Archive for the 'Λογοτεχνία' Category

01
Ιαν.
20

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 2: Οι ερωτοτροπικές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 13 (Ιανουάριος 2020), εδώ

XΙI. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 2: Οι ερωτοτροπικές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες στις κινηματογραφικές ταινίες και μυείται στα μυστικά τους.

Βυθισμένος όλο και πιο βαθιά στις σκοτεινές αίθουσες ήταν θέμα χρόνου να συναντηθώ με τον Ντερκ Μπόγκαρντ. Τον είδα να υποφέρει τον δικό του Θάνατο στην Βενετία για έναν απαγορευμένο πόθο, και, γοητευμένος από τον ατέλειωτο, εξομολογητικό του λόγο αλλά και την απελπισμένη πλην αξιοπρεπή μορφή του, αποφάσισα να τον ακολουθήσω. Μήπως και εγώ δεν ζούσα εν κρυπτώ ένα ανέκφραστο, κατακριμένο πάθος;  Μοιραζόμασταν ακριβώς την ίδια ανέχεια: είχαμε ανακαλύψει την ενσάρκωση της τέλειας ομορφιάς, εκείνο που θεωρούσαμε ως απόλυτο κάλλος και δεν μπορούσαμε να το αποκτήσουμε· με την διαφορά ότι εκείνος το είχε βρει σ’ έναν άνθρωπο ενώ εγώ στα πόδια αμέτρητων απροσπέλαστων κοριτσιών. Μπορεί οι χαρακτήρες του να μου έδιναν κάποια ιδέα, μια στωική οδό αντοχής· και μου άρεσαν ιδιαίτερα οι εκφράσεις του προσώπου του, ιδίως εκείνη η αδιόρατη ευγένεια που επανέφερε μια χαμένη αρσενική ωραιότητα χωρίς να κρύβει το θλιμμένο της βλέμμα.

Συνδεθήκαμε με ιδιαίτερο τρόπο όταν πήρα την θέση του στο ΑτύχημαΔυστύχημα;) του Joseph Losey· ήταν 1967 κι ήμουν ένας φτασμένος καθηγητής της Οξφόρδης, περιτριγυρισμένος από βιβλιοθήκες, γεμάτες με βιβλία τακτοποιημένα όπως κι η ζωή μου. Με έλεγαν Στήβεν κι ήμουν ένας αγαπητός σύζυγος και δάσκαλος. Αλλά ύστερα από τόση μελέτη έπρεπε να γνωρίζω πως τα ανθρώπινα ένστικτα κοχλάζουν κάτω από τις ήρεμες επιφάνειες και γίνονται δηλητήριο που κυλάει στις φλέβες, έτοιμο να βγει ως λέξεις ή σιωπή, ακριβώς όπως συνήθιζε να τα καταγράφει ο Χάρολντ Πίντερ σε ανελέητα σενάρια – τώρα και σ’ εμένα.

Είχα, λοιπόν, καταγοητευτεί από μια φοιτήτριά μου, την Άννα. Δεν ήξερα αν ήταν η αυστριακή, όπως και η καταγωγή της, ψυχρή ομορφιά ή το άλεκτο που μας απορροφά στον έναν και όχι στον άλλο άνθρωπο. Σημασία έχει ότι όταν το αυτοκίνητό της συνετρίβη έξω από το απομονωμένο μου σπίτι αφήνοντας νεκρό τον φίλο της και φοιτητή μου Ουίλλιαμ, αποφάσισα να την προστατεύσω, για να μην θεωρηθεί υπεύθυνη για τον θάνατό του. Την ξάπλωσα στο κρεβάτι και κοιτούσα τα πόδια της μέσα στο λευκό καλσόν· φορούσε μόνο το ένα παπούτσι, που νωρίτερα είχε πατήσει πάνω στο κεφάλι του οδηγού, για να βγει έξω από τα συντρίμμια. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τα παρατηρούσα. Σε μια βαρκάδα των τριών μας είχα εστιάσει στα γόνατα και τις μασχάλες της, με υπόκρουση τον ήχο του νερού, ενώ στην απέναντι όχθη ένα ζευγάρι απολάμβανε τον έρωτά του· το κορίτσι φυσικά ήταν ξυπόλητο. Κανονικά εμείς έπρεπε να βρισκόμαστε εκεί, στην άλλη πλευρά, που το χορτάρι πάντα είναι πιο πράσινο.

Ξεκίνησα την ιστορία από το τέλος, εφόσον έτσι διάλεξε ο σκηνοθέτης για να σπάει τις μονότονες γραμμικές ζωές μας. Φαίνεται πως για την Άννα αποτελούσα μόνο το ένα τρίτο της προσοχής της: εκτός από μένα και τον Ουίλλιαμ, την επιθυμούσε και ο δημοφιλέστερος από εμένα συνάδελφός μου Τσάρλι. Κι εκείνη βρισκόταν απλώς εκεί, γοητευτική κι αινιγματική, χωρίς να εκδηλώνει κάποια ιδιαίτερη προτίμηση. Ήταν μια γυναίκα σε αναμονή, που αλλάζει τους άλλους χωρίς να μεταβάλλεται η ίδια.

Ένα βράδυ πήγα και βρήκα μια παλιά μου ομόκλινη, αναζητώντας κάποια πρόσκαιρη λήθη. Όταν επέστρεψα σπίτι, κάθισα σε μια καρέκλα στο χολ, εξαντλημένος, γνωρίζοντας πως θα ξαναβρώ την ταραχή που άφησα πίσω. Εκείνο που δεν περίμενα ήταν το τρίξιμο στα σκαλιά που οδηγούσαν στην κρεβατοκάμαρα, μαρτυρώντας κάποια παρουσία. Είδα τον Τσάρλι και προς στιγμήν ανακουφίστηκα· είχε τα κλειδιά και δεν έμοιαζε να στενοχωριέται από τον αιφνίδιο ερχομό μου. Αλλά μια άλλη μορφή κατέβαινε αργά τα σκαλοπάτια. Στο μισοσκόταδο δεν φαίνονταν παρά τα γυμνά της πόδια κι ύστερα το στενό παντελόνι της. Ήταν εκείνη. Και τα πόδια της περίτρανα μαρτυρούσαν την ερωτική πράξη. Έδειξα την συντριβή μου αλλά δεν είχα κανένα δικαίωμα να κάνω σκηνή. Η Άννα είχε κάνει την επιλογή της. Ψέλλισα πως είμαι θυμωμένος και πήγα στην κουζίνα.

Με ακολούθησαν· η Άννα στάθηκε στην πόρτα, πάντα ξυπόλητη. Ο Τσάρλι με ενημέρωσε ότι με είχε προειδοποιήσει με γράμμα και πήγε να το φέρει. Το ταχυδρομείο είχε αφήσει κι ένα άλλο γράμμα: της γυναίκας του Λώρα προς εμένα. Με ανάγκασε να το ανοίξω, τον αγνόησα και άρχισε να διαβάζει την εμπιστευτική παράκλησή της να τον απομακρύνω από την Άννα. Τώρα βρισκόμουν εγώ σε άμυνα. Φαινόταν πως συμμαχούσα με την γυναίκα του, έμπιστος σε αυτήν αντί για τον φίλο μου. Για να ολοκληρώσει τον εξευτελισμό μου άρχισε να τρώει από την ομελέτα μου. Δεν ξέρω ποιος μαζοχισμός μ’ έκανε να ανέβω διαλυμένος στο δωμάτιο για να δω τα πειστήρια του έρωτα. Μύριζε αναβοσβησμένα σώματα. Αργότερα πληροφορήθηκα ότι ήταν ζευγάρι εδώ και βδομάδες κι ότι ο Ουίλλιαμ ήταν απλός φίλος της. Δεν ηττήθηκα από έναν νεότερο φοιτητή αλλά έναν συνομήλικο συνάδελφο. Ένοιωσα να συντρίβομαι από ζήλεια.

Τους προσκάλεσα όλους σ’ ένα κοινό Σαββατοκύριακο στο σπίτι μας. Πόσες φορές δεν έχουμε επιθυμήσει μια συνάντηση ελπίζοντας κάτι να συμβεί και να ξεκαθαριστεί μια κατάσταση! Αλλά τίποτα… το τέλος του δείπνου μας βρήκε όλους μεθυσμένους και δυστυχείς. Κάθε διάλογος αποτελούσε αφορμή για διαμάχη· το ίδιο και η σιωπή, το σύνηθες όπλο των γυναικών απέναντι στους άντρες, όπως συνέχιζε να μου θυμίζει ο Πίντερ. Η Κυριακή μας βρήκε χαμογελαστούς και υποκριτές, να ξαπλώνουμε στα γρασίδια. Εκεί η Άννα με ενημέρωσε ότι θα παντρευτεί, και βρήκα την ευκαιρία να την ειρωνευτώ: «ποιον;». «Με τον Ουίλλιαμ», μου απάντησε. «Το γνωρίζει;», την ξαναχτύπησα. Για να μου το ανταποδώσει, μου ζήτησε να το ανακοινώσω στον Τσάρλι και να της μεταφέρω την αντίδρασή του. Μου πρόσφερε έναν ρόλο μεσάζοντα, για τον οποίο με προετοίμαζαν σκηνοθέτης και σεναριογράφος για μια κορυφαία ταινία τέσσερα χρόνια μετά.

Το κλείσιμο κάθε κύκλου βρίσκεται στην αρχή του. Όταν την πήρα χτυπημένη από το αυτοκίνητο και βρισκόταν στο κρεβάτι αδύναμη κι εξαρτημένη, της ψιθύρισα στο αυτί ότι ο Ουίλλιαμ ήταν νεκρός και πλησίασα τα χείλη μου στο μάγουλό της, χωρίς να την φιλήσω. Μόνο αργότερα, την αγκάλιασα και την φίλησα ενώ την κρατούσα όρθια, με τα χέρια της κρεμάμενα, μια άψυχη κούκλα. Θα μπορούσα να της κάνω ό,τι θέλω. Το μόνο που έκανα ήταν να της πω σιγανά: Είχες ένα ατύχημα. Λάθος: εγώ είχα το ατύχημα και ο Ουίλλιαμ το δυστύχημα. Εκείνη απλά θα μάζευε τα πράγματά της και θα έφευγε, αφήνοντας με ν’ ανταλλάζω δηλητηριώδεις διαλόγους με τον Τσάρλι. Δεν την ξαναείδα ποτέ ως Άννα.

Ήμουν πλέον βέβαιος πως σε ανάλογες περιστάσεις τα γυμνά πόδια αποδεικνύουν σιωπηλά την ερωτική πράξη. Η γυναίκα ενός διηγήματος σ’ ένα από τα «εικονοστάσια ανωνύμων αγίων» του Γιάννη Ρίτσου είχε βγάλει τα παπούτσια της στο δωμάτιο ενός άντρα και όταν άκουσε κάποιον να έρχεται, έσπευσε να τα βάλει, με την αλησμόνητη έκφραση: Μη με δει η γυναίκα σου ξυπόλητη και βάλει με το νου της. Δεν χρειαζόμουν τρίτη απόδειξη όταν, στην ρεαλιστική μου πια ζωή, είδα την Ηλέκτρα να βγαίνει ξυπόλητη στην αυλή της για να με αντικρίσει έκπληκτη και αμήχανη. Είχα φτάσει δυο μέρες νωρίτερα στην Θεσσαλονίκη και ανηφόρισα με ανυπομονησία προς το σπίτι της στην Άνω Πόλη για να της κάνω έκπληξη. Το ποδήλατό της ήταν έξω, δεμένο όχι στον καθιερωμένο στύλο αλλά σε μια μοτοσικλέτα, σαν δυο σφιχταγκαλιασμένοι οργανισμοί.

Τι είδους αγκάλιασμα συνέβαινε μέσα; Αρχικά το σπίτι σιωπούσε αλλά, με το επίμονο χτύπημα στην αλυσίδα της αυλόπορτας, άνοιξε η μέσα πόρτα και βγήκε όμορφη, με μια άσπρη κοντομάνικη μπλούζα κι ένα λεπτό σπιτικό παντελόνι, με τα μαλλιά της ελαφρώς ανταριασμένα – κάποιος της έχωνε τα δάχτυλα ως τις ρίζες τους, μέχρι να βγάλουν την κρυμμένη τους μυρωδιά ή της τα τραβούσε πάνω σ’ ένα πάθος που δεν τολμούσα να διανοηθώ. Τα πόδια της, χωρίς αμφιβολία, δεν θα έβγαιναν ποτέ ξυπόλητα στην αυλή, Δεκέμβρη μήνα, ούτε και θα περπατούσαν στο κρύο εκείνο σπίτι, παρά μόνο αν άφηναν στη μέση –ή στην αρχή ή στο τέλος–  εκείνο για το οποίο είχαν γυμνωθεί. Κι όπως τα είδα, ροδισμένα από την ψύχρα ή τις θερμές τριβές των σωμάτων, και το πρόσωπό της κόκκινο από την έξαψη ή τον αιφνιδιασμό, δεν χρειάστηκε να ρωτήσω οτιδήποτε. Απέδωσα την έκφραση της κατάρρευσής μου στο πολύωρο ταξίδι και της είπα πως απλά πέρασα να της αφήσω ένα βιβλίο. Θα θυσίαζα όποιο βρισκόταν στην τσάντα μου κι έτυχε να είναι το Old Times, το θεατρικό έργο που έγραψε ο Πίντερ κι είχε παίξει και ο Μπόγκαρντ – αμφότεροι θα χαμογελούσαν για την ειρωνική σύμπτωση. (Στο παραλληλεπίπεδο ερωτικό τρίγωνο του έργου είχα σημειώσει μια εξίσου εύγλωττη ξυπόλητη σκηνή.) Στο δικό της ευγενές σίγουρα δεν θέλεις να μπεις μέσα; απάντησα πως θα το κάνω αύριο και κατηφόρισα, ξέχειλος για άλλη μια φορά από ίμερο και ζήλεια.

Κι εκείνη η Ζακλίν των Ατυχημάτων πώς έμαθε να προσελκύει τους άντρες και πώς ήταν την εποχή που αφυπνιζόταν η θηλυκότητά της; Αναζήτησα τα σχετικά στοιχεία στο μεγάλο ληξιαρχείο του κινηματογράφου και την βρήκα στην ηλικία των δεκαεπτά, με το σχεδόν τραγουδιστό όνομα Γκουενταλίνα και την φερώνυμη ταινία όλη δική της. Υποκρινόταν μια συνομήλική της, ένα κακομαθημένο κορίτσι μιας πλούσιας μιλανέζικης οικογένειας που παρατείνει τις διακοπές της στο Βιαρέτζο επειδή η μητέρα της ετοιμάζεται για διαζύγιο. Πήρα την θέση του μοναδικού νεαρού που έμεινε από την θερινή της παρέα, του κατώτερης τάξης Oμπερντάν. Όλο το καλοκαίρι δεν μου έδινε καμία σημασία αλλά τώρα αποτελούσα την μόνη της διέξοδο. Υπέμενα όλα της τα καπρίτσια γιατί ήμουν ερωτευμένος και τα μάτια μου δεν χόρταιναν να την βλέπουν.

Μια φορά που ήταν άρρωστη, την επισκέφτηκα στο σπίτι της. Με δέχτηκε στο μεγάλο της δωμάτιο, καλυμμένη κάτω από τις κουβέρτες. Σύντομα τις πέταξε, αναδύθηκε από το κρεβάτι μ’ ένα ολόσωμο μαύρο εφαρμοστό ρούχο που άφηνε γυμνά μόνο τα χέρια και τα πόδια, από τους αστραγάλους και κάτω, και άρχισε να χορεύει υπό τους ήχους μιας παράξενης, σχεδόν δαιμονικής ηλεκτρονικής μουσικής. Αυτή η υπέροχη εμφάνισή της εκτυπώθηκε στις αφίσες της ταινίας και στο μνημονικό κάποιων θεατών, είμαι βέβαιος, κι έγινε ένα ακόμα εικόνισμα στο μουσείο των κινηματογραφικών γυναικών. Όσο αμήχανες κι αν έμοιαζαν οι μετεφηβικές της κινήσεις, εκείνος ο χορός ήταν η αντίδρασή της σ’ ένα καταθλιπτικό σπίτι. Κι όταν λίγο μετά, τα δάχτυλα των ποδιών της, εστιασμένα από την κάμερα, έσπευδαν να πατήσουν το στοπ του μαγνητοφώνου, ήταν σα να δήλωναν πως εκείνη θα αποφάσιζε πότε θα ξεκινήσει η δική της «μουσική».

Η τρίτη λήψη των ποδιών της έγινε σε μια άδεια παραλία, όπου έφτασε τρέχοντας, με τον ενθουσιασμό μιας επερχόμενης τρέλας, αφήνοντάς με πολλά μέτρα πίσω. Βούτηξε στην θάλασσα ντυμένη, με την καμπαρντίνα της – είχε αρχίσει πια να φθινοπωριάζει – και μόνο όταν βγήκε μουσκεμένη έβγαλε τα μοκασίνια και βύθισε τα πόδια της στην άμμο. Ήταν λες και το μπάνιο της ήταν ένα βάπτισμα στο μέλλον και τώρα μπορούσε με άλλα πόδια να αρχίσει τη νέα της ζωή.

Όλες εκείνες τις μέρες πλησιάζαμε σιγά σιγά ο ένας τον άλλον και δεν ήμουν πια ο αδιάφορος νέος που μάταια την πολιορκούσε. Αλλά σύντομα ο πατέρας της επέστρεψε αποφασισμένος να διασώσει την εικόνα της οικογενειακής αρμονίας και πήρε μαζί του τις γυναίκες πίσω στο Λονδίνο. Ήμασταν πολύ νέοι για να ορίσουμε τις ζωές μας, πόσο μάλλον να προχωρήσουμε μαζί.

Τι άλλα είχε να εκφράσει η ωραία Ζακλίν της Νίκαιας; Μια από τις ύστατες επιλογές της θηλυκότητας: δώδεκα χρόνια μετά και προτού καν κλείσει τα τριάντα, αποχώρησε από την βιομηχανία του θεάματος για να αφοσιωθεί στον γάμο και στα δυο αρσενικά που τον ανοίγουν και τον ολοκληρώνουν, σε σύζυγο και γιο. Έζησαν για κάποια χρόνια στην Βραζιλία και εγκαταστάθηκαν οριστικά στα νοτιοανατολικά ορεινά της Γαλλίας. Την φαντάζομαι σήμερα, στα 79 της, να φορά μεγάλα γυαλιά ηλίου και να χαίρεται τα μεσογειακά ηλιοστάσια, έχοντας ήδη χορτάσει τα τροπικά. Κάποτε μπορεί και να αναρωτιέται αν έκανε τις σωστές επιλογές ή, το πιθανότερο, αν η ζωή είναι τόσο απόλυτη, ώστε να πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα στις δυο αντίρροπες τάσεις του φύλου της, την ρομαντική, σχεδόν πιστή «αποστολή» του ή την καλλιτεχνική του αποθέωση. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Οι ταινίες: The accident (Joseph Losey, 1967), Guendalina (Alberto Lattuada, 1957).

30
Δεκ.
19

Marianne Dubuc – Το μεγάλο ταξίδι της οικογένειας Ποντίκη

Βλέπω ένα διώροφο ταχυδρομείο με μπλε κεραμίδια σ’ ένα πράσινο λιβάδι με δέντρα. Μόλις έχει μπει η ταμπέλα «Κλειστόν», καθώς ο ταχυδρόμος Ποντίκης με την οικογένειά του ετοιμάζονται να πάνε ένα μεγάλο ταξίδι. Φυσικά παίρνουν και μια αποσκευή γεμάτη γράμματα, καθώς η δουλειά του ταχυδρόμου δεν σταματά ποτέ. Άραγε από την επόμενη σελίδα, θα δούμε όλες τις στάσεις και τους τόπους των διακοπών; Πράγματι, έτσι είναι, η καλύτερή μας δηλαδή να βρισκόμαστε στο δρόμο συντροφιά με νέους φίλους· να περιδιαβαίνουμε το θαυμάσιο δάσος όπου στήνουν το τροχόσπιτο και τα αντίσκηνά τους, την κατακίτρινη αμμουδιά όπου θα χαρούν μπάνιο, ηλιοθεραπεία και παγωτό, το κρουαζιερόπλοιο που διαθέτει ολόκληρο θέατρο και εστιατόριο για καλοφαγάδες, ένα τροπικό νησάκι όπου βρίσκεται και το εξοχικό ενός μυστηριώδους κυρίου, μια έρημο με αμμόλοφους και οάσεις. Τα γράμματα πρέπει να φτάσουν σε όλους τους παραλήπτες κι έτσι η περιπλάνηση συνεχίζεται μέσα σε μια πυκνή ζούγκλα, σε μια ολοζώντανη πόλη, σε μια μαγευτική εξοχή, σε μια επικράτεια πάγου και στους ίδιους τους αιθέρες, μέχρι την επιστροφή στο ταχυδρομόσπιτο, όπου, πλέον, έχουν μαζευτεί ακόμα περισσότερες επιστολές.

Όμως όλη αυτή η ποικιλία διαδρομών δεν είναι το μόνο απολαυστικό στοιχείο της οικογενειακής αυτής περιπέτειας. Είναι η ζωγραφική της Μαριάν Ντιμπίκ που τονίζει δυο εξίσου θεαματικά στοιχεία. Αφενός είναι η αναλυτική – αρχιτεκτονική της ματιά σε κάθε είδους κτίσμα ή ενδιαίτημα των ταξιδιωτών. Καθώς το σχέδιό της ανατέμνει σπίτια, τροχόσπιτα, σκηνές, καντίνες, πλοία, πολυκαταστήματα, υπόγεια λαγούμια και ιγκλού αλλά και τα ίδια τα δέντρα και τα βουνά, βλέπουμε το πλουμιστό εσωτερικό τους: τα δωμάτια των κατοίκων, την διακόσμηση, την υπέροχη μικρο-οικογραφία τους. Είναι η ίδια τομή που μου άρεσε να χαζεύω στα αρχιτεκτονικά σχέδια των πολυκατοικιών, στα σχεδιαγράμματα των πλοίων, ή στο εξώφυλλο εκείνου του σπάνιου βιβλίου του Ζορζ Περέκ, Ζωή, οδηγίες χρήσεως.

Ύστερα είναι οι δεκάδες διάσπαρτες λεπτομέρειες που προσελκύουν το βλέμμα να τις ανακαλύπτει ξανά και ξανά. Γύρω από το ζεύγος Ποντίκη και τα τρία παιδιά του (ήρωες και άλλων βιβλίων στην ίδια σειρά),  μια ανεξάντλητη χλωρίδα και πανίδα, ορατή και μη, ζει και αναπνέει δίπλα τους, στην δική της ζωή. Κι ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο των ταξιδιών: να ανοίγει το βλέμμα τόσο πολύ, ώστε να χωρέσει όλα τα θαυμαστά που συμβαίνουν γύρω του, ακόμα κι εκείνα που έχουμε μάθει να αγνοούμε!

Εκδ. Νεφέλη [σειρά «Τσαλαπετεινός»], 2017, μτφ. Θεόφιλος Μπαχτσεβάνης, 30 έγχρωμες σελίδες μεγάλου μεγέθους (24×30,5 εκ.), σκληρό εξώφυλλο [Les vacances de Fracteur Souris, 2016]

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των Παιδιών, εδώ.

29
Δεκ.
19

Carlos Fuentes – Κόμης Vlad

«Όλα πρέπει να έχουν μια εξήγηση, λέει ο επιστήμονας μέσα μου· όλα πρέπει να έχουν μια φαντασία, λέει ο ματαιωμένος άνθρωπος των γραμμάτων που είμαι. Παρηγορώ τον εαυτό μου με τη σκέψη ότι αυτές οι δυο δραστηριότητες αλληλοσυμπληρώνονται, δεν αλληλοαποκλείονται», έγραφε ήδη από το 1990 ο Φουέντες σε μια ιστορία του από την συλλογή του Κονστάντσια και άλλες ιστορίες για παρθένους (σ. 69, βλ. παρουσίαση του βιβλίου εδώ) και, πράγματι, αυτή η αλληλένδετη δυαρχία δεν έπαψε να εμποτίζει το σύνολο του έργου του μέχρι και το τελευταίο του βιβλίο. Εδώ βρισκόμαστε στο πρότελευταίο του, και στην ουσία, αν οι διαδικτυακές πληροφορίες είναι σωστές, το τελευταίο που είδε τυπωμένο.

Ο Φουέντες έφτασε σε εκπληκτικά επίπεδα πρόζας και μυθοπλασίας τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Όπως έγραφα με αφορμή ένα από τα έργα αυτής της «ύστερης» εποχής του, το έξοχο σπονδυλωτό μυθιστόρημα Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες, η γραφή του, ένας καταιγισμός λεκτικού πλούτου και πολυφωνικών αφηγήσεων σε μια οφιοειδή ή κυκλική ανάπτυξη (καθώς οι πολλαπλοί χαρακτήρες επανεμφανίζονται), αποδίδει ιδανικά αυτές τις οικιακές ζωές εν τάφω που βιώνουν χαρακτήρες κομπάρσοι στο απέραντο ανώνυμο έθνος της αποτυχίας και πέτρινα οικιακά είδωλα – έρμαια των οικογενειακών χειραγωγήσεων, «αποικήσεων» και διαστροφών.

Εδώ αφήνει στην άκρη τις μεγάλες συνθέσεις και την νεωτεριστική γραφή αλλά εμμένει στην καταγραφή της έκπτωσης του μεξικανής ανθρωπότητας και της αθλιότητας των οικογενειών της. Αλλά το όχημά του είναι το πλέον αναπέντεχο: το γοτθικό μυθιστόρημα εν γένει και ένας από τους χαρακτήρες – εμβλήματα του είδους: ο Κόμης Δράκουλας, όπως παραδόθηκε από την πένα του Μπράμ Στόουκερ και των επίγονών του. Η αινιγματική στροφή του συγγραφέα στο πολυγραφημένο και χιλιοπαιγμένο σύμβολο έχει την εξήγησή της: αν ο Φουέντες εμμένει στην απεικόνιση του σύγχρονου εξαθλιωμένου Μεξικού, τότε η επανανάγνωση κάθε μύθου μπορεί να το φωτίσει ακόμα περισσότερο. Κι αν ο ιστορικός και λογοτεχνικός Βλαντ έπινε το αίμα των υπηκόων του για να συνεχίσει να υπάρχει, ποιοι παίρνουν την θέση του αν όχι οι πολιτικοί και οικονομικοί άρχοντες της χώρας του;

Η σύγχρονη Πόλη του Μεξικού κατοικείται από δέκα εκατομμύρια λουκάνικα αίματος, διατείνεται ο αφηγητής Ιβ Ναβάρο εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του παντοδύναμου Ελόι Σουρινάγα και απολαμβάνει μια «επιτυχημένη» οικογενειακή και συνεργατική επαγγελματική ζωή με την σύζυγό του κτηματομεσίτρια Ασουνσιόν. Η μικρή του κόρη Μαγδαλένα συμπληρώνει την αίσθηση της επάρκειας, ενώ ένα αδικοχαμένο δωδεκάχρονο αγόρι, ο Ντιντιέ, αποτελεί την μόνιμη μαύρη τρύπα της. Ο Σουρινάγα, που «σε κανέναν δεν επέτρεπε να διαβλέψει ασήμαντο μέλλον για το παροδικό πολιτικό του μεγαλείο», ένας ισχυρός, μαγνητικός άντρας που θαρρείς και ρυθμίζει την πνευματική θερμοκρασία όσων βρίσκονται γύρω του, ζει έγκλειστος σ’ ένα σπίτι, διακοσμημένο με τα αγωνιώδη χαρακτικά του Μεξικανού Χουέλιο Ρουέλας και τους εφιαλτικούς πίνακες του Ελβετού Χένρι Φιούζελι «ειδικού στις παραμορφώσεις και στο πάντρεμα της συνουσίας με τη φρίκη, της γυναίκας με τον φόβο…».

Εκεί προσκαλεί και σχεδόν προστάζει τον υφιστάμενό του να ανταποκριθεί στις επιθυμίες ενός νέου γηραιού πελάτη που ονομάζεται Βλαντ και κατάγεται από την Τρανσυλβανία. Διωγμένος από «τους φασίστες από την μια και τους κομμουνιστές από την άλλη», o Βλαντ αναζητά ένα σπίτι με ορισμένες ιδιαιτερότητες για να στεγάσει τον ίδιο και την μικρή του κόρη. Η Ασουνσιόν το βρίσκει σε μια ανηφορική γειτονιά και μοιάζει μοντέρνο μοναστήρι· ο ιδανικός χώρος για ένα ιδιόμορφο βασίλειο έχει βρεθεί.

Η ζωή, Ναβάρο! Είναι ζωή αυτό το σύντομο πέρασμα, αυτή η τρεχάλα από την κούνια ως τον τάφο; […] Από πού μας έρχονται αυτές οι ανεξήγητες λύπες; Πρέπει να έχουν έναν λόγο, μια προέλευση. Είμαστε λαοί εξαντλημένοι, τόσες εσωτερικές συγκρούσεις, τόσο ανώφελα χυμένο αίμα. Πόση μελαγχολία! Όλα περιέχουν το σπέρμα της φθοράς. Στα αντικείμενα ονομάζεται παρακμή. Στους ανθρώπους, θάνατος. [σ. 38]

Οι περισσότερες από τις συμβάσεις του κλασικού γοτθικού μυθιστορήματος βρίσκονται εδώ· το ίδιο και οι αινιγματικές συνομιλίες, η ατμόσφαιρα της ανησυχίας, η υποβλητικότητα των χώρων και η αναπότρεπτη κληρονομιά του παρελθόντος (Κατάγεστε από μια μεγάλη οικογένεια, εγώ από μια άγνωστη φυλή. Εσείς έχετε λησμονήσει όσα ήξεραν οι πρόγονοί σας. Εγώ αποφάσισα να μάθω όσα αγνοούσαν οι δικοί μου). Ο Φουέντες προσθέτει τις ενοχές των μεξικανών αποίκων (Είμαστε όλοι άποικοι στην Αμερική. Οι μοναδικοί παλιοί αριστοκράτες είναι οι Ινδιάνοι) και τις κυνικές αποστροφές των κυρίαρχων (Οι πόλεμοι απλώς αποτελειώνουν ό,τι είναι νεκρό), και όλα αυτά με την απλούστερη δυνατή γραφή και μια γυμνή σαφήνεια που δεν αφήνει χώρο σε γλωσσικούς ή άλλους πειραματισμούς.

Ακόμα κι αν δεν διαθέτει κανείς ευρύτερη γνώση του έργου του Φουέντες, μπορεί από τις χαραμάδες της ολοένα και εφιαλτικής ατμόσφαιρας του έργου να αντιληφθεί πως το αιχμηρό εξάγωνο του ζευγαριού, των δυο γερόντων και των δυο μικρών κοριτσιών δεν περιορίζεται στην γνωστή αιμορραγική ιστορία. Ακριβώς αυτή η ιστορία προσφέρεται για έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα παραλληλισμό με την σύγχρονη μεξικανική κατάσταση: Οι γέροντες ως επικυρίαρχοι άρχοντες, αθάνατοι μέσα στην συνεχή κληρονομικότητά τους, το ζεύγος των αστών που αρκείται στην ευδαιμονία του και ξυπνάει μόνο όταν αυτή απειληθεί (είναι ενδεικτικό ότι ο Ναβάρο μοιράζεται νύχτες πάθους με την Ασουνσιόν αλλά μένει πάντα με την αμφιβολία της ηδονής της και με την συνεχή ανησυχία ξένων ματιών πάνω τους), τα παιδιά ως απόλυτα θύματα σε μια χώρα που οι αρχές δεν νοιάζονται ποτέ για τους αγνοούμενους, τους νεκροζώντανους και τους νεκρούς.

Μένει να διαβάσουμε το «μεταθανάτιο» μυθιστόρημά του, Ο Νίτσε στο μπαλκόνι  – θα είναι άραγε η ύστατη διαθήκη του συγγραφέα, ή τα είχε ήδη όλα πει με τα προηγούμενα βιβλία του και το περίφημο Terra Nostra, που έχει ήδη μεταφραστεί από τον Κρίτωνα Ηλιόπουλο αλλά παραμένει ανέκδοτο στα καθ’ ημάς;

Εκδ. Κλειδάριθμος, 2018, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, σελ. 123 [Carlos Fuentes, Vlad, 2010]

Στις εικόνες: Jason Montoya – Μina Harker and Dracula, Max Ernst – The Vampire’s Kiss, Julio Ruelas, La Crítica.

01
Δεκ.
19

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 1: Οι αισιόδοξες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 12 (Δεκέμβριος 2019), εδώ

XΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 1: Οι αισιόδοξες

Άρχισα λοιπόν να παίζω ένα παιχνίδι με κάθε γυναίκα που συναντούσα σε κινηματογραφική ταινία ξυπόλητη ή με τα γυμνά της πόδια να ξεχωρίζουν σε κάποια ιδιαίτερα σκηνή: έπαιρνα την θέση του εκάστοτε ήρωα για να την ζω μαζί της ξανά και ξανά· ενίοτε συνέχιζα την ιστορία από εκεί που έμεινε, καθώς αρνιόμουν να δεχτώ πως κάθε σχέση με τις ηρωίδες σταματούσε με το λογότυπο The end. Δεν σχετιζόμουν όμως μόνο με τις σαφώς αυτόνομες προσωπικότητες που πλάστηκαν από συγγραφείς, σεναριογράφους και σκηνοθέτες, μόνιμες πια κατοίκους του χωροχρόνου της ταινίας· αποκτούσα προσωπικές διασυνδέσεις με τις ίδιες τις ηθοποιούς, βέβαιος πως στις πολλαπλές τους προσωπικότητες είχαν προσθέσει κι εκείνες των ρόλων που υποδύθηκαν. Μεγαλώναμε μαζί και συνομιλούσαμε με κάθε ευκαιρία· ενίοτε ανταλλάζαμε και επιστολές, από τις οποίες σκοπεύω να δημοσιοποιήσω μόνο τις δικές μου, για να διαφυλάξω την ιδιωτικότητα των δικών τους. Όλες μαζί, υποκρίτριες ή αληθινές, μου κληροδοτούσαν μια γνώση – ευαγγέλιο που απαιτούσε να γίνει πράξη.

Το 1936 οι καιροί ήταν πια μοντέρνοι και με βρήκαν να δουλεύω περιτριγυρισμένος από μεγάλα γρανάζια και τεράστια μηχανήματα, χωρίς να γνωρίζω πως τα ίδια θα μ’ έδιωχναν από την δουλειά μου. Την ίδια στιγμή στην άκρη της πόλης ένα θηλυκό χαμίνι ονόματι Εllen αρνούνταν να μείνει πεινασμένο μαζί με τα μικρά του αδέλφια και πήδηξε σε μια βάρκα για να κλέψει ένα τσαμπί μπανάνες. Έτσι γνώρισα την Paulette Goddard, ξυπόλητη και τρεχούμενη στους δρόμους της πόλης, κυνηγημένη επειδή άρπαξε ένα καρβέλι από την ανοιχτή καρότσα ενός φορτηγού. Προθυμοποιήθηκα να εμφανιστώ ως ένοχος, άλλωστε είχα περάσει καλά στην φυλακή πριν λίγο καιρό όταν με συνέλαβαν ως κομμουνιστή ηγέτη· είχα αναπαυτικό κελί και δωρεάν εφημερίδα, για να διαβάζω τα νέα των απεργιών. Μια καλοντυμένη κακόψυχη κυρία με μαρτύρησε που ψευδομαρτύρησα και τελικά συνέλαβαν και το κορίτσι. Φρόντισα βέβαια να διασκεδάσω την τελευταία μου «ελεύθερη» βόλτα με τον αστυνόμο: πρόλαβα κι έφαγα μπόλικο φαγητό, αγόρασα τσιγάρα για μένα και σοκολάτες για κάτι μικρά παιδιά κι όταν μου ζητούσαν να πληρώσω έδειχνα αυτόν. Τι μπορούσε να κάνει; Να συλλάβει τον ήδη συλληφθέντα;

Έτσι βρέθηκα μαζί της στο κλουβί της αστυνομίας, που σύντομα ντεραπάρισε στο οδόστρωμα. Εκείνη βρέθηκε ήδη πίσω από μια γωνία και μου έγνεφε να αποδράσουμε μαζί. Με ελαφρώς βαριά καρδιά έριξα μια μέτρια ροπαλιά στον φρουρό κι έτρεξα προς το μέρος της. Τι ωραία που ήταν! Μου φαίνεται πως μου ηχούσε μια ωραία μελωδία έτσι όπως περπατούσαμε σ’ έναν άδειο φαρδύ δρόμο κι εκείνη μου χαμογελούσε, ενώ έλαμπαν τα μαυρισμένα της μάγουλα. Όταν την ρώτησα πού μένει μού απάντησε πουθενά και παντού. Καθίσαμε στο πεζοδρόμιο έξω από μια ωραία μονοκατοικία και αναρωτηθήκαμε πώς θα ήταν να είχαμε μια δική μας φωλιά. Σε μια πεταμένη εφημερίδα διάβασα πως ζητάνε νυχτοφύλακα σ’ ένα μεγάλο πολυκατάστημα. Με προσέλαβαν ενώ εκείνη με περίμενε έξω, τρίβοντας ανυπόμονα το πέλμα της στον τοίχο.

Όταν έφυγε και ο τελευταίος πελάτης έτρεξα και την έβαλα μέσα στην άδεια σάλα, μπήκα πίσω από το μπαρ και της σέρβιρα του κόσμου τα καλά. Ύστερα ανεβήκαμε στο κατάστημα των παιχνιδιών, φορέσαμε παπούτσια του πατινάζ κι έκανα ακόμα και με δεμένα μάτια, ενώ κάτω έχασκε το κενό (μου αρκούσε ο ίλιγγος του στροβίλου και η χαρά της παρανομίας). Στον όροφο με τις κρεβατοκάμαρες την έβαλα να κοιμηθεί στο καλύτερο κρεβάτι και στο μεταξύ αντιμετώπισα μερικούς ληστές, ήπια ένα βαρέλι ρούμι (οι σφαίρες τους άνοιξαν μια τρύπα που έρεε ακριβώς στο στόμα μου) και κοιμήθηκα εξαντλημένος μέσα στα υφάσματα. Φυσικά με συνέλαβαν και πιστώθηκα άλλο ένα δεκαήμερο στις φυλακές.

Με περίμενε ξανά περιχαρής πίσω από μια γωνία, με τα ποδαράκια της σηκωμένα στις μύτες, ενώ κάποιο γραμμόφωνο εκεί κοντά ξανάπαιζε την ωραία μελωδία. Μου ανακοίνωσε πως βρήκε ένα σπίτι για μας και με οδήγησε ως εκεί: ήταν μια στραβή καλύβα στη μέση του πουθενά. Κάθε τι που ακουμπούσα γκρεμιζόταν, με αποκορύφωμα μια πόρτα, που μ’ έριξε κατευθείαν στην λίμνη που κρυβόταν από πίσω. Αλλά και πάλι, εκείνη έσπευσε να με βοηθήσει, απλώνοντας μάλιστα το πόδι της να πιαστώ.

Το επόμενο πρωί κι ενώ το σπίτι κατέρρεε, τουλάχιστον με πιο αργό ρυθμό, μου σέρβιρε καφέ σε δυο κονσερβοκούτια αλλά η εφημερίδα (με κάποιο τρόπο στο φτωχικό βρέθηκε μια εφημερίδα) έγραφε ότι ξανανοίγουν τα εργοστάσια και η ιδιότητα του εργάτη με καλούσε. Χώθηκα μέσα στο πλήθος και πέρασα την πύλη την τελευταία στιγμή, για να βρεθώ ξανά στις μηχανές, αλλά ένα τούβλο που τυχαία πάτησα εκσφενδονίστηκε στο κεφάλι ενός αστυνομικού, θαρρείς μόνο και μόνο για να γελάσουν τυχόν θεατές στην άλλη άκρη του χρόνου κι έτσι φυλακίστηκα για άλλη μια φορά. Ευτυχώς στον έξω κόσμο εκείνο το κορίτσι έσφυζε από ζωή. Αρκούσε η μουσική ενός καρουζέλ για να την κάνει να χορεύει στη μέση του δρόμου – κάπου έμεινε για πάντα αυτή η σκηνή, ακριβώς τη στιγμή που πίσω της περνάει ένα πλοίο. Δεν βρέθηκε κάποιος ποιητής να την αιχμαλωτίσει αλλά ένας καταστηματάρχης που έτυχε να είναι παρών την προσέλαβε στο κέντρο του, κι εκεί άρχισε να χορεύει με παπούτσια μπαλαρίνας (χρυσά; ασημένια; έλαμπαν πάντως στην μαυρόασπρη εικόνα τους).

Την τρίτη φορά που άκουσα την μελωδία με περίμενε καλοντυμένη και παπουτσωμένη και με πήγε να προσληφθώ στην δουλειά της. Είπαμε ψέματα πως ξέρω να σερβίρω και να τραγουδάω. Φυσικά η αποτυχία μου ήταν διπλή και παταγώδης· όταν μάλιστα κλήθηκα να τραγουδήσω, ξέχασα τις λέξεις (ήμουν ένας βουβός κωμικός) αλλά τελικά έβαλα δικές μου, όποια μου ερχόταν στη διάθεση, όπως άλλωστε κάνω τώρα. Κανείς δεν κατάλαβε τον ανύπαρκτο ειρμό και πήρα την δουλειά! Πάνω που νόμιζα πως τελείωσαν τα βάσανά μου ήρθαν να συλλάβουν τον φύλακα άγγελό μου για τα γνωστά παλιά αδικήματα. Αλλά εμείς, πείσμονες της ελευθερίας, αποδράσαμε από το κέντρο ενώ η αυγή μας βρήκε στην άκρη του δρόμου όπου και άκουσα για τελευταία φορά την μελωδία. Τότε για πρώτη φορά είδα το χαμόγελό της να κρύβεται μουτρωμένο, καθώς με ρωτούσε δακρυσμένη τι νόημα έχει να προσπαθεί κανείς κι εγώ της απάντησα buck up never say die, we’ ll get along κι έσφιξα την γροθιά μου κι έσφιξε κι εκείνη την δική της γροθίτσα και τα μάτια της σπίθισαν όπως κι ο άδειος, μακρύς δρόμος μπροστά μας.

Πωλέτ, εγώ σε ακολούθησα για να μάθω την δική σου συνέχεια, συχνά για να σε συντροφεύω όταν ήσουν μόνη. Όσο μεγάλωνες γινόσουν μια όμορφη, μαχητική γυναίκα. Κυνήγησες τον έρωτα σε χώρες και τέχνες και είμαι βέβαιος πως κάπου κρύβεσαι ξανά πίσω από μια γωνία, μέσα στις δημιουργίες των εραστών σου: σε γραμμές που έγραψαν οι John Steinbeck, Aldous Huxley και Erich Maria Remarque, σε μελωδίες που ενορχήστρωσαν οι Artie Shaw και Anatole Litvak, σ’ ένα απραγματοποίητο πλάνο του Howard Hughes, σε κάποια σύνθεση του George Gershwin· ο τελευταίος σου μετάγγισε την αγάπη για το Μεξικό, όπου βρέθηκες για ένα φωτορεπορτάζ κάποιου περιοδικού (Η Πωλέτ Γκοντάρ ανακαλύπτει το Μεξικό), κι εκεί γνώρισες έναν ακόμα αλησμόνητο εραστή, τον Diego Rivera, που ζωγράφιζε σχεδόν απέναντι από το ξενοδοχείο σου. Εσύ δεν τον ειδοποίησες πως αναζητείται από την αστυνομία για την ανάμιξή του στην απόπειρα δολοφονίας του Τρότσκι, τον Μάιο του 1940; Χάρη σ’ εσένα μπόρεσε να διαφύγει και να κρύβεται για βδομάδες· του πήγαινες φαγητό, όπως στις παλιές ηρωικές ταινίες, και τον βοήθησες να φύγει για την Καλιφόρνια, γεγονός που σ’ έβαλε στο στόχαστρο μιας συνεχούς παρακολούθησης από τις αμερικανικές αρχές για το είδος των κόκκινων απόψεων που πιθανώς εκπροσωπούσες.

Μα προτού συμβούν όλα αυτά εσύ πήγες κι έμεινες μέσα σε δυο έργα του. Στο πρώτο φοράς ένα λευκό φουστάνι και κάθεσαι συντροφιά με μια γυμνόστηθη μιγάδα γηγενή γυναίκα. Εσύ δεν γύμνωσες το στήθος σου, όσο κι αν σου ζητήθηκε· απεναντίας το έκανες στα πόδια σου: έχεις βγάλει τα πασούμια σου και αγγίζεις με το αριστερό σου χέρι το δεξί σου πέλμα, ως ένδειξη -δε μου το βγάζεις απ’ το νου- πως δεν ξεχνάς το παρελθόν [Diego Riviera, Portrait of Paulette Goddard, 1940 – 1941]. Στο δεύτερο, σε μια πολυπρόσωπη τοιχογραφία, με το ίδιο φουστάνι και πάντα ξυπόλητη, βρίσκεσαι αντικριστά με τον ίδιο τον Δαιμόνιο Διέγο και φυτεύετε μαζί, με αγγιχτά χέρια, ένα λευκό δέντρο – σύμβολο, διάβασα, της ενότητας μεταξύ Βορρά και Νότου [Diego Riviera, Pan American Unity, 1940].

Σ’ όλα αυτά, ωραία μου Πωλέττα, στο αρχαϊκό σου σινεμά και στις μεξικανικές σου αφιερώσεις, δεν εξέφρασες μόνο τις αρετές που συνήθως εικονίζονται ανυπόδητες, όπως η αξιοπρεπή ένδεια ή η ψυχική αγνότητα, ούτε αγαπήθηκες μόνο έτσι επειδή κρυβόσουν από τους συνήθεις κυνηγούς της «νομιμότητας». Ήσουν η πρώτη από τις ξυπόλητές μου που περπάτησες με τόλμη σε μια διακήρυξη της αισιοδοξίας, για τον καθένα μας χωριστά και όλους μαζί. Φροντίζω να το θυμάμαι κάθε φορά που ακούω το Smile, από το σάουντρακ των Μοντέρνων Καιρών, την έξοχη σύνθεση που έγραψε ο μέγιστος έρωτάς σου Charlie Chaplin και τραγούδησε ο Nat King Cole και μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως προσπάθησα και προσπαθώ, όσο μπορώ, να τηρήσω την καταστατική σας αρχή: Smile though your heart is aching, Smile even though it’s breaking, When there are clouds in the sky, You’ll get by If you smile through your fear and sorrow Smile and maybe tomorrow You’ll see the sun come shining through for you…

Με τόσο ξυπόλητο περπάτημα, προσφέρθηκε κανείς να σου τρίψει τα πόδια; Σε ακολούθησα σε ένα από εκείνα τα γουέστερν που συνδυάζουν Έρωτα και Ιστορία, στους Unconquered του Cecil De Mille (1947), όπου υποκρίθηκες μια σκλάβα που καταδικάζεται άδικα σε θανατική ποινή αλλά τελικά αγοράζεται από έναν Αμερικανό στην πορεία του προς την ονειρεμένη Δύση. Τόσο στο χαμαιτυπείο, όπου σε σώζει από διάφορους απειλητικούς άντρες όσο και σε μια πορεία σας στην φύση, εσύ έχεις βγάλει το παπούτσι σου και τρίβεις το ποδαράκι σου, προς αδιαφορία του κτήτορά σου Γκάρι Κούπερ, με τον οποίο σαφώς είσαι ερωτευμένη – κι εκείνος όπου να ’ναι, αν όχι ήδη. Ασυγχώρητος! Η μόνη στιγμή που έδειξε την έγνοιά του ήταν όταν πήρε το τρύπιο σου παπούτσι και το μάνταρε στην στιγμή, διατηρώντας, φυσικά ύφος, αγέλαστο.

Ήταν λοιπόν η εποχή όπου στις ταινίες ήταν αδιανόητο ο άντρας να τρίβει τα πόδια μιας γυναίκας, ακριβώς το αντίθετο δηλαδή με ό,τι βλέπουμε σήμερα σε πάσης φύσεως γυρίσματα. Εκείνες τότε αναγκάζονταν μόνες κι έρημες να ξεκουράσουν τις περπατημένες τους επιφάνειες, όπως, για παράδειγμα, η έκλαμπρη Carol Lombard στο Fools for scandal (Melvin LeRoy, 1938), που σε μια σκηνή αλλά και στην ίδια την αφίσα της ταινίας βγάζει το γοβάκι της και τρίβει το πέλμα της, ρίχνοντας μουτρωμένες ματιές στον ασυγκίνητο συμπρωταγωνιστή της. Αλλά η απόλυτη σκηνή προσωπικής τριβής και δη μπροστά σε περισσότερους του ενός άντρες συμβαίνει στα πρώτα λεπτά της ταινίας Fallen Angel (Otto Preminger, 1945). Ο πρωταγωνιστής Άντριους αναγκάζεται να κατέβει από ένα λεωφορείο καθώς δεν έχει εισιτήριο και μπαίνει σ’ ένα ταπεινό καφεστιατόριο, όπου ο ιδιοκτήτης και μερικοί πελάτες συζητούν για την Στέλλα, την σερβιτόρα που έχει εξαφανιστεί για λίγες μέρες. Σύντομα ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα η υπέροχη Linda Darnell, με ταγέρ και καπέλο: είναι η άσωτη, που επιστρέφει ξανά στην φωλιά της. Αμέσως κάθεται, βγάζει το γοβάκι της και τρίβει το πέλμα της, χωρίς καν να κοιτάξει προς τους όρθιους άντρες. Προφανώς περπάτησε ώρες, κρύωσε και τα συναφή – είναι μια γυναίκα που δεν ήταν εκεί και με αυτούς που «έπρεπε» να είναι, αλλά αλλού και με άλλους.

Οι δυο σκηνές, και πολλές άλλες ανάλογες, διασώζουν ένα ενδιαφέρον στοιχείο. Η έκφραση της γυναίκας είναι παραπονεμένη, σα να επιθυμεί να μεταθέσει το κέντρο βάρους της πηχτής ατμόσφαιρας (που προφανώς στρέφεται εναντίον της) σε ελαφρότερα ζητήματα, για να εκμαιεύσει κάποια στοργή. Ειδικά η Νταρνέλ μοιάζει να θέλει να πάρει τον ρόλο ενός ταλαιπωρημένου θύματος «λέγοντας» πως τα πόδια της ήταν τα πρώτα που υπέφεραν στις άδικες περιπέτειές της. Βέβαια παρακάτω απλώνει τα χεράκια της σε ταμεία ή στα μπράτσα διαφόρων αντρών και όταν ο Άντριους την ερωτεύεται ο όρος είναι απαράβατος: ένα σπίτι δικό της. Η συνέχεια γνωστή και το ερώτημα αιώνιο: μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας άντρας για την ικανοποίηση μιας γυναίκας; Αλλά ήδη βρισκόμαστε σε μια άλλη κατηγορία κινηματογραφημένων ξυπόλητων γυναικών, τις νουαρέσσες. Προσεχώς λοιπόν. [Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται]

Οι ταινίες: Modern Times (Charlie Chaplin, 1936), Unconquered (Cecil De Mille (1947), Fools for scandal (Melvin LeRoy, 1938), Fallen Angel (Otto Preminger, 1945).

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

01
Νοέ.
19

Οι ξυπόλητες των δίσκων, 5

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 11 (Νοέμβριος 2019), εδώ

Χ. Οι ξυπόλητες των δίσκων, 5

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες στα εξώφυλλα των δίσκων και μυείται στα μυστικά τους.

Καθώς τα ξυπόλητα κορίτσια στα εξώφυλλα των δίσκων φωτογραφίζονταν αποκλειστικά σε ιδιωτικούς χώρους ή σε σκοτεινούς δρόμους και πάντα στο ημίφως, αναρωτιόμουν: Δεν υπήρχε τραγουδίστρια να γυμνώνει τα πόδια της στο φυσικό φως;  Υπήρχε αλλά εντοπίστηκε στην άλλη άκρη του κόσμου! Ήταν ένα στρογγυλοπρόσωπο κορίτσι μεσογειακής κατατομής και σαρκώδους ομορφιάς, με μακριά μελαχρινά μαλλιά σε συμμετρικές αφέλειες, με μηρούς χυτούς και πόδια τορνευτά, όπως θα καλολογούσαν οι πεζογράφοι άλλων δεκαετιών.

Στα ίδια μουσική τοπογραφία αλλά σε αντίθεση με τις άλλες εξώφυλλες νεοϋορκέζες Κάρλυ και Κάρολ, η Λίντα Ρόνσταντ ήταν κορίτσι του ζεστού νότου της Αριζόνα. Προικισμένη κι αυτή με φωνητικό και συνθετικό τάλαντο, από το ντεμπούτο της κιόλας στο εξώφυλλο του Hand sown…Home Grown (1969) πόζαρε με λευκό φόρεμα μπροστά από φωτεινά δέντρα, πατώντας ξυπόλητη πάνω σε μια πέτρα και ένα σωρό φύλλα, ενώ στο οπισθόφυλλο καθόταν έξω από ένα πετρόκτιστο, σχεδόν αυτοσχέδιο σπίτι που έμοιαζε με καλύβα, τυλιγμένη με μια μακριά εσάρπα με ξέφτια, ξανά ξυπόλητη. Πίσω της ψηλά δέντρα και πράσινη ησυχία. Είμαι βέβαιος πως χαιρόταν ένα ένα τα φυλλαράκια κάτω από τα πέλματά της, εκτός αν τα είχε τόσο συνηθίσει στην φυσική της ζωή.

Ήταν άραγε η ίδια εκείνη φύση που την ωθούσε να βγαίνει ξυπόλητη στις συναυλίες της; Κάποτε την βρήκα με ανάλογη εμφάνιση σ’ ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα να τραγουδάει με την μπάντα της, τους The Stone Poneys, το Α different drum. (Μπορεί κανείς να την χαρεί έτσι σε μια επιβραδυμένη εκτέλεση που διασώζεται στο αχανές βιντεοκλάμπ του διαδικτύου.) Σ’ εκείνο το έξοχο τραγούδι απομάκρυνε γλυκά κι αιχμηρά κάποιον που προφανώς επιθυμούσε να την περιορίσει στα δικά του δεσμά:  Εγώ κι εσύ ταξιδεύουμε στο χτύπο ενός διαφορετικού τύμπανου … δεν είμαι έτοιμη για κανέναν και τίποτα που θα μου βάλει τα ηνία… θα ζήσουμε περισσότερο αν ζήσουμε χωριστά. Με την ίδια μπάντα στο Train And The River ψέλλιζε και τον στίχο Ι remember we used to go barefoot hand in handΤα γυμνά πόδια ως ασυμβίβαστη φύση και ως κοινή βίωση – συμβίωση του έρωτα!

Η Λίντα απαρνήθηκε το Λος Άντζελες, όπου η επίδειξη της λάμψης ήταν υπερβολική και οι αυτοκινητόδρομοι απολύτως απαραίτητοι ακόμα και για να φτάσει ως το στούντιο, κι έφυγε για το Σαν Φρανσίσκο, φορώντας σίγουρα λουλούδια στο κεφάλι της. Αλλά η πολυπόθητη αρμονία βρισκόταν και πάλι αλλού κι έτσι προτίμησε την επιστροφή στο αριζόνιο Τούσον, να βρει το δικό της προσωρινό κάθισμα στη γη. Πριν και μετά από αυτήν, ανυπότακτα κι ελεύθερα τα ξυπόλυτα κορίτσια των δυτικών λειμώνων της άλλης άκρης του κόσμου, μαζί με τις χίππισες που διατήρησαν την ιδιότητά τους και μετά τα ψυχεδελικά χρόνια, ζούσαν σε καλύβες, τροχόσπιτα, φάρμες, ασράμ και πάσης φύσεως κοινόβια όπου βίωναν την φύση με κάθε τρόπο, από την αναπνοή τους μέχρι τα γυμνά βήματα στο χώμα. Άραγε γνώριζαν το παράδειγμα του Thoreau, που έφυγε για να ζήσει σ’ ένα δάσος κοντά σε μια λίμνη που του πρόσφερε και το όνομα του κλασικού του βιβλίου Walden, ή του Le Corbusier, που σχεδίασε πόλεις ολόκληρες και οραματίστηκε ουρανοξύστες χιλιομέτρων αλλά δεν έχτισε για τον εαυτό του παρά μια μικρή ξύλινη καλύβα κάπου στην Κυανή Ακτή; Είχαν διαβάσει τον Χάιντεγκερ, που έλεγε πως το κτίριο πρέπει να φύεται από την γη; Συγκέντρωνα στοιχεία για τα αναχωρήτριες του κόσμου, που δεν αρνήθηκαν την ζωή άλλα έφυγαν για να την βρουν και να την μοιραστούν, για εκείνες που με συντριπτικές πιθανότητες θα χαίρονταν ξυπόλητες την γη.

Την ίδια εποχή στο καθιστικό μας άνοιξα με την έξαψη της παρανομίας το ξύλινο συρταρωτό πορτάκι του μπουφέ, σχεδιασμένου από τον Σκουρόπουλο της Πατησίων και συχνά  σκηνογραφημένου σε ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες όπως το Ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη, με την ψευδαίσθηση της ταύτισης με τον νεαρό αποπλανητή ωραίων μοναχικών γυναικών σαν την Αλεξάνδρα Λαδικού, που τον υποδεχόταν με τα πασούμια της στο μοναχικό της σαλόνι. Στα ενδότερα του ντουλαπιού μια σειρά ευφάνταστα μπουκάλια με υποσχετικά ονόματα, όπως βερμούτ, τσέρρυ ή καμπάρι περίμεναν τον δοκιμαστή τους. Στην αριστερή άκρη σίγαζε μια πάκα παλιών δίσκων· στο φυλλομέτρημα μου αποκαλύφθηκε μια ζουμερή κοσταρικανή με πολύπτυχο φόρεμα, σφιχτές κοτσίδες και ξυπόλητη – εμφάνιση που θα είχε σε πολλά ακόμη εξώφυλλα. Δίπλα της δυο χαρωποί κιθαρωδοί με τουλάχιστον δυο λατινοαμερικανικά χαρακτηριστικά, το πόντσο και το σομπρέρο. Ονομάζονταν Los Machucambos κι επρόκειτο εμφανώς για σχήμα λατινοαμερικάνικης ευφορίας, που παρακινούσε τα σώματα σε χορευτικές χαρές, ενώ ένα τραγούδι με τον αναπάντεχο τίτλο El Otorrino Laringolo με προσκαλούσε να τους γευτώ όχι μόνο με ώτα αλλά και με λάρυγγα. Αυτό ήταν: η ονομαζόμενη Julia Cortes σχεδόν βγήκε από το κάδρο κι άρχισε μπροστά μου έναν ξυπόλητο χορό που μόνο χάρη στη μέθη μου μπορούσα να απολαύσω. Στο τέλος, κάτω από μια παραίσθηση καθαρά οινοπνευματώδη, σωριάστηκα στα χάρτινα πόδια της.

Έκτοτε σχεδόν χάθηκα στις εξοχές μιας μουσικής εξωτικής, όπως ονομαζόταν το είδος από κάποιους που προφανώς βρίσκονταν κάπου «μέσα», η οποία πήγαζε από μακρινούς τόπους: από την Αφρική και την Κεντρική και Νότια Αμερική, μέχρι την Καραϊβική και τον Νότιο Ειρηνικό. Τα ξυπόλητα κορίτσια της με τα χειροποίητα φουστάνια και τα θεαματικά κοσμήματα ακολουθούσαν μια εμφάνιση που ήταν αυτονόητη για όλες τις γυναίκες του τόπου τους. Σωστά ξωτικά της exotica, είχαν πάντα τα ποδαράκια τους ελεύθερα και κάτι θα σήμαινε αυτό, κάτι θα ήθελαν να πουν! Μακάρισα τους τυχερούς των νοτίων ημισφαιρίων που είχαν ως καθημερινότητα εκείνο που για μένα ήταν μια σπανιότητα. Όμως μια υποψία σφηνώθηκε μέσα στην ευδαιμονία μου: Μήπως δεν θα με συντάραζε η γύμνια των άκρων αν την είχα ανά πάσα στιγμή δεδομένη; Μήπως ακριβώς η κρυφότητα και η σπανιότητα απογείωσαν αν όχι προκάλεσαν την προτίμηση;

Το εφιαλτικό ενδεχόμενο επιβεβαιώθηκε σε μια δημόσια παρουσίαση βιβλίου από τον Δημήτρη Καλοκύρη, ο οποίος διαπίστωνε την απομυθοποίηση στα μάτια ενός ταξιδιώτη συγγραφέα [Αντώνης Καλαϊτζάκης, Ένας Έλληνας στη χαμένη Αφρική, εκδ. Παρατηρητής, 1997], ο οποίος έγραφε: Αυτό που εγώ βλέπω σαν κάτι παράξενο και μυστηριακό, γι’ αυτούς […] είναι καθημερινή ρουτίνα. Αυτό που εμένα με συνεπαίρνει, γι’ αυτούς είναι μια καθημερινότητα. Εγώ παίρνω τον αιθέρα της ομορφιάς του τόπου, γι’ αυτούς χάθηκε [1]. Αναρωτήθηκα κι εγώ αν αυτή ήταν η μικρή εκδίκηση του Δυτικού: να χάσει την αιώνια συνήθεια μα να κερδίσει ένα μοναδικό φετίχ. Ή αν πρόκειται για μια οριστική ήττα: να καταδικάστηκε να απολαμβάνει τα αλλοτινά ελεύθερα δώρα της ζωής σε εξαιρετικές μόνο περιστάσεις.

Σα να μην έφτανε αυτό, σύμφωνα με το Δοκίμιο για τον εξωτισμό του ταξιδευτή λογοτέχνη Βικτόρ Σεγκαλέν, αν ο εξωτισμός είναι η αισθητική και η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά η δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης. Όμως δεν νοείται σε αυτόν καμία προσαρμογή. Δεν είναι η τέλεια κατανόηση εκείνου που βρίσκεται έξω από τον εαυτό μας, κλείνοντας το μέσα μας, αλλά η οξεία και άμεση αντίληψη του αιώνιου ακατάληπτου. Ας ξεκινήσουμε από αυτή την ευχή της αδύνατης διείσδυσης [2].

Αυτά μας έκαναν οι εξωτικές ξυπόλητες! Διατάραζαν τα δεδομένα μας και παρέμεναν ακατάληπτες και ασύλληπτες μέσα στους πόθους μας, όσο κι αν προσπαθήσαμε να τις προσαρμόσουμε στα δικά μας βλέμματα. Όμως εκείνος ο στοχαστής των μακρινών οριζόντων είχε επιπλέον γράψει πως η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του. Ίσως, λοιπόν, αν οι δικές μας αστικές δυτικές γυναίκες κάποτε υποδύθηκαν εκείνες τις «ξένες», μπορεί στο βάθος να βρήκαν κάτι ολότελα δικό τους. Γι’ αυτό κι εγώ συνέχισα πλέον στις ταινίες να αναζητώ όλες τις εξωτικές· τις πραγματικές, που κάπου στον κόσμο θα ζούσαν δίπλα στη θάλασσα ή μέσα στα δέντρα και τις καλαμιές, και τις σταρέσσες που προσομοίασαν ιδανικά στις πρώτες και προσάραξαν σε καλαμένια δωμάτια και αμμώδεις αυλές.

Και πάντα θυμάμαι την Kerima, με το περήφανο ξυπόλητο βάδισμα της ανάμεσα στις ξύλινες ινδονησιακές καλύβες πάνω από το νερό, στην ταινία  Outcast Of The Islands (Carol Reed, 1952), μιας νέας που διάλεξαν για την ανατολική ομορφιά της και διέδωσαν την φράση της «ζω την ζωή της φύσης, περπατώ ξυπόλητη, κολυμπώ γυμνή», για να ταιριάξει με τον ρόλο της Aissa (όνομα που κυριάρχησε στον ελληνικό τίτλο της ταινίας: Αισά, το Ρόδο της Πολυνησίας)· την λατρευτή μου Gene Tirney στο Son of Fury (John Cromwell, 1942) να κουλουριάζεται στην αγκαλιά του Tyrone Power, με τις πατούσες της χωμένες στην άμμο των Νοτίων Θαλασσών· την Heddy Lamar ως αξέχαστη Tondelayo να παγιδεύει στα δίχτυα της δυο άντρες στην ζούγκλα του Κονγκό έχοντας φυσικά χορέψει ξυπόλητη (White cargo, Richard Thorpe, 1942)· την «βουβή» και διαρκώς γυμνόποδη βασίλισσα της ζούγκλας Edwina Booth στο Trader Horn, στην πρώτη ταινία που γυρίστηκε στην Αφρική (W.S. Van Dyke, 1931)· ακόμα και την αυστηρότερη Ava Gardner να εμφανίζεται ξυπόλητη σε μια ξύλινη αποβάθρα κάπου στην Αφρική με μια βαλίτσα στο χέρι, έτοιμη να προσαρμοστεί στα νέα κλίματα (Mogambo, John Ford, 1953).

Έσπευσα, βέβαια, να μειώσω τις χιλιομετρικές αποστάσεις για να αυξήσω τα ενδεχόμενα μιας πιθανότερης συνάντησης. Πιστός των μεσαιωνικών παραμυθιών και της βικτωριανής ατμόσφαιρας ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο μ’ ένα αλλόκοσμο κορίτσι που εμφανιζόταν ξυπόλυτο σε εξώφυλλα δίσκων, σαλόνια περιοδικών και πάσης φύσεως φωτογραφίες επί και εκτός σκηνής. Οι χορευτικές της χειρονομίες πρόδιδαν την χορεύτρια που κάποτε υπήρξε, τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά της σχεδόν μου γαργαλούσαν τα μάγουλα και τα γυμνά της πόδια τονίζονταν περισσότερο κάτω από τα μακριά της φορέματα – ή μάλλον ακριβώς εξαιτίας τους.

Την άκουσα να μου κελαηδά με την ιδιαίτερη φωνή της μέσα από το κασετόφωνο του γειτονικού διαμερίσματος. Μου συστηνόταν ως Cathy και με αποκαλούσε Heathcliff· μου έλεγε πως κρυώνει και μου ζητούσε να την αφήσω να περάσει μέσα από το παράθυρο, βεβαιώνοντάς με πως γύρισε σπίτι, σπίτι μας, στα ανεμοδαρμένα ύψη. Από εκείνη διάβασα για πρώτη φορά πως ο έρωτας δεν ταυτίζεται με την ευτυχία,  πως είναι πόνος βαθύς. Και μαζί υπήρξαμε στις φαντασίες μου πραγματικό ζεύγος σε σκοτεινό ρομάντζο, εξίσου μυθιστορηματικό μ’ εκείνο της Έμιλυ Μπροντέ. Η κατά κόσμον Kate Bush του Wuthering Heights έγινε η δική μου Ανεμοδαρμένη των Υψών της Αγάπης και την περιμένω, με ανοιχτή την μπαλκονόπορτα κάθε φορά που την ακούω, να έρθει πετώντας, όπως εμφανίζεται φτερωτή στο εξώφυλλο του Butterfly kisses (1988), μιας ανεπίσημης live συλλογής με αποσπάσματα από συναυλίες μεταξύ 1978 – 1987, με τα πόδια της ευκρινέστερα από ποτέ.

Στο τέλος, ίσως τίποτε απ’ όλα αυτά, τα στημένα μπροστά στους τρίποδες ή τα εκτεθειμένα στις σκηνές των συναυλιών, δεν είχε τόση μαγεία όσο μια στάση σ’ ένα γυμνό δωμάτιο. Εκεί ήθελα να με περιμένει μια γυναίκα απλή, γοητευτική όπως κάθε γυναίκα, με ελαφρώς ανταριασμένα μαλλιά, μ’ ένα χρωματιστό φουστάνι, ξυπόλητη στο ξύλινο πάτωμα, με το βλέμμα της πάνω μου. Την έψαχνα για χρόνια μέχρι να την βρω σ’ ένα εξώφυλλο, γνωρίζοντας πως νωρίτερα φυλλομετρούσε τον Φερνάντο Πεσσόα και διάλεγε λέξεις του για να τις μελωδήσει με την φωνή της παρέα με δυο τσέλα. Την έλεγαν Μπεβίντα (Bévinda ((Ferreire)) και χάρη στον δίσκο της Pessoa em Pessoas (1997) διάβασα το Βιβλίο της Ανησυχίας, που με κατεύθυνε οριστικά στην γραφή των παθών μου. Το ιδανικό μου, έγραφε ο Πεσσόα, θα ήταν να τα ζω όλα σε μυθιστόρημα και να αναπαύομαι στη ζωή – να διαβάζω τις συγκινήσεις μου…. Για όποιον έχει τη φαντασία εύκολη, οι περιπέτειες ενός πρωταγωνιστή μυθιστορήματος είναι αρκετή προσωπική συγκίνηση, και ακόμα πιο πολύ γιατί είναι και δικές του και δικές μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη περιπέτεια από το να έχεις αγαπήσει τη Λαίδη Μάκβεθ με αληθινή και άμεση αγάπη [3]. Έτσι άρχισα τούτο το μυθιστόρημα, για να διαβάζω τις συγκινήσεις που έζησα με τις αναρίθμητες ξυπόλητες των δίσκων, των ταινιών και της έξω ζωής, με τις οποίες αγαπηθήκαμε με άμεση και αληθινή αγάπη.

[1] Δημήτρης Καλοκύρης, Παρασάγγες. Τόμος Α΄. Ονομαστικόν, εκδ. Άγρα, 2014, λήμμα Αφρικανός, σ. 31.

[2] Μαρία Στεφανοπούλου, «Ο εξωτισμός, η αισθητική του διαφορετικού και η εσωτερική εμπειρία. Για τον Victor Segalen», Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας, εκδ. Αρμός, 2015, σ.  90-120, ιδίως 105-107.

[3] Fernando Pessoa, Βιβλίο της ανησυχίας, Τόμος Β΄, εκδ. Gutenberg, 2018, μτφ. Μαρία Παπαδήμα, αρ. 348, σ. 111.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

20
Οκτ.
19

Βέρνερ Χέρτσογκ – Οδοιπορία στον πάγο

To περπάτημα ως ύστατη πράξη αγάπης

Κομμάτια σιδερικών απ’ το κατεστραμμένο πάνω κατάστρωμα κρέμονται στο ενδιάμεσο, και το πλοίο ολόκληρο θυμίζει χαμένη ναυμαχία. Ο Φιτσκαράλντο τα ’χει χαμένα, δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα τι ακριβώς συνέβη. Αυτό το χτύπημα της μοίρας ήταν πολύ δυνατό για να μπορέσει να το αφομοιώσει. Ο Χάιμε, με αίματα στο στόμα του – κάπου θα χτύπησε – ανακρίνει τους Ινδιάνους που έχουν απομείνει στο πλοίο. Όλοι μαζί είναι τέσσερις, και δίνουν με ζωηρές κινήσεις και ευτυχισμένα, χαλαρωμένα πρόσωπα αναφορά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάτι τους κάνει να δείχνουν ιδιαίτερα ανακουφισμένοι, σχεδόν χαρούμενοι. [Βέρνερ Χέρτσογκ, Φιτσκαράλντο (αφήγημα), Εκδ. Θεμέλιο, 1984, μτφ. Μαριλένα Κασιμάτη, σ. 151]

Ποιος μπορεί να ξεχάσει το τέλος του οράματος του Φιτσκαράλντο, να φέρει τον Ενρίκο Καρούζο σε μια πόλη του Περού, μέσα σε μια ζούγκλα γεμάτη σαπισμένες σανιδοπαράγκες πάνω στις λάσπες, για να πραγματοποιήσει μια μεγάλη τελετουργία στον Βέρντι; Εκείνο το αδιανόητο εγχείρημα, να περάσει ένα γιγαντιαίο ατμόπλοιο από ένα βουνό για να πάει από το ένα ποτάμι στο άλλο, με την βοήθεια μιας φυλής Ινδιάνων που μάγεψε με τη φωνή του Καρούζο μέσα από εκείνο το γραμμόφωνο που αντηχούσε στα παρθένα δάση, δεν χρειάστηκε παρά λίγα δευτερόλεπτα να διαλυθεί, όταν οι Ινδιάνοι έλυσαν κρυφά το πλοίο, για να το πάρει ξανά το ποτάμι, ως θυσία στον δικό τους θεό του χειμάρρου. Και, ακόμα, πώς να λησμονήσει κανείς τα τελευταία λεπτά του Cobra verde, ένα από τα συναρπαστικότερα τέλη που ζήσαμε ποτέ στον κινηματογράφο;

Σχέδια που μοιάζουν απραγματοποίητα αλλά δεν εγκαταλείπονται χάρη στις εμμονές των αυτουργών τους, πορείες στον αχανή χώρο που ταυτίζονται με τις διαδρομές ολόκληρων βίων… ο ιδιότυπος και αμφιλεγόμενος Γερμανός σκηνοθέτης έφτιαχνε σε εικόνες εκείνο που δύσκολα μπαίνει σε λέξεις. Κι όμως, εδώ, είναι η πρόζα του που αποδεικνύεται πλήρης και αυτόνομη, που δεν χρειάζεται καμία κινηματογράφηση. Αυτή την φορά εκείνο που μοιάζει απραγματοποίητο είναι ένα ταξίδι με τα πόδια, από το Μόναχο ως το Παρίσι. H ιδέα του ήρθε όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ότι η Λόττε Άισνερ, σπουδαία θεωρητικός του κινηματογράφου και μέντοράς του, είναι βαριά άρρωστη· τότε σκέφτηκε ότι «δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τον θάνατό της», πόσο μάλλον στην παρούσα στιγμή που ο γερμανικός κινηματογράφος την χρειαζόταν όσο ποτέ άλλοτε.

Κι έτσι συνέλαβε την αδιανόητη ιδέα, να πάει να την συναντήσει, κάνοντας το ταξίδι με τα πόδια, μετατρέποντάς το σε προσκύνημα για να ξορκίσει τον θάνατο. Ακολούθησε την ευθύγραμμη διαδρομή για το Παρίσι, με την ακλόνητη πίστη ότι όσο θα περπατούσε, τόσο εκείνη θα έμενε ζωντανή. Το βιβλίο αποτελεί ακριβώς τις ημερολογιακές σημειώσεις εκείνου του οδοιπορικού, που όμως δεν προορίζονταν για το αναγνωστικό κοινό. Τέσσερα χρόνια μετά ξαναπιάνοντας το μικρό σημειωματάριο ένιωσε την επιθυμία να μοιραστεί το κείμενο.

Έξοδος από το Μόναχο, περιφερειακά νοσοκομεία, τροχόσπιτα, αυτόματα πλυντήρια αυτοκινήτων, ξεχορταριασμένα χωράφια που εκτελούν χρέη γηπέδου, προαστιακοί σταθμοί, κλειστά αγροκτήματα, μισοτελειωμένες οικοδομές, εξοχικές κατοικίες σε χειμερία νάρκη, στρατώνες, καταφύγια από τον δεύτερο παγκόσμιο, καταυλισμοί τσιγγάνων εγκατεστημένων με μισή καρδιά σ’ αυτά τα μέρη, αγροτικές εργασίες και το μονότονο θέαμα των ξυλοκόπων. Η φύση επίμονα παρούσα – αχανείς πεδιάδες, λασπωμένα ζαχαρότευτλα, κρωξίματα των πουλιών. Και πάνω απ’ όλα, η μοναξιά των αυτοκινητοδρόμων που «σπάει μόνο με τις κωνικές δέσμες από τα φώτα των προβολέων» – πώς να μη θυμηθεί εδώ κανείς τον απόλυτο δίσκο τους, το Autobahn των Kraftwerk που κυκλοφόρησε τον ίδιο χρόνο (1974);

Ο περιπατητής προσανατολίζεται με χάρτες αγορασμένους στα πρατήρια, τρώει στους σταθμούς εξυπηρέτησης αυτοκινητιστών, ξαποσταίνει σε εγκαταλειμμένες στάσεις λεωφορείου και σε μισοσκότεινες εκκλησίες, διανυκτερεύει σε όποια κλειστά σπίτια μπορεί να εισβάλει, σε πατάρια, σε στάβλους και αχυρώνες, σε πλυσταριά και τροχόσπιτα. Δεν χάνει το χιούμορ του – σ’ ένα σπίτι που μπαίνει για να ζεσταθεί, συμπληρώνει το μισολυμένο σταυρόλεξο για να φανταστεί τον αιφνιδιασμό του ιδιοκτήτη. Κάποτε η φαντασία του οργιάζει – ήταν εδώ ρωμαϊκές οδοί, κέλτικοι προμαχώνες;

Για ποιο λόγο δεν επισπεύδει την άφιξή του στο Παρίσι με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο; Νομίζω πως η ίδια του η επιλογή δίνει τις απαντήσεις: επειδή μόνο η εκ φύσεως αργή πεζοπορία μπορεί να αποκτήσει χαρακτήρα τελετουργικό και να ταυτιστεί με προσκύνημα. Δεν γνωρίζω ποιες δυνάμεις επικαλείται αυτή η ευλαβική διαδρομή στο περιβάλλον· μπορεί την φύση, τον χρόνο, την μοίρα, την αναγκαιότητα, την δικαιοσύνη, μια κοσμική παράκληση – επίκληση για μια παράταση ζωής.

Θα περίμενε κανείς τον εξωραϊσμό αυτής της περιπλάνησης, την εξύμνηση των τοπίων· πολύ περισσότερο, μια ποιητική πρόζα στο είδος των λυρικών ταξιδιωτικών αφηγητών· όμως όχι, ο Χέρτσογκ προτιμά την ωμή ειλικρίνεια μαζί με την απομυθοποίηση της ίδιας της ηρωικής διαδικασίας. Τα τοπία παρουσιάζονται ακριβώς όπως είναι, «άχαρα και θλιβερά», μοναχικά, λιτά, ανιαρά και την ίδια στιγμή απρόβλεπτα. Είναι οι απέραντοι χώροι που πάντα πρόσεχε ο σύγχρονος Γερμανικός κινηματογράφος, και δεν αναφέρομαι μόνο στον Βέρντερς ή τον ίδιο τον Χέρτσογκ. Τα παπούτσια τον χτυπάνε (σύντομα τα τακούνια από τις αρβύλες του φαγώνονται πλήρως), η δίψα είναι αφόρητη, όλα είναι κρύα, έρημα και εγκαταλειμμένα, οι άνθρωποι ανέκφραστοι. Μια ματιά στα πρόσωπα των οδηγών φτάνει, για να καταλάβουμε πόσο έχουμε ταυτιστεί με τα αυτοκίνητα που οδηγούμε.

Ακόμα κι όταν φιλοξενείται από ζεστούς ανθρώπους, είναι πολύ κουρασμένος για να περάσει πολλή ώρα μαζί τους. Κάποτε χάνεται και αφήνει το ένστικτο να τον οδηγήσει, άλλοτε φεύγει εντελώς από τους δρόμους και ακολουθεί την κοίτη του Σηκουάνα. Νοιώθει αμήχανα στα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών, στα χωριά υποκρίνεται τον χωριάτη για να τα αποφύγει τις ερωτήσεις. Ο χειμώνας δυναμώνει, η πορεία με τον άνεμο να τον χτυπάει κατά πρόσωπο γίνεται επίπονη. Κάποια στιγμή σκέφτεται να συνεχίσει στο Παρίσι οδικώς. Ποιο είναι το νόημα αυτής της ταλαιπωρίας, αναρωτιέται· μα ύστερα σκέφτεται: να έχω φτάσει τόσο μακριά με τα πόδια και να εγκαταλείψω πριν το τέλος; / Θα αφήσω τη θύελλα να με στροβιλίσει γύρω από το βενζινάδικο μέχρι να βγάλω φτερά.

Φυσικά η ποίηση εισχωρεί σαν τον ήλιο μέσα από τα σύννεφα, με την μορφή σκόρπιων φράσεων που προδίδουν τον κινηματογραφιστή. Δυο κορίτσια με τροχοπέδιλα κόβουν κύκλους σε μια τσιμεντένια αυλή, μια αμαξοστοιχία δεν θα ταξιδέψει ποτέ ξανά, στην ερημιά ένας ξύλινος εσταυρωμένος κι ένα παγκάκι περιμένουν τους ανύπαρκτους διαβάτες, φορτηγά τον προσπερνούν κάτω από τη θλιβερή βροχή, μια μεσόκοπη γυναίκα του μιλάει για όλα της τα παιδιά και συντομεύει τις ζωές τους για να μην αφήσει κανένα αμνημόνευτο. Στην αγορά ένα αγόρι με δεκανίκια ήταν ακουμπισμένο με την πλάτη στον τοίχο ενός σπιτιού. Μόλις το αντίκρισα τα πόδια αρνήθηκαν να κάνουν έστω κι ένα βήμα παραπάνω. Δε χρειάστηκε παρά να ανταλλάξουμε ένα φευγαλέο βλέμμα για να επιβεβαιώσουμε τον βαθμό συγγένειάς μας. [σ. 127]

Την σκέψη του δεν απορροφά μόνο η περιπλάνηση. Άλλωστε το γράφει ο ίδιος: Χιλιάδες σκέψεις περνούν από το κεφάλι σου όταν βαδίζεις. Κι είναι σκέψεις διάστικτες από μνήμες. Όταν το σώμα του φτάνει στα όρια, θυμάται που κολύμπησε από την Αυστραλία στη Νέα Ζηλανδία, πενήντα μίλια, μαζί με πρόσφυγες, κρατώντας μόνο μπάλες ποδοσφαίρου για σωσίβια. Σε όλη την διαδρομή διατηρεί ένα πείσμα κατά του θανάτου – το περπάτημά του δεν καθυστερεί αλλά και αναβάλλει οριστικά τον θάνατό της αγαπημένης του Λόττε. Η πορεία του, «ένα εκατομμύριο βήματα εξέγερσης ενάντια στον θάνατο». Σα να επιμένει πως η ζωή είναι μια συνεχής πορεία που όσο την διασχίζουμε τόσο παρατείνουμε την άφιξη στον τερματισμό.

Στο τέλος, αντί επιλόγου, περιλαμβάνεται το εγκώμιό του στην Άισνερ, με την ευκαιρία της απονομής του Βραβείου Χέλμουτ Κόυτνερ· εδώ ο Χέρτσογκ θυμίζει την ιστορία της, την σωτηρία της από την βαρβαρότητα του Τρίτου Ράιχ, την διαφυγή της στην Γαλλία όπου έζησε με ψεύτικο όνομα, το βιβλίο της για τον γερμανικό εξπρεσιονισμό στον κινηματογράφο (Η Δαιμονική Οθόνη), την διάσωση, σε συνεργασία με τον Ανρί Λανγκλουά, χιλιάδων ταινιών του βωβού κινηματογράφου, που ειδάλλως θα είχαν χαθεί για πάντα.

Μόνο αν ήμουν στον κινηματογράφο θα μπορούσα να πιστέψω ότι όλα αυτά είναι αλήθεια. [σ. 12]

Πλήρης τίτλος: Οδοιπορία στον πάγο. Μόναχο – Παρίσι, 23 Νοεμβρίου – 14 Δεκεμβρίου 1974. Εκδ. Alloglotta, 2019, μτφ. Γιάννης Καλιφατίδης, 176 σελ., με δεκαπεντασέλιδες σημειώσεις της επιμελήτριας Ελένης Γιαννάτου [Werner Herzog, Vom Gehen im Eis. Muncehn – Paris, 23.11 bis 14.12.1974, εκδ. 1978]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Φανζίν Lung, τεύχος 4 (Οκτώβριος  2019).

Στις εικόνες: Klaus Kinski ως Fitzccaraldo (1982) / Werner Herzog / πλάνο από την ταινία του Stroszek  (1977) / πλάνο από την ταινία του Wim Wenders Kings of the road (1976) /o σκηνοθέτης στα γυρίσματα του Fitzccaraldo / πλάνο από την προαναφερθείσα ταινία του Wenders / ο Herzog με την Lotte Eisner.

01
Οκτ.
19

Οι ξυπόλητες των δίσκων, 4

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 10 (Οκτώβριος 2019), εδώ

ΙX. Οι ξυπόλητες των δίσκων, 4

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες στα εξώφυλλα των δίσκων και μυείται στα μυστικά τους.

Όλα εκείνα τα εξώφυλλα δίσκων γίνονταν παράθυρα στον κόσμο, όπως ήταν ο τίτλος ενός δίσκου της Dionne Warwick, στο εξώφυλλο του οποίου ακουμπά σ’ ένα τοίχο του δρόμου, με πολύχρωμο φόρεμα και ξυπόλητη, σα να περιμένει κάποιον. Θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε, αλλά τα λιγνά αφρικανικά γλυπτά που πλαισιώνουν ως κολλάζ την φωτογραφία της μνημονεύουν μια μακρινή καταγωγή (The windows of the world, 1967). Έχουν λοιπόν και τις χαρούμενες πλευρές τα μαύρα πόδια των δίσκων; Στην άλλη, οργιαστική πλευρά του φανκ, η Τσάκα Καν στο οπισθόφυλλο του δίσκου Rufus featuring Chaka Khan, Rufusized (1974) μας δείχνει ξεκαρδισμένη το πέλμα της κι ένα χρόνο μετά, στο εξώφυλλο της κυκλοφορίας με το όνομά τους, τα υπέροχα προφίλ τους. Εδώ αχνίζουν ιδρωμένα σώματα σε ακατάπαυστο ρυθμό· εδώ δεν ισχύουν οι κοσμιότητες των ευπρεπών λευκών κοριτσιών. Άλλωστε δεν μπορείς να πολεμάς όταν χορεύεις, τραγουδούσε η Marcia Barrett των Boney M, στην πλέον αποκλειστική σύνδεση χορού και ειρήνης:  στο εξώφυλλο του You can’t fight while you’re dancing οι μπότες της πατούν πεταμένα όπλα, ενώ λίγο νωρίτερα με γλυκοκοίταζε ξυπόλητη στο Far away from lonely (2013 και 2011 αντίστοιχα).

Δεκάδες καλλιτέχνες κατάφεραν να φτάσουν σ’ ό,τι θεωρούσαν κορυφή επειδή πείσμωναν και θεωρούσαν πως κανένα βουνό δεν είναι αρκετά ψηλό για την επιθυμία τους. Η Diana Ross στον μικρό δίσκο όπου διασκευάζει το Ain’t no mountain high enough (1970) μοιάζει με ξυπόλητο αγρίμι, έτσι κοκαλιάρα με το σορτσάκι και τα κοντά της μαλλιά, ενώ στο Everything is everything της ίδιας χρονιάς έχει γυρίσει κομψά τα μαλλιά της, παραμένει ξυπόλητη κι ας κρύβει τα διπλωμένα της πόδια με τα χέρια της, ενώ παντού γύρω της στραφταλίζουν τα αστέρια της επερχόμενης σκηνής. Ήρεμη κι επιτυχημένη το 1995, βγαίνει σε παλιό εξώστη με λευκό φόρεμα, ξέπλεκα μαλλιά, ξυπόλητη (Take me higher). Ανυπόδητη σε τρία οδόσημα του δρόμου προς την κορυφή: όταν βγαίνει στον πεντάγραμμο κόσμο, όταν αστράφτει κι όταν δρέπει τις δάφνες της. Ή απλά, θα σχολίαζε ένας δύσπιστος αμφίθυμος, τρία κλισέ των φωτογραφικών κασέ.

Έβλεπα την Μόκα και την μητέρα της: αφήνονταν σ’ ένα τρεμούλιασμα που θαρρείς δεν συνέβαινε σκόπιμα αλλά αυτόματα, και μόνο με την δόνηση των ήχων. Κάτι αντιλαμβάνονταν αυτά τα κορμιά, που δεν έπιαναν οι άμεσες αισθήσεις. Ένα μεσημέρι, κι ενώ οι μπαχαρικές οσμές απ’ την ανήλιαγη κουζίνα διαχέονταν παντού, ο χορός τους έμοιαζε ατέλειωτος, σα να περίμενε τα χαμόγελά τους να σβήσουν αλλά εκείνα παρέμεναν φωτεινά, σαν τα ολόλευκα δόντια τους. Είχα την αίσθηση πως εκείνοι οι άνθρωποι βίωναν αλλιώς την μουσική. Το σώμα έμοιαζε μ’ ένα πρόσθετο, εντελώς σιωπηλό μουσικό όργανο, που συμμετείχε ισότιμα στο ομαδικό οργίασμα των οργάνων. Το είδα ανάγλυφα στο εξώφυλλο του Big fun του Miles Davis (1974): μια κοπέλα ζωγραφισμένη προφίλ, στέκει ολόγυμνη ακριβώς μπροστά στο άνοιγμα της τρομπέτας που την καλύπτει ολόκληρη και, αν γυρίσουμε στο οπισθόφυλλο, βλέπουμε πως φυσά εξίσου καλοσχεδιασμένος ο αστρικός τζαζ μουσικός. Η καλοσχεδιασμένη γυναίκα μού το μαρτυρούσε: αυτή η μουσική απορροφάται από κάθε πόρο του σώματος, αρκεί να έρθεις κοντά της.

Η Μόκα σύντομα με εμπιστεύτηκε τόσο πολύ ώστε να μου δείξει ένα μεγάλο λογιστικό τετράδιο όπου έκοβε και κολλούσε δεκάδες φωτογραφίες με ανθρώπους από την ήπειρό της, που μάλλον θεωρούσε ενιαία πατρίδα της. Και τι δεν είχε: εξώφυλλα δίσκων μαύρης μουσικής από τις σχετικές στήλες των περιοδικών, εικόνες από περιοδικά που ζητούσε από το κομμωτήριο και τουριστικά φυλλάδια που έδειχναν οποιαδήποτε όψη της Αφρικής. Έβλεπα στέπες και σαβάνες, φυλές με τοπικές ενδυμασίες σε κάτι εκστατικές γιορτές (εκεί δεν φορούσαν ποτέ παπούτσια – η χαρά των ομοιοπαθών μου!) ή γυναίκες και παιδιά που πόζαραν στους σκονισμένους δρόμους των πόλεων, με ρούχα σε κάθε δυνατή απόχρωση που γνώριζα από ένα χρωματολόγιo αλιευμένο από το υφασματάδικο δίπλα στο σπίτι. Είχε και μερικές εμβληματικές μορφές που απ’ όσο καταλάβαινα θεωρούσε σημαντικές και τις έπαιρνε παντού στη νέα της ζωή.

Μια μαυρόασπρη φωτογραφία με αναστάτωσε για τα καλά. Δυο μαύροι άντρες είχαν στη μέση μια λευκή γυναίκα και περπατούσαν με σφιχτά χέρια σε μια πορεία. Εκείνη ήταν όμορφη και ξυπόλητη. Μου εξήγησε: ο από δω είναι ένας φοβερός συγγραφέας, ο James Baldwin· ο από κει είναι αρχηγός των κινημάτων για τα ανθρώπινα δικαιώματα των μαύρων, ο James Forman· και στη μέση, μια σούπερ τραγουδίστρια, η Joan Baez. Συμμετείχαν στην μεγάλη πορεία του 1965 από την Selma της Αλαμπάμα προς την πρωτεύουσα Montgomery, με αίτημα την κατοχύρωση πολιτικών δικαιωμάτων στους αφροαμερικανούς. Περπατούσαν για πέντε μέρες, από τις 21 ως τις 25 Μαρτίου, ενώ τις νύχτες κατασκήνωναν στις αυλές όσων τους υποστήριζαν και τους προσκαλούσαν. Μου μίλησε για τον Martin Luther King που «οδηγούσε» την πορεία, για το γεγονός ότι εκείνη η μαζική διαδήλωση πέτυχε τον σκοπό της. Δεν θυμάμαι πόση ώρα έμεινα αποσβολωμένος να κοιτάζω την ξυπόλητη κοπέλα στην διπλά θαρραλέα της πράξη – είχε τολμήσει κάτι που ελάχιστοι λευκοί εκείνη την εποχή θα έκαναν δημόσια. Οι αγωνίστριες δεν αμφισβητούσαν μόνο τους άδικους νόμους της πολιτικής αλλά και της υπόδησης! Ποια ήταν αυτή η γυναίκα και ποιους αγαπούσε; Πώς έφτανε κανείς σε τέτοιες γυναίκες;

Πίσω στο μικρό μου δωμάτιο πέντε ορόφους ψηλότερα περίμενα να έρθει το βράδυ για να ξαπλώσω πλάι στο ραδιόφωνο. Εκείνες οι νύκτιες ακροάσεις αποτελούσαν τα πρώτα αστραπιαία ταξίδια στον μακρινό κόσμο. Έβαζα την συσκευή ακριβώς κάτω από το αυτί μου και ψηλαφούσα τους δυο ασημένιους κυκλικούς διακόπτες με τις λεπτές οδοντωτές απολήξεις. Οι κύλινδροι της έντασης και των ραδιοσταθμών γίνονταν ρόδες που κυλούσαν το δωμάτιο σαν τροχόσπιτο όπως το οδηγούσαν εναλλάξ οι διάφοροι τραγουδιστές. Το ασημένιο ηχείο, διάστικτο με σχεδόν αδιόρατες τρυπούλες, ήταν σκληρό για μαξιλάρι, αλλά απαραίτητο ως δοκιμασία ενός μαθητευόμενου της περιπλάνησης.

Αν το πρώτο πολεοδομικό συγκρότημα που με διασταύρωνε με τις γυναίκες ήταν  οι δρόμοι της γειτονιάς και τα κτίσματά της – σπίτια, σχολεία, καταστήματα –, οι ραδιοφωνικές οδοί ήταν τα εξώτερα προάστια, τα απόμακρα περίχωρα, οι νέες χώρες. Από εκεί μού τραγουδούσαν οι γυναίκες των ηχείων: ντιζέζ των σκοτεινών κέντρων, μπλε μπλουζίστριες που πονούσαν μπροστά στο καπνισμένο τους κοινό, άγριες πάνκισσες με αξιοθαύμαστη θρασύτητα, δροσερά κορίτσια κάθε νέου κύματος, μαγεμένες των ηλεκτρονικών πλήκτρων, ντισκοτέκνα που ιδρωκοπούσαν στις πίστες, μιγάδες που λίκνιζαν με μπολερό τους απεγνωσμένους του έρωτα, ρετρό κορίτσια με αγκαλιαστά αγαπησιάρικα του πενήντα, λατινοαμερικάνες με τις αέρινες κιθάρες, ακόμα κι εκείνες που φωνογραφούσαν τις χαρμολύπες τους σε όπερες και οπερέτες, μέχρι και οι εκφωνήτριες των ειδήσεων στις ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες με τις γοητευτικά παράξενες γλώσσες… σ’ όλες προσπαθούσα να μαντέψω το πρόσωπό τους, να φανταστώ το σώμα τους, και πάνω απ’ όλα αναρωτιόμουν πώς να είναι τα πόδια αυτών των γυναικών και τι ρόλο να έχουν γράψει στην ζωή τους.

Ένα βράδυ κάποια φωνή μίλησε για τους Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι, δυο Ιταλούς αναρχικούς, λέει, μετανάστες, που καταδικάστηκαν σε θάνατο μόνο με ενδείξεις συμμετοχής σε μια δολοφονική ληστεία ενώ φώναζαν την αθωότητά τους. Η είδηση της εκτέλεσης έβγαλε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους των έξι ηπείρων. Κι ύστερα δυο αναπάντεχες λέξεις: Τζόαν Μπαέζ. Κράτησα την αναπνοή μου, να ακούσω την ξυπόλητη της διαδήλωσης! Το τραγούδι της έφτανε από το βάθος, με πλήκτρα βηματιστά, μέχρι την ξεσπαστική φωνή που ξεχύθηκε από το μαύρο πλαστικό κουτί, με μια υποψία πολυφωνίας πίσω της, σα να την ακολουθούσαν δεκάδες άλλες. Here’s to you, Nicola and Bart, Rest forever here in our hearts, The last and final moment is yours, That agony is your triumph. Μόνο τέσσερις στίχοι σε μια συνεχή επανάληψη, αγκαλιά με μια μελωδία εξίσου απαράλλαχτη αλλά ανεβατή προς μια αδιόρατη ευφορία.

Οι στίχοι εμπνέονταν από φράσεις αποδιδόμενες στον ίδιο τον Βαντσέτι, όπως τις είχε μεταφέρει ένας δημοσιογράφος που συνομίλησε μαζί του τρεις μήνες πριν εκτελεστεί, το 1927: Αν δεν έπαιρνε εκείνο τον δρόμο, θα μιλούσε άσκοπα στις γωνιές των άλλων δρόμων με αδιάφορους άντρες. Ποτέ δεν φανταζόταν ότι θα έφτανε τόσο μακριά αγωνιζόμενος για δικαιοσύνη, ανοχή και κατανόηση, ως την τελευταία τους στιγμή που τους ανήκε, ολοκληρωτικά. Σ’ εσάς λοιπόν Νικόλα και Μπαρτ – ένα καλλίφωνο κορίτσι χωρίς θλίψη, χωρίς θρήνο, έκανε μια πρόποση σαν επίκληση σε δυο μορφές που προτίμησαν ν’ αφήσουν το σπίτι τους για αμέτρητα άλλα και μόλις έμπαιναν και στο δικό μου.

Αναστατωμένος από τα ραδιούχα καλέσματα έχασα τον ύπνο μου: ήμουν άραγε ο μόνος που αισθανόταν την παράδοση μιας σκυτάλης; Η Ιστορία κατέφτανε τραγουδισμένη κι έκανε το μικρό μου κουβούκλιο εργαστήρι μελλοντικών σχεδίων –  έξω απ’ το παράθυρο άνοιγε κάθε φορά κι από λίγο η σκηνή του αγωνιζόμενου κόσμου. Θα περίμενα το χρονόσημο της ενηλικίωσης και θα πήγαινα να συναντήσω τους συμμάχους που θα γνώριζα χάρη σ’ εκείνο το ραδιοφωνάκι. Κι η πρώτη από αυτούς βρισκόταν έξι ορόφους πιο κάτω.

Αναζήτησα μανιωδώς δίσκους και φωτογραφίες της για να σχεδιάσω τις περαιτέρω κινήσεις μας. Στο εξώφυλλο του μικρού της δίσκου που είχε το We shall overcome, στα γυμνά της πόδια ταίριαζε ένα αισιόδοξο χαμόγελο. Το είχε τραγουδήσει στις 28 Αυγούστου του 1963 στην «Πορεία στην Ουάσινγκτον για δουλειά και ελευθερία» στην οποία ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ άρχισε την ομιλία του με την φράση Έχω ένα όνειρο… κι αργότερα στη διάρκεια των διαδηλώσεων του Κινήματος ελευθερίας του λόγου στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ στην Καλιφόρνια (1964–1965). Το ίδιο ξυπόλητη ή με ανοιχτά σανδάλια την βρήκα και στα εξώφυλλα άλλων δίσκων, μικρών και μεγάλων, σε φωτογραφίες πάνω στη σκηνή και τα παρασκήνια (όπως στο Newport Folk Festival του 1967 που περιμένει με συνεσταλμένη ανυπομονησία, μαζί με την Joni Mitchell και τον Leonard Cohen), ή παίζοντας μουσική με τον εραστή αγαπημένο της Bob Dylan – Οι σφοδροί έρωτες ζευγαρώνουν με τους σφοδρούς αγώνες; Κρατούν ζεστά τα ενθουσιώδη τους οράματα στις ερωτικές αγκάλες; Δεν είχε σημασία που οι χθόνιοι ύμνοι της δεν είχαν ανεβασμένες ταχύτητες ή αναμμένες ηλεκτρικές μηχανές· τα άνω δάχτυλά της έπαιζαν την κιθάρα σα να μάζευε βαμβάκι, όπως είχε περιγράψει κάποιος, και τα κάτω, ήμουν βέβαιος, έλεγαν πολλά.

Δεν ήταν μόνο η απλή, σχεδόν αγροτική ομορφιά· ήταν και τα ριχτά μαλλιά, τα φορέματα και τα πέδιλα, που παραμέριζαν τους κανόνες των εξεζητημένων, αλλιώτικων εμφανίσεων των ροκ καλλιτεχνών. Μήπως μια παράπλευρη όψη της επανάστασης ήταν η επανάσταση της όψης; Να είσαι όπως είσαι χωρίς κανένα άγχος εντυπωσιασμού; Η αντισυμβατικότητά της περπατούσε με σανδάλια κι όταν τα έβγαζε ήταν σα να ήθελε να φτιάξει τον κόσμο από την αρχή και να μπει με αγνά πόδια. Μπορεί και να έλεγε πως όσο και να λερωθεί ή να πληγωθεί ήταν έτοιμη μέχρι να φτάσει ως το τέλος. Ήταν η πρώτη ένδειξη πως τα γυμνά πόδια φέρουν κάτι δημόσιο και επαναστατικό. Αργότερα, σ’ ένα ξένο περιοδικό που ξεφύλλιζα στον προθάλαμο ενός ιατρείου, είχα και το ευτυχές συναπάντημα με το πέλμα της, έτσι όπως είχε αλυσοδέσει τα πόδια της στο λόμπι ενός Θεάτρου στο Ντένβερ πριν από τρεις συναυλίες της το 1974, για να δείξει πώς φυλακίζονταν σε κλουβιά οι πολιτικοί κρατούμενοι στο Βιετνάμ.

Περίμενα εναγωνίως το επόμενο απόγευμα για να διηγηθώ στην Μόκα την συναρπαστική ιστορία των δυο φίλων και το αφιερωμένο τραγούδι της Μπαέζ. Ενθουσιάστηκε· είχαμε ανακαλύψει την διαμαρτυρία μέσα σ’ ένα τραγούδι ωραίο και ξεσηκωτικό. Κοιτούσαμε την φωτογραφία της και δεν μας χωρούσε ο τόπος. Η σκυτάλη ήταν στα χέρια μας· τι θα κάναμε; μήπως την δική μας πορεία; Είχαμε τόσα να απαιτήσουμε: κάτω στα μέρη της η πολιτική αθλιότητα ζούσε και βασίλευε, αλλά και στα δικά μας το αίτημα για δικαιοσύνη ήταν πάντα ζεστό, και στο σχολείο και παντού. Κι ύστερα οι δικοί μας δεν μας αφήνουν να βγαίνουμε μόνοι μας βόλτα ούτε για μισή ώρα. Εσύ θα είσαι η τραγουδίστρια κι εγώ ο συγγραφέας. Ενθουσιάστηκα και μόνο με την ιδία πως θα περπατούσε ξυπόλητη δίπλα μου, γενναία και διεκδικητική.

Δώσαμε ραντεβού στο υπόγειο, έξω απ’ το δωμάτιο του καυστήρα. Παρά την διάχυτη μυρωδιά του πετρελαίου ένοιωθα πως την περιμένω σε μυρωμένα λιβάδια. Κόψαμε δυο μεγάλα λευκά φύλλα από το μπλοκ ιχνογραφίας και γράψαμε με μαρκαδόρους τα συνθήματα. Έκρυψε τα παντοφλάκια της σε μια γωνιά και βγήκαμε στο δρόμο. Περπατούσαμε αργά και τελετουργικά – τα μελαμψά της πόδια ακτινοβολούσαν στα λευκά πεζοδρόμια. Κάθε τόσο κοιταζόμασταν και χαμογελούσαμε – ένοιωθα πως μεγαλώνω στα μάτια της. Συμφωνήσαμε να μην φωνάζουμε, «άλλωστε θα μας κατάπινε ο θόρυβος της Πατησίων». Ντρεπόμασταν τα έκπληκτα βλέμματα των περαστικών αλλά ήταν κι αυτό μέσα στις δοκιμασίες των επαναστατών.

Αλλά αγνοήσαμε την πιθανότητα των ανεπιθύμητων συναντήσεων. Οι δικοί μου δεν κατέβαιναν ποτέ τα απογεύματα στο κέντρο, όμως πολλοί συμπατριώτες της και οικογενειακοί φίλοι έπαιρναν το λεωφορείο από την πλατεία Αμερικής. Μόλις φτάναμε στην στάση δυο τέτοιες γυναίκες την φώναξαν έκπληκτες. Άρχισαν να διαπραγματεύονται σε μια άγνωστή μου γλώσσα, η μια έδειξε και προς τα πόδια της· προφανώς συμφώνησαν να επιστρέψουμε μαζί τους στο σπίτι, ενώ εμείς κρυφογελούσαμε για να μην παραδεχτούμε την ήττα μας. Άραγε γλίτωσε την τιμωρία; Δεν το συζητήσαμε ποτέ, απλά υποσχεθήκαμε πως θα το κάνουμε πιο οργανωμένα κάποια άλλη φορά. Βιάστηκα να εξαφανίσω το ενοχοποιητικό πλακάτ και δεν έχω καμία φωτογραφία μας να αποδεικνύει την τόλμη εκείνου του απογεύματος. Όμως είμαι βέβαιος πως περπάτησα δίπλα στην ξυπόλητη Μόκα και το αγάπησα διπλά εκείνο το διαμαρτυριάρικο κορίτσι, που μου μετέδωσε μια για πάντα το μικρόβιο του αγωνιστή. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

[To ήξερα πως θα ξεκαρδιζόσουν, Joan]

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.




Ιανουαρίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.010.366 hits

Αρχείο