντα χρόνια καθυστέρηση αλλά ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. Εκείνη που μέχρι τώρα έβλεπε μόνο τις μεσημεριανές τηλενουβέλες άρχισε να διαβάζει όλα όσα δεν ήξερε: πως είχαν σφετεριστεί την μισή και παραπάνω ζωή της. Βιβλία! Αυτά ξορκίζουν την μελαγχολία και την επανάληψη ολόιδιων ημερών και κάνουν την Ρέμε να γίνεται πολλές ηρωίδες και να βρίσκεται παντού και να μαθαίνει την ζωή. Φυσικά η αρχή είναι δύσκολη, το διάβασμα αργό, οι δύσκολες λέξεις συλλαβίζονται, το δάχτυλο σημαδεύει σειρά με τη σειρά. Δεν πηδάει καμία παράγραφο και συμπληρώνει με το μυαλό της ό,τι δεν καταλαβαίνει.

Το κλεμμένο κιβώτιο ήταν ένας θάλαμος θεραπείας, ένα πλατωνικό καταφύγιο. Τώρα η μοναξιά της είναι ανακούφιση κι ο χρόνος ατέλειωτος, να διαβάζει μέρα νύχτα κι ύστερα να παίρνει τους δρόμους και να κάθεται στα μπαρ όπου δεν αντέχει για πολύ χωρίς διάβασμα. Όλος ο χωροχρόνος είναι στην διάθεσή της, και τα μάτια της τώρα είναι ορθάνοιχτα μετά από τόσα χρόνια αυτοματισμού. Ατημέλητη και ρακένδυτη, η «τρελή» Ρέμε, διαβάζει τα βιβλία της παντού, στο παγκάκι της άδειας πλατείας ή στο ύπαιθρο, μέχρι να πονέσουν τα μάτια της. Οι γυναίκες του οικισμού, γειτόνισσες, νεαρές χήρες, παρατημένες, μητέρες μόνες ή νοσοκόμες ανάπηρων συζύγων του εμφυλίου ή του αμίαντου, απορούν για το μόνιμο χαμόγελό της. Δεν έχουν ποτέ τους καταφύγει στα βιβλία «για να σταματήσουν την αγωνία του χαμένου χρόνου»· προτιμούν την πάντα αναμμένη τηλεόραση και  προτιμούν να ξεφυλλίζουν ανόρεχτα τα περιοδικά ή να μαντάρουν την κάπα της Παρθένου. «Το αλέτρι της τηλεόρασης είχε αφήσει χέρσα τα κεφάλια τους, πενήντα χρόνια παραχώρησης συνέθλιψαν το ηθικό τους και το μισό τους ένστικτο ανταρσίας· η ενορία πήρε το άλλο μισό».

Τα απρόσμενα βιβλία έπεσαν στα χέρια της σαν μία θεραπευτική ιεροτελεστία για να επουλώσουν μια πληγή που δεν μάτωνε από την επερχόμενη μοναξιά αλλά από τη συνειδητοποίηση μιας σοβαρής αλήθειας: πως η ζωή της έσβηνε, πως όλα ήταν λάθος από την αρχή, πως τίποτα δεν είναι καίριο εκτός από το πέρασμα του χρόνου. [σ. 179]

Στο μεταξύ σ’ ένα τυπογραφείο του Δήμου γράφεται ένα άλλο, διόλου μυθιστορηματικό κείμενο: ένας κανονισμός που θα διανεμηθεί σε όλα τα γραμματοκιβώτια του οικισμού. Κι ο κόσμος της Ρέμε είναι έτοιμος να ανατραπεί για δεύτερη φορά. Απαγορεύεται το κρέμασμα της μπουγάδας γιατί ασχημαίνουν οι δρόμοι. Οι κάτοικοι διατάζονται να απλώνουν τα ρούχα μέσα στα σπίτια τους. Η Ρέμε βγαίνει από την έκστασή της και διαβάζει μεγαλόφωνα το χαρτάκι στις περαστικές, ένα «Ζερμινάλ στο ιδίωμα της καθημερινής πλύσης». Ποιος τολμάει να ζητάει κάτι τέτοιο;

Οι γυναίκες εξέρχονται από την κοσμική τους αποξένωση και συμφωνούν ν’ αδειάσουν τα συρτάρια τους σε σκοινιά σαν πανηγυρικές σημαίες. Προτού νυχτώσει κάθε μπαλκόνι του οικισμού είναι γεμάτο «αναρχικά ρούχα». Ανεβασμένες πάνω σ’ επικίνδυνες σκάλες οι γυναίκες τεντώνουν τα σκοινιά από την μια πλευρά του δρόμου στην άλλη, για να κατασκευάσουν ένα δάσος από κρεμασμένα ρούχα, σαν μοντέρνα τέχνη ενός οργισμένου γκέτο. Νυχτικά, σεντόνια, ρούχα, χιτώνες της Μεγάλης Εβδομάδας ανεμίζουν σαν πολεμικά λάβαρα στη μέση των δρόμων. Οργανώνονται βάρδιες επιτήρησης – η Ρέμε αναλαμβάνει την νυχτερινή φύλαξη με μια λάμπα κι ένα βιβλίο. Ο οικισμός ξεσηκώνεται μόνος του, χωρίς πολιτικές συγκεντρώσεις ή υψωμένες γροθιές. Ο Πίο Μπαρόχα και οι άλλοι συγγραφείς ήταν αρκετοί.

Η επανάσταση είχε αρχίσει αλλά χρειάζεται και η απαραίτητη προπαγάνδα. Σ’ ένα διαμέρισμα στην άλλη άκρη της πόλης ένας ακτιβιστής και η σύντροφός του, ο Λεάνδρο και η Ελοΐζα, ούτως ή άλλως ονειρεύονται την καταστροφή του σύμπαντος. Εδώ ψυχογραφούνται περίφημα οι μονομανείς με τις προλεταριακές φαντασιώσεις που αδυνατούν να χαρούν ακόμα και τον ίδιο τον έρωτα αλλά και αναζητούνται στις δικές τους βιογραφίες τα κίνητρα της εξέγερσης. Άλλωστε αυτές ακριβώς οι φαντασίες πυροδοτούν τα πρώτα βήματα της. Ο ακτιβιστής εκστασιάζεται: μια αληθινή λαϊκή επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει από την πόρτα του σπιτιού του. Αυτός θα είναι ο διανοούμενος ταραχοποιός που έλειπε σε προηγούμενες καταστάσεις, αφού κάθε φορά περίσσευαν τα μπράτσα και οι πέτρες αλλά έλειπαν τα μυαλά και οι ιδέες. Δημοσιεύει τα δεδομένα σε μια σελίδα για κοινωνικές πρωτοβουλίες, ακολουθούν τα ειδικά έντυπα και μια βάση δεδομένων για διεθνή κινήματα αντίστασης.

Σε όλη τη χώρα αναδύεται ένα ρεύμα αλληλεγγύης – η πλατεία της Καταλωνίας περικυκλώθηκε με σεντόνια απλωμένα σε αυτοσχέδιες λόγχες, η Πουέρτα ντε Σολ είδε να ξαναφυτρώνουν οι σκηνές εκστρατείας του τότε – ενώ αντικαπιταλιστικά κινήματα σε άλλες χώρες τυπώνουν μπλουζάκια με το περίγραμμα ενός πουκάμισου απλωμένου στον ήλιο. Η είδηση διαρρέει στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, «ο οικισμός του Ιδρύματος επαναστατεί εναντίον της νέας διάταξης». Η τηλεόραση γνωρίζει καλά να μεγαλοποιεί τα γεγονότα, η ηθική της συμβαδίζει με την ακροαματικότητα. Μια τόσο μικροσκοπική και φωτογενής επανάσταση κι ένας αυτοδίδακτος διαφωτισμός δικαιώνει και διαφημίζει τον οικισμό. Η κοινωνική οργή ενώθηκε με την περιέργεια, ο οικισμός κυριεύτηκε από ένα εκστρατευτικό σώμα που μυρίστηκε εξέγερση: πανκς και ρέτρο-πανκς, Ινδιάνοι και πλείστοι οργανωμένοι ισοπεδώνουν την πλατεία για να κατασκηνώσουν, μια θορυβώδης στρατιά που τις νύχτες παίζει αφρικανικά τύμπανα σε γιορτές αδελφοποίησης.

Αλλά η υδροφόρα φυσιολογία της Ρέμε συνεχίζει να ρέει σαν ένα υδραυλικό κέντρο βαρύτητας. Αυτό που θα μπορούσε να της έχει προσφέρει αμέτρητους οργασμούς τώρα δεν βρίσκει τους απαραίτητους χειριστές, αλλά και πάλι τα βιβλία συνδράμουν και διεγείρουν τις ευαίσθητες ζώνες. Τα βήματα την οδηγούν μέχρι την δημοτική βιβλιοθήκη ακριβώς όπως οι τζάνκις οδηγούνταν στις αλάνες για την δόση τους. Αναζητά την ηδονή, επιθυμεί το σεξ που δεν είχε, μια ανάμνηση, μια δαγκωματιά, κάτι να έχει να θυμάται, δεν έχει καν για παρηγοριά το καταφύγιο ενός παρελθόντος με περιπέτειες σχεδόν παρθένα, όμοια με την κούκλα στο άρμα της αδελφότητας, δυο φορές παρθένα απ’ αυτήν και δυο φορές μητέρα δυο σταυρωμένων παιδιών [σ. 136]

Δυο πρόσθετοι ήρωες που μάλλον λειτουργούν παραπληρωματικά, ο Ντεβότο που βρίσκει παρηγοριά στην θρησκεία και ο Ρομάν ο Φερόμενος ταπεινωμένος ξυλουργός, ενδεικτικές μορφές για τον τρόπο που η εκκλησία διάβρωσε τις ψυχές στην φρανκική Ισπανία ή για την αιωνιότητα της μισογυνίας ή των κρυπτών ερωτισμών. Άλλοι δυο δικαιούνται μερικές σελίδες εφόσον άθελά τους τα ξεκίνησαν όλα: ο δημοτικός σύμβουλος που έγραψε την απαγόρευση και η «Μαινάδα» σύζυγός του, που αναζητούν κι αυτοί τον μέσω διαδικτύου πλουτισμό, εκθέτοντας στις οθόνες των υπολογιστών, φορώντας μάσκα φυσικά, τις ερωτικές περιπτύξεις ή διαστροφές που επιλέγουν οι χρήστες – θεατές.

Ο αγκιτάτορας διακαώς επιθυμεί να μετατρέψει το ξεχασμένο γκέτο σε προμαχώνα της πάλης των τάξεων, ακόμα και σε μια καινούργια προσοβιετική δημοκρατία. Αλλά φυσικά θέλει αυτός να εμφανιστεί ως νόμιμος εκπρόσωπος των εξεγερμένων, κι όχι η γριά μάγισσα, «ένα πέτρινο άγαλμα στις συνελεύσεις, ένα κλειστό στόμα Ινδιάνου αρχηγού». Ακολουθούν συναντήσεις, διαβουλεύσεις, ο δημοτικός σύμβουλος εκλιπαρεί ή προστάζει, η Ρέμε σιωπά, η εξέγερση είναι έτοιμη να μολυνθεί από έμπορους ναρκωτικών, κι εφόσον επανάσταση χωρίς πολιτοφύλακες δεν έχει νόημα, οι συγκρούσεις με τα μέσα καταστολής θα είναι σκληρές. Νεομαρξιστές και ιακωβίνοι, συνειδητοποιημένοι και ασυνείδητοι, όλοι συμμετέχουν με το μερίδιό τους στην «αναρχική φαντασίωση» και στο μυθιστόρημα του εξεγερμένου οικισμού. Δεν έχει σημασία αν η επανάσταση κινδυνεύει να εκτροχιαστεί στον λήθαργο της καθημερινότητας και στο ζεστό φαγητό ή αν οι ακτιβιστές θα αναζητήσουν άλλη μάχιμη αποικία. Ορισμένοι δεν εξαγοράζονται και επιλέγουν το τέλος που τους αξίζει.

Είναι σε κάθε σελίδα εμφανές πως ο συγγραφέας επιθυμεί να διηγηθεί την ιστορία του με την μέγιστη δυνατή λογοτεχνικότητα. Παίζει με τις λέξεις, τις ρίχνει σωρηδόν κάθε φορά, πρωτότυπες και αντι-κυριολεκτικές (οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις πράγματι κατακλύζουν την πρόζα του)· αλλάζει πρόσωπα και αφηγητές, βομβαρδίζει με επίθετα, εξαντλεί την παρατακτική σύνδεση. Ενίοτε μοιάζει να παραληρεί αλλά την ίδια στιγμή δεν βιάζεται καθόλου, καθώς ξεδιπλώνει με την ησυχία του τις ιστορίες του, τις διακλαδώνει, τους ξεφεύγει για να εστιάσει σε μικρο- και μακρο-περιβάλλοντα.

Το διακειμενικό του εύρημα σαφώς ενισχύει την πρόζα του, καθώς εντάσσει ανθολογημένα αποσπάσματα απολύτως ταιριαστά με όσα ήδη γράφονται, τα οποία δεν αποτελούν μόνο δείγματα των αναγνώσεων της Ρέμε αλλά και λειτουργούν ως διαλεκτική για την μαθητεία και την μεταμόρφωσή της. Πρόκειται για βιβλία των Πιο Μπαρόχα [ιδίως Ο διεστραμμένος αισθησιασμός, Κόκκινη αυγή, Κακό χορτάρι κ.ά.], Χοσέ Ορτέγα ι Γκασέτ [Η εξέγερση των μαζών], Αντόνιο Μπουέρο Βαγιέχο [Ιστορία μιας σκάλας] αλλά και των Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Βισέντε Μπλάσκο Ιμπάνιεθ, Πέρεθ ντε Αγιάλα, Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός, Ρουμπέν Νταρίο, Αντόνιο Ματσάδο, Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Μιγέλ ντε Ουναμούνο κ.ά.

Κρατώντας στον βασικό κορμό την αδιανόητη ιστορία της αξιολάτρευτης Ρέμε, την εγκαταλείπει κάθε τόσο για να ασχοληθεί με τις παράπλευρες βιογραφήσεις των δεύτερων χαρακτήρων, ενίοτε με ιδιαίτερες και μάλλον άσχετες με την βασική ιστορία λεπτομέρειες, ώστε να γνωρίζουμε ολόκληρη την πορεία όλων όσοι πρόκειται ή νομίζουμε πως θα συμμετάσχουν στην τελική φάση της εξέγερσης. Το τέλος τους βρίσκει όλους εξουθενωμένους, νικητές ή νικημένους, ακόμα κι εμάς τους αναγνώστες, που διαβάσαμε μια ιστορία πλήρους αληθοφάνειας αλλά και απατηλής ουτοπίας. Σε κάθε περίπτωση ο έρωτας συνδιαλέγεται με την επανάσταση, την εμπνέει ή την ακυρώνει, αλλά σε κάθε περίπτωση αποτελούν τις μέγιστες εξεγέρσεις.

Κι αυτά τα βιβλία που διάβασες, τι λένε; – Εξηγούν πώς είναι η ζωή, η αληθινή ζωή που εμείς δεν γνωρίζουμε – Καταραμένα να ’ναι! [Πίο Μπαρόχα, Κόκκινη αυγή]

Εκδ. Καστανιώτη, 2017, μτφ. από τα Ισπανικά Κλαίτη Σωτηριάδου, σελ. 282, [Pablo Guttiérez, Los libros repentinos, 2015].

Στις εικόνες, εκτός από τα «ανατρεπτικά βιβλία» του βιβλίου, επέλεξα δυο ώριμες υπό ερωτισμό γυναίκες της Paula Rego ως απολύτως ταιριαστές με την μορφή της Ρέμε δυο έργα του Andre de Loba και δυο αφίσες των ελεύθερων γυναικών μιας παράλληλης με το μυθιστόρημα Ιστορίας.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 220, με τίτλο Spanish Bombs, από άλλες διαχρονικές ισπανικές βόμβες.

07
Σεπτ.
17

Χαρτοπαίγνιο 21 ερωτήσεων

Το ιστολόγιο Περί λογοτεχνίας και άλλων δαιμονίων προσκάλεσε το Πανδοχείο σε χαρτοπαίγνιο 21 ερωτήσεων επί χάρτου λογοτεχνικού και βιβλιοδετημένου, εμπνευσμένο από το βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης…». Το ονόμασε Βιβλιοφαγικό Βlackjack και όρισε τις εξής οδηγίες: «Ας υποθέσουμε πως πρέπει να γεμίσετε μία βιβλιοθήκη που έχει 21 ράφια. Καθένα από τα ράφια αυτά αντιστοιχεί στις κατηγορίες που θα διαβάσετε παρακάτω. Σε κάθε ράφι πρέπει να τοποθετήσετε τουλάχιστον ένα  βιβλίο». Προσπαθήσαμε να ανταποκριθούμε με αυτόματη γραφή και χειροκίνητη ειλικρίνεια. Προηγήθηκαν και σταδιακά προστίθενται και άλλοι βιβλιοπαίκτες. Η πηγή της ανάρτησης εδώ.

1. Βιβλία που δεν είναι ανάγκη να διαβάσεις.

Όσα δεν με ερεθίζουν, ελκύουν, ενδιαφέρουν, εξεγείρουν. Όσα από τις πρώτες σελίδες μου προκάλεσαν ανία ή αδιαφορία.

2. Βιβλία που φτιάχτηκαν για άλλες χρήσεις και όχι για να διαβαστούν.

Τα λειτουργικά βιβλία των θρησκειών, παρόλο που συχνά περιέχουν περίλαμπρα κείμενα, ιδίως για τους περιπλανώμενους εκτός πίστεων σαν κι εμένα. Επίσης τα βιβλία «τέχνης» που απευθύνονται και στους απλούς ξεφυλλιστές. Αν δεν έχουν κείμενα, υποτίθεται, δεν διαβάζονται. Οι ειδικοί μας λένε ότι και χωρίς κείμενα διαβάζονται. Συνεπώς πρέπει να γράψουν κάποια κείμενα για να μάθουμε να διαβάζουμε την τέχνη χωρίς κείμενα.

3. Βιβλία που ήδη διάβασες χωρίς να κάνεις τον κόπο να τα ανοίξεις γιατί ανήκουν στην κατηγορία των ήδη διαβασμένων πριν ακόμα γραφούν.

Είναι εκείνα που μου φάνηκαν προβλέψιμα, σαν σενάρια αμερικανικών ταινιών. Τα οπισθόφυλλα άλλωστε (αν και παράγωγα πολλαπλών παραλλαγών του ίδιου κειμένου) τα προδίδουν. Η λογοτεχνία πήρε ό,τι πήρε από τον κινηματογράφο, δεν έχει άλλο. Αντίθετα, ο κινηματογράφος μπορεί διαρκώς ν’ απορροφά λογοτεχνίες.

4. Βιβλία που αν μπορούσες να ζήσεις περισσότερες ζωές θα διάβαζες ευχαρίστως, αλλά δυστυχώς οι μέρες που σου απομένουν να ζήσεις είναι αυτές που είναι.

Ολόκληρο το σώμα του ελληνικού και του παγκόσμιου θεάτρου. Εκεί ειπώθηκαν όσα ακόμα και η λογοτεχνία αποσιώπησε. Ολόκληρο το σώμα της φιλοσοφίας. Θα είχε ενδιαφέρον να δει κανείς τις διαδοχές και τις ρήξεις, ποιος αντέγραψε ποιον, τι άντεξε ως σήμερα, τι έμεινε χρήσιμο, τι αποδείχτηκε κενός λόγος.

5. Βιβλία που έχεις την πρόθεση να διαβάσεις, αλλά έχουν σειρά κάποια άλλα.

Συλλογές με κριτικές θεατρικών παραστάσεων γιατί μου ανοίγουν με ιδιαίτερους τρόπους την αναγνωστική μου ματιά και με ωθούν να αναζητήσω την εμπειρία τους. Και σκακιστικά βιβλία. Περιμένω να έρθει η στιγμή όπου σ’ ένα ανθρώπινο σπίτι θα έχω μόνιμα ανοιχτή την σκακιέρα και θα προσκαλούμαι στο μυαλό μερικών ευφυών σκακιστών.

6. Βιβλία που είναι πολύ ακριβά και που μπορείς να περιμένεις να αγοράσεις μισοτιμής.

Κατάλογοι εκθέσεων τέχνης. Μέγιστο απωθημένο, ιδίως αν περιλαμβάνουν και κείμενα. Όχι τόσο αυτά που αναλύουν τα έργα, όπου συχνά δεν καταλαβαίνω τίποτα, αλλά τα «άλλα». Φωτογραφικά λευκώματα σκοπευτών που εκτιμώ ή θεμάτων που αγαπώ. Λεξικά λέξεων και άλλων χρήσιμων υποκατάστατων.

7. Βιβλία που επίσης μπορείς να περιμένεις να αγοράσεις όταν επανεκδοθούν στις οικονομικές σειρές.

Τις αποφεύγω τις οικονομικές σειρές γιατί συνήθως έχουν φτηνιάρικα χαρτιά, εξώφυλλα χωρίς αυτιά, «τρία βιβλία σ’ ένα τόμο» και μικρό μέγεθος.

8. Βιβλία που μπορείς να ζητήσεις από κάποιον να σου δανείσει.

Πώς να δανειστώ βιβλίο εφόσον υπογραμμίζω και σημειώνω μανιωδώς;

9. Βιβλία που όλοι πια έχουν διαβάσει και άρα είναι σαν να τα έχεις διαβάσει κι εσύ.

Δυστυχώς δεν έχω το ίδιο γούστο με τους όλους. Το ίδιο παθαίνω και με την μουσική και μερικές άλλες μανίες. Κι έτσι αδυνατώ να συνυπάρξω σε μια ομόθυμη κοινωνία αναγνωστών.  Ακόμα κι όταν φιλικοί κύκλοι εκστασιάζονται με «σύγχρονες και παλιές επιτυχίες» παραμένω ο ιδιότροπος που δεν βρίσκει χαρά. Συνεπώς δεν προχωρώ στα περιεχόμενα των επιλογών τους.

10. Βιβλία που εδώ και πολύ καιρό έχεις στο πρόγραμμα να διαβάσεις.

Ας αντιγράψω ό,τι βλέπω στο σχετικό ράφι. Θανάσης Λάμπρου – Κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό [εκδ. Περισπωμένη]. Έντουαρν Σαΐντ – Εκτός τόπου [εκδ. Μεταίχμιο]. Χέρμαν Μπροχ – Βιργιλίου Θάνατος [εκδ. Gutenberg]. Στεφάν Οσμόν – Ανεξέλεγκτα στοιχεία [εκδ. Πόλις]. Νάσος Θεοφίλου – Ιστορίες του καζαμία [εκδ. Ύψιλον]. Όπως βλέπετε πρόκειται αντίστοιχα για ένα δοκίμιο, μια βιογραφία, μια κλασική μυθοπλασία, μια σύγχρονη μυθοπλασία και την τέχνη της γραφής των λίγων λέξεων. Συνήθως αυτές είναι τα «είδη» των τεσσάρων καθιερωμένων παράλληλων αναγνώσεων. Ευτυχώς τα νυχτερινά όνειρα δεν τηρούν αυτή την τετραπλή διάκριση και τις αναμειγνύουν σε ενιαίο χάος.

11. Βιβλία που ψάχνεις χρόνια και δεν βρίσκεις.

Μου λείπει το Αρχείον του Ν.Γ. Πεντζίκη από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις (πού να το ήξερα τότε που περιπλανιόμουν σχεδόν ανέστιος στην οδό Λαγκαδά ότι βρίσκονταν στο τέταρτο χιλιόμετρό της!). Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα  Το βιβλίο της εξορίας [εκδ. Πατάκη]. Τ.Ε. Λώρενς – Επτά στύλοι της σοφίας [εκδ. Εστία]. Σαμ Σέπαρντ – Το μεγάλο όνειρο του παραδείσου [εκδ. Καστανιώτη]. Επίσης, με αφορμή ένα κείμενο που γράφω εδώ και χρόνια, Τζουνιτσίρο Τανιζάκι, Το ημερολόγιο ενός τρελού γέρου [εκδ. Καστανιώτη] και Πέπη Ρηγοπούλου, Το σώμα [εκδ. Πλέθρον].

12. Βιβλία που αφορούν κάτι με το οποίο ασχολείσαι αυτή την περίοδο.

Απολαμβάνω το δίτομο έργο του Σάββα Κονταράτου – Ουτοπία και πολεοδομία [εκδ. ΜΙΕΤ]. Όπως αντιλαμβάνεστε, με ενδιαφέρουν αμφότεροι οι κόσμοι που τελικά συνυπήρξαν σε ιδανικές έως και εξωφρενικές εκδοχές.

13. Βιβλία που θέλεις να αγοράσεις για να τα έχεις στη διάθεσή σου για κάθε περίπτωση.

Βιβλία θεωρίας και κριτικής της λογοτεχνίας για το ενδεχόμενο της έντονης επιθυμίας να αναζητήσω μια διαφορετική ερμηνεία πάνω σ’ ένα έργο. Συλλογές από θεατρικές κριτικές για έργα που μπορεί κάποια στιγμή να δω.

14. Βιβλία που θα μπορούσες να τα βάλεις κατά μέρος για να τα διαβάσεις ίσως το καλοκαίρι.

Το καλοκαίρι ταξιδεύω πάντα διπλά και το δεύτερο ταξίδι γίνεται μέσω ενός ταξιδιωτικού βιβλίου. Φέτος διάβασα τα Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες, τ. Β΄ του Φώτη Τερζάκη [εκδ. Πανοπτικόν]. Για του χρόνου έχω σημειώσει την Ίζαμπελ Έμπερχαρντ – Με την άμμο στα μάτια [εκδ. Νάρκισσος].

15. Βιβλία που σου λείπουν για να τα βάλεις δίπλα σε άλλα στη βιβλιοθήκη σου.

Η βιβλιοθήκη μου ακολουθεί μια πλήρως πρακτική, σχεδόν πεζή ταξινόμηση και χωρίζεται σε δυο μέρη: διαβασμένα και αδιάβαστα. Τα διαβασμένα χωρίζονται σε άλλα δυο μέρη: εκείνα που απόλαυσα και τα υπόλοιπα που πρέπει για κάποιο λόγο να κρατήσω. Τα αδιάβαστα χωρίζονται σε τέσσερα μέρη: εκείνα που σκοπεύω να παρουσιάσω στο Πανδοχείο, εκείνα που θα μου χρησιμεύσουν για το βιβλίο που υποκρίνομαι πως γράφω, εκείνα που επιθυμώ να διαβάσω χωρίς σκοπιμότητες και τα άλλα που περιμένουν το κάλεσμα της κατάλληλης περίστασης. Συνεπώς αντιλαμβάνεστε πως η σειρά διαρκώς αλλάζει κι όλα βρίσκονται εκτός εντεταλμένης θέσης.

16. Βιβλία που σου εμπνέουν μια ξαφνική φρενιασμένη και όχι εύκολα δικαιολογήσιμη περιέργεια.

Από φρενιασμένη περιέργεια άλλο τίποτα. Αλλά ως απελπιστικά αναλυτικός διαπιστώνω ότι αμέσως σπεύδω να την δικαιολογήσω. Με ενδιαφέρει η συνομιλία της λογοτεχνίας με άλλες, φαινομενικώς ασύμβατες τέχνες, όπως η ναοδομία, η νομική, η θεολογία, η συγκοινωνιολογία.

17. Βιβλία που διάβασες πριν πολλά χρόνια και ήρθε πια ο καιρός να ξαναδιαβάσεις.

Τα έχω έτοιμα πλην υπό διαρκή αναβολή. Η κορυφαία συνεργασία του Χόρχε Λουίς Μπόρχες με τον Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες, Έξι προβλήματα για τον Δον Ισίδρο Παρόδι [εκδ. Ύψιλον]: ευφυείς αστυνομικές ιστορίες που δεν συμπεριλήφθηκαν στις πρόσφατες εκδόσεις των Απάντων του Μπόρχες. Επίσης Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα του Νίκου Νικολαΐδη [εκδ. Greekworks.com]. Θα διαβάσω το πρώτο αργά, ως μαθητευόμενος ιδιωτικός ντέτεκτιβ και το δεύτερο βουλιμικά, ως συνομιλητής κάποιου που έφυγε αλλά δεν έφυγε.

18. Βιβλία που πάντα έλεγες ότι έχεις διαβάσει και ήρθε πια ο καιρός να διαβάσεις αληθινά.

Μου ζητάτε να αναιρέσω τα ψέματά μου;

19. Καινούργια βιβλία των οποίων το θέμα ή ο συγγραφέας σε ελκύουν.

Θέμα: μια γηραιά ηρωίδα με καταιγιστικό ερωτισμό που εξεγείρεται μέσα από την ανάγνωση δεκάδων βιβλίων σε κάποιον θλιβερό οικισμό μιας φασιστικής χριστιανικής μεσογειακής χώρας [Πάμπλο Γκουτιέρεθ – Τα ανατρεπτικά βιβλία, εκδ. Καστανιώτη].

20. Βιβλία των οποίων ο συγγραφέας ή το θέμα δεν είναι νέα για σένα.

Συγγραφέας: Ο Αντρέ Ζιντ δεν είναι νέος για μένα, εφόσον απόλαυσα την Στενή Πύλη πολύ νέος σε μια αρχαία έκδοση. Τώρα με την νέα έκδοση των Κιβδηλοποιών απολαμβάνω το βάθος ενός σπάνιου πνεύματος [εκδ. Πόλις].

21. Βιβλία των οποίων ο συγγραφέας ή το θέμα είναι εντελώς άγνωστα, τουλάχιστον για σένα.

Αμφότερα αποτελούν μόνιμη αναγνωστική πρόκληση. Μόλις ξεκίνησα την μελέτη του Freddy Decreus για την Τελετουργία στο Θέατρο του Θεόδωρου Τερζόπουλου [εκδ. Άγρα]. Μπαίνω με άγνωστο οδηγό στον εξίσου άγνωστο κόσμο ενός ιδιαίτερου θεάτρου που όμως έχω την αίσθηση ότι με αφορά άμεσα.

Στις εικόνες, οκτώ από τους προσφιλέστατους συγγραφείς μπροστά από ακατάστατα ράφια (Camilo Jose Cela) ή κλειστά ρολά (Julio Cortázar), μέσα σε χαώδη δωμάτια (Jose Lezama Lima) και χωρίς συντροφιά (Juan Carlos Onetti) αλλά πάντα με την σκέψη της γυναίκας (Malcolm Lowry) και την ετοιμότητα για όλους τους σταθμούς των τραίνων (Ricardo Piglia) ή την επίκληση άλλων τεχνών (Alasdair Gray). Απαραίτητες προφανώς προϋποθέσεις για τις γραφές που μας έχουν φέρει σ’ αυτή την κατάσταση.

29
Αυγ.
17

Μαρία Στεφανοπούλου – Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας

Ιστορία και Βία, Ζωή και Έρωτας: όψεις ιδιαίτερων βιβλίων

Πρόκειται για μια από τις πλέον αξιανάγνωστες συλλογές δοκιμίων που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο η ίδια η θεματολογία (ο αέναα διαγραφόμενος κύκλος ζωής και θανάτου, ο έρωτας και η πάλη των δυο φύλων, η πολύπαθη σχέση Ανατολής Δύσης,  ή βία και η εκδίκηση σε διαφορετικές ιστορικές καμπές, και όλα κάτω από τον ήλιο και το σκοτάδι της Ιστορίας αλλά την σκέπη της λογοτεχνίας και της μη μυθοπλασίας) όσο και η ενασχόληση με λιγότερο γνωστούς έως άγνωστους στα καθ’ ημάς λογοτέχνες που έχουν καταθέσει περίφημα γραπτά που εδώ πέρασαν απαρατήρητα, όπως άλλωστε και η ίδια αυτή συλλογή.

Πολλά τα ερεθιστικά κεφάλαια, αλλά έσπευσα πρώτα στο κείμενο του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Victor Segalen, από ένα προσωπικό ενδιαφέρον για τον αποκαλούμενο «εξωτισμό» και όλα τα σχετικά συμφραζόμενα. Συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, αρχαιολόγος, γιατρός, ναυτικός, αισθητής, σινολόγος και εθνογράφος, ο Σεγκαλέν ήταν πάνω απ’ όλα ο εμπνευσμένος μοναχικός λογοτέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα, ο οποίος έζησε με μοναδικό τρόπο, τόσο μέσα στο έργο του όσο και στην ίδια του τη ζωή, την συγκινησιακή και σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωση που προκαλούσε τότε το ταξίδι ενός Ευρωπαίου στις μακρινές χώρες της Ασίας, της Ωκεανίας, της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής· μια εμπειρία που, από «μακρινό ταξίδι», μετατράπηκε γι’ αυτόν σε «ταξίδι στο βάθος του εαυτού του». Για τον Σεγκαλέν, η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του.

Το εκλεκτικό έργο του για μισό περίπου αιώνα είχε μείνει προσιτό μονάχα στους λίγους και ο «εξωτισμός» και οι πρωτοποριακές του ιδέες άργησαν να εκτιμηθούν, μέχρι που έφτασαν σήμερα να θεωρούνται πρόδρομοι της σύγχρονης εθνολογίας και ανθρωπολογίας. Ακόμα και το ίδιο το ημερολόγιο δίνει μιας ψευδή εικόνα του εαυτού μας, γι’ αυτό και κατέστρεψε λίγο πριν πεθάνει εκείνο που κρατούσε επί δεκατέσσερα χρόνια. Σε αντίθεση με το πρότυπό του, τον Πωλ Γκωγκέν, έμεινε ένας παθιασμένος εξερευνητής του αλλού. Είχε το πάθος του στοχαστή που θα εκφραστεί με την δύναμη των λέξεων, μέσα από τις οποίες θα αναζητήσει τα όρια του πραγματικού και του μη πραγματικού. Πίστευε ότι οι λέξεις έχουν μια αξία ανώτερη από τα πράγματα και την αναπαράστασή τους κι ότι χάρη σε αυτές το πλασματικό μεταφέρεται αλάθευτα στον κόσμο του πραγματικού.

Με την διατριβή του στις Νευρώσεις στην σύγχρονη λογοτεχνία ήθελε ακριβώς να επισημάνει πόσο σημαντικό χώρο κάλυπταν οι ψυχικές διαταραχές στην λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα και να προσδιορίσει την αξία αυτών των νέων «καλλιτεχνικών υλικών». Ένθερμος υπερασπιστής των συναισθήσεων, αποσαφήνισε ότι πρόκειται για δυναμικά μέσα της τέχνης και επεδίωξε να τις καταχωρίσει στην υγιή όψη του κόσμου, να τις αναδείξει σε θαμαστό μέσο διερεύνησης του αισθητού και του εφήμερου, μέσο επιστροφής στη ζωή και στην απόλαυση.

Ευτυχώς ο Σεγκαλέν δεν έμεινε έγκλειστος των ωραίων ιδεών. Άθεος, εναντίον κάθε μορφής ηθικής, εκλεπτυσμένος αισθητής και ιδανικός νιτσεϊκός επαναστάτης, ήταν έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στην τέχνη και την χαρά της φυσικής απόλαυσης. Έφτασε ως την Ωκεανία όχι για να γράψει «λογοτεχνία των αποικιακών εντυπώσεων»· τον ενδιέφερε όχι η αντίδραση του ταξιδιώτη μπροστά στο ξένο περιβάλλον, αλλά του περιβάλλοντος όταν έρχεται σε επαφή με τον ταξιδιώτη. Κι αν ο εξωτισμός είναι η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης.

Η τριλογία της σιωπής αναφέρεται στην Ingeborg Bachmann, στα έργα της οποίας γινόμαστε μάρτυρες ενός συνειδητού και επώδυνου κατακερματισμού του γυναικείου εγώ, εκείνης της βασανιστικής και ταπεινωτικής απώλειας ταυτότητας, η οποία σηματοδοτεί την ήττα μάλλον παρά την επιβεβαίωση μιας γυναικείας χειραφέτησης. Η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης ήταν και είναι πάντα πολύ πιο σκοτεινή και αδιέξοδη από όσο μας φαινόταν μέσα από τις εξάρσεις του φλογερού φεμινιστικού κινήματος, ενώ τα περίφημα «κατακτημένα» γυναικεία δικαιώματα βιώνονται μάλλον ως τιμωρία και εις βάρος των «χειραφετημένων» γυναικών, παρά σαν ειδυλλιακή επιβράβευση της ισότητας των δυο φύλων.

Το λογοτεχνικό της έργο γεννήθηκε από την οδυνηρή σύγκρουση της λήθης με την μνήμη. Η στιγμή που, σύμφωνα με τα λόγια της κατέστρεψε την παιδική της ηλικία ήταν η εισβολή του χιτλερικού στρατού στην πόλη της. Η προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ θα προκαλέσει αργότερα την εξορία της συγγραφέως, που εναντιώνεται στην προδοτική πολιτική της πατρίδας της. Όλη η ντροπή μαζεύεται μέσα μου επειδή κανείς άλλος δεν τη νιώθει, θα πει η ηρωίδα της Φράντσα. Η φράση του Βίτγκενσταϊν πρέπει να αποσιωπήσουμε εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί, σηματοδότησε το τέλος της ποιητικής γραφής και την αρχή μιας δεκάχρονης σιωπής που διέκοπταν σποραδικές δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων. Η σιωπή της δεν ήταν η σιωπή του συγγραφέα αλλά η σιωπή του ποιητή που αδυνατεί να δεχτεί τον εαυτό του έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τον προσδιορίζει, γράφει η Στεφανοπούλου.

Η θηλυκότητα των ηρωίδων της, βιωμένη ως έλλειψη, ως απώλεια, ελάττωμα ή  τραύμα μέσα σε έναν προκατασκευασμένο αντρικό κόσμο, άλλοτε ως απόγνωση και συγχρόνως τεράστια ψυχική δύναμη, αποτελεί τη μόνιμη έγνοια της συγγραφέως. Η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας αποτελεί εκείνη τη νέα δυνατότητα η οποία δείχνει, αν όχι τόσο τις λύσεις και τους δρόμους, τουλάχιστον τις σημασίες και μετατρέπει την εμπειρία του κατακερματισμού και της «ήττας» σε αισιόδοξο μήνυμα.

Σαγηνευτική η παρουσίαση του γαλλόφωνου Ελβετού συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν [Denis de Rougemont] με αφορμή τη μελέτη του Οι μύθοι του έρωτα. Ο συγγραφέας υπήρξε διαλλακτικός σύνδεσμος ανάμεσα σε διαφορετικούς πόλους της παρισινής διανόησης και αποτέλεσε επιδραστικό παράδειγμα «στρατευμένου συγγραφέα» με βασική αρχή του να μην ανήκει σε κανένα πολιτικό κόμμα, παράταξη ή ιδεολογία. Καλλιέργησε έναν πνευματικό ρεαλισμό στο πλαίσιο της περσοναλιστικής ανθρωπολογίας, εναντιωνόμενος στον τρόμο της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και ασκώντας εξαρχής κριτική στον ακρωτηριασμένο ρεαλισμό του κομμουνισμού. Με την λήξη του πολέμου ήταν πεπεισμένος για την παταγώδη χρεοκοπία των συγκεντρωτικών κοινωνικών συστημάτων και του κρατικοποιημένου εθνικισμού.

Στο επίκεντρο των γραπτών του βρίσκεται η απόλυτη αξία του προσώπου, είτε πρόκειται για τον έρωτα είτε για την κοινότητα ως μοντέλο κοινωνικού συστήματος, χάρη στο οποίο η κοινότητα των μαζών, που εξουδετερώνει την αξία του ατόμου, χάνει τα αρνητικά της χαρακτηριστικά. Στους μύθους του έρωτα ο Ρουζμόν εξετάζει τον ερωτισμό υπό το φως της θρησκευτικής του καταγωγής και των μεταφυσικών σκοπών του. Ο έρωτας αναδεικνύεται σε πνευματική στάση, σε μια ανώτερου τύπου ζωή, ενώ η σεξουαλικότητα (λέξη που εμφανίζεται στον Κίρκεγκωρ το 1843) παύει να είναι το «ταπεινό ένστικτο» και «στρατεύεται με τους πνευματικούς σκοπούς της ψυχής».

Η Στεφανοπούλου εκκινεί από κάποιο βιβλίο και εμβαθύνει τόσο στην πρόζα όσο και στην ευρύτερη λογοτεχνική φυσιογνωμία του εκάστοτε συγγραφέα. Δυο βιβλία του Adalbert Stifter την οδηγεί στα μονοπάτια μιας συνεχούς επιστροφής μέσα από τον ιδιότυπο μεταρομαντισμό του συγγραφέα· μέσα από τα διηγήματα ανάγνωση του Ίταλο Σβέβο ερευνά τις περιπέτειες της συνείδησης και τον υπαλληλικό βίο στην λογοτεχνία· στα αντίστοιχα του Γκυ ντε Μωπασσάν αναζητά τον αισθησιασμό ενός κλασικού και τον σύγχρονο βίο· σε ολόκληρο το έργο της Ελένης Λαδιά εντοπίζει τον νόστο και την οικουμενικότητα. Το κείμενο για την Claude Pujade-Renault αγγίζει έναν ομηρικό μύθο στον γαλλικό 17ο αιώνα, οι τύχες του Τηλέμαχου ανευρίσκονται στο έργο του Fenelon, μέσα από την  Dacia Maraini μελετάται η γυναικεία συνείδηση και το ιστορικό μυθιστόρημα.

Τα τρία δοκίμια για το θέατρο φέρνουν κοντά δυο τραγωδίες, την ευριπίδεια Άλκηστη και τον σαιξπηρικό Άμλετ,σε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ τους αλλά και με τα έργα Η Μηχανή Άμλετ και Περιγραφή εικόνας του Χάινερ Μύλλερ. Στον αρχαίο μύθο η Άλκηστη δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα· ο θάνατος δεν είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Στο δεύτερο έργο του Μύλλερ, η νεκρή γυναίκα επιστρέφει μοιραία και υποτακτικά στον θύτη της. Η επανάληψη της σεξουαλικής πράξης και του φόνου είναι ένας διαρκής αγώνας, όπου ο θάνατος και η ανάσταση της νεκρής ανακυκλώνονται. Ο μπρεχτικός Μύλλερ αντιλαμβάνεται το θέατρο ως τόπο διαλόγου με την Ιστορία. Άραγε τι συγκρατεί η συνείδηση απ’ όσα βλέπει να συμβαίνουν ξανά και ξανά;

Η βία πάντα παρούσα στην Ιστορία του φασισμού και του πολέμου αναπτύσσεται σε δυο εξίσου σημαντικά κείμενα: «Δεν είμαστε οι τελευταίοι»: Καλάβρυτα 1943, Σρεμπρένιτσα 1995, Μαδρίτη 2004 και Η γενοκτονία των Εβραίων δεν ήταν «γερμανικά αντίποινα». Διάλογος με το βιβλίο της Οντέτ Βαρών-Βασάρ.  Όλα τα κείμενα, που αποτέλεσαν εισαγωγή ή επίμετρο σε βιβλία που επιμελήθηκε η συγγραφέας ή δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εκκύκλημα, Αντί, Ο Πολίτης, Νέα Εστία, The books’ journal, και στην εφημερίδα Αυγή, συνδέονται με αδιόρατα πλην συνεκτικά νήματα, τα ίδια που κινούν και όλους τους προαναφερθέντες στην εισαγωγή τομείς της ανθρώπινης ζωής, όπως εκτενώς προτείνει  Το φως και η σκιά του, ο εκτενής πρόλογος της συγγραφέως.

Εκδ. Αρμός, 2015, σελ. 456

Στις εικόνες: Victor Segalen [2], Ingeborg Bachmann, Denis de Rougemont, Heiner Mueller, Μαρία Στεφανοπούλου.

26
Αυγ.
17

Φρέαρ τεύχος 19 (Ιούλιος 2017)

Είναι πλάνη να αναζητούμε την αντικειμενικότητα στην Ιστορία. Και αυτό, διότι όταν μελετάμε, ερευνούμε ή γράφουμε την Ιστορία, δεν είμαστε αεροστεγώς κλεισμένοι σε ένα γραφείο, αλλά αντιθέτως μέλη του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Είναι προτιμότερο να αναζητήσουμε την επιστημονική επάρκεια και την εγκυρότητα του κειμένου ή του εκάστοτε γράφοντος…

… γράφει ο Δημήτρης Μαλέσης σε κείμενό του για την διδασκαλία της Ιστορίας τη Μέση Εκπαίδευση, όπου και καταθέτει δέκα συν μια προτάσεις για συζήτηση. Πρόκειται για μια από τις καταθέσεις του αφιερώματος στα «σπουδαία άχρηστα», δηλαδή στη διδασκαλία των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σύγχρονο σχολείο και στην κρίση που διέρχονται. Μετά το εισαγωγικό σημείωμα του Μιχάλη Πάγκαλου, ο Κώστας Ανδρουλιδάκης ανοίγει έναν διάλογο για την φιλολογική κατάρτιση και την επάρκεια των μελλοντικών φιλολόγων, όπου περιγράφει δυο από τα κυριότερα σχετικά προβλήματα, ερευνά τα γενικά και τα ειδικότερα αίτια και διατυπώνει ενδεικτικές – προκαταρκτικές προτάσεις.

Μεγάλωσα με την Αντιγόνη, όχι με αποκόμματα φυλλαδίων, μας θυμίζει τα λόγια της Jacqueline de Romilly η Νατάσα Μερκούρη, αναφερόμενη στον «αθέατο κόσμο των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σχολείο». Εδώ αποδεικνύεται χρήσιμος ο ορισμός του Sir Ken Robinson για την δημιουργικότητα ως εφαρμοσμένη φαντασία και την εξειδικεύει ως την δεξιότητα που θα βοηθήσει τα παιδιά να ακολουθούν με ευκολία στην κάθε αλλαγή, ενώ η καινοτομία με την σειρά της είναι εφαρμοσμένη δημιουργικότητα, η υλοποίηση νέων ιδεών, ωφέλιμων, που πιθανώς θα έρθουν σε ρήξη με προηγούμενες κατεστημένες ιδέες. Ο Μιχάλης Πάγκαλος επανέρχεται με ένα εκτενές κείμενο που μελετά σχέσεις και συνδέσεις μεταξύ Φιλοσοφίας και Δημοκρατίας κ.ά.

Ο ποιητικός φάκελος του τεύχους περιλαμβάνει μια ανθολογία της σύγχρονης μεξικανικής ποίησης από τον σημαντικότερο εν ζωή Μεξικανό ποιητή Εντουάρντο Λισάλντε (1929) ως τον νεότατο Ανταλαμπέρτο Γκαρσία Λόπες (1991), ανθολογία που ετοίμασε ειδικά για το Φρέαρ ο ποιητής Αλί Καλντερόν και προλογίζει ο σπουδαίος ποιητής και κριτικός Μάρκο Αντόνιο Κάμπος. Διηγήματα καταθέτουν οι Ανδρέας Μήτσου, Γιώργος Χαβουτσάς, Θεόδωρος Ε. Παντούλας, Θεοδόσης Ν. Νικολαΐδης, Νατάσα Κεσμέτη, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Ελένη Αναστασοπούλου. Στα ράφια της ποίησης βρίσκουμε ένα ανέκδοτο ποίημα της Όλγας Σεντάκοβα που παραχώρησε ειδικά για το Φρέαρ και πολλές άλλες ποιητικές εγγραφές (Πάνος Κυπαρίσσης, Αγγελική Σιδηρά, Χάιμε Σίλες, Σίντνεϋ Κίηζ, Τατιάνα Ζίτκοβα, Γουώλτερ Κουρονίσι).

Χρειαζόμαστε μια φιλοσοφία που θα είναι πιο κοντά στην επιστήμη παρά στην λογοτεχνία, διατείνεται (επιτέλους) ο Ρίτσαρντ Σουίνμπερν σε συνομιλία του με τον Διονύση Σκλήρη), ενώ σε μια άλλη απολαυστικό συνέντευξη (στον Αλέξανδρο Αηδώνη) ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά περί παντός επιστητού, από την ειρωνεία του θανάτου και της αιωνιότητας στα ποιήματά του μέχρι τις μουσικές του ανησυχίες. Δημοσιεύοται ακόμα μια ξεχασμένη (δημοσιευμένη) συνέντευξη του Γιώργου Σεφέρη στον Στέλιο Αρτεμάκη κι ένα ανέκδοτο κείμενο του Γιάννη Κοντού.

Το Φρέαρ προβληματίζεται για την κατάπτωση της σύγχρονης Αμερικής του Τραμπ, ο Γιώργος Κεντρωτής εκφράζει τις σκέψεις του μετά την νέα ανάγνωση του βιβλίου Αθλιότητα και αίγλη της μετάφρασης του Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασέτ, ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος μοιράζεται ένα ενδιαφέρον περιστατικό διορθωτικής συμβολής των αναγνωστών, ο Λάκης Παπαστάθης μας γνωρίζει ένα άγνωστο φετινό περί θεάτρου βιβλίο για τον Ίψεν στην ελληνική σκηνή, ο Κώστας Θεριανός εκκινεί το κείμενό του από την ρήση του Καρλ Κράους Ένα ποίημα είναι καλό έως ότου μάθεις ποιος το έγραψε. Οι εκλιπόντες του 2017 (Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Σπύρος Ευαγγελάτος, Πιερρέττα Λορεντζάτου, Τάσος Καρβέλης) συνεχίζουν να υπάρχουν σε κείμενα που τους θυμούνται.

Σε ένα από τα πλέον φορτισμένα κείμενα του περιοδικού ο Δημήτρης Αγγελής καταθέτει το δεύτερο μέρος από τις Σελίδες του Ημερολογίου του την γνωριμία του και την μαθητεία του δίπλα στον Κώστα Ε. Τσιρόπουλο. Εκτός από τιμητική σπονδή το κείμενο αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον χρονικό για το πώς λειτούργησε ένας πνευματικός κύκλος ανθρώπων αλλά κυρίως παρουσιάζει ένα υπόδειγμα μιας διδασκαλικής και μυητικής σχέσης που σήμερα φοβάμαι πως δεν υπάρχει.

[σελ. 231 – 458]

Στις εικόνες: Eduardo Lizarde, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος.




Νοέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Blog Stats

  • 875,680 hits

Αρχείο