Archive for the 'Λογοτεχνία' Category

01
Αυγ.
22

Φρανσουάζ Εσκαρπί – Ο Μάρκος κάτω από την πάσα μοντάνια

Εμείς οι άνδρες Ζαπατίστας είμαστε πολλές φορές φαλλοκράτες και οι γυναίκες κέρδισαν την θέση τους μέσα στο κίνημα με τις δικές τους ενέργειες, ανεξάρτητα από εμάς. Αρχικώς όλα ήσαν εναντίον τους. Η γυναίκα η οποία άφηνε την οικογένεια της και αναχωρούσε για το βουνό ώστε να εισέλθει στις τάξεις μας εθεωρείτο πουτάνα. Στην αρχή, στα χωριά μας, τις γυναίκες Ζαπατίστας δεν μπορούσαν να τις καταλάβουν καθόλου οι άλλες γυναίκες… Εν τέλει, όταν οι γυναίκες των κοινοτήτων αντίκρυσαν αυτές τις γυναίκες Ζαπατίστας να κάνουν πράγματα τα οποία εκείνες δεν φαντάζονταν ότι θα μπορούσαν να κάνουν – να γράφουν και να διαβάζουν, να κρατούν όπλο και να γνωρίζουν να το χρησιμοποιούν, να λένε την γνώμη τους, να διοικούν άνδρες – υπήρχε ένα είδος εσωτερικής εξέγερσης ενάντια στην πολιτισμική δομή της κοινότητας. Συνειδητοποίησαν πως μπορούσαν και εκείνες να εκπαιδευτούν, πως ο αγώνας δεν ήταν αποκλειστικώς ανδρική υπόθεση και πως είχαν και εκείνες λόγο σχετικά με την πορεία των πραγμάτων. Η πρώτη εξέγερση των Ζαπατίστας δεν σημειώθηκε την Πρωτοχρονιά του 1994. Σημειώθηκε από τις γυναίκες, στο εσωτερικό του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας…[Υποδιοικητής Μάρκος, Συνέντευξη στην Ρεαλιδάδ, Δεκέμβριος 1995, εδώ σ. 58]

Είναι αδύνατον να μην αρχίσω από αυτή την επιπλέον εξαίσια πτυχή του αγώνα των Ζαπατίστας που κοινωνείται στο κεφάλαιο με τίτλο Το «ya basta» των γυναικών και αφορά όλες τις γυναίκες των τακτικών δυνάμεων του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας. Οι γυναίκες αμφισβήτησαν τρία προνόμια των ανδρών: την κατοχή γης, την επιλογή συντρόφου και την κατανάλωση αλκοόλ, ενώ ο «επαναστατικός νόμος των γυναικών» που υιοθετήθηκε το 1993 ορίζει μεταξύ άλλων το δικαίωμά τους να επιλέγουν τον σύντροφό τους και να μην υποχρεώνονται να παντρευτούν δια της βίας, το δικαίωμα να αποφασίζουν πόσα παιδιά μπορούν να γεννήσουν και να μεγαλώνουν και την απαγόρευση να τις χτυπήσει ή να τις κακομεταχειριστεί κανείς από την οικογένειά τους, πόσο μάλλον ξένος. Είναι εμφανές πως ένας τέτοιος πολιτικός αγώνας ανοίγει οριστικά και αμετάκλητα τον ορίζοντα μιας πλήρους προσωπικής και συλλογικής ελευθερίας.

Έχουμε ήδη παρουσιάσει στο Πανδοχείο το μνημειώδες βιβλίο των E.Z.L.N. – Subcomandante Marcos – Subcomandante Moises Οι λέξεις της σιωπής [Εκδόσεις των ξένων, 2014] καθώς και τις Ιστορίες του γερο-Αντόνιο [Ροές, 2003] και τις Άλλες ιστορίες [Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2014] που έγραψε / μετέγραψε ο Υποδιοικητής Μάρκος, αλλά κάθε έκδοση πού αφορά την ιστορία των Ζαπατίστας, μια ιστορία αισιόδοξη και συναρπαστική, είναι ευπρόσδεκτη, πόσο μάλλον όταν περιλαμβάνει μια σειρά λόγων των Ζαπατίστας, πρωτίστως του Μάρκος, έως την περίοδο της Έκτης Διακήρυξη της ζούγκλας Λακαντόνα και της Άλλης καμπάνιας. Έχουμε εδώ, λοιπόν, όπως γράφει στην εισαγωγή του ο Νίκος Παπαχριστόπουλος, μια συνολική αποτίμηση του επαναστατικού προτάγματος του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας, μέσα από κείμενα των ίδιων των δρώντων υποκειμένων τα οποία εμπλέκονται στο ευρύτερο συγκείμενο της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης στο Μεξικό.

Μαύρη, γκρι ή καφέ, η πάσα μοντάνια χαρακτήρισε μαζί με το καλυμμένο πρόσωπο και τις παλιακάτες, τα συνήθως κόκκινα εμπριμέ φουλάρια, του άντρες και τις γυναίκες που βγήκαν από την ομίχλη των βουνών και την υγρή ζέστη της ζούγκλας και κατέλαβαν πόλεις και χωριά της Τσιάπας το 1994. Τρεις δεκαετίες αργότερα οι Ζαπατίστας είναι πάντοτε εδώ, έτοιμοι να εισακουστεί η φωνή τους για δημοκρατία, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια. Η πάσα μοντάνια που φορά η ζούγκλα είναι η ομίχλη, με την οποία μπορεί να κρύβει τους καταδιωγμένους. Από εκεί βγαίνουν μασκοφορεμένοι ώστε να ξεμασκαρέψουν εκείνους που τους άρπαξαν τη γη, τους αρνήθηκαν τον λόγο και τους απαγόρευσαν την μνήμη. Ο Μάρκος ήρθε απ’ έξω, τους μίλησε αλλά δεν τον κατάλαβαν. Μόνο όταν χώθηκε στην ομίχλη έμαθε να ακούει και τώρα μιλά μέσα από αυτούς, όντας πια η φωνή των φωνών τους, όπως έγραψε ο Εντουάρντο Γκαλέανο στην La Jornada το 1996.

Περιστοιχισμένος από έξι αρχηγούς της Παράνομης Επαναστατικής Ινδιάνικης Επιτροπής του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας, για την απόδοση τιμών στον Χοσέ Λουίζ Σολίς Λόπεζ, με το ψευδώνυμο Γκαλεάνο, έναν Ζαπατίστας δάσκαλο που δολοφονήθηκε σε ενέδρα σε αυτοκινητόδρομο, στην Ρεαλιδάδ στην Τσιάπας, ο υποδιοικητής Μάρκος δηλώνει: «Συνειδητοποιήσαμε ότι εκείνοι απ’ έξω δεν μας έβλεπαν. Συνηθισμένοι να κοιτάζουν τους Ινδιάνους αφ’ υψηλού, συνηθισμένοι να μας βλέπουν ταπεινωμένους, η καρδιά τους δεν καταλάβαινε την αξιοπρεπή μας επανάσταση». Και οι αρχηγοί μας, άνδρες και γυναίκες, αναφώνησαν: «Βλέπουν απλώς την δική τους μικρότητα Ας κατασκευάσουμε ως εκ τούτου κάποιον τόσο μικρό σαν και αυτούς, ώστε να τον βλέπουν και να μας βλέπουν μέσω εκείνουΈτσι άρχισε ένα τέχνασμα ινδιάνικης σοφίας, η κατασκευή της φιγούρας που ονομάστηκε Μάρκος, που όπως κάποτε επινοήθηκε από εμάς, τώρα την καταστρέφουμε»». Εκείνη την ημέρα λοιπόν αποφάσισαν πως ο Μάρκος έπαψε να ζει ως Μάρκος και ονομάστηκε εξεγερμένος υποδιοικητής Γκαλέανο.

Στο κεφάλαιο Πρόγονοι και κληρονόμοι παρουσιάζονται εκείνοι που προηγήθηκαν στην μακραίωνη ιστορία του τόπου και επιβεβαιώνεται πως τίποτα δεν γεννιέται από το πουθενά. Η εξέγερση ακολουθεί μια τεράστια συσσώρευση αδικιών και θυμού. Ο Μάρκος και οι νεο-Ζαπατίστας (αν θεωρήσουμε ως Ζαπατίστας εκείνους του 1910) έχουν προκατόχους. Το Μεξικό της κατάκτησης και του αποικισμού είναι γεμάτο ηρωικές φιγούρες και στα γραπτά του ο Μάρκος αναφέρεται συχνά σε αυτούς, ώστε να επισημάνει ότι οι τωρινοί γηγενείς αγωνιστές συγκροτούν την σύγχρονη συνισταμένη μιας προγονικής βούλησης, δημοκρατίας, δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας.

Στο κεφάλαιο Η Τσιάπας των Ινδιάνων και των ανταρτών υπενθυμίζεται πως ο Μάρκος έφερε εξ αρχής τον βαθμό του υποδιοικητή για να δείξει ότι η πολιτική διεύθυνση ανήκει στους Ινδιάνους. Εκείνος δεν είναι παρά ο Γενικός Εντολοδόχος του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας και έχει αναλάβει την επικοινωνία με τον εθνικό και διεθνή τύπο. Ο στρατός που εισέβαλε στο μικρό χωριό όπου είχε εγκατασταθεί η Επιτροπή του αγώνα, απέτυχε φυσικά να συλλάβει τους καθοδηγητές της «ανταρσίας» και ο Μάρκος με ολόκληρο τον πληθυσμό κατόρθωσαν να διαφύγουν και, εγκαταλείποντας τα ελάχιστα που κατείχαν, κατέφυγαν στο βαθύτερο σημείο της ζούγκλας. Στερημένοι τα πάντα, άρχισαν να επιβιώνουν υπό τις πλέον επισφαλείς συνθήκες. Ο Μάρκος εξηγεί με σκωπτικό πάντα τρόπο τους λόγους για τους οποίους η Πολιτεία των Τσιάπας παρά τους σημαντικούς φυσικούς της πόρους, παραμένει από τις φτωχότερες του Μεξικού και περιγράφει τους δρόμους από τους οποίους δραπετεύουν όλα της τα πλούτη: οδικό δίκτυο, αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου, ηλεκτρικές γραμμές, σιδηροδρόμους, τραπεζικούς λογαριασμούς. Το Μεξικό, ένατος παραγωγός πετρελαίου παγκοσμίως, αφήνει τον λαό του σε καταδίκη πείνας και ανέχειας.

Ο πόλεμός μας είναι ένας πόλεμος για να μιλήσουμε και να εισακουσθούμε. Η φτώχεια είναι η πηγή του. Στην ζούγκλα Λακαντόνα φτάσαμε το 1983, επηρεασμένοι από τους αντάρτες της δεκαετίας του 1980 και από την μορφή του Τσε Γκεβάρα. Είχαμε την πεποίθηση πως μια μικρή ομάδα ηρώων μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. Με την επαφή με τους Ινδιάνους έμαθα να ζω στο βουνό. Και να επικοινωνώ μαζί τους. Επικοινωνία δεν σημαίνει να μιλάς απλώς την ίδια γλώσσα αλλά να έχεις την ίδια αντίληψη για τον κόσμο. [Μάρκος, Συνέντευξη Ρεαλιδάδ, Δεκέμβριος 1995, εδώ σ. 48-49]

Ήταν 2003 όταν οι Ζαπατίστας δημιούργησαν τα Καρακόλ και τις Επιτροπές Ορθής Διακυβέρνησης ως τρόπους αυτόνομης διακυβέρνησης. Στα Καρακόλ, τα οποία αποτελούν ενώσεις πολλών αυτόνομων κοινοτήτων, οι οποίες διοικούνται από Συμβούλια Ορθής Διακυβέρνησης, των οποίων τα μέλη ορίζονται από τις συνελεύσεις των αυτόνομων κοινοτήτων και εναλλάσσονται τακτικά, πλείστα ζητήματα κρίνονται με βάση το εθιμικό δίκαιο: ο κλέφτης οφείλει να προσφέρει δωρεάν εργασία στην κοινότητα, ο βίαιος θα τεθεί υπό την κηδεμονία ενός διαμεσολαβητή και ο δολοφόνος είναι υποχρεωμένος δια παντός να καλύπτει τις ανάγκες της οικογένειας την οποία κατέστρεψε.

Είναι χαρακτηριστικό το βίντεο στο οποίο υποτίθεται πως ο Μάρκος ετοιμάζεται να βγάλει τη κουκούλα και εκείνη την στιγμή, πίσω από αυτήν, αρχίζουν να αποκαλύπτονται τόσα άλλα πρόσωπα εξαθλιωμένων γηγενών, εν είδει αναπαραγωγής του ενός και μοναδικού προσώπου το οποίο κρύβεται πίσω από το προσωπείο του. Πριν από το 1994 Ινδιάνος σήμαινε καταφρόνια, άσχημη αντιμετώπιση και εξευτελισμούς. Τώρα, με τον αγώνα μας, Ινδιάνος σημαίνει να σηκώνεις ψηλά το κεφάλι. Οι γηγενείς θέλουν να γραφτεί στο Σύνταγμα πως οι Ινδιάνοι είναι Μεξικανοί, με διαφορές στον πολιτισμό και τις παραδόσεις. Από το 1994 το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας δεν αποστέλλει πλέον δασκάλους στις ζώνες των Ζαπατίστας. Μόνο αλληλέγγυοι έρχονται από άλλες περιοχές της χώρας ή και άλλες χώρες για να καλύψουν την σχετική ανάγκη.

Από την ατομικότητα στην συλλογικότητα, από την θεωρία στη πράξη, από το σύμβολο στο γεγονός, από την αυτοοργάνωση στον πλήρη σχεδιασμό της δράσης, από τα πολυβόλα στα λόγια, από την αμάθεια στην απόλυτη γνώση, από την ετερότητα στην ενσωμάτωση: αυτή είναι η σύγχρονη μορφή της κοινωνικής εξέγερσης, γράφει ο Νίκος Παπαχριστόπουλος στα κείμενά του εδώ. «Ως σύγχρονοι επαναστάτες, οι Ζαπατίστας και ο Μάρκος κλέβουν αυτό που τους έχει κλαπεί: απαλλοτριώνουν από τον καπιταλισμό το κυρίαρχό του όπλο, την οικουμενικότητά του, και βάσει αυτού διαδίδουν το μήνυμά τους· μετατρέπουν την κατ’ εξοχήν διεργασία επιβολής του, την δικτατορία της πληροφόρησης, σε απαραίτητο στοιχείο για την δική τους συμβολική και πρακτική κατοχύρωση ως νομιμοποιημένων επαναστατών. Έτσι ένα εγχώριο και τοπικό επαναστατικό συμβάν καθίσταται μια διεθνής συμβολική αναφορά, μια ατέρμονη διαδικασία επικοινωνίας με τους απανταχού εξεγερμένους».


Είναι γνωστό ότι ο Μάρκος γράφει με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους: από τα μανιφέστα μιας άξιας ζωής μέχρι την πολιτική καταγγελία και από την παράθεση στιγμιότυπων και εικόνων από την σύγχρονη μεξικανική πραγματικότητα έως την σκωπτική εξιστόρηση αδιανόητων καταστάσεων, τα κείμενά του δεν γίνονται ποτέ βαρετά. Με όποιον τρόπο και να διαλέξει να κοινωνήσει αυτό που συμβαίνει στα μέρη του, το παράθυρο είναι πια ανοιχτό και δεν μπορούμε να πούμε πως δεν γνωρίζουμε. Η συγγραφέας είναι ανταποκρίτρια γαλλικών εντύπων στην Λατινική Αμερική και πλήρως εξοικειωμένη με τις συνιστώσες της καθημερινής ζωής των Ζαπατίστας. Το βιβλίο περιλαμβάνει μικρό χρονολόγιο των Ζαπατίστας και παράρτημα με δέκα φωτογραφίες από το αρχείο της Μαρίας Κατεργάρη.

Εκδ. Opportuna, 2016, μτφ. Κωνσταντίνος Αναστασόπουλος, Νίκος Παπαχριστόπουλος, σελ. 164. Επίμετρο: Περικλής Κοροβέσης, Σάββας Κωφίδης [Francoise Escarpit, Marcos. Seus le passe-montagne, 2006].

Σημείωση: Η έκδοση έχει ήδη εξαντληθεί και επίκειται άμεση ανατύπωση.

16
Ιολ.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 26: Οι προσκλητικές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 43 (Ιούλιος 2022), εδώ

XXΧΙVΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 26: Οι προσκλητικές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Η Kay ήταν μια σπάνια περίπτωση. Την συνάντησα σε μια και μόνο ταινία, χωρίς να μάθω τι απέγινε μετά και χωρίς να την ξαναβρώ σε κάποιο άλλο φιλμ, όπως συμβαίνει μια γυναίκα που μας γοητεύει σε κάποια μας περιπλάνηση, είμαστε βέβαιοι πως θα την δούμε σε κάποιον άλλον δρόμο της πεπερασμένης πόλης αλλά τελικά αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. Ήταν μελαχρινή μακρυμάλλα, το είδος της κάπως ψηλής και αδύνατης γυναίκας που κάποιοι πάντα αποκαλούν άχαρη, επειδή αδυνατούν να διακρίνουν τις χάρες που δεν φωνάζουν. Εργαζόμασταν σ’ ένα εργοστάσιο μιας βαρετής αυστραλιανής κωμόπολης και οι άλλες κοπέλες την αντιμετώπιζαν συγκαταβατικά, έτσι όπως έμοιαζε πάντα αφηρημένη, απορροφημένη «στον κόσμο της». Ήμουν ένας χαμηλών τόνων νέος και είχα αρραβωνιαστεί μια από αυτές.

Η Κέι ήταν μια αλαφροΐσκιωτη των προαστίων, που έδινε προσοχή στους οιωνούς των φύλλων του τσαγιού, όπως τους αποκρυπτογραφούσε μια εξειδικευμένη αναγνώστριά τους. Ένας εξ αυτών ήταν απόλυτος: ο μέλλων αγαπημένος της θα αναγνωριστεί από ένα ερωτηματικό σημάδι στο πρόσωπό του. Όταν την άλλη μέρα το είδε σε μια δική μου τούφα μου δήλωσε απερίφραστα πως εμείς οι δυο έμελλε να είμαστε μαζί. Επισφραγίσαμε άμεσα την ακαριαία συμφωνία πλαγιάζοντας στο δάπεδο του κλειστού πάρκινγκ των αυτοκινήτων, ενώ σε απόσταση αναπνοής με αναζητούσε η μόλις πρώην μνηστή μου.

Όλα έδειχναν πως μας περίμενε μια ζευγαρωτή ρομαντική ζωή. Όμως η Κέι έμοιαζε αμήχανη και αδυνατούσε να συνδεθεί μαζί μου, λες κι ένα μεγάλο κενό έχασκε ανάμεσά μας. Εκδήλωσε μάλιστα και μια παράξενη ανησυχία: επέμενε να μην φυτέψω ένα μικρό δέντρο για να ομορφύνει η μικρή τσιμεντένια αυλή, επειδή, έλεγε, τα δέντρα απλώνουν ρίζες κάτω από τα σπίτια και δημιουργούν ζημιές. Την καθησύχασα και υποχώρησε, μέχρι που κάποια στιγμή το βρήκα ξεριζωμένο, κρυμμένο κάτω απ’ το κρεβάτι μας.

Δεκατρείς μήνες μετά κι ενώ η Κέι εξακολουθούσε να προσαρμοστεί σε μια μοιρασμένη «κανονική» ζωή, ήρθε απροειδοποίητα η αδελφή της Dawn, η Sweetie του τίτλου: το κορίτσι που πάντα τρομοκρατούσε την οικογένεια, πιστωμένη από τον μπαμπά της ως μια αδιαφιλονίκητη βασίλισσα, που μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει. Η κακομαθημένη «Γλυκούλα» πάντα απαιτούσε να είναι το κέντρο όλης της οικογένειας και τιμωρούσε όσους δεν της έδιναν σημασία. Με δεδομένη πια διανοητική διαταραχή μπαινόβγαινε σε ιδρύματα. Αυτή την φορά ήρθε με τον «μάνατζέρ» της, έναν μουσικό που παρέπαιε, εμφανώς «φτιαγμένος».

Ο μπαμπάς της ήταν ο δεύτερος απρόσκλητος, καθώς η μητέρα τον εγκατέλειψε για να ζήσει σε ράντσο με καουμπόις (γιατί ποτέ δεν είναι αργά να κυνηγήσουμε το όνειρό μας, ή έστω να αποδράσουμε από τον εφιάλτη μας), αφού πρώτα φρόντισε να του αφήσει μια σειρά γευμάτων σε πιάτα καλυμμένα με σελοφάν. Ο μπαμπάς εξακολουθούσε να την βλέπει ως ταλαντούχο παιδί που τώρα μπορούσε να γίνει επαγγελματίας ψυχαγωγός, ακόμα κι όταν ο μάνατζερ της όχι απλώς δεν του γέμιζε το μάτι αλλά και αποκοιμήθηκε πάνω στην κουβέντα κι έγειρε πάνω στο πιάτο του. Κάποια στιγμή μας επισκέφτηκε η μητέρα και η τετραμελής οικογένεια βρέθηκε ξανά ενωμένη στην συναισθηματική της σιωπή.

Παρατηρούσα την Κέι και την Σουίτι, ένα δίπολο συνεχών αντιθέσεων. Η εύθραυστη, χαμηλότονη και μοναχική, η θορυβώδης, ασυγκράτητη και καταστροφική. Σώμα καλαμοειδές και πληθωρικό αντίστοιχα. Απουσία που κρύβεται, παρουσία που επιβάλλεται. Η ντροπαλή και η επιδεικτική, η «βαρετή» και η «άγρια». Ένας ερμητικός οικογενειακός κόσμος άνοιγε μπροστά στα μάτια μου. Η Κέι βρισκόταν πάντα στο ημίφως, παραμελημένη, ενώ η Σουίτι είχε όλη την προσοχή των γονέων· ακόμα και ο τίτλος της ταινίας φαίνεται παραπλανητικός, αφού κεντρική ηρωίδα είναι η Κέι· μέχρι κι αυτόν της έκλεψαν. Αυτό λοιπόν βασάνιζε την αγαπημένη μου; Ο συνεχής παραμερισμός από μια ασυγκράτητη κυρίαρχο; Η υπόκωφη ζήλεια επειδή ποτέ δεν γευόταν την απεριόριστη ελευθερία που χαρίστηκε στην αδελφή της; Και τι ζητούσε τώρα η Σουίτι από μας; Να την προωθήσουμε στην λαμπρή καριέρα που της υποσχέθηκαν από μικρή και που ακόμα περίμενε με τα μάτια της πάντα βαμμένα; Να μας αναστατώσει και να με αποπλανήσει, όπως επιχείρησε; Να την υποδεχτούμε ως αυτό που ήμασταν, μια οικογένεια τρελή και ασυνάρτητη όπως όλες;

Φαίνεται πως κανείς τους δεν τα κατάφερνε με τις λέξεις και ο μόνος τρόπος να της πουν να φύγει ήταν να φύγουν οι ίδιοι. Μπήκαμε σ’ ένα αυτοκίνητο και βγήκαμε στον αυτοκινητόδρομο, προς άγνωστη κατεύθυνση. Σταματήσαμε βράδυ σ’ ένα ράντσο· από τα μεγάφωνα ακουγόταν μια γλυκερή cowboy μουσική κι οι άντρες χόρευαν στο χωμάτινο αίθριο. Ήταν τόσο σουρεαλιστική εκείνη η σκηνή, που έμοιαζε με όνειρο κάποιου από μας. Μήπως τελικά αυτό ήταν το όνειρό τους, να φύγουν μακριά της; Η Σουίτι ενσάρκωσε όλα τους τα προβλήματα; Ποιος της άφησε ελεύθερο τον δρόμο για την παράνοια; Η Κέι και οι γονείς της αντιμετώπιζαν καλύτερα τα δικά τους; Η πνευματική διαταραχή πάει πάντα μόνη της ή έχει πηγές και συνοδοιπόρους;

Η κάμερα ακολουθούσε την Κέι παντού, αλλά εκείνη παρέμενε ένας γρίφος. Ίσως ο φακός αποτύπωνε το δικό της βλέμμα κι όχι ενός αντικειμενικού παρατηρητή. Συχνά το περιβάλλον έμοιαζε να ξεγλιστράει από την πραγματικότητα και να γίνεται παράξενο, ονειρικό. Θραύσματα μνημών, ριπές ονείρων, ένα ακαπέλα ρεφραίν του Love will never let you fall down, γκόσπελ φωνητικά, μαυρόασπρα ιντερλούδια και οπτικές γωνίες κάτω από αμάξια, τραπέζια κουζίνας και κρεβάτια, σαν επιστροφές των υπόγειων φόβων της, όλα ανάδευαν εντός της. Τα φλάσπμπακ που εδώ δεν είναι παρά η μνήμη της, υπενθυμίζουν τα πάντα. Η ολιγογράφος νεοζηλανδή σκηνοθέτιδα Jane Campion βάσισε την πρώτη της αυτή ταινία σε προσωπικές εμπειρίες και την αφιέρωσε στην αδελφή της. Φαίνεται πως το πρώτο έργο τέχνης ενός δημιουργού πάντα θα αναζητά την αλήθεια της ζωής του.

Προς το τέλος της ιστορίας η Σουίτι ανέβηκε ξανά στο δεντρόσπιτο όπου πάντα έπαιζε μόνη της, προνομιούχος και αποκλειστική ιδιοκτήτρια, αλλά τώρα δεν είχε πια χειροκροτητές στις ακροβασίες της. Ίσως τότε διέκρινα τον βαθύτερο φόβος της Κέι: δεν είναι τα δέντρα που έχουν κρυμμένες δυνάμεις, αλλά η άγνωστη, άλογη αδελφή της. Ήταν ένας φόβος που αδυνατούσε να παραδεχτεί, όπως άλλωστε κάθε συναίσθημα απέναντί της. Έτσι μεγάλωσαν: ανέκφραστες και ανειλικρινείς, χωρίς επικοινωνία. Ίσως οι βαθιές ρίζες που τόσο έτρεμε η Κέι να ήταν η οικογένεια από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει. Αλλά σε αντίθεση με τους γονείς που αδυνατούσαν ακόμα και τώρα να συνειδητοποιήσουν πως άφησαν τα παιδιά τους να πλέουν ακοινώνητα, η Κέι είδε την πραγματικότητα κατάματα. Οι ιδιοσυγκρασίες είναι για να συγχωρούνται, οι οριακές καταστάσεις για να βιώνονται, οι πόνοι για να εκδηλώνονται. Το ξέσπασμά της με λέξεις που επιτέλους αναδύθηκαν και κυκλοφόρησαν ήταν καθυστερημένο αλλά ζωτικό.

Ύστερα απ’ όλα αυτά πώς να ρεύσει η σεξουαλικότητα αυτής της νέας γυναίκας; Το σώμα της -πρώτο και ατυχέστερο θύμα των περιστάσεων- κλειδώθηκε, ο ερωτισμός του εγκλωβίστηκε. Αν αδυνατούσε να συνδεθεί με οποιονδήποτε άνθρωπο, πώς περίμενα να κουμπώσουν οι αρμοί μας; Η παραφυσική αναγνώστρια των φύλλων του τσαγιού της είχε πει πως αγάπη είναι «courage and sex». Της έλειπαν και τα δυο.

Αναρωτιόμουν αν μπορούσε να αντιληφθεί την ομορφιά του ψηλόλιγνου μίσχου της, τους χυμούς κυλούσαν εντός της. Διόλου τυχαία η κάμερα την κομμάτιαζε σε τμήματα, σαν να τόνιζε πως ούτε τα μέρη της δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, ενώ εστίαζε περισσότερο στο πρόσωπο, στα χέρια και τα πόδια της: τα βήματα ανάμεσα στις ρωγμές του πεζοδρομίου, το παίξιμο των παπουτσιών στο χαλί, το καλσόν πάνω στο πλεγμένο χαλί, στον περιπλεγμένο κόσμο. Αμήχανα, νευρικά, με πλήρη άγνοια ωραιότητας. Περίμενα πως και πώς να τα δω ελεύθερα απ’ όλα αυτά και η περιπόθητη στιγμή έφτασε, ακριβώς στο τελευταίο δίλεπτο της ταινίας, σαν τέρμα που μπαίνει στο 90΄, αρκετό για να ξεχαστεί ένας ολόκληρος άνυδρος αγώνας και να γίνει αυτό και μόνο ικανή ανάμνησή του.

Να τα λοιπόν. Αριστερά τα δικά της, δεξιά τα δικά μου. Φοράμε κι οι δυο μαύρες κάλτσες. Εκείνη βγάζει τις δικές της. Τα δάχτυλά της σηκώνονται, παίζουν, ανεβοκατεβαίνουν. Ακούγεται χαλαρωμένη και ανυπόμονη, με την χαρακτηριστική αυξομείωση της φωνής που προηγείται της ερωτικής πράξης. «Ξέρεις πώς συμπεριφέρονται στα πόδια στο σεξ;», με ρωτάει, και δεν γνωρίζω αν γνωρίζει την απάντηση ή αν θέλει να την ανακαλύψει. Πρώτα αυτά προτείνουν ετοιμότητα και δηλώνουν απαραίτητα μέλη της επερχόμενης τελετής. Έτσι κι εγώ: καλώ τις απανταχού δέσποινες πρώτα να αποδεχτούν και μετά να αποτάξουν τα οικογενειακά τραύματα που φέρουν όπως όλοι μας, να ξαπλώσουν, να κυματίσουν τα δάχτυλά τους και να μας προσκαλέσουν στην νέα ζωή που δικαιώνεται οριζοντιωμένη.

Και η Σουίτι; Πέταξε από το δεντρόσπιτο, ξυπόλητη φυσικά, αφήνοντας την εικόνα της όταν ήταν μικρή, με την ζωή ανοιχτή μπροστά της, τότε που χόρευε, έκανε μικρά ακροβατικά νούμερα και τραγουδούσε. Ίσως η ζωή είναι το καλύτερο που κάποτε ήμασταν, όποτε κι αν ήμασταν. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Sweetie (Jane Campion, 1989). Η γυναίκα: Karen Colston.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

04
Ιολ.
22

Η Αίγλη της Αιδηψού

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 67 (φθινόπωρο 2021), σ. 51-57.

Το καλοκαίρι του 1974 παραθερίζαμε στα Λουτρά Αιδηψού και νοικιάζαμε ένα μικρό ισόγειο με μικρό παραθυράκι στον δρόμο, σε μια ανηφόρα αριστερά από το τέρμα της κεντρικής οδού Θερμοποτάμου. Ένα απόγευμα έξω από το σπίτι γνώρισα την Αίγλη. Το προχωρημένο μαύρισμά της μαρτυρούσε ότι ζούσε όλο τον χρόνο στην Αιδηψό· αυτή ήταν η ορατή διαφορά μεταξύ των ντόπιων και των αλλότοπων κοριτσιών. Το βλέμμα μου γλιστρούσε στα ποδαράκια τους, για την σπάνια αντίθεση της σοκολατένιας τους απόχρωσης με το υπόλευκο των νυχιών. Τα γηγενή θηλυκά είχαν και μια διαφορετική συμπεριφορά: ήταν πιο ευθείς, κάποτε και απότομες· αντιμετώπιζαν τα αγόρια στα ίσια κι ήταν ψημένες στα ομαδικά παιχνίδια. Εκείνη διέθετε μια ιδιαίτερη, Ιούλια ομορφιά· αχτένιστες αφέλειες μισόκρυβαν δυο σχιστά, αυθάδικα βλέμματα, ενώ τα δάχτυλά της βρίσκονταν μονίμως στο στόμα της, καθώς θεωρούσε τα νύχια της φαγώσιμα. Τα κάτω δάχτυλα άξιζαν μια παρομοίωση με δέκα παράλληλα μικροσκοπικά λεπτά κολοκυθάκια. Οι σαγιονάρες της με την πρώτη ευκαιρία βρίσκονταν πεταμένες σε κάποια άκρη. Ήταν το μοναδικό ξυπόλητο κορίτσι της παρέας και το λάτρεψα αμέσως.

Αποτραβούσα την ματιά μου αλλού αλλά εκείνη εκεί, επέστρεφε πάνω της, να την διατρέχει ως κάτω. Ήταν κατατσιμπημένη από τα κουνούπια και αναρωτιόμουν αν είναι συμπτωματικό τα πιο άτακτα κορίτσια να είναι και τα πιο σημαδεμένα από τους ιπτάμενους πότες, λες και το δικό τους δέρμα ήταν περισσότερο εύγευστο από τα άλλα. Τα συνήθη δυο τρία δαγκώματα που είχε πάντα σε πρώτο πλάνο την έκαναν ακόμα πιο ποθητή. Προσπαθώ να θυμηθώ τι είδους πόθος ήταν αυτός, από την στιγμή που δεν γνώριζα τίποτα από τις χειροτεχνίες του. Υποθέτω πως σιγόβραζε όπως κάθε ανώριμη λαγνεία μαζί της με όλα τα αδιευκρίνιστα που προκαλούνται στην ανήλικη ψυχή. Σε μια από τις επιθυμίες μου, ήθελα εγώ να γίνομαι μικροσκοπικός φτερωτός περικυκλωτής και να πεταρίζω γύρω της μέχρι να επιλέξω πού θα την τσιμπήσω και με πόσο αίμα θα δροσιστώ. Για την γεύση του υπέθετα ότι το βαθύ πορφυρό της βυσσινάδας θα μαρτυρούσε κάποια συγγένεια.

Αχ, άντρες αναγνώστες, εσείς καταλαβαίνετε τι συμβαίνει σε οποιονδήποτε μικρό γοητευμένο από ένα κορίτσι: κάθε λεπτό που περνάει νοιώθει ακόμα πιο μικρός και ακόμα πιο γοητευμένος. Κάνει τον σοβαρό και τον αστείο, γιατί δεν ξέρει τι προτιμά εκείνη κι επειδή την ίδια στιγμή που επιλέγει το ένα, σκέφτεται ότι έπρεπε να είχε διαλέξει το άλλο. Στεκόμουν εκεί, άγουρο αγγούρι, αλλά όπως ευτυχώς συμβαίνει στα βιβλία, ανέλαβε εκείνη πρωτοβουλίες υποδοχής. Τα λιγότερο ντροπαλά κορίτσια πάντα γελούσαν πιο εύκολα κι έτσι σύντομα βρήκα τον δρόμο προς τα στιγμιαία της ξεκαρδίσματα: έκανα τον έκπληκτο σε κάθε της πρόταση παιχνιδιού, ακόμα και σε οποιαδήποτε τυχαία φράση. Στην πραγματικότητα ήμουν όντως έκπληκτος αλλά όταν διαπίστωσα την ανταπόκριση του ελαφρώς βλαμμένου ύφους μου η χαρά μου ήταν μεγάλη. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αποδοχή για ένα άπειρο αρσενικό από μια γελαστή ανταποκρίτρια.

Ρωτούσα λοιπόν δήθεν απορημένος τους κανόνες κάποιου παιχνιδιού, φτιάχνοντας νέες εξωφρενικές ερωτήσεις σε κάθε της εξήγηση, σταδιακά εμφανώς πειρακτικές. Τότε ακολουθούσε η δεύτερη ευπρόσδεκτη αντίδραση: το γνωστό ελαφρώς δυνατό χτύπημα απ’ τις παλάμες της ως «αυθόρμητη» απάντηση στα λεκτικά μου τσιμπήματα – όπως κάθε κορίτσι, έκανε πως δεν γνωρίζει το όριο μεταξύ ελαφρών και δυνατών χτύπων. Ήταν κι αυτό ένα άγγιγμα, και μια ένδειξη ότι διανύσαμε κάποια εκατοστά οικειότητας. Όταν μια φορά το χέρι της αστόχησε χάρη στον επιδέξιο ελιγμό μου, ήρθε το πόδι της να μου τραντάξει το σώμα: αυτό που εκείνη θεώρησε ως κλωτσιά ήταν για μένα ένα ζεστό πέλμα της στην γάμπα μου. Πολλαπλασίασα τα πειράγματα για να εισπράττω αντίστοιχες αστραπιαίες πατημασιές και αμειβόμουν με την προσφορά μιας μέχρι τώρα αδιανόητης αφής. Ευμενώς καταχτυπημένος, αναζητούσα πάνω μου τα ροζ αποτυπώματα των πελμάτων της, μάταια βέβαια.

Μ’ όλο αυτό το παιδομάνι έξω στον δρόμο, ήταν αδύνατο να βρεθούμε οι δυο μας. Οι διαθέσιμες απογευματινές ώρες γλιστρούσαν γρήγορα, σα να διέφευγαν προς τους δυο γωνιακούς κατήφορους που όριζαν την γωνία του σπιτιού. Δεν είχα παρά να ασκήσω πρακτικές μεσημβρινής κατασκοπίας: την παραμόνευα από νωρίς το απόγευμα πίσω από το μικρό παράθυρο του υπνοδωματίου. Αν έβγαινε νωρίτερα από τα άλλα παιδιά, θα έσπευδα τυχαία ολοταχώς. Αλλά εκείνη συνήθιζε να βγαίνει έξω πιο ακατάλληλες ώρες, ιδίως ντάλα μεσημέρι. Ως γέννημα θρέμμα της γειτονιάς είχε ασυλία στους κανόνες των παραθεριστών, ιδίως στην υποχρεωτική μεσημεριανή ανάπαυλα όλης της οικογένειας και την προστασία από τον ήλιο που μας είχε ζεματίσει όλο το πρωί. Την ώρα που όλοι στο σπίτι κοιμούνταν έπαιρνα την θέση μου πίσω από τα παντζούρια, που έμοιαζαν με σύνορο δυο κλιμάτων. Μέσα με τύλιγε η γλυκιά δροσιά των παλιών τοίχων, έξω ο δρόμος κόχλαζε μέσα στην πολυφωνία των τζιτζικιών.

Τότε εμφανιζόταν εκείνη. Μέσα από τις γρίλιες την έβλεπα διαγραμμισμένη με ρίγες φωτός, να βγαίνει στο απέναντι πεζούλι, εμφανώς βαριεστημένη. Έκοβε μικρά φυλλαράκια και τα μύριζε προτού τα πετάξει με θεατρικές κινήσεις, μετά κλωτσούσε τα βοτσαλάκια που της «έφραζαν» τον δρόμο μέχρι το επόμενο βήμα. Δεν γνώριζα την τέχνη της αρπαγής της ευκαιρίας· δεχόμουν τα πάντα σαν αναπότρεπτα δεδομένα κι ευγνωμονούσα για τα δώρα που έκρυβαν, εκτός αν κι αυτό είναι μια τέχνη, έστω και παθητική. Κι έτσι, αντί να βγω έξω, έμεινα να την παρατηρώ με την ησυχία μου, κάτι που δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω φανερωμένος απέναντί της. Μπορεί να ήταν μια από τις πρώτες μου πατόκορφες παρατηρήσεις ενός κοριτσιού.

Έμενα λοιπόν, ακίνητος μεσημβρινός, να χαζεύω την μορφή της σε λεπτά παράλληλα θραύσματα. Αναζητούσα στις κάτω γρίλιες τα πόδια της, κι αν δεν φαίνονταν άλλαζα στάση στο σώμα. Ένοιωθα ότι την σκηνοθετούσα όλη δική μου έτσι όπως κάθε αλλαγή στην θέση μου αποκάλυπτε και άλλες λωρίδες σώματος. Σύντομα έβγαζε τις σαγιονάρες της, σα να ήθελε να ελευθερωθεί στον δρόμο που είχε σαν δικό της δωμάτιο. Για λίγο περιφερόταν πάνω στο πεζούλι – μύριζε τα γιασεμιά, αγκάλιαζε την λεμονιά – κι ύστερα αφοσιωνόταν στο παιχνίδι της: πατούσε με τα πέλματά της ένα ένα τα βυσσινιά κι άσπρα πλακάκια, φροντίζοντας να μην ξεφεύγει από το περίγραμμά τους. Ήθελα να διαθέτω ζουμ στο βλέμμα, να τα χορταίνω (ή να μην τα χορταίνω) στο αυτοσχέδιο κουτσό τους. Ήταν σα να διαδραματιζόταν ένας συναρπαστικός αθλητικός αγώνας αλλά καθόμουν πολύ μακριά στις εξέδρες κι έχανα τις καλύτερες φάσεις.

Όταν βαριόταν έτριβε τα πέλματά της στην ευεργετική σκόνη που εφημέρευε στο δάπεδο και δοκίμαζε χορευτικές κινήσεις. Είχε άραγε κάποια μουσική στο κεφάλι της και ποια; Στο τέλος καθόταν στο ψηλό πεζούλι πάνω απ’ τον δρόμο και κινούσε πέρα δώθε τις πατούσες της σε ομόκεντρους κύκλους, μια μαέστρος της αναταραχής μου. Κρατούσα την ανάσα μου θαρρείς και μπορούσε να την ακούσει κι ένοιωθα τον ερεθισμό που προσπαθεί να γίνει σωματικός αλλά βρίσκει εμπόδιο το άγουρο σώμα  και καταλήγει στα σωθικά.

Θα ήθελε να την συντροφεύω στα άπραγα, αργά μεσημέρια της; Ολόκληρη η λουτρόπολη σιγούσε κάτω από έναν ζαλιστικό ήλιο, αλλά την ίδια στιγμή έμοιαζε με τόπο θαυμάτων που είναι έτοιμα να συμβούν αρκεί να τα προκαλέσεις. Στο λεπτό έφτιαξα κατάλογο με κοντινές βόλτες και παράπλευρες δράσεις. Στις έξι, που θα έρχονταν και οι υπόλοιποι της γειτονιάς, θα είχαμε επιστρέψει, χαμογελώντας συνένοχα. Το ίδιο απόγευμα της είπα τα πρώτα ψέματα, συνήθεια πολιορκητών παντός καιρού και πάσης ηλικίας. «Τα μεσημέρια που οι άλλοι κοιμούνται, εγώ βγαίνω από μια πίσω πόρτα, σ’ έναν αγρό πίσω από το σπίτι. Να έρθεις μια μέρα να σου δείξω». Με ρώτησε «και τι έχει εκεί;», της απάντησα «πολλά, και βρήκα κάτι που θα σου αρέσει». Αυτό ήταν, της έκλεψα την περιέργεια.

Ο κόσμος ομορφαίνει ολόκληρος στις ώρες της αναμονής ενός ρομαντικού ραντεβού. Τότε όλα όσα παρατηρεί ούτως ή άλλως οξυμένος ο παιδικός παρατηρητής, τώρα φαντάζουν αλλιώς· άλλα μοιάζουν λιγότερο σημαντικά κι άλλα απολύτως συναρπαστικά. Το επόμενο απομεσήμερο ήρθε ακριβώς όπως την γνώριζα κρυφοκοιταγμένη, μια ολόκληρη χρωματιστή γεωμετρία: ρίγες στο φόρεμα, τρίγωνο στις σαγιονάρες και γραμμές τεθλασμένες στις μπούκλες, ευθείες στα καλάμια της, καμπύλες στους ώμους. Την πήγα στο ανοιχτό χωράφι πίσω απ’ το σπίτι υποκρινόμενος πως γνώριζα καλά την διαδρομή. Διασχίζαμε μικρά χωμάτινα μονοπάτια, ενώ τα στάχια της γαργαλούσαν τις γάμπες, όπως παρατήρησε με το γέλιο της. Καθίσαμε έξω από μια παρατημένη αυλή· τα σώματα γειτόνεψαν, τα γόνατα κουτούλησαν.

Με βόλευε που ήμασταν δίπλα δίπλα και δεν χρειαζόταν να ευθυγραμμίζονται οι ματιές μας, άρα μπορούσα και να κρυφοκοιτάζω τα δάχτυλά της, κι ας ήταν χωρίς χορικά αυτοσχεδιάσματα. Δεν ξεχνούσα τα ευρήματα που της υποσχέθηκα κι έβγαλα ένα κουτί γεμάτο με κάθε λογής μικροπράγματα. Δεν της είπα ότι τής τα μάζευα εδώ και μέρες· προτίμησα την επινοημένη εξερεύνηση του χωραφιού, την ιδέα μιας ανακάλυψης που χαρίζεται. Το άνοιξα μπροστά στα πόδια της, για να τους κλέψω ακόμα περισσότερες ματιές. Εκείνη το αναποδογύρισε άγαρμπα, βουλιμικά.

Πρώτα φάνηκαν τα καπάκια μπουκαλιών: το μπλε της Φιξ, το κόκκινο της Χέννινγκερ, το λαχανί της λεμονάδας Ήβη, το μαύρο της γκαζόζας, το ανοιχτό μπλε και το πορτοκαλί της αντίθεσης των ανθρακικών στις πορτοκαλάδες. Θυσίαζα την δική μου συλλογή, προσθέτοντας ένα εύρημα από ένα παλιό συρτάρι του σπιτιού, μια πλακέ μπαταρία Μπέρεκ που είχε ωραίο κυανό χάρτινο περιτύλιγμα και μπορεί να ταίριαζε στο τρανζιστοράκι που συχνά γυρόφερνε. Η πλαστική βασίλισσα από ένα λειψό σκάκι ολοκλήρωνε τις προσφορές. Ένα βασίλειο πολύχρωμο, όπως και το μέλλον μας. Το αδιαφιλονίκητο ατού της συλλογής ήταν δυο πλαστικές μαργαρίτες, κλεμμένες από ψεύτικα λουλούδια, αξεσουάρ για τις σαγιονάρες της. Οι κόρες των ματιών της έλαμψαν. Κλείσαμε ο ένας τα μάτια του άλλου και εισπνεύσαμε την μυρωδιά από την μέσα πλευρά των καπακιών – τα μαντέψαμε όλα σωστά. Μείναμε λίγο περισσότερο στο Ούζο 12, στη μόνη διαθέσιμη μέθη των μικρών.

Αν ο ενήλικος έρωτας καταλήγει κάπου, σε κλίνη, δωμάτιο, σπίτι, δεσμό, οικογένεια, ο ανήλικος δεν καταλήγει πουθενά. Απλά υπάρχει, χωρίς να περιμένει κάτι χειροπιαστό. Τίποτα δεν είναι γνωστό, ούτε προδιαγεγραμμένο. Δεν ακολουθείται κανένα πρωτόκολλο, δεν υπάρχει καμία σειρά. Περίμενα πως κάποτε θα εφάπταμε τα χείλη μας· προς το παρόν το ευχαριστήριο φιλί των τηλεοπτικών έργων ήταν άφαντο. Υπήρχε όμως το πιο ευρύ επίθετο που θα μπορούσε να μου χαρίσει. «Ήμουν πολύ γλυκός». κάτι που έκτοτε δεν έπαψε να με μπερδεύει, γιατί σήμαινε πολλά και τίποτα. Μείναμε σιωπηλοί, γειτνιασμένοι, ενώ οι πλαϊνές μας γάμπες αγγίζονταν ζεστές. Χαμογέλασε· μπορεί και να σκέφτηκε ότι τα παρατημένα χωράφια δεν είναι σπαρμένα με τέτοια πράγματα.

Προχωρήσαμε σ’ ένα μεγαλύτερο χωράφι, που ανέβαινε σαν χαμηλό βουνό πίσω απ’ τα τελευταία σπίτια της Αιδηψού. Το βράδυ γινόταν πρασινόμαυρο μεγάφωνο τριζονιών και πηγή της χαρακτηριστικής μυρωδιάς του χωριού· τώρα ήταν ήσυχο και κατακίτρινο. Το πήραμε από την αρχή για να δούμε πού βγάζει κι αυτό όλο πήγαινε. Στο τέρμα του η έκπληξη ήταν μεγάλη. Είχαμε βρεθεί στα Πλατάνια, έναν τόπο σποραδικών απογευματινών επισκέψεων με την οικογένεια. Τα νόμιζα για μακρινά, αφού πάντα πηγαίναμε με τα παλιά γκρίζα «αγοραία», από τον οδικό δρόμο που περικύκλωνε την Αιδηψό. Τώρα όμως εμφανίστηκαν μπροστά μας! Κάτω από ένα πυκνό πλέγμα πλατανόφυλλων απλώνονταν παλιά αναψυκτήρια. Ο τόπος βούιζε – θροΐσματα, ζουζούνια, τα ρυάκια των ιαματικών. Ήταν σα να βρέθηκα εκτός έδρας αλλά σε γήπεδο που γνώριζα καλά. Η αγωνία για την σκανδαλιά της απομάκρυνσης ηρεμούσε από τον ήχο των ποδιών της στα χαλίκια. Ήταν διαφορετικός απ’ όλων των άλλων. Μετά ο χρόνος χάθηκε κι άφησε αμέτρητη την περιπλάνησή μας.

Τότε είδα για πρώτη φορά το μεγάλο, παλιό ιαματικό λουτρό των Πλατανιών: ένα κτίσμα μακρύ, με μικρά παράθυρα και ξεφτισμένο κίτρινο χρώμα στους τοίχους. Τριγύρω παντού η χαρακτηριστική μυρωδιά των πηγών, «του κλούβιου αυγού» όπως  λέγαμε. Φέραμε τον γύρο του κτίσματος και στην πίσω πλευρά σκύψαμε στα χαμηλά παράθυρα για να δούμε τι συμβαίνει μέσα: λευκές μπανιέρες που έμοιαζαν να βρίσκονται εκεί από πάντα υποδέχονταν ηχηρές ροές νερών ενώ παραμέσα κόχλαζαν οι ζεματιστές πηγές. Μέσα από τους ατμούς μόλις ξεχώριζαν τα σώματα που αναζητούσαν την θεραπεία των ιδιαίτερων υδάτων.

Ωραία θα ήταν να μπαίναμε κι εμείς – Θα αναλάμβανα το ρόλο του τρίφτη – Κι εγώ της τριμμένης – Θα περιμέναμε να φύγουν όλοι – Και θα πηγαίναμε από μπανιέρα σε μπανιέρα – Λένε πως είναι καυτά εκεί μέσα – Θα αντέχαμε, θα δίναμε θάρρος ο ένας στον άλλον – Και μετά θα μπαίναμε στους κρύους καταρράκτες – Όχι, μετά θα ήταν η σειρά μου να σε τρίψω – . Υπογράψαμε την συμφωνία μας σφίγγοντας τις παλάμες πάνω απ’ το αναβράζον χώμα. Τότε στην ζάλη των αναθυμιάσεων τής φίλησα το μάγουλο, που έγινε κατακόκκινο, σαν τα μούρα που, λιωμένα στο έδαφος, είχαν ήδη βάψει την άκρη απ’ το μικρό της δαχτυλάκι.

Στον δρόμο της επιστροφής μπλέχτηκε στ’ αγκάθια· άκουσα το παιδικό της άουτς κι είδα τις σαγιονάρες της πεταμένες, τα ψευτολούλουδα ξεχαρβαλωμένα, το αριστερό της ποδαράκι κρεμαστό. Καμώθηκε την άπονη αλλά ήταν εμφανώς έτοιμη να κλάψει. Την κάθισα όπως όπως και επιθεώρησα το πέλμα της, μουδιασμένος απ’ την απρόσμενη συγκυρία. Θυμάμαι τις δυο ελιές του, στην καμάρα και κάτω απ’ το προτελευταίο δαχτυλάκι, σαν τις σπάνιες γνώσεις που προσφέρονταν μόνο στους εξερευνητές των μακρινών θαλασσών. Περνούσα το δάχτυλό μου από την επιφάνειά του για να ψηλαφήσω την απόληξη των αγκαθιών κι ύστερα πίεζα ελαφρά τριγύρω για να βγουν. Στο τέλος, με την φτέρνα της πάντα στην παλάμη μου έμενε να με κοιτάζει με δακρυάκια που ξεραίνονταν όπως τα γύρω στάχια. Δεν κατάφερα πολλά και γαντζώθηκε στο μπράτσο μου μέχρι τέλος. Ευφραινόμουν με τόσο πλησιασμό αλλά εκείνη ανησυχούσε για την συνέχεια στο σπίτι της. Αργότερα έξω απ’ το παράθυρό της ακούγονταν ξυλιές από σαγιονάρες. Η Αίγλη μου δερνόταν από την βάρβαρη μάνα της επειδή όχι μόνο ξεπόρτισε αλλά και γύρισε αγκαθιασμένη. Ίσως αυτή ήταν η πρώτη μορφή ειρωνείας που γνώρισα με σάρκα και οστά: ένα παιδί της πόλης, άψητο απ’ τις εξοχές, να θεωρούμαι κίνδυνος για ένα κορίτσι που σκούραινε και σκλήραινε όλη μέρα στους δρόμους. Μέσα στην ταραχή μου αναρωτήθηκα αν την χτυπούσε με τις δικές της κι αν διασώθηκαν οι μαργαρίτες.

Για μέρες δεν την είδα κι ο εγκλεισμός της μου δημιούργησε μεγάλο θέμα συνείδησης. Αντιλήφθηκα ότι η αξιόποινη πράξη είχε ενορχηστρωθεί από μένα όμως κατά το ήμισυ αντιλαμβανόμουν πως χωρίς αυτήν δεν θα μου είχε δοθεί το δώρο που επιθυμούσα. Η ατυχία της ήταν το ευτύχημά μου. Είδα τα πέλματά της, τα στόλισα, τα άγγιξα. Αν είχα την ευκαιρία να ξαναζήσω εκείνο το απόγευμα, θα το επαναλάμβανα ή θα την κρατούσα σε ασφαλέστερες περιοχές χωρίς τα υπόλοιπα; Χωρίς δυσκολία διάλεξα το πρώτο, κι ας πολλαπλασιάζονταν οι ξυλιές της στο άπειρο. Καλύτερα ένα μπουκέτο από αλησμόνητες, συμπυκνωμένες στιγμές μας ακόμα και μ’ εκείνες τις συνέπειες, παρά άσκοπες βόλτες στην γειτονιά μας. Αναρωτήθηκα μέχρι πού μπορώ να φτάσω για να θρέψω τις ορέξεις μου. Ένας διχασμός μετατόπιζε τα όρια της προσωπικής ηθικής και ηδονής. Η δεύτερη επεκτεινόταν στα χωράφια της πρώτης. Στην προσωπική μου απολογία υποστήριζα τις ευγενείς μου προθέσεις και κάθε διάθεση να γίνω ο τιμητικός της ακόλουθος.

Πολλά από τα επόμενα μεσημέρια προσπάθησα να κοιμηθώ, με τη περίεργη αίσθηση πως, παρά τα δικά μας κοσμοϊστορικά, ο τόπος έξω συνέχιζε να υπάρχει, τα τηγάνια να τσιτσιρίζουν από τα γειτονικά ισόγεια παράθυρα και τα αγροτικά αυτοκίνητα να κυλούν στην πάνω κατηφόρα. Κάποιες φορές, στις σύντομες παύσεις των θερινών ήχων, ήμουν βέβαιος πως αφουγκραζόμουν τα πλαταγίσματα από δεκάδες γυμνά ποδαράκια να γυροφέρνουν αιχμάλωτα, όπως κι οι δέσποινές τους, πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Αρκετές μέρες μετά, το γνώριμο άκουσμα των πελμάτων της Αίγλης πάνω στα σκονισμένα πλακάκια μ’ έκανε να σπεύσω στις γρίλιες κι εκείνη ήταν εκεί, στο αυτοσχέδιο κουτσό της – άραγε απελεύθερη στις έρημες μεσημβρινές ώρες ή κλεφτή εξοδούχος για την ώρα που οι αυθέντες της κοιμούνταν τον ύπνο του δικαίου; Θα μπορούσα να γλιστρήσω αθόρυβα έξω, να τρέξω να την ρωτήσω ή απλά να σταθώ και να της χαμογελάσω. Δεν το έκανα, από φόβο μην χειροτερέψω την θέση της. Μπορεί και απλά να επέστρεψα στον παθητικό θεατή που πάντα ήμουν.

Οι μέρες περνούσαν κι εκείνη τα απογεύματα παρέμενε έγκλειστη και τιμωρημένη. Περιμένοντας την έξοδό της, της ετοίμαζα μια νέα συλλογή σ’ ένα κουτί που θα ονόμαζα κουτί δευτέρων βοηθειών, λόγω της καθυστερημένης του προσφοράς. Έφτιαξα ένα κόσμημα από τον μίσχο ενός λουλουδιού να της το φορέσω γύρω από τον αστράγαλο, ζωγράφισα τους ρόμβους του δέρματός της στο τσιγαρόχαρτο που είχαν για τραπεζομάντηλα στα εστιατόρια, πήγα μόνος μου στις πηγές και μάζεψα ιαματικό σ’ ένα πλαστικό μπουκαλάκι, να της το βάλω εκεί που έφαγε τις ξυλιές.

Συνέχισα όλα τα επόμενα μεσημέρια να την βλέπω ή να την θυμάμαι σε λωρίδες, να βηματίζει στο δικό της σταυρόλεξο, καθώς προσπαθούσε πιθανώς να λύσει δύσκολους ορισμούς σε σκούρα κι ανοιχτά τετράγωνα ή να μου φτιάξει ένα γράμμα που θα πάσχιζα μέχρι σήμερα σ’ αυτό το βιβλίο να αποκρυπτογραφήσω. Ούτε το κουτί δεν μπόρεσα να της δώσω. Το έθαψα σε μια άκρη του μονοπατιού πίσω από το σπίτι, στον δρόμο προς τα Πλατάνια. Όλος εκείνος ο αγρός παραμένει ως σήμερα σε μεγάλο μέρος άκτιστος, το ίδιο και το σπίτι απ’ όπου την θαύμαζα αγκρέμιστο. Θεωρητικά το κουτί πρέπει να είναι ακόμα εκεί. Κι εγώ επιστρέφω μια φορά κάθε πολλά χρόνια, για να βρω την Αίγλη που μου αναλογεί.

Δεν έπαψα να την αναζητώ στις σελίδες των άλλων, όπως έκανα με κάθε μονόδρομο έρωτα. Δεν είχα αυταπάτες ότι θα έβρισκα την ίδια, παρόλο που θα της άξιζε ένας πραγματικός λογοτέχνης. Είχα όμως την ελπίδα πως κάποιος άλλος θα μοιραζόταν την δική του Αίγλη κι εγώ θα χαιρόμουν με την μακρινή πλην εκλεκτική συγγένεια αλλά και την άγρια χαρά να βλέπω να μεγαλώνει η κοινότητα των ξυπόλητων κοριτσιών που έδωσαν την εικόνα τους στις θερινές αναμνήσεις. Ένα τέτοιο κορίτσι βρήκα χρόνια μετά σ’ ένα βιβλίο του Φώτη Πρασίνη, ενός άγνωστου πλην αξιανάγνωστου λογοτέχνη που έγραφε διηγήματα δεκαετίες πριν, στην άλλη άκρη της θάλασσας, στην Καβάλα. Στο διήγημα Βαθιά στον ορίζοντα… ο δεκαοχτάχρονος αφηγητής ζει σ’ ένα μεσημβρινό σπίτι και ξαπλώνεται στην αυλή κάτω από την τέντα του πατέρα του ή τα διπλανά πεύκα. Τακτικά κάποια συγκεκριμένη ώρα τρυπώνοντας μέσα από τις αγριοτριανταφυλλιές του κήπου, έρχεται από δίπλα η Μαργή. Τα πόδια της γυμνά πλατσουρίζουν, αγάλι – αγάλι, τις άσπρες πλάκες της αυλής, σαν ένα ζευγάρι λευκά περιστέρια. Είναι, πάντα, ξυπόλητη. Φοράει μια κρεμ ξεθωριασμένη ποδιά, πότε μιλά πότε όχι και κοιτά προς την θάλασσα. Πόσο να είναι; αναρωτιέται ο αφηγητής· δεκαπέντε; Η ποδιά της έχει ανεβεί πολύ πιο πάνω απ’ τα γόνατα, πολύ πιο πάνω. Τα πόδια φαίνονται. Είναι άσπρα, λίγο παχιά και δεμένα, με γραμμούλες γαλάζιες και ροζ. Κάτι, λέει, πηδά μέσα του.

Ο αφηγητής φεύγει από τα μέρη του κι όταν επιστρέφει την αναγνωρίζει να τον χαιρετά από ένα σπίτι. Τα είπαμε σα νάμασταν, όπως τότε, στην αυλή. Ξυπόλητοι δίπλα στον κισσό. Αλλά εκείνη είναι πλέον είκοσι· δεν φορά ποδιά ούτε είναι ξυπόλητη. Παίρνουν τον δρόμο του βουνού και λένε ιστορίες, εκείνη τον φιλάει χωρίς να το πολυκαταλάβει. Λίγο πριν το τέλος του διηγήματος, τα μάτια της ροδίζουν. Η δική μου Αίγλη ήταν η Μαργή ενός άλλου. Δεν ζήλεψα που αυτοί μπορεί να πρόλαβαν να ροδίσουν στον έρωτα. Μόνο αναρωτήθηκα γιατί το κορίτσι δεν ήταν πια ξυπόλητο. Το θεωρούσε δείγμα μιας ανηλικότητας που ήθελε να αποδιώξει; Ή απλώς θέλησε να μοιάζει με τις άλλες, τις ώριμες και πάντα παπουτσωμένες γυναίκες; Μέχρι πότε θα έβγαινε ξυπόλητη η Αίγλη στον δρόμο; Δεν έπαψα να την σκέφτομαι πάντα έτσι, ανήλικη κι ενήλικη, να στέκει με τον ίδιο τρόπο μπροστά στα γιασεμιά, να τα εισπνέει λαίμαργα, να αγκαλιάζει την λεμονιά κι ύστερα να καθυστερεί τον ίδιο τον χρόνο, αργή και νωχελική, σ’ όλα τα θερινά της μεσημέρια. Και κάποιες φορές, να κοιτάζει το παράθυρό μου απέναντι, να με θυμάται και να χαμογελά.

Σημείωση. Βιώθηκε στα Λουτρά Αιδηψού το 1974, γράφτηκε στον ίδιο τόπο το 2014, κι έκτοτε ξαναγράφεται κάθε καλοκαίρι. Το βιβλίο του Φώτη Πρασίνη αποτελεί έκδοση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας (1987). Ευχαριστώ θερμά τον Κοσμά Χαρπαντίδη που φρόντισε την πλοήγησή του ως τα χέρια μου. 

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 67 (φθινόπωρο 2021), σ. 51-57. 

Στις φωτογραφίες, τραβηγμένες από τον Πανδοχέα: 1. Το παράθυρο του παραθερισμού, 2. Η πόρτα του αξέχαστου σπιτιού, 3. Το υπερυψωμένο του πεζούλι – αυλή, 4. Η πινακίδα της Οδού Πλουτάρχου όπου βρίσκεται, 5. Αναψυκτήριο στα Πλατάνια, 6. Η βάρκα που προσπεράσαμε στον δρόμο για τα Πλατάνια, 7. Οι αιώνιες καρέκλες στα πεζοδρόμια της Αιδηψού, 8-9. Το λουτρό στα Πλατάνια, 10. Το παλιό ζαχαροπλαστείο του Πετράκου, όπου είχαμε συμφωνήσει κάποτε να μοιραστούμε τέσσερις πάστες, 11. Το αναφερόμενο βιβλίο, 12. Το τελευταίο βλέμμα πριν την αναχώρηση. 

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήσης του Χάρτη, εδώ.

23
Ιον.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 25: Οι σιωπηλές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 42 (Ιούνιος 2022), εδώ

XXΧΙV. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 25: Οι σιωπηλές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Κάποτε συνυπήρξα με μια γυναίκα χωρίς να ανταλλάξουμε λέξη. Δεν χρειάστηκε να μου μιλήσει με το στόμα της· αρκούσε το πρόσωπο, τα χέρια της, ακόμα και τα πόδια της. Εκείνη την περίοδο έμενα σε όποιο σπίτι μπορούσα να μπω κρυφά από τους απόντες ενοίκους. Περιπλανιόμουν στους άδειους δρόμους με την μηχανή και άφηνα στις πόρτες φυλλάδια για μενού. Επέστρεφα κάποια επόμενη μέρα κι αν βρίσκονταν ακόμα εκεί, το πεδίο ήταν ελεύθερο. Τα μηνύματα του αυτόματου τηλεφωνητή μου επιβεβαίωναν το ταξίδι τους. Αγαπούσα όλα αυτά τα σπίτια, και νοιαζόμουν για τα αντικείμενά τους. Πότιζα και κλάδευα τα φυτά, έπλενα τα ρούχα με το χέρι, επιδιόρθωνα οτιδήποτε χαλασμένο – ένα ραδιόφωνο, ένα ρολόι, ένα παιδικό παιχνίδι. Φωτογραφιζόμουν μπροστά από χαρακτηριστικά σημεία και δημιουργούσα μια μεγάλη σέλφι συλλογή. Δεν έκλεβα ποτέ και τίποτα, εκτός αν θεωρηθούν κλοπιμαία τα φαγητά που έτρωγα από τις κονσέρβες και τα ψυγεία τους. Στο τέλος άφηνα το σπίτι στην ίδια ή σε καλύτερη κατάσταση. Φυσικά οι ένοικοι αντιλαμβάνονταν το πέρασμά μου και έμεναν με μια περίεργη αίσθηση απορίας αλλά ήμουν πλέον μακριά.

Προφανώς το σύστημά μου δεν ήταν αλάνθαστο και κάποτε μπήκα σε σπίτι που δεν ήταν άδειο. Από της άκρη της σκάλας με παρατηρούσε μια γυναίκα· μόλις ξεχώριζε το δαρμένο της πρόσωπο και το γυμνό της πόδι. Αρχικά φοβήθηκε, μετά κάτι πάνω μου την ηρέμησε και άρχισε να με παρατηρεί. Αργότερα μου έδειξε την παρουσία της αλλά με κάποιο τρόπο μου ζητούσε να μη φύγω. Όταν ανέβηκε στην ζυγαριά διέκρινα πρώτα την αγωνία στα μάτια της και στα πόδια της, με τα βαμμένα στο ελαφρότερο δυνατό ασημί νύχια, κι ύστερα ίσως μια καθησύχαση όταν ο δείκτης σταμάτησε στο 47. Στο κρεβάτι της αυνανίστηκα με τις φωτογραφίες που είχε ως μοντέλο σ’ ένα λεύκωμα. Μετά είδα τον τρόμο της στην αναμονή της επιστροφής του συζύγου της και ήταν αδύνατο να την αφήσω μόνη.

Πρώτα βρήκε ένα ροζ φόρεμά της ριγμένο στο ξύλινο πάτωμα ενώ ένα μπαλάκι του γκολφ κύλισε μπροστά στα γυμνά της πόδια. Τότε εμφανίστηκε το  πρόσωπο της προσταγής και της απειλής και χαστούκισε το γυμνό της μάγουλο για άλλη μια φορά. Στάθηκα στον κήπο μέχρι να με δει κι όταν ήρθε να με αντιμετωπίσει τον σημάδεψα με μερικές μπάλες του γκολφ, μ’ ένα από τα μπαστούνια τύπου 3-Ιron που είχε σπίτι του. Μετά βγήκα και την περίμενα πάνω στη μοτοσυκλέτα μου. Εκείνη πλησίασε τον άντρα της που ριγμένος στο δάπεδο, άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τα πόδια της ζητώντας βοήθεια. Εκείνη μέσα στα λευκά της τσόκαρα τα τράβηξε μακριά· ήταν τα φτερά της απόδρασης. Ήρθε, όπως ήλπιζα, και φύγαμε, γκαζωμένοι μέσα κι έξω.  Έχω κάπου κρατημένη την εικόνα τους, καθώς κρέμονταν πίσω μου, στη σέλα της μηχανής. Τώρα διαμέναμε μαζί στα ξένα σπίτια χωρίς να πάψουμε να σιωπούμε. Ετοίμαζα και το δικό της γεύμα και μοιραζόμασταν το κρεβάτι όπου απλά την αγκάλιαζα. Η ζωή της είχε αντιστραφεί: εκείνο που για άλλους θα αποτελούσε τον απόλυτα αγωνιώδη τρόπο ζωής, να γνωρίζεις πως ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανοίξει η πόρτα και να σε δουν, εισβολέα στον πύργο τους, για την Sun-hwa ήταν απόλυτα χαλαρωτικό. Οπουδήποτε αλλού ήταν ηρεμότερα από το σπίτι της. Όταν κάποια στιγμή είδε στον τοίχο ενός καθιστικού μια γυμνή φωτογραφία της την τεμάχισε σε μικρά ισόπλευρα τετράγωνα, άλλαξε την διάταξή τους και ξανακρέμασε την μορφή της, κατακερματισμένη. Ήταν σαν δήλωση για το σώμα της: αρνιόταν οριστικά το αντικείμενο που του ζήτησαν να είναι και την σεξουαλικότητα που της επιβλήθηκε χωρίς να είναι δική της. Απεικονιζόταν πια ως ένα μωσαϊκό που είναι αυτό που είναι, ένα ανακατεμένο παζλ που περιμένει τον άξιο ερευνητή του.

Ενοικούσαμε σε όλα τα είδη των σπιτιών όπου έμεναν πάσης φύσεως ένοικοι: ασύμβατοι εραστές, επιθετικοί σύζυγοι, ασυνεννόητες οικογένειες. Τα δωμάτια φαίνονταν να ηρεμούν από τις φωνές τους. Κάποια στιγμή βρήκαμε κι εκείνο που μας ταίριαζε απόλυτα. Ήταν ένα γαλήνιο παραδοσιακό σπίτι, ένα «χανόκ». Ακούσαμε τον ήχο του νερού από ένα σιντριβάνι, εισπνεύσαμε τον ίδιο αέρα με τα φυτά της αυλής. Ο ύπνος μας στον καναπέ ήταν ήρεμος, σχεδόν ονειρικός. Σ’ ένα άλλο σπίτι μου έτεινε το ψαλίδι να της κόψω τα μαλλιά. Οι τρίχες της έπεφταν πάνω στα πόδια της κι η κάμερα φώτισε πάνω τους μια δεύτερη πράξη απελευθέρωσης. Τα ίδια αυτά πόδια μου είπαν πως είμαι ευπρόσδεκτος στην αγκαλιά της: καθόμασταν δίπλα δίπλα σ’ έναν καναπέ και το δικό της άγγιζε όλο και περισσότερο το δικό μου. Η θέρμη του, η θέρμη της, η θέρμη μας.

Όμως ακόμα κι η διάχυτη διαβίωση είχε ημερομηνία λήξεως. Την πρώτη φορά μας ανακάλυψε ένα ζευγάρι και τώρα η σειρά της να φροντίσει τα χτυπήματά μου από τον σύζυγο. Την δεύτερη τα πράγματα εξελίχθηκαν τραγικά: βρήκαμε έναν μεγάλο άντρα νεκρό και κρίναμε πως του άξιζε μια αξιοπρεπής ταφή. Τον πλύναμε, τον σαβανώσαμε με σεβασμό και τον θάψαμε κάτω από ένα ανθισμένο δέντρο. Όμως πέσαμε πάνω στον γιό του, για τον οποίον φυσικά ήμασταν οι δολοφόνοι που επιχειρούσαν να εξαφανίσουν τη σωρό. Μας συνέλαβε η αστυνομία και κατηγορήθηκα για φόνο, απαγωγή και καταπάτηση οικιών που τις πρόδωσαν οι φωτογραφίες στο κινητό μου. Η Sun-hwa «παραδόθηκε» στον άντρα της. Θα την ξανάβλεπα ποτέ;

Ακόμα και μπροστά στους ανακριτές δεν διέκοψα την σιωπή μου. Η ηρεμία μου μπροστά στο καταδικασμένο μου μέλλον, η αδιαφορία μου στις απειλές τους, η αδυναμία τους να κατανοήσουν γιατί έμπαινα σε ξένα σπίτια «άνευ λόγου» καθώς οι ένοικοι μαρτυρούσαν πως δεν τους έκλεψα τίποτα και ο άντρας αποδείχτηκε πως πέθανε με φυσικό θάνατο, όλα μεγάλωναν το μίσος τους. Με έκλεισαν σε κελί με άλλους επιθετικούς κρατούμενους και στο τέλος έμεινα ολομόναχος. Στην φυλακή έπρεπε να βρω έναν νέο τρόπο ύπαρξης και άρχισα να εξασκώ μερικές πολύ ιδιαίτερες ιδιότητες. Μπορούσα να κινούμαι αθόρυβα στο μικρό κελί, να κρύβομαι πίσω από την πλάτη του έκπληκτου φρουρού μου χωρίς τον παραμικρό ήχο, να σκαρφαλώνω πολύ ψηλά στους τοίχους σαν αράχνη – τα γυμνά μου πόδια κολλούσαν όσο χρειαζόταν πάνω τους. Έφτασα στο σημείο να κινούμαι σαν φάντασμα έξω από το κάδρο, να εξαφανίζομαι από την ματιά των άλλων και να αποκτώ κατά βούληση μια μορφή ανάλαφρη, σχεδόν αόρατη. Στο τέλος μπορούσα πια να φεύγω.

Η Sun-hwa ξαναπήγε σ’ εκείνο το ήσυχο σπίτι, μπήκε χωρίς να μιλήσει στο ζευγάρι των ενοίκων που φρόντιζαν τον κήπο, πέρασε από μια ανοιχτή πόρτα στο εσωτερικό κι έγειρε σ’ έναν καναπέ να κοιμηθεί. Η έκπληκτη γυναίκα πήγε να την ξυπνήσει αλλά ο άντρας την σταμάτησε. Το ήρεμο πρόσωπό της τους ησύχασε. Ξέρω καλά πως πήγε εκεί να αναζητήσει κάτι από την παρουσία μου. Πίσω στο σπίτι της, τα πόδια της πάνω στην ζυγαριά που έδειχνε 57 ήταν το ίδιο χαμογελαστά με το πρόσωπό της. Την «επισκέφτηκα» και η ερωτική μας ιστορία συνεχίστηκε από εκεί που σταμάτησε. Κρυβόμουν στις σκιές και στις αντανακλάσεις του φωτός ενώ ο σύζυγός της ήταν σε συνεχή επιφυλακή, ένας δυστυχής που έβλεπε παντού κάτι ύποπτο. Έγινα ο αιθέριος εραστής της, κυριολεκτικά και μεταφορικά πίσω από την πλάτη του ανασφαλούς συζύγου, ο οποίος δεν θα ξανατολμήσει μετά την φυγή της να την αγγίξει με βία, διαφορετικά θα εφαρμόσω πάνω του νέες τεχνικές με το 3-Iron και αυτή τη φορά δεν θα ξέρει από πού του ήρθαν.

Σ’ έναν κόσμο συνεχούς θορύβου και επαναλαμβανόμενου βουητού, εμείς ανταλλάξαμε τα δώρα της σιωπής. Αποδείξαμε πως η ανυπαρξία της γλώσσας είναι ευθέως ανάλογη με την σωματική έκφραση των συναισθημάτων.  Επικοινωνούσαμε ιδανικά, χωρίς την ανάγκη των λέξεων και σαρκώσαμε τους στίχους ενός σπάνιου τραγουδιού που χρόνια πριν έγραψε και τραγούδησε ο Winston Tong με τους Tuxedomoon: In a manner of speaking / I just want to say / That I can never forget the way / You told me everything by saying nothing.

Οι λέξεις που εμείς δεν χρειαστήκαμε, επιστρατεύτηκαν για να μας ερμηνεύσουν. Μίλησαν για την παγίδευση των ανθρώπων στα σπίτια, την προσκόλληση σε πράγματα, την βουδιστική θεώρηση της απελευθέρωσης απ’ όλα αυτά, μια φωτισμένη σχέση με τον κόσμο χωρίς δεσμεύσεις. Θα μπορούσα κι εγώ να γράψω φράσεις που επιθυμούν να σημάνουν πολλά: η φιλοξενία των άδειων σπιτιών, το βλέμμα και η τυφλότητα, οι επιφάνειες των σωμάτων και τα επιφάνεια των συναισθημάτων, η υπέρβαση του φυσικού κόσμου, η μαγική δύναμη του έρωτα, η μεταφυσική της αγάπης. Κάποιοι επιχείρησαν να αντικαταστήσουν τον σκηνοθέτη, που δεν ενδιαφέρθηκε να εξηγήσει τα γεγονότα πάρα μόνο να τα αφήσει να μιλήσουν μόνα τους· είχε, άλλωστε, δηλώσει ότι αυτός ήταν ο τρόπος να στρέψει την ματιά του κοινού στους χαρακτήρες, αμφιβάλλοντας «ότι οι λέξεις κάνουν τα πάντα κατανοητά».

Ακόμα και οι ίδιοι οι τίτλοι της ταινίας αδυνατούν να την περιγράψουν. Ο νοτιοκορεατικός τίτλος Empty House εστιάζει στα άδεια σπίτια ή στους άδειους ανθρώπους; Για τον σκηνοθέτη «είμαστε όλοι άδεια σπίτια, περιμένοντας κάποιον να ανοίξει την κλειδαριά». Ο μεταφρασμένος τίτλος 3-Iron αναφέρεται σ’ ένα σύμβολο πολυτελείας του σύγχρονου άδειου ανθρώπου ή σ’ ένα εξάρτημα παραμελημένο σήμερα στο άθλημα, όπως παραμελημένοι υπήρξαμε οι δυο μας; Με άλλες λέξεις αναζήτησαν τις ενδεχόμενες μορφές της ύπαρξης μου. Είχα κατακτήσει ένα υψηλότερο επίπεδο ύπαρξης, μια μυστική ζωή όπου δεν μπορούν να με δουν όσοι δεν θέλω να με δουν; Έγινα κι εγώ ένας από τους ανθρώπους που αλαφροπατούν στη γη και δεν αφήνουν ορατά ίχνη της παρουσίας τους, κανένα υλικό σημάδι, κανέναν απόηχο φήμης; Μπορεί να μετέδωσα στην Sun-hwa κάτι από τις νέες μου ικανότητες, ώστε να μπορεί να με συναντά στα προάστια της φαντασίας και των φαντασμάτων; ήμουν ένα όνειρό της, όπως μπορούσαν να συνηγορήσουν οι άδειοι δρόμοι, οι περίεργες συμπτώσεις και η διάχυτη ησυχία;

Αλλά εμείς, δυο διαλυμένοι μοναχικοί που περιπλανηθήκαμε σε μια πόλη που ταίριαξε την μοναξιά της στην δική μας και μπήκαμε στα ξένα σπίτια για να τα γεμίσουμε ζωή, εμείς που ήταν μοιραίο να ερωτευτούμε ίσως από εκείνη την πρώτη στιγμή που κοιταχτήκαμε στο σπίτι της και πέσαμε τόσο αναπάντεχα ο ένας πάνω στον άλλον, γίναμε ο ένας το σπίτι του άλλου και παραμείναμε στην γαλήνη της σιωπής ακόμα κι όταν θόρυβος της ζωής και του κόσμου συνέχιζε εκκωφαντικός τριγύρω μας. Μόνο στην τελευταία σκηνή μου πρόσφερε κάποιες λέξεις: μου είπε πως με αγαπά. Ο άντρας της νόμιζε πως απευθυνόταν στον ίδιο· αδυνατούσε να διανοηθεί ότι ακριβώς από πίσω του θα ήμουν πάντα εγώ· πως κάθε της ματιά και αγκάλιασμα ήταν για μένα. Όταν αυτός έφυγε για επαγγελματικό ταξίδι ανεβήκαμε μαζί στην ζυγαριά που είχα νωρίτερα επισκευάσει. Τα γυμνά μας πόδια στάθηκαν το ένα δίπλα στο άλλο και ο μετρητής έδειξε 0. Δεν ζυγίζαμε τίποτα πια, είχαμε αποβάλει κι οι δυο το βάρος της ζωής μας, ήμασταν άλλοι. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: 3-Iron (Kim Ki-duk, 2004). Νοτιοκορεατικός τίτλος: Empty House. Ελληνικός τίτλος: Ολομόναχοι μαζί. Η γυναίκα: Lee Seung-yeon. Το τραγούδι των Tuxedomoon εδώ.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήσης του Χάρτη, εδώ.

04
Μάι.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 24: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν, μέρος Δ΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 41 (Μάιος 2022), εδώ

XXΧΙV. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 24: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν, μέρος Δ΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Ωραία μου Στεφάν.

Μετά από όλες αυτές τις απιστίες, τα γυρίσματα της ίδιας της ζωής ή της κινηματογραφικής μηχανής του σκηνοθέτη συζύγου σου φρόντισαν να σου δείξουν την άλλη πλευρά του νομίσματος. Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά, άλλωστε, η αναπότρεπτη φθορά του χρόνου θα συνεργούσε ώστε η αειθαλής γοητεία σου να υπολείπεται της εύπλαστης θελκτικότητας μιας γυναίκας νεότερης (στην ηλικία ή στην άφιξη). Ο Σαμπρόλ σίγουρα θα σου διηγήθηκε την ιστορία: ο Ζορζ Σιμενόν τον ρώτησε για ποιο λόγο οι σκηνοθέτες δεν φτιάχνουν περισσότερες ταινίες χωρίς πλοκή (σήμερα ίσως θα ρωτούσε το αντίθετο). Ο συγγραφέας, συνέχισε, απαιτεί την πλοκή για να κινήσει τα γεγονότα πάνω στις λευκές σελίδες, ενώ ο σκηνοθέτης έχει εξαρχής το σπάνιο δώρο του ανθρώπινου προσώπου, που από μόνο του μπορεί να εκφράσει τα πάντα αλλά και να μας κάνει να αναρωτιόμαστε για το ποιον και τις πράξεις του φορέα του. Η απάντηση του Σαμπρόλ ήταν έμπρακτη: θα έφτιαχνε λοιπόν μια τέτοια ταινία και θα διάλεγε το μυθιστόρημα Betty που εμπνεύστηκε κι έγραψε ο Σιμενόν χάρη σ’ εκείνη την κουβέντα.

Μια γυναίκα μπαίνει μούσκεμα από την βροχή σ’ ένα μπαρ. Είναι μεθυσμένη και μοιάζει δυστυχής· έχει έκφραση απελπισμένη και μάτια βυθισμένα στον πόνο. Καπνίζει αλλεπάλληλα τσιγάρα και ψωνίζεται από έναν άντρα που της προτείνει να φύγουν. Πηγαίνουν μέσω ενός σκοτεινού περιφερειακού σ’ ένα απομακρυσμένο εστιατόριο. Ο άντρας που ισχυρίζεται πως είναι γιατρός βρίσκεται ήδη υπό την επήρεια ναρκωτικών. Μόλις αρχίσει να της ψελλίζει αδιανόητες φράσεις και λίγο προτού γίνει απειλητικός, εμφανίζεσαι εσύ: σπεύδεις από το μπαρ όπου καθόσουν και την παίρνεις δίπλα σου. Είσαι η Λωρ, ετών 49, είναι η Μπέττυ, ετών 28. Γνωρίζεις ήδη αυτόν τον διαταραγμένο πελάτη γιατί το εστιατόριο, «η Τρύπα» όπως ονομάζεται, ανήκει στον σύντροφό σου Μάριο και αποτελεί καταφύγιο βασανισμένων ψυχών. Είσαι μια πρώην νοσοκόμα και νυν πλούσια χήρα που φροντίζει τους πελάτες, ενώ το διπλανό ξενοδοχείο είναι κτήμα και κατοικία σου. Προθυμοποιείσαι να την φιλοξενήσεις εκεί σ’ ένα δωμάτιο, πρώτα για μια νύχτα, μετά για πολλές ακόμα.

Είσαι και πάλι, λοιπόν, ευκατάστατη και βαριεστημένη, αυτή τη φορά όμως ενδεδυμένη με την ευγένεια μιας νοσοκομειακής φροντίδας. Κάθε βράδυ βρίσκεσαι ανάμεσα στους δυστυχείς της «Τρύπας» που δεν έχει την μορφή του τυπικού κινηματογραφικού χαμαιτυπείου όπου διάφοροι μεθυσμένοι τρεκλίζουν στο ημίφως με ένα μπουκάλι στο χέρι. Εδώ όλοι είναι καλοντυμένοι και προσπαθούν να δείχνουν αξιοπρεπείς κάτω από ένα σχετικά δυνατό φως, ελαφρώς γαλάζιο λόγω ενός ενυδρείου που τέμνει σχεδόν εγκάρσια την αίθουσα, σα να είμαστε σ’ ένα «συνηθισμένο» στέκι, πόσο μάλλον όταν ακούγεται το θεσπέσιο μελοδραματικό τραγούδι του Michel Jonasz Je voudrais te dire que je tattends, μια φράση που πιθανώς θα ήθελαν να ψελλίσουν οι περισσότεροι: θα ήθελα να σου πω πως σε περιμένω. Αν κατά τύχη έρθουν κάποιοι ανυποψίαστοι πελάτες, ο Μάριο σπεύδει για παραγγελία λέγοντας «Υποθέτω θέλετε όλοι μανιτάρια», κι όταν εκείνοι μάλλον έκπληκτοι τον ρωτούν τι άλλο υπάρχει, αυτός απαντά μ’ ένα ψυχρό, δήθεν αθώο χαμόγελο, «μόνο μανιτάρια». Η ανύπαρκτη στο παρόν πλοκή, όπως την συζήτησαν οι δυο Γάλλοι μαιτρ, περιορίζεται στο ρεστοράν όπου πίνετε και συζητάτε και στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου την περιποιείσαι και την φροντίζεις μέχρι να συνέλθει απ’ την κατάρρευσή της.

Στους δυο αυτούς χώρους σου διηγείται με αλλεπάλληλα, θραυσματικά φλας μπακ την ζωή της σε τρεις διαφορετικούς, εναλλασσόμενους κύκλους. Στον πρώτο στενάζουν ο έρωτας και ο πρώιμος γάμος της μ’ έναν πλούσιο γόνο και η ασφυκτική διαβίωση μέσα στον αυστηρό οικογενειακό του κλοιό· στον δεύτερο, οι συνεχείς απιστίες της και η σχέση με έναν νεαρό φοιτητή· στον τρίτο, η παιδική ηλικία με την τραυματική μνήμη της κρυφής ερωτοτροπίας του πατέρα της με μια γυναίκα. Ενώ οι τελευταίες δυο ιστορίες είναι περισσότερο στατικές και απλώς καθαρίζουν σταδιακά την εικόνα, η πρώτη οδηγείται σε δραματική κορύφωση καθώς η ερωτική της ιστορία κάποτε αποκαλύπτεται στην οικογένειά της με τραγικές συνέπειες. Η άγνωστη ψυχογραφία / ψυχορραγία της Μπέττυ ξεδιπλώνεται ως παζλ καθώς η πλοκή τελικά φτάνει από το παρελθόν.

Μ’ έναν ψυχρό και άβουλο σύζυγο, υποταγμένο σε μια μητριαρχική μητέρα που κυριαρχεί στο σπίτι, θα σκέφτηκες πως η μοιχεία δεν αποτελεί παρά την πρώτη διαθέσιμη διαφυγή. Όμως η ίδια παραδεχόταν την ερωτομανία της, την διακαή κι ακαταμάχητη επιθυμία να συνευρεθεί με άντρες, που την έφερε στο σημείο να προσκαλέσει τον εραστή της στο ίδιο της το σπίτι ένα βράδυ που οι άλλοι έλειπαν σε μια θεατρική παράσταση. Τον υποδέχτηκε ξυπόλητη με χορευτικές κινήσεις κι έσπευσαν στα καθιερωμένα τους πάνω στον οικογενειακό καναπέ. Η αναβολή της παράστασης είχε ως αποτέλεσμα την βίαιη διακοπή της δικού τους ερωτικού μονόπρακτου: σύσσωμος ο οίκος βρέθηκε μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα και προτού πεταχτεί στο δρόμο υποχρεώθηκε να επιλέξει: ή θα έφευγε χωρίς τίποτα, γνωρίζοντας πως αναμφισβήτητα θα έχανε την δικαστική διαμάχη για τις μικρές της κόρες ή θα υπέγραφε την παραχώρηση της επιμέλειάς τους στην οικογένεια έναντι ενός μεγάλου χρηματικού ποσού. Ήταν εμφανές πως τους ήταν πλέον άχρηστη· η δουλειά της ως οργάνου αναπαραγωγής κληρονόμων είχε τελειώσει. Εξαρχής, άλλωστε, την αποκαλούσαν μητέρα, προτού καν γεννήσει, συνεπώς οποιαδήποτε γυναίκα θα μπορούσε να έχει παίξει αυτό τον ρόλο. Η απελπισία κι ο πανικός την οδήγησαν στην δεύτερη επιλογή και, εξαναγκασμένη στο μέγιστο ταπείνωμα, βρέθηκε στους δρόμους να τρεκλίζει και ν’ αναζητά την αλκοολική λήθη.

Σας θυμάμαι και τις δυο πολύ καλά να γεμίζετε την οθόνη με κοντινά πλάνα και προσπαθούσα να διακρίνω πάνω στα πρόσωπά σας κάτι από το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής. Πρώτα εσένα: μια σχεδόν μητρική παρουσία διαρκώς δίπλα της. Εμφανώς την περιέβαλλες με στοργή αλλά συχνά κάλυπτες τα λόγια της με τα λόγια σου, σα να ήθελες να διατηρείς τον έλεγχο και να ορίζεις πλήρως τους όρους της επικοινωνίας σας, ίσως κι επειδή ήταν σα να τα γνώριζες όλα: είχες κι εσύ το δικό σου ταραχώδες, κάποτε και κοινό παρελθόν. Πες μου, για ποιο λόγο την περιμάζεψες; Την επιθυμούσες ως γυναίκα; Δεν έδειξες κάτι τέτοιο, αν και υπήρξε μια κάπως ιδιαίτερη στιγμή. Όταν βγήκε από το πρώτο της μπάνιο στο δωμάτιο, την είδες ξυπόλητη και γονάτισες μπροστά της για να της φορέσεις κάποιες παντόφλες. Η κάμερα εστίασε στα πόδια της καθώς τα άγγιξες για να τα ντύσεις – μια στιγμή ακινησίας κι η είσοδος κάποιας μουσικής φράσης ίσως τόνισαν κάτι ανομολόγητο. Μήπως ήθελες απλή συντροφιά; Κάποια να έχει περάσει χειρότερα από τα δικά σου; Είχες το σύνδρομο της Μητέρας Τερέζας; Ήθελες να αποτελέσεις το ζωντανό παράδειγμα της «καλοσύνης των ξένων»;

Αν εσύ ήσουν η συγκρατημένη ακροάτρια, εκείνη ήταν μια γυναίκα συναισθηματικά παράλυτη και ανεπανόρθωτα ταπεινωμένη. Στο έγγραφο που την έβαλαν να υπογράψει δήλωνε: Εγώ η Ελίζαμπεθ Ετάμπλ, ετών 28, χωρίς επάγγελμα, δηλώνω πως υπήρξα πόρνη, πως είχα εραστές πριν και μετά τον γάμο μου και κοιμήθηκα μαζί μ’ έναν από αυτούς δίπλα στο παιδικό δωμάτιο. Η υπογραφή κοστολογήθηκε στα 200.000 φράγκα. Ταυτόχρονα όμως ήταν ένα σώμα εύφλεκτο, που αισθανόταν ή χρησιμοποιούσε την αχαλίνωτη σεξουαλική επιθυμία ως την μοναδική αίσθηση ελευθερίας ή για κάποιον σκοτεινό λόγο. Κάποτε σου μίλησε περισσότερο για την «ερωτική» σκηνή που είδε ολοζώντανη μπροστά της όταν ήταν μικρή. Ο πατέρας της πάνω σε μια γυναίκα ορειβατούσεδεν υπήρχε καταλληλότερη λέξη. Το πρόσωπο της γυναίκας έγραφε πόνο ή ευχαρίστηση. Νόμιζα, σου είπε, πως οι γυναίκες πρέπει να υποφέρουν για έναν άντρα, να είναι θύματα. Ελκύστηκα τόσο πολύ και φοβήθηκα το ίδιο, ταυτόχρονα. Ήθελα να δω τα πάντα ως το τέλος, το πρόσωπό της «μετά», ν’ ακούσω την φωνή της. Κυνηγούσα όλους τους άντρες για να πληγώσω τον εαυτό μου. H αλλόκοτη ομορφιά της ίσως τελικά έκρυβε μια ψυχολογική διαταραχή ή απλώς μια κυνική προσωπικότητα που επιθυμούσε να καταστρέφει κάθε της σχέση για χάρη μιας άλλης. Η Μπέττυ εμφανιζόταν ως θύμα αλλά τελικά της άρεσε να πληγώνει όσους την αγαπούσαν κι εσύ, καλόκαρδή μου Λωρ, υποτίμησες αυτή την αμετανόητη, ανεξέλεγκτη πλευρά της, μια απόλυτα εγωιστική φύση που αναζητούσε κάθε ευχαρίστηση στην δική της ηδονή και στον πόνο των άλλων.

Τότε κατάλαβα πως η πλοκή ζητούσε ώθηση. Οι ιστορίες σας είχαν πια ειπωθεί και δεν θα παραμένατε έτσι. Όταν ο Μάριο κάποια στιγμή της χαμογέλασε πίσω από μια μισάνοιχτη πόρτα (και θυμάμαι πως από μισάνοιχτη πόρτα σάς είχε δει κι αυτή να κάνετε έρωτα μια από τις πρώτες της νύχτες εκεί), υποψιάστηκα το αναπόδραστο. Χωρίς να το πάρει κανείς μας είδηση, κρυφά κι από τις κάμερες, το νέο ζευγάρι είχε ήδη συνεννοηθεί. Αυτή η γυναίκα που νυχοπατούσε ξυπόλητη από πόρτα σε πόρτα φαίνεται πως είχε ανταλλάξει τις απαραίτητες ματιές με τον Μάριο. Σε άφησε, Λωρ, η Μπέττυ «σου», κι έφυγαν μαζί. Αυτή ήταν το νέο, το άγνωστο και το ατελείωτα διαθέσιμο, ενώ εσύ το παλιό, το γνωστό και το πεπερασμένο. Έγιναν όλα κάτω απ’ τη μύτη μας ενώ έπρεπε να το υποψιαστούμε απ’ την αρχή. Ο αξεπέραστος ηδονισμός της θα αναζητούσε νέο πεδίο, η αμαρτωλή που εμφανίστηκε ως αγία επέστρεφε στην αμαρτία της. Οι θέσεις αντιστράφηκαν: τώρα γινόσουν εσύ το θύμα που θα χρειαζόταν βοήθεια αλλά ποιος θα σου την έδινε; Το βλέμμα σου όταν έμπαινες σ’ ένα ταξί για να φύγεις οριστικά από εκεί, τα έλεγε όλα. Τίτλοι τέλους.

Η κινηματογραφική σου ζωή ακολουθούσε την βιολογική ή και αντίστροφα. Μεγάλωνες, ωρίμαζες και παρέμεινες, όπως κάθε ωραία γυναίκα, εσαεί ωραία. Τελείωσε κι η ζωή σου με τον Κλωντ Σαμπρόλ, που κάποτε σάρκασε τον ίδιο τον έρωτα όταν δήλωσε πως χωρίσατε επειδή, από την δική του πλευρά, αντιλήφθηκε πως ενδιαφερόταν περισσότερο για την ηθοποιό παρά για την γυναίκα Στεφάν Οντράν. Ποιος ξέρει τι μπορεί να τον ώθησε σ’ αυτή την άκομψη ομολογία! Η ταινία της ζωής σου διάρκεσε 85 χρόνια, καθόλου άσχημα δηλαδή· της Μαρί Τρεντινιάν που έπραξε την Μπέττυ κράτησε λιγότερο από τα μισά, και, σκέψου, θα μπορούσε να είναι κόρη σου, αφού με τον πατέρα της Ζαν-Λουί Τρεντινιάν είχατε ένα σύντομο γάμο, προτού συνταιριάξεις με τον Σαμπρόλ που, πάντα δαιμόνιος, σας έβαλε στην ταινία Les biches (βλ. προηγούμενο τεύχος) να αγκαλιαστείτε έστω και «στα ψέματα». Τα ίδια αυτά ψέματα, άλλωστε, του σινεμά μας κρατούν αληθινούς τόσα χρόνια, έτσι δεν είναι; {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Betty (Claude Chabrol, 1992). Οι γυναίκες: Stéphane Audran, Marie Trintignant. Το τραγούδι: Michel Jonasz Je voudrais te dire que je t’ attends (1976)

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

11
Απρ.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 23: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν (Γ΄)

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 40 (Απρίλιος 2022), εδώ.

XXΧΙΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 23: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν, μέρος Γ΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους. 

Ωραία μου Στεφάν.

Συνέχισες να είσαι η αδιαφιλονίκητη πρωταγωνίστρια της ερωτικής επιθυμίας των άλλων. Θα δεχόσουν όμως να είσαι η μόνη; Είχες ετοιμαστεί για την στιγμή όπου κάποια νεαρότερη γυναίκα θα διεκδικούσε αντί για σένα το πραγματικό ενδιαφέρον ενός άντρα; Έδωσες την απάντησή σου στις Ελαφίνες, στην ταινία όπου, εκφράστηκες με τα πόδια σου πιο απροκάλυπτα από ποτέ. Ήσουν λοιπόν η ευκατάστατη και ωραία Φρεντερίκ και συνάντησες στον δρόμο σου μια νεαρή και εξίσου όμορφη κοπέλα που ζωγράφιζε ελαφίνες σε μια γέφυρα πάνω από τον Σηκουάνα. Οι περαστικοί έριχναν κέρματα πάνω στην ζωγραφιά της ενώ εσύ της άφησες ένα χαρτονόμισμα επειδή, την διαβεβαίωσες, το άξιζε. Κάπως έτσι της πρόσφερες κουβέντα και περπατήσατε ως το σπίτι σου. Ήταν αμήχανη αν όχι απότομη, κι όταν την ρώτησες το όνομά της, σου απάντησε με την ερώτηση why/γιατί; Την ονόμασες λοιπόν Why και το θέμα έληξε εκεί· άλλα ενδιέφεραν εσένα, όχι τα αινίγματα.

Όταν φτάσατε στην πόρτα της πρότεινες καφέ κι εκείνη δέχτηκε μόνο αν μπορούσε να κάνει ένα μπάνιο. Της έβαλες παραπάνω ζάχαρη για να γλυκάνεις την αψάδα της κι έφερες τα φλιτζάνια στο λουτρό. Εκείνη έβγαλε το γυμνό της πόδι από τους αφρούς για να κλείσει την βρύση και ανάδευε τα γόνατά της στο σαπουνισμένο νερό. Φιλοφρόνησες το σώμα της και την χαρακτήρισες «καπριτσιόζα και απαιτητική» επειδή αντέδρασε στον γλυκύτερο καφέ. Μετά σου ζήτησε να περάσεις έξω, για να βγει από την μπανιέρα, αλλά αρνήθηκες και άναψες τσιγάρο – η φράση σου «μεταξύ γυναικών» ακύρωνε οποιοδήποτε ενδεχόμενο ντροπής ανάμεσά σας. Αργότερα όταν ντύθηκε γονάτισες για να της δέσεις το πουκάμισο στην κοιλιά αλλά ξέδεσες το παντελόνι της. Πριν καν την αγγίξεις, το βλέμμα σου ήταν απόλυτο, απερίφραστο. Ένοιωσες έλξη για εκείνη την γυναίκα ή σου φάνηκε ενδιαφέρον απόκτημα; Επιζητούσες τον ρόλο της προστάτριας ή σκόπευες απλώς να ψυχαγωγηθείς με μια μυητική ερωτική σχέση;

Φυσικά το επόμενο βήμα ήταν να την πας στο παραθαλάσσιο σπίτι σου στο Σαιν Τροπέ. Ήταν χειμώνας και τα πάντα ήταν έρημα. Σας υποδέχτηκαν δυο εύθυμοι ομοφυλόφιλοι κύριοι που φρόντιζαν τον χώρο και συμπεριφέρονταν ως γελωτοποιοί σου, όταν δεν έπαιζαν οργιαστική  μουσική με αυτοσχέδια πνευστά και κρουστά. Έκαναν, μάλιστα, ένα σχόλιο για την νέα σου φίλη: «το κέντρο βαρύτητάς της βρίσκεται σε τέλεια ισορροπία». Της είχες πει ότι η αναψυχή τέτοια εποχή είναι περιορισμένη: χαρτοπαίγνια, συγκεντρώσεις φίλων και κάτι αδιευκρίνιστες διανοητικές απολαύσεις. Την έπαιρνες και πηγαίνατε στις υπαίθριες αγορές και διοργανώνατε πάρτι στο σαλόνι με τα αφρικανικά σουβενίρ. Ήταν φανερό πως σε θαύμαζε γιατί ήσουν υπέρκομψη και διεκδικητική, το ακριβώς αντίθετο από τον υποχωρητικό, συνεσταλμένο χαρακτήρα της.

Εργαζόμουν ως αρχιτέκτονας στην περιοχή και είχα την ευπρόσδεκτη εμφάνιση του Ζαν Λουί Τρεντινιάν. Είδα για πρώτη φορά την Why σε μια βόλτα με το ποδήλατό της και σαγηνεύτηκα από μια επιβλητική αλλά εύθραυστη ομορφιά. Την ξαναείδα σε μια απ’ τις θορυβώδεις βραδιές στο σπίτι σας. Στο πικάπ έπαιζαν δίσκοι μοντέρνας ορχηστρικής μουσικής κι οι καλεσμένοι σας  έπαιζαν πόκερ, διάβαζαν ή φιλοσοφούσαν σωριασμένοι στους καναπέδες. Είδα τον δεσποτικό τρόπο με τον οποίο της φερόσουν· την πρόσταζες να μας σερβίρει, την ανάγκαζες να πιεί σαμπάνια ενώ δεν ήθελε. Την παρατηρούσα με το ντροπαλό μου βλέμμα και το παρατήρησε. Όταν ήρθες και κάθισες δίπλα μας, κατάλαβα ότι εκεί θα ήταν αδύνατο να την προσεγγίσω, όμως οι δρόμοι έξω ήταν δικοί μας. Μιλήσαμε και δέχτηκε να την φιλήσω επειδή ήξερε πως την παρακολουθείς μέσω των δυο σου ακόλουθων και παραδέχτηκε πως το κάνει για να σε ευχαριστήσει. Έχετε ιδιαίτερη αίσθηση φιλίας, σκέφτηκα φωναχτά. Χαμογέλασε, με ακολούθησε στο σπίτι και ήπιαμε όσο χρειαζόταν για να διανύσουμε περισσότερο χρόνο γνωριμίας. Η επόμενη σκηνή σε βρήκε στο ξαπλωμένη στο κρεβάτι, στην πρώτη αποκάλυψη των γυμνών σου ποδιών. Φορούσες λευκή πιτζάμα κι έριχνες ζάρια σ’ έναν στρογγυλό δίσκο όταν μπήκαν οι πληροφοριοδότες σου και σε πληροφορούν με γλαφυρό ύφος πως η προστατευόμενή σου έμεινε σπίτι μου. Αν κρίνω απ’ την ανεπαίσθητη κίνηση των δαχτύλων σου, πρέπει να σχεδίαζες κάτι ιδιαίτερο, που, όπως αποδείχτηκε, περιελάμβανε και τους τρεις μας.

Όταν την άλλη μέρα το πρωί η Why επέστρεψε σπίτι και συνόψισε την γνωριμία μας, την διαβεβαίωσες πως το μόνο πράγμα που θέλεις από εκείνη είναι να είναι ευτυχισμένη. Ξέχασες όμως να προσθέσεις ότι κρατούσες για τον εαυτό σου το μεγαλύτερο μερίδιο στην διαθέσιμη «ευτυχία» που προφανώς περνούσε από την περιοχή μου. Το μεσημέρι που είχα ραντεβού μαζί της εμφανίστηκες στο σπίτι που επέβλεπα να χτίζεται μπροστά σ’ ένα λιμανάκι. Αρχίσαμε να πίνουμε και ξέχασα ή αγνόησα την υποχρέωσή μου. Ήσουν, βλέπεις, ακαταμάχητη κι εκείνη την στιγμή δεν υπήρχε παρά μόνο ένα ημιτελές σπίτι που μας κάλυπτε, η αρμύρα της θάλασσας, η ζάλη του οινοπνεύματος κι ίσως μια ανεπαίσθητη μυρωδιά που ανάβλυζε απ’ τον κόρφο σου. Στεκόμασταν στην άχτιστη βεράντα και μου είπες πως παραήπιες, ικανή αφορμή για να ακουμπήσεις το μέτωπό σου πάνω μου. Μπήκαμε μέσα σα να βρισκόμασταν στο παραθεριστικό μας σπίτι, λες και ο κλειστός χώρος θα μας ξεζάλιζε περισσότερο, και μου παρέδωσες την εξαίσια φράση «τα μάγουλά μου καίνε». Το γυμνό στρώμα πάνω σ’ ένα ακριανό ντιβάνι μας αρκούσε.

Εκείνη ήρθε στο σπίτι μου, ξέγυμνη πια από κάθε αναστολή. Μου χτύπησε την πόρτα αλλά ο θόρυβος του δρόμου έσβηνε την φωνή της. Ο απογευματινός ήλιος επιχρωμάτιζε την αίσθηση μιας απόρριψης που από την πιθανότητα κυλούσε στην βεβαιότητα. Ύστερα με αναζήτησε στις καφετέριες με τα άδεια τραπέζια και στο τέλος δεν είχε παρά να γυρίσει σπίτι και να μας περιμένει. Όταν φτάσαμε της ανακοινώσαμε πως θα πεταχτούμε ως το Παρίσι. Είχα ήδη συναινέσει στην γνώμη σου να μην προχωρήσω άλλο μαζί της, έλεγα καλύτερα τώρα στην αρχή παρά τρεις – τέσσερις μήνες μετά, που το πλήγωμα θα ήταν μεγαλύτερο. Προσπάθησα να την κοιτάξω στα μάτια, της ζήτησα να με καταλάβει, ψέλλισα πως «δοκιμάζω κάτι». Πόσο ψέμα και πόση αλήθεια χωρούσαν στις δυο αυτές λέξεις;

Το σχήμα τώρα ολοκληρωνόταν: είχες πλέον εμάς, μόνιμη διασκέδαση στο σπίτι σου, και δεν χρειαζόσουν τους δυο σαρδανάπαλους μετρ. Τους έδιωξες και μείναμε οι τρεις μας. Εμείς ως ζευγάρι συχνά βγαίναμε έξω και την αφήναμε σπίτι. Μια φορά που έμεινε μόνη της φόρεσε τα ρούχα σου και βάφτηκε με τα καλλυντικά σου. Το να χρησιμοποιείς τα πράγματα των άλλων ανθρώπων είναι σα να αλλάζεις το δέρμα σου, σκέφτηκε και ξάπλωσε. Προτού η κάμερα την αφήσει να κοιμηθεί και να ονειρευτεί, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να δει τα δάχτυλα των ποδιών της να τεντώνονται ευτυχή μέσα στο μαύρο καλσόν μιας άλλης κυρίας.

Η πρώτη εμφάνιση των δικών σου ωραίων πελμάτων σου έγινε στο φως, έστω στο χλωμό ηλιακό φως του χειμερινού νότου, όταν πλέον με είχες κατακτήσει. Αγέλαστη και μελαγχολική ξάπλωνες σε μια σεζλόνγκ στο αίθριο και είμαι πια βέβαιος πως η έκφρασή σου οφειλόταν από την μία στο σχέδιο μιας διαπλαστικής εκμετάλλευσης της Why κι από την άλλη στην απραξία που δεν άφηνε ποτέ σε ησυχία. Τα πόδια σου αδυνατούσαν να βολευτούν, τα μάζευες και τα άπλωνες, μέχρι να τεντωθούν σε μια ευθεία που κατέληγε στην τεθλασμένη του πέλματος και στην καμπύλες των δαχτύλων. Μου φάνηκαν αθώα και πρόστυχα την ίδια στιγμή.

Τις νύχτες κλεινόμασταν στην κρεβατοκάμαρα για να δικαιώσουμε την σχέση μας. Στο μπλε ημίφως του δωματίου η κάμερα φώτισε όσα μαρτυρούσαν καλύτερα την ερωτική σου ηδονή: το πρόσωπό σου (χαμογελαστό στόμα, γαλακτερή οδοντοστοιχία) και τα πέλματά σου, έτσι όπως πλάγιαζαν κατά την ερωτική μας τριβή. Έξω από την πόρτα αλαφροπατούσε εκείνη. Δεν άνοιξε το πόμολο, μόνο αφουγκραζόταν, δάγκωνε τα χείλη της, υπομειδιούσε. Θα μπορούσε να ζηλεύει ή να ηδονίζεται· να αισθάνεται ως ένα μέρος του τριγώνου μας ή να αποδέχεται πως μπορούσε να φτάσει μέχρι την δεύτερη θέση της καρδιάς μας. Δεν θα μάθω ποτέ.

Τα πόδια σου ήταν πλέον εύγλωττα σε μια από τις βραδιές που μοιραζόμασταν οι τρεις μας στο καθιστικό. Προσπαθούσα να σας διηγηθώ μια ιστορία αλλά ήσουν μεθυσμένη και με διέκοπτες συνεχώς, ενώ έτριβες τα πέλματά σου στο πρόσωπό μου, σε απροκάλυπτο πλέον ερωτικό χάδι. Δεν το χαιρόμουν, εκνευριζόμουν για την ανύπαρκτη προσοχή στην διήγησή μου. Η Why συνέχισε να μας υπηρετεί· έβαζε δίσκους ή τους άλλαζε όταν κολλούσε η βελόνα. Ήταν σύμπτωση ότι εσύ φορούσες το μαύρο σου καλσόν ενώ εκείνη ήταν ξεκάλτσωτη; Ποιος ήταν ο αγνός και ποιος ο καλυπτόμενος;

Τα θυμάμαι όλα αυτά σε παλ αποχρώσεις φυσικών φωτισμών και χλωμών χρωμάτων. Ήταν λες και ο ενορχηστρωτής μας δεν ενδιαφερόταν για την ιστορία μας αλλά για τον τρόπο της μεταφοράς της. Σα να ήθελε να τονίσει περισσότερο την χρωματογραφία και την φωτολογία μιας συνάντησης τριών χαρακτήρων και μας άφησε με κινήσεις αργές και ομιλίες σχεδόν αποστασιοποιημένες. Ίσως μια τέτοια αντιμετώπιση ταίριαζε σε ανθρώπους σαν κι εμάς, λάτρεις των εαυτών μας  και παίκτες ανθρώπινων ψυχών, που με ύφος αφηρημένων σκέψεων αγωνιζόμασταν με κάποιο τρόπο να υπάρξουμε.

Οι διαφημιστές έσπευσαν να σκανδαλίσουν τους υποψήφιους θεατές με την υποσχετική για «το τολμηρότερο θηλυκό φιλμ της εποχής»· παραμέριζαν δηλαδή από την τόλμη τον αιώνιο θετό καθοδηγητή της, τον άντρα, και αποκάλυπταν πως οι γυναίκες μπορούσαν να τολμούν ερωτικά χωρίς αυτόν. Φυσικά δεν θα ήταν η πρώτη φορά που οι αναμενόμενες αποπλανητικές σκηνές θα εξαντλούνταν απλά στην ύπαρξη της σχετικής ιστορίας και σε μερικές σκηνές επιθυμίας και όχι πράξης. Όμως ήταν 1968: η Γαλλία ζούσε μια νέα εποχή σεξουαλικής απελευθέρωσης, οι νόμοι έπαυαν την απαγόρευση των αμβλώσεων, η γυναίκα διεκδικούσε τα αυτονόητα για το ίδιο της το σώμα. Έσπευδε τώρα και η τέχνη να εξερευνήσει την γυναικεία σεξουαλικότητα, ακόμα και στους κόλπους μιας υποκριτικής αριστοκρατικής κοινωνίας. Οι ελαφίνες προφανώς απείχαν από κάθε ιδέα ενός απροκάλυπτου φεμινιστικού μανιφέστου, δεν έπαυαν όμως να προφέρουν το ενδεχόμενο του έρωτα δυο γυναικών και μάλιστα από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Τέτοιων ειδών συνδυασμοί δεν αναγράφονταν στο αόρατο βιβλίο των επιτρεπτών ερώτων σε πλείστες κοινωνίες και η ταινία απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες. Αρκέστηκε ο σκηνοθέτης μας σ’ αυτή την εξερεύνηση; Όχι, η δική του εμμονή εξακολουθούσε να αφορά τα μέλη των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και τον τρόπο που συνθλίβουν την σεξουαλικότητά τους προς όφελος μιας αέναης επίδειξης και μιας σφοδρής ανάγκης να γεμίσουν τις άδειες τους ζωές.

Απάντησέ μου, Στεφάν, ήταν όντως έτσι; Την επιθύμησες πραγματικά ή ήσουν καταδικασμένη να εξουσιάζεις κάθε σου εραστή ως ένα παιχνίδι αναψυχής για τις ατέλειωτες ημέρες της ανίας; Υπήρχε περίπτωση, αν δεν εμφανιζόμουν, να καταλήγατε ένα αγαπημένο ζευγάρι ή θα ακολουθούσατε κι εσείς την τύχη όλων των ομοφυλόφιλων ζευγών στο σινεμά, οι ιστορίες τους να μην έχουν ποτέ αίσιο τέλος; Υπήρξα ο καταλύτης στην ενδεχόμενη αίσια σχέση σας ή ήμουν κι εγώ ένα τρόπαιο; Κι αν ήθελες και τους δυο μας, γιατί δεν μπορέσαμε ως ένα ménage à trois  να χαρούμε εκείνη την ανεστραμμένη, χειμερινή Ντόλτσε Βίτα, όσο κι αν κρατούσε; Μετέωρες ερωτήσεις, κρεμάμενες απαντήσεις… Τώρα με την απόσταση τόσων χρόνων δεν μπορώ να μη σκεφτώ πως η Why μας αγάπησε και τους δυο με τον τρόπο της – μπορεί ως εραστές, μπορεί ως γονεϊκές φιγούρες, αλλά πάντως μας αγάπησε, και χαιρόταν που οι δυο της αγαπημένοι αγαπιούνταν.

Όταν διάβασε το γράμμα σου με το οποίο της ανάγγειλες την αναχώρησή μας για το Παρίσι για λίγες μέρες και την προέτρεπες να χρησιμοποιήσει τα χρήματα που της άφησες και να φροντίσει να μην βαρεθεί, δεν μπόρεσε λεπτό να μείνει εκεί. Σε επισκέφτηκε στο σπίτι σου στην πόλη (τι απελπισμένη έκφραση πήρες όταν την είδες!) και σου είπε πως αν έμενε στο Σαιν Τροπέ θα έπληττε θανάσιμα. Κατάλαβες πως δεν θα ξεμπέρδευες εύκολα μαζί της, πως η ανία δεν αποτελούσε μόνο δικό σου προνόμιο. Το αστείο μας παραήταν σοβαρό για εκείνη. Σου μίλησε για κάτι παράξενες φωνές που άκουγε στο κεφάλι της, ανθρώπους να τραγουδούν ή να φωνάζουν δυνατά, να της λένε πως δεν τους αρκεί εκείνη αλλά θέλουν και κάποιον τρίτο. Κι αυτός ο τρίτος ήσουν εσύ, γι’ αυτό και θα έμενε μαζί μας. Σου είπε ακόμα πως τώρα που γνώρισε κι άλλα πράγματα, δεν ήθελε να επιστρέψει στις ελαφίνες· μας αγαπούσε σφοδρά, ήμασταν όλα όσα ήξερε. Αλλά εσύ ήσουν πλέον περιττή, άλλωστε δίπλα σου είχε μαθητεύσει και σου έμοιαζε ήδη. Έτσι είπε. Όταν τηλεφώνησα, απάντησε με την φωνή σου και με κάλεσε σπίτι, ενώ ήσουν πια ριγμένη στο πάτωμα. Πού να ήξερα ότι είχες πάψει να υπάρχεις! {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία:  Les Biches (Claude Chabrol, 1968). Οι γυναίκες: Stéphane Audran, Jacqueline Sassard.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

19
Μαρ.
22

Ο Σαχτούρης στα μέρη μου και οι γυναίκες που βγάζουν τις κάλτσες τους

Ο Σαχτούρης στα μέρη μου και οι γυναίκες που βγάζουν τις κάλτσες τους

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 93-94 (2021), Αφιέρωμα στον Μίλτο Σαχτούρη, σελ. 113-119.

Σύμφωνα με την καταστατική αρχή του σαλού μου βίου η γυναίκα καταφάσκει οριστικά και αμετάκλητα την γυναικότητά της όταν είναι ξυπόλητη συνεπώς η επιτέλεση του χαρμόσυνου γεγονότος είναι η αφαίρεση των παπουτσιών και των καλτσών της. Η χρόνια αισθητική κι αισθησιακή εμμονή μου καταλαγιάζει μόνο με την συγγραφή ενός βιβλίου που την χαρτογραφεί. Το απόλυτο αυτό βιβλίο των ξυπόλητων ποδιών ξεκινά από την αναζήτησή τους έξω στους δρόμους και μέσα στις σελίδες. Εκεί συναντήθηκα τρεις φορές με τον Μίλτο Σαχτούρη.

Πού όμως ασκούσαν τα κορίτσια και οι γυναίκες τα ποθητά γυμνώματα; Μόνο στις κάμαρές τους επιδείκνυαν τις καμάρες τους, το πολύ και στα γύρω δωμάτια· κι εκεί καλότυχοι ήταν μονάχα όσοι διέθεταν σχετικό διαβατήριο, οικείοι, σύνοικοι κι επισκέπτες. Οι εξωτερικοί τόποι του ξεκαλτσώματος ήταν ακόμα πιο δυσεύρετοι. Οι παραλίες ήταν απομακρυσμένες στον χώρο και περιορισμένες στον παραθεριστικό χρόνο. Αλλά ο πρώτος μου μοναχικός περίπατος στην οδό Πατησίων, στην πλησιέστερη στο σπίτι μου μεγάλη λεωφόρο, μου υπέδειξε τους κατεξοχήν χώρους της αφαιρετικής κατάφασης των ποδιών. Η Πλατεία Αμερικής όριζε μια μεγαλοπρεπή έναρξη με το επιβλητικό κτίριο του κινηματογράφου Άττικα στο φόντο, τους φοίνικες στα ύψη, τις στάσεις των λεωφορείων που έρχονταν από τις συνοικίες με τα ευφάνταστα ονόματα,  στις γωνίες τα περίπτερα με τις γυναίκες που εξώπλατες κι εξωτικές μου χαμογελούσαν στα εξώφυλλα των περιοδικών.

Λίγο μετά την διασταύρωση με την Αγίου Μελετίου τα εμπορικά μαγαζιά αποδεικνύονταν περάσματα αληθινών γυναικών. Η πρώτη που τράβηξε το βλέμμα μου, αργοπερπάτητη και χαμογελαστή, μπήκε σ’ ένα κατάστημα παπουτσιών. Δεν την άφησα από τα μάτια μου, από την στιγμή που πλησίασε τον υπάλληλο με μια ευγενική έκφραση, άπλωσε το λεπτό της χέρι για να δείξει τα παπούτσια που ήθελε να δοκιμάσει, κάθισε διστακτικά σ’ ένα σκαμνάκι και περίμενε. Ο αξιοζήλευτος άντρας έφερε το κουτί με τα παπούτσια κι εκείνη άρχισε να λύνει τα κορδόνια από το μποτάκι της – κάθε λύση κι ένας κόμπος στην καρδιά μου. Όταν προς μεγάλη μου έκπληξη είδα να βγάζει και τις ανοιχτές καφέ κάλτσες της για να δοκιμάσει τις επιλεγμένες γόβες το καρδιοχτύπι μου ήταν έντονο. Στη μέση του χειμώνα μια γυναίκα ξεκαλτσωνόταν μπροστά στα μάτια μου. Είδα τα δάχτυλά της να κυματίζουν, τα ροδαλά της πέλματα, αιφνιδιασμένα από την ξαφνική γύμνωση να μου παρέχουν ελεύθερη πρόσβαση στην ωραιότητά τους. Γεμάτη με καταστήματα γυναικείων παπουτσιών, η Πατησίων μέχρι το Πεδίον του Άρεως μεταμορφωνόταν σε τελετουργική οδό με δεκάδες μικρά ιερά γύμνωσης των ποδιών.

Ένα απόγευμα κατέβαινα την οδό Ίμβρου, μια κάθετη στην Επτανήσου όπου διέμενα, ήσυχη και περιορισμένη ανάμεσα στις δυο οριζόντιες παλίρροιες της οδού Αγίας Ζώνης και της Πατησίων των Παθών. Σε λίγο κάποιες γυναίκες θα έβγαζαν τα παπούτσια τους κι έπρεπε να είμαι στη θέση μου. Κάθε φορά διάλεγα και διαφορετική διαδρομή από την Θάσου μέχρι την Φωκίωνος, από ένα ανεξήγητο αλλά βουλιμικό αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, καθώς η Κυψέλη ήταν γεμάτη από κάθε είδους κτίσματα: διώροφες αστικές μονοκατοικίες, μεσοπολεμικές πολυκατοικίες ενός παλαιού μοντερνισμού, σύγχρονες κατασκευές. Οι πόρτες ήταν πάντα διαφορετικές, οι σκάλες στα ενδότερα συχνά ντύνονταν με βυσσινί ή λαδί μοκέτα, το έρημο γραφείο του θυρωρού με προσκαλούσε να πάρω θέση δίπλα στις αλληλογραφίες και τα περιοδικά· όλα αυτά μαζί με τα φωτιστικά στους τοίχους και το κλιμακοστάσιο στο βάθος έμοιαζαν αυθύπαρκτα, πέρα από το πέρασμα των ιδιαίτερων ανθρώπων που ζούσαν στα σωθικά τους.

Πάνω απ’ όλα ήθελα να παρατηρήσω τις γυναίκες αυτών των κατοικιών. Μου ήταν απαραίτητες, ιδίως αν γυρνούσα άπραγος, χωρίς να έχω χαρεί κάποια δοκιμάστρια υποδημάτων, ώστε να την καταστήσω ηρωίδα της νέας καθημερινής μου ιστορίας. Η διεύθυνσή τους αποτελούσε την ιδανική αφετηρία εκείνων των αυτοσχέδιων επινοήσεων, που σκάρωνα κάθε βράδυ, με ροκ ή κλασική μουσική από τους δίσκους του Τρίτου Προγράμματος και άλλων ραδιοσταθμών. Τις περισσότερες φορές αφηνόμουν στο παιχνίδι της τύχης: επιβράδυνα το βήμα χωρίς να σταματώ, για να αποφύγω την ανησυχία που συνήθως προκαλούσε στους ενοίκους μια ακίνητη μορφή έξω από την πόρτα τους. Αν σ’ εκείνο το σύντομο «περαστικό» διάστημα έβγαινε ή έμπαινε κάποια, τότε μου προσφερόταν το πρόσωπο της ιστορίας μου. Αν επρόκειτο για άντρα, προσπαθούσα να φανταστώ μια γυναίκα του σπιτιού του. Σύντομα δεν υπήρχε πολυκατοικία που να μην έχει την δική της ηρωίδα.

Στο τελευταίο σπίτι πριν την Πατησίων, στον αριθμό 2, μέσα από το τζάμι μιας διπλής πόρτας με μαύρο πλαίσιο, είδα να κατεβαίνει αργός και παράξενος ένας γερασμένος άντρας. Γκρίζα ζακέτα, μαύρο παντελόνι, γκριζόμαυρη γενειάδα. Απορροφημένο ή άδειο από σκέψεις το βλέμμα του με αγνόησε κι ο ίδιος κινήθηκε προς την χοάνη της λεωφόρου. Τι είδους γυναίκα να σκεφτώ στο διαμέρισμά του; Στο χέρι του κρατούσε ένα βιβλίο, Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο ενός Μίλτου Σαχτούρη. Αν υπήρχε χαρά στον άλλο δρόμο, σκέφτηκα, ίσως εκεί πάει.

Αναζήτησα τον ποιητή στην βιβλιοθήκη του παππού μου στο πάνω τέρμα της Ίμβρου όπου διέμενε, στον αριθμό 32, και βρήκα το ίδιο εκείνο βιβλίο. Μια φωτογραφία σε απόκομμα από εφημερίδα διπλωμένο στη μέση του βιβλίου με αιφνιδίασε. Είχε το πρόσωπο του ανθρώπου που είδα στο άλλο άκρο της ίδιας πλευράς του δρόμου. Πού πήγαινε με τα δικά του ποιήματα; Ή πού τα πήγαινε; Περπατούσε τόσο αργά που δεν θα με εξέπληττε αν τα έβγαζε βόλτα μαζί του. Προτίμησα την εκδοχή να σκόπευε να τα χαρίσει σε κάποια συγκεκριμένη γυναίκα. Μήπως σε κάποια που θα γνώριζε τυχαία; Αν γινόμουν κι εγώ ποιητής θα μπορούσα να χαρίζω τις ποιητικές μου συλλογές στις διερχόμενες του δρόμου;

Τώρα έπρεπε να εφεύρω τρεις γυναίκες, μαζί μ’ εκείνη που θα τον περίμενε στο σπίτι. Ίσως αυτές να ήταν τα φάσματα, οι μορφές που έρχονταν ως φυσιογνωμίες μιας αφηρημένης τέχνης, για να τις πλάσω πιο «πραγματικές», κι όλη αυτή η περιδιάβαση έξω από τα κτίσματα, απ’ όπου θα έβγαινε μια γυναίκα με θαυμαστά πόδια, να ήταν η ατέρμονη αναζήτηση της χαράς που θα με περίμενε κάθε φορά στον επόμενο δρόμο. Άνοιξα το βιβλίο ψάχνοντας μια ένδειξη· σε κάποια σελίδα κρυβόταν μια άλλου είδους χαρά.

Η Μαρία σκεφτική / έβγαζε τις κάλτσες της // Από το σώμα της έβγαιναν / φωνές άλλων ανθρώπων […] // Η Μαρία έκλαιγε έκλαιγε / τώρα η Μαρία γελούσε / άπλωνε τα χέρια της το βράδυ / έμενε με τα πόδια ανοιχτά // Ύστερα σκοτείνιαζαν τα μάτια της / μαύρα μαύρα θολά σκοτείνιαζαν // Το ραδιόφωνο έπαιζε / Η Μαρία έκλαιγε / Η Μαρία έκλαιγε / το ραδιόφωνο έπαιζε // Τότε η Μαρία / σιγά σιγά άνοιγε τα χέρια της / άρχιζε να πετάει / γύρω γύρω στο δωμάτιο

Έμεινα έκθαμβος από την Μαρία και το ποίημα που είχε το όνομά της. Πώς ήταν δυνατό να συμβαίνουν όλα αυτά μόνο με σκέτες μαύρες λέξεις σε λευκές σελίδες; Το ξεκάλτσωμά της έμοιαζε ζωντανότερο από την πραγματικότητα, η ταραχή της ήρθε δίπλα στην δική μου. Πόσο έμεινε με τα πόδια γυμνά και ανοιχτά; Είχε ερωτική επιθυμία ή άλλη σκοτεινότερη έξη; Και πώς έφτασε να αιωρείται μέσα στην κάμαρά της; Βγήκε κάποιος μαγικός σκοπός από το ράδιο ή ακολούθησε τυχαία μια μελωδία;

Αισθάνθηκα περικυκλωμένος από την ηλεκτρική ενέργεια ενός ποιήματος. Όσα δεν μου φανερώνονταν στον έξω κόσμο μπορούσα να τα δω μέσα στην ποίηση. Ιστορίες άφαντες, ακόμα και απραγματοποίητες, τώρα συνέβαιναν με λέξεις αλλεπάλληλες και καταιγιστικές. Αλλά ακόμα πιο ηλεκτροφόρα ήταν η αίσθηση της συνάντησης με κάποια από τις γυναίκες που βρίσκονταν μέσα απ’ τα παράθυρα που προσπερνούσα. Άκουγα το ανοιχτό τους ραδιόφωνο κι ήμουν βέβαιος πως θα πήγαιναν κι εκείνες δακρυσμένες να διώξουν την μοναξιά με τα πόδια τους. Τώρα ήταν σα να είδα μια από εκείνες στο ανοιχτό παράθυρο των σελίδων.

Δεν ξανασυνάντησα τον Σαχτούρη στην Ίμβρου, όσες φορές κι αν πέρασα. Χρόνια αργότερα διάβασα ότι μετακόμισε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Μηθύμνης 14. Μου φάνηκε σα να διάλεγε μια νέα κάθοδο: σε αντίθεση με τις δυο πρώτες κάθετες στην Επτανήσου ανόδους, την Λήμνου και την Τενέδου,  που τελείωναν στην κοσμική Φωκίωνος Νέγρη, οι ενδιάμεσες Ίμβρου και Μηθύμνης κατρακυλούσαν προς τις εκβολές της Πατησίων, στο υπογάστριο της Πλατείας Αμερικής κι ακόμα παρακάτω. Εκεί κατηφόριζε και μια άλλη γυναίκα, μνημειωμένη και αυτοκίνητη, η συνονόματη Λαμπρινή που είχε δώσει το όνομά της σε ολόκληρη συνοικία και στο λεωφορείο της, το μόνο που διέσχιζε την Αγίας Ζώνης κι έστριβε στην Μηθύμνης, αθόρυβο κι εκείνο, σα να σιγούσε τις μηχανές προτού ξαναβγεί στα επίκεντρα. Μετά την Καλύμνου 35, που ήταν το πατρικό του, και την Ίμβρου, ο ποιητής διέγραφε τον κύκλο του. Ολοκλήρωσε την ζωή του στην άνοδο της Τενέδου, στον αριθμό 22, στο Βασιλάκειο Θεραπευτήριο.

Ένα πρωινό δέκα χρόνια μετά ο Σαχτούρης με επισκέφτηκε στην παλαιά μονοκατοικία που νοίκιαζα στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης, στην οδό Αχιλλέως 13. Το προηγούμενο βράδυ φιλοξένησα ένα κορίτσι που γνώρισα στην απαρχαιωμένη καφετερία όπου εργαζόμουν στα πλευρά της ρωμαϊκής Ροτόντας. Καθόταν σ’ ένα ακριανό τραπέζι και διάβαζε ένα φθαρμένο βιβλίο, με μαυρισμένες τις ετικέτες της αρίθμησης, προφανώς δανεισμένο από κάποια βιβλιοθήκη. Ανάμεσα στους καπνούς και τις φωνές των θαμώνων ανοίγαμε διόδους χαμόγελων και κάποιας συνενοχής καθώς, όλοι αυτοί απεγνωσμένα επιδείκνυαν την διαφυγή από την μοναξιά τους, ενώ εμείς την συνοδεύαμε μέχρι εδώ, αυτή ήταν η συντροφιά μας.

Αργά τη νύχτα, όσο άδειαζε το μαγαζί γεμίζαμε τον κενό χώρο με τις λίγες αλλά απαραίτητες φράσεις για την αναβολή του αποχωρισμού. Κοιτούσε κάθε τόσο το διαφημιστικό ρολόι του τοίχου για να προλάβει το τελευταίο λεωφορείο για τις Συκιές αλλά ο χρόνος του πήγαινε αντίστροφα με τον δικό μας ρυθμό – εκείνο επιτάχυνε κι εμείς επιβραδύναμε. Κάπου ανάμεσα στις λέξεις συμφωνήσαμε σιωπηρά να τον αγνοήσουμε. Αστειευτήκαμε υποκρινόμενοι πως κάπου μακριά ακούμε το μουγκρητό της μηχανής του, μια τελευταία ευκαιρία να επιβιβαστούμε στο κανονισμένο πρόγραμμα της ημέρας.

Με περίμενε υπομονετικά να κλείσω και μοιραστήκαμε την παγωμένη διαδρομή μέχρι το σπίτι μου, όπου κρυφτήκαμε κάτω από τις διπλές κουβέρτες, προσπαθώντας να ζεσταθούμε με αγκαλιάσματα και εντριβές. Στην κλινοπάλη των αθέρμαστων σπιτιών του βορρά, του οποιουδήποτε βορρά, τα σώματα περισσότερο μαντεύονται παρά βλέπονται· ευτυχώς μυρίζονται κι αγγίζονται διπλάσια, κερδίζοντας ό,τι χάνεται από τα αδηφάγα βλέμματα. Φιλιόμασταν κι αποφιλιόμασταν στα σκοτάδια και μόνο στα ξαφνικά πετάγματα της κουβέρτας άστραφτε το πορτοκαλί φως του πορτατίφ, σαν λάμψη του έξω κόσμου. Χάρη σ’ αυτά τα αστραπιαία φωτορυθμικά κατάφερνα να δω τα πέλματά της σχεδόν αιφνιδιασμένα από την ανάδυση στην ψυχρή κάμαρα.

Το πρωί μας βρήκε ζεστούς, τα σώματά μας μια πλεξίδα που ευνοείται στα μονά κρεβάτια. Έξω απ’ τα λερά τζάμια είδα ηλιακό φως στην αυλή και βγήκα ν’ αλλάξω θέρμη. Πρώτα αναζήτησα την μουσική· σχεδόν κάθε μορφή της θα ήταν ευπρόσδεκτη τώρα. Ο συγκάτοικός μου είχε αφήσει μια σειρά ορφανές κασέτες, χωρίς κουτί και ετικέτα. Διάλεξα μια στην τύχη, την γύρισα στην αρχή της μ’ ένα στυλό, σαν ροκάνα και την έβαλα στη ξεχαρβαλωμένη, χωρίς καπάκι θήκη. Ήμουν ήδη έξω όταν άκουσα κοντραμπάσο, κρουστά, σαξόφωνο και μια ολοκάθαρη, γέρικη φωνή να απαγγέλλει αργά:

Το πρωί, βλέπεις το θάνατο να κοιτάζει απ’ το παράθυρο· τον κήπο· το σκληρό πουλί και την ήσυχη γάτα πάνω στο κλαδί· έξω στο δρόμο περνάει το αυτοκίνητο – φάντασμα·  ο υποθετικός σωφέρ… και το βράδυ στον κινηματογράφο, βλέπεις ό,τι δεν είδες το πρωί· το χαρούμενο κηπουρό,  το αληθινό αυτοκίνητο, τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι· ότι δεν αγαπάει το θάνατο ο κινηματογράφος

Το κορίτσι βγήκε και κάθισε στο σκαλοπάτι που ύψωνε το σπίτι πάνω από την αυλή. Αναγνώρισε τον Σαχτούρη στην φωνή και άγνωστους μουσικούς στο υπόβαθρο. Έτσι ήταν λοιπόν η φωνή του ποιητή που πρώτος μου γνώρισε την άλλη ποίηση. Έκπληκτος είδα στο μοναδικό δέντρο μέσα στο παράπλευρο παρτέρι το πλαστικό κόκκινο πουλί που είχαμε αγοράσει από τα παζάρια των Ρώσων στα ερείπια της οδού Μελενίκου – το είχαμε βρει στους σωρούς των μεταχειρισμένων από εκείνον τον τόσο άλλο κόσμο. Ήταν πάνω στο κλαδί, προφανώς τοποθετημένο από τα χέρια κάποιου επισκέπτη μας, ενώ από τα αυτοκόλλητα μάτια του είχε μείνει μόνο ένα. Στην γαλαρία του δέντρου χαρχάλευε «το γάτα», όπως το αποκαλούσε ο Σύριος ένοικος που έμεινε για ένα μισοφέγγαρο μαζί μας, ένας γάτος που είχε αυτοβούλως χριστεί προαύλιο μέλος.

Μετρούσα ήδη δυο πλάσματα του ποιητή ολοζώντανα μπροστά μου. Δεν χρειαζόταν να περάσει κανένα αυτοκίνητο παρά το γεγονός ότι στον συνήθως απέραστο δρόμο μας αραιά και που κατρακυλούσε κάποιο όχημα από τους στραβούς δρόμους της Άνω Πόλης, το Σέιχ Σου ή το φορτωμένο ιστορίες Νοσοκομείο του Αγίου Δημητρίου, αν και κατά βάθος έμοιαζε να φτάνει από την ομίχλη των γειτονικών, σε απόσταση ρόγχου, Νεκροταφείων της Ευαγγελιστρίας. Είχαμε ήδη ένα «αυτοκίνητο φάντασμα» και το αποκαλούσαμε ακριβώς έτσι, επειδή χορτάριαζε στην διπλανή έρημη αυλή, παρατημένο εδώ και άγνωστο καιρό. Ήταν ένα παλιό σιελ Σιτροέν Ντεσεβώ, με τετράγωνο κουβούκλιο πίσω, σαν τα αντίστοιχα ταχυδρομικά Ρενώ που πρόλαβα μικρός προτού γίνουν κι αυτά φαντάσματα, σε άλλες αυλές, κάποτε άυλες, σαν τις ενθυμήσεις. Έκανα συχνά υποθέσεις, αν μπορούσα να ξαναδώσω ζωή στο σαράβαλο να τρεκλίζουμε στις ανηφόρες μέχρι το Επταπύργιο, για να διανέμω ανώνυμες τρυφερές επιστολές στους μοναχικούς κατοίκους όλων εκείνων των μονοκατοικιών: ο υποθετικός σωφέρ ήμουν εγώ. Όλες οι μορφές του ποιήματος ήταν παρούσες εντός κι εκτός της αυλής.

Ο ποιητής έπαιρνε μια ανάσα, η τζαζ έβγαινε μπροστά· γύρισα και κοίταξα το κορίτσι στο κατώφλι – ό, τι και να της έλεγα για τους στίχους γύρω μου δεν θα ήταν πειστικό. Μπροστά μου ζωντάνευε ένα άλλο ποίημα: φορούσε τα ρούχα της αλλά ήταν ξυπόλητη, με πόδια λευκότερα από το μάρμαρο που πατούσαν. Μου συστήθηκε: την έλεγαν Μαρία. Όταν άρχιζε να βάζει τις κάλτσες της, επαναλαμβανόταν η μοναδική στροφή του ποιήματος. Ο Σαχτούρης περνούσε δίπλα μου για άλλη μια φορά, είκοσι χρόνια αργότερα, όχι πια σε γκριζόμαυρο δρόμο κατάκτιστης συνοικίας αλλά σε μεταβυζαντινό στενό με αρχαϊκά σπίτια. Η Μαρία που κάποτε ήταν γράμματα και στίξεις τώρα είχε σάρκα και οστά.

Συνυπήρξαμε τους πέντε μήνες του βορινού χειμώνα. Κάθε φορά που έβγαζε τις κάλτσες της μικρές σπίθες στατικού ηλεκτρισμού χάνονταν αστραπιαία, φευγαλέες πυγολαμπίδες στο ημίφως του δωματίου. Έσπευδα να ζεστάνω τα πόδια της, με τα χνώτα μου, για να μείνουν μαζί μου, μη μου διαφύγουν στους υπόλοιπους στίχους και κάνουν τα δικά τους. Τότε δοκίμασα να γράψω ένα δικό μου ποίημα, για την ατμόσφαιρα που ηλεκτρίζεται κάθε φορά που ένα κορίτσι βγάζει τις κάλτσες του, σα να σπιθίζουν οι δυο αντίθετοι πόλοι, η ταραχή μου και η σωματική της αίσθηση. Φαντάστηκα την πράξη σε αργή κίνηση: την μικροσκοπική σκόνη να σκορπίζεται γύρω της, μικρές αόρατες κλωστίτσες να αιωρούνται προτού χαθούν, κι ύστερα να μένει μονάχα η λευκότητα των πελμάτων της, γαλαξίες χωρίς αστρόσκονη. Κάθε μέρα άλλαζα θέση στις λέξεις, τις έδιωχνα, τις έφερνα. Στο τέλος έκρυψα την ιδιόχειρη πρόζα μέσα στο βιβλίο της, περισσότερο για ν’ απαλλαγώ από μια διαδικασία που έμοιαζε χωρίς τέλος. Μάταια περίμενα την ανταπόκρισή της. Αναρωτήθηκα για τους ποιητές, αν, καταδικασμένοι να μη γνωρίζουν τις αντιδράσεις των αναγνωστών τους, νοιώθουν ακόμα πιο μόνοι.

Ένα απόγευμα την βρήκα αποκαμωμένη από τους περιπάτους της να με περιμένει έξω από την πόρτα. Κρατούσε μια συλλογή του Σαχτούρη, τον δικό του Περίπατο. Μπαίναμε στο σπίτι όταν το ημίφως της χειμερινής ώρας των πέντε και τέταρτο έφευγε σιγά σιγά από το δωμάτιο, επιστρέφοντας στην πηγή του. Μου ζήτησε να μην ανάψω τα φώτα και να διαβάσουμε τα ποιήματα, άφωνα, μέχρι να διαλέξουμε από ένα και να συναντηθούμε εκεί μέσα. Καθώς ξεφυλλίζαμε μπρος πίσω τις σπασμένες φράσεις σχεδόν ταυτόχρονα μας βρήκε το Φθινόπωρο: Τι γυρεύει το κορίτσι / στο σκοτάδι της καρέκλας; / γρήγορα / καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο / γδύνεται / με σύννεφα μπροστά στα μάτια/ με τη βροχή μες στο κεφάλι / με τη βελόνα στην καρδιά / βγάζει τις κάλτσες / βγάζει τα λουλούδια / πετάει το φωτοστέφανο // έξω τα φύλλα του καιρού/ βάφονται μες στο αίμα

Ο Σαχτούρης γύμνωνε ξανά ένα κορίτσι από τις κάλτσες του στο επίκεντρο έντονων συμβάντων. Αυτή τη φορά δεν την ονόμαζε, αλλά η Μαρία βρισκόταν δίπλα μου, στο σκοτάδι μιας καρέκλας κοντά στο νύχτωμα, νοτισμένη ακόμα απ’ το ψιλόβροχο. Θυμηθήκαμε τις βελόνες στην καρδιά, ο καθένας τις δικές του, τα φωτοστέφανα που δεν μας παραπλανούσαν, γιατί ήμασταν πρόθυμοι για όλες τις αμαρτίες της νεότητας. Εκείνη πάλι μετά τις οργασμένες της αφέσεις συνήθιζε να μου ψιθυρίζει για δικά της ματώματα που δεν έκλειναν. Δεν μου αρκούσε να διαβάζω το ξεκαλτσωμένο κορίτσι· ήθελα να δω τις λέξεις να συμβαίνουν. Της ζήτησα να το υποδυθεί, ποθώντας να την δω ανυπόδητη.  Νόμιζα πως θα αρνηθεί αλλά πήρε το βιβλίο από τα χέρια μου, έβαλε την καρέκλα πιο πέρα σα να ήθελε να την βλέπω ολόκληρη, ξανακάθισε και άρχισε να γδύνεται. Έλυσε τα κορδόνια της, έβγαλε τα μποτάκια και τις κάλτσες της και τοποθέτησε τα πόδια της δίπλα δίπλα, σταματώντας την ροή του ποιήματος, σα να ήθελε να δώσει χρόνο στον κάθε στίχο να αναπνεύσει. Ήταν η πρώτη φορά που ζητούσα από ένα κορίτσι να γυμνώσει τα πόδια του μπροστά μου, και χωρίς το ποίημα δεν θα το είχα καταφέρει. Ακόμα θυμάμαι τα δέκα της δάχτυλα στον σκονισμένο καφέ μουσαμά του δαπέδου, εκείνα που μου κρύβονταν κάτω απ’ τις κουβέρτες, τώρα να δικαιώνουν ένα ποίημα που γράφτηκε τριάντα χρόνια πριν.

Θυμάμαι την συνέχεια σαν σε όνειρο, καθώς ξεφλούδιζε ένα ένα τα ενδύματά της, ελευθερώνοντας μικρά κυματάκια ζέστης που εξατμιζόταν γρήγορα προτού φτάσουν στην πλευρά μου. Ύστερα έβγαλε το δικό της φωτοστέφανο, μια πολύχρωμη πλεκτή κορδέλα, και μ’ έβαψε με το δικό της αίμα, χωρίς καν να πληγωθεί· το είχε ήδη διαθέσιμο στο ίδιο σημείο που με προσκαλούσε. Δεν την τράβηξα στην κρεβατοκάμαρα που έχασκε χωρίς φως πίσω από την παλιά τζαμόπορτα, γιατί φοβήθηκα πως θα χαθεί ο τόπος του ποιήματος. Πλαγιάσαμε στο πάτωμα, βορά στο ρεύμα που έμπαινε κάτω από την πόρτα και στην σκόνη που μαζεύουν σπίτια σαν κι αυτό, ανοιχτά από παντού. Οι λέξεις των ποιημάτων που οικειοποιηθήκαμε είχαν σωθεί, τώρα δεν έμενε παρά να φτιάξουμε το δικό μας, με χειρονομίες και αφωνίες ή λέξεις που υπάρχουν μόνο στα λεξικά των ερωμένων. Όταν μαζί βάλαμε την τελεία, έκλεισε τις τρεχούμενες πηγές, ντύθηκε και βγήκε στην αυλή ξυπόλητη να μαζέψει λίγα φύλλα, παραχωμένοι μέχρι σήμερα σελιδοδείκτες του Φθινοπώρου.

Κάθε φορά που την έβλεπα να φεύγει, λίγο πριν το τρίξιμο της αυλόπορτας, έβλεπα το ανοιχτό χρώμα στις φτέρνες της και δεν κατάλαβα αν φορούσε τα μπεζ παπούτσια της ή έφευγε ξυπόλητη, να περιπλανηθεί στις άγραφες συνέχειες των ποιημάτων, σ’ εκείνα που δεν έγραψε ο Σαχτούρης. Γνώριζα πως κάποια στιγμή η διαδρομή της δεν θα περνάει από την οδό Αχιλλέως, αλλά ούτε και η δική μου, η εξωφρενική περιπλάνηση ενός σαλού ακόλουθου των γυμνών ποδιών που ξεκίνησε από την Πατησίων των γυναικείων παπουτσιών, πέρασε από την Ίμβρου του Σαχτούρη, τα ποιήματά του στα βιβλία και στην κασέτα, το πρώτο κορίτσι μιας αέναης ξυπόλητης ανθολογίας, τις δυο Μαρίες που έβγαζαν τις κάλτσες τους με διαφορά τριών δεκαετιών.

Προτού φύγει οριστικά στα ξενοδοχεία των λέξεων ο Σαχτούρης μου έδωσε μια συστατική επιστολή που έγραφε το όνομα ενός Ουαλού ποιητή. Είν’ αυτός που βάζει φωτιά, πυροδοτεί τις λέξεις, κι αυτές με κρότο εκρήγνυνται στο αχανές, με προειδοποιούσε γράφοντας Στον Ντύλαν Τόμας. Πήρα τα βιβλία του και στην Προοπτική της θάλασσας γνώρισα ένα άλλο κορίτσι μ’ ένα σχισμένο βαμβακερό φόρεμα. Τα γυμνά μαυρισμένα πόδια της είχαν παντού γδαρσίματα, είχε λεκέδες από μούρα στο στόμα της, τα νύχια της ήταν μαύρα και σπασμένα και τα δάχτυλά της κρυφοκοίταζαν μεσ’ απ’ τα λαστιχένια παπούτσια της. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Έκτοτε δεν σταμάτησα να στέκομαι έξω από τις βιτρίνες των καταστημάτων με γυναικεία παπούτσια. Κοιτάζω μέσα στο κατάστημα να δω αν υπάρχει κάποια γυναίκα που θα με ενδιέφερε πάνω κάτω να την παρατηρήσω, ιδίως κάτω. Τότε παίρνω διακριτική θέση μάχης: κάνω πως κοιτάζω απορροφημένος τα παπούτσια, ενίοτε υποκρίνομαι πως μονολογώ συγκρίνοντας τιμές. Πιστεύω πως έχω πλέον κατακτήσει την έκφραση του ενδιαφερομένου για τις νέες τάσεις ή για κάποιο δώρο. Αν καθίσει στα σκαμνάκια ακούω πιο γρήγορους τους χτύπους της καρδιάς μου: είναι δεδομένο ότι σε λίγη ώρα θα βγάλει τα παπούτσια της. Περιμένω υπομονετικά (ψέματα, ανυπόμονα) να φτάσει η στιγμή της δοκιμής και ρίχνω κλεφτές ή αδιάκριτες ματιές σε κάθε της κίνηση. Οι αντανακλάσεις στο τζάμι και οι ανεπιθύμητοι που μπαίνουν στο οπτικό μου πεδίο συχνά δυσχεραίνουν την αποστολή μου.

Δεν άλλαξε κανείς μας. Εγώ συνεχίζω να ταξινομώ την συμπεριφορά τους κι εκείνες συμπεριφέρονται το ίδιο: άλλες μοιάζουν αδιάφορες για το τι συμβαίνει γύρω τους, επικεντρωμένες στην επιλογή του υποδήματος, άλλες θαρραλέες, σχεδόν πρόθυμες να περπατήσουν κατά το ήμισυ ξυπόλητες μέχρι τον καθρέφτη, άλλες αμήχανες, ντροπαλές στο φως μιας διάχυτης παρατήρησης. Σ’ εκείνες στέκομαι λίγο περισσότερο, για να γλυκαθώ από την συστολή τους· ίσως νοιώθουν διπλά ευάλωτες: ξαφνικά βρίσκονται ανυπόδητες σ’ έναν χώρο με παπουτσωμένους ανθρώπους· είναι και καθισμένες, άρα σε χαμηλότερο επίπεδο από τους άλλους. Άραγε αισθάνονται άβολα με την ιδέα ότι οποιοσδήποτε μπορεί να δει τα μέχρι τώρα κρυμμένα πόδια τους;

Η μονοκατοικία στην οδό Αχιλλέως παραμένει όπως ήταν, αλλά έρημη κι ανοίκιαστη. Το γειτονικό σπίτι με το αυτοκίνητο φάντασμα γκρεμίστηκε, το σαράβαλο χάθηκε.  Πριν χρόνια, νομίζω πως είδα εκεί το πλαστικό κόκκινο πουλί κάπου ανάμεσα στα σκορπισμένα αντικείμενα που πάντα συνυπάρχουν με τα χαλάσματα. Το βιβλίο του Σαχτούρη παραμένει στα χέρια μου· κάποια βιβλιοθήκη θα το αναζητά, αλλά δεν γνωρίζω ποια. Κάποτε το ξέχασα έξω και μια ψιλή βροχή μούσκεψε την γαλάζια σφραγίδα. Έχει ακόμα μέσα τα φθινοπωρινά φύλλα της Μαρίας.

Μίλτος Σαχτούρης, Η Μαρία, Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο, Αθήνα, 1958· Φθινόπωρο, Ο περίπατος, Αθήνα, 1960· Στον Ντύλαν Τόμας, Το σκεύος, εκδ. Κείμενα, 1971· Ποιήματα 1945-1971, [συγκεντρωτική έκδοση], εκδ. Κέδρος, 1977, Ντύλαν Τόμας, Προοπτική της Θάλασσας [1955], Πεζά, εκδ. Πλέθρον, 1983, μτφ. Μιράντα Σταυρίνου [σ. 12]. Το κομμάτι Το πρωί και το βράδυ συμπεριλαμβάνεται στον δίσκο του Μιχάλη Σιγανίδη Το πρωί και το βράδυ (1990). Τηρείται η στίξη ακριβώς όπως ακούγεται στην ηχογραφημένη φωνή του ποιητή.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 93-94 (2021), Αφιέρωμα στον Μίλτο Σαχτούρη, σελ. 113-119, πλαισιωμένο με ένα έξοχο ζωγραφικό έργο του Αλέξανδρου Ίσαρη. 

Τα έργα τέχνης: Leyly Matine-Daftary, Pyankov Ilya, Sara Morais, Michael Carson. Φωτογραφίες εισόδων: 1. Μαίρη Λαναρά (οδός Άνδρου 7, Κυψέλη). 2. Ευαγγελία Σύρου (οδός Ίμβρου αρ. 2). 3. Κατερίνα Λεγάκη (εσωτερικό της εισόδου της ίδιας πολυκατοικίας). Η φωτογραφία του κοριτσιού με το βιβλίο αναγράφεται ως: Julia. Warszawa. Kamienica studio. 2017. Η φωτογραφία σε αρνητικό είναι του Joseph Janney Steinmetz.

10
Μαρ.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 22: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν (Β΄)

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 39 (Μάρτιος 2022), εδώ

XXΧΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 22: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν, μέρος Β΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους. 

Ωραία μου Στεφάν

Αν Η άπιστη γυναίκα που υποκρίθηκες στην φερώνυμη ταινία μ’ έχρισε δολοφόνο του εραστή σου και μας επανέφερε στην αμοιβαία και αποκλειστική συζυγική λατρεία, στον Κόκκινο γάμο ήταν η σειρά μου να γίνω εγώ ο εραστής σου σε μια παράλληλη και αντικριστή μοιχεία. Επιτέλους, είχα την ευκαιρία να σε πλημμυρίζω όχι μόνο με την αγάπη μου αλλά και με το ίδιο μου το σώμα. Αυτή τη φορά ονομαστήκαμε εσύ Λυσιέν κι εγώ Πιέρ και ενδύθηκα την εμφάνιση του Μισέλ Πικολί.

Θυμάσαι την αρχή της ταινίας; Έφευγα από το μελαγχολικό, κυανό σπίτι μου, ύστερα από μια ακόμα ψυχρή συνομιλία με την γυναίκα μου Κλοτίλντ, που μου αρνούνταν κάθε άγγιγμα και κάθε προθυμία μου να την βοηθήσω να ξαναβγεί στη ζωή. Η Κλοτίλντ ήταν μια γυναίκα διαρκώς ασθενής, κατά φαντασία ή κατά πραγματικότητα, δεν είχε σημασία. Ύστερα οδήγησα την Σιτροέν μου σ’ έναν δρόμο γεμάτο πεσμένα φύλλα, αδημονώντας να σε συναντήσω. Με περίμενες στις όχθες μιας ηλιόλουστης λίμνης και κάναμε έρωτα πάνω στα χώματα, ηδονισμένοι και περιχαρείς. Ακόμα και το σύντομο πέρασμα μιας βάρκας με παιδιά δεν μας αναστάτωσε, αντίθετα κρυφτήκαμε έμπλεοι αδρεναλίνης. Κι ύστερα η συνήθης ακολουθία: σύντομη συνομιλία, βιαστικό ντύσιμο, ανανέωση του ραντεβού μας, αποχαιρετισμός. Μια παράλληλη σεκάνς έδειχνε την δική σου επιστροφή, αντίστροφα στον ίδιο δρόμο. 

Το δικό σου σπίτι είχε άλλου είδους θλιβερότητα. Ο σύζυγός σου Πολ, ειρωνικός και γλοιώδης, απορούσε που εσύ και η δεκατριάχρονη κόρη σου από προηγούμενο γάμο βλέπατε τηλεόραση, παραβλέποντας πως βαριόσασταν και τον βαριόσασταν θανάσιμα. Πως μπορείτε και βλέπετε τέτοια σκουπίδια στην τηλεόραση; ρωτούσε εσάς τις έγκλειστες της οικίας του, για να εισπράξει την δική σου ειρωνεία: Εσείς οι αντιπρόσωποι του έθνους πρέπει να το διορθώσετε αυτό. Πόση μοναξιά εξέπεμπαν τα ωραία σου πόδια με το μαύρο καλσόν πάνω στο τραπεζάκι! Ήταν σίγουρα ανέγγιχτα για χρόνια, αν αγγίχτηκαν και ποτέ. 

Θυμάσαι την αίσθηση εκείνου του τόπου; Η ταινία μας την αποκάλυπτε από την αρχή. Κλειστές πόρτες, άδειοι δρόμοι ακόμα και το πρωί, μια κωμόπολη σε διαρκή υπνηλία. Γκρίζα πέτρινα σπίτια κάτω από γκρίζους ουρανούς. Τα πάντα ήταν ήσυχα, κάποτε ακούγονταν μόνο οι καμπάνες της εκκλησίας που έστεκε βαριά και πέτρινη ξυστά στο δρόμο. Υπήρχε ακριβέστερος καθρέφτης της διάθεσής μας; Τι μπορούσαμε να κάνουμε δυο δημόσια κι αναγνωρίσιμα πρόσωπα σε μια τέτοια θλιβερή επαρχιακή πόλη; Σχολικές γιορτές, τοπικοί ποδοσφαιρικοί αγώνες, κυριακάτικες λειτουργίες. Η μόνη ευχάριστη ενασχόληση μου ήταν ένα παιχνίδι μπριτζ με τους φίλους μου. Την άχαρη ζωή μου ολοκλήρωναν οι πολιτικές συνεδριάσεις του δήμου. Ήμουν το δεξί χέρι του συζύγου σου, αυτός ένας συντηρητικός, διεφθαρμένος δήμαρχος, εγώ ένας ιδεαλιστής, αριστερός συνεργάτης, άσπονδοι συνεργάτες με αγεφύρωτες ιδέες. 

Στην αρχή δεν είχαμε καμία μαύρη σκέψη. Τρέχαμε ενθουσιασμένοι ο ένας προς τον άλλον, αγκαλιαζόμασταν ολογέλαστοι. Γδύναμε ο ένας τον άλλον βιαστικά, ανυπόμονα. Αναζητούσαμε τόπους συνεύρεσης και διασκεδάζαμε την περιφερόμενη ερωτομανία μας. Όταν τελείωσε μια ξενάγηση στην έκθεση του τοπικού μουσείου κρυφτήκαμε και παραμείναμε μέσα, για να πλαγιάσουμε πάνω σ’ ένα ιδιαίτερης ιστορικής αξίας κρεβάτι. Υποκριθήκαμε τους άγνωστους επισκέπτες και τριφτήκαμε στα μεταξένια σεντόνια. Θυμάσαι όταν τελειώσαμε; Αναδύθηκα από το κάτω μέρος των σεντονιών στα αχνιστά σου πόδια για να καπνίσω ενώ εσύ έτριβες το πέλμα σου στο μάγουλό μου, σα να υπέγραφες την αμοιβαία μας γέμιση. 

Πόσο ήθελα να γελάσω όταν στην επόμενη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου έπρεπε να συζητήσουμε για την ακατανόητη εισβολή στο μουσείο και τον βανδαλισμό της βασιλικής κλίνης! Ποιοι να ήταν άραγε; Μήπως μια πολιτική διαμαρτυρία ή κάποια κακοποιά στοιχεία; Κάποιος κατέληξε πως θα ήταν τίποτα ξεδιάντροποι έφηβοι. Η σημερινή νεολαία, είπε, δεν έχει σεβασμό για τίποτα. Εμείς λοιπόν ήμασταν οι νεότεροι εκείνου του γηραλέου τόπου, εμείς είχαμε την φλόγα της νεότητας!

Σύντομα αρχίσαμε να υποφέρουμε σε κάθε αποχαιρετισμό. Είχαμε αιχμαλωτιστεί από ανάξιους συντρόφους. Δια βίου; Κάθε βράδυ επέστρεφα στην απάθεια της Κλοτίλντ που πλέον βρισκόταν μόνιμα στο κρεβάτι, αγέλαστη και ασθενική, της ετοίμαζα το φάρμακό της και αποκοιμιόταν. Αυτή τη φορά της το έφτιαξα διαφορετικά. Είχα πάρει πια την απόφαση, να σταματήσουμε να υποφέρουμε κι οι δυο σ’ αυτό το σπίτι. Έσβησε ήσυχα, σχεδόν αναμενόμενα από τον περίγυρο. Γνώριζαν πως ήταν άρρωστη και θα σκέφτηκαν πως κάποια σκοτεινή παθολογία την συνόδευσε με ασφάλεια ως το τέρμα. Ακόμα κι αν ακούγονταν ψίθυροι, δεν θα ήταν η πρώτη φορά σ’ εκείνο το άθλιο μέρος. Το πρώτο μας εμπόδιο είχε καμφθεί. Ακολουθούσε η σειρά του.

Ήταν ένα από τα βράδια που ερχόσουν πλέον στο σπίτι μου, όταν βεβαιωνόσουν πως η κόρη σου έχει αποκοιμηθεί. Ο Πολ έφυγε για το Παρίσι και θα γυρνούσε την επόμενη μέρα αλλά σε παραπλάνησε και εμφανίστηκε το ίδιο βράδυ. Δεν είχες καμία δικαιολογία για την νυχτερινή σου απουσία. Εξαγριώθηκε αλλά ταυτόχρονα είχε μια ιδιαίτερη ηρεμία. Την επόμενη μέρα δέχτηκα το επείγον τηλεφώνημά του. Ζήτησε να με συναντήσει σε μια ερημική τοποθεσία για να συζητήσουμε κάτι σοβαρό. Έφτασα στον άδειο τόπο, κάτω από έναν μουντό ουρανό. Ήρθε μαζί σου αλλά σε άφησε λίγα μέτρα πίσω. Μου είπε πως γνωρίζει τα πάντα για εμάς. Θα μας σκότωνε; Θα έπαιρνε κάποια σκοτεινή εκδίκηση; Φάνηκε αδιάφορος για σένα, μόνο ξέρασε τον κυνισμό του σ’ έναν εκβιασμό που ταίριαζε πλήρως στον χαρακτήρα του. Είχε ήδη εκφράσει στο δημοτικό συμβούλιο την επιθυμία του να εξαγοραστεί ένα μεγάλο κομμάτι δημοτικής γης για κατοικίες, τις οποίες όμως θα εκμεταλλευόταν εκείνος. Πίσω από την βιτρίνα ενός κοινωφελούς έργου θα κρυβόταν ο τραπεζικός του λογαριασμός. Με την απαραίτητη υποστήριξή μου θα ξεχνούσε τα πάντα. Μετά το «Σου δίνω κάτι που χρειάζεσαι και μου δίνεις κάτι που χρειάζομαι». Έτσι θα γινόμουν κι εγώ κάθαρμα σαν κι αυτόν, θα τον βοηθούσα να πλουτίσει με ψέματα εις βάρος των πολιτών και θα διέλυα την πολιτική μου συνείδηση μ’ έναν ολικό εξευτελισμό. Με τέτοιους τρόπους λοιπόν είχε φτάσει ως εδώ. 

Η ανεκτικότητά του μας τρομοκράτησε και ήταν πια αδύνατο να κάνουμε πίσω. Ταπεινωμένη όπως ήσουν από την ανακάλυψη της μοιχείας σου, του ζήτησες να τον ακολουθήσεις στο ταξίδι του στο Παρίσι. Οδηγούσατε νύχτα, στον ερημικό αυτοκινητόδρομο, μέχρι που μια μορφή στην άκρη του δρόμου σας ανάγκασε να σταματήσετε. Ήμουν Κατέβηκε και τον χτύπησα από πίσω. Η αυταρχική, ανυπόφορη μορφή του δεν θα σε βασάνιζε ποτέ ξανά, καλή μου. Στην κηδεία της γυναίκας μου όλοι με κοιτούσαν με βλέμμα συμπόνιας. Το δικό του σώμα, κάπου χαμένο τώρα σε νερά σκοτεινά, θα έπαιρνε λίγο χρόνο μέχρι να στείλει το σήμα της εξαφάνισης.

Όμως εμείς παραμέναμε απεγνωσμένοι και μετά τον θάνατό τους. Αναγκαζόμασταν ξανά να συναντιόμαστε στα κρυφά, στριμώχναμε την αγάπη μας στον κλειστό πια χώρο του σπιτιού μου, αλλά ερχόσουν στα κλεφτά, όταν είχε σκοτεινιάσει, κι έφευγες νωρίς το ξημέρωμα, όταν βεβαιωνόμασταν πως έξω δεν περνάει κανέναν αυτοκίνητο. Όταν ο ένας απελπιζόταν, ο άλλος του έδινε θάρρος, μέχρι να αντιστραφεί η σειρά και ούτω καθεξής. – Κάθε φορά που φεύγω στενοχωριέμαι και περισσότερο. – Υπομονή, έρχεται χειμώνας και οι νύχτες μας θα είναι μακρύτερες.

Είχαμε οδεύσει σαν υπνωτισμένοι σε πράξεις που έμοιαζαν αναπόφευκτες. Ίσως είμαστε δυο διαφορετικοί, ασύμβατοι κόσμοι, εμείς οι ερωτευμένοι, με την δική μας, ιδιαίτερη λογική, κι οι χειριστές των νόμων, με την δική τους, άκαμπτη, θετή λογική. Εκείνο που για εμάς ήταν ένα καλομελετημένο έγκλημα, για εκείνους θα ήταν απλώς ένας γρίφος προς επίλυση. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία ξυπνάει κανείς από την έκσταση ενός έρωτα και βρίσκεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των ενεργειών του; Σ’ εμάς έφτασε διαφορετικά απ’ ότι συνήθως. Αρχικά οι αστυνομικές αρχές είχαν οπισθοχωρήσει στην επίλυση του αινίγματος. Σύμφωνα με κάποια άνωθεν διαταγή, τα ενδεχόμενα βρώμικα μυστικά των εκλεκτών αρχόντων έπρεπε να καλυφθούν. Η γκωλική κυβέρνηση θα ζημιωνόταν από παραμύθια εγκληματικής ή σεξουαλικής πλοκής. Γι’ αυτήν την «ενδεχόμενη» πλευρά της πολιτικής απαγορεύτηκε η ταινία μας στην Γαλλία.

Αλλά η ζωή και πλείστοι σκηνοθέτες της, όπως ο δικός μας, αρέσκονται στην ειρωνεία που φροντίζει να διανθίζει τις οριακές μας στιγμές κι έτσι εκείνη που τους οδήγησε αναπότρεπτα στα ίχνη μας ήταν η κόρη σου, που φυσικά ονομαζόταν Ελέν! Αυτή η νεαρότατη, αμόλυντη ιδεαλίστρια που κάποτε σου έλεγε ότι θέλει να είσαι ευτυχισμένη προσπάθησε να προστατεύσει την φήμη σου και κατάφερε το ακριβώς αντίθετο. Έστειλε ένα γράμμα στην αστυνομία που δεν ενοχοποιούσε κανέναν, μόνο αποκάλυπτε πως οι δυο χήροι ήσασταν εραστές, προσπαθώντας να σε διαφυλάξει, αλλά τελικά κατάφερε το αντίθετο. Πάντα δεν έλεγαν πως κόσμος θα σωθεί από τους νέους; Φαντάσου: εμείς που δολοφονήσαμε ακριβώς για να αποφύγουμε τις εναντίον μας φήμες, τώρα συλλαμβανόμασταν επειδή η Ελέν έκανε κάτι για να μας προστατεύσει από αυτές. Δεν ξέρω αν ήταν η αθωότερη, προεφηβική εκδοχή σου, αλλά σίγουρα ήταν ο μόνος χαρακτήρας που δεν συρόταν από κάποια βουλιμία – χρηματική, σεξουαλική, πολιτική.

Όταν έφτασαν σ’ εμάς δεν προβάλαμε καμία άρνηση· απλώς ομολογήσαμε. Η επιθυμία μας ήταν να αποφύγουμε τις φήμες. Αν τώρα πλέον ξεσκεπαζόμασταν ως εραστές, δεν μας πείραζε να αποκαλυφθούμε και ως δολοφόνοι. Την τελευταία φορά που σφίξαμε τα χέρια μας φορούσαμε κι οι δυο χειροπέδες. Νωρίτερα ο αστυνομικός μας έκανε την ερώτηση που επιχειρούσε να γεφυρώσει τις δυο λογικές. Γιατί έπρεπε να τους σκοτώσετε; Γιατί απλά δεν φεύγατε;Να φύγουμε; Ποτέ δεν ονειρευτήκαμε να φύγουμε από εδώ, του απαντήσαμε. Δεν το επέτρεπε η κοινωνική μας θέση. Ήμασταν επιφορτισμένοι με ρόλους και ιδιότητες και μας ήταν αδιανόητο να προδώσουμε τις προσδοκίες των άλλων. Καλύτερα μυστικοί δολοφόνοι παρά φανεροί προδότες! Κατάλαβες, Λυσιέν, πόσο υποκριτές υπήρξαμε; Προτιμήσαμε να εξοντώσουμε τους συζύγους μας παρά να αντιμετωπίσουμε την δημόσια κατακραυγή. Άκου να φύγουμε! Και να χάσουμε τις ανέσεις μας, την εικόνα μας, το γόητρό μας;  Καιγόμασταν για μια ελευθερία που η τάξη μας δεν μας επέτρεπε. Ήμασταν άλλωστε κι εμείς θύματα της «κρυφής γοητείας της μπουρζουαζίας», την οποία γνώριζες καλά ως παίκτρια στην φερώνυμη ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ, κοινώς παραμείναμε συνεπείς στον απόλυτο παραλογισμό. Ποτέ δεν διανοηθήκαμε οποιαδήποτε άλλη επιλογή!

Τώρα θα φυλακιζόμασταν εμείς που ήμασταν ήδη υπήρξαμε έγκλειστοι σε φυλακή που οι ίδιοι είχαμε φτιάξει. Για άλλη μια φορά ο Σαρτρ συνέχιζε να εμποτίζει το γαλλικό σινεμά της εποχής: ζούμε κεκλεισμένων των θυρών και οι χειρότεροι τόποι της κόλασης είναι εκείνοι που κατασκευάζουμε οι ίδιοι για τους εαυτούς μας μέσα από τις πτώσεις και τις δειλίες μας. Σ’ εκείνο το έργο δεν ήταν οι τέσσερις ναρκισσιστές που συνειδητοποιούσαν ότι ο απόλυτος βασανισμός δεν είναι να βρίσκεσαι κολλημένος σε μια δυστυχή σχέση αλλά να μην φεύγεις από αυτήν επειδή αδυνατείς ή δεν θέλεις να φύγεις;

Καλλιεργήσαμε άραγε αισθήματα συμπάθειες στους θεατές κριτές μας; Πρόσεχαν την φωνή του αφηγητή που μας παρουσίαζε ως δυο ανθρώπους δυστυχείς από την κοσμική αδικία μιας ψυχρής συμβίωσης; Έβλεπαν πως ζούσαμε σε γάμους μοναχικούς, χωρίς ίχνος έρωτα, χωρίς την ελάχιστη σωματική επαφή; Αντιλήφθηκαν πως το έγκλημα μάς φαινόταν ως η μόνη ηθικά δικαιολογημένη απόδραση; Παραδέχτηκαν, τουλάχιστον, ότι είχαμε γίνει αναπόσπαστα μέλη της συλλογιστικής των φιλμ νουάρ, πως ό,τι συνιστά ηθική, εδώ δοκιμάζεται και αμφισβητείται; Απάντησαν στην απελπισμένη αποστροφή του Ορέστη προς την Αθηνά από τις Ευμενίδες «Θεά, πες μου αν είμαι ένοχος ή αθώος» που προβάλλει στους τίτλους της αρχής;

Μπορεί να τους έκανε εντύπωση που τίποτα πάνω μας δεν έμοιαζε δραματικό, πως ήμασταν τόσο ψυχροί που θα αναρωτιούνταν μήπως απολαμβάναμε την μιζέρια των αποχωρισμών μας. Εσύ ειδικά θα μπορούσες να δείχνεις έμπλεη πάθους και να μείνεις ως ένας αξιομνημόνευτος ρόλος μιας ερωτευμένης γυναίκας. Όμως ας το θυμίσουμε ο ένας στον άλλον για μια ακόμα φορά: ο σκηνοθέτης μας δεν ήθελε δράματα και ψυχολογικά βάθη, αλλά γεγονότα που μιλούν από μόνα τους, όπως άλλωστε μίλησε το αληθινό γεγονός πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία, μια ιστορία που συγκλόνισε την Γαλλία δυο χρόνια νωρίτερα.

Δεν σου κρύβω πως αν κάτι περίμενα από τους δυο σας ήταν μια μεγαλύτερη εστίαση στην ιστορία σου, έτσι ώστε να βλέπω ευκρινέστερα το σκίτσο της γυναίκας που ξεκίνησε την ζωή της σαν έφηβη μητέρα, παντρεύτηκε έναν άντρα που δεν αγαπούσε αλλά προφανώς θεώρησε απαραίτητο για την κόρη της, τον υποστήριξε στην καριέρα του και ήταν πάντα δίπλα του στην άνοδό του αλλά μέρα με την ημέρα υπέφερε μέχρι να βρεθεί σ’ έναν ρομαντικό δρόμο που δεν είχε ούτε γυρισμό ούτε κατάληξη. Τώρα στην φυλακή μου κλείνω τα μάτια και αφήνω τα μάγουλά μου να ζεσταθούν από το πέλμα σου και είμαι βέβαιος πως κι εσύ, στο δικό σου κελί, το αισθάνεσαι πάνω μου. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Les noces rouges (αγγλ. τίτλος Wedding in blood, ελλ. τίτλος Ματωμένος γάμος) (Claude Chabrol, 1973). H γυναίκα: Stéphane Audran.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

06
Φεβ.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 21: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 38 (Φεβρουάριος 2022), εδώ

XXΧ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 21: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Ωραία μου Στεφάν

Στον υποκριτικό κινηματογραφικό μου βίο είχα την ευκαιρία να σχετιστώ με διάφορους τρόπους με την ίδια γυναίκα αλλά μόνο εσύ με αγκάλιασες με τόσες διαφορετικές ιδιότητες. Έτσι όχι μόνο μπόρεσα να σε δω στα όριά σου αλλά είχα και την ευκαιρία να μελετήσω την έκφραση των ποδιών σου στις εκάστοτε συνθήκες. Υπήρξες λοιπόν κατά σειρά δίπλα μου λατρεμένη αλλά άπιστη σύζυγος, περιπαθής σύντροφος σε αμοιβαία μοιχεία, εράστρια που μ’ έκλεψε από εράστρια, απατημένη αγαπημένη, συνένοχη σύζυγος (στις ταινίες La femme infidèle, Les noces rouges, Les biches, Betty, Jusqavant la nuit αντίστοιχα). Θυμάσαι; 

Πρώτα σε λάτρεψα ως σύζυγο, στην ταινία La femme infidele. Η μεγαλοπρεπής ομορφιά σου, τα παστέλ χρώματα στο μακιγιάζ σου, η καλοφτιαγμένη σου κόμη, τα πάντα πάνω σου ήταν λατρεύσιμα. Μετρούσαμε πολλά χρόνια γάμου και μοιραζόμασταν μια βολεμένη ζωή. Το ωραίο μας σπίτι στις Βερσαλλίες είχε έναν μεγάλο περίκλειστο κήπο κι ήταν διακοσμημένο σε αποχρώσεις καφέ, μπλε και πράσινες. Είχαμε πάντα συμμετρία στο τραπέζι, λουλούδια στα μπουκέτα και λάμψη στα ασημικά. Ανταλλάζαμε σιωπές στα γεύματα και τετριμμένες κουβέντες στα ενδιάμεσα. Όποτε συζητούσαμε κανείς μας δεν έδινε την παραμικρή σημασία στα λεγόμενα του άλλου, κι έτσι η μηχανή μας λειτουργούσε σωστά. Τα σκηνοθετημένα κάδρα μας γέμιζαν με διάφορες ανούσιες στιγμές, αέναα επαναλαμβανόμενες στην χλιαρή μας καθημερινότητα. Όμως αυτή δεν είναι η ημερήσια διάταξη της συζυγικής ζωής; Ήμουν γύρω στα σαράντα, κι εσύ γύρω στα τριάντα και είχαμε κατακτήσει μια επιθυμητή κοινωνική θέση. Ένας γιος ολοκλήρωνε την τρίγωνη ευημερία μας.

Ο αδιάκριτος φακός μάς ακολουθούσε μέχρι και την κρεβατοκάμαρα. Κοιταζόμασταν τρυφερά, έβαζα έναν δίσκο στο πικάπ και ξάπλωνα. Έβαζες τα πόδια σου στο μπουντουάρ, περιποιόσουν τα δάχτυλα, τα νύχια. Ερχόσουν κι εσύ στο κρεβάτι, ξάπλωνες, περίμενες. Δεν έκανα τίποτα. Αποκοιμιόμουν κι εσύ παρέμενες ξύπνια. Σε αγαπούσα με μια αγάπη ίσως διαφορετική, άλλη από εκείνη που περίμενες.

 

Ήμουν ένας ασφαλιστικός πράκτορας και εργαζόμουν ως αργά το απόγευμα. Έτσι τρία απογεύματα την βδομάδα κατέβαινες στο Παρίσι. Έκανες ψώνια, φρόντιζες την εμφάνισή σου, πήγαινες στον κινηματογράφο. Έτσι μου έλεγες. Όμως είχες εραστή. Αρχικά δεν το είχα καταλάβει, όταν ας πούμε έκλεινες βιαστικά το τηλέφωνο, προφασιζόμενη λάθος αριθμό. Σε πίστευα μηχανικά κι αδιάφορα. Εξαρχής ο σκηνοθέτης μας ευφυώς παρουσίαζε τα γεγονότα από την πλευρά μου. Ήταν δίπλα μου όταν έμπαινα μέσα στο σπίτι αλλά κι όταν οδηγούσα για να σε ακολουθήσω. Το έκανα επειδή κάποιες αόριστες αμφιβολίες, ίσως από αδιευκρίνιστες ενδείξεις άρχισαν να με ταλανίζουν. Ένας ντετέκτιβ με βεβαίωσε πως πράγματι έβλεπες κάποιον, έναν διαζευγμένο συγγραφέα ονόματι Βικτόρ. Μου έδωσε μια φωτογραφία και μια διεύθυνση και με αποχαιρέτησε με βλέμμα γεμάτο οίκτο. Ένα μουντό απομεσήμερο στήθηκα στην γωνία απέναντι από το σπίτι του. Περίμενα εκεί, ακόμα κι όταν άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. Κάποτε μια γυναίκα βγήκε από το σπίτι. Ήσουν εσύ. 

Αποφάσισα να τον επισκεφτώ. Αρχικά ήμουν ευγενικός, χαιρόμουν κιόλας που επιτέλους έβλεπα ολοζώντανο το μυστικό σου. Ήταν εμφανώς αμήχανος, αν όχι ταραγμένος. Αντί να ψελλίζω εγώ, ψέλλιζε εκείνος! Για να τον ηρεμήσω, του είπα πως έχουμε συμφωνήσει να μην ανακατευόμαστε ο ένας στην ιδιωτική ζωή του άλλου, αλλά κι ότι έχουμε συνεννοηθεί να τα λέμε όλα μεταξύ μας. Συνεπώς μου μίλησες γι’ αυτόν κι έτσι θέλησα να τον συναντήσω. Του έριξα κι ένα δηλητηριώδες βέλος, ότι είχες πολλούς εραστές συντομότερης διάρκειας. Τον ρώτησα πώς γνωριστήκατε: καθόσασταν δίπλα στο σινεμά κι ένοιωσε ένα είδος διαθεσιμότητας εκ μέρους σου. Η ταινία ήταν απαίσια, παραπονεθήκατε σχεδόν ταυτόχρονα, σου έδωσε την διεύθυνσή του και τον επισκέφτηκες. Τόσο απλά… Σα να ήθελα να βασανιστώ περισσότερο, τον ρώτησα αν ήταν ευχαριστημένος μαζί σου. Φωτίστηκε το πρόσωπό του, ναι, η Ελέν είναι άνθρωπος χωρίς περιπλοκές και τώρα καταλάβαινε γιατί, ήταν επειδή της είχα δώσει μηδενική αίσθηση ενοχής! Ανυποψίαστος για τον βρασμό μου, προχώρησε: Ξέρετε τι μου αρέσει στην Ελέν; η γλυκύτητά της. Δεν της φαίνεται, αλλά είναι ιδιαίτερα μαλακή και τρυφερή. Ήταν εμφανές πως δεν σε γνώριζα σχεδόν καθόλου ή δεν μου έδειξες ποτέ την πραγματική σου φύση. Ένοιωθα να ανεβαίνει θερμό αίμα στο κεφάλι μου. Αυτός συνέχισε να με φλογίζει: Μένετε στις Βερσαλλίες κι αυτό είναι εφιάλτης για την Ελέν. Είναι φτιαγμένη για το Παρίσι. 

Με ρώτησε κιόλας αν θέλω να δω το σπίτι και απάντησα καταφατικά, πως με βοηθάει να φανταστώ… Ζήτησα να δω την κρεβατοκάμαρα κι ανησύχησε μήπως είχα κάποια σχετική διαστροφή αλλά τον καθησύχασα, πως απλώς θα με ευχαριστούσε να δω τον χώρο όπου ευτυχούσε η καλή μου. Δεν με διέλυσε τόσο το άστρωτο κρεβάτι όσο κάτι που βρισκόταν στο κομοδίνο. Ένας μεγάλος αναπτήρας που σου είχα κάνει δώρο στην τρίτη επέτειο του γάμου μας. Δεν έχει σημασία πως μόνο εγώ κάπνιζα. Ήταν το δώρο μου σ’ εσένα. Μου είπε πως του το έφερες από το σπίτι, λέγοντάς του πως θα είχα ξεχάσει την ύπαρξή του. Σίγουρα θα χαμογελάσατε κι οι δυο εκείνη την ώρα. Ήταν το τελειωτικό χτύπημα, άρχισα να μην αισθάνομαι καλά. Μπορεί να το είχα προετοιμάσει ή να το συνέλαβα σε δευτερόλεπτα πάνω στον βρασμό μου: τον χτύπησα στο κεφάλι από πίσω με μια γλυπτή κεφαλή. Κατέρρευσε στο πάτωμα βαρύς και άψυχος.

Μπορείς, νομίζω, να φανταστείς την διαδοχή των πράξεων της συγκάλυψης, την έχεις δει δεκάδες φορές σε ταινίες νωρίτερα και αργότερα. Με ψυχραιμία και ταχυπαλμία ταυτόχρονα καθάρισα το δάπεδο, σκούπισα τα αποτυπώματά μου, τακτοποίησα τον χώρο που επιτέλους ησύχαζε από την φλυαρία του συγγραφέα σου, τύλιξα σ’ ένα σεντόνι την σορό, την έβαλα στο πορτ μπαγκάζ και την άδειασα σε μια παρακείμενη λίμνη. Γύρισα σπίτι το βράδυ μ’ ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ανακούφισης, σα να επέστρεφα στην παλιά, ήρεμη ζωή μας. Στο τραπέζι μού ανακοίνωσες τους καλούς βαθμούς του γιου μας. Σήκωσα το ποτήρι με την σαμπάνια κι έκανα πρόποση «σ’ αυτή την αξιομνημόνευτη μέρα». Δεν ήταν;

Οι μέρες περνούσαν κι ο εραστής σου δεν σήκωνε το τηλέφωνο. Υποθέτω σκεφτόσουν πως θα σε βαρέθηκε Μια αργόσυρτη θλίψη ζωγράφιζε το ωραίο σου πρόσωπο. Καθόμασταν στον κήπο και περπάτησες αργά για να μπεις στο σπίτι. Ήσουν ξυπόλητη και τα γκρίζα σου πέλματα αντανακλούσαν το χρώμα της ψυχικής σου διάθεσης. Κλεινόσουν στο υπνοδωμάτιο και σωριαζόσουν στο κρεβάτι· το σώμα που άλλοτε έσφυζε σε μια κλίνη, τώρα έμοιαζε πάνινο. Έβγαζες έναν ήχο που η κάμερα πλησίασε για ν’ ακουστεί. Ήταν ο αναστεναγμός της απόγνωσης. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, τότε στην κρεβατοκάμαρα καλλώπιζες τα πόδια σου για εμένα, για εκείνον ή και για τους δυο μας;

Ήταν θέμα χρόνου να πληροφορηθεί η αστυνομία την εξαφάνισή του και σ’ επισκέφθηκαν επειδή υπήρχες στην ατζέντα του. Τους είπες την αλήθεια σου, πως δεν γνωρίζεις που μπορεί να πήγε. Τα κατάλαβες όλα όταν ανακάλυψες στην τσέπη του σακακιού μου την φωτογραφία του. Αισθάνθηκες ταπεινωμένη επειδή τελικά γνώριζα, μπορεί και να ανακουφίστηκες που ο εραστής σου δεν σε απέρριψε μα συνετρίβη από το βάρος της μεγαλύτερης συζυγικής αγάπης. Όμως πάνω απ’ όλα συγκλονίστηκες επειδή αντιλήφθηκες πως σε αγαπούσα τόσο πολύ ώστε να φτάσω σε αυτό το σημείο. Κι έτσι δεν με κατέδωσες, μα σιώπησες. Κατέστρεψες την φωτογραφία ενώ θα μπορούσες να με ενοχοποιήσεις οριστικά και αμετάκλητα. Ύστερα βγήκες στον κήπο, όπου έκανα κάποιες δουλειές. Ο φακός πλησίασε το πρόσωπό σου, όπου άρχισε να διαγράφεται η αρχή ενός χαμόγελου.

Ίσως αυτή η πράξη πάθους να ήταν το κομμάτι που έλειπε στο παζλ μας, όπως το αντίστοιχο κομμάτι στο παιχνίδι του γιου μας που έμενε ανολοκλήρωτο και δημιουργούσε σ’ όλους μας ένταση. Γνωρίζαμε πως έχουμε φταίξει κι οι δυο ή ένα μέρος των ενοχών μου σίγουρα έπρεπε να μετατοπιστεί σ’ εσένα. Στο τέλος οι αστυνομικοί ήρθαν για μια ακόμα φορά, ίσως με ατράνταχτες πια αποδείξεις εναντίον μου. Η τελευταία μου φράση «σε αγαπώ τρελά», ήταν η προσωπική μου απολογία προς εσένα. Είχαμε προλάβει να δούμε ο ένας τον άλλον με ένα διαφορετικό φως.  Σα να ανακάλυψα μια νέα αρμονία στην ζωή μας, σα να σε κέρδισα ξανά ολοκληρωτικά. Βλέπεις την ειρωνεία; Βρεθήκαμε πιο κοντά από πότε κι ας μην παραδεχτήκαμε ποτέ τι κάναμε!

Τι ιστορία φτιάξαμε, Στεφάν μου. Με μια πρόχειρη ματιά έμοιαζε με απλή ιστορία απιστίας και εκδίκησης, στα πρότυπα του Άλφρεντ Χίτσκοκ, του μαιτρ που πρώτος διέχυσε στις ιστορίες του την ειρωνεία και την φύση της ενοχής. Όμως ο δικός μας σκηνοθέτης, ο σύζυγός σου Κλωντ Σαμπρολ, ήταν ένας διαφορετικός στυλίστας, που καρύκευε τον κυνισμό του με αδιόρατο χιούμορ και γινόταν πιο ανθρώπινος. Η ταινία μας αδιαφόρησε για την διάκριση της ενοχής και της αθωότητας. Ο Σαμπρόλ δεν έδινε σημασία ούτε σε ηθικά ζητήματα ούτε σε αστυνομικούς γρίφους· τον ενδιέφεραν οι καταστάσεις της καρδιάς. Κι ίσως μόνο οι εγκαυματίες των παθών μπορούσαν να διακρίνουν την ανεστραμμένη ερωτική ιστορία, την σιωπηλή παθολογία του έρωτα. Κάθε άλλη προστιθέμενη πλοκή δεν έχει σημασία· αρκούν τα γεγονότα και η αίσθηση που αφήνουν στον καθένα μας.

Ήσουν κι εσύ μια έξοχη υποκρίτρια. Τόσο στον «κύκλο της Ελέν», μια τριλογία πάνω στη μοιχεία, όσο και σε άλλες ταινίες του αποτυπώσατε τις πλέον απολίτιστες συμπεριφορές των «πολιτισμένων» αστών· την βία που παρέμενε πιεσμένη κάτω από την πολιτιστική επιφάνεια της κοινωνίας τους προτού ξεσπάσει δραματικά. Οι έξυπνες γυναίκες που υποδυόσουν υφίσταντο κάθε αντίφαση της αστικής τους ευπρέπειας με ανυπολόγιστες συνέπειες. Υπάρχει όμως ένα πρόσθετο καθοριστικό στοιχείο που νομίζω πως διέκρινα· θα σε ρωτήσω στο επόμενο τεύχος, όπου θα ξαναβρεθούμε σε άλλη ταινία, αμφότεροι μοιχοί πλέον, κι εκεί βάζεις τα ίδια σου τα πόδια μέσα στην πρόσκαιρη γιορτή του εξωσυζυγικού έρωτα, που κι αυτή θα έχει το σκληρό της τέλος.

Ο Σαμπρόλ σε κρατούσε, όπως όλους μας, με ελάχιστα συναισθηματικά ξεσπάσματα. Οι εκφράσεις σκεπάζονταν κι οι εντάσεις μεταφέρονταν στην περιφέρεια: στα σκουλαρίκια σου, στον έντονα χρωματισμένο τοίχο της κρεβατοκάμαρας, στο δυνατό φως μιας λάμπας, σ’ ένα φωτεινό σου φόρεμα. Τα αντικείμενα, άλλωστε, τα χρησιμοποιούσε και ως σύμβολα: το λευκό αγαλματίδιο που προσπαθούσα να καθαρίσω από το αίμα ήσουν εσύ, ο τεράστιος αναπτήρας το πάθος που μεταφέρθηκε στον εραστή, το ανολοκλήρωτο παζλ του γιου μας ο ημιτελής γάμος μας.

Κάποιος αμερικανός σκηνοθέτης επιχείρησε να δοκιμάσει ένα ριμέικ της ταινίας τριάντα πέντε χρόνια αργότερα. Εκεί αποκαλύπτεται η χαώδης διαφορά μεταξύ μιας γαλλικής και μιας αμερικανικής θέασης των πραγμάτων. Οι υπερατλαντικοί διασκευαστές δεν διανοούνται μια εξωσυζυγική γνωριμία ως συνειδητή, παρά μόνο ως έργο συμπτώσεων ή κάποιου θεού. Τυχαία οι εραστές πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον, τυχαία εισβάλλει ο σύζυγος στην πολυκατοικία του εραστή. Μια φίλη της γυναίκας, μάλιστα, ανύπαρκτη στην γαλλική ταινία, φιλοσοφεί: κάποιος ερωτεύεται και όλα τελειώνουν καταστροφικά. Πάντα τελειώνουν καταστροφικά. Επίσης η γυναίκα συλλαμβάνει τον σύζυγό της να φλερτάρει με άλλη γυναίκα, συνεπώς θα τον τιμωρήσει με απιστία. Στο δε τέλος της ταινίας, τον χωρίζει. Πάνω απ’ όλα πρέπει να μπουν στη θέση τους οι παρεκκλίνοντες και να μην διασαλευτεί το ήθος του γάμου. Εμείς ως αστοί Γάλλοι του Σαμπρόλ, δεν νοιαζόμασταν γι’ αυτά – η σχέση απλώς συνέβη και ο καθένας έκανε ό,τι έκανε. 

Τελικά με συνέλαβαν ή όχι; Οι θεατές μας μπορούν να διαλέξουν. Αν έμενα δίπλα σου, πιθανώς να ήμουν πάντα περιορισμένος στην λωρίδα του παραδείσου που έφτιαξα κι εσύ θα παρέμενες για μένα μια θεότητα που ποτέ δεν θα είχα ολοκληρωτικά δική μου. Ίσως και ο Σαμπρόλ να ένοιωθε κάτι ανάλογο για σένα, Στεφάν Οντράν, και να το δήλωνε κινηματογραφικά στον κόσμο ή σ’ εσένα. Άλλωστε το επίθετο της ηρωίδας του αποτελεί αναγραμματισμό με το πατρικού σου. Και, τελικά, σε μοιράστηκε με όλο τον κόσμο, ώστε να μην σ’ έχει αποκλειστικά δική του κανείς. Ή απλώς να κινηματογραφούσε μια μέγιστη δήλωση λατρείας προς την δική του «Ελέν».

Όμως είτε έτσι είτε αλλιώς, εμείς θα παραμέναμε σιωπηλοί. Σε κάποιο κιτρινισμένο πια κινηματογραφικό περιοδικό διάβασα πως αυτή ήταν η τιμωρία μας για ό,τι ήμασταν. Ακόμα και μετά από τέτοια αμοιβαία παραδοχή αγάπης, αδυνατούσαμε να κοινωνήσουμε τα αισθήματά μας, λες και οι αλλεπάλληλες κοινωνικές συμβάσεις μάς είχαν απογυμνώσει από κάθε εκφραστική ικανότητα. Ήμασταν εγκλωβισμένοι σε εσωτερικά δεσμά. Ακόμα κι ο ίδιος ο τίτλος μας μοιάζει ειρωνικός: τελικά άπιστη ήσουν και στον εκτός της τάξης σου εραστή, που σύντομα θα ξεχνούσες και, πιθανώς, στο μέλλον να αντικαθιστούσες. 

Η ταινία: La Femme Infidèle (Claude Chabrol, 1969). Η γυναίκα: Stéphane Audran. 

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

03
Ιαν.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 20: Οι παραμυθικές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 37 (Ιανουάριος 2022), εδώ

XXΧ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 20: Οι παραμυθικές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Πρώτα άκουσα το τραγούδι. Η διαπεραστική μελωδία κι ο βηματιστός ρυθμός διέχυναν την ευεξία τους μέσα από τις μικρές γκρίζες τρύπες του φορητού ραδιόφωνου. Ύστερα κατέγραψα τους στίχους στο τετράδιο των πολύτιμων σημειώσεων. Ακολουθούσαν σε διπλανές στήλες δυο μεταφράσεις, η πιστή και η ελεύθερη. Η επόμενη σελίδα έμενε λευκή, για την μετατροπή τους σε μια σύντομη ιστορία, ανεξάρτητη από τα χωροχρονικά δέσμια του τραγουδιού. Έτσι ήταν τότε οι ακροαστικές τελετές.

Ήταν το Raindrops keep falling on my head από κάποιον B.J. Thomas. Το έβαζα, γυρνούσα την κασέτα στην αρχή, το ξανάβαζα. Ο τύπος μου έλεγε πως οι σταγόνες της βροχής συνεχίζουν να πέφτουν στο κεφάλι του και τίποτα δεν πάει καλά, οπότε άρχισε να μιλάει με τον ήλιο και του είπε στα ίσια πως δεν του αρέσει έτσι όπως αυτός τα κανόνισε. Ήξερε πως η βροχή δεν σταματάει με τα παράπονα και φυσικά δεν υπήρχε καμία περίπτωση να κλάψει γιατί ήταν ελεύθερος και δεν τον ανησυχούσε τίποτα. Για ένα πράγμα ήταν βέβαιος και το αφήνω αμετάφραστο, για να μη χαθεί το χαμόγελο μιας τριπλής ομοιοκαταληξίας: The blues they send to meet me wont defeat me, it wont be long till happiness steps up to greet me.

Μάθαινα λοιπόν πως εκείνα που με βασάνιζαν, παρά την μεταφορά, έχουν μπλε αποχρώσεις και πως υπάρχουν και αυτουργοί που μου τα έστελναν, «αυτοί», κι έτσι είχα μπροστά μου έναν ορατό αντίπαλο που όφειλα να νικήσω: αποστολείς μπλε μορφών που ενσάρκωναν όσους και όσα με ταλαιπωρούσαν. Όταν γνωρίζεις τον εχθρό αποκτάς σημαντικό πλεονέκτημα στις μάχες. Το κομμάτι έγινε ο ύμνος μιας καθημερινής αναμέτρησης. Μπορεί να αδυνατούσα να τηρήσω την αγέρωχη στάση του τραγουδιστή, μπορεί να συννέφιαζα από πάνω κι από μέσα και τελικά να βρεχόμουν από ψιχάλες ή κλάματα, όμως το σιγοτραγουδούσα, έστω και αμυνόμενος.

Αργότερα είδα μια μαγευτική φωτογραφία από μια ταινία, χωρίς την παραμικρή αναφορά στην υπόθεση, παρά μόνο στον τίτλο της: Butch Cassidy and the Sundance Kid. Ένα ζευγάρι πάνω σ’ ένα ποδήλατο, ο άντρας ήταν ο μετέπειτα γνωστός μου Πολ Νιούμαν, η γυναίκα ήταν μια όμορφη μελαχρινή. Είχε όλα τα μάκρη της τότε θηλυκότητας: στο σώμα, στα μαλλιά, στο φόρεμα. Χαμογελούσαν, έμοιαζαν ερωτευμένοι κι έλαμπαν φως ολόφωτο αλλά δυο πρωτοφανείς πρωτοτυπίες απογείωναν την ζευγαρωτή ποδηλασία – εκείνη ήταν ξυπόλητη και καθόταν μπροστά από το τιμόνι, σε μια επικίνδυνη ισορροπία που όμως βρισκόταν με το μέρος τους!

Τότε που οι παλαιότερες ταινίες δεν παίζονταν στην μεγάλη οθόνη και είχαν μερικές μόνο πιθανότητες για την μικρή, αρκούσε μια φωτογραφία για να φτιάξω απ’ την αρχή το φιλμ: αυτοί σίγουρα ήταν ζευγάρι που χωρίς καμιά έγνοια κυλούσαν σε χωματόδρομους και λιβάδια τουλάχιστον δυο φορές την ημέρα, μια το πρωί για να υμνήσουν τα όσα τους περίμεναν, και μια αργά το απόγευμα, για να συνοψίσουν τα όσα μοιράστηκαν. Ή για να γιορτάσουν τις νυκτόβιες αγκάλες που, αντίστοιχα, προηγήθηκαν ή ακολουθούσαν. Όμως γνώριζα πως με τέτοιες ιστορίες δεν γράφονται βιβλία ούτε γυρίζονται ταινίες. Ποια τέχνη αρκείται στην ξερή ευδαιμονία; Θα είχαν λοιπόν κι αυτοί την Οδύσσειά τους αλλά τι είδους τρικυμίες τους περίμεναν; Θα τις διέσχιζαν ως χαμογελαστοί συνοδηγοί; Αγόρασα τα βασικά σύνεργα –ένα καπέλο, ένα λευκό πουκάμισο, ένα ποδήλατο– και περίμενα.

Κάποτε έφτασε η στιγμή και μπήκα στην ταινία αντί του τυχερού άντρα αλλά αιφνιδιάστηκα. Δεν με πείραξε που ήμουν ένας διαβόητος ληστής που μαζί με τον έτερο συνέταιρο Sundance Kid λυμαινόμασταν τις αχανείς εκτάσεις της Άγριας Δύσης και σταματούσαμε μέχρι και τραίνα για τον καθημερινό επιούσιο. Άλλωστε στις χίλιες κινηματογραφικές μου ζωές ήταν εκατοντάδες οι φορές που βρέθηκα στις παράνομες όχθες του ηρωισμού. Άλλη ήταν η απογοήτευσή μου: η εμφάνιση της αγαπημένης μου καθυστερούσε ύποπτα. Γύρω στο 27ο λεπτό της συμπυκνωμένης μου 90λεπτης βιογραφίας έφτασα μ’ ένα ποδήλατο ως το σπίτι της. Εκείνη κοιμόταν ακόμα. Δίπλα της ήταν ο Σάντανς Κιντ. Τι συνέβαινε; Δεν ήταν δική μου;

 

Τραγούδησα έξω από το παράθυρό της και κατάλαβε ότι την περίμενα. Ξεχύθηκε από το κρεβάτι με λευκό της ένδυμα (που τελικά μάλλον ήταν νυχτικό), ενθουσιάστηκε με το ποδήλατό που μόλις τότε εμφανιζόταν στον κόσμο, (ιδού το νέο άλογο της φώναξα, ή κάτι ανάλογο), σκαρφάλωσε πάνω του κι αρχίσαμε την βόλτα. Όσο κι αν ήμουν προετοιμασμένος από την φωτογραφία, δεν χόρταινα την μορφή της, έτσι όπως κλυδωνιζόταν ξυπόλητη και χαμογελαστή στα οχτάρια του δίκυκλου. Και τότε άρχισε εκείνο το τραγούδι! Η έκπληξη ήταν μεγάλη. Κάπως έτσι τηρουμένων των αναλογιών ένιωσαν και οι θεατές όταν ξαφνικά θα άκουσαν το τραγούδι στην ταινία, γιατί κι εκείνοι δεν το περίμεναν, καθώς ο δίσκος κυκλοφόρησε πριν την προβολή. Τα τρία λεπτά που η μελωδία αγλάιζε την κούρσα της ήταν αξέχαστα. Για τέτοιους συνδυασμούς ήμουν ευτυχής που έβλεπα κι έπαιζα κινηματογράφο. Είχε γραφτεί αποκλειστικά για την ταινία και αδυνατούσα να δεχτώ πως βρισκόμουν μπροστά σε μια αδιανόητη σύμπτωση. Σ’ όλα αυτά υπήρχε κάποιο μήνυμα για μένα.

Προς το παρόν εκείνο, βρήκα ένα ρήμα ταιριαστό με το ευδαιμονικό μας τρέξιμο πάνω στις ρόδες: ροδίζαμε. Ροδίζαμε στα μονοπάτια και στους αγροτικούς δρόμους, περνούσαμε ξυστά από δέντρα – πρόλαβε μάλιστα κι έκοψε ένα μήλο να το γευτούμε, σαν μια Εύα σε Νέα Εδέμ. Κι ύστερα όταν σταματήσαμε έξω από έναν αχυρώνα, έτρεξε στον πάνω όροφο και πήρε θέση στο παράθυρο για το δικό μου θέαμα, «ισορροπία πάνω στο ποδήλατο και θεαματική πτώση». Τι μπορούσε λοιπόν να θαμπώσει εκείνη την περίλαμπρη ζεύξη μας; Το τελευταίο που θα περίμενα: Η Έτα Πλέις, όπως ονομαζόταν, δεν ήταν καν δική μου. Είχε αφήσει ζεστό το κρεβάτι που μοιραζόταν με τον εταίρο μου. Ήταν δική του ερωμένη, όχι δική μου. Εμάς μας συνέδεε η παράξενη, ακατάτακτη στα λεξικά φιλία που συνδέει μια σύντροφο με τον φίλο του συντρόφου της. Άραγε θα είχαμε σχέση αν σε είχα γνωρίσει πρώτο; με είχε ρωτήσει λίγα λεπτά πριν στην βόλτα και της απάντησα Μα έχουμε σχέση Έτα. Είσαι πάνω στο ποδήλατό μου. Σε μερικές αραβικές χώρες αυτό ισοδυναμεί με παντρειά. Οι πρώτες δυο προτάσεις έγιναν πολύτιμο φιλοσοφικό επίγραμμα. Αν δεν μπορώ να έχω μια γυναίκα, αρκεί να βρεθεί στο ποδήλατό μου και για τις στιγμές της περιπλάνησης γίνεται η δική μου αγαπημένη. Αργότερα ο κανόνας επεκτάθηκε αναλογικά και σε μοτοποδήλατο, μηχανάκι και μηχανή. Έτσι και τώρα, ο έρωτας συμπυκνωνόταν σε τόπο κινούμενο και σε χρόνο χωμένο μέσα σ’ ένα απόλυτο παρόν. Για τα λίγα λεπτά της τροχιοδρόμησης, ήμασταν εραστές. Επιστρέψαμε αργά και τρυφερά, όχι χωρίς μια ελαφριά μελαγχολία.

Στην υπόλοιπη ζωή ήμουν ο φίλος της φίλης του φίλου μου και στα διαλείμματα από τις «δουλειές» μας πηγαίναμε στο σπίτι της. Εκείνη γνώριζε τα πάντα και ανησυχούσε πως κάποτε θα την επισκεφτούμε ολοκληρωτικά ξέπνοοι και αναίσθητοι – απέφευγε να πει την αμετάκλητη λέξη. Σ’ εκείνες τις ανέμελες ανταύγειες ανάπαυλας μας απολαμβάναμε την φιλοξενία της και τα ξεχνούσαμε όλα. Κάποια στιγμή όμως οι διώκτες μας άρχισαν να μας πλησιάζουν και αποφασίσαμε να πάμε στην Βολιβία, στον παράδεισο των ελεύθερων ληστών. Η Έτα προθυμοποιήθηκε να εγκαταλείψει την δουλειά της ως δασκάλα και να έρθει μαζί μας. Θυμάμαι την άφιξή μας με τραίνο σ’ έναν εγκαταλειμμένο, σχεδόν ερειπωμένο σταθμό: κότες και γουρουνάκια σουλάτσαραν ανάμεσα στα ξερόχορτα κι ένα λάμα στάθηκε να μας παρατηρήσει. Αυτό ήταν ο παράδεισος; Κι όμως, θριαμβεύσαμε σε μερικές σπαρταριστές, λόγω ασύμβατων γλωσσών, ληστείες και κάποτε όταν ξανά μας έσφιγγε ο κλοιός των νόμιμων, αποφασίσαμε να γίνουμε τίμιοι. Αναζητήσαμε δουλειά αλλά μας προσέλαβαν ως φρουρά στην έφιππη κρατική μισθοδοσία. Πώς ν’ αγιάσουμε; Αφού ήμασταν αυτό που ήμασταν. Όμως δεν σκοτώσαμε ποτέ, παρά μόνο όταν απειληθήκαμε από άλλους ληστές σε κάτι ερημιές.

Μια μέρα η Έτα μας είπε πως δεν αντέχει άλλο και πως επιθυμεί να επιστρέψει. Είχε κουραστεί από μια ζωή στον δρόμο και στο κυνηγητό, θρηνούσε και την απώλεια ενός ράντσου που αγαπούσε πίσω στα πάτρια. Γνωρίζαμε πως θα το έκανε και πως δεν υπήρχε περίπτωση να την μεταπείσουμε. Αγκαλιαστήκαμε σιωπηλά κι οι τρεις στο φως του σούρουπου. Δεν υπήρχε κανένας μελοδραματισμός στην σκηνή, ούτε πουθενά αλλού στην ταινία. Αρκούσαν τα γεγονότα όπως συνέβαιναν, ήταν από μόνα τους βαθιά και δεν χρειάζονταν άλλο σκάψιμο. Εμείς συνεχίσαμε γιατί δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά. Δεν σκεφτήκαμε, ή αδιαφορήσαμε για το ενδεχόμενο κάποια στιγμή οι ράθυμες τοπικές αστυνομίες να καλέσουν τον βολιβιανό στρατό. Ακόμα κι όταν βρεθήκαμε περικυκλωμένοι σε κάτι χαλάσματα κάναμε σχέδια για κάποιο νέο τόπο, σκεφτήκαμε και την ελληνική γη. Τελικά δοκιμάσαμε μια ηρωική έξοδο ανάμεσα σε καταιγισμό σφαιρών. Πηγαίναμε χαμογελαστοί προς τον ήλιο. Μετά δεν θυμάμαι τίποτε άλλο.

Αναζήτησα την ιστορία Έτα Πλέις, πεπεισμένος πως πρόκειται για μια σπάνια γυναίκα. Ποια ήταν, τι ομορφιά είχε, τι απέγινε; Μάζεψα λόγια που ακολούθησαν φήμες ή το αντίστροφο, κι ιστορίες αδιασταύρωτες, καπνισμένες από καπνούς χωρίς φωτιά, που ίσως την συναρμολογούν, ακόμα κι αν δεν ισχύουν. Λεγόταν ότι  εργαζόταν σ’ ένα περίφημο πορνείο στο Σαν Αντόνιο του Τέξας, όπου σύχναζαν τα μέλη της ευρύτερης συμμορίας κι ότι αρχικά ήταν δική μου ερωμένη. Το 1909 κάποια μυστηριώδης γυναίκα που της έμοιαζε ήρθε σε επικοινωνία με τον υποπρόξενο των ΗΠΑ στην Χιλή και ζήτησε την βοήθειά του για να πάρει ένα πιστοποιητικό θανάτου του Σάντανς (το έγγραφο δεν εκδόθηκε ποτέ). Υπάρχουν ενδείξεις πως την ίδια εποχή μετά τον θάνατό του πήγε στην Παραγουάη όπου παντρεύτηκε ενώ σύμφωνα με μια αναφορά στο Πρακτορείο Πίνκερτον, το «μεγαλύτερο ιδιωτικό γραφείο ερευνών» όπως διαφημιζόταν, μια γυναίκα με τα χαρακτηριστικά της σκοτώθηκε σ’ έναν οικιακό καυγά με πιστόλια στην Αργεντινή. Σύμφωνα με άλλες αναφορές έγινε ή ξανάγινε πόρνη ή μετακόμισε στη Νέα Υόρκη ή επέστρεψε στην διδασκαλία κάπου στο Κολοράντο ή στο Όρεγκον. Προτιμώ την τελευταία εκδοχή: ποιο παιδί θα μπορούσε να σκεφτεί ότι η ωραία τους κυρία υπήρξε μια εύθυμη λησταρχίνα; Σε κάθε περίπτωση, η ταυτότητά της παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα στην ιστορία του «western».

Δυο γεγονότα όμως είναι βέβαια: πως λήστεψε μαζί μας μια τράπεζα στην Αργεντινή και κυνηγημένοι διασχίσαμε τις πάμπες και τις Άνδεις και βγήκαμε στην Χιλή και πως δεν έφυγε μόνη της αλλά ο ευγενής σύντροφός της την συνόδεψε από το Βαλπαραΐσο στο Σαν Φρανσίσκο κι επέστρεψε στην Νότια Αμερική. Δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ και χάσαμε οριστικά τα ίχνη της. Ω, Έτα Πλέις, θα μπορούσες να ηρεμείς στο ξύλινο σπιτικό σου δίπλα σε γαλήνιες γαίες, να ανταλλάζεις γνώσεις στις αίθουσες με τα μικρά παιδιά και να αθλείσαι στο καθημερινό αγώνισμα μιας οικογένειας. Αλλά δεν ήσουν έτσι. Αγάπησες έναν έκπτωτο της νομιμότητας που υστερεί μπροστά στον έρωτα. Σίγουρα θα σε έθελγε η ιδέα της φροντίδας δυο αντρών που θα σε προστάτευαν διπλά, η έξαψη της περιπέτειας, ένας νέος τόπος όπου ο ήλιος βασιλεύει διαφορετικά. Έτα παραμυθική, που κρύβεσαι απ’ τον μύθο, που χαμογελούσες στο γλυκύτερο τραγούδι παραμυθίας!

Η ταινία πρότεινε μια εντελώς διαφορετική, καλλιτεχνική μορφή του ληστρικού φιλμ. Οι ρυθμοί της είναι αργοί, οι περιπλανήσεις σε λόφους και βουνά εκτενείς και χωρίς ίχνος περιπέτειας. Αλλά ολόκληρη η μουσική της εκτός από το τραγούδι ήταν αποκλειστικά φωνητική, που εντελώς αρμονικά συνόδευε την παράθεση δεκάδων μαυρόασπρων φωτογραφιών των τριών μας από τα υπέροχα γλεντοκόπια μας στη νέα μας γη – μια απολαυστική σκηνοθετική ιδέα.  Ο ίδιος ο συνθέτης Βurt Bacharach έγραψε ότι μόνο πολύ αργότερα έμαθε πως σε κανέναν από την 20th Century Fox δεν άρεσε το τραγούδι. Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ που έπαιζε τον Σαντανς Κιντ αναρωτιόταν: Πώς θα ταίριαζε σ’ ένα φιλμ που ήταν γεμάτο καλοκαιρία; Την ώρα εκείνη δεν υπήρχε ούτε ψιχάλα στον ορίζοντα! Αργότερα όλοι παραδέχτηκαν πως έκαναν λάθος: το κομμάτι υμνούσε μια στάση ελεύθερης ζωής. Δυο ριψοκίνδυνοι φίλοι απολαμβάναμε το διάλειμμα από τις εργασίες μας σ’ έναν ήσυχο, ειδυλλιακό τόπο. Ήταν ένα «πλήρες αμερικανικό τραγούδι» που ο συνθέτης εμπνεύστηκε ακριβώς παρακολουθώντας την σκηνή. Κι όσο κι αν οι συνθέτες δοκίμασαν να το προσαρμόσουν σε πιο «γουέστερν» στιλ, ήταν αδύνατον. Η σύνθεση είχε ήδη χτιστεί με τα συγκεκριμένα υλικά ρυθμού και μελωδίας και απέβαλλε οποιαδήποτε άλλη επέμβαση.

Το Raindrops keep falling on my head διασκευάστηκε πλείστες φορές αλλά αγάπησα μόνο την δοκιμή των Manic Street Preachers, ενός ούτως ή άλλως εξαίσιου ροκ «συγκροτήματος». Ούτε αυτοί δεν διανοήθηκαν να το σκληρύνουν, όμως γνώριζαν πολύ καλά πόσο τους ταίριαζε: λίγους μήνες νωρίτερα ο ένας κιθαρίστας τους, ο Richie Edwards, εξαφανίστηκε κι έκτοτε δεν έχει δώσει σημεία ζωής. Η πολυτάραχη ζωή του ήταν γεμάτη ενδείξεις επιθυμίας μιας φυγής μακριά απ’ όλα. Ίσως η επιλογή της διασκευής μπορεί να ήταν απαραίτητη για τους ίδιους αλλά κι ένα νεύμα προς εκείνον. Αυτή την εκδοχή διάλεξα για την δική μου προσομοίωση της σκηνής. Υπήρχε ένα κορίτσι που πραγματικά επιθυμούσα μα είχε ήδη βρει τον δικό της Σάντανς. Δεν είχα παρά να της προτείνω να πάμε κάπου με το μηχανάκι χωρίς φυσικά να της ζητήσω ανάλογη αμφίεση ή να την καθίσω μπροστά από το τιμόνι. Φρόντισα όμως να είναι καλοκαίρι ώστε να κρυφοκοιτάζω τουλάχιστον τα πόδια της πάνω στα μαρσπιέ. Αυτή ήταν, άλλωστε, η αστική εκδοχή της «ξυπόλητης» συνοδηγού. Έβαλα διπλό βύσμα στο γουώκμαν, ώστε να το ακούμε κι οι δυο με ακουστικά αλλά και για να αποφύγω κάποια συζήτηση που θα με αποσπούσε από την ποθητή συναίσθηση.

Βγήκαμε στις παρυφές της πόλης, σ’ έναν δρόμο με λεύκες την ώρα που τα φύλλα τους έπαιρναν το χρυσοκίτρινο φως του βορρά. Πηγαίναμε σε μια έρημη βιομηχανική περιοχή, αναζητώντας ένα αυτοσχέδιο καφενείο που λειτουργούσε σε μια εγκαταλειμμένη φάμπρικα. Στα εικοσιπέντε λεπτά της διαδρομής είχαμε σχέση, προσομοιωμένη σε μια σχεδόν κινηματογραφική πραγματικότητα. Όταν έφτασε η ώρα να φύγουμε έβρεχε και προτίμησε να καλέσει ταξί. Επέστρεψα μόνος, με μειωμένη ταχύτητα, για να βραχώ όσο πιο μέσα γινόταν, ώστε να μεταφερθώ σε άλλη ταινία και να ξεπεράσω τον ξαφνικό χωρισμό. Σε μια γωνιά στην άκρη του δρόμου είδα ένα πεταμένο ποδήλατο· μου θύμισε ένα ανάλογο στιγμιότυπο του φιλμ, το ποδήλατο του ήρωά μου ριγμένο σε κάτι απόνερα, λίγο πριν την αναχώρησή μας. Μπαίνοντας στην πόλη, στα πρώτα φώτα της οδού Μοναστηρίου, άρχισε να παίζει το απόλυτο τραγούδι τους, το Motorcycle emptiness, με την στοιχειωτική συμμετοχή του οριστικά διαφυγόντος κιθαρίστα. Για άλλη μια φορά οι στίχοι χώρεσαν το ανέκφραστο: Under neon loneliness / Motorcycle emptiness.

Μέχρι σήμερα συνεχίζω να πολεμώ τους Μπλε, αλλά εκείνοι πολλαπλασιάζονται ενώ εγώ παραμένω ένας. Όποτε βάζω το τραγούδι παίρνω αισιοδοξία και δύναμη, που συχνά έχουν μόνο την διάρκειά του, σαν τις σχέσεις που αιωρούνται στην δίκυκλη συνοδήγηση. Όπως και η πραγματική Έτα Πλέις, έτσι και η δική μου δεν έμαθα ποτέ τι απέγινε. Ούτε κατάφερα να μάθω αν εκείνο το ρόδισμα ήταν σκηνοθετική κατασκευή ή μια πιθανή πραγματικότητα. Τι σημασία έχει! Η ξυπόλητη μορφή της με το λευκό ένδυμα μοιάζει η ακριβέστερη εικόνα του ανεκπλήρωτου έρωτα.  {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}https://www.youtube.com/watch?v=aafcO6mw3ks&ab_channel=ManicStreetPreachers-Topic

Η ταινία: Butch Cassidy and the Sundance Kid (George Roy Hill, 1969). Η γυναίκα: Katharine Ross. Τα τραγούδια: Raindrops keep falling on my head (Β.J. Thomas, 1969, Manic Street Preachers, 1992), Motorcycle emptiness (Manic Street Preachers, 1995).

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

03
Δεκ.
21

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 19: Οι νουβέλλες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 36 (Δεκέμβριος 2021), εδώ

XXΙΧ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 19: Οι νουβέλλες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Γνώρισα την Σαρλότ πάνω σε λευκό σεντόνι, στο κρεβάτι του διαμερίσματος που νοίκιαζε στο Παρίσι με τον εραστή της, έναν ηθοποιό ονόματι Ρομπέρ. Πρώτα είδα το χέρι της, πλεγμένο στο χέρι του, ακινητοποιημένο· ύστερα την πλάτη της να αγγίζεται τρυφερά και τους ώμους της να προσφέρουν την δική τους γύμνια. Κατόπιν κύλησα στα πόδια της, τόσο σαγηνευτικά στα ασπρόμαυρα πλάνα. Ποτέ μέχρι τότε δεν υπήρχε τέτοια εστίαση από σκηνοθετική κάμερα. Βρισκόταν προφανώς στο τέλος της ερωτικής πράξης και στην ανταλλαγή ερωταποκρίσεων. Εκείνος την ρωτούσε αν τον αγαπά κι εκείνη απαντούσε πως δεν ξέρει και του ζητούσε να μην μιλάει, αφού είναι τόσο ωραία στην σιωπή. Ήταν βέβαιη πως «δεν μπορείς να κάνεις πολλά στον έρωτα. Αγκαλιάζεις, φιλάς, αλλά πραγματικά μένεις απ’ έξω· είναι σαν σπίτι που δεν έχεις μπει ποτέ». Διένυε την δεκαετία των είκοσι χρόνων κι ήταν παντρεμένη με τον κατά μια δεκαετία μεγαλύτερό της Πιερ. Ζούσαν σ’ ένα μοντέρνο διαμέρισμα έξω από το Παρίσι μαζί με τον γιό του από προηγούμενο γάμο.

Έφυγαν με προφυλάξεις από το σπίτι και του ζήτησε να την αφήσει στο πολυκατάστημα Printemps, για ν’ αγοράσει νέο σουτιέν. Αυτή ήταν η εμμονή της: το μέγεθος του στήθους και η εικόνα του τέλειου σώματος. Οι σχετικές επιταγές την κατέκλυζαν παντού – στις διαφημίσεις των περιοδικών που μανιωδώς ξεφύλλιζε, στα μεγάλα διαφημιστικά ταμπλώ των δρόμων. Σε μια χαρακτηριστική στιγμή έμοιαζε πολύ μικρή κάτω από μια τεράστια επιτοίχια εικόνα μιας «εντυπωσιακής» γυναίκας με στηθόδεσμο. Μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου διάβαζε ένα άρθρο για το ιδανικό στήθος, το πρότυπο της Αφροδίτης της Μήλου και τον υπολογισμό συγκεκριμένων εκατοστών από την ρώγα μέχρι το μέσο του μπράτσου, την μασχάλη ή την βάση του λαιμού ώστε να σχηματίζεται ένα ισοσκελές τρίγωνο. Ένα μοντάζ από ανάλογες εικόνες περιοδικών επενδυόταν με την θλιμμένη φωνή της Sylvie Vartan στο τραγούδι Quand le film est triste. Η βεβιασμένη σεξουαλικότητα των ημίγυμνων σωμάτων έδενε με τους στίχους μιας ακαθόριστης λύπης.

Στο αυτοκίνητο την ρώτησε πως θα περάσει την μέρα της κι εκείνη του απάντησε πως θα καθαρίσει τα ντουλάπια και θα δει τηλεόραση στη νέα τους συσκευή Tele Avia, προφέροντας χαμογελαστή το διαφημιστικό της σλόγκαν: la technique d’ aviation aux service de télévision. Δεν παρέμεινε στο πολυκατάστημα· βγήκε από την άλλη του πλευρά και άλλαξε διάφορα ταξί για να αποφύγει τον ιδιωτικό αστυνομικό που νόμιζε πως την παρακολουθεί. Ακόμα και μέσα στο ταξί κοίταζε από το πίσω τζάμι κι έκλεινε το πλαϊνό, ώστε οι αντανακλάσεις του ήλιου να την κρύψουν από το ανεπιθύμητο μάτι.

Οι άντρες την ήθελαν αποκλειστικά για τον εαυτό τους. Ο σύζυγος τιμούσε την τυπική πατριαρχική παράδοση και την έβλεπε ως αντικείμενο προστασίας, σαν τους δίσκους που έφερνε από την Γερμανία, και, φυσικά, ικανοποίησης, καθώς εκείνος όριζε τον χωροχρόνο της συνεύρεσης. Παρέμενε απρόθυμος να συγχωρήσει μια προ τριμήνου απιστία που έμαθε μέσω ενός ντέτεκτιβ. Δεν κατάλαβα αν αποκαλύφθηκε η τωρινή της σχέση ή μια προγενέστερη. Ο εραστής με την σειρά του της ζητούσε να χωρίσει τον άντρα της και να γίνει απόλυτα δική του. Ήθελε παιδί μαζί της ενώ για εκείνη ήταν αρκετός ο γιος του συζύγου της. Την αντιμετώπιζε ως κτήμα του και είχε απαιτήσεις για την εμφάνισή της. Της ζητούσε, κατά το παράδειγμα των γυναικών στις ιταλικές ταινίες, να μην ξυρίζει τις μασχάλες της ενώ εκείνη προτιμούσε το αντίθετο, όπως οι Αμερικανίδες του Χόλυγουντ. Το έβρισκε «ομορφότερο», του έλεγε, «αλλά λιγότερο συναρπαστικό», της αντέτεινε. Του άρεσε να την βλέπει γυμνή αλλά προσπάθησε να την εμποδίσει όταν πήγε να ανεβεί γυμνόστηθη στην ταράτσα – εκεί θα βρισκόταν έξω από την κτήση του. Σε κάθε περίπτωση αμφότεροι οι άντρες αδυνατούσαν να την ορίσουν. Από πού αρχίζεις; Από πού αρχίζει η εικόνα που έχω για σένα; την ρώτησε κάποια στιγμή ο Ρομπέρ.

H Σαρλότ επιθυμούσε διακαώς να κατανοήσει την ίδια την φύση της αγάπης και αναρωτιόταν αν «είναι έρωτας όταν είναι από πίσω». Κανένας δεσμός της δεν ήταν βαθύς και απέφευγε ή αδυνατούσε να εμπλακεί συναισθηματικά με οποιονδήποτε. Όταν έμαθε από τον γυναικολόγο για την εγκυμοσύνη της, συζήτησε μαζί του για την αγάπη, την σεξουαλική ευχαρίστηση και την σύλληψη. Μη γνωρίζοντας ποιος είναι ο πατέρας, τον ρώτησε αν έχει σημασία η απόλαυση που ένοιωθε κατά την σύλληψη. Θα μπορούσε να αποτελεί αμάχητο τεκμήριο για το πρόσωπό του;

Μόνη της έγνοια ήταν το παρόν. Το αγαπούσε γιατί «σε εμποδίζει από το να τρελαθείς», όπως συμβαίνει όταν αναλογίζεσαι το παρελθόν· στο παρόν «δεν υπάρχει χρόνος να σκεφτείς». Εκεί ζούσε μέσα από τις ζωές των άλλων. Άφησε με ενδιαφέρον την οικιακή βοηθό να μονολογεί για μια «άσεμνη» συνεύρεση με τον σύζυγό της. Σ’ ένα καφέ κρυφάκουσε δυο νεαρά κορίτσια να συζητούν για τις πρώτες τους σεξουαλικές εμπειρίες. Παρακολούθησε μια φωτογράφιση μόδας σε μια πισίνα, ίσως για να επαληθεύσει για άλλη μια φορά τον κανόνα της ενδεδειγμένης γυναικείας εμφάνισης. Και ξάπλωνε με τους δυο άντρες.

Σ’ αυτά τα πλαγιάσματα ο φακός πλησίασε σημεία τους σώματός της: ώμους, πλάτη, κοιλιά, χέρια. Έτσι είδα τα πόδια της σε ζουμ, και πόσο σπάνιζαν τέτοιες επίκεντρες θέες! Να λοιπόν, σκέφτηκα, σε ποιες συνθήκες τιμώνται από το σκόπευτρο: όταν αποτελούν κυρίαρχα μέλη της ερωτικής πράξης κυρίως των παράνομων εραστών, κρίνοντας μάλιστα και από άλλες ταινίες, όπου οι άλλοτε αποκαλούμενες μοιχαλίδες συχνά εικονογραφούνται γυμνόποδες πλάι στον εραστή τους.  Όμως έκανα λάθος: στη μέση της ταινίας, η κάμερα υμνεί εκ νέου τα κάτω άκρα της, πρώτα τα πέλματά της ξαπλωμένα ανάσκελα, ανάμεσα στα πόδια του Ρομπέρ, ύστερα τα δάχτυλά της σε ύπτιο προφίλ και σε άλλες λήψεις, και αυτή τη φορά δίπλα της βρίσκεται ο «νόμιμος» Πιερ.

Εδώ μάλιστα η προηγηθείσα πάλη δεν περιορίστηκε επί κλίνης. Νωρίτερα το ζευγάρι γευμάτισε με φίλους και όταν εκείνοι έφυγαν η Σαρλότ άρχισε να παρατηρεί τους δίσκους που έφερε ο άντρας της από τα ταξίδια, δημιουργώντας του άγχος μην τυχόν φθαρούν. Βημάτιζε ξυπόλητη μπροστά του σαν πρόσκληση σε εκνευρισμό ή κυνήγι, άρπαξε τα πολύτιμα αντικείμενα και αγνόησε τις κτητορικές προσταγές του, μόνο έτρεχε στα δωμάτια, ενώ μια άλλη γυναίκα γελούσε ακατάπαυστα μέσα από τα αυλάκια του δίσκου που έπαιζε εκείνη την ώρα. Ο φακός έκλεισε και δεν είδα τον εξαγριωμένο Πιερ και την υποχρέωσή της σε ερωτική πράξη παρά την θέλησή της. Κι ύστερα βγήκαν ξανά στο φως τμήματα της σάρκας της κι η φράση Δεν είναι ανάγκη να με βιάζεις ή να με χαστουκίζεις … δεν είναι τρόπος να καταφέρεις τους άλλους να σου φερθούν όπως θέλεις. 

Συνεπώς δεν υμνήθηκε κανένας έρωτας με την επικέντρωση στα πόδια. Οι ερωτικές λήψεις που κάδραραν μόνο κομμάτια της γυναίκας, δεν τα τόνιζαν αλλά τα τεμάχιζαν. Η Σαρλότ δεν βλεπόταν ως όλον, ως σύνολο σώματος και ψυχής. Ο έρωτας έμοιαζε διασπασμένος και ανολοκλήρωτος. Οι δυο εραστές κομματιάζονταν σε μέρη· εικονοποιούνταν και απομονώνονταν, όπως στις διαφημίσεις καλσόν ή σουτιέν στα περιοδικά. Πώς να γίνουν μια ολότητα, όταν το ίδιο το κορμί τους δεν αποτελεί τέτοια; Με φιλάς αλλά είσαι εκτός, της είπε κάποτε ο Ρομπέρ. Σε καμία τους συνεύρεση δεν υπήρχε οικειότητα ή αισθησιασμός. Όταν επιτέλους αποκαλύπτονταν τα πρόσωπά τους, έμοιαζαν κι αυτά σαν πόζες από μανεκέν, κεφαλές που μιλούσαν στο κενό. Ακόμα και η φράση της Je t’ aime ακουγόταν μηχανική κι αμήχανη, μια προσπάθεια να πειστεί η ίδια για τα αισθήματά της.

Μερικές φορές ήταν λες και όλα όσα γνώριζε ή ήθελε να γνωρίζει για την ζωή βρίσκονταν μέσα στα περιοδικά. Η ίδια άλλωστε ενσάρκωνε τον γυναικείο τύπο των σελίδων τους: απλανή μάτια, απαλό δέρμα, καλοφτιαγμένα μαλλιά που σίγουρα θα μύριζαν λακ, εκφράσεις μοιρασμένες σε αθωότητα και λαγνεία, άγνωστες ή ανύπαρκτες σκέψεις στο μυαλό. Δεν θυμόταν τον τίτλο της ταινίας που είδε, δεν γνώριζε τίποτα για τον πόλεμο που στοίχειωνε ακόμα τις συζητήσεις με φίλους. Το πρόσωπό της δεν έδειχνε την παραμικρή αντίδραση στα ντοκιμαντέρ για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι σκέψεις της, εκφρασμένες με το δικό της σπικάζ πάνω από το σιωπηλό της πρόσωπο, ήταν αποσπασματικές, ασυνάρτητες. Έμοιαζε διαρκώς αναποφάσιστη. Η εμμονή της με τις σωστές αναλογίες την έφταναν στο σημείο να συμπιέζει την μέση της μ’ ένα ειδικό όργανο που λειτουργούσε με δυναμόμετρο, τυλιγόταν γύρω από την μέση της σαν ζώνη κι έβγαζε έναν μικρό συναγερμό κάθε φορά που η στάση του σώματος χαλάρωνε. Όταν έβλεπε πως τις πλησιάζει, τότε στο πρόσωπό της έλαμπε ένα αυτάρεσκο, σχεδόν ναρκισσιστικό χαμόγελο.

Αν τελικά ο κόσμος της ήταν σαν ένα περιοδικό με λείο, γυαλιστερό χαρτί και λαμπερές φωτογραφίες, και η ταινία της προσομοιάζει με περιοδικό, σαν κι αυτά που μανιωδώς ξεφύλλιζε. Είναι γεμάτη ρεκλάμες, εικονογραφήσεις γυναικών, μονολόγους και συνεντεύξεις, τίτλους που γίνονται λογοπαίγνια, λέξεις που όταν χάσουν ένα ή δυο γράμματα μετατρέπονται σε άλλη λέξη προφανώς διαφορετικής, κάποτε και αντίστροφης σημασίας. Απορημένη κι απογοητευμένη από την ζωή, η Σαρλότ ξεφύλλιζε τις ώρες της σαν ανάλογες σελίδες, μια μοναχική φιγούρα παγιδευμένη ανάμεσα στο ψευτορομάντσο και στην παρέλαση οπτικών και κειμενικών προσταγών για το πώς πρέπει κανείς να ζει την ζωή του.

Με αυτό τον τρόπο ο σκηνοθέτης της την σχεδίασε ιδανικά μέσα σ’ ένα κύκλο που διαρκώς διέγραφε στο έργο του: στην επίδραση της κουλτούρας του εμπορίου σε βασικές επιλογές ζωής. Ύστερα, σαν την ζώνη της μέσης, την περιόρισε σ’ έναν δεύτερο ασφυκτικό κύκλο, εκεί όπου το γυναικείο σώμα γίνεται το ζωντανότερο εμπόρευμα. Έτσι χαρακτηρίστηκε ως ένας σεξιστής που έδειχνε την γυναίκα χειραγωγημένη από την διαφήμιση, υποταγμένη στην αγορά. Την υπερασπίστηκα αμέσως: ίσως ακριβώς αυτό να ήταν το νόημα, ίσως το φιλμ διέφευγε πολύ μπροστά για την εποχή του ως προς την γυναίκα.

Η Σαρλότ έπαιζε τον ρόλο που της ανέθεσε η ίδια η κοινωνία. Έγινε μια ιδιόκτητη σύζυγος, αιχμάλωτη σε οικιακά και θεσμικά όρια, τα οποία μπορούσε να υπερβεί, αν ήταν θαρραλέα, μόνο με έναν τρόπο: αναζητώντας έναν δεύτερο άντρα. Εκεί όμως την περίμενε ένας ακόμα περιορισμένος ρόλος: ένα απλό σεξουαλικό υποκείμενο – αντικείμενο, η ερωμένη που παρανομεί και κυνηγιέται. Μπορούσε να επιλέξει και τα δυο, αλλά όφειλε να παραμείνει εκεί, στις δυο αυτές επιφάνειες και το ίδιο το φιλμ της ζωής της μοιάζει με μια σειρά επιφανειών. Από το σεντόνι –  πεδίο του έρωτα και το γυμνό δέρμα μέχρι το διαφημιστικό χαρτί και το βινύλιο των δίσκων, επρόκειτο για επιφάνειες απροσπέλαστες και κάθε προσπάθεια εισόδου στο εσωτερικό τους ήταν μάταιη. Τα ενδότερα παρέμεναν μυστήριο, όπως και ο καρπός που έφερε εντός της είχε το άγνωστο του πατρός. Οποιαδήποτε παραπάνω σκέψη και κάθε άλλη αλλαγή έμοιαζε απαγορευμένη. Αναπόφευκτα η νέα εκδοχή του έρωτα την άφηνε ανικανοποίητη. Η ζωή όφειλε να έχει κάτι παραπάνω.

Κι έτσι δεν έπαυε να σκαλίζει ερωτήματα που κάποια στιγμή θα έφυαν απαντήσεις. «Είναι παράξενο», είχε πει κάποτε στον Ρομπέρ, «οι άντρες επιτρέπουν στους εαυτούς τους αυτό που δεν επιτρέπουν στις γυναίκες». Σύντομα θα του ανταπόδινε κι ένα χαστούκι του. Το σημαντικότερο ήταν να καταλάβει τι της συμβαίνει, όπως ομολογούσε στις συζητήσεις. Σχεδόν το προσκαλούσε, αν δεν το προφήτευε. Αυτή λοιπόν δεν ήταν η μοντέρνα γυναίκα της εποχής, αλλά η μήτρα της, το πρόπλασμα μιας γυναίκας που βημάτιζε προς την ελευθερία. Μέσα από την νέα γυναίκα, αναδυόταν μια νεότερη. Σχεδόν η ίδια με οδήγησε στο όνομα που θα έδινα στην κατηγορία των γυναικών όπου ανήκε: νουβέλλες. Νέοι βλαστοί μιας νεωτερικής εποχής και παίκτριες ταινιών που πρωτοτυπούσαν σημαντικά και ονομάστηκαν νουβέλ βαγκ.

Βέβαια οι διαχειριστές των επιτρεπόμενων θεαμάτων και οι επιτετραμμένοι της λογοκρισίας έσπευσαν να σβήσουν μερικές καυτές εστίες. Καταρχήν, αν η ταινία ήταν εμφανώς προκλητική, ο τίτλος ήταν απροκάλυπτος, καθώς υπονοούσε πως όλες οι παντρεμένες κυρίες είναι δυνάμει μοιχοί. Ο σκηνοθέτης υποχρεώθηκε σε υποχώρηση και η προσθήκη ενός άρθρου επανόρθωνε την επικίνδυνη γενίκευση. Μην ανησυχείτε, μας διαβεβαίωσαν, τελικά πρόκειται για τις περιπέτειες μιας παντρεμένης γυναίκας, κάποια μεμονωμένη περίπτωση είναι, μια απλή εξαίρεση και τα δικά σας ανδρόγυνα είναι ασφαλή. Αρνήθηκε όμως να εξαφανίσει τις αναφορές στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και δεν μάθαμε ποτέ αν υπήρχαν και άλλες «προχωρημένες» σεξουαλικές σκηνές.

Λίγο πριν τελειώσει το διάστημα που μου χάρισε για να κρυφοκοιτάξω την ζωή της, την είδα να δίνει ραντεβού με τον Ρομπέρ στο αεροδρόμιο, πριν το ταξίδι του για την Μασσαλία όπου θα έπαιζε στην Βεατρίκη του Ρακίνα. Συναντήθηκαν στις τελευταίες σειρές του σινεμά, έφυγαν χωριστά και ξαναβρέθηκαν στο ξενοδοχείο του αεροδρομίου για την καθιερωμένη κλινοπάλη. (Εκεί είδα για τελευταία φορά από κοντά τα εξαίσια δάχτυλά της γερμένα σε μια πολυθρόνα.) Ακολούθησαν οι εξίσου καθιερωμένες ερωταποκρίσεις για τον έρωτα και λίγο προτού αποχωριστούν είπαν μαζί C’est fini – τελείωσε. Αναρωτήθηκα αν τελείωσε η ερωτική πράξη ή κάθε προσπάθεια να ευτυχήσουν, ή το σύνηθες εικοσιτετράωρό της Σαρλότ και η ίδια η ταινία που το κινηματογράφησε· εκτός αν τα σφιχτοδεμένα χέρια, ομοιότυπο στιγμιότυπο της αρχής και του τέλους της σήμαιναν την αέναη ανακύκλωση της ιστορίας τους ή, απλώς, του σεξ. Το μέρος της συνάντησής τους, ένας κινηματογράφος στο αεροδρόμιο, έμοιαζε με σμίξη στον απόλυτο ά-τοπο τόπο· εκεί όπου συνυπάρχουν δυο ταξίδια. Αν δεν επισφράγιζαν το άτοπο και αδύνατο της ερωτικής ένωσης, μπορεί απλώς να υπενθύμιζαν ο ένας στον άλλον  πως τίποτα δεν είναι πια βέβαιο στην ζωή: πως βρισκόμαστε διαρκώς σε συνεχή μεταφορά, σ’ ένα τράνζιτ μεταξύ δεκάδων εαυτών και ζούμε ζωές γεμάτες ψέματα και ψευδαισθήσεις, τα υλικά του σινεμά. Από αυτά, άλλωστε, φτιάχτηκε κι εκείνη.

Όμως ακόμα κι όταν χαθήκαμε μου ήταν αδύνατο να ξεχάσω τα πόδια της, την επίμονη εμφάνισή τους σε πρώτο πλάνο. Κραύγαζαν κι αυτά για το διακεκομμένο σώμα μα ψιθύριζαν κάτι παραπάνω: πως γλίτωσαν τις επιταγές της εμφάνισης. Απαλλαγμένα από πρέπουσες διαστάσεις και ιδανικούς αριθμούς, διέφυγαν κάθε σχετικής καταναγκαστικής εργασίας και παρέμειναν από τις λίγες ανεπηρέαστες ζώνες του γυναικείου σώματος! Σε μια εύγλωττη σκηνή ο φακός κατηφορίζει προς τα πόδια της, που φορούν ορθάνοιχτα σανδάλια και παρακολουθεί την κυκλική τους διαδρομή γύρω από μια χάρτινη διαφήμιση ενός έντυπου αφιερώματος με τίτλο «Μέχρι πού μπορεί να φτάσει μια γυναίκα στον έρωτα;». Την περικυκλώνουν, σταματούν και ξαναρχίζουν, σαν δεσμευμένα σ’ ένα αόρατο γαϊτανάκι. Όμως η στάση τους μοιάζει με προοίμιο κάποιας πρώιμης σκέψης. Ανεπηρέαστα από υποχρεωτικές αναλογίες και προδιαγραφές, είναι τα ίδια πόδια που σύντομα, ήμουν βέβαιος, θα την έβγαζαν από τον μάταιο κύκλο. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Une femme mariée: Suite de fragments d’un film tourné en 1964 [en noir et blanc] (Jean-Luc Godard, 1964). Η γυναίκα: Macha Méril.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ

04
Σεπτ.
21

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 18: Οι αυτοδίκαιες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 33 (Σεπτέμβριος 2021), εδώ

XXVΙΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 18: Οι αυτοδίκαιες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Από παιδί λάτρης των λεωφορείων της εποχής μου, το ταξινομώ ταχύτατα: ήταν ένα Μερσεντές, μοντέλο Ο 302 του 1965. Κάνει στάση στον άδειο παραλιακό δρόμο· το μπλε και ασημί χρώμα του ταιριάζει με την καταρρακτώδη βροχή. Στο απέναντι κτίσμα μια γυναίκα πλησιάζει το νοτισμένο τζάμι, παραξενεμένη που το λεωφορείο από την Μασσαλία έκανε στάση. Ποιος θα κατέβαινε εδώ τέτοια εποχή; Πίσω από το αμάξωμα φαίνεται ένας ψηλός άντρας. Η γυναίκα που ονομάζεται Μελί και διαθέτει την θελκτικότατη μορφή της Μαρλέν Ζομπέρ στην ηλικία των 29, σχολιάζει την παρουσία του στην μητέρα της. Βρίσκονται σ’ ένα παλιό κέντρο μπόουλινγκ και επισκευάζουν μηχανικά αυτοκινητάκια. Όταν αργότερα βρίσκεται σε μια μπουτίκ για να δοκιμάσει ένα φόρεμα, έντρομη τον βλέπει να την κοιτάζει ημίγυμνη έξω από την βιτρίνα.

Επιστρέφει στο σπίτι όπου βρίσκεται μόνη, καθώς ο άντρας της, πλοηγός της Air France, πρόκειται να επιστρέψει τη νύχτα. Βγάζει τα παπούτσια της και κοιτάζει το πέλμα της, όπου κάτι την ενοχλεί. Οι κάλτσες της έχουν το χρώμα του δέρματος με μια στρώση κανέλας. Τις βγάζει αργά, -καθώς η ελαστικότητα τις τεντώνει σε απόλυτη ευθεία, νοιώθω πως ήδη βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί- και τις ακουμπά συμμετρικά στην ράχη της καρέκλας. Καθώς επιστρέφει στο δωμάτιο βλέπει την μία να λείπει και δεν προλαβαίνει να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο. Ένας άντρας την δένει με την ζώνη του μπουρνουζιού της, την ακινητοποιεί στο κρεβάτι και την βιάζει. Η αίσχιστη προαιώνια πράξη αποδίδεται με ρεαλισμό απόλυτο και δυσεύρετο μέχρι τότε στο σινεμά. Οι συσπάσεις στο πρόσωπό της εκφράζουν το ανέκφραστο. Η κάλτσα που έλειπε βρίσκεται στο πρόσωπό του, μια νάιλον μάσκα του κακού.

Το ξύπνημα την βρίσκει στο κρεβάτι, μισοσκεπασμένη με το λευκό της μπουρνούζι, μόνο το ένα πέλμα της να είναι γυμνό και το άλλο να φοράει μυστηριωδώς την κάλτσα. Έξω η βροχή έχει κοπάσει. Κλείνει την ανοιχτή εξώπορτα, καλεί την αστυνομία αλλά υπαναχωρεί. Τηλεφωνεί στον σύζυγό της και του ζητάει να πάει να τον πάρει από το αεροδρόμιο αλλά εκείνος αρνείται γιατί «οδηγεί απαίσια». Συντρίβεται και οργισμένη βγάζει την κάλτσα – ποιος της την φόρεσε; Ακούει θόρυβο μέσα στο σπίτι και γνωρίζει ότι είναι ο βιαστής της. Παίρνει μια από τις καραμπίνες του συζύγου της και τον παρακαλεί να βγει, του λέει πως δεν μίλησε στην αστυνομία, άλλωστε θα το άκουγε και ο ίδιος, και του υπόσχεται πως δεν θα πει τίποτα. Τα γυμνά της πόδια καθώς κατεβαίνει τις σκάλες καλύπτουν όλο το κάδρο. Ο άντρας εμφανίζεται και την απειλεί με μια αναπαράσταση πνιγμού με την κάλτσα της· τον πυροβολεί, ξανασηκώνεται, τον χτυπάει μ’ ένα κουπί και ξεχύνεται ξυπόλητη έξω, στα λασπωμένα νερά, για να κρυφτεί  στο αυτοκίνητό της.

Λευκά ρούχα που μοιάζουν πλαστικά· μοντέρνα, σχεδόν διαστημικά. Τα πόδια της είναι κι αυτά πλέον ντυμένα, με μπότες εξίσου λευκές. Η Μελί έχει επιστρέψει, φορτώνει το σώμα του σ’ ένα σπασμένο πατζούρι και το βάζει στο πορτ μπαγκάζ της. Νυχτώνει ή ξημερώνει μ’ ένα χρώμα σκούρου ασημιού. Αστυνομικοί την σταματούν στο δρόμο (τότε μοιράστηκα μαζί της την μέγιστη αγωνία της σύλληψης, ενώ αν είχα την μεταγενέστερη πείρα εκατοντάδων ταινιών θα γνώριζα πως απλά άρχισε ο πρώτος αναβαθμός του σασπένς) –  ψάχνουν έναν μανιακό, της εξηγεί ένας φίλος της. Πετάει την σωρό σ’ έναν απόμερο όρμο και επιστρέφει σπίτι, στο διπλό μάλωμα από τον σύζυγό της και την μητέρα της – η αδικαιολόγητη απουσία της δεν διασώζεται από εμφανή ψέματα. Άλλωστε έτσι συμβαίνει συνήθως: γειώνεται και μειώνεται κι από τις δυο μεριές.

Την επόμενη ημέρα, Τετάρτη μεσημέρι, καλεσμένη σε μια σπιτική γιορτή πλησιάζεται από έναν άντρα με την μορφή του Τσαρλς Μπρόνσον, που της ζητάει να χορέψουν το βαλς του εξαίσιου σάουντρακ. Την κατακλύζουν ριπές μνήμης από σκηνές ερωτοτροπίας των γονέων της, της συμβαίνει συχνά. Την ρωτά ευθέως γιατί διέπραξε εκείνο τον φόνο κι εκείνη υπεκφεύγει με αμήχανο χαμόγελο. Όταν φεύγει με τον άντρα της τους φορτώνεται στο αμάξι, συστήνεται ως Χάρι Ντομπς, που διαμένει στο Palm Hotel, κλειστό αυτή την εποχή αλλά όχι για εκείνον. Πίσω στο σπίτι ο σύζυγος διαισθάνεται τον ηλεκτρισμό της γνωριμίας τους κι εκείνη, καθώς τοποθετεί αεροπλανάκια σ’ έναν μεγάλο χάρτη, μια μεγάλη ιχνογραφία των ταξιδιών του, του υπόσχεται πως δεν θα ξαναχορέψει με κανέναν.

Το πρωί της Πέμπτης και ώρα 11 η Μελί βγαίνει στον ήλιο, σ’ ένα μαγαζί με εφημερίδες. Τις αγοράζει όλες αλλά δεν γράφουν τίποτα. Στο άδειο κέντρο (σκονισμένα έπαθλα στα ράφια, μια αραγμένη βάρκα κάπου μακριά, ημίφως στο εσωτερικό, εκτυφλωτικό φως έξω, ένα παραθαλάσσιο θέρετρο εκτός σαιζόν) την περιμένει ο Ντομπς. που μοιάζει να γνωρίζει σχεδόν όλα όσα συνέβησαν και την πιέζει να θυμηθεί μια κόκκινη αθλητική τσάντα που κρατούσε ο άντρας, εφόσον ήταν η τελευταία που τον είδε. Όταν της πέφτει από τα χέρια ένα νόμισμα και σπεύδει να το μαζέψει, της αγγίζει τυχαία το χέρι κι ακούγεται πάλι μια μελωδικότατη σύνθεση. Να το θυμάμαι αυτό, σε κάθε ανομολόγητα επιθυμητό άγγιγμα παίζεται μια εξαίσια μουσική. Ακολουθεί ένα μεγάλο γαϊτανάκι μυστηρίων με παράξενα ευρήματα κι ενδείξεις λαθρεμπορίου που κάνει ο σύζυγός της μέσα σε δίσκους βινυλίου που φέρνει για την Νικόλ, την ιδιοκτήτρια της μπουτίκ, κοινή τους φίλη και τελικά ερωμένη του,

Ο Ντομπς δεν αφήνει σε ησυχία την Μελί σ’ ένα συνεχές παιχνίδι σκύλου με την γάτα. την ζητάει να του φτιάξει πρωινό κι εκείνη αφού το ετοιμάσει του ρίχνει τόνους κέτσαπ πάνω, εφόσον «έτσι κάνουν οι Αμερικανοί». Όταν την ρωτάει γιατί την έβγαλαν Μελί, μαθαίνει πως θα την ονόμαζαν Μελανί μα ο πατέρα της το άλλαξε, και τελικά γράφτηκε το Μελαγχολί, που όπως αποδείχτηκε της ταίριαζε πολύ περισσότερο. Την βασανίζει με ιδιόμορφο τρόπο: την αναγκάζει να πιει πολλά ποτά, την στροβιλίζει σε μια δερμάτινη γυριστή πολυθρόνα. Όταν την οδηγεί μέχρι την αστυνομία για να καταθέσει εναντίον του, όπως τον απειλεί, τελικά δεν το τολμά. Αργότερα συνεχίζουν να πίνουν στο σπίτι της, αρνείται την δωροδοκία της και της απαντά ότι δεν είναι εκβιαστής αλλά συνεταίρος της, που ερευνά την δική του υπόθεση.

Το παρελθόν συνεχίζει να την σημαδεύει με αιφνίδιες χαρακιές, ο πατέρας της την πίεζε με συνεχείς ερωτήσεις κι εκείνη τελικά του αποκάλυψε τις κρυφές συναντήσεις της μητέρας της με κάποιον άλλον· τότε έφυγε και τους εγκατέλειψε για πάντα, ξεχνώντας ένα νόμισμα στο πάτωμα. Για πρώτη φορά ο Ντομπς εκστομίζει μια παρηγορητική κουβέντα: Μια φορά είπες κι εσύ την αλήθεια και πήγε χαμένη κι από τότε δεν ανοίγεσαι σε κανέναν. Όταν του λέει πως σκόπευε να πάει στην αστυνομία να ομολογήσει το έγκλημά της, δυσπιστεί καθώς την κατανοεί ακόμα περισσότερο: Γυναίκες μετά από αυτό δεν πάνε ποτέ στην αστυνομία.

Όταν καταφτάνει η Νικόλ, η Μελί τον φιλάει στο στόμα για την πικάρει· της οφείλει ένα αντιγύρισμα δυσάρεστης έκπληξης. Εκείνος δεν τρέφει αυταπάτες, πως το φιλί της είναι η δήλωση ή παράκληση της Μελί να μην ανακατευτεί άλλος στην δική τους υπόθεση. Όταν ολομέθυστη αποκοιμάται στον καναπέ, την σκεπάζει με το λευκό της πανωφόρι και φεύγει. Την Παρασκευή το πρωί είναι η σειρά της πάει στο ξενοδοχείο του για να του παραδώσει την κόκκινη τσάντα γεμάτη χρήματα που τελικά βρήκε στο πορτ μπαγάζ της, πεταμένη πάνω στο πανικό εκείνης της βραδιάς. Το κλειδί είναι πάνω στην πόρτα του δωματίου του, τα αποδεικτικά της ταυτότητάς του στο δωμάτιο, ένα εμπιστευτικό έγγραφο στην γραφομηχανή. Τα πράγματα γίνονται θολότερα για εκείνη αλλά για μένα τι σημασία να είχε η λαβυρινθώδης αστυνομική ιστορία, όταν μια ερωτική που ευωδιάζει πίσω της; Περίμενα πως και πως κάθε επόμενη συνάντηση των δυο, τους παράλληλους ψυχισμούς που έψαχναν δίοδο να βρεθούν εφαπτόμενοι.

Ο άντρας φλέγεται για την διαλεύκανση της δικής του έρευνας και την ίδια στιγμή θέλγεται από την Μελί. Την μία γίνεται ανακριτικός και επιθετικός, την άλλη προσπαθεί να μιλήσει με τα μάτια του ή με τρόπο που δεν γνωρίζει. Τουλάχιστον της μαθαίνει ένα παιχνίδι με καρύδια, που αποκαλύπτει, υποτίθεται, μερικά βαθύτερα αισθήματα. Η προσφώνηση Love Love, από την διπλή λέξη που είναι γραμμένη στην ποδιά–ταξιδιωτικό δώρο του συζύγου που φοράει, αρχικά ακούγεται σαρκαστική αλλά στο τέλος τρυφερή. Δεν είναι αντίθετοι μόνο μεταξύ τους αλλά και εντός τους. Η τρομοκρατημένη αθωότητα της Μελί διαπλέκεται με την σεξουαλικότητά της, η ευθραυστότητα με το πείσμα. Εγκλωβισμένη ως άβουλη κούκλα ανάμεσα σε μητέρα και σύζυγο (που συχνά υμνεί το πατριαρχικό μοντέλο των γονέων του), ίσως βρίσκει έναν αντικαταστάτη στη θέση του διαφυγόντα πατέρα της ή έναν άντρα που την πολιορκεί σκληρά στην αρχή, ολοένα και πιο μαλακά στη συνέχεια. Ίσως πάλι δεν υπάρχει παρά αμοιβαία αντιπάθεια και απολαμβάνουν σαδομαζοχιστικά την συνύπαρξή τους, όπως οι αταίριαστοι μα αγαπημένοι σύζυγοι κι εραστές.

Μπλεγμένη δίκαια ή άδικα, η Μελί έχει πλέον προσωπικό ενδιαφέρον για την αποστολή του κυρίου Ντομπς και φτάνει μέχρι το Παρίσι από μια προσωπική περιέργεια, όπου, βέβαια, καταλήγει στα χέρια κακοποιών και περνάει τα πάνδεινα: κάθιδρη κι εξαντλημένη, περπατάει στα τέσσερα στο δάπεδο για να ομολογήσει όσα νομίζουν πως γνωρίζει. Στον κυκλικό κι επαναλαμβανόμενο κόσμο των ταινιών, το κορίτσι σώζεται από τον άντρα, που εισβάλλει, εξουδετερώνει μερικούς, εξηγείται σε άλλους, την παίρνει στα χέρια του μισολιπόθυμη (πάντα με λευκά ρούχα, πάντα ξυπόλητη) και φεύγουν ανεμπόδιστοι. Σ’ ένα ξενοδοχείο την βάζει κάτω απ’ την μπανιέρα και το επόμενο πρωί της προσφέρει πρωινό. Η ιστορία τους έχει γράψει πολλαπλάσια χιλιόμετρα.

Σύντομα το έργο τελειώνει και το αναμενόμενο πλάγιασμά τους αναβάλλεται για άλλη μια φορά. Λίγο προτού συνοδεύσει τον σύζυγό της σ’ ένα ταξίδι, ο Χάρι Ντομπς την συναντά και της ανακοινώνει πως βρήκε όσα τον ενδιέφεραν (τα χρήματα, το πτώμα) εκτός από τον ένοχο, «αλλά δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα». Της βάζει ένα σπασμένο κουμπί της στο χέρι και την συμβουλεύει να μην τρώει τα νύχια της. Κάποτε της είχε πει πως αυτό δείχνει πως είναι ακόμα παιδί και πως έχει αχαλίνωτη φαντασία. Εκείνη συγκινημένη του λέει πως σήμερα η μητέρα της την είπε για πρώτη φορά Μελαγχολί. Μια πρώτη πράξη αποδοχής; Το βλέμμα της μέσα από το παράθυρο του αυτοκινήτου έχει το θόλωμα των συγκρατημένων δακρύων. Αργότερα όταν δοκιμάσει το παιχνίδι με τα καρύδια, το τζάμι πάνω στο οποίο τα ρίχνει, γίνεται κομμάτια. Αυτό, της έλεγε όταν έπαιζαν, συμβαίνει μόνο όταν είσαι ερωτευμένος.

Η στοιχειωτική μουσική μπορεί πια να εκτονωθεί σε τρυφερό τραγούδι, που στεφανώνει τους τίτλους τέλους δια φωνής της νεαρής Severine, και αργότερα θα στιχουργήσει και θα τραγουδήσει στη γλώσσα της η Peggy Lee. Μένει το σκοτεινό ερώτημα αν πράγματι, όπως γράφεται, ο Jim Morrison εμπνεύστηκε από την ταινία το τραγούδι του Riders on the Storm.

Ο βιασμός τιμωρήθηκε με την έσχατη πράξη αυτοδικίας. Το έγκλημα δεν θα αποδοθεί σε κανέναν: ο Χάρι Ντομπς πρόσφερε στην Μελί το έσχατο δώρο της αποσιώπησης. Κι εμείς, το ακροατήριο της μοναχικής δίκης, σιωπηρά συμφωνήσαμε πως η θέση του αυτουργού είναι βαθιά μέσα στη θάλασσα. Και πώς να παραβλέψει κανείς την συμμετοχή των ποδιών της σε όλα αυτά; Το πρώτο σήμα που έδωσαν, η αφαίρεση της κάλτσας που άφησε το σώμα γυμνό κι ευάλωτο, η χρήση της από τον βιαστή ως το τέλος της αγνότητας, το ξυπόλητο κατέβασμα στις σκάλες και η θανάτωσή του, η επιστροφή της στην ζωή μέσα στα χέρια του Ντομπς…Το κορίτσι που το λένε Μελαγχολία και πάντα φοράει λευκά, που διαρκώς απαντά ως αμυνόμενο παιδιί «δεν είναι αλήθεια!», που όταν θέλει να βρίσει κάποιον τον αποτελεί «ταμπούρλο», κι αυτό όχι μπροστά του, που θλίβεται γιατί «το λεωφορείο δεν φέρνει ποτέ κανέναν, όπως και η βροχή» και που προφέρει με ιδιάζοντα τρόπο το Μεσιέ Ντομπς, επανέρχεται αλλιώς στην ζωή.

Δεδηλωμένος θαυμαστής του Χίτσκοκ, ο σκηνοθέτης Ρενέ Κλεμάν είχε ήδη εγγράψει την προτίμησή του στην ψυχογραφική πλευρά των αστυνομικών ιστοριών: είχε εκθέσει  ήρωες Γυμνούς στον ήλιο, στο περίφημο Plein soleil. Όμως υπήρξε και μια αντίστροφη επίδραση του δασκάλου από τον μαθητή: η σκηνή του βιασμού, επιτρεπτή μέσα στην ελευθεριότητα της εποχής, θα επηρεάσει με την σειρά της μια αντίστοιχη σκηνή στο Frenzy του μεγάλου μαιτρ.

Είναι μια ταινία κατάφωτη από τον ήλιο του γαλλικού νότου και το ανεπαίσθητα πορτοκαλί χρώμα του Eastmancolour που χαρακτήρισε αρκετά φιλμ στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Ακόμα και οι βροχερές λήψεις με τα κλειστά κέντρα και καταστήματα μυρίζουν επερχόμενο ή απερχόμενο καλοκαίρι. Όμως ακόμα και το φωτεινότερο φως εδώ είναι πιο θαμπό, θολότερο, όπως ένας έρωτας που μόλις αναδύεται αλλά δυσκολευόμαστε να παραδεχτούμε.

Επισκέφτηκα το επιβλητικό κτίσμα του ληξιαρχείου στα μέρη της (όπως συχνά προτιμώ να φαντάζομαι, αντί να παραδέχομαι πως έκανα έρευνα σε ηλεκτρονικά βιογραφικά συστήματα) και το τελευταίο που θα περίμενα ήταν μια αναφορά σε πόδια και δη υποτιμητική. Αναγραφόμενη καταγωγή: από Σεφαραδιτική Εβραϊκή και «Μαυροπόδαρη» [Pieds-noir /Πιε-Νουάρ] οικογένεια! «Μαυροπόδαρους» ονόμαζαν τους γεννημένους στην Αλγερία την περίοδο της Γαλλικής Κατάκτησης ή, κατ’ άλλους, τους εγκατεστημένους στην Αλγερία Γάλλους και γενικότερα ευρωπαίους που μετά την ανεξαρτησία επαναπατρίστηκαν στη μητρόπολη. Ήρθε στην Μητροπολιτική Γαλλία στα οκτώ της, έγινε ηθοποιός για μισή δεκαετία του εξήντα και ολόκληρη του εβδομήντα κι ύστερα αποσύρθηκε σταδιακά από τον κινηματογράφο και βρήκε το επίκεντρο της νέας της ζωής στην παιδική λογοτεχνία, γραπτή και ακουστική, ή σε βιβλία αφιερωμένα στην μύηση στην κλασική μουσική.

Από παιδί λάτρης των αυτοκινήτων της εποχής μου, το ταξινόμησα ταχύτατα: ένα κόκκινο Ford, όπως του Ντομπς, παρκαρισμένο έξω από τον θερινό κινηματογράφο Γαλαξίας, οκτώ χρόνια μετά την κινηματογράφηση της ταινίας και λίγες μέρες μετά την παρακολούθησή της. Το μπλε στρογγυλό σηματάκι F της Γαλλίας δεν άφηνε αμφιβολία: ο Τσαρλς Μπρόνσον στο Λουτράκι! Ήμουν βέβαιος πως μαζί του θα ήταν κι εκείνη: θα είχε εγκαταλείψει τον άντρα της και θα περιδιάβαινε μαζί του τις μεσογειακές κωμοπόλεις, πολύτιμη πια σύμβουλος στις διαλευκάνσεις μαύρων συμβάντων. Άρχισα να την αναζητώ ανάμεσα στις πλείστες κοντομαλλούσες παραθερίστριες, μια ακόμα περιπέτεια προστιθέμενη σε δεκάδες άλλες εξίσου απέλπιδες αλλά εστιασμένες στο απίθανο πιθανό.

Κάποια στιγμή σκέφτηκα πως μπορεί να είχαν κλειστεί σε κάποιο κατάλυμα σαν το Παλμ, και, ξαπλωμένοι στα καθαρά σεντόνια με την κολλώδη υφή και την μυρωδιά του στεγνοκαθαριστηρίου, όπως όλα των ξενοδοχείων, θα έκαναν έρωτες, θα διάβαζαν και θα αφουγκράζονταν τους ήχους του καλοκαιριού. Βρήκα το προφανές αντίστοιχό του σ’ ένα σχεδόν ίδιο λευκό διώροφο ξενοδοχείο που  έστεκε απόμερο μπροστά στην αλμύρα μετά τα τελευταία σπίτια του οικισμού. Είχε άλλη πινακίδα αλλά οι δυο φοίνικες μπροστά του υπονοούσαν το μυστικό του όνομα. Στηνόμουν για ώρες στην μικρή πλατεία απέναντι, περιμένοντας κάποια ένδειξη. Στο τέλος απόμεινα να σχεδιάζω στα γκρι χάρτινα τραπεζομάντηλα των εστιατορίων τοπογραφικά διαγράμματα των δυο θέρετρων, βάζοντας μετά το ένα πάνω στο άλλο, σαν διπλότυπο αποκάλυψης κάποιου μυστηρίου.

Δεκαετίες αργότερα έφτασα σε μια ιστοσελίδα αφιερωμένη στις τοποθεσίες όπου είχαν γυριστεί σκηνές από ταινίες και έβαζε δίπλα δίπλα τις σχετικές φωτογραφίες, όπως ήταν τότε και όπως είναι τώρα [1]. Παρά την αναπόφευκτη αλλοίωση, η ικανοποίηση ήταν μεγάλη: μπορεί οι χαρακτήρες να χάθηκαν αλλά οι τόποι βρίσκονταν εκεί, μάρτυρες πως όλα πράγματι συνέβησαν. Όμως κάτω από την φωτογραφία του Palm Hotel δεν υπήρχε το σύγχρονο αντίστοιχό του, παρά μόνο η ένδειξη πως το κτίσμα ήταν κατασκευασμένο σκηνικό. Περίμενα σε λάθος μέρος λοιπόν. Τουλάχιστον ο κόσμος του σινεμά είναι μικρός και η Μαρλέν Ζομπέρ δεν μπορούσε να μου κρυφτεί, πόσο μάλλον όταν ο αστράγαλός της κλήθηκε υποδύθηκε με σάρκα και οστό τον περιώνυμο αστράγαλο μιας νουβέλας και της συνακόλουθης ταινίας [2]. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: La passage de la pluie (René Clément, 1970). H γυναίκα: Marlène Jobert.

[1]http://lieuxdetournages.over-blog.com/2014/04/le-passager-de-la-pluie-rene-clement-1970.html [τελευταία επίσκεψη: 1/6//2021]

[2] Lastragale, Albertin Sarrazin, 1965 και Guy Casaril, 1968, αντίστοιχα.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

13
Ιολ.
21

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 17: Οι πλανημένες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 31 (Ιούλιος 2021), εδώ

XXVΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 17: Οι πλανημένες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Θα σας κάνω μια ερώτηση κι εσείς απαντήστε την στον καθρέφτη του σπιτιού ή της οθόνης σας, σε απόλυτη μόνωση. Θελήσατε ποτέ να γίνετε για λίγες ώρες ένα κάθαρμα του έρωτα και στη συνέχεια να επιστρέψετε χωρίς συνέπειες στην προηγούμενη αγία σας κατάσταση; Για παράδειγμα, να διασπείρετε ζιζάνια σε μια ευτυχισμένη σχέση και μετά να ξαπλώσετε πάνω στα χαλάσματά της ή να παρασύρετε μια γυναίκα στα εδάφη του δικού σας (ψευδούς προφανώς) έρωτα; Να χορτάσετε απ’ το θύμα σας για όσο θελήσετε και μετά να σπεύσετε στο επόμενο; Σφίχτηκε το στομάχι σας, όπως και το δικό μου, έχετε δίκιο, δεν σκεφτήκαμε ποτέ τέτοια πράγματα. Αν όμως, λέμε αν, με υποχρέωναν με τις χείριστες απειλές να επιλέξω έναν τεχνουργημένο παλιάνθρωπο, αυτός θα ήταν ο απόλυτα ανήθικος Βαλμόν του επιστολικού μυθιστορήματος του Πιέρ Σοντερλό ντε Λακλό Επικίνδυνες σχέσεις [1782].

Η εκλογή του πρωτογενούς, βιβλιογραφημένου ήρωα θα μου χάριζε ζηλευτή καταγωγή και περίφημες περγαμηνές, περίτεχνη πλάση από ιδιαίτατο συγγραφέα και ανυπέρβλητες σελίδες προς τιμήν μου. Αμάθητος, όμως, σε περιβάλλοντα άλλων αιώνων, είναι αδύνατο να μην προτιμήσω μια κινηματογραφική του εκδοχή και να ενδυθώ μια ακαταμάχητη αντρική φιγούρα, πόσο μάλλον αν πρόκειται ν’ αγκαλιαστώ διαδοχικά από τρεις γυναίκες επ’ ουδενί απαρνήσιμες. Να είμαι γητευτής περίκομψος σαν τον Ζεράρ Φιλίπ – πόσους άλλους άντρες θα υποκρινόταν αν δεν ασθενούσε τόσο νέος και δεν πέθαινε οχτώ βδομάδες αργότερα! – να χαίρομαι τα καπνισμένα καταγώγια και τα ξέφρενα πάρτι στην Γαλλία του 1959 και να γίνομαι αποπλανητής γυναικών που επιθυμούσαν την αποπλάνηση και μου παραχωρούσαν ακόμα και ασυνείδητα το δικαίωμα να γκρεμίσω τα τείχη τους και να εισβάλλω στους λειμώνες που μοσχοβολούσαν στην μέσα πλευρά.

Δεν θα κατάφερνα τίποτα απ’ όλα αυτά αν δεν είχα δίπλα μου την πιο διεφθαρμένη Ιουλιέττα των τεχνών, την σύζυγό μου Ζυλιέτ με την μορφή της Ζαν Μορώ. Το πρόσωπό της είχε την ωραιότητα της ωριμότητας αλλά έκρυβε δόλους και διαστροφές. Μαζί περιγελάσαμε την δυαδικότητα της αγάπης και τις δήθεν αφοσιωτικές και αποκλειστικές σχέσεις (εκείνη το θα το ξανάκανε στο Ζυλ και Ζιμ) και συμφωνήσαμε κοινή ερωτική ελευθερία υπό τον όρο να μην ερωτευτούμε κάποιο από τα θύματά μας. Παραμερίζαμε ζήλειες και άλλα ταπεινά συναισθήματα και μοιραζόμασταν κάθε λεπτομέρεια των αποπλανήσεών μας.

Ήμασταν ακαταμάχητοι. Περιφερόμασταν στις κοινωνικές συναθροίσεις κι όλοι μιλούσαν για μας κι εμείς με τη σειρά μας απογειώναμε ή προσγειώναμε όσους μας περιτριγύριζαν. Όταν κάποιος ήδη παγιδευμένος στα δίχτυα της τής ζήτησε λίγο περισσότερο χρόνο και την ρώτησε γιατί παραμένει μαζί μου, εκείνη τον παρότρυνε να κοιτάξει την ομήγυρη: όλες οι γυναίκες βαριούνται περισσότερο με τους εραστές τους παρά τους συζύγους τους – με τον Βαλμόν δεν το παθαίνω ποτέ. Σ’ εκείνο το πάρτι την ρώτησα για τους άντρες της και μου είπε πως τους βαρέθηκε και ψάχνει τρόπο να τους χωρίσει. Πάντα υποστήριζε πως το στυλ του χωρισμού είναι όλη η γοητεία της σχέσης. Μου άρεσε να την φιλώ όταν τους μιλούσε στο τηλέφωνο. Βέβαια μετά μπορούσε να αρνείται τον έρωτά μου: δεν απατώ τον περιστασιακό εραστή μου ούτε μ’ εσένα. Η δική μου φιλοσοφία συνοψιζόταν στη φράση: «σε ήθελα, σε κέρδισα, αντίο». Μετά ευχαρίστως θα αποκαθιστούσα τις τεθλιμμένες ερωμένες, όπως ο Καζανόβα, που τους έβρισκε συζύγους.

Το πρώτο μας θύμα ήταν η ξαδέλφη μου, νεαρότατη Σεσίλ. Σκόπευε να παντρευτεί κάποιον Κουρτ αλλά ήταν ερωτευμένη με τον φοιτητή Ντανσενί (έναν νεότατο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν) που, ασπούδαστος και αστράτευτος, της ζητούσε να κάνει υπομονή. Η Ζυλιέτ ενθουσιάστηκε· ήταν η τέλεια πρόκληση σαγήνευσης, κάτι σαν διπλή κλοπή. Στις επιφυλάξεις μου για την συγγενική μας σχέση μου απάντησε: Κι εγώ είμαι γυναίκα σου και σου κάνω ένα μέγιστο δώρο. Είναι νεότατη, λίγο αδέξια, αλλά τα μάτια της είναι γεμάτα υποσχέσεις. Ό,τι μαθαίνουμε σ’ αυτή την ηλικία μένει σ’ όλη μας τη ζωή. Θα γελάμε για χρόνια, είπαμε για άλλη, μια φορά και με διαβεβαίωσε να μην ανησυχώ για την ευαίσθητη Σεσίλ. Μια νεαρή γυναίκα διαπλάθεται, όπως εσύ διέπλασες εμένα. Ποιος διέπλασε ποιον… αναρωτήθηκα εντός μου.

Αμέσως συνέλαβε το σχέδιο, να μην πάω στην Ελβετία, όπως σκόπευα, αλλά σ’ ένα χιονοδρομικό κέντρο στην Μεζέβ, μαζί τους· απλώς άλλαξα χιόνι. Όταν την συνάντησα η παμπόνηρη μητέρα της σκέφτηκε πως βρισκόμουν εκεί για να παρασύρω κάποια, μόνο που η τελευταία που θα σκεφτόταν ήταν η κόρη της. Καθώς επέμενε της υποσχέθηκα πως θα της αποκαλύψω το όνομα του θύματος όταν θα έχει ενδώσει. Πόσο με διασκέδαζαν τέτοιες κωμικοτραγικές ειρωνείες! Φρόντισα έγκαιρα να συνδεθώ καλύτερα με την Σεσίλ εξασφαλίζοντας μια μεταξύ μας συνενοχή, καθώς την βοήθησα να κρύψει ένα γράμμα από τον κρυφό μνηστήρα της. Αλλά στις χιονισμένες πλαγιές γνώρισα την Μαριάν, ενδεδυμένη με την αγγελική ξανθότητα της Ανέτ Βαντίμ, και τώρα η σαγήνη ήταν όλη δική μου. Η ομορφιά της εκτυφλωτική, η αγνότητά της άστραφτε σαν το ολόλευκο φως τους. Μέχρι σήμερα είχα εύκολες κατακτήσεις, τώρα μου παρουσιαζόταν μια γυναίκα ιδιαίτερης δυσκολίας. Ήταν παντρεμένη και είχε έρθει με την κόρη της και την θεία της σε ένα μικρό απομακρυσμένο σαλέ. Πάντα πίστευα ότι δεν υπάρχει απόρθητο φρούριο αλλά κακοί πορθητές, όμως τώρα η ποθητή πόλη έμοιαζε απροσπέλαστη.

Κι έτσι αποφάσισα να χρησιμοποιήσω ένα απροσδόκητο όπλο: την αλήθεια! Όταν γνωριστήκαμε άρχισα να της διηγούμαι τα κατορθώματά μου ως ενός ακόρεστου, μανιασμένου Δον Ζουάν. Της μίλησα για την συμφωνία με την γυναίκα μου να τα λέμε όλα, να επιτρέπουμε και να τολμούμε τα πάντα· για τον μοναδικό μας κανόνα να παραμένουμε διαυγείς και να μην πέσουμε στην παγίδα του έρωτα. Δεν έκρυψα την παραμικρή λεπτομέρεια, για να δω τι άντεχε ν’ ακούσει. Με άκουγε προσοχή, όχι χωρίς θλίψη. Και τότε ζήτησα την βοήθειά της. Στον έρωτα, της είπα, δεν αναζητούμε παρά την πλήρη ηδονή – μέχρι που η ηδονή γίνεται θλίψη. Ακολουθεί το παραλήρημα κι ύστερα μένει μια μεγάλη αγωνία, ένας βαθύς φόβος… Ήμουν τόσο καλός ώστε παραλίγο να πιστέψω την εξομολόγησή μου. Ήμουν βέβαιος πως η Μαριάν θα ζητούσε να με ξαναδεί κι αυτό θα της δημιουργούσε τύψεις. Δεν ήθελα να της τις αφαιρέσω, ήθελα να διαθέτει αρετή που θα θυσίαζε για μένα. Έσπευσα να τα γράψω όλα στην γυναίκα μου κι εκείνη κατέφτασε εσπευσμένα.

Εξαντλημένος από την προσπάθεια, αναζήτησα καταφύγιο κάτω από τις ζεστές κουβέρτες της Σεσίλ. Χτύπησα την πόρτα του δωματίου της στο ξενοδοχείο, εισέβαλα στο δωμάτιό της και, εμπνευσμένος από μια ερωτική γκραβούρα στον τοίχο, της σήκωσα τα σκεπάσματα. Τα πάνω πόδια της έγιναν ζεστό προσκεφάλι μου. Μου εμπιστεύτηκε τον ερωτικό της διχασμό, ενώ κατέγραφα τα πάντα μ’ ένα κρυμμένο κασετόφωνο, για να την έχω αιχμάλωτη των λόγων της. Μιλούσαμε τον πληθυντικό της ευγένειας, την διαβεβαίωσα πως την καταλαβαίνω που όλοι της φέρονται σαν μικρό παιδί, της επισήμανα πως ο έρωτας είναι η τέχνη να βοηθάς την φύση. Στο τέλος της είπα δεν σας αφήνω αν δε με αφήσετε να σας φιλήσω και φυσικά η πρώτη ανταπόκριση ήταν όχι και κάποια επόμενη ήταν ναι. Εσείς, τυχεροί για άλλη μια φορά, είδατε τον πρώτο μας εναγκαλισμό σ’ ένα ιδανικό καρέ: ημίφωτο δωμάτιο, η ράχη μιας πολυθρόνας και εξέχοντα αυτής τα έξοχα πόδια της, λες και ύψωναν ένα σύνθημα απελευθέρωσης. Φεύγοντας της έκανα την φιλοφρόνηση πως της πάνε οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα ματάκια της. Όντως της πήγαιναν.

Πίσω στο σαλέ άρχιζε η χορευτική βραδιά των θαμώνων. Μόλις κατέφτασε η Μαριάν κι έσπευσε στην τουαλέτα να αλλάξει παπούτσια, την βοήθησα να βγάλει τις χιονισμένες της μπότες. Χορέψαμε, της έδινα να πίνει και στο σβήσιμο των φώτων για την αλλαγή του χρόνου ανταλλάξαμε το τελευταίο φιλί της χρονιάς και το πρώτο της επόμενης. Κατόπιν φρόντισα να την γειώσω: όταν με ρώτησε τι είπα στην γυναίκα μου για εκείνη, της απάντησα πως την Ζυλιέτ δεν την ενδιαφέρουν οι συμβατικές γυναίκες. Όταν αποσύρθηκε από τον χορό, την ακολούθησα στο δωμάτιό της. Της είπα πως την αγαπώ, πως εκείνη με ανάγκασε να το εκστομίσω, γιατί δεν ήθελα να το ξέρει για να μη χαλάσει η φιλία μας, το μοναδικό έντιμο πράγμα στην ζωή μου. Ήθελε να φύγω αλλά συνέχισα: εφόσον με άλλαξε δεν έχει δικαίωμα να με διώχνει, το μόνο που της ζητάω είναι να την βλέπω καμιά φορά. Πόσο μου άρεσε να την βλέπω να αμύνεται και σιγά σιγά να χάνει τον έλεγχο!

Στο δωμάτιο με περίμενε η γυναίκα μου, αδημονώντας να μάθει τι συνέβη. Της είπα ότι δεν ήθελα να πιέσω άλλο το θήραμά μου, προτιμούσα να μου παραδοθεί. Μου τόνισε με την γνώριμη δηκτική της ηρεμία πως έχω ήδη αγαπήσει εκείνη την γυναίκα· πως έχουμε κι εμείς αξιοπρέπεια και δεν πρέπει να υποκύπτουμε στα ψέματα που εκφυλίζουν τα άλλα ζευγάρια. Ήθελε να το παραδεχτώ, να είμαι ειλικρινής και απέναντί στον εαυτό μου. Την διαβεβαίωσα πως αγαπώ μόνο μία, την έμπιστή και συνένοχό μου, αυτήν! Και τότε μου ζήτησε να της αποδείξω την αγάπη μου κι ο τρόπος ήταν ένας: να αποπλανήσω την Μαριάν και μετά να την παρατήσω, όπως έκανα πάντα ως τώρα. Της το υποσχέθηκα.

Η Ζυλιέτ προχώρησε στο βήμα που πάντα απολάμβανε. Πήγε στην Σεσίλ και της είπε ότι γνωρίζει όσα συνέβησαν. Εκείνη απολογήθηκε πως εγώ την υποχρέωσα να μου δοθεί, παρά την ντροπή και το κλάμα της. Η γυναίκα μου την καθησύχασε: Δεν ήταν σα να τον αγαπάς εκείνη τη στιγμή; Η ντροπή του έρωτα είναι σαν τον πόνο του, συμβαίνει μόνο μια φορά. Η Σεσίλ αγκαλιά με τις γάμπες της την άκουγε να την συμβουλεύει, να της προτείνει να αγαπά τον Ντανσενί με την καρδιά της κι εμένα όπως εκείνη τη νύχτα. Αλλά δεν πρέπει να δίνεται σ’ έναν άντρα και μετά να του κλείνει την πόρτα κατάμουτρα γιατί αλλιώς θα πάει να αποκαλύψει τα πάντα! «Ο άντρας κάνει το πρώτο βήμα, η γυναίκα τα επόμενα». Την είχαμε πλέον καλά δεμένη. Κι έτσι την επισκέφτηκα κι ήταν πάνω στη γυμνή της πλάτη που τηλεφωνούσα στην Μαριάν αλλά η θεία της αρνούνταν να μου την δώσει. Και καθώς βοηθούσα την Σεσίλ στη μελέτη της γεωμετρίας, τότε συνέλεβα την ιδέα πως ο συντομότερος δρόμος είναι η ευθεία: ένα τραίνο κατευθείαν ως το σπίτι της.

Την επισκέφτηκα σε ώρα που γνώριζα πως θα είναι μόνη. Μου άνοιξε γοητευτικότερη από πότε, με την σπιτική της ρόμπα, τα λυτά της μαλλιά, την θλίψη και την οργή μοιρασμένες στο βλέμμα. Της είπα πως αυτή τη φορά δεν χρειάζεται να με διώξει, απλά πήγα να την αποχαιρετήσω· εγκαταλείπω γυναίκα και καριέρα, δέχτηκα μια δουλειά έντεκα χιλιάδες τριακόσια πενήντα χιλιόμετρα μακριά, στη Ρεϋνιόν, ένα νησί ανατολικά της Μαδαγασκάρης. Η ιδέα ότι θα ζούσαμε στην ίδια πόλη χωρίς την δυνατότητα να την βλέπω θα μου ήταν ανυπόφορη. Έφευγα για να γλιτώσω από τον εαυτό μου· η ζωή μου ήταν ένα κενό που εκείνη μ’ έκανε να καταλάβω. Ήταν η στιγμή που υπολόγιζα πολύ στη βοήθεια των δακρύων αλλά η τεταμένη μου προσοχή τα έφραζε. Τότε θυμήθηκα τα μαθήματα της Ζυλιέτ, ότι σε αντίθεση με τους άντρες που φοβούνται μη γελοιοποιηθούν, οι γυναίκες αισθάνονται μεγαλείο την στιγμή που είναι έτοιμες να παραδοθούν. Καθώς οι άνθρωποι που λένε πως θα αυτοκτονήσουν ποτέ δεν το κάνουν, προτίμησα να την αφήσω να μαντέψει κάποια σκοτεινή πρόθεση αυτοκαταστροφής, σε σημείο εκείνη να θεωρεί ότι αν μου παραδιδόταν θα μου κάνει μικρότερο κακό. Όταν κατάλαβα πως μίλησα αρκετά, ετοίμασα την Έξοδό μου. Της ευχήθηκα να είναι πάντα ευτυχισμένη γιατί μόνο αυτό θα μετράει μέσα μου, της φίλησα τρυφερά τα χέρια και κίνησα προς την πόρτα. Έτρεξε να με σταματήσει, να μου πει πως δεν θέλει να είμαι δυστυχισμένος – πόσο πανέμορφη η μορφή της έτσι όπως με αντίκριζε με τρυφερότητα! Φιληθήκαμε, γονατίσαμε, παραδόθηκε, μου δόθηκε. Όλα τούτα τα μετέφερα με κάθε λεπτομέρεια σε γράμμα προς την γυναίκα μου.

Η επόμενη σκηνή άξιζε κάθε κόπο και σκοπό που αγιάζει τα μέσα. Στο πρώτο της πλάνο τα πόδια της βρίσκονται «σε πρώτο πλάνο», μ’ ένα σπάνιο στα κινηματογραφικά χρονικά ζουμ, βυθισμένα στο μαλακό καναπέ της, λες και τα δάχτυλα μόλις αναδύονται στην νέα πραγματικότητα. Ο φακός ανεβαίνει στις γάμπες, στους μηρούς, στο στομάχι με τις σπαρμένες ελίτσες. Εκείνη βρίσκεται ξαπλωμένη στον καναπέ, καλύπτοντας την άνω γύμνια της κι εγώ καθισμένος στο πάτωμα, γερμένος πάνω της. Η ζεστή της παλάμη πλευρίζει το μάγουλό μου. Είναι η απόλυτη μεταστιγμή της σύμμειξης των εραστών. Έως και η μυρωδιά των υγρών μας είναι εμφανής για τους διοπτροφόρους της θείας ερωτικής ευχαριστίας. Η απόλαυση ήταν πλήρης και αμοιβαία. Της υποσχέθηκα αιώνια αγάπη και πρέπει να παραδεχτώ πως για κάποια ώρα ή κάποια λεπτά, ποιος ξέρει πόσα, το εννοούσα.

Αποφασίσαμε να κρυφτούμε μερικές ημέρες σ’ ένα ξενοδοχείο στην Νορμανδία. Μουντό κλίμα, έρημη παραλία, μακριά κάποιος καθάριζε μια σειρά από άδειες καμπίνες. Περπατούσαμε στην πλατειά αμμουδιά, ξαπλώσαμε, της έβγαλα τα παπούτσια και τις λεπτές κάλτσες, φίλησα τα ακρόδάχτυλα και ζέστανα με το χνώτο τα πέλματά της, καθώς ανταλλάζαμε ερωτικούς λόγους. Απορούσα με τον σκηνοθέτη Ροζέ Βαντίμ που παρέδιδε στα χείλη μου τα γυμνά πόδια της γυναίκας του. Εμφανώς δεν συμμεριζόταν τις προτιμήσεις μου, εκτός εάν προέκρινε ακριβώς την συλλογική της μνημείωση.

Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μου τηλεφώνησαν για μια νέα σημαντική δουλειά: έναν οργανισμό για υπό ανάπτυξη χώρες. Η Μαριάν μελαγχόλησε, το σχέδιο μας για ένα σπίτι στο Μαρλί με τριανταφυλλένιο κήπο έπρεπε να παραμεριστεί. Άνοιξα ένα σημειωματάριο να της δείξω το νέο δρομολόγιο της αγάπης μας: Τόκιο, Ναϊρόμπι, Καλκούτα. Μου είπε πως φοβάται, της είπα πόσο μ’ αρέσει όταν φοβάται. Έσπευσα στην Ζυλιέτ που φυσικά είχε μεσολαβήσει για τη νέα μου δουλειά. Με ρώτησε αν κράτησα την υπόσχεση να χωρίσω την Μαριάν, παραδέχτηκα πως δεν βρίσκω τον τρόπο. Τότε ανέλαβε εκείνη να της τηλεγραφήσει. Μαντάμ Τουρβέλ, Ξενοδοχείο ντι Ρουά, Ντοβίλ. « Άγγελέ μου, βαριόμαστε τα πάντα, είναι νόμος της φύσης, στοπ. Σε πήρα με ευχαρίστηση και σε αφήνω χωρίς λύπη, στοπ.» Την κοιτούσα έκπληκτος, μα όφειλα να υποχωρήσω. Το τηλεγράφημα θα έφτανε σε μία ώρα, όταν η Μαριάν είχε ήδη τηλεφωνήσει στον σύζυγό της να του ανακοινώσει τον έρωτά μας και το τέλος του γάμου τους. Τώρα δεν είχε καν την δυνατότητα να επιστρέψει στην προηγούμενη ζωή της. Συγκρατούσα τα συναισθήματά μου αλλά όταν της τηλεφώνησε ο Ντανσενί εξοργίστηκα. Τι σχέση είχε μαζί της; Μου εξήγησε πως η Σεσίλ την είχε παρακαλέσει να τον πείσει να παντρευτούν, και φυσικά η Ζυλιέτ έκανε το αντίθετο: του είπε ότι ένας νέος ερευνητής δεν πρέπει να παντρεύεται και τον προσέλκυσε στην γοητεία της. Τώρα ετοιμαζόταν να τον συναντήσει, αυτόν τον νεαρό! Φιλονικήσαμε, μου είπε πως επέστρεψα σαν κακός σύζυγος, την προειδοποίησα πως, αν πάει, είμαστε σε πόλεμο. Η συμφωνία μας είχε διαρρηχθεί.

Στου Μιγκέλ, άντρο πρόσφορο για κάθε είδους ξεσάλωμα, άρχιζε να παίζει μια τζαζ μπάντα, με τον διονυσιακό Art Blakey στα κρουστά. Αφού η γυναίκα μου είχε εκεί ραντεβού με τον Ντανσενί, θα πήγαινα κι εγώ με την Σεσίλ, στην οποία τα μαρτύρησα όλα, το ίδιο και στον μνηστήρα της. Η Ζυλιέτ τους βρήκε αγκαλιασμένους, να την αγνοούν. Εκείνη η πληγωμένη της, δήθεν ανεπηρέαστη έκφρασή της! Την ειρωνεύτηκα με τα ίδια λόγια που χρησιμοποίησε όταν υπέφερα. Εγώ δεν χλευάζω, εκδικούμαι, είπε κι αποχώρησε. Ο κόσμος άναβε, η τζαζ αγρίευε, τα φώτα χαμήλωναν. Ξεσαλωμένες γυναίκας χόρευαν και μεθούσαν. Μπροστά μου κάποια σωριάστηκε χαμογελαστή στην πολυθρόνα, πετώντας τα παπούτσια της. Επιχείρησα να τηλεφωνήσω στην Μαριάν αλλά μάταια. Όταν ο Ντανσενί επέστρεψε στο δωμάτιό του τον περίμενε η Ζυλιέτ και του έδωσε το γράμμα που της είχα στείλει, περιγράφοντας την νύχτα μου με την Σεσίλ του. Η εκδίκησή της είχε τον γραφικό μου χαρακτήρα.

Συνέχισα να πίνω και να κοιτάζω τις γυναίκες να οργιάζουν μα καμία δεν μου έκανε αίσθηση. Όταν επέστρεψε οργισμένος ο Ντανσενί ήμουν σχεδόν μεθυσμένος. Μου έδειξε το γράμμα και του απάντησα με θράσος πως αναπλήρωσα τα καθήκοντά του όσο εκείνος έλειπε, πως τους συμφιλίωσα και της βρήκα πατέρα για το παιδί που της έκανα. Με γρονθοκόπησε κι ασταθής όπως ήμουν απ’ το ποτό έπεσα και χτύπησα ανεπανόρθωτα το κεφάλι μου – ένας συνήθης κινηματογραφικός θάνατος. Η Μαριάν πληροφορήθηκε τον θάνατό μου από τις εφημερίδες αλλά αρνήθηκε να τον αποδεχτεί: έλεγε στην θεία της πως με περιμένει για το Ρεϋνιόν μας, που, τι ειρωνεία,  σημαίνει και επανένωση. Όσο για την γυναίκα μου, επιχειρούσε να κάψει όλα μου τα γράμματα όταν την επισκέφτηκε ο επιθεωρητής. Πάνω στο πανικό της άρπαξαν φωτιά τα μαλλιά της και παραμορφώθηκε το μισό της πρόσωπο – όλοι έλεγαν πως απέκτησε την εικόνα της ψυχής της.

Παραπλανημένες, αποπλανημένες ή απλώς πλανημένες, η γυναίκες πίστεψαν πως οι Επικίνδυνες Σχέσεις μπορούν να καταστούν ασφαλείς. Όμως τα ίδια τους τα πόδια έπαιρναν άλλη θέση. Τα πόδια της Σεσίλ στην πολυθρόνα του ξενοδοχείου εκκινούσαν την παράδοσή της στην αποπλάνηση, την οικειοθελή προσχώρηση στην πλάνη ενός άλλου, διαφορετικού έρωτα· τα πόδια της Μαριάν στον καναπέ του σπιτιού της την ολοκλήρωναν· και, τέλος, τα δια χειρός μου γυμνούμενα πόδια της στην παραλία επισφράγιζαν την οριστική της άφεση σε μια νέα ερωτική ζωή.

Φυσικά επανέλαβα πλείστες εκδοχές αυτού του κινηματογραφικού μου βίου, στις οποίες αρνιόμουν να παραδώσω το πνεύμα υπό τους καπνούς εκείνης της οργιαστικής τζαζ, παρόλο που, ομολογουμένως, επρόκειτο για έναν ωραίο θάνατο. Τον απέδωσαν σ’ ένα λάθος και συνέχισα να ζω και να πλανεύω ετοιμοπαράδοτα σώματα, με την αγαστή συνεργασία της άσπονδης εταίρου μου, με την οποία, συμφιλιωμένοι, συνεχίζαμε εθισμένοι στις ερωτικές εξαπατήσεις, σαν ναρκομανείς που έχουν το ίδιο πάθος και προτιμούν να παίρνουν την δόση τους μαζί παρά μόνοι. Ίσως πάλι να είχα διαλύσει την συζυγική μας αδελφότητα και να επιχειρούσα μόνος, με πλήρη ελευθερία κινήσεων στην αέναη αυταπάτη των κατακτήσεων, έχοντας παραγνωρίσει τον αφορισμό της Ζυλιέτ: «Σας διαλέγουμε, σας κερδίζουμε και πιστεύετε πως μας κατακτήσατε». Εννοείται πως δεν τέθηκε θέμα να αλλάξω χαρακτήρα και να μετανοήσω, καθώς αποτελούσε σταθερό κανόνα του παιγνίου μου να μην προδίδω ποτέ έναν ρόλο. Άλλωστε, τέτοιες μεταμέλειες συμβαίνουν μόνο στο σινεμά. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Liaisons Dangereuses (Roger Vadim, 1959). Οι γυναίκες: Jeanne Moreau (Juliette), Annete Vadim (Marianne), Jeanne Valérie (Cécile)

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

06
Ιολ.
21

Κάρλος Φουέντες – Ο Νίτσε στο μπαλκόνι

Εδώ ολοκληρώνεται η Λογοτεχνική Εργογραφία του Φουέντες, αν μπορεί ποτέ κανείς να πει ότι τα βιβλία τελειώνουν με μια ανάγνωση. Πρόκειται για το τελευταίο του βιβλίο και μάλιστα σε μεταθανάτια έκδοση. Αυτό και μόνο αρκεί για να προκαλέσει μέγιστο ενδιαφέρον: πώς επιλέγει να γράψει αυτός ο σπάνιος συγγραφέας στα ύστατα του βίου; Σίγουρα όχι τις δαιδαλώδεις μπαρόκ αφηγήσεις των πρώτων μυθιστορημάτων του αλλά ούτε και τις συγκλονιστικές, σπονδυλωτές ιστορίες των ύστερων.

Ενώ λοιπόν σε αυτά τα τελευταία ελευθέρωνε δεκάδες χαρακτήρες και διασταυρούμενες ιστορίες που συνέβαιναν σε εξοχές και εσοχές του ανθρώπινου πόνου, κατασκευάζοντας ένα συμπαγές σύμπαν χαρακτήρων που οδηγούνταν σε πάσης φύσεως καταστροφή, εδώ επιχειρείται κάτι εντελώς διαφορετικό: ένα είδος σχεδόν θεατρικής συνύπαρξης σε περισσότερο περίκλειστους τόπους και μια «συνάντηση» λίγων αλλά αρχετυπικών προσώπων που εκφράζουν το καθένα έναν ολόκληρο κόσμο και σίγουρα αντιπροσωπεύουν χιλιάδες άλλα πρόσωπα από πίσω τους. Τον ίδιο περισσότερο χαλαρό τρόπο επιλέγει ως προς την δομή του: το κάθε πρόσωπο καταλαμβάνει ένα μικρό ολιγοσέλιδο κεφάλαιο, και περιμένει την σειρά του μέχρι να περάσουν με τον ίδιο τρόπο και τα άλλα. Έτσι η κάθε μικροβιογραφία αποδίδεται με σκιαγράφημα, δημιουργώντας φυσικά σταδιακά μια ευρύτερη εικόνα.

Υψηλότερος καλεσμένος και πλέον απρόσμενη παρουσία, ο φιλόσοφος που εξέφρασε πλείστα άλεκτα κι ανέκφραστα, ο πολλαπλά και διχαστικά αναγνωσμένος Φρειδερίκος Νίτσε. Μέχρι τώρα το πνεύμα του μπορεί να υπήρχε εμφανώς ή σε λανθάνουσα μορφή μέσα σε διαφορετικούς ήρωες του Μεξικανού συγγραφέα· αυτή τη φορά έρχεται ο ίδιος αυτοπροσώπως σε μια χωροχρονική μεταφορά: προσκαλείται για το περιορισμένο χρονικό διάστημα – διάσελο των 24 ωρών σ’ ένα αναβράζον, με ετοιμότητα ή απλή λαχτάρα για επανάσταση Μεξικό. Ο αφηγητής τον συναντά στο γειτονικό μπαλκόνι ενός ξενοδοχείου, καθώς αδυνατεί να κοιμηθεί «σε μια από εκείνες τις νύχτες που δεν απαλύνουν την ζέστη της ημέρας αλλά την αυξάνουν». Στο μπαρ του ίδιου ξενοδοχείου Μετροπόλ συχνάζει κάποια Ντόριαν που αφήνει πάντα την μία της μασχάλη αξύριστη (μια καστανή σκιά, επιθετική και νυχτερινή) και αναζητεί την απάντηση στο ερώτημα ποια είμαι – και τα δυο αυτά χαρακτηριστικά της δεν είναι διόλου άσχετα.

Την ίδια στιγμή παρακολουθούμε την ζωή του δικηγόρου Ααρών Ασάρ και του κατηγορούμενου για σεξουαλική κακοποίηση κοριτσιών Ραγιόν Μερσί (για τον οποίο ο προαναφερθείς δικηγόρος υποστηρίζει πως δεν του αξίζει η αμετάκλητη ζωή του θανάτου αλλά μια διαρκής δέσμευση μεταξύ ζωής και θανάτου). Ένα ακόμα κακοποιημένο κορίτσι, η μικρή Ελίσα, άθελά της «δοκιμάζει τις διδασκαλίες του Νίτσε» καθώς υφίσταται τα πάνδεινα από την μητέρα της και τον προμηθευτή ναρκωτικών εραστή της στην νιτσεϊκή «κόλαση της αιώνιας επανάληψης», μέχρι να σωθεί από τους γείτονες και να βρεθεί υιοθετημένη από ευυπόληπτο ζεύγος που την παίρνουν από λύπηση και χριστιανική φιλανθρωπία και να την υπερασπιστεί ως υπηρεσιακός συνήγορος ο δικηγόρος Ασάρ καθώς εκείνη κατηγορείται για την ανεξήγητη δολοφονία τους.

Σε ένα άλλο σπίτι της πόλης ζει ο αφηγητής Δάντε που έχει υποστεί μαζί με τον αδελφό του Λεονάρδο το κλείδωμα σε σκοτεινό δωμάτιο από τον πατέρα του Ζαχαρία και αποφασίζουν να το μετατρέψουν σε «ένα νέο μέρος για παιχνίδι» για να γελοιοποιούν την τιμωρία του πατέρα του· και τώρα, χρόνια μετά την φυγή της μητέρας, αποφασίζουν να ανεβάσουν τον πατέρα στο ίδιο αυτό δωμάτιο της σοφίτας, εκθρονισμένο, χωρίς εξουσία. Μια σειρά από δευτερεύοντα πρόσωπα παίρνουν και δίνουν την σκυτάλη των κεφαλαίων συμπληρώνοντας τον άθλιο ιδιωτικό μικρόκοσμο ενός αθλιότερου μεγάλου δημόσιου κόσμου. Ο δεύτερος αυτός κόσμος βρίσκει την κοινωνία απύθμενο βάλτο και την πολιτική μια απροκάλυπτη επιχείρηση.

Η τραγική ιστορία της Λατινικής Αμερικής συμπυκνώνεται σε λίγες λέξεις που απηχούν αφαιρετικά όσα συμβαίνουν παραέξω: δολοφονίες, εξαφανίσεις, πολιτικές ανατροπές, ανελεύθερα καθεστώτα. Πώς θα έβλεπε ο Νίτσε την βρώμικη καθημερινότητα μιας χώρας όπως το Μεξικό; Το βλέμμα του που προσπάθησε να δει και να γράψει Πέρα από το καλό και το κακό ή να σκιαγραφήσει τον μέλλοντα Υπεράνθρωπο, για να αναφέρουμε δυο από τα βιβλία στα οποία γίνεται αναφορά εδώ, τώρα μοιάζει αμήχανο: μπορεί ο Γερμανός φιλόσοφος φιλόσοφος να κατανοήσει και να ερμηνεύσει αυτόν τον κόσμο;

Το πάθος της εξουσίας (μια από τις εμμονές του Φουέντες, που έφερε στο αποκορύφωμα με μυθιστορήματα όπως το Κάθισμα του Αετού) περνάει μέσα από την οδό της διαφθοράς, που μοιάζει η μόνη διαθέσιμη επιλογή. Στον αντίποδα, το πάθος της αλλαγής δεν έχει μόνο απέναντί του ολόκληρους μηχανισμούς της εξουσίας αλλά και την ίδια την ανθρώπινη αδυναμία, η οποία, συντρίβεται ανάμεσα στην εξαθλίωση και τον συμβιβασμό. Εκείνοι που αδυνατούν ή δεν μπορούν να εξεγερθούν, είναι έτοιμοι να ακούσουν τον πρώτο ηγέτη που θα μιλήσει τις επιθυμίες τους. Αλλά και η ίδια η ανατροπή (που άλλοι βαφτίζουν αντίδραση και άλλοι επανάσταση) είναι έτοιμη να αποκλείσει κάθε διαφορετική γνώμη ή να πνιγεί μέσα στις εκατοντάδες φωνές της δημοκρατίας. Ποιος είναι τελικά υπεύθυνος για την απαράλλαχτη κατάσταση; Οι διεφθαρμένοι ή ανίκανοι ηγέτες ή οι βολεμένοι ή βαριεστημένοι λαοί;

Ο Φουέντες βάζει για άλλη μια φορά στο παραπάνω πλαίσιο την ολική κατάπτωση των ανθρώπων στην ιδιωτική ζωή και ιδίως τον τρόπο που χρησιμοποιούν την σεξουαλική κακοποίηση για να διαλύσουν σώματα και ψυχές. Η σεξουαλική βία σε ανήλικους μπαίνει οριστικά στο κάδρο της σύγχρονης ανθρώπινης εξαθλίωσης. Η απελευθέρωση των ενστίκτων και το κτηνώδες ανθρώπινο πρόσωπο συνεχίζουν να σχεδιάζουν τον αέναο κύκλο του κακού. Αλλά τώρα περισσότερο από ποτέ συνδέονται τόσο άμεσα με την δημόσια κατάσταση. Πώς μπορεί να υπάρξει μια κοινωνική ανάταση όταν οι άνθρωποι προτάσσουν την ικανοποίηση άγριων ενστίκτων;

Ο Νίτσε αρνείται την φασιστική, αντισημιτική ή εθνικιστική ιδιότητα που του αποδόθηκε μέσα από επιλογές και ερμηνείες γραπτών· ήταν, όπως ισχυρίζεται, ένας άνθρωπος με μια πίστη παρεξηγημένη και παρακινδυνεμένη προς το μέλλον και τον υπεράνθρωπο άνθρωπο, ένας υμνητής της ζωής και του ζωτικού έρωτα αλλά γνωρίζει πλέον πως δεν είναι άνθρωπος αλλά κείμενο. Στο τέλος παραμένει το αναπάντητο ερώτημα: Το πεπρωμένο έρχεται δίχως τη θέλησή μας ή είμαστε εμείς που το προκαλούμε;

Σύντομα κεφάλαια αφιερωμένα το καθένα σε ένα πρόσωπο, πολλαπλασιασμένα κατ’ αύξοντα αριθμό, εναλλάσσονται σαν κυκλικός χορός μιας οριστικής γενεαλογίας της πτώσης. Ο Φουέντες δεν ζει πια ανάμεσά μας αλλά μέχρι τις τελευταίες του ημέρες προβληματιζόταν για την ασταμάτητη αυτή πτώση, όπως και για την σχετικότητα της αλήθειας και των εννοιών της δικαιοσύνης και της επανάστασης.

Εκδ. Κλειδάριθμος, 2018, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, σ. 368 [Carlos Fuentes, Federico en su Balcón (2012)]. Στο ζωγραφισμένο πορτραίτο ο φιλόσοφος. Η φωτογραφία: Car and Walker – Seen in Iztapalapa, Mexico City, this Saturday – Louis A De Jesus.

01
Μάι.
21

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 16: Οι αποδραστικές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 29 (Μάιος 2021), εδώ

ΧΧVI. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 16: Οι αποδραστικές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Τι ωραίος τρόπος να ξεκινήσει κανείς μια αφήγηση: να παρουσιαστεί ο ήρωας μόνος του, στην πιο αγαπημένη του στιγμή· στην περίσταση που γνωρίζει καλά πως εκεί βρίσκει κάτι από τον εαυτό του, ισορροπεί από τους συνεχείς κλυδωνισμούς του βίου, βιώνει για λίγα ψευδαισθητικά λεπτά την ψεύτρα ευτυχία ή σκουπίζει λίγο παραπέρα τον πόνο. Η Χόλυ Γκολάιτλι, ένα νεαρό κορίτσι που έφτασε στη Νέα Υόρκη στις αρχές της δεκαετίας του ’60 για να ζήσει όπως επιθυμεί, πηγαίνει ξημερώματα στην άδεια 5η Λεωφόρο και παίρνει όρθια το πρωινό της μπροστά στη βιτρίνα του κοσμηματοπωλείου Tiffany’s. Κάθε ανάλογη ιδιοστιγμή ολοκληρώνεται με το ταιριαστό της σάουντρακ και σ’ αυτήν εδώ πιστώθηκε οριστικά και αμετάκλητα η ψυχωφελής μελωδία του Moon River.

Είχα την τύχη να γνωρίσω την Χόλυ με το πλέον αβίαστο τρόπο: της χτύπησα την πόρτα ως νέος γείτονας, ζητώντας να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνό της. Ήμουν ένας συγγραφέας που δεν είχε εκδώσει παρά ένα βιβλίο με ιστορίες πέντε χρόνια πριν. Μου άνοιξε την πόρτα ξυπόλητη με μια άσπρη ρόμπα και μια τυρκουάζ μάσκα ύπνου σηκωμένη στο μέτωπο. Συμβίωνε μ’ έναν γάτο χωρίς όνομα, γιατί αυτό θα αποτελούσε ένδειξη δεσμού και στέρηση ελευθερίας. Στο λιλιπούτειο διαμέρισμά της άρχισε να μου μιλάει ακατάπαυστα· μου είπε για τις κόκκινες μέρες της, που την πιάνει ένας μεγάλος φόβος· τότε είναι που παίρνει ένα ταξί ως το κοσμηματοπωλείο Τίφφανυς κι εκεί όλα γίνονται καλά. Την άκουγα με μέγιστο ενδιαφέρον ιδίως όταν μου ανέφερε την επικείμενη επίσκεψή της στις φυλακές Σινγκ Σινγκ, για να κρατήσει στο επισκεπτήριο μια ώρα κουβέντας μ’ έναν μαφιόζο. Ζούσε συνοδεύοντας κυρίους σε γεύματα και λοιπά και αμειβόταν καλά για τις σχετικές αγαθοεργίες. Το μοναχικό της πρωινό μπροστά στην βιτρίνα του Τϊφφανυς ερχόταν συχνά μετά από κάθε βιοποριστικό ραντεβού.

Την επόμενη φορά ήταν η σειρά της να έρθει στο διαμέρισμά μου· είχε κλειστεί στο μπάνιο της για να αποφύγει έναν ανεπιθύμητο άντρα. Έβγαλε για ευκολία το μαύρο φόρεμα και τις μαύρες γόβες, έβαλε το λευκό της μπουρνούζι και τις «μπαλαρίνες» της, ξεγλίστρησε από το παράθυρο και ανέβηκε την εξωτερική σκάλα. Τώρα ήταν το δικό μου μικροσκοπικό δωμάτιο όπου κάναμε μια ασυνήθιστη βεγγέρα. Ήπιαμε, καπνίσαμε, με ρώτησε αν με πειράζει να με αποκαλεί Φρεντ, όπως λεγόταν ο αδελφός της, με διαβεβαίωσε πως δεν την πειράζει να την θεωρούν τρελή. Ξάπλωσε για λίγο πλάι μου, σα να γνωριζόμασταν χρόνια, κι έφυγε το ίδιο ξαφνικά όπως ήρθε. Την επόμενη βρήκα στο γραμματοκιβώτιό μου ένα σημείωμα: «συγνώμη για χθες, ποτό σήμερα γύρω στις έξι». Η χαρά μου κόπηκε όταν μπήκα στο σπίτι της: οι προσκεκλημένοι ήταν δεκάδες. Ήταν ένα πάρτι που έμοιαζε με πανηγύρι της ματαιοδοξίας. Κι εκείνη απέδρασε για άλλη μια φορά.

Η ανάφλεξη της έμπνευσής μου ήταν γεγονός. Άρχισα να γράφω κάτι που δεν ήξερα τι θα βγει: διήγημα, μυθιστόρημα; «Υπήρχε κάποτε ένα πολύ μοναχικό, πολύ φοβισμένο κορίτσι. Ζούσε μόνη με μια γάτα χωρίς όνομα». Διαισθανόμουν πως κάπου στα βάθη της υπήρχε μια αδήλωτη ιστορία. Κι ο βασικός της μέτοχος εμφανίστηκε μια μέρα στο πεζοδρόμιό μας. Ήταν ο άντρας που παντρεύτηκε στα δεκατέσσερά της, που την περιμάζεψε όταν έφυγε αηδιασμένη από το σπίτι της και αλήτευε κλέβοντας με τον αδελφό της. Ήταν ο μόνος τρόπος να σώσει τον αγαπημένο της Φρεντ αλλά όταν εκείνος έφυγε σε μια στρατιωτική αποστολή, είχε φτάσει η ώρα για την δική της απόδραση. Έπεισα την Χόλυ να συναντήσει αυτόν τον άντρα που μάταια την παρακαλούσε να επιστρέψει. Του τόνισε την αλήθεια της, πως όσο κι αν εκείνος πάντα έφερνε στο σπίτι πλάσματα άγρια, ζώα πληγωμένα, δεν εννοούσε να καταλάβει πως όταν θεραπευτούν «πετάνε μακριά, μέχρι τον ουρανό». Ο γάμος ήταν πλέον ακυρωμένος κι εκείνη ναι μεν ήταν αλλά και δεν ήταν πια η Λούλα Μέη, όπως ονομαζόταν πριν.

Όταν τον αποχαιρέτησε στον σταθμό των λεωφορείων για το Τέξας, μου ζήτησε μ’ εκείνη την αξέχαστη αποστροφή: «μη με πας σπίτι αν δεν έχω μεθύσει». Τήρησα την υπόσχεσή μου και την γύρισα σπίτι καταμεθυσμένη. Μου πέταξε στα μούτρα την πρόθεσή της να παντρευτεί έναν πλούσιο για να μπορέσει να σώσει τον αδελφό της, τώρα που δεν θα τον δεχτεί πλέον σπίτι ο πρώην άντρας της. Στην αντίδρασή μου αντέτεινε πως δεν είμαι καλύτερος, αφού κι εγώ δεχόμουν χρήματα από κυρίες και μου έδωσε δυο δευτερόλεπτα για να φύγω από το σπίτι της. Όμως το New Yorker δέχτηκε να δημοσιεύσει μια ιστορία μου και μου έστειλαν μια επιταγή πενήντα δολαρίων. Ήταν η ιδανική ευκαιρία για συμφιλίωση. Της πρότεινα να το γιορτάσουμε κι είχε την ιδέα να περάσουμε έξω την ημέρα προτείνοντας εναλλάξ ο καθένας μας πράγματα που δεν έχουμε κάνει ποτέ. Περπατήσαμε στην πρωινή πόλη, μπήκαμε στο Τίφφανυς και ζητήσαμε κοσμήματα δέκα δολαρίων, συμβιβαστήκαμε με μια εγχάραξη σ’ ένα δικό μας δαχτυλίδι από γαριδάκια, αναστατώσαμε την δημόσια βιβλιοθήκη και μοιραστήκαμε την έξαψη της απόπειρας κλοπής σ’ ένα κατάστημα παιχνιδιών, απ’ όπου βγήκαμε θριαμβευτές με δυο πολύχρωμες μάσκες σκύλου και γάτας.

Η Χόλυ συνέχισε να ονειρεύεται την μεγάλη ζωή, τους τρόπους που θα το κατάφερνε παραμένοντας μόνη της. Θεωρούσε την αγάπη κτητικότητα, τα αισθήματα καταπιεστικά. Έντρομη μπροστά σε κάθε εκδήλωσή τους, προτιμούσε να φεύγει μακριά, προς μια πιο γήινη απόλαυση του ημερονυκτίου. Μόνο οι συνεχείς διασκεδάσεις και η τρυφηλή ζωή μπορούσαν να κάνουν τις μέρες βιωτές. Άφηνε την αφέλειά της να σκιάζει κάπως το βλέμμα πάνω στην πικρή ζωή, σαν τις αφέλειες μιας καλοφτιαγμένης κόμμωσης. Και ίσως ο Φρεντ να αποτελούσε μια προσφιλέστατη δικαιολογία, έναν κατά κυριολεξία δίκαιο λόγο.

Όμως ένιωθα συνεπαρμένος από εκείνη τη γυναίκα κι ήθελα να ανοιχτώ στα άγνωστα μαζί της. Εγκατέλειψα την χορηγό μου και βγήκα στον ήλιο χαμογελώντας στο φτηνιάρικο δαχτυλίδι. Την εντόπισα  στη βιβλιοθήκη, ιδανικό μέρος να της πω ότι την αγαπώ – διάβαζε βιβλία για την Νότια Αμερική, σκόπευε να παντρευτεί κάποιον από εκεί. Εξοργίστηκα, προσπάθησα να την πείσω πως δεν είναι αυτό που της αξίζει ή κάτι τέτοιο. Με αποπήρε: νομίζεις ότι σου ανήκω; όλοι αυτό νομίζουν! Εγώ δεν είμαι όλοι, της αντέτεινα, αλλά αμέσως κατάλαβα το ενδεχόμενο μιας πλάνης: μήπως τελικά ήμουν κι εγώ όλοι; Μήπως δεν είχα διαφορά από τους άλλους συνοδούς της;

Η σύλληψη εκείνου του μαφιόζου την οδήγησε για μια νύχτα στη φυλακή μα ακόμα κι αυτό το δέχτηκε γελώντας. Την περίμενα μ’ ένα ταξί· ήταν έτοιμη να φύγει για την Βραζιλία αλλά την πληροφόρησα πως ο μέλλων σύζυγος υπαναχώρησε καθώς η υπόληψή της είχε πια λερωθεί. Είχα μαζί μου την γάτα της, το διαμέρισμά της το είχε σπάσει, όταν είχε μάθει την απώλεια του αδελφού της. Τώρα χανόταν και το σχέδιο της μεγάλης ζωής. Γιατί να μην ζούσαμε μαζί μια αληθέστερη ζωή; –Γιατί οι άνθρωποι δεν ανήκουν στους ανθρώπους. Δεν θα με βάλεις στο κλουβί Δεν θέλω να σε βάλω στο κλουβί, σε αγαπώ! Είναι το ίδιο πράγμα Αποκαλείς τον εαυτό σου ελεύθερο πνεύμα, άγριο πλάσμα και φοβάσαι πως κάποιος θέλει να σε βάλει σ ένα κλουβί. Αλλά είσαι ήδη μέσα σ’ εκείνο το κλουβί· το έχτισες μόνη σου· βρίσκεται όπου πας γιατί όπου κι αν τρέξεις καταλήγεις να τρέχεις στον εαυτό σου.

Βγήκα από το αυτοκίνητο μέσα στην καταρρακτώδη βροχή. Αλλά τα λόγια μου την συντάραξαν και λίγο μετά βγήκε κι εκείνη. Τότε λουσμένοι από έναν καθαρτήριο κατακλυσμό σταθήκαμε αντίκρυ, τα γοερά της δάκρυα εξίσου κατακλυσμικά και ανταλλάξαμε το λυτρωτικότερο των φιλιών. Λίγο αργότερα ακούστηκε και ο γάτος που είχε νωρίτερα πετάξει απ’ το αμάξι, και, φυσικά, το σάουντράκ μας. Τώρα τα λόγια του Moon River που είχε τραγουδήσει στην εξωτερική σκάλα έξω από το παράθυρό της ήταν για εμάς: Two drifters, off to see the world / There’s such a lot of world to see…

Δεν ξέχασα τα λόγια της: Δεν θέλω να κατέχω οτιδήποτε αν δεν βρω πρώτα ένα μέρος όπου εγώ και τα πράγματα μπορούμε να ταιριάξουμε. Δεν ξέρω που βρίσκεται αυτό το μέρος, αλλά ξέρω με τι μοιάζει. Μοιάζει με το Τίφφανυς. Έλεγε πως τίποτα κακό δεν είναι δυνατό να σου συμβεί εκεί μέσα· πως αν έβρισκε ένα μέρος που θα την έκανε να αισθάνεται όπως εκεί, τότε θα αγόραζε μερικά έπιπλα και θα έβγαζε όνομα στο γάτο της. Έλπισα να φτιάξουμε μαζί αυτό το μέρος, κέντρο – επίκεντρό μας.

Όταν βρέθηκα έξω από την ιστορία μας και την είδα ως έργο τέχνης, κατά προτίμηση έβδομης, είδα πως η Χόλυ είχε μιλήσει και με τα πόδια της. Τα είχε γυμνά όταν βρισκόταν στον χώρο της και τα έντυνε με γόβες μόνο όταν επρόκειτο να βγει έξω για τις κοινωνικές της «υποχρεώσεις». Υπήρξε συγκεκριμένη σκηνή όπου τις αναζητούσε και ακόμα θα τις έψαχνε αν δεν ήμουν εγώ. Αλλά η μέγιστη αποκάλυψη της ωραίας Ωντραίας ήταν η πατούσα της ανφάς όταν μέσα στο ταξί άλλαζε ρούχα και ίσωνε το μαύρο της καλσόν – οι ραφές του υπογράμμιζαν σαν το μελάνι την αξιόγραφη μορφή της. Η εικόνα της μοιάζει να μαρτυρά την επιθυμία της να επανέλθει άμεσα στην στυλιζαρισμένη κοινωνική της εικόνα, ιδίως μετά το στραπάτσο της απόρριψης. Για εμάς όμως που ευθέως επικοινωνούμε με τα πέλματα, η κατά μέτωπο έκθεσή έστω του ενός σχεδόν προοιωνίζει, αν δεν προετοιμάζει, ακριβώς την επιστροφή της Χόλυ στον εαυτό της και σε αυτό που πραγματικά είναι: ένα ρομαντικό κορίτσι που θέλει να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Ξέρω πως οι χαρακτήρες μας στο βιβλίο Breakfast at Tiffany’s του Τρούμαν Καπότε (1958) ήταν διαφορετικοί: εγώ ήμουν ένας ντροπαλός ομοφυλόφιλος που αναπολούσε ένα κορίτσι που μπορεί και να είχε ερωτευτεί, πως τα συνθηματικά δώρα που δεχόταν η Χόλυ ήταν για τις ερωτικές της υπηρεσίες (αν και η πραγματική Χόλυ που ενέπνευσε τον συγγραφέα δεν ήταν ακριβώς ένα call girl αλλά μια συνοδός που προχωρούσε πέρα από την συνοδεία μόνο όταν το επιθυμούσε), πως ταιριάξαμε ακριβώς για τις ιδιαίτερες σεξουαλικές μας προτιμήσεις και πως στο τέλος έφυγε με το ταξί μέσα στην βροχή και χαθήκαμε για πάντα. Μα δεν εκπλήσσομαι: αν τα βιβλία σελιδοποιούν τις πολλαπλές δυνατότητες της «πραγματικότητας», το σινεμά παραμένει το ομορφότερο ψέμα. Κι εκείνη η κινηματογραφική γυναίκα ελευθέρωσε τον εαυτό της από μια κοινή γυναικεία μοίρα και τον διέθεσε όπως προτιμούσε, εμπνέοντας – άραγε πόσες άλλες;

Κάθε φορά που σπεύδω στην ταινία, όταν φτάσει στο τέλος της ζω την συνέχειά της, σε πείσμα της μαχαιριάς που πάντα μου προκαλεί η φράση The End. Είμαι πια ο εκλεκτός της Χόλυ και ανεβοκατεβαίνουμε στο διώροφο κατακόρυφο των μικρών μας διαμερισμάτων. Έπιασε δουλειά στην βιβλιοθήκη όπου την βρίσκω πάντα βυθισμένη σε κάποιο μυθιστόρημα, έκπληκτη και ανακουφισμένη που υπάρχουν κι άλλες ηρωίδες σαν κι εκείνη. Την παίρνω για το διάλειμμά της και ξεχυνόμαστε στους δρόμους για το γνωστό μας παιχνίδι της «πρώτης φοράς». Στο σπίτι τής διαβάζω όσα έγραψα και μου διηγείται όσα διάβασε. Συνεχίζουμε να πηγαίνουμε στα πάρτι της ματαιοδοξίας αλλά αμέσως μόλις βαρεθούμε συνεννοούμαστε με μια ματιά και τρέχουμε προς την πόρτα. Όποτε βρέχει βγαίνουμε να επαναλάβουμε εκείνο το φιλί και αναζητούμε κάποιο μουσκεμένο γατί να το βαφτίσουμε και να του βρούμε μια καλύτερη γωνιά.

Κάποιες φορές πιστεύω ότι την έσωσα, άλλες πως με έσωσε εκείνη. Μετά συνέρχομαι και σκέφτομαι πως κανείς δεν σώζεται από κανέναν· η προσωπική άβυσσος του καθενός δεν έχει χώρο για τρίτους. Το ξέρω πως και στην δική μας κλεψύδρα μέρα με την ημέρα θα αδειάζει το δοχείο της έξαψης και θα γεμίζει εκείνο της ρουτίνας. Όταν τσακωνόμαστε φεύγει βροντώντας την πόρτα αλλά το πρώτο βήμα της συμφιλίωσης το κάνουμε από την εξωτερική σκάλα. Φιλιώνουμε και φιλιόμαστε στην άκρη, εκεί όπου άλλωστε επιβιώνουν οι δύσκολοι έρωτες. Συνεχίζει να έχει τις κόκκινες μέρες της και τότε την αγκαλιάζω όσο σφιχτά μπορώ, ώστε να γίνουν, όπως κάποτε μου λέει, πορτοκαλί. Κι όταν στις πέντε τα ξημερώματα η πλευρά της στο κρεβάτι είναι άδεια, ξέρω πού θα την βρω. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Η ταινία: Breakfast at Tiffany’s (Blake Edwards, 1961). Η γυναίκα: Audrey  Hepburn.

09
Απρ.
21

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 15. Οι αναίσχυντες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 28 (Απρίλιος 2021), εδώ.

ΧΧV. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 15. Οι αναίσχυντες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Και ο άντρας και η γυναίκα ήταν γυμνοί μαζί και δεν ντρέπονταν, αλλιώς γραφόμενο και ως Και ο Αδάμ και η γυναίκα του Εύα ήταν και οι δύο γυμνοί και δεν ντρέπονταν: το βιβλικό χωρίο από την Γένεση για το ενωμένο ζεύγος που σε πλήρη αθωότητα μοιράζεται την γυμνότητά του, ακούγεται στην αρχή της ταινίας Εύα ως γλυκόπικρη ειρωνεία για τους αφορισμένους του παραδείσου. Πώς έφτασα ως εδώ; Πώς βρέθηκα έξω από την Εδέμ με συνοδό μια Σύγχρονη Εύα που πράγματι δεν ντρεπόταν, όχι όμως από αθωότητα αλλά από αναισχυντία;

Εγώ ο Τάιβιαν Τζόουνς βρισκόμουν στην Βενετία για να απολαύσω την νεόκοπη φήμη μου ως επιτυχημένος συγγραφέας, καθώς το πρώτο μου βιβλίο ετοιμαζόταν να διασκευαστεί για τον κινηματογράφο. Ήμουν εμφανώς αμήχανος εξαιτίας της απότομης ανόδου από την ταπεινή ουαλική καταγωγή μιας οικογένειας ανθρακωρύχων στην συγγραφική αίγλη αλλά καλυπτόμουν μ’ ένα αγέρωχο ύφος. Δίπλα μου είχα την αρραβωνιαστικιά μου, την εύμορφη Φραντσέσκα, εμφανώς ερωτευμένη μαζί μου και διακριτικά πολιορκημένη από τον σκηνοθέτη της ταινίας τον οποίο απέρριπτε αλλά συνέχισε να εργάζεται μαζί του· η αλήθεια είναι πως κι εγώ τον είχα ανάγκη: με είχε προπληρώσει για να δεσμεύσει και το επόμενο βιβλίο μου στις κάμερές του.

Ένα βράδυ γύρισα υπό καταρρακτώδη βροχή στο νοικιασμένο μου διαμέρισμα πάνω από ένα μικρό βενετσιάνικο κανάλι και με έκπληξη διαπίστωσα πως κάποιοι βρίσκονταν μέσα. Έσπασαν ένα τζάμι κι εισέβαλαν για να αποφύγουν την καταιγίδα! Ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα, η Εύα Ολιβιέρι. Με το προνόμιο των θεατών την είδατε νωρίτερα από εμένα. Περιφερόταν στο σπίτι σα να ήταν δικό της· έβγαλε τις μακριές της κάλτσες, κυλίστηκε στο κρεβάτι, η κάμερα εστίασε στα πόδια της, έβαλε έναν δίσκο να παίζει και βυθίστηκε στην μεγάλη τετράγωνη μπανιέρα. Όταν με άκουσε να καυγαδίζω με τον άντρα σήκωσε τα πόδια της ψηλά με παιγνιώδεις κινήσεις, σα να σάρκαζε την αντρική φιλονικία. Ετοιμαζόμουν να τους πετάξω έξω όταν την είδα. Το βλέμμα της διάνοιγε πλήρες μαγνητικό πεδίο. Ανέβηκα να την γνωρίσω αλλά σιωπούσε. Κρατούσε το βιβλίο μου στο χέρι, ίσως της αρκούσε.

Πίσω στο καθιστικό με περίμενε πίνοντας ο συνοδός της. Πόσο θλιβερά προσπαθούσε να με πείσει πως η γυναίκα είναι δική του πως την έπεισε να έρθει στην Βενετία το Σαββατοκύριακο… Τον αγνόησα, τον απώθησα βίαια όταν επιχείρησε να ανέβει, τον έδιωξα ή έφυγε, δεν θυμάμαι. Ανέβηκα πάλι πάνω, της πρότεινα να απαντήσει τον άντρα της και μαζί μου, εκτός από «τον έμπορο της Βενετίας». Με χτύπησε στο κεφάλι αλλά η ιστορία μας είχε μόλις αρχίσει. Την ξανασυνάντησα σ’ ένα σκοτεινό καταγώγι, όπου ένας μαύρος χορευτής με λευκή μάσκα δονούνταν στο ρυθμό οργιαστικών κρουστών. Με ρώτησε ευθέως αν έχω αρκετά χρήματα και της απάντησα «όχι όσα ο φίλος σας, αλλά ξοδεύω περισσότερα».

Με πήγε σ’ ένα διαμέρισμα στη Ρώμη, κρυφό και από τον άντρα της που έχτιζε ένα φράγμα κάπου στην Αφρική. Την πρώτη φορά με ευχαρίστησε για το βράδυ και μου έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα. Την δεύτερη με δέχτηκε στην αγκάλη της αφού μου μίλησε ευθέως για την πρωταρχική της έγνοια, τα χρήματα (για ν’ αγοράζει δίσκους!), και με προειδοποίησε να μην την ερωτευτώ. Θα επαναλάμβανε την προειδοποίησή της πολλές φορές αργότερα, αλλά μάταια. Τότε ήταν που, όρθια από πάνω μου, έβαλε το πόδι της στο στήθος και στο πρόσωπό μου, ταυτίζοντας πράξη ερωτισμού και δήλωση κυριαρχίας; Στην επόμενη επίσκεψή μου άνοιξε την πόρτα αλλά δεν έβγαλε τον σύρτη, μόνο μ’  άφησε να την μισοβλέπω στα ενδότερα, καθώς χάιδευε το πέλμα της μ’ ένα μαστίγιο. Δεν το έβαλα κάτω, κάθε φορά την περίμενα στο χορταριασμένο της στενό, δίπλα σε κάτι χαμόσπιτα. Μια μέρα έφτασε δαγκώνοντας ένα μήλο. Αυτή λοιπόν ήταν η δική της Εδέμ;

Στην επιμονή μου να περάσουμε περισσότερο χρόνο μαζί όρισε τους όρους της: το καλύτερο ξενοδοχείο της Βενετίας και κάθε ελευθερία να τζογάρει. Άφησα όλες μου τις  υποχρεώσεις για εκείνες τις δυο ημέρες. Το ξενοδοχείο έβλεπε στην βενετσιάνικη λιμνοθάλασσα. Στο μπαρ τρέκλιζα μεθυσμένος και ζήτησα δυο διπλά ουίσκι για δυο καταραμένες ψυχές. Αναρωτιέμαι αν γελοιοποιούσα εκείνη ή εμένα. Όταν κατέρρευσα στον διάδρομο έξω από το δωμάτιο με έσυρε μέσα. Να ήταν μια έκφραση στοργής; Το επόμενο πρωί δεν ξέρω αν ήταν η μέθη ή το υπέρτατο δώρο της ειλικρίνειας, όταν της εξομολογήθηκα πως δεν ήμουν εγώ ο συγγραφέας του βιβλίου, πως οι εμπειρίες του ανθρακωρύχου γράφτηκαν από τον αδελφό μου, που μου παραχώρησε το χειρόγραφο προτού πεθάνει.

Σύντομα παντρεύτηκα την Φραντσέσκα η οποία όχι μόνο γνώριζε αλλά και συνέχιζε να με αγαπά, ό,τι και να λεγόταν για μένα. Όλη η πόλη ψιθύριζε την σκανδαλώδη συμπεριφορά της Εύας, την μανιασμένη μας ιστορία. Στο μήνα του μέλιτος μου τηλεφώνησε για να με συγχαρεί με σαρκασμό και να μου δηλώσει πως βρίσκεται ακόμα στην Βενετία. Με ρώτησε αν αποκάλυψα στην γυναίκα μου το μυστικό μου κι έβαλε το τραγούδι της Μπίλι Χόλιντεϊ που άκουγε συνεχώς, το Willow weep for me. Έσπευσα σύντομα να την βρω, άρχισα να πίνω, την κρίσιμη εκείνη νύχτα κοιμήθηκα στο πάτωμα, διωγμένος από το κρεβάτι. Εκεί με βρήκε η Φραντσέσκα, ενώ λίγα λεπτά αργότερα ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την Εύα. Αυτή τη φορά δεν άντεξε, επιβιβάστηκε στο μηχανοκίνητο και λίγο αργότερα άκουσα την συντριβή του.

Κι όμως, συνέχισα σαν υπνωτισμένος να αποζητώ την Εύα. Την μία ήθελα να την λατρέψω, την άλλη να την αφανίσω. Δεν ξέρω τι από τα δυο είχα στο μυαλό μου όταν σκαρφάλωσα στο παράθυρό της. Την παρακολουθούσα να θαυμάζεται στον καθρέφτη, να βάζει ξανά Μπίλι Χόλιντεϊ, το Loveless Love. Έμοιαζε με το ιδανικό ρέκβιεμ. Όταν πλάγιασε την έπιασα από τα ζυγωματικά της· ήταν μεγάλος ο πειρασμός… Αλλά την χρειαζόμουν όσο ποτέ, και της το ψέλλισα. Ξέσπασε σ’  έξαλλη κατάσταση, μ’ έδιωξε, κατρακύλησα σ’ ένα σωρό σκουπιδιών. Πόσο χαμηλότερα μπορεί να βρεθεί κανείς; Δυο χρόνια μετά, συνέχιζα να παραμένω στη Βενετία, μόνο και μόνο την απειροελάχιστη ελπίδα μιας μεταστροφής. Έκανα πότε τον ξεναγό και πότε τον συγγραφέα, «εξόριστος πλήρους απασχόλησης στην Βαβυλώνα μου». Στην τελευταία σκηνή την συνάντησα σε μια έρημη αποβάθρα, δίπλα στο επόμενο θύμα της. Σκόπευαν να φύγουν για τα ελληνικά νησιά και για άλλη μια φορά άκουσα τον θόρυβο μιας μηχανής που φεύγει και της καμπάνας που ξαναχτυπούσε κάπου εκεί γύρω. Στάθηκα ολομόναχος στην ομιχλώδη προκυμαία, δικαιώνοντας τον τίτλο του βιβλίου πρώτου: L’etranger en enfer – Ο ξένος στην κόλαση· αυτό που εξαρχής ήμουν, σ’ εκείνο τον ψεύτικο γαλάζιο παράδεισο.

Τελικά τι ήταν η Εύα; Ένα ιδιαίτερο υπόδειγμα γυναίκας που οι συμβατικές λέξεις αποκαλούσαν «μοιραία»; Μια μοντέρνα γυναίκα που προτιμούσε να εκπορνεύεται όπως και με όποιους επιθυμεί, διαλέγοντας μόνη της τους άντρες; Ένας θηλυκός Δον Ζουάν πολυτελών συνευρέσεων και ξεκάθαρων προθέσεων; Μια Εύα οριστικά προπατορική, οικειοθελώς αμαρτημένη; Σε κάθε ερώτηση είχε απαντήσει με το σώμα της, οι λέξεις της περίσσευαν. Με τον ίδιο τρόπο τα πόδια της υποδήλωναν την περί έρωτα ιδέα της: με χάιδευαν αφ’ υψηλού, χαϊδεύονταν από το μαστίγιο που προοριζόταν για όποιον την αμφισβητήσει, ανάδευαν το νερό του λουτρού τους, ξεκινούσαν το ταξίδι της κάμερας πριν τον τερματισμό της στο άδειο της πρόσωπο, έπαιζαν και περιέπαιζαν.

Ο σκηνοθέτης την εικόνιζε ακριβώς όπως στην σκεφτόμουν: την μορφή της να εγγράφεται σε όλο τον χώρο, να τον κάνει δικό της· το πρόσωπό της να γεμίζει ολόκληρο το κάδρο. Οι καθρέφτες υποδέχονταν το γδύσιμό της μπροστά τους και το βλέμμα στον εαυτό της με λατρεία, επιστρέφοντάς της την ωραιοπαθή της εικόνα. Στα κύτταρά της επιζούσαν οι ξανθές διαβόλισσες της δεκαετίας του ’30, η Μάρλεν Ντίτριχ και η Μπέτι Ντέιβις – ο Γαλάζιος Άγγελος και η Ανθρώπινη Δουλεία. Και το τρίγωνο των αναπάντητων ερωτήσεων θα παραμένει πάντα αιχμηρό: μια γυναίκα αγαπά έναν άντρα γνωρίζοντας πως δεν είναι καλός και πως δεν την αγαπά το ίδιο· κι αυτός ο άντρας αγαπά μια άλλη γυναίκα γνωρίζοντας πως δεν είναι καλή και πως δεν τον αγαπά το ίδιο.

Όσο κι αν η όλη ιστορία φαινόταν απίθανη και οι χαρακτήρες σχηματικοί, εμείς κάποτε με κάποιο τρόπο πράγματι υπήρξαμε. Αν ήμουν ανέκφραστος ήταν επειδή βρισκόμουν στο υψηλότερο σημείο βρασμού. Τα ύψη της ερωτικής κυριαρχίας και τα βάθη της αντίστοιχης υποταγής δεν κινηματογραφούνται· ούτε και ο τρόπος που οι εραστές γίνονται μαριονέτες της εξουσίας και των χρημάτων. Ο σκηνοθέτης μας εμφανώς προτίμησε την ατμόσφαιρα και τις εύγλωττες εικόνες παρά την εμβάθυνση στον ψυχισμό μας. Άλλωστε εκείνη η ψυχογραφία της σαδομαζοχιστικής σεξουαλικότητας λογοκρίθηκε και το έργο παραδόθηκε κατά μια σχεδόν ώρα κομμένο, προς μέγιστη απογοήτευση του. Μένει όμως η γλώσσα της ατμόσφαιρας και των σκηνικών: οι ασφυκτικές πλατείες, οι κλειστοί πύργοι, τα μελαγχολικά κανάλια, οι άφωτες καμάρες, τα σκουπίδια στα σοκάκια, οι ξεχασμένες καρναβαλικές μάσκες, η απομάγευση του έρωτα ή του ίδιου του κόσμου. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Eve (Joseph Losey, 1962) [στην Αγγλία ως Eva]. Η γυναίκα: Ζαν Μορώ (Jeanne Moreau).

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

07
Μαρ.
21

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 14: Οι κινητήριες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 27 (Μάρτιος 2021), εδώ

ΧΧΙV. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 14: Οι κινητήριες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Ερευνώντας την αχανή φωτοθήκη του παγκόσμιου κινηματογράφου βρήκα την καλλίμορφη Κιμ Νόβακ στην ταινία Kiss me stupid, να κάθεται σε ζεστό καθιστικό μιας άλλης εποχής (ταπετσαρία και χαλί σε πλήρη άνθιση, ψηλό αμπαζούρ), με ύφος νωχελικό και το ένα της πόδι γυμνό, ενώ δίπλα της στο πάτωμα ο Ντην Μάρτιν γέμιζε την βγαλμένη γόβα της με κάποιο ποτό από ημίψηλο μπουκάλι με μακρύ λαιμό. Ένα συζυγικό ζεύγος απολαμβάνει τις βραδινές του ώρες στο σπίτι, πιστό σε μια αιωνόβια παράδοση; Τα φαινόμενα απατούν: η κατά το ήμισυ ξυπόλητη γυναίκα κάπου αλλού νυχ(τ)οπερπατάει.

Έσπευσα να εισχωρήσω στην ταινία, ήταν και ευκαιρία να ζήσω για πρώτη φορά στο 1964. Πρώτα εμφανίστηκε ο Ντην Μάρτιν ως Ντίνο επί σκηνής κάπου κατάμεστα στο Λας Βέγκας, μπροστά σ’  ένα θερμό κοινό, να τραγουδάει και να αστειεύεται την ίδια στιγμή – Εχθές το βράδυ μια γυναίκα χτυπούσε την πόρτα μου για σαράντα πέντε λεπτά … αλλά δεν την άφηνα να βγει / Η μητέρα μου είναι ογδόντα πέντε χρονών αλλά δεν χρειάζεται γυαλιά [glasses] – πίνει κατευθείαν απ’ το μπουκάλι. Οι χορεύτριες που τον κυκλώνουν, όταν τελειώσει το σώου τρέχουν αλαφιασμένες η μία μετά την άλλη να κλείσουν θέση στη νύχτα του αλλά εκείνος πρόκειται να φύγει για το Λος Άντζελες το επόμενο πρωινό. Μια καραμπόλα στο δρόμο τον αναγκάζει να παρακάμψει μέσω της μικρής πόλης Κλάιμαξ της Νεβάδα και, για άλλη μια φορά, έτσι ξεκινάνε όλα.

Δεν πήρα την θέση του, καθώς ποτέ δεν μου προτάθηκε τόσο απροκάλυπτα η παραμικρή αυτοδιάθεση κάποιας δεσποινίδας ενώ για σκηνική επιτυχία ούτε λόγος:  μια φορά στο Δημοτικό έπαιξα έναν ρόλο και η μοναδική θεατής που μ’ ενδιέφερε ζωγράφιζε σ’ ένα τετράδιο την ανία της. Πολύ περισσότερο μου ταίριαζε ο ασχημούλης Όρβιλ Σπούνερ που ζούσε ανάμεσα στην κωμοπολίτικη Κλίμακα και τις κλίμακες της μουσικής, ως δάσκαλος πιάνου. Το μόνο μου πρόβλημα ήταν η ζήλεια για οποιονδήποτε πλησίαζε την λατρευτή μου σύζυγο Ζέλντα. Έγραφα τραγούδια στο στιλ του Τζορτζ Γκέρσουιν με στίχους του απέναντι βενζινοπώλη και ονειρευόμουν να τα κυκλοφορήσω στην λεωφόρο της επιτυχίας. Τα στέλναμε παντού, ακόμα και στον Τόνι Μπένετ και στον Νατ Κινγκ Κόουλ αλλά όχι μόνο δεν απαντούσαν αλλά κρατούσαν και τα γραμματόσημα της επιστροφής. Όταν, συνεπώς, ο φημισμένος Ντίνο σταμάτησε για βενζίνη, αστραπιαία συλλάβαμε το σχέδιο. Θα αχρηστεύαμε ένα εξάρτημα από το αμάξι του, ώστε να αναγκαστεί να διανυκτερεύσει στο σπίτι μου και στο μεταξύ θα του γνώριζα το έργο μας.

Φυσικά άλλαξα γνώμη όταν αυτός ο γόης με πληροφόρησε πως επιθυμούσε σεξ κάθε βράδυ, ώστε να αποφεύγει το ξύπνημα με πονοκέφαλο! Συνεπώς η γυναίκα μου, που διαπίστωσα πως όχι μόνο είχε τους δίσκους του αλλά και τον θαύμαζε, έπρεπε να φύγει πάση θυσία από το σπίτι μην καταλήξει φαρμακοποιός του. Σύμφωνα μ’ ένα νέο σχέδιο του πανέξυπνου συνεργάτη μου, έπρεπε να προκαλέσω την φυγή της και να φέρω στην θέση της μια ψεύτικη σύζυγο που με το αζημίωτο θα δεχόταν το νυχτοκάματο της σαγήνης του εκλεκτού μουσαφίρη. Και ποια καλύτερη από την Poly the Pistol, την περίφημη σερβιτόρα του Belly Button, του «κακόφημου» μπαρ έξω από την πόλη, η οποία δικαίωνε το όνομα του μαγαζιού μ’ ένα κόσμημα στον αφαλό της; Με βαριά καρδιά έλουσα την Ζέλντα μου με προσβολές και πράγματι έφυγε να πάει στους γονείς της.

Όταν ήρθε η Πόλυ ήμασταν κι οι δυο μας αμήχανοι. Είχαμε λίγο χρόνο να γνωριστούμε αλλ