Archive for the 'Λογοτεχνία' Category

06
Ιολ.
21

Κάρλος Φουέντες – Ο Νίτσε στο μπαλκόνι

Εδώ ολοκληρώνεται η Λογοτεχνική Εργογραφία του Φουέντες, αν μπορεί ποτέ κανείς να πει ότι τα βιβλία τελειώνουν με μια ανάγνωση. Πρόκειται για το τελευταίο του βιβλίο και μάλιστα σε μεταθανάτια έκδοση. Αυτό και μόνο αρκεί για να προκαλέσει μέγιστο ενδιαφέρον: πώς επιλέγει να γράψει αυτός ο σπάνιος συγγραφέας στα ύστατα του βίου; Σίγουρα όχι τις δαιδαλώδεις μπαρόκ αφηγήσεις των πρώτων μυθιστορημάτων του αλλά ούτε και τις συγκλονιστικές, σπονδυλωτές ιστορίες των ύστερων.

Ενώ λοιπόν σε αυτά τα τελευταία ελευθέρωνε δεκάδες χαρακτήρες και διασταυρούμενες ιστορίες που συνέβαιναν σε εξοχές και εσοχές του ανθρώπινου πόνου, κατασκευάζοντας ένα συμπαγές σύμπαν χαρακτήρων που οδηγούνταν σε πάσης φύσεως καταστροφή, εδώ επιχειρείται κάτι εντελώς διαφορετικό: ένα είδος σχεδόν θεατρικής συνύπαρξης σε περισσότερο περίκλειστους τόπους και μια «συνάντηση» λίγων αλλά αρχετυπικών προσώπων που εκφράζουν το καθένα έναν ολόκληρο κόσμο και σίγουρα αντιπροσωπεύουν χιλιάδες άλλα πρόσωπα από πίσω τους. Τον ίδιο περισσότερο χαλαρό τρόπο επιλέγει ως προς την δομή του: το κάθε πρόσωπο καταλαμβάνει ένα μικρό ολιγοσέλιδο κεφάλαιο, και περιμένει την σειρά του μέχρι να περάσουν με τον ίδιο τρόπο και τα άλλα. Έτσι η κάθε μικροβιογραφία αποδίδεται με σκιαγράφημα, δημιουργώντας φυσικά σταδιακά μια ευρύτερη εικόνα.

Υψηλότερος καλεσμένος και πλέον απρόσμενη παρουσία, ο φιλόσοφος που εξέφρασε πλείστα άλεκτα κι ανέκφραστα, ο πολλαπλά και διχαστικά αναγνωσμένος Φρειδερίκος Νίτσε. Μέχρι τώρα το πνεύμα του μπορεί να υπήρχε εμφανώς ή σε λανθάνουσα μορφή μέσα σε διαφορετικούς ήρωες του Μεξικανού συγγραφέα· αυτή τη φορά έρχεται ο ίδιος αυτοπροσώπως σε μια χωροχρονική μεταφορά: προσκαλείται για το περιορισμένο χρονικό διάστημα – διάσελο των 24 ωρών σ’ ένα αναβράζον, με ετοιμότητα ή απλή λαχτάρα για επανάσταση Μεξικό. Ο αφηγητής τον συναντά στο γειτονικό μπαλκόνι ενός ξενοδοχείου, καθώς αδυνατεί να κοιμηθεί «σε μια από εκείνες τις νύχτες που δεν απαλύνουν την ζέστη της ημέρας αλλά την αυξάνουν». Στο μπαρ του ίδιου ξενοδοχείου Μετροπόλ συχνάζει κάποια Ντόριαν που αφήνει πάντα την μία της μασχάλη αξύριστη (μια καστανή σκιά, επιθετική και νυχτερινή) και αναζητεί την απάντηση στο ερώτημα ποια είμαι – και τα δυο αυτά χαρακτηριστικά της δεν είναι διόλου άσχετα.

Την ίδια στιγμή παρακολουθούμε την ζωή του δικηγόρου Ααρών Ασάρ και του κατηγορούμενου για σεξουαλική κακοποίηση κοριτσιών Ραγιόν Μερσί (για τον οποίο ο προαναφερθείς δικηγόρος υποστηρίζει πως δεν του αξίζει η αμετάκλητη ζωή του θανάτου αλλά μια διαρκής δέσμευση μεταξύ ζωής και θανάτου). Ένα ακόμα κακοποιημένο κορίτσι, η μικρή Ελίσα, άθελά της «δοκιμάζει τις διδασκαλίες του Νίτσε» καθώς υφίσταται τα πάνδεινα από την μητέρα της και τον προμηθευτή ναρκωτικών εραστή της στην νιτσεϊκή «κόλαση της αιώνιας επανάληψης», μέχρι να σωθεί από τους γείτονες και να βρεθεί υιοθετημένη από ευυπόληπτο ζεύγος που την παίρνουν από λύπηση και χριστιανική φιλανθρωπία και να την υπερασπιστεί ως υπηρεσιακός συνήγορος ο δικηγόρος Ασάρ καθώς εκείνη κατηγορείται για την ανεξήγητη δολοφονία τους.

Σε ένα άλλο σπίτι της πόλης ζει ο αφηγητής Δάντε που έχει υποστεί μαζί με τον αδελφό του Λεονάρδο το κλείδωμα σε σκοτεινό δωμάτιο από τον πατέρα του Ζαχαρία και αποφασίζουν να το μετατρέψουν σε «ένα νέο μέρος για παιχνίδι» για να γελοιοποιούν την τιμωρία του πατέρα του· και τώρα, χρόνια μετά την φυγή της μητέρας, αποφασίζουν να ανεβάσουν τον πατέρα στο ίδιο αυτό δωμάτιο της σοφίτας, εκθρονισμένο, χωρίς εξουσία. Μια σειρά από δευτερεύοντα πρόσωπα παίρνουν και δίνουν την σκυτάλη των κεφαλαίων συμπληρώνοντας τον άθλιο ιδιωτικό μικρόκοσμο ενός αθλιότερου μεγάλου δημόσιου κόσμου. Ο δεύτερος αυτός κόσμος βρίσκει την κοινωνία απύθμενο βάλτο και την πολιτική μια απροκάλυπτη επιχείρηση.

Η τραγική ιστορία της Λατινικής Αμερικής συμπυκνώνεται σε λίγες λέξεις που απηχούν αφαιρετικά όσα συμβαίνουν παραέξω: δολοφονίες, εξαφανίσεις, πολιτικές ανατροπές, ανελεύθερα καθεστώτα. Πώς θα έβλεπε ο Νίτσε την βρώμικη καθημερινότητα μιας χώρας όπως το Μεξικό; Το βλέμμα του που προσπάθησε να δει και να γράψει Πέρα από το καλό και το κακό ή να σκιαγραφήσει τον μέλλοντα Υπεράνθρωπο, για να αναφέρουμε δυο από τα βιβλία στα οποία γίνεται αναφορά εδώ, τώρα μοιάζει αμήχανο: μπορεί ο Γερμανός φιλόσοφος φιλόσοφος να κατανοήσει και να ερμηνεύσει αυτόν τον κόσμο;

Το πάθος της εξουσίας (μια από τις εμμονές του Φουέντες, που έφερε στο αποκορύφωμα με μυθιστορήματα όπως το Κάθισμα του Αετού) περνάει μέσα από την οδό της διαφθοράς, που μοιάζει η μόνη διαθέσιμη επιλογή. Στον αντίποδα, το πάθος της αλλαγής δεν έχει μόνο απέναντί του ολόκληρους μηχανισμούς της εξουσίας αλλά και την ίδια την ανθρώπινη αδυναμία, η οποία, συντρίβεται ανάμεσα στην εξαθλίωση και τον συμβιβασμό. Εκείνοι που αδυνατούν ή δεν μπορούν να εξεγερθούν, είναι έτοιμοι να ακούσουν τον πρώτο ηγέτη που θα μιλήσει τις επιθυμίες τους. Αλλά και η ίδια η ανατροπή (που άλλοι βαφτίζουν αντίδραση και άλλοι επανάσταση) είναι έτοιμη να αποκλείσει κάθε διαφορετική γνώμη ή να πνιγεί μέσα στις εκατοντάδες φωνές της δημοκρατίας. Ποιος είναι τελικά υπεύθυνος για την απαράλλαχτη κατάσταση; Οι διεφθαρμένοι ή ανίκανοι ηγέτες ή οι βολεμένοι ή βαριεστημένοι λαοί;

Ο Φουέντες βάζει για άλλη μια φορά στο παραπάνω πλαίσιο την ολική κατάπτωση των ανθρώπων στην ιδιωτική ζωή και ιδίως τον τρόπο που χρησιμοποιούν την σεξουαλική κακοποίηση για να διαλύσουν σώματα και ψυχές. Η σεξουαλική βία σε ανήλικους μπαίνει οριστικά στο κάδρο της σύγχρονης ανθρώπινης εξαθλίωσης. Η απελευθέρωση των ενστίκτων και το κτηνώδες ανθρώπινο πρόσωπο συνεχίζουν να σχεδιάζουν τον αέναο κύκλο του κακού. Αλλά τώρα περισσότερο από ποτέ συνδέονται τόσο άμεσα με την δημόσια κατάσταση. Πώς μπορεί να υπάρξει μια κοινωνική ανάταση όταν οι άνθρωποι προτάσσουν την ικανοποίηση άγριων ενστίκτων;

Ο Νίτσε αρνείται την φασιστική, αντισημιτική ή εθνικιστική ιδιότητα που του αποδόθηκε μέσα από επιλογές και ερμηνείες γραπτών· ήταν, όπως ισχυρίζεται, ένας άνθρωπος με μια πίστη παρεξηγημένη και παρακινδυνεμένη προς το μέλλον και τον υπεράνθρωπο άνθρωπο, ένας υμνητής της ζωής και του ζωτικού έρωτα αλλά γνωρίζει πλέον πως δεν είναι άνθρωπος αλλά κείμενο. Στο τέλος παραμένει το αναπάντητο ερώτημα: Το πεπρωμένο έρχεται δίχως τη θέλησή μας ή είμαστε εμείς που το προκαλούμε;

Σύντομα κεφάλαια αφιερωμένα το καθένα σε ένα πρόσωπο, πολλαπλασιασμένα κατ’ αύξοντα αριθμό, εναλλάσσονται σαν κυκλικός χορός μιας οριστικής γενεαλογίας της πτώσης. Ο Φουέντες δεν ζει πια ανάμεσά μας αλλά μέχρι τις τελευταίες του ημέρες προβληματιζόταν για την ασταμάτητη αυτή πτώση, όπως και για την σχετικότητα της αλήθειας και των εννοιών της δικαιοσύνης και της επανάστασης.

Εκδ. Κλειδάριθμος, 2018, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, σ. 368 [Carlos Fuentes, Federico en su Balcón (2012)]. Στο ζωγραφισμένο πορτραίτο ο φιλόσοφος. Η φωτογραφία: Car and Walker – Seen in Iztapalapa, Mexico City, this Saturday – Louis A De Jesus.

05
Ιαν.
21

Stéphane Osmont – Ανεξέλεγκτα στοιχεία

Πώς φτάσαμε ως εδώ, τι είχαμε στο μυαλό μας; Ήταν λοιπόν τόσο εύκολο να καταστρέψουμε την ζωή μας;

Η Φεντόρα,  ο πρώτος έρωτας του αφηγητή και κεντρικού χαρακτήρα, ένα κορίτσι που μοιράστηκε μαζί του την μύηση στον έρωτα, τους πολιτικούς αγώνες και την ένοπλη πάλη, βρίσκεται εδώ και είκοσι χρόνια στη φυλακή, με μοναδικούς συντρόφους την μοναξιά και την ντροπή. Μετά την ξαφνική επικοινωνία της μαζί του η συγγραφή του βιβλίου δεν παίρνει άλλη αναβολή, πόσο μάλλον τώρα που έχουν όλα παραγραφεί. Πώς φτάσαμε ως εδώ, τι είχαμε στο μυαλό μας; Ήταν λοιπόν τόσο εύκολο να καταστρέψουμε την ζωή μας;

Ο Μάης του ’68 έφτασε υπερβολικά νωρίς στην ζωή του. Ήταν μόλις οκτώ, αλλά η μνήμη κρατάει γερά ένα αξέχαστο χτύπημα από αστυνομικό, την γεύση των διαδηλώσεων και των ζυμώσεων, την άρνηση του Ντε Γκωλ να παραιτηθεί, τους μεγάλους να λένε πως η κατάσταση δεν ήταν «ακόμα ώριμη» για αλλαγή καθεστώτος. Τι μένει απ’ όλα αυτά όταν γίνεται πλέον έφηβος; Μια χούφτα αμετανόητων που συμμετέχουν στις γενικές συνελεύσεις στο προαύλιο των πανεπιστημίων, χωρίς ιδιαίτερο πάθος εκτελώντας απλώς ένα καθημερινό τελετουργικό· οι χώροι των καταλήψεων απλώς προσελκύουν κάτι κουρελήδες που αναζητούν μια στέγη – όσο για την «μαχόμενη νεολαία», δεν χαίρει πλέον του παραμικρού σεβασμού.

Όμως η σπίθα έχει χωθεί μέσα του. Ξημεροβραδιάζεται στην Σχολή Καλών Τεχνών του αδελφού του, η οποία υπήρξε επί δυο μήνες το καταφύγιό τους την εποχή των νέων κινητοποιήσεων, όταν οι ταραχές στο Καρτιέ Λατέν προσελκύουν επαναστατικό τουρισμό και η θέα των νυχτερινών συγκρούσεων από την ταράτσα είναι φαντασμαγορική. Ελεύθεροι από κάθε καταπίεση περιπλανιούνται στα αμέτρητα μαγαζάκια της Άκρας Αριστεράς κι όταν αργότερα η μητέρα τους συλληφθεί επειδή μοίραζε προκηρύξεις, η συντονιστική επιτροπή της Σχολής θέτει τους αδελφούς υπό την προστασία της και, κηδεμονευόμενοι πλέον του κινήματος, έχουν απόλυτη ελευθερία. Η εργατική τους πολυκατοικία στο Μονρούζ συγκροτεί μια μικρή κοινότητα, με την ολομέλεια των ενοίκων να συνευρίσκεται στο κλιμακοστάσιο Γ΄ αλλά και να μοιράζεται χώρους και διαμερίσματα. Όταν βρίσκει κλειστή την πόρτα του σπιτιού του, πηγαίνει στους γείτονες, μια οικογένεια Ιταλών αριστεριστών και μοιράζεται το μπάνιο με την κόρη τους, Φεντόρα, εφόσον όλοι πιστεύουν πως η αιδώς ήταν μια «αστική αξία».

Ο νεαρός ήρωας βράζει στο ζουμί του. Μήπως η παγκόσμια επανάσταση πρόκειται να ξεσπάσει από στιγμή σε στιγμή κι αυτός δεν έχει την απαιτούμενη ηλικία να βρεθεί στην πρώτη γραμμή; Αναμένοντας την Μεγάλη Νύχτα η πολυκατοικία μετατρέπεται σε άντρο των ανατρεπτικών δυνάμενων. Άνθρωποι εμφανίζονται από το πουθενά, καταστρώνουν σχέδια για νύχτες ολόκληρες, βρίζονται, εξαφανίζονται. Οι απόψεις μπερδεύονται: Αρνείται μια κοπέλα να πάει μαζί σου; Μικροαστική συμπεριφορά. Πηγαίνει με κάποιον άλλον; Ρεβιζιονιστική συμπεριφορά. Πηγαίνει με δύο άλλους; Αντεπαναστατική συμπεριφορά – και πάει λέγοντας. Οι γονείς της Φεντόρας κυκλοφορούν γυμνοί ακόμα και στο κλιμακοστάσιο και προτείνουν – με αρκετή επιτυχία στους νεότερους – να αφαιρεθούν όλες οι πόρτες των διαμερισμάτων, ώστε να εκλείψει η οικογενειακή ιδιωτικότητα, αυτός ο παράγοντας ατομικισμού.

Είχα την αίσθηση πως εδώ ασχολούνταν με τα μεγάλα ζητήματα του κόσμου, και η φωνή της Βενσέν θα αντηχούσε ως την άλλη άκρη της γης.

Το Πανεπιστήμιο της Βενσέν παίρνει την θέση της Σχολής Καλών Τεχνών. Στις ομάδες των αριστεριστών όποιος φωνάζει περισσότερο ακούγεται καλύτερα και συχνά κερδίζει. Οι ιεραρχίες καταργούνται, η παρουσία παιδιών δεν σοκάρει κανέναν. Εκεί ανακαλύπτει την δύναμη των λέξεων και την υπεροχή τους έναντι των δικεφάλων. Η ανθρώπινη μοίρα του Αντρέ Μαλρώ γίνεται το πρώτο μυθιστόρημα με το οποίο καταδέχεται να αναμετρηθεί και το αναγνωστικό σοκ συνεχίζεται με το Δίχως πατρίδα μήτε σύνορα του Τζαν Βάλτιν. Αυτά γίνονται τα παράθυρα για μια ονειρευμένη ζωή. Τι κι αν διαπιστώνει πως οι ιστορίες των επαναστατών έχουν συνήθως κακό τέλος; Αν θέλει να πετύχει κάτι σπουδαίο, είναι πλέον καθήκον του να απαρνηθεί τον άνετο βίο.

Η ευκαιρία προκύπτει άμεσα, με την συμμετοχή του Λυκείου στις κινητοποιήσεις του 1973· εκεί αισθάνεται πως διασχίζονται τα σύνορα που τους χώριζαν από τον κόσμο των μεγάλων. Πουθενά αλλού δεν νοιώθει τόσο άνετα όσο μέσα στο ανάκατο πλήθος και τίποτα δεν διατηρεί πιο ζωντανή τη φλόγα απ’ ό,τι μια επίθεση φασιστών – οι σχετικές μάχες στους δρόμους και στα στέκια τιμούν πολλές σελίδες του βιβλίου. Πολεμώντας σώμα με σώμα τους φασίστες, «όπως οι αξιοσέβαστοι προκάτοχοί του, το Κόκκινο Μέτωπο στην Γερμανία, οι Διεθνείς Ταξιαρχίες στην Ισπανία, οι Μακί του Βερκόρ στην Γαλλία», ο νεαρός ήρωας παίρνει το βάπτισμα του πυρός ως στρατευμένος επαναστάτης. Καμία σχέση με τους περιπατητές του Μάη, που έπεφταν με ακάλυπτο το κεφάλι, φορώντας σκάκια και μοκασίνια. Η συμπαγής, ηλεκτρισμένη μάζα είχε το μαχαίρι στα δόντια, έτοιμη για την μάχη ενάντια στην Ακροδεξιά.

Ο αντίκτυπος του χιλιανού πραξικοπήματος τον εξοργίζει: οι περισσότεροι μιλάνε για ευρύτερη κινητοποίηση, διεθνή αλληλεγγύη, αλλά ούτε λόγος για δράση. Ακόμα και το περίφημο σύνθημα «Λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος» δεν του αρκεί. Τι νόημα έχει να είναι ενωμένος αν δεν είναι οπλισμένος; Ολόκληρος ο κόσμος βράζει: Σαντιάγο, Παλαιστίνη, Αθήνα, Μπεζανσόν, δεν ήξερες πού να πρωτοστραφείς. «Κάθε βδομάδα ανακαλύπταμε και την ύπαρξη μιας νέας συμφοράς, που απαιτούσε από μας μια φρενήρη προσπάθεια κατανόησης. Έπρεπε να συζητάμε το θέμα νύχτες ολόκληρες, να ετοιμάζουμε εισηγήσεις, να διαβάζουμε έργα αναφοράς, ένας αναγνωστικός παροξυσμός». Λίγο αργότερα η επανάσταση στην Πορτογαλία γεννούσε έναν νέο ήρωα: τον φαντάρο που λιποτακτούσε.

Μήπως όλα σχετίζονταν μεταξύ τους; Μήπως είναι η εγκαθίδρυση κάθε συστήματος εκμετάλλευσης του ανθρώπου που δημιουργεί το κακό κι αυτό με την σειρά του πυροδοτεί κάθε αντίδραση; Η αντίληψη του κόσμου φωτίζεται εντός του και χάρη σ’ αυτήν τα μυστήρια της ανθρώπινης μοίρας εξηγούνται και οι ιστορικές αναταραχές αποκτούν νόημα. Το πεπρωμένο μας ήταν να πολεμάμε στο πλευρό των θυμάτων, ο στόχος η παγκόσμια επανάσταση. Στην άκρη του μυαλού του όμως ενοχλεί ένα άλλο ερώτημα: Μήπως εντέλει ήμασταν μικροαστοί που ήθελαν απλώς να αλητέψουν λίγο μέσω της πολιτικής; Μήπως εκεί που άλλοι παρίσταναν τους αριστοκράτες, εμείς παριστάναμε τους προλετάριους;

Ο Λένιν στο Κρεμλίνο δεν θα φανταζόταν ποτέ ότι η πολιτική δράση μπορεί να είναι τόσο ανέμελη και χαρούμενη.

Ο συγγραφέας βιώνει την απόλαυση των ατέλειωτων συνελεύσεων, των συνεδριάσεων, των αντιπαραθέσεων, των ψηφοφοριών. Μέσα από τις επιτροπές αγώνα, τα επιμορφωτικά σεμινάρια και την εκπαίδευση των ομάδων περιφρούρησης, βρίσκεται πάντα σε δράση. Συχνά κοιμούνται όλοι μαζί, ο ένας πάνω στον άλλον, χωρίς να λείπουν οι ψίθυροι και τα χάδια. Νοιώθαμε σα να βρισκόμασταν στον υπαρκτό κομμουνισμό: ελεύθεροι και χαρούμενοι. Οι ατέρμονες συζητήσεις επί παντός επιστητού συνδυάζονται με παραθέματα και αντιπαραθέματα από Αντονέν Αρτώ, Ζορζ Μπατάιγ, Τζάκσον Πόλοκ, Ντίζι Γκιλέσπι, Ανιές Βαρντά, Πίτερ Μπρούκ, Ντένις Χόπερ και πάντα φυσικά υπό την ροκ μουσική.

Αντιλαμβάνεται κανείς πως όλη αυτή η ευδαιμονία δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Στον δημόσιο χώρο οι οχτώ νεκροί από βόμβα των νεοφασιστών στην Μπρέσια το 1974 σηματοδοτούν το τέλος της άνοιξης και μια δεύτερη ενηλικίωση. Η δολοφονία του Χόλγκερ Μάινς της Φράξιας Κόκκινος Στρατός είναι ακόμα πιο σοκαριστική: «η φωτογραφία της σορού του παραπέμπει μ’ ένα καθηλωτικό φλας-μπακ στη ναζιστική θηριωδία. Δεν είχε αλλάξει τίποτα: στη Γερμανία συνέβαιναν πάλι όλα αυτά, αλλά σήμερα. Μπορούσε άραγε κανείς να πιστέψει πως η σύγχρονη δήθεν δημοκρατία είχε αποκαταστήσει τους δεσμούς της με τις ανθρωπιστικές αξίες;». Στον ιδιωτικό, η κοινότητα στο Μονρούζ σταδιακά παρακμάζει: η έλλειψη ιδιωτικότητας γίνεται αφόρητη, οι καυγάδες μεταξύ των ενοίκων για τα κοινά ρούχα ομηρικοί. Η κοινοκτημοσύνη λαμβάνει τέλος.

Όλο το φάσμα της Άκρας Αριστεράς βρίσκεται στους δρόμους του Παρισιού, μαοϊκοί, ελευθεριακοί κομμουνιστές, οπαδοί της αυτοδιαχείρισης, γκεβαρικοί, επιθυμιακοί, συμβουλιακοί, μετα-καταστασιακοί, τροτσκιστές όλων των ειδών, δεκάδες γκρουπούσκουλα κι άλλα τόσα ακρωνύμια και φυσικά αναρχικοί. Οι ατέλειωτες συζητήσεις καλά κρατούν και ο Οσμόν μοιράζεται και τις πιο σπαρταριστές πλευρές των συγκρούσεων θέσεων και επιχειρημάτων. Όταν για παράδειγμα, η RAF είχε πιάσει ομήρους κάτι γερμανούς διπλωμάτες στην Στοκχόλμη, σ’ ένα απολαυστικό τραγελαφικό πλην ενδεικτικό στιγμιότυπο, κάποιοι απαγάγουν τον σκύλο του λυκειάρχη, ενώ οι μαθητές σχηματίζουν δυο ομάδες με συνθήματα, αντίστοιχα, «Λευτεριά στον Ζοζό!» η μια, «Θάνατος στον Ζοζό!» η άλλη. Στην Στοκχόλμη η ομηρία κατέληξε σε μακελειό, ενώ στο σχολείο ο Ζοζό βρέθηκε στις τουαλέτες του λυκείου.

Ενδιαφέρον προκαλεί η σύγκρουση των διαφόρων ομάδων για όλα τα κοινωνικά θέματα, όπως, για παράδειγμα, η πορνεία, με αφορμή την κυκλοφορία του αυτοβιογραφικού βιβλίου-μανιφέστου Το μαύρο είναι ένα χρώμα (1974) της διαβόητης ιερόδουλης και ακτιβίστριας Γκριζελιντίς Ρεάλ. Η Ρεάλ ηγήθηκε της επανάστασης των ιερόδουλων, διεκδικώντας κοινωνική αναγνώριση για την δραστηριότητα της πορνείας, την οποία θεωρούσε «επαναστατική πράξη» χωρίς να παραβλέπει τις σκοτεινές πλευρές του επαγγέλματος. Πολλές γυναίκες των ομάδων αυτών θεωρούσαν την πορνεία έναν καλό τρόπο να μην αλλοτριωθούν από την εργασία και συνήθως επιδίδονταν περιστασιακά σε αυτή την δραστηριότητα μοιράζοντας τα κέρδη μεταξύ τους. Η άλλη πλευρά υποστήριζε κατηγορίες πως πρόκειται για μαστροπεία και υποδούλωση των γυναικών. Ενίοτε αυτές οι κατηγορίες προκαλούσαν ξεκαθάρισμα λογαριασμών με σιδερολοστούς ανάμεσα σε αντίπαλες συλλογικότητες.

Όταν μετά από μια άκρως ενδιαφέρουσα περιπλάνηση με ιντερέιλ στις ευρωπαϊκές πόλεις ένας σύντροφος θέλει να συνεχίσουν ως την Γιουγκοσλαβία, την «πατρίδα της αυτοδιαχείρισης», η αντιγνωμία για την χώρα (την συγκαταλέγουμε στα σταλινικά, γραφειοκρατικά καθεστώτα που απεχθανόμαστε ή μήπως την εκτιμούμε λόγω του αυτοδιαχειριστικού της προσανατολισμού;) ή το ευρύτερο ζήτημα αν το καθεστώς της αυτοδιαχείρισης είναι προτιμότερο από εκείνο των σοβιέτ (που ο ήρωας φαντάζεται «ως μια μπίτνικ εκδοχή του κομμουνισμού, ένα διαρκές χάπενινιγκ όπου καθένας έλεγε τη γνώμη του χωρίς ποτέ να μπορεί να ληφθεί μια απόφαση») δίνουν την θέση τους στην έλξη και τον προβληματισμό για τις ένοπλες ομάδες που ενίοτε διαπράττουν δολοφονίες· εδώ το ερώτημα είναι: ιεραρχημένες και στρατιωτικοποιημένες οργανώσεις που ισχυρίζονται πως επιτίθενται κατευθείαν στην καρδιά του κράτους ή ένα πιο «διάσπαρτο αντάρτικο πόλεων, αποτελούμενο από ανεξάρτητες, αποκεντρωμένες ομάδες που δρουν με κοινούς στόχους και σε άμεση σύνδεση με τους κοινωνικούς αγώνες»;

Η συνάντηση με τους Δίκαιους του Αλμπέρ Καμύ, ένα θεατρικό εμπνευσμένο από την δολοφονία του Μεγάλου Δούκα Σέργιου από κάποια μέλη του Σοσιαλιστικού Επαναστατικού Κόμματος, τον κάνει να αναρωτιέται αν η τρομοκρατική δράση διαθέτει νομιμοποίηση, καθώς ανέκαθεν ανήκε στην παράδοση του επαναστατικού κινήματος. Ο Καμύ δικαιώνει αυτή την παράδοση, παρουσιάζοντας τα πρόσωπα ως πλάσματα που βασανίζονται και όχι ως ψυχοπαθείς και τέρατα. Και η ανάγνωση του Αλτουσέρ του δίνει όλο το διανοητικό φως που χρειαζόταν. Αν για τον Γάλλο φιλόσοφο «Η Ιστορία είναι μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο», τότε μπορούν κι αυτοί ως μη υποκείμενα μπορούν να κυλήσουν την Ιστορία προς την φαντασίωση της Μεγάλης Επαναστατικής Νύχτας. Χάρη σ’ αυτόν νοιώθει προστατευμένος από ένα ακατανίκητο θεωρητικό οπλοστάσιο, απελευθερωμένος από τα ανθρώπινα συναισθήματα που παρακωλύουν την ικανότητα για δράση.

Την εποχή που η συντροφιά ακούει το Horses της Patti Smith και το White Riot των Clash, το πρώτο τους 45άρι, έναν δίλεπτο ύμνο στην ανυποταξία, η  Φράξια Κόκκινος Στρατός πραγματοποιεί νέο χτύπημα το 1977. Καθώς ακούνε την είδηση στο τραίνο, ο ήρωας παρατηρεί: Οι ταξιδιώτες έμοιαζαν τρομοκρατημένοι από το ξέσπασμα μιας τόσο ριζοσπαστικής βίας, βγαλμένης απ’ τα σπλάχνα μιας χώρας που δεν ήθελε πλέον παρά να απολαύσει την ηρεμία και την ευμάρειά της. Ανακάλυπταν όμως πως κάποια βλαστάρια τους είχαν, αντίθετα, αποφασίσει να τακτοποιήσουν τους λογαριασμούς τους με ένα σαφώς πιο βίαιο παρελθόν. […] Με ενδιέφεραν αποκλειστικά όσοι από τους γύρω μου είχαν περάσει τα πενήντα. Τι έκαναν άραγε τριάντα χρόνια νωρίτερα; Φορούσαν τη ναζιστική στολή; Φώναζαν «Heil Hitler!» με τεντωμένο χέρι; Εκτελούσαν εκτοπισμένους; Στατιστικά, ήταν πιθανό. Οι κλάψες τους για την βαρβαρότητα των τρομοκρατών μου προκαλούσαν αηδία, τη στιγμή μάλιστα που δεν είχαν ακόμα πληρώσει για τα εγκλήματα της δικής τους βαρβαρότητας [σ. 299]. Πολύ περισσότερο οι συνθήκες κράτησης των συλληφθέντων μελών της RAF και ο θάνατός τους στα Λευκά Κελιά έκανε στα μάτια τους την Γερμανία ένοχή για ένα κρατικό έγκλημα που προσπαθούσε να συγκαλύψει με ένα κρατικό ψέμα.

Η πολυαναμενόμενη, σχεδόν προαναγγελθείσα στιγμή είναι πλέον εδώ: Του προτείνεται να συμμετάσχει σ’ ένα σήμα που ονομαζόταν Primea Linea – Πρώτη Γραμμή, μια σύμπραξη τοπικών «ομάδων δράσης», που πραγματοποιούσαν ένοπλες ενέργειες στην  υπηρεσία του κινήματος αμφισβήτησης. Η βασική διαφορά τους με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες που, από την πλευρά τους, είχαν ριχτεί σε μετωπική σύγκρουση με το κράτος, στηριζόμενες σε μια στρατιωτική δομή, ήταν πως η PL επέμενε πως επιδίδεται σε ένοπλο αγώνα και όχι τρομοκρατία, με κάθε επίθεση να χτυπάει στοχευμένα και ποτέ στα τυφλά, όπως έκανε η Ακροδεξιά όταν τοποθετούσε βόμβες σε δημόσιους χώρους.

Κι εδώ, πλέον, στο τρίτο μέρος του βιβλίου, ο ήρωας βρίσκεται μπροστά στην δράση που τόσο επιθυμούσε. Στις μαζικές συγκρούσεις πριν την δράση κυριαρχούσε ο φόβος, κι όταν ξεκινούσε η δράση, ο φόβος εξαφανιζόταν διαμιάς, δίνοντας την θέση του στο κενό. Τώρα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά: ο τύπος που σημαδεύει υπάρχει με σάρκα και οστά. Δεν είναι ένας «ταξικός» εχθρός γενικώς και αορίστως αλλά ένα ζωντανό ανθρώπινο ον. Αναρωτιέται αν έχει το δικαίωμα να του αφαιρέσει την ανάσα, το βλέμμα, τα συναισθήματά του. Η πρώτη του ληστεία στην υπηρεσία της Υπόθεσης τον αφήνει αμφίθυμο. Διόλου θεαματική, χωρίς καταδίωξη και τα συναφή και χωρίς λόγους πανηγυρισμού. Τώρα όμως πλέον δεν μπορεί να κάνει πίσω. Οφείλουμε, σκέφτεται, να είμαστε ενεργοί παράγοντες της Ιστορίας και όχι απλοί θεατές.

Το 1978 έρχεται το μεγάλο χτύπημα των Ερυθρών Ταξιαρχιών με την απαγωγή του Άλντο Μόρο. Για τον ίδιο, η προσχεδιασμένη εκτέλεση πέντε αστυνομικών αποτελούσε πράξη τρομοκρατίας και όχι ένοπλης πάλης. Σε μια επιχείρηση, επιμένει, έχει κανείς το δικαίωμα να επιτεθεί μόνο σε περίπτωση ανωτέρας βίας ή νόμιμης άμυνας. Ο Μόρο ήταν ακόμα ζωντανός όταν η παρέα έκανε εξόρμηση στο Λονδίνο όπου η Αντιναζιστική Λίγκα [Anti-Nazi League] έκανε την περίφημη συναυλία Ροκ ενάντια στον ρατσισμό [Rock against Racism]. Ο Τζο Στράμερ των Κλας φορούσε μπλουζάκι με το έμβλημα της RAF που από την άλλη πλευρά έγραφε Brigade Rosse (με λανθασμένο d αντί για t). Ποιος θα μπορούσε να ενοχληθεί απ’ αυτό τον φόρο τιμής στις Ερυθρές Ταξιαρχίες; Ποιος θα μπορούσε να σκεφτεί πως, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Άλντο Μόρο, πράος και μοναχικός στη «λαϊκή φυλακή» του, έγραφε ένα ακόμη γράμμα εκλιπαρώντας για την σωτηρία του;

Οι απογοητεύσεις έρχονται η μια μετά την άλλη: η Ένωση της Αριστεράς χάνει στις βουλευτικές εκλογές, η απεργία των σιδηρουργών καταλήγει σε συντριπτική ήττα και η υποχώρηση των Άγγλων μεταλλωρύχων μερικά χρόνια αργότερα, προαναγγέλλει το τέλος των μεγάλων απεργιών και των εργατικών εξεγέρσεων. Η φθορά καταβάλλει ακόμα και τους πιο μαχητικούς συντρόφους, ενώ ένα πελώριο κύμα μαζικών συλλήψεων αποδεκατίζει τους κύκλους της Άκρας Αριστεράς, μεταξύ των οποίων και όλους τους ηγέτες του αυτόνομου κινήματος, όπως ο Τόνι Νέγκρι. Η εποχή των οδοφραγμάτων τελειώνει, αλλά εκείνος αρνείται να το καταλάβει. Στην πρώτη του αγωνιώδη επιχείρηση αρκεί ένας πυροβολισμός στα πόδια, αλλά στην επόμενη, εναντίον ενός ανώτερου στελέχους της Fiat στο Τορίνο, η διαταγή αφορά εκτέλεση και προσφέρεται να πάει για να είναι δίπλα στην Φεντόρα, να την προστατεύσει. Πώς θα φερθεί εκείνος που ως τότε δεν είχε διανοηθεί να εξοντώσει έναν αντίπαλο, να τον καταδικάσει σε οριστικό αφανισμό, να ορίσει την στιγμή που ο άλλος θα έπαυε να υπάρχει ως άτομο, ως πατέρας γιος ή σύζυγος; Η σύγκρουση ανάμεσα στα αντικειμενικά επιχειρήματα και στην ανθρώπινη διάσταση των πραγμάτων είναι δραματική. Η επιχείρηση θα καταλήξει σε αποτυχία, λόγω της υπαναχώρησής του, αλλά η Φεντόρα συνεχίζει έναν άλλο δρόμο – η αγαπημένη του πλέον μυρίζει θανατίλα.

Χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, είχαμε γίνει άγρια θηρία.

Ένας νέος νόμος της ιταλικής κυβέρνησης αφορά τους ανανήψαντες: όποιος καταδώσει τους συντρόφους του θα έχει σημαντική μείωση ποινής. Χάρη στην ομολογία της Φεντόρα εξαρθρώνεται ένας πυρήνας τρομοκρατών στην Ρώμη. Στο κελί της βρίσκεται αντιμέτωπη με το τέλος μιας συλλογικής αυταπάτης· η προσωπική της κατάρρευση ήταν συνέπεια μιας πολιτικής ήττας, καθώς και της ήττας του ένοπλου αγώνα και των παράνομων ομάδων. Όταν μεταφέρεται σε φυλακή όπου κρατούνταν αμετανόητες της τρομοκρατίας υποφέρει τα πάνδεινα και ανακαλεί την ομολογία της, με αποτέλεσμα να χάσει οριστικά τους ευνοϊκούς όρους ενώ για την Primea Linea θα παραμείνει για πάντα μια πουλημένη. Χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, είχαμε γίνει άγρια θηρία.

Ο διαλεκτικός υλισμός είχε ηττηθεί από την μανιοκατάθλιψη

Ο τελευταίος γύρος του ήρωα γίνεται στις καταλήψεις του Παρισιού, σε ρημαγμένες περιοχές γεμάτες ναυάγια της ζωής. Η Μεγάλη Νύχτα άργησε να έρθει και πρέπει να επινοηθεί μια άλλη ιστορία. Από την μία, αν εγκαταλείψουμε την προσπάθεια να αλλάξουμε τον κόσμο, θα σερνόμαστε σαν τα σκουλήκια. Από την άλλη, δεν υπάρχουν και πολλές πιθανότητες να δημιουργήσουμε ένα νέο είδος ανθρώπου, με βαθιά καλοσύνη και την διάθεση να μοιράζεται. Το παιδικό του όνειρο για έναν κόσμο με ισότητα και ελευθερία δεν είχε βγάλει πουθενά. Αφιερώσαμε τα νιάτα μας σε ανέφικτα ιδανικά, επιβεβαιωθήκαμε χάρη σ’ αυτά, κι έπειτα τα παρατήσαμε, τη στιγμή που θα μπαίναμε στην πραγματική ζωή. Σύμφωνα μ’ έναν σύντροφό του, αναζήτησαν πάση θυσία έναν αντίπαλο να πολεμήσουν. Δεν είχαν όμως απέναντί τους ναζί, παρά τον Ζισκάρ και τους απατεώνες του περιβάλλοντός του. Στην πρώτη περίπτωση, παίρνουμε τα όλα, στην δεύτερη αρκεί το ψηφοδέλτιο. Είχαμε κηρύξει τον πόλεμο ενάντια σ’ έναν φανταστικό εχθρό. Και αυτό διέκρινε τον αξιοσέβαστο αντιστασιακό από τον αξιοκαταφρόνητο τρομοκράτη.

Όλες αυτές οι σκέψεις έχουν ως υπόκρουση στη διαπασών το Sandinista! των Clash, που του φαίνεται ως η τελευταία παρακαταθήκη της δεκαετίας και «απ’ τη στιγμή που αυτή η μουσική μαρτυρία υπήρχε και περνούσε στην αιωνιότητα, μπορούσαμε κι εμείς να περάσουμε χωρίς τύψεις σε μια διαφορετική ιστορία». Δεκαπέντε χρόνια αργότερα θα διάβαζε το βιβλίο: Ερυθρές Ταξιαρχίες: Μια ιταλική ιστορία, ένα βιβλίο με συνεντεύξεις που είχε δώσει ο Μάριο Μορέτι, τελευταίος ιστορικός ηγέτης των Ερυθρών Ταξιαρχιών και εκτελεστής του Άλντο Μόρο. Ο Μορέτι εξιστορούσε με διαύγεια την διαδρομή των ένοπλων ομάδων, περιέγραφε τον μηχανισμό του φανατισμού και της τύφλωσης: πώς, βήμα βήμα, μπαίνοντας σε μια αμείλικτη λογική, φτάνει κανείς χωρίς εμφανή δυσκολία να σκοτώσει έναν άνθρωπο που έχει κηρυχθεί εχθρός του προλεταριάτου. Έδειχνε επίσης πώς η τραγωδία της βίας διατηρούσε στενές σχέσεις με την ιταλική ιστορία: ο μύθος του ένδοξου παρτιζάνου, η ισχύς του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο ριζοσπαστισμός του εργατικού κινήματος….

Οι σύντροφοί του δεν αποκάλυψαν ποτέ την συμμετοχή του στις ενέργειες της Prima Linea και χάρη στη σιωπή τους γλίτωσε την φυλακή· άλλος έφυγε για την Νικαράγουα κι ήταν ο μόνος απ’ όλους που έζησε μια επανάσταση, άλλος αυτοκτόνησε, άλλος κηδεύτηκε από βετεράνους εθελοντές του IRA, κάποιοι βρήκαν δημιουργικότερους τρόπους να εκφράσουν την αδιαλλαξία τους. Κι εκείνος, καθώς σκέφτεται όσους θυσιάστηκαν για ένα πολιτικό όνειρο, τους Mπόμπι Σαντς, Πιερ Οβερνέ, Πουτς Αντίκ, Μιγκέλ Ενρίκες, Χόλγκερ Μάινς, Πιέρ Γκολντμάν και τόσους άλλους, υπόσχεται στον εαυτό του να τους κρατήσει για πάντα στη σκέψη του, ακόμη και όταν όλος ο κόσμος θα τους είχε ξεχάσει. Όσο για τα ιδανικά του, δεν αισθάνεται πως τα έχει προδώσει· αντίθετα, ότι προδόθηκε από αυτά. Ίσως οι καιροί άλλαξαν, τότε στο μυαλό τους κυριαρχούσαν οι στίχοι ενός ποιήματος του Αραγκόν Κι έτσι τα σκυθρωπά πρωινά γίνονταν άλλα· αλλά η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο είναι πάντα ζωντανή.

Τι κάνει αυτό το βιβλίο τόσο γοητευτικό; Ίσως είναι η βαθειά, ανθρώπινη εξομολογητική ειλικρίνεια του συγγραφέα που γράφει ό,τι έζησε, ίσως η αφήγηση μιας φρενήρους πορείας που θα μπορούσε να παρασύρει οποιονδήποτε νέο που επιθυμεί ν’ αλλάξει τον κόσμο, ίσως και η ολοζώντανη αναπαράσταση ενός περιβάλλοντος που εμψύχωνε το όνειρο για μια καλύτερη ζωή· αναμφισβήτητα, όμως, εκείνο που το απογειώνει είναι το συνήθως αποσιωπημένο ζήτημα των ορίων στην ηθική της πολιτικής, στην πολιτική στράτευση και στην βία. Στην χειμαρρώδη διήγηση του συγγραφέα που είναι και σεναριογράφος και σκηνοθέτης δεν χωράνε ποιητικές και περίτεχνες λογοτεχνικές πλέξεις, αλλά η πένα του αποφεύγει όλες τις παγίδες της σεναριακής διήγησης (στην οποία πέφτει διαρκώς η σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία) και γράφει ένα μυθιστόρημα πολιτικής και ερωτικής ενηλικίωσης, ρεαλιστικό χωρίς πεζότητα, φορτισμένο χωρίς βεβιασμένα συναισθήματα, ισορροπημένο ανάμεσα στην μυθοπλασία και στην ντοκιμαντερίστικη γραφή.

Εκδ. Πόλις, 2016, μτφ. από τα Γαλλικά Αριάδνη Μοσχονά, σελ. 450. Περιλαμβάνονται τετρασέλιδο γλωσσάρι των πολιτικών οργανώσεων που αναφέρονται στο βιβλίο και 70 σημειώσεις της μεταφράστριας [Stéphane Osmont – Éléments incôntrolés, 2013].

Στις εικόνες: Μια φωτογραφία και δύο αφίσες από τον Παρισινό Μάη, ο Toni Negri σε ευφορική στιγμή (Padova, 1972, συνέλευση του Potere Operaio), έντυπο ντοκουμέντο της εποχής, Grisélidis Réal, διαδήλωση στο Τορίνο (1980, φωτ. Enrico Martino), Louis Althusser, αφίσα των Clash για το White Riot, Andreas Baader και Gudrun Esslin στην δίκη της Φράξιας Κόκκινος Στρατός [RAF], Joe Strummer με την περίφημη μπλούζα του Rock Against Racism, o Giuseppe Memeo μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης Proletari Armati per il Comunismo (PAC), καθώς πυροβολεί στην via De Amicis (Μιλάνο, 1977), δυο στιγμιότυπα από την ταινία La Prima Linea (Renato di Maria, 2005) και ο συγγραφέας.

23
Δεκ.
20

Δημήτρης Ι. Κυρτάτας – Nota Bene. Συνομιλώντας με τα βιβλία και την ιστορία

Τα γραπτά του Δημήτρη Κυρτάτα προσφέρουν πάντα ιδιαίτερη αναγνωστική τέρψη. Ο συγγραφέας καταπιάνε ται με θέματα ερεθιστικά, από περιόδους σχετικά αφώτιστες στον ευρύτερο ερευνητικό τομέα. Αλλά είναι και ο τρόπος του: αποφεύγει την δυσνόητη και ενίοτε σκοπίμως επιτηδευμένη έκφραση πολλών θεωρητικών και μας παραδίδει γραπτά ευφραντικά όχι μόνο ως προς την θεματολογία τους αλλά και ως προς την «εκφραστικότητα». Τα περισσότερα από τα παρουσιαζόμενα βιβλία αποκαλύπτουν μια Ιστορία άγνωστη ή πολύ διαφορετική από εκείνη που «γνωρίζουμε».

Ας σταθούμε πρώτα σε τρία βιβλία από την ενότητα «Η αρχαιότητα ήταν ακόμα εκεί». Στο κείμενο με τίτλο «Αλλότριος ελληνισμός» και με αφορμή το βιβλίο του Glenn W. Bowersock, Ο ελληνισμός στην ύστερη αρχαιότητα (1996), ο συγγραφέας προβαίνει στην γενικότερη διαπίστωση πως στην Ελλάδα το ενδιαφέρον για την συγκεκριμένη περίοδο ιστορίας ήταν ανέκαθεν περιορισμένο. Ο ελληνικός κόσμος της ρωμαιοκρατίας ήταν κατακτημένος και, κατά συνέπεια, υποβαθμισμένος, ενώ ακόμα η γέννηση και εξάπλωση του χριστιανισμού δεν θεωρήθηκε ιστορικό φαινόμενο αλλά μόνο θρησκευτικό. Στην ύστερη αρχαιότητα τα μεγάλα κέντρα του ελληνισμού βρίσκονταν όλα μακριά από την κοιτίδα του κλασικού πολιτισμού. Στο εσωτερικό του διασταυρώθηκαν δυνάμεις ετερόκλητες και με το εννοιολογικό του οπλοστάσιο εκφράστηκαν κοσμοθεωρίες συγκρουόμενες. Έλληνες δεν ήταν πια όσοι μιλούσαν ελληνικά ή μετείχαν της ελληνικής παιδεύσεως αλλά όσοι πίστευαν στους παλαιούς θεούς. Ο ελληνισμός ως φορέας θρησκευτικών αντιλήψεων δείχνει να έχει εκπληρώσει τον ρόλο του κι έτσι πολλοί βιάζονται να εξαγγείλουν τον θάνατό του, πιστεύοντας πως ο χριστιανισμός δείχνει ικανός να διασώσει από μόνος του την σοφία των κλασικών συγγραφέων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Μπάουερσοκ αυτή η άποψη είναι λανθασμένη. Η παιδεία και η γλώσσα των Ελλήνων προσέφεραν στον χριστιανισμό πολλά, αλλά πήραν και πολλά. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η ελληνική παιδεία άρχισε να προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά μιας θρησκείας (είχε ανέκαθεν ορισμένες θεολογικές αρχές, όπως τον ανθρωπομορφισμό των θεών, ορισμένες ηθικές αξίες και ορισμένες αντιλήψεις για τον κόσμο, οι μεγάλοι της φιλόσοφοι ονομάζονταν συχνά «θεουργοί»), αλλά ποτέ δεν είχε θωρήσει πως όλα αυτά αποτελούν μέρος ενός ενιαίου και κλειστού συστήματος, ούτε σκέφτηκε να συγκροτήσει μια Εκκλησία για να προστατέψει τα δόγματα και το ιερατείο της.

Το τέλος του ελληνισμού των ανατολικών λαών δεν ήρθε με τον χριστιανισμό, παρά την βία που άσκησαν οι αρχές, αλλά με το Ισλάμ και την διάδοση της αραβικής γλώσσας. Η πρωτότυπη και τολμηρή πρόταση του Μπάουερσοκ εδώ είναι πως ο ίδιος ο αραβικός εθνικισμός, δηλαδή η αίσθηση της κοινής ταυτότητας των Αράβων, αποτελεί συμβολή του ελληνισμού, καθώς χάρη σ’ αυτόν οι Άραβες απέκτησαν κοινή θρησκευτική διάλεκτο. Με την ευκαιρία αυτή ο Κυρτάτας θέτει το ζήτημα ατυχών όρων όπως το ειδωλολάτρης (που, μεταξύ άλλων δείχνει ότι αποδεχόμαστε την χριστιανική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο ελληνισμός ήταν πρωτίστως θρησκεία, που ασφαλώς δεν ήταν) και προβληματίζεται ως προς την αντικατάστασή τους με τους λιγότερο προβληματικούς όρους πολυθεϊστής ή εθνικός.

Στην ίδια σκοτεινή εποχή ζει και «ο τελευταίος έλληνας φιλόσοφος» Δαμάσκιος (Damascius, The Philosophical History, επιμ. Πολύμνια Αθανασιάδη, 1999), η ζωή του οποίου αποτελεί μια από τις καλύτερες μαρτυρίες για την εποχή του περάσματος από τον πολυθεϊστικό κόσμο των Ελλήνων στο χριστιανικό Βυζάντιο. Ο Δαμάσκιος έμεινε στην ιστορία ως ο τελευταίος διάδοχος της μεγάλης Ακαδημίας που είχε ιδρύσει ο Πλάτων και με την Φιλόσοφον ιστορία του αναδεικνύεται ως μεγάλος στοχαστής. Είναι ενδιαφέρον ότι τον χριστιανισμό τον βλέπει σαν κάτι παροδικό που επιφέρει ζημία και οδύνη, όπως μια φυσική καταστροφή. Ο κόσμος στον οποίο ζει ο Δαμάσκιος είναι ο κόσμος των Ελλήνων που συνεχίζει την δύσκολη πορεία του, ενώ η φιλοσοφική παράδοση είναι ακόμα υπόθεση ζωντανή. Αν εξαιρέσουμε τους διωγμούς, το μεγάλο  πρόβλημα που αντιμετώπιζε η αρχαία φιλοσοφία βρισκόταν αλλού. Είχε γεννηθεί και είχε επιζήσει σε μια συνθήκες πνευματικής ελευθερίας που δεν υπήρχαν πια. Ο κόσμος της ύστερης αρχαιότητας διέθετε μεγάλη πνευματική ενεργητικότητα αλλά πολύ μικρή ανοχή. Μαζί με τον πολυθεϊσμό αργοπέθαινε και ο φιλοσοφικός πλουραλισμός. Τα σχίσματα και οι αιρέσεις αποδεικνύουν πόσο μικρά περιθώρια υπήρχαν για συμβίωση διαφορετικών αντιλήψεων. 

Σ’ ένα κείμενο για «Το άδοξο τέλος των ολυμπιακών αγώνων» και με αφορμή το βιβλίο της Μαριάννας Κορομηλά, Εν τω σταδίω (2004) αντιλαμβανόμαστε την μέχρι τώρα περίεργη σιωπή όσον αφορά το τέλος του μεγάλου αθλητικού γεγονότος, για το οποίο τελικά, παρά τα όσα μαθαίναμε, δεν υπήρξε επίσημη απαγόρευση ή τελετή λήξης, παρά μια παραγνωρισμένη σκοτεινή κατάληξη μιας μακράς πορείας προς την λήθη. Μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες επισημάνσεις της συγγραφέως έχει να κάνει με τους χριστιανούς, ο οποίοι, παρά το μένος τους εναντίον κάθε είδους παγανιστικής επιβίωσης ήταν, και ιδίως οι ασκητές και οι μοναχοί, μεγάλοι θαυμαστές του αγωνιστικού ιδεώδους – ο μάρτυρας άλλωστε, όπως άλλωστε και κάθε ενσυνείδητος χριστιανός, έβλεπε τον εαυτό του ως αθλητή που στο τέλος του δρόμου τον περίμενε το στεφάνι της δόξας. Στην ίδια ενότητα παρουσιάζονται και τα βιβλία των Πέρυ Άντερσον, Από την αρχαιότητα στον φεουδαρχισμό, 1981, Πολύμνιας Αθανασιάδη, Ιουλιανός: Μια βιογραφία, 2001 και Giusto Traina, 428 μ.Χ.: Ιστορία μιας χρονιάς, 2011.

Στην ενότητα που αφορά τον τομέα «Θρησκεία και θρησκευτική συνείδηση» τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο ενδιαφέροντα. Αν διαβάσουμε, για παράδειγμα, το βιβλίο του Richard Seaford, Διόνυσος (2015), όπου μας περιμένει «Ο θεός που δεν πέθανε ποτέ», θα δούμε πως ο θεός που μελετά ο Σίφορντ ήταν τόσο πολύμορφος και πολυδιάστατος ώστε θα ήταν δύσκολο να γίνει πλήρως αντιληπτός με έναν και μοναδικό τρόπο. Στην δική του ανάγνωσή κεντρική θέση κατέχει η βασική ιδέα ότι ο Διόνυσος ήταν πρωτίστως ένας θεός της μεταμόρφωσης, που μεταμόρφωνε την ταυτότητα του ατόμου, καταλύοντας τα όριά της. Αυτό εξηγεί, μεταξύ άλλων, την σημασία της οινοποσίας, του προσωπείου και του κατόπτρου. Η απώλεια της ατομικής συνείδησης προκαλούσε αίσθηση έντονου κινδύνου, ταραχής, ακόμα και τρέλας. Αλλά τελικώς η θεϊκή παρουσία επέφερε την γαλήνη και την καταλλαγή και έδινε την εντύπωση απελευθέρωσης από τον φόβο και κάθε είδους δεσμά.

Ο Διόνυσος ήταν ο μεγάλος αντίπαλος του Ιησού την εποχή της εξάπλωσης του χριστιανισμού. Για να πολεμήσει τον Διόνυσο, ο χριστιανισμός κατέφυγε αγώνες μακροχρόνιους και αντιφατικούς. Χρησιμοποίησε τα σύμβολά του αλλά απαρνήθηκε την μέθη και το γλέντι. Προσπαθώντας να διαχωριστεί από την διονυσιακή ευωχία, ο χριστιανισμός ξέκοψε από μια τελετουργία που χαρακτηρίζει σχεδόν κάθε θρησκεία: τον χορό.  Αλλά παρά τον θρίαμβο της νέας θρησκείας, ο Διόνυσος επέζησε με διάφορους τρόπους, μέσα στην οινοποσία, την ομαδική διασκέδαση, τα δρώμενα και την θεατρική αναπαράσταση· ενώ τα ονόματα των άλλων παλαιών θεών ηχούν παρωχημένα, το δικό του παραμένει πάντα ζωντανό και ζωογόνο. Στην κορύφωση της πραγμάτευσής του Σίφορντ βρίσκεται η συμβολή της διονυσιακής λατρείας στο θέατρο και την φιλοσοφία και εδώ είναι που πρωτοτυπεί ο ερευνητής. Η εμπειρία της διονυσιακής μύησης είχε κάτι σημαντικό να προσθέσει στην φιλοσοφική αντίληψη για την ψυχή και τα εγγενή της χαρακτηριστικά.

«Μια θρησκεία δίχως θεϊκό φόβο» –  ιδού ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ζήτημα, και το κείμενο για το βιβλίο του A.J. Festugiere, Ο Επίκουρος και οι θεοί του (1999) ρίχνει φως σε μια τέτοια περίπτωση, την περίπτωση του Επίκουρου. Η συνηθέστερη εκδοχή τον ήθελε ηδονιστή και άθεο, ενώ άλλοι τον παρουσίαζαν ως υπόδειγμα εγκράτειας και δάσκαλο χρηστών ηθών. Με δεδομένη την ανυπαρξία πηγών και την ελλιπή τεκμηρίωση, ο διάλογος διεξάγεται στη βάση ερμηνειών και υποθέσεων. Ο Φεστυζιέρ δεν απορρίπτει απλώς τις κατηγορίες περί αθεΐας αλλά τον εμφανίζει εισηγητή θρησκείας, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι η θρησκεία του Πλάτωνα και του Επίκουρου συνδέονται. Αλλά το σημαντικό βρίσκεται αλλού: ο Επίκουρος απέρριψε την ιδέα των εκδικητικών θεών που τιμωρούν όσους δεν τους τιμούν. Οι θεοί του ζούσαν χωρίς πάθη, σε κατάσταση τέλειας γαλήνης και μακαριότητας· αν ο σοφός άνθρωπος επεδίωκε να κατακτήσει την αταραξία, τότε αυτή ήταν μια κατεξοχήν θεϊκή ιδιότητα. Οι θρησκευτικές εορτές έδιναν κατά τη γνώμη του, τη δυνατότητα στους θνητούς να συμμετάσχουν στην θεϊκή ευτυχία. Επιδίωξη του Επίκουρου δεν ήταν η κατάργηση της θρησκείας αλλά ο εξαγνισμός της. Δεν ζητούσε από τους ανθρώπους να αδιαφορήσουν για τους θεούς· τους ζητούσε να προσπαθήσουν να ενωθούν μαζί τους και να πάρουν μια γεύση της αιώνιας ευτυχίας.

Το κύριο πρόβλημα της θρησκευτικής αυτής σύλληψης ήταν ότι προσπαθούσε να απαλλάξει τον άνθρωπο από τον θεϊκό φόβο. Αλλά για τους πολλούς μια θρησκεία χωρίς φόβο ήταν αδιανόητη και επικίνδυνη. Ο Πλάτων και οι χριστιανοί υποστήριξαν ακριβώς το αντίθετο: χωρίς φόβο, κάθε ηθική επιταγή παραμένει μετέωρη. Γι’ αυτό και η διδαχή του Επίκουρου θεωρήθηκε πρόσκληση προς την ακολασία. Αυτός είναι ο εντυπωσιακός ισχυρισμός του Φεστυζιέρ: ο Επίκουρος ήταν ένας βαθιά θρησκευόμενος φιλόσοφος και η εικόνα που έχουμε σήμερα γι’ αυτόν οφείλεται πρωτίστως στις αιτιάσεις των χριστιανών. Αυτές οι αιτιάσεις εκκινούν από έναν ιδιαίτερο λόγο, την συγγένεια των δυο συστημάτων, και κυρίως ένα βασικό κοινό χαρακτηριστικό: ο Επίκουρος βάσισε την ηθική του στην αξία της αδελφικής φιλίας· η επικούρεια φιλία δεν είναι απλώς ένα ενδιάμεσο στο μονοπάτι της σοφίας αλλά αποτελεί από μόνη της σοφία. Η ομοιότητα με την οργάνωση σε αδελφότητες και με την ανάπτυξη ισχυρών δεσμών αλληλεγγύης ανάμεσα στους πρώτους χριστιανούς είναι εμφανής.

«Οι θρησκευτικές ανησυχίες της ύστερης αρχαιότητας» απασχολούν τον E.R. Dodds στο βιβλίο του Εθνικοί και χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας (1995). H ελληνική παιδεία δεν υπήρξε ποτέ γενναιόδωρη προς τον ρωμαϊκό κόσμο, πράγμα παράλογο αν σκεφτεί κανείς ότι ακριβώς η μέγιστη συμβολή του ελληνικού πολιτισμού στην Δύση έγινε με την μεσολάβηση της Ρώμης. Εξοβελίζοντας τους Ρωμαίους οι Έλληνες εξοβελίζουν πολλούς αιώνες της δικής τους ιστορίας, ξαναπιάνοντάς την όπως μπορούν από την εποχή της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η μελέτη του Ντοντς εκθέτει στοχασμούς δευτέρου βαθμού γύρω από τις ιδεολογικές ψυχικές αναζητήσεις των ανθρώπων της εποχής, ο τρόπος με τον οποίον τις αντιμετώπισαν οι άνθρωποι της ύστερης αρχαιότητας παρουσιάζει μια καινοτομία σε σχέση με τον τρόπο των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων. Για πρώτη φορά αναδεικνύεται αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε διακριτό θρησκευτικό φαινόμενο. Δοξασίες, πρακτικές και παραδόσεις, που για αιώνες διαχέονταν στην κοινωνία με ποικιλομορφία και χαλαρή εσωτερική συνοχή, άρχισαν να συγκροτούνται σε οργανικό σύνολο. Η λέξη θρησκεία όπως την εννοούμε σήμερα αποκτά πλήρες νόημα μόνο μετά την επιβολή των Ρωμαίων.

Επιφανείς εθνικοί και επιφανείς χριστιανοί αναμετρήθηκαν με τα ίδια προβλήματα και οδηγήθηκαν σε συγγενικές και κάποτε όμοιες απαντήσεις. Το πολεμικό τους ύφος, βέβαια, αποκρύπτει τους κοινούς προβληματισμούς. Στην διάρκεια όμως των περίπου τριών αιώνων που κράτησε η αντιπαράθεση, μετασχηματίστηκαν και οι δυο πλευρές, δεχόμενες επιρροές από το εχθρικό στρατόπεδο, που δεν ήταν διατεθειμένες να παραδεχτούν. Έτσι ο Ντοντς ισχυρίζεται ότι ολόκληρη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ακολουθούσε μια κοινή πνευματική πορεία, την οποία, τελικώς, ο χριστιανισμός ήταν σε θέση να εκφράσει αποτελεσματικότερα.

Μπροστά στο βιβλίο του Πωλ Βέυν, Όταν ο κόσμος μας έγινε χριστιανικός: 312-394 μ.Χ. (2012) ο Κυρτάτας επανέρχεται στην διαπίστωση πως οι πρώτοι χριστιανικοί αιώνες δεν είναι ιδιαιτέρως δημοφιλείς στην ελληνική παιδεία, παρά τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που συντελέστηκαν στην διάρκειά τους. Γνωστοί συγγραφείς όπως ο Πλούταρχος ή ο Λουκιανός διαβάζονται αποκομμένοι από το ιστορικό πλαίσιο που έζησαν. Ακόμα και η διάδοση του πρώιμου χριστιανισμού, που άλλαξε τον ελληνικό και τον ευρωπαϊκό κόσμο συνολικότερα, διδάσκεται ως αντικείμενο των θρησκευτικών και όχι τις ιστορίες. Τα χρόνια που μεσολαβούν από τον Αύγουστο ως τον Μεγάλο Κωνσταντίνο εκλαμβάνονται αποκλειστικά ως ρωμαϊκή και διόλου ελληνική ιστορία Το αρνητικό αυτό κλίμα δεν άλλαξε ούτε με την μεγάλη άνθηση που γνωρίζουν διεθνώς οι σπουδές της λεγόμενης ύστερης αρχαιότητας, ακόμα κι όταν μετατοπίζουν το ενδιαφέρον από τα πολιτικά στα πολιτισμικά γεγονότα.

Ο Βέυν υποστηρίζει ότι η μεταστροφή του Κωνσταντίνου ήταν απολύτως ειλικρινής και ανιδιοτελής· άλλωστε ο χριστιανισμός εκπροσωπούσε ένα πολύ μικρό τμήμα του πληθυσμού και δεν είχε τίποτα σημαντικό να προσφέρει στις νίκες του αυτοκράτορα. Εξηγεί δε πολύ πειστικά ότι την εποχή εκείνη οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των αυτοκρατόρων αποτελούσαν προσωπική τους υπόθεση. Όταν ο Κωνσταντίνος επέλεξε να δηλώσει δημοσίως την ευμένειά του προς τον χριστιανισμό ήταν δεδομένο ότι αποτελεί προσωπικό στοιχείο. Κανένας επίδοξος ηγεμόνας δεν εδραιώθηκε ή κλονίστηκε από τις θρησκευτικές του συμπεριφορές. Παρομοίως η Κωνσταντινούπολη δεν ιδρύθηκε ως νέα θρησκευτική πρωτεύουσα για να υποσκάψει την παγανιστική Ρώμη, αλλά επιλέχθηκε ως τόπος κατοικίας και έδρα του αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να ευνοήσει τον χριστιανισμό επειδή πίστεψε σ’ αυτόν.

Στο βιβλίο του Δοκίμιο για το μυστήριο της ιστορίας (2014) ο Jean Danielou παρατηρεί ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ο δυτικός κόσμος ήταν απαράσκευος να αντιμετωπίσει το θέμα των μεγάλων μεταναστεύσεων και παρουσίαζε εντυπωσιακή ένδεια στο αίσθημα της φιλοξενίας – μια ένδεια που ασφαλώς επιδεινώθηκε με τα χρόνια. O εκπατρισμός και ο ξεριζωμός τέτοιου πλήθους για ποικίλες αιτίες είναι σαφώς μια συμφορά με ανυπολόγιστη οδύνη – κι ωστόσο υπήρξε ταυτοχρόνως μια εξαίρετη ευκαιρία για επαφή, γνωριμία και συνεννόηση διαφορετικών πολιτισμών. H ανθρωπότητα, όπως πιστεύει ο Ντανιελού, δεν έχει ελπίδες να υπερβεί τις γλωσσικές και πολιτισμικές διαφορές που την χωρίζουν, χαρακτηρίζοντας την προσδοκία αυτή «προσδοκία του παραδείσου». Μπορεί ωστόσο να γεφυρώσει κάπως τα χάσματα – και στην προσπάθεια αυτή εντοπίζει ένα από τα ιεραποστολικά καθήκοντα της Εκκλησίας.

Ο συγγραφέας επιζητούσε από τους πανεπιστημιακούς της εποχής του να μυήσουν την Εκκλησία του στις μεγάλες κουλτούρες της Ανατολής, τις σημιτικές, τις αφρικανικές, τις ινδικές, τις κινεζικές. Η Εκκλησία στην οποία προσέβλεπε όφειλε να αγαπήσει την ίδια της την ποικιλότητα. Ο Ντανιελού δεν φοβάται τους νεωτερισμούς στην πρόσληψη του χριστιανισμού, ούτε την πολιτισμική ποικιλομορφία, ούτε την γλωσσική πολυφωνία. Αποδεχόμενος τη Βαβέλ ως αναπόδραστη και αναπόφευκτη, προσβλέπει στον εμπλουτισμό των θρησκευτικών παραδόσεων.Η Ορθοδοξία ιδίως τους δυο τελευταίους αιώνες διαμορφώθηκε καθοριστικά από τν ανάδυση των εθνικισμών και τις εθνικές επαναστάσεις. Διαμοιράστηκε έτσι η ίδια στα νέα κράτη και ταυτίστηκε με τα έθνη που την συγκροτούν. Η οικουμενική διάσταση, που αποτελούσε βασικό στοιχείο του πρώιμου χριστιανισμού, υποβαθμίστηκε και ενδεχομένως εγκαταλείφθηκε. Το ίδιο και το καθήκον κάθε ιεραποστολής. Αντίθετα, κάθε ορθόδοξη εκκλησία αισθάνεται σήμερα υπεύθυνη μόνο για το έθνος που υπηρετεί και δη στη γλώσσα και τον πολιτισμό του. Ο Ντανιελού ακριβώς εκπροσωπούσε μια Εκκλησία που αγωνιζόταν να κρατήσει ζωντανή την οικουμενική διάσταση της θρησκείας της.

Εδώ παρουσιάζονται και τα εξής βιβλία: Peter Kingsley, Αρχαία φιλοσοφία, μυστήρια και μαγεία: Ο Εμπεδοκλής και η πυθαγόρεια παράδοση, 2001, Stephen Greenblatt, Παρέγκλισις: Ο Λουκρήτιος και οι απαρχές της νεωτερικότητας, 2017, Ιωάννης Καραβιδόπουλος, Απόκρυφα χριστιανικά κείμενα: Α΄ Απόκρυφα Ευαγγέλια, 1999, Το ευαγγέλιο του Ιούδα, 2006, Αγίου Δημητρίου θαύματα, επιμ. Χαράλαμπος Μπακιρτζής, 1997, G.E.M. de Ste. Groix, Ο χριστιανισμός και η Ρώμη, 2005, Despina Iosif, Early Christian Attitudes to War, Violence and Military Service, 2013, Jack Goody, The Development of the Family and Marriage in Europe, 1983, Παντελής Καλαϊτζίδης, Ορθοδοξία και ελληνισμός στη σύγχρονη Ελλάδα: Περιπέτειες και διαδρομές μιας αμφιλεγόμενης σχέσης, 2012.

Οι ενότητες ακολουθούν με προσωπική ματιά την ιδιαίτερη θεματογραφία των βιβλίων, όπως για παράδειγμα «Τα τραύματα της ψυχής» περιλαμβάνουν τα βιβλία Αίλιος Αριστείδης, Ιεροί λόγοι: Σώμα και γλώσσα στα όνειρα ενός ρήτορα, 2012, Δημήτρης Λυπουρλής, Πήγε να εγκοιμηθεί στο ασκληπιείο της Επιδαύρου, 1992, Χάουαρντ Μπάρκερ, Το ύστατο σήμερα, 2009 (θεατρικό έργο παιγμένο στη νέα Σκηνή), Θανάσης Τζαβάρας, «Μνήμη που θυμάται, μνήμη που ξεχνάει», 2011, ενώ στα «Ζητήματα λόγου και τέχνης» βρίσκουν επάξια θέση βιβλία του Πλίνιου τον Πρεσβύτερου, του Τυμφρηστού, της Γιώτας Ατζακά για το επάγγελμα του ψηφοθέτη, του Διονύση Καψάλη, του Παντελή Μπουκάλα και άλλων.

Εδώ περιλαμβάνεται και ένα κείμενο για το βιβλίο του Αλέξη Πολίτη, Το μυθολογικό κενό: Δοκίμια και σχόλια για την ιστορία, την ανθρωπολογία και άλλα (2000). Κάθε μύθος, ισχυρίζεται ο Πολίτης, δημιουργεί ένα κενό· όσο μεγαλύτερος ο μύθος, τόσο μεγαλύτερο το κενό. Από την στιγμή που αποδεχόμαστε την γενική αυτή διαπίστωση αρχίζει ο αγώνας να εντοπίσουμε τους μύθους και να τους πολεμήσουμε. Όμως ο συγγραφέας αποφεύγει συστηματικά να τους αντιμετωπίσει κατά μέτωπο. Γύρω από την ουσία του προβλήματος δηλώνει συνήθως αναρμόδιος. Το ζήτημα, αποφαίνεται, δεν είναι να απαντήσουμε στα ερωτήματα που θέτει ο μυθικός λόγος. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να τον τραυματίσουμε αλλά δεν θα τον σκοτώσουμε. Η απομυθοποίηση, όσο πειστική κι αν είναι, σπανίως καταστρέφει ένα μύθο. Ο Πολίτης προσπαθεί να καταστήσει τον ίδιο τον μύθο αντικείμενο έρευνας. Επιλέγει να τον εντάξει στην ιστορία, μελετά την δημιουργία του, την πρόσληψη και την διάδοσή του. Αυτό είναι το όπλο του και με αυτό προσδοκά να επιφέρει καίρια πλήγματα.

Από την πρώτη ενότητα, με τίτλο «Αναζητώντας την αρχαιότητα» (όπου παρουσιάζονται τα βιβλία: Κωστής Παπαγιώργης, Η ομηρική μάχη, 1993, Μ. Β. Σακελλαρίου, Η αθηναϊκή δημοκρατία, 1999, Claude Mosse, Η δίκη του Σωκράτη, 1996, Paul Cartledge, Οι Έλληνες: Εικόνες του εαυτού και των άλλων, 2002, Yvon Garlan, Η δουλεία στην αρχαία Ελλάδα, 1988, Claude Mosse, Η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα, 1991, Κ.J. Dover, Η ομοφυλοφιλία στην αρχαία Ελλάδα, 1990, Arnaldo Biscardi, Αρχαίο ελληνικό δίκαιο, 1991, Geza Alfoldy, Ιστορία της ρωμαϊκής κοινωνίας, 1988) μέχρι την τελευταία («Από τον νεότερο κόσμο»), που ανοίγει σε βιβλία των Ιάκωβου Ραγκαβή, Έφης Γαζή, Perry Anderson, μια ιστορική ανάγνωση του Μακρυγιάννη από τον Κυριάκο Σιμόπουλο και άλλα, το βιβλίο του Κυρτάτα που προσφέρει πενήντα πέντε κλειδιά εισόδου σε ισάριθμους γραπτούς κόσμους που δεν αφορούν μόνο ένα συνήθως άγνωστο παρελθόν αλλά και πολύτιμους φακούς για το εξίσου άγνωστο μέλλον.

Τα περισσότερα κείμενα δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά (Τα Ιστορικά, Ελευθεροτυπία – «Βιβλιοθήκη», Η Αυγή, Κυριακάτικη Αυγή – «Ενθέματα», Ο Πολίτης, Δεκαπενθήμερος Πολίτης, Σύγχρονα Θέματα, Η Καθημερινή, The Book’s Journal, Ποιητική, Νήσος Άνδρος, Συνάψεις), σε επιστημονικές επετηρίδες και αλλού, ενώ δέκα είναι αδημοσίευτα, εκφωνημένα σε παρουσιάσεις βιβλίων, διαλέξεις κ.λπ.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου [21ος παράλληλος], 2019, σελ. 440.  

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 64 (χειμώνας 2020).

Στις εικόνες: Glenn Bowersock, τοιχογραφία ύστερης αρχαιότητας (Δούρα – Ευρωπός, από έναν από τους αρχαιότερους χριστιανικούς ναούς – ευκτήριους οίκους), νεότερη απόδοση Διονύσου, αρχαίο αιγυπτιακό ύφασμα με απεικόνιση διονυσιακής λατρείας, γλυπτοί Επίκουρος και Μεγάλος Κωνσταντίνος, Paul Veyne, Harold Barker, Jean Danielou, σπάραγμα από Δούρα – Ευρωπό.

13
Ιον.
20

Καίτε Κόλλβιτς – Ημερολόγια και γράμματα

H χαράκτρια και γλύπτρια Καίτε Κόλλβιτς γεννήθηκε και μεγάλωσε στα χρόνια της νεοσύστατης αυτοκρατορικής Γερμανίας και της ευρωπαϊκής belle époque· είναι η αθώα φάση της γερμανικής πορείας, τότε που περίσσευε η περηφάνια για την υπεροχή του γερμανικού πνεύματος – «λαός στοχαστών και ποιητών» – απέναντι στην πολιτική κυριαρχία των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Τα χρόνια της πριν από τον Μεγάλο Πόλεμο είναι δεμένα με το Καίνιγκσμπεργκ, το λιμάνι της Βαλτικής στην ανατολική Πρωσία. Οι βόλτες στο λιμάνι, οι ναυτικοί, οι λιμενεργάτες, οι ύποπτες ταβέρνες, η τυραννισμένη ζωή των ανθρώπων της βιοπάλης, θα γίνουν ο αυθεντικός κόσμος που προσπάθησε να εκφράσει με το έργο της. Εδώ έχει τις ρίζες του το έντονα νατουραλιστικό στοιχείο της τέχνης της, που δεν απαρνήθηκε ποτέ, και αποτέλεσε το έδαφος πάνω στο οποίο θα δουλέψει την δική της εκφραστική, τον εξπρεσσιονισμό.

Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν σαράντα επτά ετών και είχε δυο παιδιά σε στρατεύσιμη ηλικία· ο ένας χάθηκε σύντομα στο μέτωπο. Η προσωπική belle époque έχει τελειώσει μαζί με μια ολόκληρη εποχή. Η τέχνη της θα γίνει ο μυστικός τρόπος επικοινωνίας με τον νεκρό γιο της, η δύναμή της να συνεχίσει να ζει. Η κληρονομιά της Ελεύθερης Κοινότητας που έζησε στην πόλη της αποτέλεσε ένα γερό πνευματικό παρελθόν αλλά και ενέπνευσε την αλληλεγγύη προς εκείνους που το έχουν ανάγκη. Το άλλο σκέλος της πνευματικής της κληρονομιάς ήταν η ατομικότητα και ανήκε στην ευρωπαϊκή παράδοση του φιλελευθερισμού, ενώ πλευρές της προτεσταντικής αγωγής της –ο βασανιστικός έλεγχος της συνείδησης  και η βαθειά δυσπιστία στις ιεραρχικές δομές κάθε πίστης– θα παραμείνουν σταθερό στοιχείο της προσωπικότητάς της.

Η Κόλλβιτς έζησε τον πόλεμο, την Ρωσική Επανάσταση, την πείνα στην Γερμανία, την αποτυχημένη εξέγερση των Σπαρτακιστών, τα αδιέξοδα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Στον μεσοπόλεμο υπέστη διώξεις από το ναζιστικό καθεστώς. Σ’ αυτούς τους καιρούς θέλω να ασκήσω επίδραση έγραφε στο ημερολόγιό της και στα γραπτά της επανέρχεται στην πάλη του καλλιτέχνη να μεταδώσει την συγκίνηση αδειάζοντάς την από τον εαυτό του στο έργο του, ώστε να μοιραστεί στους άλλους. Το τίμημα του να μην ενταχθεί σε κάποιο κόμμα ήταν η σιωπή των κομματικών εφημερίδων της αριστεράς για το έργο της.

Στην τέχνη της η ηθική διάσταση δεν επιτρέπει την αυτονόμηση της αισθητικής διάστασης· τα ουσιώδη να τονίζονται δυνατά και τα επουσιώδη να παραλείπονται, όπως τονίζει χαρακτηριστικά. Στις προσωπογραφίες και κυρίως στις αυτοπροσωπογραφίες της είναι φανερή η αίσθηση του δραματικού στοιχείου που χαρακτηρίζει τα γραπτά της. Όπως εκεί έχει κανείς συχνά την εντύπωση ότι διαβάζει αποσπάσματα ενός μυθιστορήματος, έτσι και στα πορτραίτα της βλέπει την ανάπτυξη ενός δράματος, όπως γράφει χαρακτηριστικά στην εισαγωγή του ο Ανδρέας Σπύρου, προσθέτοντας πως τα γραπτά της έχουν κάτι από την τέχνη της, χωρίς τίποτα το χειμαρρώδες, γραμμή χαραγμένη αργά και με προσπάθεια στο χαρτί.

Στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο Αναμνήσεις, ανάμεσα στις καθοριστικές μνήμες της, γεμάτες αυλές και κήπους, ξεχωρίζει ένας γυψοποιός – ακόμα μυρίζει, γράφει, τον υγρό αέρα του γύψου στο χαμηλό του σπίτι. Τα φιλιά με τους φίλους της ήταν παιδικά και επίσημα και τα ονόμαζαν δρόσισμα. Στα ερωτικά αντικείμενα δεν έκανε διακρίσεις – καμιά φορά ήταν γυναίκες αυτές που αγαπούσε· αυτή την αμφιρέπεια καθώς και το αρσενικό στοιχείο μέσα της την θεωρούσε σχεδόν αναγκαίο θεμέλιο για την καλλιτεχνική πράξη και ωφέλησε το έργο της. Ο Γκαίτε έπιασε ρίζες μέσα της από πολύ νωρίς και δεν τον άφησε ποτέ. Χρωστά ευγνωμοσύνη στους γονείς της που τους άφηναν τα απογεύματα να περιπλανιούνται στην πόλη με τις ώρες. Αυτό το φαινομενικά άσκοπο σεργιάνι, επίσης ωφέλησε την καλλιτεχνική της εξέλιξη και ιδίως την θεματολογία της.

Έτσι άρχισε να αντλεί τα θέματά της, από τις σκοτεινές κάμαρες των εργατών ως τους δρόμους και τις πλατείες όπου ξετυλίγεται το δράμα των κοινωνικών εξεγέρσεων. Πριν αναπτύξει οποιαδήποτε κοινωνική συνείδηση, εκείνα τα μοτίβα της έδιναν απλά και απόλυτα αυτό που αισθανόταν ως ωραίο. Ωραίο είναι το άσχημο, σημειώνει στο ημερολόγιό της και με αυτή τη φράση του Ζολά εκφράζει την μεγάλη ανατροπή που έφερε η μοντέρνα τέχνη. Αργότερα που γνώρισε τις δυσκολίες και τις τραγωδίες που έκρυβε η ζωή τους, συνέλαβε, όπως γράφει, «με όλη του την δριμύτητα το πεπρωμένο του προλεταριάτου και τις διάφορες παραδηλώσεις του». Παρά την φασματική παρουσία του θανάτου, δεν υπάρχει στα έργα της η ατμόσφαιρα του πανικού που τον μετατρέπει σε έμμονη ιδέα. Εικονίζεται μια λύπη τόσο δυνατή ώστε να μη χάνεται στο κενό, αλλά αντίθετα, φαίνεται να λυτρώνεται από το αίσθημα της ανημπόριας και της ματαιοπονίας.

Ακολουθεί το κύριο σώμα του βιβλίου με τίτλο «Από τα ημερολόγια και τα γράμματα». Η γραφή της είναι ταυτόχρονα λιτή και φορτισμένη. Μεταφέρω ορισμένα αποσπάσματα που έχω την αίσθηση πως εκφράζουν τον ψυχισμό της ιδιαίτερης αυτής καλλιτέχνιδος. Χαρακτηριστική είναι η αντιπολεμική εγγραφή με ημερομηνία 30 Σεπτεμβρίου 1914: Κρύος, συννεφιασμένος καιρός του φθινοπώρου. Αυτή η βαρειά διάθεση όταν ξέρεις: είναι πόλεμος, όμως δεν πετυχαίνεις τίποτα αιωρούμενος σε μια ψευδαίσθηση. Μονάχα η φρίκη της κατάστασης που έχουμε μαζί της εξοικειωθεί, είναι παρούσα. Σε τέτοιους καιρούς φαίνεται τόσο ηλίθιο να πηγαίνουν τα παιδιά στον πόλεμο. Όλο αυτό είναι τόσο άγριο και παράλογο. Κάπου-κάπου η ανόητη σκέψη: πως είναι δυνατόν να συμμετέχουν σε μια τέτοια τρέλα – και αμέσως σαν ψυχρολουσία: πρέπει, πρέπει! Όλα ισοπεδώνονται από το θάνατο… Μονάχα μια στάση τα κάνει όλα υποφερτά: η αποδοχή της θυσίας από τη βούληση. Πώς να τηρήσεις όμως μια τέτοια στάση; [σ. 77]

Δυο χρόνια μετά (27 Αυγούστου 1916) μεταγράφει στο ημερολόγιό της μια έξοχη αποστροφή του Λέοπολντ φον Βήζε από ένα δοκίμιο του για τον φιλελευθερισμό: «να είσαι θανάσιμος εχθρός κάθε θυσίας πλασμάτων ζωντανών στην άψυχη ιδέα». «Γιατί ένα ζευγάρι ευτυχισμένα μάτια αξίζουν περισσότερο απ’ ό,τι όλα μαζί τα δόγματα της παγκόσμιας σοφίας». [σ. 95]. Λίγες μέρες νωρίτερα (12 Αυγούστου 1916) θησαυρίζει μια άλλη γραφή: Η Λίλυ Μπράουν λέει στη διαθήκη της: «… ποτέ δεν έπαψα, σε πείσμα της πελώριας σκληρότητας της μοίρας μου, να καταφάσκω στη ζωή και, με την πιο αμείωτη πίστη, και στον πόνο. Για κάθε τι που δοκίμασα, όσο σκληρό κι αν ήταν, νιώθω ευγνωμοσύνη, γιατί εν τέλει το κάθε τι μεγάλωσε τη δύναμη μου, ενίσχυσε την ανάπτυξή μου… [σ. 92]

Τον Δεκέμβριο του 1910 έγραφε: Πού να είναι ο έρωτας; […] Πόσο συχνά έχω βλαστημήσει αυτή την παθολογική κατάσταση του έρωτα – είναι ωστόσο ξεκάθαρο πως ο άνθρωπος που δεν είναι ερωτευμένος στερείται, ακόμα κι αν ο ίδιος δεν το νιώθει πάντοτε. Τι του λείπει, το καταλαβαίνει μονάχα όταν ερωτευτεί και πάλι· σαν όλες οι φλέβες του μεμιάς να γέμισαν με αίμα… [σ. 63].  Τον Μάρτιο του 1928 υμνούσε την την ανθρώπινη αλληλεγγύη: Είναι από τις πιο ευγενικές χαρές της ζωής, οι χαρές μαζί με τους ανθρώπους, και το να συμπάσχεις μαζί τους.

Το Πάσχα του 1932 εξέφραζε την άφατη προσωπική ικανοποίηση από την καλλιτεχνική δημιουργία που αναγκάζεται να συνυπάρξει με την ζοφερή κατάσταση στον κόσμο: Για μια στιγμή έρχεται και πάλι το δυνατό αίσθημα, το αίσθημα της ευτυχίας που δεν μπορεί να συγκριθεί με κανένα άλλο, ότι έβγαλες πέρα το έργο σου. Για πόσο καιρό οι κοπιαστικοί ελιγμοί πέρα-δώθε, οι αναστολές, οι παλινδρομήσεις, ξανά και ξανά. Όλα αυτά όμως νικήθηκαν τις εποχές που κατέκτησα την τεχνική και μπόρεσα να κατορθώσω το σκοπό μου. / Από την άλλη, η ανείπωτα δύσκολη γενική κατάσταση. Η αθλιότητα. Το βύθισμα των ανθρώπων στη σκοτεινή αθλιότητα. Η απαίσια πολιτική παρόξυνση. [σ. 185].

Η εξαιρετική αυτή έκδοση περιλαμβάνει δεκαπεντασέλιδη εισαγωγή του Ανδρέα Σπύρου, πεντασέλιδο κείμενο της Γιούττα Κόλλβιτς με τίτλο «Οι τελευταίες μέρες της Καίτε Κόλλβιτς», 64σέλιδο λεύκωμα σχεδίων και γλυπτών, επτασέλιδο κατάλογο ονομάτων και όρων και τρισέλιδο χρονολόγιο. Το έστω και περιορισμένο αυτό σώμα γραπτών, που εξέδωσε μετά τον θάνατό της ο γιος της, μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε ταυτόχρονα μια δημιουργό με ιδιαίτερη καλλιτεχνική και κοινωνική συνείδηση, που είχε επίγνωση των ορίων της και επιμονή να τα εξαντλήσει και μια συγγραφέα που έστω και μέσα από τα γράμματα και το ημερολόγιό της εξέφρασε τα γνήσια αισθήματα, τις σκέψεις και τον ψυχισμό ενός ανήσυχου ανθρώπου σε καιρούς ζοφερούς, ενός ανθρώπου που παρά την σκληρότητα της ζωής του δεν έπαψε να κοιτάζει μπροστά.

Εκδ. Ίντικτος, 2006, μτφ. Ανθή Λεούση, σελ. 317 [Kaethe Kollowitz, Ich will wirken in dieser Zeit].

Οι εθελοντές (1922-23), Για ένα καλύτερο Βερολίνο (Λιθογραφία, 1923), Ποτέ πια πόλεμος! (1924), Ερωτική σκηνή (1909-1910), Αυτοπροσωπογραφία (1891).

12
Ιον.
20

R.G. Collingwood – Μια αυτοβιογραφία

Η αυτοβιογραφική διήγηση του φιλόσοφου, ιστορικού και αρχαιολόγου R.G. Collingwood δεν είναι μόνο μια ακολουθία πνευματικών βιωμάτων αλλά και η πολεμική ενός πενηντάχρονου υπό την σκιά του επερχόμενου θανάτου του, που επιθυμεί να συγκεντρώσει το γραπτό και άγραφο έργο του. Ο συγγραφέας, που υπέφερε για χρόνια από όγκο στον εγκέφαλο και πέθανε στην ηλικία των 53 ετών, έγραψε σειρά όχι εκτεταμένων αλλά λαμπρών φιλοσοφικών έργων και αναγνωρίστηκε ως εξαιρετικός στυλίστας,  αλλά ήταν με την αυτοβιογραφία του, που αναγνωρίστηκε και ως μεγάλος χιουμορίστας, άξιος απόγονος του Swift και του Sterne, όπως γράφει στην εισαγωγή του ο Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ.

Ο Collingwood ένοιωσε σαν στο σπίτι του μέσα στο ευρύ τοπίο του γερμανικού Ρομαντισμού και της «Ιστορικής Σχολής» των Hegel, Schelling, Huboldt και στον γειτονικό ιταλικό εγελιανισμό κυρίως του Benedetto Croce, «με μια μεγάλη στροφή στον ιστορικό στοχασμό», εδώ όμως δεν μας εκθέτει τα ιδιαίτερα φιλοσοφικά του ερεθίσματα αλλά περιγράφει την πνευματική του εμπειρία ως μια τελείως κατανοητή και αναγκαία εσωτερική εξέλιξη. Ο συγγραφέας έβλεπε στην ιστορική γνώση την αρχή ενός νέου μέλλοντος για την ανθρωπότητα και γι’ αυτόν το αποφασιστικό γεγονός ήταν το ξεκίνημα μιας αναδόμησης της ιστορίας του κόσμου, η οποία στηρίζεται στις ανασκαφές. Γνώση του παρόντος είναι γνώση του παρελθόντος που με μη αναγνωρίσιμο τρόπο επιδρά αδιάκοπα σε αυτό το παρόν.

Η αυτοβιογραφία ενός ανθρώπου που η δουλειά του είναι να σκέφτεται θα πρέπει να είναι η ιστορία της σκέψης του, και αυτό επιχειρεί να κάνει χωρίς πολλά λόγια μέσα σε τούτες τις επαρκείς 250 σελίδες. Όταν έπιασε στα χέρια του το βιβλίο Η ηθική θεωρία του Καντ ένιωσε πως τα περιεχόμενά του, παρόλο που δεν μπορούσε να τα καταλάβει, ήταν κατά κάποιο τρόπο δική του υπόθεση: ένα θέμα που αφορούσε προσωπικά τον εαυτό του ή μάλλον κάποιον μελλοντικό εαυτό του. Θα του έπαιρνε καιρό μέχρι να διδαχθεί έναν βασικό κανόνα: «μην θεωρείτε ποτέ ότι κατανοείτε οποιαδήποτε απόφανση ενός φιλοσόφου, μέχρι να αποφασίσετε, με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, ποια είναι η ερώτηση στην οποία την προορίζει για απάντηση». Η επιστήμη είναι λιγότερο μιας συσσώρευση αληθειών, εξακριβωμένων χωριστά η κάθε μια, και περισσότερο ένας οργανισμός που στην πορεία της ιστορίας του υφίσταται λίγο πολύ συνεχή τροποποίηση σε κάθε μέρος του.

Έμαθα να αντιλαμβάνομαι έναν πίνακα όχι ως ένα τελειωμένο προϊόν αλλά ως το ορατό αρχείο, μιας προσπάθειας να λυθεί ένα ορισμένο πρόβλημα στην ζωγραφική. Κανένα «έργο τέχνης» δεν τελειώνει ποτέ, και υπό την  έννοια αυτή επομένως δεν υφίσταται καν ένα τέτοιο πράγματα όπως ένα «έργο τέχνης». [σ. 27]

Το έργο της ζωής του υπήρξε κυρίως μια προσπάθεια να επέλθει κάποια προσέγγιση μεταξύ φιλοσοφίας και ιστορίας. Το κύριο ερώτημα που τον έκαιγε ήταν το εξής: Ήταν δυνατό να φθάσουν οι άνθρωποι σε μια καλύτερη κατανόηση των ανθρώπινων πραγμάτων με την μελέτη της ιστορίας; Ήταν η ιστορία αυτό ακριβώς που θα μπορούσε το μέλλον να παίξει έναν ρόλο στον πολιτισμένο βίο ανάλογο με εκείνον της φυσικής επιστήμης στο παρελθόν; Προφανώς όχι, αν η ιστορία ήταν μονάχα μια υπόθεση ερανισμού. Αν οι ιστορικοί το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να επαναλαμβάνουν, με διαφορετική διάταξη και διαφορετικά στυλ διακόσμησης, αυτά που άλλοι είχαν πει πριν από εκείνους, η πανάρχαια ελπίδα να χρησιμοποιηθεί ως μια σχολή πολιτικής σοφίας είναι μάταιη, όπως το γνώριζε ήδη ο Έγελος, όταν έκανε την περιβόητη παρατήρησή του ότι το μόνο δίδαγμα που μπορεί να βγει από την ιστορία είναι ότι κανείς δεν διδάσκεται τίποτε από αυτήν.

Ο ιστορικός είναι ένα πρόσωπο τα ερωτήματα του οποίου αφορούν το παρελθόν. Η κυρίαρχη γνώμη θέλει τον ιστορικό ένα πρόσωπο, τα ερωτήματα του οποίου αφορούν αποκλειστικά το παρελθόν· ένα παρελθόν που είναι νεκρό και οριστικά χαμένο και που με καμμία έννοια δεν συνεχίζει να ζει μέσα στο παρόν. Ο Collingwood κατάλαβε ότι αυτό ήταν μια πλάνη. Γύρω στο 1920 η πρώτη αρχή της φιλοσοφίας του της ιστορίας ήταν η εξής; το παρελθόν που μελετά ένας ιστορικός δεν είναι ένα νεκρό παρελθόν, αλλά ένα παρελθόν που κατά μια έννοια συνεχίζει να ζει στο παρόν· πως η ιστορία συνδέεται όχι με «γεγονότα» αλλά με «διαδικασίες», που είναι πράγματα που δεν αρχίζουν και τελειώνουν αλλά που τρέπονται το ένα στο άλλο.

Στο δέκατο κεφάλαιο με τον τίτλο Η Ιστορία ως αυτογνωσία του νου ο συγγραφέας γράφει: Αν αυτό που γνωρίζει ο ιστορικός είναι παρελθούσες σκέψεις και αν τις γνωρίζει με το να τις ξανασκέφτεται για λογαριασμό του, έπεται ότι η γνώση που κατορθώνει να αποκτήσει με την ιστορική διερεύνηση δεν είναι γνώση της κατάστασής του ως αντικείμενης στην γνώση του εαυτού, αλλά γνώση της κατάστασής του, η οποία την ίδια στιγμή είναι γνώση του εαυτού του. Ξανασκεφτόμενος αυτό που κάποιος άλλος σκέφτηκε, το σκέφτεται ο ίδιος. Αν είναι ικανός να κατανοεί, με το να ξανασκέφτεται, τις σκέψεις πάμπολλων ειδών ανθρώπων, έπεται ότι ο ίδιος πρέπει να είναι πάμπολλα είδη ανθρώπου.

Κι έτσι έφτασε σ’ ένα από τα ύστατα ερωτήματά του: Πώς θα μπορούσαμε να οικοδομήσουμε μια επιστήμη των ανθρώπινων πραγμάτων, από την οποία οι άνθρωποι θα μπορούσαν να μάθουν να αντιμετωπίζουν καταστάσεις με την ίδια επιδεξιότητα που η φυσική επιστήμη τους έχει μάθει να αντιμετωπίζουν καταστάσεις στον κόσμο της Φύσης; Η απάντηση πλέον ήταν σαφής και βέβαιη. Η επιστήμη των ανθρώπινων πραγμάτων ήταν η ιστορία.

Διαβάζοντας την Αυτοβιογραφία του έχουμε την τύχη να μοιραζόμαστε μια στοχαστική συνύφανση ιστορίας και ζωής όπου κυριαρχεί το πάθος για τον στοχασμό. Ο συγγραφέας έζησε σε μια μεταιχμιακή εποχή όπου παρατηρούσε όσα σήμερα αποτελούν ανεπίστροφες αλήθειες. Γράφει, για παράδειγμα, για τον Τύπο: Οι εφημερίδες της βικτωριανής εποχής είχαν ως κύριο μέλημά τους να προσφέρουν στους αναγνώστες τους πλήρη και ακριβή ενημέρωση για ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Έπειτα ήλθε η Daily Mail, η πρώτη αγγλική εφημερίδα για την οποία η λέξη «ειδήσεις» έπαψε να σημαίνει όπως παλιά τα γεγονότα που ένας αναγνώστης όφειλε να γνωρίζει και απέκτησε καινούργια σημασία αναφερόμενη σε γεγονότα ή φανταστικά αποκυήματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν διασκεδαστικό ανάγνωσμα γι’ αυτόν. Μάθαινε τον εαυτό του να σκέφτεται τις «ειδήσεις» όχι ως την κατάσταση εκείνη μέσα στην οποία έπρεπε να δράσει, αλλά απλώς ένα θέαμα για στιγμές σχόλης. Σε μια ευρύτερη αντιστοιχία, η νεωτερική ευρωπαϊκή κοινωνία διαιρείται σε ανθρώπους που η ενεργητικότητά τους επικεντρώνεται στο να κατέχουν πράγματα και σε ανθρώπους που η ενεργητικότητά τους επικεντρώνεται στο να κάνουν πράγματα.

Εκδ. Ίνδικτος, 2007 [Σειρά Ερμηνείες, αρ. 6], μτφ., Ξενοφών Κομνηνός, σ. 253, εισαγωγή: Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ (μτφ. από τα γερμανικά: Ευαγγελία Τόμπορη) [An autobiography, 1939]

11
Ιον.
20

Pierre Michon – Ο αυτοκράτορας της Δύσης

Εδώ αναπνέει η Ιστορία που εξαντλήθηκε σε λίγες σελίδες ή συμπυκνώθηκε κάτω από φράσεις που μιλάνε για χρόνια παρακμής, όπως είναι η ιστορία μιας αυτοκρατορίας στην δύση της. Πράγματι, υπήρξε μια εποχή που η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Δύσης όδευε προς τον αφανισμό της στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα. Ο Βησιγότθος Αλάριχος προελαύνει ονειρευόμενος να πάρει τον θρόνο της, ο αυτοκράτορας Ονώριος επιλέγει ως νέο τόπο του την Ραβέννα, ο Αλάριχος ανακηρύσσει αυτοκράτορα της Ρώμης έναν άσημο ανώτερο υπάλληλο της αυτοκρατορίας, τον Πρίσκο Άτταλο. Ένας άνδρας χωρίς να το επιδιώκει βρίσκεται στην κορυφή του ρωμαϊκού βασιλείου και η κάθοδος της ζωής του έχει μόλις αρχίσει. Αυτός είναι ο αυτοκράτορας της Δύσης.

Ας ξεχάσουμε όλα τα παραπάνω κι ας ακούσουμε τον αφηγητή να τον περιγράφει: είχε ασκήσει αξιώματα· δυο δάχτυλα έλειπαν από την δεξιά του· δεν ήταν νέος… και μπορεί να μην κοίταζε παρά μόνο την θάλασσα, την έκταση που δεν αγκαλιάζεται, την παμπάλαιη, παράδοξη μεταφορά. Του φάνηκε πολύ γυμνός, ορεγόμενος την σιωπή ή τρέμοντας την σιωπή. Εδώ άρχισε, παρότι διαφέραμε τόσο πολύ στην ηλικία, παρότι ψευδόμουν ότι τον έπαιρνα για άλλον, τον οποιονδήποτε άλλον, παρότι ψευδόταν αποδεχόμενος να είναι αυτός ο άλλος και μάλιστα πλειοδοτούσε την ετερότητά του, εδώ άρχισε ό,τι πρέπει να ονομάσω φιλία μας. [σ. 10]

Ο αφηγητής, γιος ενός αρχηγού του ιππικού στις περιοχές των Σκυθών, οφείλει στον πατέρα του μια παιδική ηλικία σε χρυσό κλουβί και υπό την συνεχή απειλή του θανάτου, καθώς τον παρέδιδε όμηρο σ’ αυτούς με τους οποίους έκλεινε συμμαχία. Κι έτσι ζούσε όσο ο πατέρας του τιμούσε τον λόγο του. Κάποτε δόθηκε στους Βησιγότθους που απειλούσαν την Ραβέννα· δεν γνώρισε τον Αλάριχο αλλά ο επιφανής αυτός απών στάθηκε ο κατά καρδίαν πατέρας του. Ποιητές του έθνους τους, προσήλυτοι στις ευγενείς γλώσσες, του έμαθαν τα γράμματα και αρειανοί επίσκοποι του μίλησαν για το δάνειο φως της Αγίας τους Τριάδας. Όταν επέστρεψε, στα δεκαεννέα του, τέθηκε υπό τις διαταγές του αυτοκράτορα Ονωρίου, στην ουσία της αδελφής του Πλακιδίας, από την οποία εξαρτώνταν τα πάντα.

Σε μια αποστολή στην Σικελία έμεναν στρατωνισμένοι για καιρό στα όπλα, χαυνωμένοι από τον γαλανό ουρανό και αργοί, σφραγίδα εμφανής και μάταιη μιας γηρασμένης αυτοκρατορίας. Με τον κορεσμό ήρθα και η ανησυχία και τότε αποφάσισε να τον δει, τον πρώην αυτοκράτορα της Δύσης που εξόριστος ζούσε στη νήσο Λιπάρα, όπου οι επαύλεις των παλιών αυτοκρατόρων πνίγονταν στις περιπλοκάδες ή έκρυβαν ερημίτες. Ήταν, άλλωστε, σιωπηρή εντολή της Πλακιδίας, να εξακριβώσει αν η παρουσία του λεβαντίνου εκεί έκρυβε κάποια απειλή. Και τον βρήκε, παραδομένο στο πελαγίσιο αεράκι, να πασχίζει να ξεχάσει ή να θυμηθεί. Κι άρχισαν να μιλάνε, «ή μάλλον να μιλάει εκείνος, με σιωπές μακρόσυρτες, με λέξεις σαν το νεύμα του άξαφνα εκκρεμείς…».

Ποια είναι η ιστορία του γηραιού άντρα; Γεννήθηκε φτωχός στην Συρία αλλά γνώριζε πως κοντά στην Αντιόχεια υπήρχε ένα τέμενος του Απόλλωνα, όπου επί Ιουλιανού οι προγιαγιάδες του πουλούσαν πήλινα αγαλματάκια του θεού. Μιλούσαν ακόμα στο άλσος για τον θεό που δεν ήταν παρά ένα δάνειο όνομα των χαμένων ημερών: ο Απόλλων ήταν η νιότη τους, τα εύθρυπτα αγαλματάκια που είχαν αγγίξει τα εικοσάχρονά δάχτυλά τους, οι ματιές με νόημα κάτω από τα δέντρα. Ένας από τους προσκυνητές ήταν και ο πατέρας του. Όπως για τον καθένα μας, η παλαιότερη ανάμνησή του ήταν η μητέρα του, κι αν κάποιες μέρες δεν θυμόταν πια το πρόσωπό της, το χαμόγελο παρέμενε. Όλα όσα χαίρονταν τα μάτια του ίσως να του γέννησαν μια κλίση προς την μελωδία: εκείνο το χαμόγελο της μητέρας του, τα κλάμματά της, η απέραντη και δίχως σκοπό ελπίδα, όλα αυτά δεν γινόταν να μην τραγουδηθούν. Έπαιζε και τραγουδούσε στο ημικύκλιο των ανακλίντρων, απ’ όπου οι πατρικίες σε κοιτάζουν με μάτια θολά από πόθους βραχύβιους και οι χορεύτριες περιμένουν το σινιάλο που θα τις εκτινάξει εκτός εαυτού. Κι ύστερα ακολουθούσε τα αφεντικά του σε εκείνα τα θαλασσινά ταξίδια που κανείς δεν συμπαθεί γιατί κρατούν πολύ, φοβάσαι τα ναυάγια, φοβάσαι ν’ αναθυμάσαι.

Όταν συνάντησε τον Αλάριχο, μεταξύ 400 και 410 της χρονολογίας του Χριστού έπαιζε όντως λύρα ενώ άλλοι («οι καλύτερα πληροφορημένοι, οι λιγότερο αξιόπιστοι») βεβαιώνουν πως ήταν έπαρχος. Τον ακολούθησε καθώς προέλαυνε προς την Ρώμη, εκείνον που, στους απεσταλμένους του χλωμού Ονωρίου οι οποίοι τρέμοντας τον απειλούσαν με ατελείωτες και περίλαμπρες λεγεώνες – θαρρείς και τα παλαιά αυτά θωρακισμένα σώματα, θαμμένα στους λασπότοπους και σφαγιασμένα από τα χρόνια του Τραϊανού είχαν μπορέσει να αναστηθούν, να σηκωθούν τρεκλίζοντας από τις λάσπες της Γερμανίας και να έρθουν μακάβρια και καταλασπωμένα να δώσουν μάχη –απαντούσε ότι το μέγα πλήθος τον χαροποιούσε γιατί όσο πυκνότερο το χορτάρι τόσο καλύτερα πιάνει το δρεπάνι. Κι όταν μπήκε στην αυτοκρατορική πόλη, ήθελε από ευλάβεια ή κυνισμό να πάρει την Ρώμη με την συγκατάθεση της Ρώμης· η μεγάλη του περηφάνια δεν του επέτρεπε να είναι ο ίδιος αυτοκράτορας.

Τότε ήταν η ώρα για τον Πρίσκο Άτταλο, που όπως εξομολογείται στον αφηγητή, μια δύναμη άγνωστη και υπερφυσική τον έσπρωχνε να κουτρουβαλήσει μέσα στην άβυσσο ή να καθίσει με την βία στον θρόνο. Δεν ήταν η επιθυμία για το χρυσάφι ούτε η επιθυμία να είναι ο πρώτος μεταξύ των ζώντων· ήταν εκείνη η άπειρη φράση που πάντα σου ξεφεύγει· ήταν αυτό που του έλειπε κι ήταν ίσως ο κόσμος. Σύντομα είδε πως τα άσματα που αναζητούσε δεν βρίσκονταν υπό την πορφύρα· αυτή αντίθετα του πρόσφερε δυο σύντομες βασιλείες προτού ηττηθεί από τους παλιούς του εχθρούς, ατιμαστεί και εξοριστεί σε αυτό το νησί των σιγανών εξομολογήσεων. Εκεί που πλέον ήταν ήσυχος, εκεί όπου κανείς δεν θα αξίωνε από αυτόν να είναι αυτοκράτορας ή μουσικός, ούτε ο ίδιος από τον εαυτό του· εκεί όπου πλέον μπορούσε να δει εκείνο που είδε από την αρχή: πως οι βασιλείες είναι μάταιες, το ακριβώς αντίθετο της ζωής.

Η συνομιλία των δυο αντρών (προτού μας αποκαλυφθεί η σχέση τους στις τελευταίες σελίδες) εναλλάσσει σιωπές και εκμυστηρεύσεις στο μαγικό και σκληρό, όπως διπλά περιγράφεται, τοπίο της εξορίας. Η λογοτεχνικότητα της πρόζαςτου Πιερ Μισόν είναι σπάνια. Τον έχουμε ήδη απολαύσει σ’ ένα από τα εξοχότερα βιβλία της σύγχρονης πεζογραφίας (Βίοι ελάσσονες) και στο δυσκολότερο Ρεμπώ ο γιος, που παρουσιάσαμε, αντίστοιχα, εδώ και εδώ. Εκεί γράφαμε πως η γραφή του διεκδικεί προσεκτική ανάγνωση λέξη τη λέξη, με μακριές, λεπτές προτάσεις, που κάποτε καλύπτουν και μια ολόκληρη σελίδα, με μια μοναδική ποιητικότητα που ντύνει με τις κατάλληλες –κατόπιν εμφανούς προσεκτικής και χειρουργικής σταχυολόγησης– λέξεις κάθε στιγμή ή εικόνα μιας ιστορίας. Αν στο πρώτο από τα προαναφερθέντα βιβλία λογοτέχνησε τους βίους απλών ανθρώπων και στο δεύτερο κάτι από την ζωή ενός διόλου άσημου, εδώ συνδυάζει τις δυο ιδιότητες στο πρόσωπο ενός αφανούς άντρα που βρέθηκε να βασιλεύει μια αυτοκρατορία στην δύση της, χωρίς ποτέ να το έχει ονειρευτεί.

Εκδ. Ίνδικτος, 2003, μτφ. Ξενοφών Κομνηνός, σ. 76 [L’ empereur d’ Occident, 1989].

Στις εικόνες: ένα ορφανό έργο για έναν μοναχικό βασιλιά, νομισματικές προσωπογραφίες του Αλάριχου και του Πρίσκου Αττίλα, μια παλιά γκραβούρα του νησιού της εξορίας και δυο φωτογραφίες του συγγραφέα.

07
Ιον.
20

Άμος Οζ – Ιούδας

Προσφέρεται σε άγαμο φοιτητή ανθρωπιστικών επιστημών, ικανό συνομιλητή και με έφεση στην Ιστορία, δωρεάν στέγη και μικρό μηνιαίο ποσό, έναντί πέντε περίπου βραδινών ωρών συντροφιάς σε εβδομηντάρη ανάπηρο άνδρα, καλλιεργημένο και ευρυμαθή. Η αγγελία επιπρόσθετα τονίζει την ανάγκη συντροφιάς και όχι φροντίδας, ορίζει γραπτή δέσμευση εχεμύθειας και παραπέμπει σε μια διεύθυνση, να ζητήσουν την Ατάλια. Έτοιμο το τρίγωνο των κεντρικών χαρακτήρων, έτοιμη και μια πρώτη στρώση πλοκής. Ως ψημένοι πια αναγνώστες, είμαστε βέβαιοι πως ο Σμούελ Ας που μας έχει προ ολίγου συστηθεί (ευρισκόμενος σε μια δεινή θέση καθώς διακόπτει για οικονομικούς λόγους την διατριβή του για τις Εβραϊκές  απόψεις για τον Ιησού, χάνει την σχέση του με την αγαπημένη καθώς εκείνη επιλέγει έναν άλλον άντρα και σταματά την πολιτική του «δράση» καθώς διαλύεται η μικρή σοσιαλιστική του ομάδα, ενώ αποχωρίζεται την οικογένεια του και το πατρικό σπίτι προς αναζήτηση εργασίας) θα ανταποκριθεί στην αγγελία, θα ζήσει μια σχέση μαθητείας δίπλα στον Γκέρσομ Βαλντ και θα ερωτευτεί την χήρα νύφη του Ατάλια.

Είναι γνωστό αυτό το μυθοπλαστικό υλικό και αν μάλιστα τοποθετήσουμε την ιστορία σ’ ένα υποβλητικό, παρατημένο σπίτι και σε μια πόλη που είναι πάντα γεμάτη αναθυμιάσεις βαριάς Ιστορίας, τότε πιθανώς να έχουμε ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Όμως αυτή δεν είναι παρά ο πρώτος μύθος της αφήγησης, καθώς η επιστημονική έρευνα του νεαρού τον οδηγεί στο ιστορικό και περισσότερο ρεαλιστικό πρόσωπο του Ιούδα κι αυτές οι σελίδες, αν και λιγότερες, είναι οι συναρπαστικότερες του βιβλίου. Έτσι σε διάσπαρτα κεφάλαια διαβάζουμε τις σημειώσεις από βιβλία, αλλά και τις σκέψεις του ίδιου του νεαρού επιστήμονα.

Ο Ιησούς ήταν ένας Εβραίος που τηρούσε τις Εντολές («Μην νομίσετε ότι ήλθα δια να καταργήσω τον νόμον αλλά να εκπληρώσω [τον νόμον]»), ποτέ δεν επαναστάτησε ενάντια στις βασικές αρχές της εβραϊκής πίστης και δεν είχε καμία πρόθεση να ιδρύσει μια νέα θρησκεία ή να θεωρηθεί Θεός. Σε κανένα σημείο της Καινής Διαθήκης δεν αποδίδει στον εαυτό του θεϊκό στάτους και αν σε ορισμένες περιπτώσεις περιέγραψε τον εαυτό του ως Υιό του Θεού ήταν για διδακτικούς λόγους, για να τον ακολουθήσουν οι πολλοί. Μετά τον θάνατό του ο χριστιανισμός διαστρέβλωσε την εικόνα του για τις δικές του ανάγκες και τον εξύψωσε σε επίπεδο θεότητας. Οι προφήτες Ελισαίος και Ιεζεκιήλ είχαν τελέσει περισσότερα θαύματα και αναστήσει περισσότερους νεκρούς, για να μην αναφέρουμε θαύματα που είχε τελέσει ο Μωυσής. Αν οι Εβραίοι τον είχαν αποδεχτεί, όλη η ιστορία θα ήταν εντελώς διαφορετική Δεν θα υπήρχε Χριστιανική Εκκλησία. Και πιθανόν όλη η Ευρώπη να υιοθετούσε μια πιο ήπια, πιο αγνή μορφή ιουδαϊσμού. Έτσι θα είχαμε γλιτώσει από την εξορία, τους διωγμούς, τα πογκρόμ, την Ιερά Εξέταση, τους εκτοπισμούς, ακόμα και τη Σοά. [σ. 196]

Είναι αμέτρητα τα κείμενα στα οποία δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Και όμως, αν δεν υπήρχε ο Ιούδας μπορεί να μην υπήρχε η σταύρωση, κι αν δεν υπήρχε σταύρωση μπορεί να μην υπήρχε χριστιανισμός. Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης ήταν ο θεμελιωτής της χριστιανικής πίστης. Αυτός ο εύπορος άνδρας από την Ιουδαία άκουσε τις φήμες για κάποιον εκκεντρικό θαυματοποιό από την Γαλιλαία που αποκτούσε ακόλουθους σε ξεχασμένα χωριά και κωμοπόλεις χάρη σε κάθε λογής απλοϊκά θαύματα μπροστά σε ένα κοινό αγράμματων χωρικών, όπως έκαναν δεκάδες άλλοι αυτοαναγορευμένοι προφήτες, μάντεις και θαυματοποιοί. Έτσι το ιερατείο της Ιερουσαλήμ αποφάσισε να διαλέξει τον Ιούδα να προσχωρήσει στην ομάδα για να δει αν πραγματικά εκείνος συνιστά κάποιον κίνδυνο. Γρήγορα απέκτησε την συμπάθεια των μελών της σέκτας, το ετερόκλητο τάγμα των κουρελήδων που ακολουθούσαν τον προφήτη κι έγινε ο ταμίας τους.

Κι εδώ η ιστορία παίρνει μια εκπληκτική τροπή. Ο Ιούδας γίνεται ένθερμος πιστός του Ιησού και από νηφάλιος σκεπτικιστής γίνεται αφοσιωμένος ακόλουθος· ο πιο ενθουσιώδης απ’ όλους τους αποστόλους. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος στον κόσμο που πίστεψε στην θειότητα του Ιησού. Και για να γίνει ο Ιησούς πιστευτός σε ολόκληρο τον κόσμο έπρεπε να πάει στην Ιερουσαλήμ και να κάνει ένα θαύμα πρωτόφαντο που κανείς δεν είχε ποτέ δει. Να σταυρωθεί, να κατέβει από τον σταυρό σώος και αβλαβής και την ίδια μέρα να αρχίσει η Βασιλεία των Ουρανών. Μετά από πολλές βασανιστικές αμφιταλαντεύσεις ο Ιησούς πείστηκε να πάει στην Ιερουσαλήμ αλλά επειδή εξακολουθούσε να φοβάται ο Ιούδας ανέλαβε να οργανώσει την σταύρωση. Πιθανόν να φίλησε τον Ιησού για να τον ενισχύσει στην απόφασή του. Οι Ρωμαίοι δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον – η χώρα έβριθε από προφήτες και σαλούς θαυματοποιούς. Όταν ο Ιούδας αντιλήφθηκε ότι προκάλεσε με τα ίδια του τα χέρια τον θάνατο του ανθρώπου που λάτρευε κρεμάστηκε. Όσο για τα τριάντα αργύρια, αυτά τα επινόησαν οι μισητές των Εβραίων σε κατοπινές γενιές. τι τα ήθελε ένας εύπορος γαιοκτήμονας και ποιος θα πλήρωνε για να του μαρτυρήσουν έναν άνθρωπο που όλοι γνώριζαν και δεν έκρυψε ποτέ την ταυτότητά του. Αυτός ήταν ο Ιούδας: ο μοναδικός χριστιανός.

Ο Σμούελ Ας αναζητά συνομιλητές στο σπίτι αλλά εκείνοι είναι χαμένοι στις δικές τους σκέψεις. Καταρχήν ο γέρος Βαλντ βρίσκεται πάντα ανάμεσα στον πρόσχαρο οίστρο των λόγων του και τη βαθιά θλίψη της σιωπής του. Συνηθίζει να περιλούζει με δηκτικές διαλέξεις τους τηλεφωνικούς συνομιλητές του και να αποθαρρύνει με σαρκασμό την νέα του συντροφιά: «Φαντάζομαι κι εσύ ήρθες εδώ για να βρεις τον εαυτό σου. Ή ίσως για να γράψεις ένα καινούργιο ποίημα. Λες και τελείωσαν πλέον οι σκοτωμοί και οι κτηνωδίες, λες κι ο κόσμος είναι τώρα πια απαλλαγμένος και καθαρός από βάσανα, και το μόνο που περιμένει με ανυπομονησία είναι ένα καινούργιο ποίημα». Ως προς τις επιστημονικές υποθέσεις του νεαρού είναι κυνικός και απροκάλυπτος: Ο ιουδαϊσμός, ο χριστιανισμός και το ισλάμ στάζουν και τα τρία νέκταρ αγάπης και συμπόνιας μονάχα όσο δεν έχουν στα χέρια τους σίδερα φυλακής και χειροπέδες, εξουσία, μπουντρούμια βασανιστηρίων και κρεμάλες. Ο καθένας που έρχεται να αναμορφώσει τον κόσμο πολύ γρήγορα τον βουλιάζει σε ποταμούς αίματος. Χωρίς θρησκείες θα γίνονταν πολύ λιγότεροι πόλεμοι στον κόσμο.

Το ίδιο αδιάφορη είναι η «οδυνηρά» όμορφη Ατάλια, η οποία εμφανώς δεν είναι μια απλή νύφη του Βαλντ, ούτε μια απλή γυναίκα που θα εμπνεύσει έναν καταλυτικό έρωτα στον Ας. Η ίδια η ιστορία της είναι φορτωμένη με δυσβάσταχτο βάρος· είναι κόρη του Σαλτιέλ Αμπραβανέλ, ενός ακέραιου πολιτικού άνδρα ο οποίος ενσάρκωσε την εικόνα του σύγχρονου προδότη επειδή ήταν ο μόνος που το 1948, πριν από τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, προσπάθησε  μάταια να πείσει τον  Μπεν Γκουριόν να συμφωνήσουν με τους Άραβες την αποχώρηση των Εγγλέζων και τη δημιουργία μιας ενιαίας συγκυριαρχίας Αράβων και Εβραίων, εστιάζοντας στα κοινά των δυο λαών (ένα εκ των οποίων είναι και το γεγονός ότι υπήρξαν θύματα της χριστιανικής Ευρώπης), με αποτέλεσμα να καθαιρεθεί και να ζήσει στην αφάνεια, με το στίγμα του προδότη. Αλλά πώς να μην γίνει αντιπαθής όταν πολύ περισσότερο ήταν παγερά αδιάφορος για ένα κόσμο διαιρεμένο σε εκατοντάδες εθνικά κράτη σαν σειρές από ξεχωριστά κλουβιά σε ζωολογικό κήπο;

Ο Αμπραβανέλ δεν πίστευε σε κανένα κράτος. Ούτε καν σε ένα δυ-εθνικό κράτος. Ή ένα κράτος που να το μοιράζονται Άραβες και Εβραίοι. Αυτή καθαυτή η ιδέα ενός κόσμος διαιρεμένου σε εκατοντάδες κράτη με σύνορα, συρματοπλέγματα διαβατήρια, σημαίες, στρατούς και διαφορετικά νομίσματα του φαινόταν αρχαϊκή, πρωτόγονη, εγκληματική πλάνη, μια ιδέα αναχρονιστική που πολύ γρήγορα θα εξέλιπε. Μου έλεγε, γιατί πρέπει να βιαστείτε να ιδρύσετε άλλο ένα λιλιπούτειο κράτος με φωτιά και αίμα, με τίμημα έναν αέναο πόλεμο, όταν πολύ γρήγορα όλα τα κράτη εξαφανιστούν και θα αντικατασταθούν από διάφορες κοινότητες που θα μιλούν διαφορετικές γλώσσες, θα ζουν η μια πλάι στην άλλη, η μια μέσα στην άλλη, δίχως τα θανατηφόρα παιχνίδια της εθνικής κυριαρχίας, στρατούς και σύνορα και κάθε είδους φονικά όπλα. [σ. 261]

Ο Αμπραβανέλ έβλεπε μια χώρα που ήταν στην ουσία δυο μεγάλα στρατόπεδα προσφύγων, ένα από Εβραίους κι ένα από Άραβες. Και από το πολύ δίκαιο του καθενός γέμιζε νεκροταφεία και ερείπια εκατοντάδων εξαθλιωμένων χωριών. Αυτή η εικόνα παραμένει και σήμερα. Άσπονδος φίλος του Βαλντ αλλά συγκάτοικος στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Αμπραβανέλ συγκατοίκησε μαζί του ώστε να μοιραστούν ο καθένας τον βουβό του πόνο, καθώς ο Βαλντ έχασε τον μοναχογιό του Μίχα κατά τη διάρκεια της επίθεσης  των Αράβων της Υπεριορδανίας στο νεοσύστατο Ισραηλινό κράτος.

Όσο για τον Ιούδα, ο χριστιανός που πίστεψε μέχρι τέλους ότι ο Ιησούς θα κατέβει από τον σταυρό μπροστά σε όλη την Ιερουσαλήμ, θεωρείται από εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους επί χιλιετίες ως το αρχέτυπο της προδοσίας. Κανένας άλλος απόστολος δεν πέθανε μαζί με τον Ιησού· μόνο ο Ιούδας δεν ήθελε να συνεχίσει να ζει μετά τον θάνατο του Σωτήρα. Αλλά κανέναν κείμενο δεν τον υπερασπίστηκε, αυτόν χωρίς τον οποίο δεν θα υπήρχε σταύρωση, χριστιανισμός, Εκκλησία· χωρίς τον οποίο ο Ναζωραίος θα έπεφτε στη λήθη όπως δεκάδες άλλοι επαρχιώτες θαυματοποιοί και ιεροκήρυκες στην μακρινή Γαλιλαία.

Αν ο Ιούδας άδικα και ύποπτα ταυτίστηκε στους αιώνες με την έννοια της προδοσίας, φαίνεται πως πάντα θα υπάρχουν οι σύγχρονοι αντίστοιχοί του, που με την ίδια ευκολία θα χαρακτηρίζονται «Ιούδες». Χτίζοντας την ιστορία του στις δυο αυτές προδοσίες, που σαφώς αντανακλούν αμέτρητες άλλες (πώς να μην συσχετίσει κανείς την θέση του Αμπραβανέλ με τον ίδιο τον Οζ, μια θέση για την οποία επίσης κατηγορήθηκε ως προδότης), ο συγγραφέας πηγαινοέρχεται στην προσωπική αίσθηση προδοσίας των ηρώων του, οι οποίοι συνυπάρχουν στο παράξενο αυτό σπίτι στις εσχατιές της Ιερουσαλήμ, «κοντά σε ερημικά χωράφια σπαρμένα με πέτρες», αναπαριστώντας την ατμόσφαιρα της διχασμένης πόλης στα τέλη του 1959 και στις αρχές του 1960, και σ’ αυτήν την συνύπαρξη αφιερώνει περισσότερες σελίδες (με πολλές λεπτομέρειες και επαναλήψεις, είναι η αλήθεια) ακριβώς για να ψιθυρίσει για άλλη μια φορά πως δημόσια και ιδιωτική ιστορία δεν παύουν να συμβαδίζουν, σ’ ένα αξεδιάλυτο δρόμο.

Εκδ. Καστανιώτης 2016, μτφ. Μάγκυ Κοέν, σελ. 360. Με 34 σημειώσεις της μεταφράστριας.

05
Ιον.
20

Κωστής Παπαγιώργης – Γειά σου, Ασημάκη

Διάβασα τον Χρήστο Βακαλόπουλο για πρώτη φορά το 1987 στην Θεσσαλονίκη, την Υπόθεση Μπεστ-Σέλλερ στην δεύτερη έκδοσή της σ’ ένα μικρό τομάκι από τον Καστανιώτη. Μου πήρε δυο ολονυχτίες στο μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έζησα τα πρώτα δυο φοιτητικά μου χρόνια· κι ύστερα άλλες δυο για την δεύτερη, λιγότερο βουλιμική και πιο σημειωτική ανάγνωση. Ήταν ο πρώτος «σύγχρονος» έλληνας πεζογράφος που μου μίλησε μέσα από μια κοφτερή, μπαχαρική γραφή για πράγματα που γνώριζα καλά, και ιδίως την Κυψέλη της δεκαετίας του ’80, καθώς εκεί γεννήθηκα, περιπλανήθηκα, συμπλέχτηκα και αποσυμπλέχτηκα με τους πρώτους αξιομνημόνευτους ανθρώπους του κόσμου μου. Την ίδια στιγμή μου έδειχνε άλλες όψεις μιας ροκ εντ ρολλ φιλίας που ήταν περισσότερο ενήλικη αλλά όχι συμβιβασμένη – ή έτσι ένιωθε.

Λίγο καιρό αργότερα πήρα τους Πτυχιούχους, στην πρώτη έκδοση από την Ερατώ, όπου επιτέλους έβαλε στην νεανική του εκθαμβωτική ιστορία και τους αγαπημένους μου βυζαντινούς, εξηγώντας άλλωστε πως όλες οι προς τιμήν τους ονομασίες των δρόμων πάνω από την Καλλιδρομίου είναι επειδή οι βυζαντινοί κατέφυγαν στα Εξάρχεια γιατί όταν κινδυνεύουν ανηφορίζουν γρήγορα προς τον Στρέφη και τον Λυκαβηττό καβαλάνε τα σύννεφα και γίνονται καπνός. Διάλεξαν τους κάθετους δρόμους, αυτούς που αγγίζουν τους λόφους… Ύστερα από πολλά και διάφορα, επέστρεψα μετά από τρία χρόνια στο ίδιο ξενοδοχείο μουσκεμένος από παθήματα και θεώρησα πως ήταν η καταλληλότερη στιγμή για τις Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες στις εκδ. Εστία. Τι κι αν τις είχε σαν δυο πλευρές βινυλίου, μου φάνηκαν λίγες σε έκταση και περιπέτεια, ήθελα ξανά τις συντροφικές του νυκτουργίες. Όταν αρχές της επόμενης δεκαετίας διάβασα την Γραμμή του Ορίζοντος, από τις ίδιες εκδόσεις, με την μονολογική φωνή εκείνης της γυναίκας, κατάλαβα ότι βρισκόταν πια σε άλλο σύμπαν. Επέστρεψα στην Δεύτερη Προβολή, στα κινηματογραφικά του δοκίμια και καλύφτηκα για κάποιο καιρό, μέχρι να μάθω την φυγή του, και να βεβαιωθώ ότι εκείνα τα τέσσερα βιβλία του ήταν η αλησμόνητη Πρώτη Προβολή.

Δεν διάβασα τίποτα απ’ όσα αγιολογικά δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό του, μου αρκούσαν τα γραπτά του. Αλλά όταν τον είδα σ’ αυτό το εξώφυλλο που έμοιαζε με εξώφυλλο δίσκου κι ύστερα τον μουσικοσυνθέτη των λέξεων στην μαρκίζα, σκέφτηκα εδώ είναι η περιοχή των εξαίρετων εξαιρέσεων: κάτι θα έχει να πει και με τον σπάνιο τρόπο του ο μη μυθοπλαστικός (αλλά στο βάθος βαθύτατα μυθοπλαστικός) συγγραφέας για τον μυθοπλαστικό (αλλά στο βάθος βαθύτατα μη μυθοπλαστικό) συγγραφέα.  Ο Παπαγιώργης δεν στρώνει μόνο ένα απολαυστικό κείμενο με την γνωστή γραφή του αλλά και μας φιλοδωρεί με υποσημειωμένο γραμμικό χρονολόγιο στο υπόγειο μερικών σελίδων, μαζί με σπαράγματα από το προσωπικό ημερολόγιο του Βακαλόπουλου.

Στις πρώτες σελίδες αμηχανία – πουθενά ο Βακαλόπουλος. Γίνεται λόγος για τους εργένηδες, τους μοναχικούς, τους μπεκιάρηδες, τους τζερεμέδες· εκείνους των οποίων η σχέση με την στέγη κρύβει θλίψη και κλειδί μπαίνει και βγαίνει μόνο για ανάπαυση, γράψιμο και τηλεφωνήματα; Τα λοιπά τελούνται εκτός οικίας. Ό,τι ώρα κι αν ξεπορτίσει αυτό το είδος του άντρα, η πλατεία παραμένει ορθάνοιχτη κι ο χώρος ξεδιπλώνεται σαν τεράστια μαγική εικόνα που δεν χάνει από πουθενά. Με όλους τους κινδύνους και την χασούρα, η νύχτα αναδεικνύεται σε ιδεώδες φροντιστήριο των αρχάριων ψυχών. Σου δείχνει το μπόι σου· κι από κανακεμένος του εαυτού σου παίρνεις σιγά σιγά το αληθινό σου σχήμα. Στους δημόσιους χώρους καθένας που σε ζυγώνει κρατάει ψαλίδα και μάλιστα κοφτερή. Με το κόψε-κόψε γυρνάς σπίτι σου με ό,τι απόμεινε. Αυτός είσαι, κι ας είσαι λίγος. Κατά βάθος όλοι ψάχνουμε το χέρι που θα μας σπρώξει στα ταραγμένα νερά της Βηθεσδά. Αλλιώς τι νόημα έχει όλο αυτό το χασομέρι και το χασονύχτι; Κι όταν επί χρόνια ξηλώνεις την μέρα και την νύχτα σε κάποια στέκια κάτι θα γίνει κάτι θα προσφέρει Αυτή η αιωνιότητα μιας χρήσης, που είναι η κάθε μέρα…

Σύντομα αναδύεται η εικόνα του: τσιγάρο, ποτήρι, βλέμματα στα κορίτσια, αυτιά στους θαμώνες. Είχε πάντα το σύνδρομο της συντροφιάς που διαπραγματεύεται την ανέφικτη συγκατοίκηση και προτιμούσε εκείνο το είδος της ομαδικής μοναξιάς και των συντροφιών αδιεξόδων. Και τι περίεργο, στα δυο πρώτα του βιβλία (εκείνα που αγαπώ και περισσότερο) ενώ ο λόγος γίνεται διαρκώς για το έξω, οι καταστάσεις διαδραματίζονται σε κλειστούς χώρους. O άνθρωπος που συναναστράφηκε ο Παπαγιώργης είναι ακριβώς ο άνθρωπος των δημόσιων χώρων – γέννημα θρέμμα του γεια χαρά, κάτσε. Φυσικά δεν του έλειπαν οι βδομάδες που κλεινόταν μέσα για να γράψει, αλλά τα χειρόγραφά του δεν ήταν παιδεμένα τεφτέρια.

Από νέος ο Βακαλόπουλος αιχμαλώτιζε περιστατικά και, κοιτώντας τα από τις πιο διαφορετικές γωνίες, τα ξεψάχνιζε κανονικά. Αυτό τον βοήθησε να αναδειχθεί σε φοβερό παρατηρητή και κατ’ επέκταση σε μέγιστο γνώστη του δημόσιου βίου. Η πολυλογία, απτό γνώρισμα αδυναμίας -αφού μιλώντας ακατάσχετα ζητάς να πείσεις, με αποτέλεσμα να πείθεις, τελικά για το αντίθετο- δεν ήταν μέσα στις ζωτικές ανάγκες του. Του ταίριαζε η συζήτηση με τις μεγάλες παύσεις, όπως κανείς ξεφυλλίζει ένα ενδιαφέρον σύγγραμμα και μέσα μέσα εντοπίζει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Με τις πρώτες επαφές καταλάβαινε αν ο άλλος κουβαλάει κάποια προσωπική μοίρα ή μια δική του ματιά ή αν είναι το γνωστό άθροισμα από πλαστογραφημένες κουβέντες. Συνάμα είχε τον τρόπο να γλιτώνει από τον συρφετό ανεβαίνοντας την αθέατη κλίμακα που διαθέτει κάθε προφυλαγμένη εσωτερικότητα.

Η κλίση του στην αξιομνημόνευτη φράση πέρασε και στα βιβλία του· όπως «Ό,τι και να ψάχνεις έχει χαθεί μέσα σου» ή «Στην βιβλιοθήκη ξεψυχούσαν διάφοροι Λένιν». Ήταν κατά μία έννοια άτυπος σχολάρχης του αποφθέγματος. Στις κουβέντες του κυριαρχούσαν μόνο οι ταινίες, τα βιβλία, τα γραψίματα και φυσικά οι άπειροι αυτοσχεδιασμοί της συνάφειας. Όταν άκουγε ένα τραγούδι ήταν σαν να του διηγούνταν ξένα χείλη την σύνοψη μιας βιογραφίας. Αρκεί όμως ένας στίχος για να συνδεθείς ως δια μαγείας με το γνωστό απόθεμα μελαγχολίας που σέρνει ο καθένας: το παρελθόν. Αλλά ακόμα κι αν δεν έχεις, το τραγούδι σου χαρίζει την βαθύτητα του παρελθόντος. Όπως στους έρωτες μόνο οι άτυχες στιγμές αντέχουν στον χρόνο, στο τραγούδι (τέχνη του έρωτα και του χρόνου) εκδηλώνεται μια σπαραξικάρδια ανάγκη των συμποτών να θυμηθούν ή να επινοήσουν δυστυχίες.

Ο Βακαλόπουλος παρουσίαζε ένα ανεξήγητο ελάττωμα: του έλειπε απολύτως η εμπειρία της αδικίας ή της ταπείνωσης μέσα στους κόλπους της οικογένειας (και ξέρουμε τι κάνει η νεοελληνική οικογένεια στα παιδιά της). Έζησε σ’ ένα σύμπαν χωρίς άρνηση, όριο, μερισμό, ετερότητα. Ίσως αυτή η ακέραιη απόλαυση τον βοήθησε να πλάσει μια ακέραιη προσωπικότητα. Σε κάθε περίπτωση, οι ευνοημένες υπάρξεις δεν έχουν χρόνο – ίσως γι’ αυτό οι μονογενείς έχουν αδυναμία στο παρόν, κι ο δικός του χρόνος ήταν όντως το τώρα. Αλλά ακόμα κι αυτή η ατμόσφαιρα σταθερής εύνοιας και προστασίας στο μέλλον γεννάει τους μεγάλους ανικανοποίητους. Μήπως είναι άμοιρο νοήματος ότι κανείς δεν τον θυμάται να αμφιβάλλει για τον εαυτό του; Πέρα από αυτά, ο μικρός γαλουχήθηκε από τους γονείς του στον κινηματογράφο, άλλωστε, όπως έγραψε στην Δεύτερη προβολή,  τα παιδιά είναι οι μεγαλύτεροι κινηματογραφόφιλοι που υπάρχουν.

Ποδόσφαιρο, συγκροτήματα, οι αλητείες της Φωκίωνος Νέγρη, έρχονται με την βία να συμπληρώσουν τα ατροφικά όνειρα της παιδικής κάμαρης. Το σπουδαίο παιδαγωγικό μυστικό σ’ αυτή την ηλικία, γράφει ο Παπαγιώργης, είναι οι φιλίες – καλές και κακές. Κάθε έφηβος έχει την μανία να βρει κάτι από τον εαυτό του στο πρόσωπο του άλλου, άρα να ανακαλύψει την ειρήνη και τον πόλεμο. Μόλις βρει την χρυσοφόρο φλέβα, αρχίζει να σκάβει σαν τυχοδιώκτης χρυσοθήρας ­και το σκάψιμο για εκείνον πήγε καλά, καθώς βρήκε πολλά πλασματικά αδέλφια. Κι ύστερα έρχεται ο κινηματογράφος και η μουσική: Κατά μία έννοια, ο άπειρος νεανίας -λίγος στην ζωή και γι’ αυτό πολύς σε επιθυμία- διαβάζει, βλέπει ταινίες, ακούει τραγούδα για να ζήσει, για να βιώσει πλασματικές καταστάσεις, που, όπου να ’ναι, δεν μπορεί, θα περάσουν κι από το δικό του σπιτικό. Επιλαχών της ζωής ακόμα, πετάει την σκούφια του για να αναδειχτεί σε περισπούδαστο γνώστη των αναπαραστάσεών της. Στα χρόνια του Χρήστου, τα μεγάλα αναπαραστατικά νεύματα τελούνταν στο σινεμά, κυρίως, και στα τραγούδια. Άλλωστε ο ίδιος δεν είναι που θα γράψει αργότερα «Τα τραγούδια μου λένε να ερωτευθώ κι εγώ υπακούω»; [σ. 78]

Και μέσα σ’ αυτό το κλίμα όπου ο κάθε νέος αλλάζει ιθαγένεια εκείνος αρχίζει να γράφει (Θούριος, Αυγή, Σύγχρονος Κινηματογράφος), να βλέπει αμερικάνικο κινηματογράφο, να διαβάζει γαλλική σημειολογία, να γράφει την Υπόθεση Μπεστ-Σέλλερ με ταχύτητα χιλιάδων λέξεων την ημέρα. (Στην παλιά καλή ιστορία, τα κείμενα έρχονται από εκεί που δεν το περιμένουμε.)  Ό,τι του λείπει από εμπειρίες και ζωή, το παίρνει σε άτοκα δάνεια από τα βιβλία και τις ταινίες. Αναχωρεί για μαθητεία στο Παρίσι (μια πόλη-ταινιοθήκη) και σύντομα τον περιμένει και μια άλλη σκληρή μαθητεία, στην ασθένεια. Δεν γίνεται κυνικός αρνητής στην ζωή αλλά, ξεφτέρι στο στρατήγημα της απάτης, ζει ακόμα πιο έντονα. Κάνει το εμπόδιο όπλο· ειρωνευόμενος κερδίζει, όπως θα έλεγε ο Κίρκεγκαρντ μια αρνητική ελευθερία. Επιστρέφει στο παρελθόν (Νέες αθηναϊκές ιστορίες) για την ψευδαίσθηση πως η ρίζα του δέντρου αντέχει. Άλλωστε εκεί δεν επιστρέφουμε όλοι για να βρούμε την αυθεντικότητα της ζωής; Η παιδική ηλικία είναι το τέρμα έγραφε στους Πτυχιούχους, και όλα έπρεπε να σταματάνε στο δημοτικό· εκεί όπου ο νεαρός βλαστός βιώνει απολαυστικά μια μαγική σχεδόν αχρονία. Εκεί ήταν το πιο άφθαρτο μέρος του εαυτού του.

Και το περίφημο τέταρτο και τελευταίο βιβλίο; Πρέπει να ήταν πολύ ανακουφιστική στιγμή όταν ανακάλυψε το μυστικό της τριτοπρόσωπης αφήγησης, αυτό το πανίσχυρο άλλοθι που χαρίζει όλα τις ελευθερίες και δεν στερεί τίποτα στον συγγραφέα. Όσο πιο καλά κρυβόταν πίσω από ένα τρίτο και θηλυκό πρόσωπο, τόσο καλύτερα θα μπορούσε να μιλήσει για το εαυτό του. Έχοντας τιμήσει ισοβίως τις γυναίκες, μπορούσε να τους αναθέσει την μύχια αντιπροσώπευση. Τελικά ενώ στον δρόμο βρίσκει κανείς πιο εύκολα τον εαυτό του, αν θέλει να τον διαφυλάξει πρέπει να φύγει απ’ τον δρόμο.

Όταν έμενα στην Μεθώνης, ένα δρόμο κάτω από την Καλλιδρομίου, έβγαινα αιφνιδιαστικά τα βράδια για την διαδρομή Καλλιδρομίου – Ασημάκη Φωτήλα, μήπως πιάσω κάτι από τους απόηχους των μονολόγων του όταν έφευγε από τα αγαπημένα του στέκια. Και υπήρχε μια εποχή που αναρωτιόμουν για οτιδήποτε, πώς θα το διύλιζε αυτό ο Παπαγιώργης; Τώρα λείπουν κι οι δυο. Τώρα μας λείπουν κι οι δυο. Και καλά ο Βακαλόπουλος, είχε την τύχη να γίνει ένα ταπεινό, περίφημο βιβλίο από τον Παπαγιώργη. Για τον Παπαγιώργη ποιος θα το κάνει;

Εκδ. Καστανιώτη, 1993, 5η έκδ. 2014, σελ. 159. Περιλαμβάνεται το ποίημα του Ηλία Λάγιου Για τον Χρήστο Βακαλόπουλο.

Δημοσίευση και σε mic.gr/βιβλιοπανδοχείο, αρ. 238, εδώ.

03
Ιον.
20

Ενρίκε Βίλα-Μάτας – Η νόσος του Μοντάνο

O νεαρός Μοντάνο, έχοντας μόλις δημοσιεύσει το ριψοκίνδυνο μυθιστόρημά του για την αινιγματική περίπτωση συγγραφέων που αρνήθηκαν την γραφή, βρίσκεται πιασμένος στα δίχτυα της ίδιας του της μυθοπλασίας και μετατρέπεται σε έναν συγγραφέα που, παρά την ψυχαναγκαστική κλίση του προς την γραφή, βρίσκεται εντελώς μπλοκαρισμένος, ένας τραγικός συγγραφέας ανήμπορος να γράψει. Έτσι μας πληροφορεί ο αφηγητής πατέρας του, Ροσάριο Χιρόντο, κριτικός λογοτεχνίας που με την σειρά του διαπιστώνει ότι ζει περιστοιχισμένος από παραθέματα βιβλίων και συγγραφέων· να εκφράζεται μόνο μέσα από τα λόγια των άλλων και αισθάνεται ως ένα κινητό λεξικό παραθεμάτων. Είναι, με δυο λόγια, ένας άνθρωπος άρρωστος με την λογοτεχνία και ανησυχεί πως, αν συνεχίσει έτσι, στο τέλος δεν αποκλείεται η λογοτεχνία να τον καταπιεί σαν ανδρείκελο και να τον κάνει να χαθεί στις αχανείς εκτάσεις της.

Ο περίφημος Χουαν Κάρλος Ονέτι ονόμαζε την ψύχωση με τον κόσμο των βιβλίων literatosis. Έτσι η πρώτη ιδέα του Χιρόντο είναι να κάνει  τις παθήσεις του κεντρικό θέμα μιας αφήγησης, που θα σηματοδοτεί την επιστροφή του στην γραφή· να πάρει σάρκα και οστά η λογοτεχνία στο πρόσωπό του, να γίνει ο ίδιος η λογοτεχνία που ζει υπό την απειλή του θανάτου στις αρχές του εικοστού πρώτου αιών: να ενσαρκώσει την λογοτεχνία και να προσπαθήσει να την διασώσει από μια απειλούμενη εξαφάνιση. Αρχίζει να γράφει το ημερολόγιό του, γράφοντας για συγγραφείς που έγραψαν ημερολόγιο, έτσι ώστε να συνθέσει ένα ευρύτερο και περιέργως πιστότερο πορτρέτο της αληθινής προσωπικότητάς του, που είναι καμωμένη με βάση τα προσωπικά ημερολόγια άλλων, τα οποία γι’ αυτό υπάρχουν, για να βοηθούν έναν άνθρωπο που από μόνος τους θα ήταν ξεριζωμένος από παντού.

Άλλωστε, όπως έγραψε ο Χούστο Ναβάρο, το να είσαι συγγραφέας σημαίνει να γίνεσαι ένας άλλος, ένας ξένος: οφείλεις ν’ αρχίσεις να μεταφράζεις τον εαυτό σου σ’ εσένα τον ίδιο. Η συγγραφεί είναι μια περίπτωση υποκατάστασης της προσωπικότητας. Συγγράφω σημαίνει καταφέρνω να με περνούν για κάποιον άλλο. Και σύμφωνα με τον Ρικάρντο Πίλια, το να θυμάσαι με ξένη μνήμη είναι μια παραλλαγή των διδύμων, αλλά και μια τέλεια μεταφορά της λογοτεχνικής εμπειρίας. Μήπως και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν δεν έλεγε ότι στις μέρες μας το μοναδικό έργο που θα ήταν πραγματικά προικισμένο με κάποιο κριτικό νόημα θα ήταν ένα κολάζ από παραθέματα και αποσπάσματα, από απόηχους άλλων έργων;

Στην «πραγματική» του ζωή συνυπάρχει με την Ρόσα, λογοτεχνική πράκτορα, αλλά πάνω απ’ όλα αιώνια αραββωνιαστικιά του επί είκοσι χρόνια, δεν έχουν όμως παιδιά συνεπώς ο Μοντάνο πιθανώς να μην υπάρχει (!), υπάρχει όμως ο Τονγκόι, ένα τρίτο πρόσωπο, σωσίας του Νοσφεράτου και ηθοποιός, ο οποίος του προκαλεί μια συνεχή ένταση με την παρουσία του, καθώς είναι στα πάντα το ακριβώς αντίθετό του.  Ταξιδεύουν συχνά από το Βαλπαραΐσο ως τις Αζόρες, στις οποίες υποτίθεται  ότι θα γυρίσουν κάποιο ντοκιμαντέρ αλλά στην ουσία ο δικός του λόγος είναι να καθίσει στο καφέ Σπορ, ένα μυθικό μπαρ που εμφανίζεται στο βιβλίο του Αντόνιο Ταμπούκι Η γυναίκα του Πόρτο Πιμ και άλλες ιστορίες· αργότερα ετοιμάζεται να πάει στην Βουδαπέστη να δώσει μια διάλεξη για το ημερολόγιο ως αφηγηματική μορφή.

Ο Χιρόντο δεν χάνει ευκαιρία να μοιραστεί την κοφτερή του ειρωνεία για τον εαυτό του ή τους άλλους. Δεν συμπαθεί καθόλου τους καλοσυνάτους ανθρώπους· αν εξαρτιόταν απ’ αυτούς, η λογοτεχνία θα είχε ήδη εξαφανιστεί από προσώπου γης. Ωστόσο οι «φυσιολογικοί» άνθρωπο χαίρουν της εκτίμησης όλων. Όλοι οι δολοφόνοι, όπως μας δείχνει η τηλεόραση, είναι για τους γείτονές τους φυσιολογικοί και καλοσυνάτοι άνθρωποι. Συνεπώς μισεί αυτό το μεγάλο κομμάτι της «φυσιολογικής» ανθρωπότητας γιατί κανείς δεν τους έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσουν τι είναι το κακό για να μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα το καλό· πιστεύει μάλιστα ότι ορισμένοι μπορεί να είναι άνθρωποι εξαιρετικής κακίας.

Το ημερολόγιο είναι ικανό για κάθε είδους ελευθερία, καθώς όνειρα επινοήσεις, σκέψεις, σχόλια αυτοκριτικής, σημαντικά ή ασήμαντα γεγονότα, όλα είναι επιτρεπτά και μάλιστα με την τάξη ή την αταξία που εμείς επιθυμούμε, υπόκειται εντούτοις σε έναν όρο που εκ πρώτης όψεως μοιάζει ελαφρύς, αλλά είναι φριχτός: πρέπει να σέβεται την χρονολογική σειρά. Ο Ανρί Μισώ άλλαξε το τυπικό ταξιδιωτικό ημερολόγιο καθώς τα ταξίδια του ήταν μάλλον εσωτερικά ταξίδια εσωτερικού χώρου, ταξίδια που τα έκανε περισσότερο για να μελετήσει τον εαυτό του. Η απλή αναπαραγωγή των όσων βλέπει κανείς στην διαδρομή μετατρέπεται σε οδυνηρό προσωπικό ημερολόγιο της αγωνίας.

Μοναδική μας συνείδηση η λογοτεχνία που ήταν πάντα η σωτηρία των καταδικασμένων, που ενέπνευσε και καθοδήγησε εραστές, νίκησε την απελπισία και ενδεχομένως να καταφέρει να σώσει τον κόσμο έγραφε ο Τζον Τσίβερ, ένας ακούραστος συγγραφέας προσωπικών ημερολογίων, που επί σαράντα ολόκληρα χρόνια προσπαθούσε να ερμηνεύσει την πολύπλοκη σύγκρουσή του με την ζωή επειδή, στο βάθος και παρά τα φαινόμενα, το πρόβλημά του ήταν όχι η αμφισεξουαλικότητα ούτε ο αλκοολισμός αλλά η ίδια η ζωή. Ήταν όμως ακριβώς τα προβλήματά του που τον ώθησαν να γράψει μεγαλειώδεις σελίδες στα ημερολόγιά του.

Πιστεύω ότι οι ασθένειες είναι κλειδιά που μπορούν να μας ανοίξουν κάποιες πόρτες. Υπάρχει μια κατάσταση σωματικής ευεξίας που μας εμποδίζει να καταλάβουμε όλα όσα συμβαίνουν…. έγραφε ο Αντρέ Ζιντ στο δικό του ημερολόγιο, όπου στην ουσία αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που πέρασε όλη την ζωή του προσπαθώντας να γράψει ένα αριστούργημα και δεν τα κατάφερε. Ή ίσως να τα κατάφερε, και το σημαντικό αυτό βιβλίο παραδόξως να είναι το ίδιο το ημερολόγιό του, όπου καθρεφτίζεται η καθημερινή αναζήτηση αυτού του αριστουργήματος. Κι αν το έργο του Ζιντ δύσκολα διαβάζεται σήμερα, καθώς ο σύγχρονος αναγνώστης το βλέπει σαν κάτι απαρχαιωμένο και παράξενο, το ημερολόγιό του είναι μια σπάνια λογοτεχνική μορφή· μπορεί μάλιστα να διαβαστεί σαν μυθιστόρημα, καθώς αφηγείται την εξηντατριάχρονη εσωτερική και πνευματική διαδρομή ενός ανθρώπου ο οποίος δεν έπαψε να προβληματίζεται πάνω στις αρχές της ηθικότητας και της ανηθικότητας.

Ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς απέφυγε να δώσει εξομολογητική μορφή στο ημερολόγιό του καθώς φοβόταν την ειλικρίνεια ως σκέτη πλήξη, ως κάτι που δεν κρύβει καμία γοητεία και προτίμησε να παρουσιάσει τον εαυτό του εν δράσει, να τον πλάθει ενώπιον όλων. Αυτή η δόμηση του εαυτού μέσα από την γραφή αποτελεί το νέο (ένα ακόμα!) στοίχημα του αφηγητή, ο οποίος γνωρίζει την χήρα του, που του λέει πως ο σύζυγός της ανήκε στην κατηγορία των συγγραφέων που θεωρούν το έργο τους μετενσάρκωση της ίδιας της προσωπικότητάς τους.

Ο Χιρόντο επιχειρεί να διεισδύσει στις σκέψεις του συγγραφέα Άλαν Πάουλς καθώς έγραφε ένα κεφάλαιο του βιβλίου του Ο παράγων Μπόρχες αλλά και στο δοκίμιό του Πάουλς γύρω από το ημερολόγιο ως λογοτεχνικό είδος, όπου διαπιστώνει ότι το μεγάλο θέμα του προσωπικού ημερολογίου τον εικοστό αιώνα είναι η αρρώστια, άρα επανερχόμαστε στην κλινική διάσταση της γραφής. Στο ημερολόγιο της Κάθριν Μάνσφιλντ η αρρώστια δεν είναι απλώς ένα θέμα αλλά το μοναδικό υλικό της, η αγαπημένη της λεία, και ταυτόχρονα αυτό που δίνει έναν ρυθμό στη γραφή της.

Ένας άλλος άρρωστος με την λογοτεχνία, ο Πολ Βαλερί, εγκλωβίστηκε στην επεξεργασία ενός όχι μόνο σπάνιου αλλά και παράξενου λεξικού για προσωπική χρήση: 250 τετράδια γεμάτα παρατηρήσεις, σχήματα, γνωμικά, υπολογισμούς και σχέδια, τριάντα χιλιάδες δακτυλογραφημένες σελίδες. Ο Βαλερί κατέγραψε την ζωή του πνεύματός του σε ένα είδος σημειωματαρίου, στο οποίο σημείωνε τις εντυπώσεις και τις σκέψεις του, μοιάζοντας με εκείνο του Ρόμπερτ Μούζιλ, όπου επίσης απουσίαζαν εντελώς οι αναφορές σε εξωτερικά ή προσωπικά συμβάντα. Με τον Μούζιλ μοιράζονταν και την αντιπάθεια προς το μυθιστόρημα, ενώ ο Χιρόντο μοιράζεται με τον Μιούζιλ ημερολογιακές σκέψεις όπως: η πιο βαθιά σύνδεση ενός ανθρώπου με τους ομοίους του είναι η ίδια η αποσύνδεση.

Υπήρξε όμως άνθρωπος πιο άρρωστος από τον Φραντς Κάφκα; Οι ανώτεροί του δεν ήξερα ότι δούλευε εκεί, ανάμεσα σ’ όλους τους δυστυχισμένους εργάτες και υπαλλήλους, μόνο και μόνο επειδή ήξερε ότι δεν έπρεπε να αφιερώνει όλο του τον χρόνο στην λογοτεχνία. Φοβόταν ότι η λογοτεχνία θα τον ρουφούσε σαν δίνη και θα τον έκανε να χαθεί στις αχανείς εκτάσεις της. Ο Ροσάριο επιστρέφει συνεχώς στον Πύργο του, ένα μυθιστόρημα ανολοκλήρωτο, μα που δεν θα μπορούσε να έχει τέλος, επειδή ο Χωρομέτρης δεν ταξιδεύει από το ένα μέρος στο άλλο αλλά από την μια ερμηνεία στην άλλη κι από το ένα σχόλιο στο άλλο. Θα έλεγε κανείς ότι γράφει για να φτάσει στις πηγές της γραφής, στο μεταξύ όμως με άπειρα σχόλια σχολιάζει τον κόσμο.

Ο Χιρόντο συνεχίζει να πλοηγείται στα καταστρώματα των ημερολογίων, από το Ημερολόγιο Καταστρώματος του Ζοζέ Καρδόσο Πίρες, το Ημερολόγιο ενός απατημένου ανθρώπου του Πιερ Ντριέ Λα Ροσέλ και το Ημερολόγιο μιας μεγαλοφυΐας του Σαλβαδόρ Νταλί, κατά τον αφηγητή ενός απείρου καλύτερου συγγραφέα απ’ ότι ζωγράφου, μέχρι τα μυστικά τετράδια της μητέρας του που επί σαράντα χρόνια μιλούσε με όλη της την ψυχή αλλά με απόλυτη μυστικότητα τον τυφλά ερωτευμένο πατέρα του – τον είχε άλλωστε ανάγκη ακριβώς για να γράφει το ημερολόγιό της. Κι αν ο Ζορζ Μπατάιγ έλεγε ότι έγραφε για να μην τρελαθεί, εκείνη φαίνεται πως όταν έγραφε τρελαινόταν.

Σε αντίθεση με τα ημερολόγια των συγγραφέων που ήταν απαγκιστρωμένα στην λογοτεχνία, που είναι ένας κόσμος αυτόνομος, μια ιδιαίτερη πραγματικότητα που δεν έχει καμία επαφή με την πραγματικότητα επειδή, όπως ισχυρίζεται ο Χιρόντο, είναι μια άλλη πραγματικότητα από μόνη της, το ημερολόγιο του Τσέζαρε Παβέζε με τίτλο Επιτήδευμα της ζωής ανήκε σε μια περίοδο όπου κυριαρχούσε η τάση ενσωμάτωσης της υπαρξιακής εμπειρίας στην ηθική της ιστορίας. Όσο κι αν οι φίλοι του αισθάνονταν ότι θα έβρισκαν εκεί μέσα όλες τις μυστικές παλινδρομήσεις της ψυχής του, δεν βρήκαν τίποτα. Ο Ίταλο Καλβίνο βρήκε σελίδες που έσφυζαν από θυμό ή πόνο και σε άλλες μια υπομονετική και επίμονη εργασία αυτοδόμησης.

Ο Ανρί Φρενερίκ Αμιέλ πέρασε όλη του την ζωή μπλοκαρισμένος ως καλλιτέχνης και γι’ αυτό κατέφυγε στα Αποσπάσματα από ένα προσωπικό ημερολόγιο, στα οποία οφείλει την λογοτεχνική του φήμη σχεδόν αποκλειστικά. Το γράψιμο είναι ένας τρόπος να μιλάς χωρίς να σε διακόψει κανείς έλεγε ο Ρενέ Ζιράρ πέθανε χωρίς να γνωρίζει ότι θα έμπαινε στην ιστορία της λογοτεχνίας εξαιτίας του ημερολογίου που κρατούσε χωρίς να έχει την πρόθεση να το δημοσιεύσει. «Το να γράφεις», λέει ο Λόμπο Αντούνες, «είναι σαν να παίρνεις ναρκωτικά, αρχίζεις από καθαρή ευχαρίστηση και καταλήγεις να οργανώνεις τη ζωή σου σαν τους ναρκομανείς, γύρω από τη διαστροφή σου». Αυτή είναι η ζωή μου, μονολογεί ο Χιρόντο. Ακόμα κι όταν υποφέρω διχάζομαι: ο άνθρωπος υποφέρει, και ο συγγραφέας σκέφτεται πώς θα εκμεταλλευτεί αυτή την οδύνη για τη δουλειά του.

Περιπλανώμενος στα ημερολόγια των Εντμόντ Γκονκούρ, Βιρτζίνια Γουλφ, Τερέσα Γουίλμς Μοντ και Μισέλ ντε Μοντέν αλλά και σε λόγια των Ζορζ Περέκ, Μασεδόνιο Φερνάντες, Γουόλας Στίβενς, Σέσαρ Άιρα, Αντόνιο Ταμπούκι, Μορίς Μπλανσό, Ελίας Κανέτι, Τόμας Μαν, Ρόμπερτ Βάλζερ και άλλων, ο αφηγητής δεν επαληθεύει απλώς την πίστη του στην ουσία της ημερολογιακής γραφής  αλλά και την μανία του να τα βλέπει όλα μέσα από την λογοτεχνία, έτσι ώστε η προσωπικότητά του να μεταλλάσσεται σε μια πολλαπλή και αμφιλεγόμενη μορφή, μια επιμιξία που είναι ένας συνδυασμός εμπειριών (των δικών του και των άλλων) και αναγνώσεων.

Εκείνο όμως που κυρίως συμβαίνει είναι η πλήρης σύγχυση των ορίων μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας καθώς οποιαδήποτε πληροφορία μας δίνει για την ζωή του, τους οικείους του και τα ταξίδια τους αργότερα αναιρείται ως απλό κεφάλαιο του βιβλίου του, ενός βιβλίου που όπως ισχυρίζεται ο ήρωας ακολουθεί την συναρπαστική τάση του σύγχρονου μυθιστορήματος, μια τάση που αναζητά τον χώρο της ανάμεσα στο δοκίμιο, την μυθοπλασία, την αυτοβιογραφία. Στο τέλος ο αναγνώστης βγαίνει από ένα σπάνιο ημερολογιακό ταξίδι όπου έχει κοινωνήσει τις σκέψεις ιδιαίτερων συγγραφέων, αλλά έχοντας οριστικά χαθεί στην λογοτεχνία, σε μια αφηγημένη ιστορία που διαρκώς πολλαπλασιάζεται σε άλλες ιστορίες που την μία γίνονται απόλυτα πιστευτές και την άλλη αναιρούν την ίδια τους την «αλήθεια».

Ο Σόμερσετ Μομ έγραφε επί πενήντα συναπτά έτη ένα ημερολόγιο με τίτλο Οι σημειώσεις ενός συγγραφέα· είχε ως πρότυπο το ημερολόγιο του Ζιλ Ρενάρ, το οποίο θεωρούσε ως ένα από τα ελάσσονα αριστουργήματα της γαλλικής λογοτεχνίας. Σε μια σπάνια αισιόδοξη στιγμή του, ο αφηγητής συγκρατεί μια αποστροφή του Μομ: Η ευγένεια πνεύματος έχει τις ρίζες της στα πιο αρχέγονα ένστικτα της ανθρώπινης ύπαρξης. Πιθανότατα μάλιστα το καταφύγιο από την απελπισία να βρίσκεται στην επίγνωση ότι είναι πιθανή η σωτηρία του πνεύματος. Θα σώσει λοιπόν το πνεύμα του ο Ροσάριο Χιρόντο και με τι τίμημα;

Εκδ. Καστανιώτη, 2006, μτφ. από τα ισπανικά Γεωργία Ζακοπούλου, σελ. 353 ,με 66 σημειώσεις της μεταφράστριας [Enrique Vila-Matas, El mal de Montano, 2002].

Στις εικόνες: o συγγραφέας, έργο του Henri Michaux [Untitled, 1981], John Cheever, Witold Gombrowicz, Franz Kafka [Gabriele Donelli], Cesare Pavese, Henri Frédéric Amiel, Somerset Maughm και ο αφηγητής.

26
Μάι.
20

Γκονσάλο Μ. Ταβάρες – Η γειτονιά. Δέκα φανταστικοί κύριοι

Οι περισσότεροι μπορεί να το έχουμε φαντασιωθεί: μια μυθοπλαστική κοινωνία ή έστω μια ομήγυρη αγαπημένων συγγραφέων που συνομιλούν μεταξύ τους με τον τρόπο και το πνεύμα του έργου τους. Ο συγγραφέας που το έκανε πραγματικότητα τους έβαλε στην ίδια γειτονιά, σχεδίασε την πολεοδομική θέση του καθενός στο εξώφυλλο, και άρχισε να γράφει το σχέδιό του από το 2002 σε χωριστά βιβλία των πρώτων δέκα «κυρίων» κατά βάση συγγραφέων, προχώρησε στην συνοίκησή τους στην συνοικία ενός κοινού βιβλίου και συνεχίζει με άλλους τριάντα. Έχουμε συνεπώς εδώ δέκα μείζονες μορφές της γραφής που μοιράζονται ισάριθμα κεφάλαια και δεκάδες υπο-ιστορίες ο καθένας, μικρές και αυτόνομες, σαφώς συνδεδεμένες μεταξύ τους και χαλαρά σχετιζόμενες με εκείνες των άλλων κεφαλαίων. Αντιλαμβάνεται κανείς πως ήδη από τα αποδυτήρια ο Ταβάρες μας χωρίζει σε δυο ομάδες: εκείνοι που γνωρίζουν το έργο των «κυρίων» και οι οποίοι θα αντιληφθούν τις συνεχείς εγχύσεις του στις ιστορίες και οι άλλοι, που πιθανώς θα αντιληφθούν μέρη του έργου τους από τις μικρές αυτές βινιέτες και θα επιχειρήσουν να το ανακαλύψουν περαιτέρω. Αμφότεροι όμως θα απολαύσουμε το παιγνιώδες εγχείρημα.

Αφήστε με να σας θέσω μια ερώτηση κύριε, Μπρετόν. Όλοι γνωρίζουμε τη νύχτα και τις δυο πλευρές που έχουν όλες οι νύχτες: τη νύχτα μέσα στο σπίτι και τη νύχτα έξω απ’ το σπίτι. Δηλαδή, υπάρχει η ηρεμία και το αναμενόμενο, και υπάρχει ο φόβος και το αλλόκοτο. Φυσικά, μπορεί πάντα κανείς να πει πως η ποίηση δεν βρίσκεται ούτε στη μία πλευρά ούτε στην άλλη: η νύχτα έχει δύο πλευρές, και η ποίηση είναι η πόρτα του σπιτιού τη στιγμή που ανοίγει και το σκοτάδι καλύπτει το χορτάρι και τον ουρανό. Αλλά όταν κανείς φοβάται, πρέπει να τρέξει στο σπίτι· κι όταν αισθάνεται ανία, πρέπει να τρέξει προς την έξω πλευρά της νύχτας. Κι η ποίηση, που μοιάζει ένα πράγματα ακίνητο, επιλύει ταυτόχρονα την ανία και τον φόβο· το οποίο είναι καλό και είναι δύο, όντας ένα και μοναδικό, η ποίηση. [σ. 405]

Ας πάμε, για παράδειγμα, στον κύριο Μπρετόν, ο οποίος θα συστηθεί μέσα από μια συνέντευξη για την οποία σταδιακά πληροφορούμαστε πως δεν είναι μόνο εκείνος που (δεν) απαντάει αλλά και εκείνος που (κυρίως) ρωτάει (τον εαυτό του). Ο κύριος Μπρετόν έχει τοποθετήσει στο δωμάτιό του έναν τεράστιο καθρέφτη – το παράθυρο με την ιδανική ταχύτητα. Γνωρίζει πως οι  λέξεις φτάνουν αποκαμωμένες στον αναγνώστη και υποστηρίζει ότι ένας στίχος δεν έχει βιογραφικό· όταν είναι καλός, έρχεται χωρίς τίποτα πίσω του, χωρίς διαδρομή, προκύπτει από το μηδέν. Είναι πεπεισμένος πως ένας συγγραφέας πιστεύει περισσότερο στη λέξη θεός παρά στον Θεό αυτόν καθαυτόν. Έξω στον δρόμο διασταυρώνεται με τον κύριο [Μαρσέλ] Ντισάν, που τον τελευταίο καιρό έχει εμμονή με την κατασκευή ενός χάρτη του χρόνου, ενός χάρτη γεωγραφίας και ιστορίας στον οποίο όλα τα γεγονότα θα τοποθετούνταν στον ορισμένο χώρο όπου συνέβησαν. Παράλληλα θυμάται τον κύριο Χουαρός που του άρεσε να βλέπει προτού κοιμηθεί, για να ονειρεύεται καλύτερα.

Το βιβλίο-κεφάλαιο «Ο κύριος Σβέντενμποργκ και οι γεωμετρικές έρευνες» είναι ακριβώς αυτό που δηλώνει: ο φιλόσοφος και θεολόγος Εμάνουελ Σβέντενμποργκ, ο μόνος από τους κυρίους που έζησε σε περασμένους αιώνες, γεωμετρεί την γραφή, την σαγήνη, τις επιθυμίες (η ζωή είναι συνεχές άνοιγμα και κλείσιμο επιθυμιών), ένα εγκώμιο του πνεύματος, την μνήμη των πραγμάτων, σε σειρά σελίδων όπου οι φράσεις του εικονογραφούνται με σχήματα σ’ ένα ατέλειωτο γεωμετρικό παιχνίδι. Ενώ ο κύριος Έλιοτ εντοπίζεται σε σειρά διαλέξεων όπου αναλύει στίχους της Σεσίλια Μεϊρέλες, του Ρενέ Σαρ, του Γιόζεφ Μπρόντσκι, του Πάουλ Τσέλαν, του Γ.Χ. Όντεν και του Μαρίν Σορέσκου. Κάποτε τους ανασκευάζει, τους αντιστρέφει, αφαιρεί ή προσθέτει μια λέξη μεταπλάθοντας το όποιο νόημα, μοιράζεται ένα παιχνίδι πρόσληψης και ανάγνωσης μέσα από συνεχείς ερωτήσεις. Σε τι αναφέρεται ο Ρενε Σαρ όταν στιχουργεί Απαλλάσεσθε, σύμμαχοί μου, βίαιοί μου, νύξεις μου; Σα να λέει ο ποιητής τώρα προχωρώ χωρίς κανέναν από σας; Τι είναι όμως το σώμα χωρίς τους οργανικούς ή εξωτερικούς συμμάχους του, χωρίς τους βίαιους συμμάχους του, χωρίς τις νύξεις που στοιχειοθετούν τις πιο ισχυρές και μοναδικές υποσχέσεις του; Ο κύριος Έλιοτ φτάνει να υποστηρίζει πως ο ορθός στίχος θα είχε ένα Δεν μπροστά: Δεν απαλλάσεσθε, σύμμαχοί μου, βίαιοί μου, νύξεις μου. Τι σκέφτεται η Σύλβια Πλαθ όταν γράφει Δεν είμαι κανένας· δεν έχω καμία σχέση με εκρήξεις ή ο Μαρίν Σορέσκου όταν γράφει Έχω τόσα πράγματα στο κεφάλι μου, δεν μπορεί να είναι για μένα;

Για να δείξει πως δεν υπέκυπτε στη δικτατορία των λέξεων, ο κύριος Χουαρός κάθε μέρα έδινε κι ένα διαφορετικό όνομα στα αντικείμενα. Έτσι την μισή εργάσιμη μέρα του την περνά πράγματι αποδίδοντας ονόματα στα πράγματα, όμως οι δυο ονομασίες στα όνειρά του μπερδεύονται με ανυπολόγιστα αποτελέσματα. Ύστερα σκέφτεται πως για να δώσουμε την πρέπουσα σημασία στο σκοτάδι, τουλάχιστο τόση όση δίνουμε στο φως, θα έπρεπε να είναι απαραίτητη η πράξη που ανάβει το σκοτάδι. Ευτυχώς μας κοινωνούνται οι σκέψεις του μπροστά σε μια βρύση που στάζει ή καθώς οργανώνει με μυστικό τρόπο την βιβλιοθήκη του, για παράδειγμα κατά αλφαβητική σειρά της χιλιοστής λέξης κάθε βιβλίου, αλλά και με βάση πολύπλοκες μαθηματικές ακολουθίες, σε σημείο να την επισκέπτονται όχι λάτρεις της ανάγνωσης αλλά μαθηματικοί.

Ο πολιτικός δεν διαβάζει βιβλία, το πολύ πολύ να διαβάζει τίτλους. Το ίδιο κάνει με τους ανθρώπους. Ο κύριος [Καρλ] Κράους ευθύς εξαρχής δηλώνει πως θα μιλήσει για πολιτική. Ένας από τους πλέον πνευματώδεις αφοριστές που κατακλύζεται συνεχώς από ρήσεις και αντιρρήσεις, ο Κράους αφιερώνει μια σειρά χρονογραφημάτων σε κάποια εφημερίδα – υπήρξε, άλλωστε, μεταξύ άλλων, φανατικός αντιδημοσιογράφος με σατιρικό μένος κατά των εφημερίδων «που ασελγούσαν στην αλήθεια, στην γλώσσα και στην τέχνη», βάζει στο στόχαστρο της πένας του τον (οποιονδήποτε μεγάλο πολιτικό) Αρχηγό. Όταν ο Αρχηγός λοιπόν βηματίζει νευρικός, σκεφτόμενος πως δεν υπάρχει τίποτα να εγκαινιάσει, ο Βοηθός του σκέφτεται να εγκαινιάσουν την παρουσία του σ’ αυτόν τον τόπο, όπου για πρώτη φορά έρχεται – κι όλοι μένουν ενθουσιασμένοι.

Το υπουργικό του συμβούλιο, εξάλλου, προσλαμβάνει κι έναν υπάλληλο κινηματογράφου, ταξιθέτη στην ουσία, για να οδηγεί τον θεατή-υπουργό στην ορισμένη του θέση, και καθώς οι συνεδριάσεις, όπως και οι ταινίες, εκτυλίσσονται στα σκοτεινά, ο Αρχηγός αναγκάζεται να φωνάξει, καθησυχάζοντάς τους Εδώ είμαι, εδώ είμαι! Όταν μια τεράστια αντιπροσωπεία οικονομολόγων καταφτάνει στα κεντρικά γραφεία με μια γιγάντια έκθεση εξακοσίων σελίδων για την κατάσταση της οικονομίας, αυτός εντυπωσιάζεται με το ευρετήριο και παραμένει εκεί, όσο κι αν θέλουν να του δείξουν τις άλλες σελίδες. Να το! μουρμούρισε ο Αρχηγός, διατηρώντας τον ενθουσιασμό του. Για παράδειγμα, αν με ενδιαφέρει το στοιχείο «γενικευμένη φτώχεια», πηγαίνω εδώ στο ευρετήριο και ορίστε: σελίδα 322. Είναι εξαιρετικό! Γενικευμένη φτώχεια: σελίδα 322. Τι ωραίο! Καθώς ο κύριος Κράους παραδίδει το τελευταίο χρονογράφημα στην εφημερίδα, πιθανώς σκέφτεται πως στον κόσμο σύντομα θα εμφανιστεί ένας άλλος Αρχηγός, ύστερα άλλος κι άλλος. Πάντα ο ίδιος ωστόσο.

Ανάμεσα στα όνειρα και στα «ζυμαρικά γράμματα» του Ίταλο Καλβίνο, σ’ ένα έξοχο μικρό κείμενο που τιτλοφορείται «Το παράθυρο» ο Ιταλός συγγραφέας έχει ένα παράθυρο καλυμμένο με δυο κουρτίνες που στη μέση όταν ενώνονται μπορούν να κουμπώσουν με επτά κουμπιά. Για να κρυφοκοιτάξει από το παράθυρο, συνεπώς, πρέπει να τα ξεκουμπώσει ένα προς ένα και μετά, να παραμερίσει τις κουρτίνες και να παρατηρήσει τον κόσμο. Όταν το πρωί άνοιγε το παράθυρο, ξεκουμπώνοντας αργά τα κουμπιά, ένιωθε στις κινήσεις του την ερωτική ένταση αυτού που ξεντύνει με λεπτότητα αλλά και με αγωνία, το πουκάμισο της αγαπημένης / Κοιτούσε έπειτα απ’ το παράθυρο με άλλον τρόπο. Σαν ο κόσμος να μην ήταν ένα πράγματα διαθέσιμο ανά πάσα στιγμή, αλλά κάτι που απαιτούσε απ’ αυτόν, κι από τα δάχτυλά του, ένα σύνολο επιμελών κινήσεων. Ολόκληρη η ουσία της συγγραφικής σύλληψης του κόσμου!

Ο Πολ Βαλερί, ο Ανρί Μισό, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, και ο Ρόμπερτ Βάλζερ συμπληρώνουν την πρώτη δεκάδα των κυρίων οι οποίοι σαφώς άφησαν ένα ανεξίτηλο στίγμα ο καθένας τους στην αχανή γειτονιά της γραφής. Οι μικρές ιστορίες του Μπέρτολτ Μπρεχτ και του Φραντς Κάφκα, οι σουρεαλιστικές βινιέτες του Μπορίς Βιάν και του Δανιήλ Χαρμς, οι παράλογες παραλογές του Γκιγιώμ Απολιναίρ και του Γιάροσλαβ Χάσεκ έχουν σαφώς επηρεάσει την πρόζα του Ταβάρες που εδώ διαποτίζεται διαρκώς με το στοιχείο της έκπληξης, του απρόβλεπτου αλλά και της βαθιάς γνώσης του έργου των τιμώμενων. Άραγε θα ολοκληρώσει την Γειτονιά ώστε να μπορούμε να την ενοικούμε όποτε επιθυμούμε;

Εκδ. Καστανιώτη, 2016, μτφ. από τα πορτογαλικά Αθηνά Ψυλλιά – Παναγιώτα Μαυρίδου, σελ. 606. Το βιβλίο βρίθει από σχέδια και σκίτσα της Ρασέλ Καϊάνο [Gonçalo M. Tavares, O Bairro, 2002-2010].

Στις εικόνες: Andre Breton, Emanuel Swedenborg, Roberto Juarroz, T.S.Elliott, Karl Kraus [έργο του Alfred Hegel], Italo Calvino, Paul Valery.

To εξίσου παιγνιώδες μυθιστόρημα του συγγραφέα Ιερουσαλήμ εδώ.

Δημοσίευση και στο mic.gr/βιβλιοπανδοχείο αρ. 236, εδώ, με τίτλο Mr you’re a better man than I, από εδώ και εδώ.

24
Μάι.
20

Νόρμαν Μανέα – Υποχρεωτική ευδαιμονία. Τέσσερις νουβέλες

Στην πρώτη νουβέλα (Η ανάκριση) το μεθοδικό πρόγραμμα μιας ανακρινόμενης από τις 6 π.μ. έως τις 10 μ.μ., επαναλαμβάνεται καθημερινά χωρίς καμία τροποποίηση, εδώ και μήνες, μέχρι που μια μέρα έρχεται η απίστευτη αλλαγή: κανένα μαρτύριο, καμία σκληρότητα· αντίθετα, έχει την ευκαιρία να κάνει μπάνιο και το αποκορύφωμα της έκπληξης, ένας μικρός καθρέφτης και το σωληνάριο μιας Nivea. Μια γυναίκα την κρατά ολόγυμνη μπροστά της για μια ολόκληρη ώρα, χωρίς κακία, με ψυχρό, επαγγελματικό βλέμμα. Δεν έχεις γίνει υπερβολικά πικρόχολη. Στο βάθος αυτό είναι νίκη, πρέπει να το ομολογήσω, της λέει, προτού της ανακοινώσει την επερχόμενη σημαντική συνάντηση. Αργότερα της επιτρέπουν να καλλωπιστεί και να φάει σπάνια τρόφιμα και σε λίγες μέρες την φέρνουν σε σχεδόν φυσική κατάσταση. Οι αδιανόητοι βασανισμοί στους οποίους υποβαλλόταν μέχρι τώρα δεν περιγράφονται, απλώς αναφέρονται ως παρελθοντικά γεγονότα: ξυλοδαρμοί, ύβρεις, ορθοστασία, ύπνος σε κρεβάτι σαν φέρετρο, κλείσιμο σε ντουλάπα.

Ο ανακριτής έρχεται με την μορφή ενός ταπεινού, σχεδόν τρομοκρατημένου ανθρωπάκου. Της εξηγεί πως εκείνος ζήτησε να γίνουν τα πάντα ώστε να είναι σε φυσιολογική κατάσταση, να έχει κανονική όψη, να αντιδρά φυσικά. Η κρατούμενη ίσως σκέφτεται: Πρέπει να προφυλαχτώ από το ενδιαφέρον που μου προκαλεί αυτή η συνάντηση. Να αρνηθώ την ιδέα ότι πρόκειται για μια οποιαδήποτε συνομιλία ανάμεσα σε δυο φυσιολογικούς ανθρώπους, όπως αυτός υπονοεί. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν παγίδες παντού…Πρέπει να είμαι σε επιφυλακή, οτιδήποτε κι αν συμβαίνει… δεν ξέρω πια τι πρέπει να φοβάμαι περισσότερο. Να κιόλας ένα δικό του πλεονέκτημα. [σ. 21]

Ο ανακριτής είναι ειλικρινής: της εξομολογείται πως φοβάται πως κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να συμβεί και σε αυτόν μια μέρα. Αυτός ο εύθραυστος ανθρωπάκος έχει βαρεθεί να φοράει όλες αυτές τις περίπλοκες μάσκες ευφυΐας των άλλων ανακριτών και παραπονιέται πως δεν καταλαβαίνουν την τακτική του, πώς περνάνε μήνες χωρίς να τον καλέσουν. Ξεχνούν όλα όσα έχει πετύχει προηγουμένως, άρα και την δική τους ανικανότητα. Συχνά του φωνάζουν ότι δεν του έχουν εμπιστοσύνη, τον βρίζουν. Επί μήνες τον ξεχνούν όμως τον συντηρούν και τον καλούν σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως αυτή. Γι’ αυτούς είναι κάτι σαν θαυματοποιός – κουραστικός, δειλός και αρρωστιάρης αλλά που φέρνει αποτελέσματα. Έτσι οι άλλοι μπορούν να χαίρονται το ηλίθιο επάγγελμά τους· τους πήρε χρόνια να αναγνωρίσουν τα ταλέντα του. Όσο κι αν αισθάνεται περικυκλωμένος από αυτά τα κτήνη, παραμένει ένας ερασιτέχνης που εργάζεται για το χρήμα και την ευχαρίστηση.

Βλέπετε…αυτό που θα μπορούσατε να μου ομολογήσετε, δεν με ενδιαφέρει. Ξέρω τα πάντα για σένα, για σας. Μάλλον εγώ είμαι εκείνος που θα μπορούσε, αν θέλεις, να σου κάμω αποκαλύψεις για οποιονδήποτε. Συμπεριλαμβανομένου του εαυτού μου. Για να σε κάμω να γνωρίσεις καλύτερα όχι μόνο τους συντρόφους σου, αλλά και τον αντίπαλό σου. Πρακτικά, πρέπει να το παραδεχτώ, είμαστε αντίπαλοι… αλλά…αν εξερευνούσαμε τα πιο σκοτεινά βάθη της ψυχής μας, θα διαπιστώναμε αναμφιβόλως ότι η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη. [σ. 34]

Και εκείνος που ανά πάσα στιγμή μπορεί να της κάνει οτιδήποτε, ξεχύνει τον ατέλειωτο μονόλογό του και ξεκινάει ένα πνευματικό παιχνίδι, από έναν αντίπαλο που, όπως της λέει, την τιμά. Φυσικά την στρέφει εναντίον των συντρόφων της: «Οι καλλιτέχνες είναι φυσικό να γίνονται επαναστάτες – φταίει αυτό που είναι και, κυρίως, αυτό που δεν είναι. Μ’ ένα λόγο, ο καλλιτέχνης είναι ένας άνθρωπος που φτάνει στην εποχή του πολύ νωρίς ή πολύ αργά». Το ξέρει ότι δεν θα κατορθώσει να την αποθαρρύνει λέγοντάς της «εσείς οι άλλοι, οι ανυπότακτοι εκκεντρικοί, δεν έχετε σταθερή, μόνιμη θέση ούτε καν ανάμεσα σ’ εκείνους στους οποίους εκ φύσεως ανήκετε». Της ξεκαθαρίζει πως είναι ανώφελο να συστήσει στους βασανιστές της να σταματήσουν την δική τους ανάκριση. Τους αρέσει να ματαιοπονούν, η μηχανή πρέπει να γυρίζει αλλιώς θα σκουριάσει, αυτός είναι ο κανόνας τους.

Συνεπώς, πρόκειται να σας κρατήσουμε ή να σας κρατήσουν για κάποιο διάστημα ακόμη. Ίσως μάλιστα εδώ. Μερικούς μήνες μερικά χρόνια, δύσκολο να το προσδιορίσεις ακριβώς. […] Όπως και να’ ναι, θα κάνετε ένα σχέδιο την ημέρα. Πού θα παριστάνει το σπίτι, το εξωτερικό ή το εσωτερικό του σπιτιού, στο οποίο συναντιούνταν… Θα εργάζεστε όλες τις ημέρες χωρίς να νοιάζεστε για τις λεπτομέρειες, αποτυπώνοντας απλώς ό,τι έχετε συγκρατήσει. […] Η μνήμη στο κάτω κάτω, θα τεθεί με τη σειρά της στην υπηρεσία της ιδεοληψίας, αλλά και του παιχνιδιού. […] Στην αρχή αυτό θα σας δυσαρεστεί. Κατόπιν, σιγά σιγά, θ’ αρχίσετε να το επιθυμείτε. Ας ελπίσουμε ότι, μέρα με την ημέρα, το παιχνίδι θα σας κερδίζει όλο και περισσότερο, θα σας απορροφά, θα σας συνεπαίρνει. Το ίδιο γίνεται με τα βίτσια, το ίδιο γίνεται με τον έρωτα. [σ. 44-45]

Κι έτσι, καθώς η νύχτα που τους είχε ενώσει τους ξέβραζε και τους δυο μαζί στην κρύα και άψυχη όχθη της μέρας, ο ανακριτής την καλημερίζει με αισιοδοξία: τα βάσανα και η φυλακή, όπως κάθε λύπη, της λέει, είναι μέρος της ζωής μας έχει δοθεί και καθετί που ανήκει στην ζωή πρέπει να το υποδεχόμαστε με χαρά και θάμβος, εφόσον δεν πρόκειται να απολαύσουμε τίποτε άλλο… Μπορούσε να ξαναρχίζει από το μηδέν. Ποτέ δεν θα τελείωνε αυτό, τα είχε όντως λογαριάσει καλά, η λεία του δεν θα αντιστεκόταν, δεν θα ήταν πια σε θέση να αντισταθεί.

Ανάλογα δυσοίωνη και παράλογη ατμόσφαιρα κατακλύζει και την δεύτερη νουβέλα (Ένα παράθυρο στην εργατική τάξη), με την διαφορά πως η απειλή και η θλίψη εδώ εισέρχονται στο ίδιο το σπίτι των χαρακτήρων. Ένα ζευγάρι περνάει την Κυριακή του σωριασμένο αντικριστά σε δυο φθαρμένες πολυθρόνες και συζητά με ποιο τρόπο θα κρύψει τα τετράδια του παιδιού τους που έχει πεθάνει, το μόνο που τους απομένει από αυτόν, ώστε εκείνοι να μην τα βρουν στο σπίτι, αυτά ζητούσαν άλλωστε εκείνη τη νύχτα που τον έχασαν. Το κουδούνι της εξώπορτας τους κάνει να πεταχτούν, ενωμένοι στον ίδιο συναγερμό: είναι μια μορφή με σκαμμένα μάγουλα και γκρίζα καμπαρτίνα που τους πληροφορεί ότι έχουν χαλάσει τα ρολά τους και προθυμοποιείται να τα επισκευάσει.

Πάντα με την ίδια αμήχανη ταπεινοσύνη, ο άνθρωπος αρχίζει τις συχνές, αιφνιδιαστικές επισκέψεις του και βλέποντας τα βιβλία τους, παίρνει το θάρρος να τους ζητήσει να του γράψουν επίσημες καταγγελίες, αφού τους διηγηθεί την ιστορία του: την δουλειά του σε μια λεβητοποιία, την κοινωνική του απομόνωση επειδή δεν ακολουθούσε τους άλλους εργάτες στις οινοποσίες τους και την μετάθεσή του στη νυκτερινή υπηρεσία παρά την πολυετή του υπηρεσία στο εργοστάσιο και την πολυτεκνία του. Τους εξομολογείται την επιθυμία του να αντιμετωπίσει μόνος του ένα ολόκληρο διεφθαρμένο σύστημα και πράγματι, χάρη στις καταγγελίες του αποκαθίσταται στην παλιά του θέση αλλά δεν ικανοποιείται γιατί δεν τιμωρούνται οι υπεύθυνοι και ο ίδιος δεν θέλει να επιστρέψει επαίτης στην δουλειά που τιμούσε επί εικοσιπέντε χρόνια. Και ζητάει όλο και περισσότερα έγγραφα.

Η παρουσία του αναστατώνει το ζευγάρι, που από τις παρατεταμένες σιωπές βρίσκεται κοντά «στην επικίνδυνη περιοχή της αλήθειας» και κινδυνεύει να κατρακυλήσει στην επιθετικότητα. Δυσπιστία για τον άγνωστο, συμπόνια για την θλιβερή κατάσταση, απροθυμία να την θυμούνται, «χαοτική ταλάντευση της σκέψης». Συχνά αποφεύγουν να κοιταχτούν στα μάτια, μιλάνε λίγο, λένε μόνο το αναγκαία. Κάποτε, και μόνο τα βράδια, κουλουριάζονται ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Και όσο ο χρόνος περνάει και η παραμορφωμένη μορφή του επισκέπτη εμφανίζεται στο ματάκι της πόρτας, για να συνεχίσει τις επισκευές του ή να εντοπίσει κάτι άλλο που πρέπει να επιδιορθωθεί, τους εξομολογείται ακόμα πιο προσωπικές οικογενειακές ιστορίες, ζητώντας να φτάσει ακόμα πιο ψηλά στα δικαστήρια της χώρας.

Η Συνθετική βιογραφία αποτελεί μια αντιπροσωπευτική τοιχογραφία προσώπων που ζουν στο καθεστώς Τσαουσέσκου και προσκολλούνται «στα ιδανικά της επανάστασης» με κάθε τρόπο και αντίφαση. Υποβάλλουν κάρτα προσωπικών δεδομένων στην αρμόδια υπηρεσία, συμμετέχουν σε Ινστιτούτα Μελλοντολογίας μιλώντας πάντα για το μέλλον αλλά ποτέ για το παρόν, επιστήμονες και μη που βυθίζονται σε προγράμματα και μελέτες, πνεύματα παραγεμισμένα από κάθε είδους τεχνικά, επιστημονικά και στατιστικά εγχειρίδια, ενώ όλοι χρησιμοποιούν διαρκώς και για τα πάντα την φράση «ολόπλευρα ανεπτυγμένος». Το πακέτο τσιγάρων Κεντ περιβάλλεται με εξαιρετική αίγλη, καθώς συμβολίζει τόσο την άνεση της Δύσης όσο και μια στιγμή ανακούφισης κλεμμένης από το σύστημα. Όσοι είναι περισσότερο βολεμένοι σπεύδουν να το εκμεταλλευτούν, κάνοντας τις ανάλογες εξυπηρετήσεις στου άλλους, καθώς «καθένας μπορεί να πάρει την κάτω βόλτα από τη μια μέρα στην άλλη. Άντε να ξέρεις πού θα βρίσκεσαι αύριο». Και πράγματι, σειρά συντρόφων βρίσκονται συχνά από την εύνοια στην δυσμένεια και αντίστροφα. Το ζήτημα δεν είναι προσωπικό. Δεν είναι οι άνθρωποι που μετράνε, αλλά οι αρχές. Εδώ οι συναισθηματισμοί δεν έχουν θέση. Δεν πρόκειται για εξηγήσεις ή για μεταμέλειες. Πρόκειται για τη σταθερότητα, για τη γραμμή καθοδήγησης, αυτό είναι όλο. [σ. 129]

Κατά μια μεγάλη ειρωνεία, σε μια μεγάλη συνέλευση μελών του Κόμματος προβάλλεται μια ταινία για την οικονομική και ηθική κρίση στην Γερμανία του ’20: εξαθλίωση, αστυνομία, παρακολούθηση, προοδευτική αύξηση της δυσαρέσκειας… Οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να συμπληρώνουν δελτία για την ζωή τους, την οικογένειά τους, τα πάντα, οι κυρώσεις που επιβάλλονται στο χιούμορ και την τέχνη αυξάνονται, η αμφιβολία και η ειρωνεία εξοστρακίζονται, η τρομοκρατία της σάλπιγγας και της πανηγυρικής ομοφωνίας επιβάλλεται, οι επιστήμονες, οι καλλιτέχνες, οι θεωρητικοί κυνηγιούνται… Πόσοι θα καταλάβουν ότι αυτό που βλέπουν περιγράφει και την δική τους κοινωνία; Και πόσοι από αυτούς δεν θα σπεύσουν να βυθίσουν την σκέψη τους βαθιά μέσα τους;

Πίσω στην ιδιωτικότητα των διαμερισμάτων, Το αδιάβροχο, αποδίδει την εφιαλτική καχυποψία που δημιουργείται ανάμεσα στις κοινωνικές σχέσεις αλλά και τους ίδιους τους συμβίους. Δυο φιλικά ζευγάρια που επισκέπτονται ένα τρίτο ζευγάρι, το οποίο που επιδεικνύει με έντονο τρόπο την ανώτατη κοινωνική του θέση, πληροφορούνται την επόμενη ημέρα πως ένα αδιάβροχο ξεχάστηκε στο σπίτι. Αλλά το αδιάβροχο δεν φαίνεται να ανήκει σε κανέναν από τους τέσσερις και δημιουργεί σταδιακά απορία, φόβο και τρόμο και στα τρία ζεύγη. Ποιος μπορεί να είναι ο ιδιοκτήτης του; Γνωρίζουν ήδη πως οι νέες κρατικές ανακρίσεις γίνονται σε ιδιωτικά σπίτια, με την σύμφωνη γνώμη των ενοίκων ή και χωρίς αυτήν, όταν λείπουν. Από την άλλη εξίσου πιθανή είναι η ύπαρξη ενός φευγαλέου εραστή της οικοδέσποινας, η οποία, μετά από συνεχή, επίμονα τηλέφωνα αναζήτησης μιας απάντησης, καταλήγει να το φοράει η ίδια – αποδοχή του ξένου στο σπίτι της, του ενδεχόμενου εραστή ή απλή επιθυμία να το ξεχάσει, όπως αγωνίζονται και οι άλλοι;

Έχουμε ήδη παρουσιάσει την εξαιρετική πρόζα του Νόρμαν Μανεά, τόσο σε δυο μυθιστορήματα Η επιστροφή του χούλιγκαν και Οκτώβρης, οχτώ το πρωί όσο και στην συλλογή δοκιμίων του ακριβώς για την κατάσταση της ολοκληρωτικής κοινωνίας, Περί γελωτοποιών. Ο δικτάτορας και ο καλλιτέχνης. Είναι μια πρόζα σπάνια, ιδιαίτερη και διεισδυτική, που μπορεί ταυτόχρονα να βουτάει στον ζόφο των ολοκληρωτικής κοινωνίας και να αναδύεται με έντονη λογοτεχνικότητα. Όσο περιγράφονται οι ζωές των ηρώων του, άλλο τόσο αποδίδεται ο απόηχος της ζωής έξω από τα παράθυρά τους: τα μελαγχολικά βροχερά απογεύματα, η βαρβαρότητα του δρόμου που πολιορκεί την φωλιά τους, το πυκνό σκοτάδι στις μεγάλες αρτηρίες της μητρόπολης, το νέο προεδρικό διάταγμα που περιορίζει στους δώδεκα βαθμούς την θέρμανση των διαμερισμάτων, ο συνωστισμός πλήθους ανθρώπων στις στάσεις των λεωφορείων, οι τσακωμοί τους ενός με τον με τον άλλον, μέχρι να εμφανιστεί το τέρας που οφείλει να τους πάει σπίτι τους, η επανάληψη του ίδιου απελπισμένου υβρεολογίου στις ουρές για το σαπούνι, το χαρτί υγείας, «μια χορωδία ταπείνωσης και οργής» ενός «λαού φυτών».

Η ζωή στην «κομμουνιστική» Ρουμανία διαποτίζει τους ήρωες ως το κόκαλο: οπλισμένες περίπολοι, κρυφές εκτρώσεις, προσωπικές νευρώσεις, πολύπλευρη ανία, η κακή ποιότητα του χαρτιού στο οποίο τυπώνονται όλο και λιγότερα βιβλία. Οι πολίτες έχουν διδαχτεί «τον φόβο και τον εγωισμό και ασφυκτιούν ο καθένας στη γωνιά του». Το ρεπερτόριο των φιλικών βραδινών συγκεντρώσεων είναι πάντα ίδιο – ο Μεγάλος Αρχηγός, οι ουρές για το ψωμί, ο ανύπαρκτος φωτισμός των δρόμων, τα ασανσέρ που μπλοκάρουν ξαφνικά, η μαύρη αγορά, η λογοκρισία της αλληλογραφίας, η παρακολούθηση των τηλεφώνων. Μέρες και νύχτες και χρόνια χαμένα στις συγκεντρώσεις και στις καμπάνιες του Κόμματος για έναν σκοπό … απραγματοποίητο. «Οι ήρωες αυτών των γιγάντιων μα μάταιων προσπαθειών, οι αφιερωμένοι σε μια παράλογη και χωρίς τέλος αποστολή, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι ήρωες».

Εκδ. Άγρα, 2003, μτφ. Αλόη Σιδέρη, σελ. 250 [Fericirea obligatorie]. Οι τέσσερις νουβέλες πρωτοεκδόθηκαν σε έναν τόμο στα γαλλικά με τίτλο Le bonheur obligatoire [1991] και η παρούσα έκδοση μεταφράστηκε από την γαλλική έκδοση με την σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα. Τα κείμενα γράφτηκαν από το 1981 έως το 1990.

Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες από την Ρουμανία της εποχής είναι του Andrei Pandele. Το δεύτερο έργο τέχνης είναι της Marie Muravski [The Room]. Για τα άλλα δυο δεν δεν εντοπίστηκε ο καλλιτέχνης.

19
Μάι.
20

Ηρακλής Παπαϊωάννου – Η χώρα του Marlboro και η χλιαρή άγρια Δύση

Η Marlboro δεν είναι η μόνη εταιρική φίρμα που έχει εκδηλώσει εμμονή στην φυσιολατρία. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι γιατί μια κολοσσιαία πολυεθνική εταιρεία όπως η Philip Morris, ενώ μπορεί να οικοδομήσει για το προϊόν της ένα σύγχρονο προφίλ μέσα από μια νεανική εκδοχή lifestyle εξακολουθεί μια γραμμή συντηρητική και φαινομενικά παθητική. Στο παρόν δοκίμιο ο συγγραφέας θα προσπαθήσει να απαντήσει στο ερώτημα ερμηνεύοντας ιστορικά, ιδεολογικά και αισθητικά την μακροβιότερη και πιο επιτυχημένη διαφημιστική εκστρατεία. Σε αυτό το δύσκολο στοίχημα εκκινεί με μια αναδρομή στην ιστορία του τοπίου, της Άγριας Δύσης, του ουέστερν, της ιστορίας της φωτογραφίας και της φωτογραφίας τοπίου, ώστε να δίνουν ευδιάκριτα, όπως γράφει, τα θεμέλια στα οποία οικοδομήθηκε η εκστρατεία.

Ενώ στην Ευρώπη ο αισθητικός διάλογος για το τοπίο είχε ξεκινήσει από την αναγέννηση, στον Νέο Κόσμο μόλις στο τέλος του 18ου αιώνα άρχισε να αναπτύσσεται μια διακριτή ιδεολογία στην αντίληψη του χώρου, η οποία, κατά τον Leo Marx, γνώρισε τρεις διαφορετικές εκδοχές: την ωφελιμιστική, που έβλεπε την φύση σαν λευκό χάρτη, ένα απόθεμα ανεκμετάλλευτων πόρων κι έναν αποικίσιμο αγριότοπο· την πριμιτιβιστική, που ταύτιζε την φύση με την ελευθερία και την πνευματική ζωή· και την βουκολική, που αντιμετώπισε τον Νέο Κόσμο ως ευκαιρία υλοποίησης του αρχαίου ονείρου για την επίτευξη αρμονίας ανάμεσα στην ανθρωπότητα με την φύση. Η Αμερική φάνταζε σαν Κήπος της Εδέμ και περιγραφόταν ως καταφύγιο από την αγχώδη ευρωπαϊκή ζωή αλλά και ως τόπος ατομικής και πολιτικής ανεξαρτησίας καθώς και οικονομικής ευημερίας και πνευματικής ολοκλήρωσης. Τελικά, όμως, η αμερικανική ιδεολογία που κυριάρχησε από τον 19ο αιώνα ήταν η ωφελιμιστική εκδοχή: η μετατροπή της γης σε χρηστικό αγαθό, η ανέγγιχτη γη ως ένας λευκός κάναβος όπου μπορούν να εγγραφεί η πρόοδος. Το αχανές της χώρας και η «κενότητά» της (που διεκδικήθηκε με την αιματηρή εξόντωση των αυτοχθόνων) την έκαναν να μοιάζει με προφητεία που είχε φτάσει η ώρα να εκπληρωθεί.

Η φωτογραφία λειτούργησε ως βασικό μέσο εξοικείωσης των ανθρώπων με το τοπίο της άγνωστης ενδοχώρας και της Άγριας Δύσης. Οι καρποί των φωτογραφικών αποστολών μαρτυρούσαν τόπους μεγαλειώδεις, ορίζοντες εκτεταμένους, αισθήσεις αρχέγονης ηρεμίας και πνευματικότητας. Μια σειρά φωτογράφων κατοχύρωσε το αμερικανικό τοπίο ως ανυπέρβλητο φυσικό μνημείο ενός νεοϊδρυθέντος πολιτισμού, που δεν είχε να παρουσιάσει μνημεία αντίστοιχα με τα ευρωπαϊκά. Το υψηλό αναζητούνταν πλέον οπουδήποτε η φύση παρέμενε άγρια και ανέγγιχτη. Ο John Muir και ο Henry David Thoreau κήρυτταν ότι «διατήρηση του κόσμου βρίσκεται στην άγρια ερημία» (wilderness). Όμως οι φωτογράφοι των αποστολών συνέπρατταν ασυνείδητα στην διαμόρφωση μιας οξύμωρης συνθήκης: καταγράφοντας την μεγαλοπρέπεια της φύσης σε έντεχνα ντοκουμέντα, τα προσέφεραν την ίδια στιγμή ως δόλωμα στους μελλοντικούς αποίκους. Το έργο τους «διαφήμιζε» το τοπίο. Με την βοήθεια της φωτογραφίας και του τοπίου η Αμερική κατασκεύασε για τον εαυτό της το παρελθόν που φαινόταν να έχει ανάγκη, αυτό της αχανούς, παρθενικής, έρημης χώρας της αφθονίας.

Ο έλεγχος και η εκμετάλλευση αυτής της φύσης ήταν η μεγάλη πρόκληση του νέου Αμερικανού πολίτη, του φρέσκου μετανάστη. Η κατάκτηση της Δύσης υπήρξε ιστορικό σταυροδρόμι για την ιδεολογική φυσιογνωμία της Αμερικής, καθώς ταυτίστηκε με το αμερικανικό μεγαλείο και την θεϊκή του αποστολή. Τα πρώτα κείμενα που γράφτηκα για την Δύση, εκτός από τις ταξιδιωτικές ιστορίες, ήταν «αφηγήματα αιχμαλωσίας», βασισμένα σε πραγματικές ιστορίες αιχμαλωσίας λευκών από Ινδιάνους. Σταδιακά η Δύση άρχισε να μοιάζει με εκρηκτικό μείγμα πραγματικών και φανταστικών κινδύνων που έδωσαν πλούσια τροφή σε μυθιστορήματα και βιογραφίες ιστορικών προσώπων όπως ο Buffalo Bill, ήρωας πολλών μυθιστορημάτων, ανιχνευτής του στρατού και καβαλάρης του ταχυδρομικού Pony Express.

Η εικόνα του μοναχικού, ανθεκτικού ιππέα που με μόνη συντροφιά του άλογό του διέσχιζε τα γεμάτα κινδύνους μονοπάτια της Δύσης έγινε διακριτό στοιχείο της μυθολογίας της και βρήκε την ιδανική της έκφραση στο ουέστερν. Μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ο κάουμπόυ ήταν ο ατρόμητος ιππότης που κινούνταν στην κόψη μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας και φυσικού και κοινωνικού νόμου, ενώ βρισκόταν αντιμέτωπος με μια φύση συχνά εχθρική. Οι Ινδιάνοι εμφανίζονταν  ως άγριοι και αιμοδιψείς. Ο πολιτισμός και η γενοκτονία  τους απαλειφόταν σε μια εξόφθαλμη αντιστροφή της Ιστορίας που διευκόλυνε την επινόηση του ιδανικού «κακού» για την πλοκή του έργου, ενισχύοντας την φανταστική συνοχή της αμερικανικής κοινωνίας που είχε προκύψει από τεχνητή συγκόλληση ετερόκλιτων ομάδων μεταναστών. [σ. 48]

Ο φωτογράφος Ansel Adams έφερε το τοπίο της Δύσης στο σπίτι του μέσου Αμερικανού μέσα από μια μικρή βιομηχανία λευκωμάτων, εκδόσεων, ημερολογίων και αφισών, ενώ ο Edward Weston ξεκίνησε μια σημαντική τάση στην αμερικανική φωτογραφία τοπίου, τον αφαιρετικό φορμαλισμό, όπου η φόρμα επιβάλλεται στην εικόνα ως δυναμικός συνδυασμός γραμμών, τόνων, επιφανειών, ξεφεύγοντας από τα κλαστικά πρότυπα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο Philip Hyde, βασικός φωτογράφος του Sierra Club, φωτογράφιζε με απώτερο στόχο την αφύπνιση του κοινού στην προστασία της φύσης και οι φωτογραφίες του χρησιμοποιούνταν ως ζωτικά εργαλεία σε νομικές μάχες με στόχο την προστασία περιοχών ιδιαίτερου φυσικού κάλλος, καθώς και σημαντικών οικοσυστημάτων.

Σε μια άλλη εξέλιξη, η αφαιρετικότητα και ο φορμαλισμός παραχώρησαν την θέση τους στην περιγραφή της τεχνολογίας και της κατανάλωσης στα σωθικά της φύσης: διαφημίσεις, αυτοκινητόδρομοι, συρματοπλέγματα, σκουπιδότοποι κλπ.· αυτή η τάση δημιούργησε μια διαλεκτική λιγότερο ιδεαλιστική και περισσότερο ρεαλιστική στην αντιμετώπιση του τοπίου. Στην δεκαετία του ’70 η νεότερη γενιά φωτογράφων εδραίωσε αυτή την τάση φωτογραφίζοντας ένα τοπίο απομυθοποιημένο και κοινότοπο, γεμάτο συγκροτήματα κατοικιών και πεδία στρατιωτικών βολών, ενώ την επόμενη δεκαετία διακρίνονται στο βάθος τα πυρηνικά εργοστάσια. Το περιβάλλον πλέον δύσκολα μπορεί να περιγραφεί ως φυσικό, καθώς οι ανθρώπινες επεμβάσεις ανιχνεύονται παντού.

Από το διάστημα του μεσοπολέμου όμως η Άγρια Δύση, που εξημερωνόταν με ραγδαίους ρυθμούς, είχε αρχίσει να αντικαθίσταται από τον εικονογραφικό της μύθο. Η εικόνα του τοπίου της έγινε το σήμα κατατεθέν του Νέου Κόσμου και πάνω σ’ αυτόν τον μύθο και στο ιδεολογικό και αισθητικό του πλαίσιο οικοδομήθηκε η εκστρατεία του Marlboro. Η αρχική της μορφή επηρεάστηκε από μια ιστορία δημοσιευμένη στο περιοδικό Life· ήταν η ιστορία ενός επιστάτη σε κάποιο ράντσο του Τέξας, που ηλιοκαμένος και αξύριστος φωτογραφιζόταν με βλέμμα που χάνεται στο βάθος. Η πρώτη διαφήμιση του τσιγάρου υπήρξε μια από τις πιο θεματικές στροφές στην διαφημιστική πορεία ενός προϊόντος: από την σικ θηλυκότητα στην τραχιά αρρενωπότητα. Και το πιο αρρενωπό σύμβολο της συντηρητικής μεταπολεμικής Αμερικής ήταν ο καουμπόυ, ο οποίος μάλιστα προτού αρχίσει να πλανιέται στα μονοπάτια της Άγριας Δύσης πόζαρε στη μέση μιας λεωφόρου, σε ένα άδειο στάδιο μπέιζμπολ, περπατούσε σ έρημους δρόμους ή άναβε τσιγάρο σε μια ταράτσα πάνω από το νυχτερινό Μανχάταν.

Σύντομα συντελείται η έξοδος από τον αστικό χώρο και τοποθετείται οριστικά στη μυθική χώρα του Marlboro. Έτσι σηματοδοτείται και η μετάβαση από την κυριαρχία της μορφής στην σκηνογραφία του ανοιχτού χώρου. Ο παναμερικανικός ήρωας είναι πάντα άντρας, όχι πολύ νέος ούτε πολύ μεγάλος και μοιάζει σμιλεμένος από τις δοκιμασίες. Η μυθολογία της αμερικανικής Δύσης οριοθετείται ως αντρική υπόθεση, επιφυλάσσοντας προνομιακή θέση στον πιονέρο, αγρότη, πολεμιστή των Ινδιάνων, φύλακα των συνόρων, δαμαστή της φύσης, ενώ διαθέτει αγγλοσαξονικά χαρακτηριστικά αλλά και εκπληρώνει το αρχικό αταξικό όραμα της αμερικανικής κοινωνίας. Δεν οπλοφορεί αφού πλέον δεν απειλείται από κανέναν: οι Ινδιάνοι έχουν εξολοθρευτεί. Απερίσπαστος από οποιαδήποτε άγρια απειλή, κινείται προς τα εμπρός, σε μια συμβολική κίνησης φυγής από τον πολιτισμό στην φύση.

Και η Αρκαδία συναντά την Ουτοπία. Αν η πρώτη φάση της εκστρατείας προσηλώθηκε στην ελλειπτική περιγραφή της ζωής του καουμπόυ, με το τοπίο να αποτελεί απλώς το φόντο της, σε μια θεματική στροφή από την δεκαετία του ’70 περίπου και μετά, κυρίαρχο θέμα γίνεται πλέον το ίδιο το φυσικό τοπίο και ξαναβρίσκουμε έτσι το ιδανικό του ελεύθερου, ημιαδάμαστου φυσικού χώρου, του «ενδιάμεσου τοπίου» που αποτελεί συστατικό στοιχείο του αμερικανικού ονείρου. Οι σχετικές φωτογραφίες συνθέτουν μια ουτοπική θεώρηση του αρκαδικού οράματος για μια ισορροπία ανάμεσα στην ερημιά και στον πολιτισμό. Από αυτή την πλευρά αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι τα μεγάλα εργοστάσια του Marlboro και τα επιτελεία της Philip Morris εδρεύουν στην Πολιτεία Βιρτζίνια, που ονομάστηκε έτσι για να υποδηλώσει μια γη που διατηρούσε ακόμα την παρθενική της αγνότητα…

Πώς συνέβη η πτώση του Marlboro Man; Ήδη από το 1967 ένα άρθρο στο Reader’s Digest συνέδεε ευθέως το τσιγάρο με τον καρκίνο του πνεύμονα. To 1971 απαγορεύτηκαν οι διαφημίσεις τσιγάρων στην αμερικανική τηλεόραση και το ραδιόφωνο κι έτσι ο καουμπόυ βυθίστηκε στην υπαινικτική σιωπή της φωτογραφίας.  Το 2006 οι περιοριστικές διατάξεις για την διαφήμιση των τσιγάρων στην Αμερική επεκτάθηκαν και στις αφίσες. Καθώς όμως οι περιορισμοί δεν ισχύουν σε πολλές από τις δεκάδες χώρες όπου κυκλοφορεί το προϊόν, ο Marlboro Man συνεχίζει απτόητος την ένδοξη καριέρα του σε νέα λιβάδια, όπου τον καλούν η γεωστρατηγική επιρροή της Αμερικής και το μάρκετινγκ της εταιρείας. Άλλωστε φέρει μαζί του ιδεολογίες τριών αιώνων…

Ο συγγραφέας φέρνει για άλλη μια φορά εις πέρας (έχουμε ήδη παρουσιάσει το βιβλίο του «Η φωτογραφία του ελληνικού τοπίου. Μεταξύ μύθου και ιδεολογίας» εδώ) την δύσκολη δοκιμασία συγγραφής ενός δοκιμίου που δεν περιορίζεται μόνο στην ενδελεχή ανάλυση ενός φωτογραφικού συνόλου αλλά επεκτείνεται ως τα βάθη των καταβολών του, παρουσιάζοντας το πλήρες ιστορικό, κοινωνικό και ιδεολογικό του υπόβαθρο.

Εκδ. Άγρα, 2009, σ. 152 με γυαλιστερό φύλλο. Περιλαμβάνονται τετρασέλιδη βιβλιογραφία και 21 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τραβηγμένες στην πόλη ή στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, με δυο εξαιρέσεις.

Στις εικόνες: φωτογραφία του Timothy O’ Sullivan, Henry David Thoreau, John Muir, φωτογραφία του Ansel Adams [Taos pueblo, New Mexico], φωτογραφία του Sierra Club, Carleton Williams.

Δημοσίευση και στο mic.gr/Βιβλιοπανδοχείο αρ. 235, εδώ.

17
Μάι.
20

Γιάννης Πάσχος – Οι μαγικές ιστορίες του Δον Ντομίνγκο

Τα πιθανά απίθανα

Ένας άνθρωπος ονόματι Δήμος, αγνώστων λοιπών στοιχείων, εκκεντρικός και περιφερόμενος, συνήθιζε να δωρίζει ιστορίες από όσα είδε και έζησε σ’ έναν κόσμο που ελάχιστοι είδαν κι έζησαν. Χρησιμοποιώντας ένα από τα ονόματά του, το Δον Ντομίνγκο, άφησε, λίγο πριν εξαφανιστεί, είκοσι και μία μαγικές ιστορίες, αδιανόητες και ζηλευτές, «παράλογες» και πιθανές. Τι έχει λοιπόν να διηγηθεί ο Δον Ντομίνγκο; Μικρός με τον πατέρα του στη Νέα Υόρκη συνήθιζε να ξυπνάει νωρίς για να έχουν το φως, και τα πρωινά αρώματα δικά τους αλλά και να βρίσκουν τους ανθρώπους πιο ανθρώπινους. Εκείνος τα μεσημέρια φωτογράφιζε χέρια και πόδια και τα απογεύματα κεφάλια αναμαλλιασμένα και δακρυσμένα, κάτω από γέφυρες ή στα ρείθρα των πεζοδρομίων. Τα βράδια ακολουθώντας τον ποταμό Χάντσον έφταναν ως τις ακτές του Ατλαντικού για να αναπνεύσουν καθαρό αέρα. Θύμα αγιάτρευτης μαγείας ήταν ο πατέρας μου, κι εγώ πεδίο νοσταλγίας των παιδικών του χρόνων. 

Ίσως έτσι εξηγείται που τον τυλίγει με την χλόη του Σέντραλ Παρκ ή περπατάει με άνεση στα κύματα, με την διαβεβαίωση πως δεν τον βλέπει κανείς, παρά μόνο το παιδί του, ακριβώς γιατί είναι παιδί του και το αγαπάει πολύ. Κι έτσι ταξιδεύουν παντού μαζί, ακόμα κι όταν πολεμούσε με τους Ρώσους αναρχικούς ή πίσω στις ΗΠΑ όταν αναζητούσαν καταφύγιο στους αμμόλοφους της ερήμου Σονόρα. Και καθώς η κάθε ιστορία σκηνοθετεί τουλάχιστον μια διαδραματιζόμενη μπροστά στα μάτια μας μέγιστη κινηματογραφική σκηνή, εδώ είναι το στήσιμο μιας μεγάλης οθόνης καταμεσής της ερήμου, ο ερχομός της πεθαμένης μητέρας, η συνύπαρξη των τριών για πρώτη φορά, η προειδοποίηση πως όλα θα εξαφανιστούν εάν… («Παιδικά χρόνια, πένθη και αυταπάτες»).

Ο Δον Ντομίνγκο δεν μαθαίνει γράμματα όπως οι άλλοι, παρά καταπίνει αισθήματα και εικόνες, που διαλύονται μέσα του και γίνονται αίμα, μύες και όργανα. Στο τέλος το γνωρίζει καλά πια, πως δεν είναι μόνο άνθρωπος αλλά και μια άλλη εικόνα, αναγνωρίσιμη από κάποιον άλλο άνθρωπο, ζώο ή φυτό. Ό,τι κι αν είναι, δεν τον ενδιαφέρει, του φτάνει ότι τον παρατηρεί με ενδιαφέρον πραγματικό και τον σώζει όταν βρίσκεται στην καρποφορία του (Το αίμα της μηλιάς). Στα επτά θαύματα του κόσμου η Σόνια ντε Ρουέντις είναι η καλύτερη ανθοδέτις στην αγορά και προμηθεύει με λουλούδια τις διάφορες τελετές, «όλα αυτά δηλαδή τα κωμικοτραγικά που κάνουν οι άνθρωποι για να γιορτάσουν την ανία και τις τύψεις τους καθώς απομακρύνονται μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο από το όνειρο», όπως διατείνεται. Κοντά της ο αφηγητής πρωτακούει την μουσική του ονείρου και μαθαίνει να θυμάται ότι είναι η επιθυμία που το γεννά, όπως η γη τα λουλούδια, τα λουλούδια το άρωμα, κι ό άνθρωπος είναι το πιο μαγευτικό άρωμα ακόμα κι αν στάζει αίμα.

Ως «Ανιχνευτής αισθημάτων» βρίσκεται στο χειμωνιάτικο Μπουένος Άιρες με τόση νοσταλγία ώστε η καρδιά του ανιχνεύει και το παραμικρό συναίσθημα που διαχέεται στην ατμόσφαιρα. Ποτέ δεν είχε φανταστεί πόσα συναισθήματα, κάθε στιγμή και κάθε δευτερόλεπτο περνούν απαρατήρητα, αναζητώντας στόχο. Διαχέονται σαν ευθεία γραμμή, καμπυλώνονται σιγά σιγά και καρφώνονται σαν ακόντιο στο ευπαθές υπόστρωμα της αντικειμενικής, όπως συνηθίζεται να λέγεται, πραγματικότητας. Ο αφηγητής εντοπίζει εκατοντάδες παρόμοιες γραμμές αλλά μάταια επιχειρεί να αντιστοιχίσει, για παράδειγμα, την γαλάζια γραμμή της χαράς με ένα χαρούμενο πρόσωπο. Ένα απέραντο πλέγμα ακατοίκητων συναισθημάτων, παρόμοιο με αυτό των υπέρυθρων ακτινών που φυλάσσουν τα χρηματοκιβώτια στις αστυνομικές ταινίες, απλωνόταν παντού, με αποτέλεσμα σε κάθε βήμα, η καρδιά μου, ανιχνεύοντάς τα, να δονείται τόσο πολύ, που πήγαινε να σπάσει… Προσπαθώντας να διαφύγει από αυτό το πυκνό αναστατωτικό δίκτυο, έρπει και επιχειρεί ακροβατικές στάσεις σε σημείο που περαστικοί να μαζεύονται ενθουσιασμένοι, νομίζοντας πως πρόκειται για κάποιο ακροβατικό νούμερο. Τι θα συμβεί όταν αποφασίζει να αποδράσει από την μετριότητα των άκαρπων συναισθημάτων και επιχειρήσει να ανιχνεύει μονάχα τα συναισθήματα υψηλής ευαισθησίας όπως ο φλογερός έρωτας ή το απύθμενο μίσος;

Στην γοητεία του ορίζοντα μας εξομολογείται ότι ποτέ δεν έχει φιλήσει γυναίκα στα χείλη καθώς όταν πλησίαζε τα χείλη του στα χείλη της, σε αυτό το ασήμαντο κενό, «αναδυόταν ο πόθος, τα ακατοίκητα ναυάγια, οι εραστές της ζωής, όλα τα θαύματα του μυστικού κόσμου» κι αμέτρητες ακόμα σκέψεις. Στην τέχνη του παιχνιδιού συναντά τον Μίλτο Σαχτούρη κάθε απόγευμα για σκάκι στα βουνά της Πίνδου, ανεβαίνουν στην στρουθοκάμηλο Ιζαμπέλ με θέα τις ευρωπαϊκές οροσειρές, αναστατώνουν τον πραγματικό κόσμο και ζουν τα μύρια όσα. Στην χαμένη ευκαιρία των απογόνων της Βαβέλ γίνεται Ράφτης που πλέκει με τσιμέντο και άσφαλτο δέχεται παραγγελίες για ρούχα από γκρίζο τσιμέντο, τα οποία εμπλουτίζει με μεγάλες ποσότητες απογοήτευσης, συμβιβασμού και αδράνειας, αποτελεσματικά στις καινούργιες καιρικές συνθήκες και προφυλακτικά απέναντι σε ό,τι ο καθένας θεωρούσε εχθρικό.

Στην συντριβή δυο νέοι πηγαίνουν σε ένα μικρό, διώροφο ξενοδοχείο και σηκώνουν το δωμάτιο πάνω από την στέγη και η ερωτική τους βραδιά προσκαλεί απρόσμενους επισκέπτες και δημιουργεί αδιανόητα χρονικά και (παρα)λογικά άλματα. «Ο άλλος» λέει ότι όλα είναι ωραία, ενώ εσείς λέτε ότι όλα είναι άσχημα και θα συμφωνήσει μαζί μας γιατί θέλει να ζήσει. Κι έτσι συνυπάρχει με τον στενό του φίλο Κύκλωπα που δεν έχει κανέναν άλλον στον κόσμο για να τον βλέπει ολόκληρο. Άλλωστε ξέρει ότι, αν πεθάνει, εκείνος θα αρχίσει να γερνά, γιατί κανείς δεν θα του υπενθυμίζει τα νιάτα και την δύναμή του.

Στο Παρίσι γνωρίζει την βασίλισσα της θλίψη Ζινέτ, που διαθέτει την μοναδική ικανότητα να βλέπει σε όλα τα πράγματα μόνο τα άσχημα και αποθηκεύει με υπομονή και τάξη όλα τα υλικά που απαιτούνται για να υψώνει κάστρα και να ανοίγει τάφρους για να προστατευτεί από την πολιορκούσα χαρά της ζωής. Η ιδέα που συλλαμβάνει για να της αλλάξει αυτές τις διαθέσεις γίνεται «από δρόμους και μονοπάτια που είναι αφύλακτα ή που ο άλλος νομίζει ότι είναι καλά φυλαγμένα και ότι κανείς δεν θα τολμήσει να διαβεί» (Η ευτυχισμένη Ζινέτ). Στην ίδια πόλη ο δρόμος του τον φέρνει σε μια έκθεση του Χοκουσάι, που ζωγράφιζε ανθρώπους στο μεσοδιάστημα δυο κινήσεων, της ορατής και της αόρατης, της επίγειας και της ουράνιας, έσφαζε με λεπίδι τις αναπνοές των ζώντων, γινόταν μικρός και ασήμαντος και γλιστρούσε εντός τους». Τότε βλέπει τον καλλιτέχνη να αναπαύεται πάνω σε δυο νοητές, μαύρες γραμμές και να στερεώνει τον ίδιο με τέχνη κάπου στην οροφή του χώρου, να ταλαντεύονται «μέχρι να γεμίσει το λευκό χαρτί από τις σκιές των αδιόρατων κινήσεών τους», και μέχρι να αναγνωρίσει τον εαυτό του σ’ ένα έργο τέχνης (Προσωπογραφία).

Το σωτήριο φιλί της Αγίας Ηβάν Αγκοστίνι συνδέει το Λος Άντζελες με την Ζάμπορδα· στο πρώτο, ένα σαββατόβραδο, ο Πάνος Δειλινός συνάντησε τυχαία την Ηβάν Αγκοστίνι, χορεύτρια του μπουρλέσκ και πελάτισσά του στο εστιατόριο που εργαζόταν. Το απρόσμενο, δημόσιο φλογερό της φιλί τον μαρμάρωσε κι όταν συνήλθε αυτή είχε φύγει και δεν την είδε ποτέ ξανά. Η μορφή της ξεθώριασε στη μνήμη του, όλα όσα όμως ένιωσε από το φιλί της ήταν εκεί παρόντα λες και είχαν ριζώσει βαθιά μέσα του. Χρόνια αργότερα, σ’ ένα ατύχημα προς το μοναστήρι του Αγίου Νικάνορα στην Ζάμπορδα, ανάμεσα στις αλλεπάλληλες και, προς το τέλος, αποκρουστικές εικόνες που διαδέχονταν η μια την άλλη με τρομερή ταχύτητα στο μυαλό του, ξεχώρισε η μορφή της Ηβάν η οποία, ακούγοντας την παράκλησή του, γυμνή τράβηξε το σώμα του και το τύλιξε με το κορμί της.

Και οι ιστορίες δεν έχουν τελειωμό· για τον έρωτα που σπέρνει και την αγάπη που ανθίζει, για τον άνθρωπο που σε κάθε του επιλογή, συνήθως, πυροδοτεί πρώτα την επερχόμενη δυστυχία του ή για εκείνον που αισιοδοξεί μονολογώντας «Δεν ξεχνιέται εύκολα μια μεγάλη ήττα. Πάντα όμως, μου έρχεται στη σκέψη και παρηγοριέμαι η υπέροχη εκκίνησή μου». Όταν η γραφή καθίσταται αυτόματη και αυτόνομη, όταν η φαντασία οργιάζει και προσκαλεί ζωηρή, ενίοτε φαντασμαγορική εικονοπλασία, όταν το φανταστικό εναγκαλίζεται με το φαντασιακό, και ο υπερρεαλισμός με την ονειρογραφία, τότε προκύπτουν ιστορίες σαν κι αυτές που θα μπορούσαν να συνεχίζονται επ’ άπειρον, χωρίς να χάνουν το ενδιαφέρον τους. Εδώ μπορούν να συμβούν τα πάντα, δυνατά και αδύνατα, επειδή ούτε το πραγματικό είναι ολότελα λογικό ούτε το λογικό ολότελα πραγματικό, όπως διατείνεται ο Αλμπέρ Καμύ στην προσωπική του προμετωπίδα εδώ,

Εκδ. Περισπωμένη, Δεκέμβριος 2017, σελ. 105

Στις εικόνες έργα των: Jean-Michel Folon, Slava Fokk, Ernst Ludwig Kirchner, Francesco Clemente, Seiichi Hayashi, Katsushika Hokusai, Anton Smit.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

12
Μάι.
20

Νικήτας Σινιόσογλου – Λεωφόρος ΝΑΤΟ. Δοκιμή περιπλάνησης

Η δίπλευρη περιπλάνηση

Γέμισαν τα βιβλία των τελευταίων χρόνων με πλάνητες και περιπλανητές, με υμνητές των πόλεων των δικών μας και των εξωτερικών, που ταυτόχρονα γίνονται και ερευνητές μυστικών σημείων και ανείδωτων ιδιοτήτων μιας πολεοδομίας ή μιας φύσης που μας διαφεύγει. Ελάχιστοι όμως επιλέγουν ως πυρήνα της περιπλάνησής τους ένα σημείο χωρίς αισθητική, χωρίς παράδοση, χωρίς καν κάτι το ελκυστικό. Εξαίρεση των εξαιρέσεων, ο συγγραφέας βγαίνει στην λεωφόρο που αποτελεί τον μεγαλύτερο οδικό άξονα της Δυτικής Αττικής, την ταχεία αρτηρία μεταξύ Ασπρόπυργου και Ελευσίνας. Εδώ δεν ισχύει το ερώτημα «τι έχει να δει κανείς;». Κάθε περιπλάνηση περικλείει εντός της και απελευθερώνει την ίδια στιγμή μια δεύτερη περιπλάνηση, ψυχική, εσωτερική, απόλυτα προσωπική. Κι έχει πραγματικά ενδιαφέρον να δει κανείς πώς μεταγράφεται αυτή η δίπλευρη οδοιπορεία.

Τι συναντά κανείς λοιπόν στην λεωφόρο ΝΑΤΟ; Πρώτα νέες «θέσεις» -αυτός είναι ο πολεοδομικός όρος– με παράξενα ονόματα και αμφίβολη διάρκεια, που οδηγούν στην την σκέψη ότι τελικά είναι δύσκολο να βρει κανείς τις εσχατιές της Αθήνας, καθώς η πόλη δεν περικλείεται πουθενά και τα όρια της πόλης κινούνται ολοένα παραέξω. Η Αθήνα ζει τη σύγχυση της εσχατιάς της, η οποία συμπίπτει με την τελεσίδικη αποχύρωσή της. Όμως… τι είναι μια πόλη χωρίς τείχη και πύλες, δίχως οχυρώσεις; Άλλοτε η πύλη συμπίεζε τον οδοιπόρο προτού τον ελευθερώσει σαν έλασμα και τον ρίξει με ορμή στην οδοιπλανία, ενώ τα τείχη όριζαν ένα πολιτικό σχήμα σαν εκμαγείο. Σήμερα οι μόνες πύλες βρίσκονται στα αεροδρόμια και στα διόδια, εκτός αν θεωρήσουμε τέτοιες και τα θυροτηλέφωνα ή τις οθόνες…

Εκκρεμείς εργοστασιακές μονάδες και μολυσμένα βοσκοτόπια· υπαίθριοι ή κλειστοί αποθηκευτικοί χώροι· μάντρες αυτοκινήτων και υπερφυών ανταλλακτικών· ημιτελείς κατασκευές και χαλάσματα κάθε είδους, προκατασκευασμένα σπίτια και περιφράξεις. Καφετέριες και καντίνες με μουσαμάδες, πλαστικά διαφημιστικά σταντ και συνθετικούς χλοοτάπητες στραβοκομμένους με κοπίδι. Παράδρομοι που εξαχνώνονται σε σημεία εκτός σχεδίου, αυτοσχέδια χαραγμένοι, χωρίς πεζοδρόμια, χωρίς τεχνική ονομασία, μέχρι κι ένα απόκρυφο βοσκοτόπι. Μιζεριασμένες ελιές, πυλώνες της ΔΕΗ, μάντρες και βιοτεχνίες, ακόμα και μια εκκλησία νάνος και δη ρωσικού ρυθμού, η πλέον «απρόβλεπτη» εικόνα. Σύγχρονα χαλάσματα που δεν κουβαλούν κανένα συμβολισμό, μόνο χάσκουν δύσμορφα. Αυτά τα ερείπια δεν θα γοητεύσουν κανέναν περιπατητή, όπως συνέβαινε με τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της αρχαίας ομορφιάς.

Αυτός ο τόπος είναι άπλαστος, γράφει ο συγγραφέας, κι ο φλανέρ απάνω του ένα ξένο σώμα. Δεν μένει παρά ν’ αρχίσει να κάνει τις δικές του εγγραφές σε κάθε βήμα, ακόμα και να αποτολμά αυθαίρετες προεκτάσεις ή διαχρονικές παραβολές: Τα φορτηγά που περνούν με θόρυβο από την Λεωφόρο ΝΑΤΟ καταλήγουν σε τόπους όπου ξεστράτιζαν τα πιο ατίθασα μέλη της πομπής των Ελευσίνιων μυστηρίων, ενώ η άσφαλτος πάλι μοιάζει να έχει μια ιδιάζουσα πλαστικότητα που απελευθερώνει στοιχεία κρατημένα από τα πιο σιβυλλικά φορτία. Ή να επιστρέφει στην παρατηρητικότητα ενός μικρού παιδιού: ο ογκώδης κάδος μιας μπετονιέρας άτσαλα βαμμένος μπεζ με ζωηρές γαλάζιες λωρίδες του θυμίζει την παιδική του επιθυμία να γίνει οδηγός μπετονιέρας, περιοριζόμενος τότε αναγκαστικά στις μικρές πλαστικές απομιμήσεις (είμαστε λοιπόν τόσοι πολλοί;). Και βέβαια να συνταιριάζει τις περιφερειακές σκέψεις του με την ενήλικη πια ματιά: η συνειδητοποίηση πως η μπετονιέρα είναι συναρπαστική επειδή το σκυρόδεμα δεν αποθηκεύεται σαν τα άλλα δομικά υλικά, αλλά καθώς βρίσκεται διαρκώς σε ρευστή κατάσταση απαιτεί ακριβώς έναν τέτοιο άοκνο κύλινδρο.

Και άλλες εικόνες αποτελούν αφορμή για μια επιστροφή στο προσωπικό του παρελθόν. Ο άνθρωπος της Michelin, για παράδειγμα, του πρωτοεμφανίστηκε στο πίσω κάθισμα μιας ολόμαυρης Giulietta του 1973, σαν ένα αέρινο φάντασμα, τώρα δεν είναι ο αυθεντικός δηλαδή μια λαστιχένια κόπια από εκείνες που χορηγεί η πολυεθνική στα βουλκανιζατέρ αλλά κάποιος που του μοιάζει, ζωγραφισμένος και κομμένος με το χέρι, ίσα για να ξεγελά τους οδηγούς. Κι αν σκεφτεί κανείς ότι ο Αντρέ Μισελέν συνέλαβε την ιδέα του λογότυπου της εταιρείας βλέποντας μια στοίβα με ελαστικά σε μια έκθεση το 1894, τότε «υπάρχουν, φαίνεται, τρόποι να ξαναζεί κανείς τις πιο φευγαλέες στιγμές, και ίσως ενδοξότερα από τις πρωτότυπες».

Σ’ ένα νεκροταφείο λυόμενων οικίσκων και τροχόσπιτων (ορισμένα με πινακίδες από χώρες που δεν υπάρχουν πια) ο συγγραφέας εύχεται να επιταχυνθεί η διάλυση της χαμερπούς ύλης τους. Ισχύει άραγε εδώ η σκέψη του Σπινόζα πως καθετί στον κόσμο επιδιώκει την παράταση της ύπαρξής του; Στα νεκροταφεία αυτοκινήτων και σκαφών η φθορά ακολουθεί πάντως τροχιά αντίθετη από κείνη που παρατηρείς σ’ εκείνα των ανθρώπων, όπου η ζωή συνεχίζεται χάρις στο νοιάξιμο των επισκεπτών και στη θύμηση που νοτίζουν καθημερινά το παν. Κάπου εδώ γύρω ο ήρωας Θριάσιος θα κάνει ξέπνοος το πέρασμά του σε κάποια θερινή πολιτιστική εκδήλωση από την μνήμη των ηθοποιών για μια βραδιά. Καμιά παράδοση δεν αναπνέει εδώ. Ολόγυμνη η Λεωφόρος από παρελθόν και ιστορία, αρνείται θα θησαυρίσει κάτι που ν’ αξίζει. Εδώ η γη δεν γεωργείται, ούτε αρδεύεται η μνήμη.Αν κάτι χαρακτηρίζει αυτή την γη είναι το ανεπανόρθωτο πότισμα από λύματα δεκαετιών.

… χαμένος σ’ ένα κομμάτι αναπάντεχα στιβαρού πεζοδρομίου της Λεωφόρου ΝΑΤΟ, εύρημα ανέλπιστο αλλά μάταιο· γιατί δυο βήματα πιο κάτω ρημαγμένες πλάκες λοξεύουν σαν μισοβγαλμένα λέπια, ανάκατες με χόρτα και σκατά σκύλων, χωρίς ποτέ να έχουν ρουφήξει αγάπη, μόχθο ή μια ανθρώπινη ματιά παρά μόνο κραδασμούς από πόδια και τροχούς που επείγονται να φύγουν από δω… [σ. 62]

Κι αν κανείς αναρωτιέται αν σε όλα αυτά υπάρχει πολιτική διάσταση, ας σκεφτεί ότι η διάνοιξη λεωφόρων θεωρήθηκε άψογο μέσο καταστολής των μαζών και αποτροπής των οδομαχιών. Άλλωστε τι είναι ένας αντάρτης χωρίς την κόγχη του; H περίπτωση του Παρισιού είναι ενδεικτική. Ο Walter Benjamin παρατήρησε ότι απώτερος σκοπός της τεχνητής ένωσης των μικρών πόλεων που είχαν αναπτυχθεί οργανικά μες στον χρόνο δεν ήταν μόνο η αποτροπή των οδομαχιών όσο η κατασκευή ενός νέου προλεταριάτου, απολύτως εξαρτημένου από το κράτος. Ιδού λοιπόν μια πολεοδομική ευγονική που όμως ενέπνεε και την ανησυχία για το ενδεχόμενο συσπείρωσης της ευερέθιστης μάζας των εργατών. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι αυλές ισοπεδώθηκαν προς όφελος του δημόσιου χώρου που προορίζεται για όλους και για κανέναν. Γιατί και από αισθητική άποψη οι λεωφόροι είναι ξερές ευθείες που ενώνουν απομακρυσμένες γειτονιές αμβλύνοντας την ιδιαίτερη φυσιογνωμία τους. Και τελικά φωτίζουν τις πόλεις ή τις στραγγίζουν από ψυχικές διακυμάνσεις και ζωή;

Όμως οι ιδεαλιστές της πολεοδομικής και της νομικής επιστήμης συμφωνούν πως η κοινόχρηστη οδός οφείλει να είναι κάτι παραπάνω από ένας τεχνητά διαμορφωμένος χώρος που συνδέει τοποθεσίες· μπορεί να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της κοινωνικής συνείδησης, να ευνοεί την απροσδόκητη γειτνίαση με άλλους πολίτες και να συντηρεί την αίσθηση του ανήκειν και του συνανήκειν. Την ίδια στιγμή ξεπροβάλλει η αντίθεση που πιθανώς οδηγεί σε κάποια ισορροπία: ο περιπατητής διατηρεί το δικαίωμά του να παραμείνει ανώνυμος και να κινείται ως ξένος μέσα σε οποιοδήποτε πλήθος. Καταγράφεται μάλιστα εδώ μια δικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου όπου αναφέρεται «το δικαίωμα να είσαι αποσυνάγωγος» (the right to be an outsider)! Και προσπαθώ ο ίδιος να θυμηθώ μια σχετική αναφορά σε σκεπτικό απόφασης όταν ακόμα υπήρχε το ποινικό αδίκημα της αλητείας στο άρθρο 408 του Ποινικού Κώδικα, για το οποίο είχα την αγαστή τύχη ως δικηγόρος τότε να παρακολουθήσω δυο σχετικές δίκες, προτού καταργηθεί, το 1994.

Εκεί που ταυτιζόμαστε άμεσα με τον συγγραφέα είναι η κατά την περιπλάνηση αναζήτηση μιας αφορμής ικανής να τονώσει την παρουσία του, κάτι να τον συνδέσει με τον τόπο ή τους ανθρώπους. Αλλά τίποτα, τα ερεθίσματα θα αντληθούν ξανά από μέσα του. Στην θέα των κοντέινερ «που αποκρύβουν ό,τι διασώζουν» συλλογίζεται: Πιεσμένος ανάμεσα στα κοντέινερ και στη μάντρα, βλέπω αλλιώς, επιτέλους, τα περασμένα λόγια των εραστών όλων. Στην ώρα τους είναι το πιο διάφανο πράγμα στον κόσμο· με τον καιρό αποδεικνύονται άξια μόνο για την ασφυξία. Κρημνίζονται μέσα μας κι ούτε η μνήμη δεν τα βρίσκει. [σ. 60]

Αυτός ο συνειρμικός συρμός αλλεπάλληλων σκέψεων που εκκινούν από εικόνες και δίνουν ζωή σε άλλες εικόνες, αποτελεί ένα ιδιαίτερο στοχαστικό ημερολόγιο περιπλάνησης όπου καταγράφονται τα πάντα: αποστροφές συγγραφέων (από τον Μιχαήλ Μητσάκη και τον Edmont About μέχρι τον Oswald Spengler και τους στοχαστές της περιπλάνησης, όπως ο Georg Simmel), φιλοσοφημένες ή αυθόρμητες σκέψεις (για την όραση του ανθρώπου που ατρόφησε στις πόλεις ή την φύση της ηδονής και της ανηδονίας), εικονοπλαστικές παράγραφοι, προβληματισμοί για την αισθητική εμπειρία, απολύτως προσωπικές συνδέσεις. Δοκίμιο και δοκιμή σε 102 κομμάτια αυτόνομων στοχασμών, κειμενική φωτογράφηση ενός «ασύντακτου» δρόμου, περίπατος φιλοσοφίας σε θλιβερό τοπίο, ό,τι και να είναι αυτό το βιβλίο εκπλήσσει με το γεγονός ότι συνομιλεί με τόσους τρόπους με το τοπίο. Γιατί όσο κι αν «είναι ο πλάνης που μετατρέπει με την ματιά του την φύση σε τοπίο», απαιτείται μια τέτοια εμβάθυνση σε πλείστες ψυχικές, λογοτεχνικές και άλλες προεκτάσεις για να το κάνει τόσο ενδιαφέρον. Θα μπορούσε να συνεχίζεται για δεκάδες άλλες σελίδες και να κρύβει διαρκώς εκπλήξεις. Και θα ήταν πραγματικά συναρπαστικό να εκδοθεί κάποια στιγμή ένα μεγάλο συλλογικό εγχείρημα κειμενικών περιπλανήσεων σε όλους αυτούς τους αντιαισθητικούς αστικούς τόπους, που θα τους δούμε, πλέον, και με άλλη ματιά.

Εκδ. Κίχλη, 2020, σελ. 95 με τρεις σελίδες βιβλιογραφικών αναφορών και (εκτός σελιδαρίθμησης) τριάντα μαυρόασπρες φωτογραφίες.

Στις εικόνες: φωτογραφίες του συγγραφέα από το βιβλίο.

Δημοσίευση και στο Mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο αρ. 234, με τίτλο The wanderer, ως ταιριαστό με το τραγούδι του Jackie Leven.

28
Απρ.
20

Mathias Enard – Πυξίδα

Τι σημαίνει σήμερα Ανατολή και τι σήμαινε για τον ανήσυχο άνθρωπο παλαιότερων αιώνων; Πόσο διαφέρει ένα σημερινό ταξίδι από την αρχή ως τα βάθη της (και ποια είναι αυτά) και τι θα δει ο σύγχρονος ταξιδιώτης από το παρόν και το παρελθόν της; Με ποιο τρόπο μπορεί κανείς να προσεγγίσει αυτό που η Ανατολή υπήρξε για αιώνες πριν τα μέσα του 20ού αιώνα;  Σε αυτό το μυθιστόρημα ένας έμπρακτα αφοσιωμένος λάτρης της ταξιδεύει για άλλη μια φορά αλλά τώρα μέσα από το δωμάτιό του, μέσα σε μια νύχτα αϋπνίας και εκφυλιστικής ασθένειας (σύμφωνα με μια ασαφή διάγνωση), με λόγο ανάλογο του πυρετού και του παραληρήματος που αυτή του προκαλεί. Και βέβαια αυτός ο λόγος δεν μπορεί παρά να είναι ένας λαχανιασμένος μονόλογος.

Για τον Φραντς Ρίττερ, έναν Θερμό Ανατολιστή, δεν μένει λοιπόν παρά ένα ανάστροφο ταξίδι. Εφόσον πια αδυνατεί να ταξιδέψει στην αχανή της επικράτεια προσκαλεί εκείνη να έρθει στον χώρο του, καταργώντας χρόνους κι εποχές. Τώρα που δεν υπάρχει η ζωντανή εμπειρία παρά το αποτύπωμά της, αυτό που έμεινε οριστικά και αμετάκλητα στην προσωπικότητα του, θα την διατρέξει για άλλη μια φορά συντροφιά με τους μεσάζοντες της ανατολικής εμπειρίας, εξαντλώντας όλα τα τυπικά ευρήματα ανάλογων περιπτώσεων: τους ερευνητές που διατρίβουν, τους αρχαιολόγους που ανασκάπτουν συνήθως με δυτικά όργανα και μάτια, τους ειδικούς γνώστες τους παλαιούς οριενταλιστές και, βέβαια, το πλήθος των συγγραφέων και μουσικών που συνειδητά ή ασυνείδητα επηρεάστηκαν και δημιούργησαν υπό το φως και τις σκιές της.

Φυσικά δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ακόμα κι ένα τέτοιο μυθιστόρημα ταξιδευτικών ιδεών χωρίς τον έρωτα. Η Σάρα αποτελεί το μεγάλο πάθος του Ρίττερ χωρίς να περιορίζεται στα στεγανά ενός ανεπίδοτου έρωτα. Η νεαρότερη γυναίκα εκπροσωπεί ένα νέο είδος νεότητας που αφοσιώνεται ψυχή και σώμα στην έρευνά της, που ζει και μιλάει μέσα από αυτήν. Εμφανώς τέκνο της σύγχρονης εξειδικευμένης ακαδημαϊκής αφοσίωσης, η Σάρα παρ’ όλα αυτά δεν περιορίζεται στις βιβλιοθήκες αλλά «εξαφανίζεται» στα βάθη της Ανατολής αναζητώντας τις δικές της απαντήσεις για την εργασία της, διατηρώντας εκτός των άλλων και παραδοσιακή αλληλογραφία με τον Φραντς. Εκείνος με την σειρά του δεν παύει να την επιθυμεί, εγγράφοντάς την όχι μόνο στον ανατολικό βίο της ζωής του αλλά και σε μια άλλη, δυνητική ζωή: Αν είχα τολμήσει να φιλήσω την Σάρα εκείνο το πρωινό στην Παλμύρα αντί να δειλιάσω και να γυρίσω πλευρό ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά· καμιά φορά ένα φιλί αλλάζει ολόκληρη τη ζωή, η μοίρα ξεστρατίζει, λυγίζει, κάνει στροφή [σ. 188]

Αυστριακός μουσικολόγος που ειδικεύεται και εμμένει στην ολοκληρωτική επίδραση επιρροή της Ανατολής στην δυτική μουσική τον 19ο και τον 20ό αιώνα και σε δεκάδες συνθέτες κλασικής μουσικής, ο Ρίττερ ξεδιπλώνει την ίδια στιγμή όσες γνώσεις και μνήμες μπορεί να αντέξει το θυμικό ενός εαυτού που αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Δαμασκό και την Τεχεράνη. Κολυμπώντας μέσα σε μια πλημμύρα αναφορών και πληροφοριών, πηγαίνοντας από βιβλίο σε βιβλίο κι από μουσική σε μουσική, σε αυτή την αποθέωση ενός μεταμοντέρνου λογοτεχνικού ρομαντισμού (με πολλά εισαγωγικά), οι πιστοί της πλοκής θα απογοητευτούν, εκτός αν αποφασίσουν να αφεθούν στην συνεχή συνειρμικότητα ενός λόγου που επιχειρεί να συμπεριλάβει σχεδόν τα πάντα:

Ιστορίες άγνωστες ή παραγνωρισμένες, όπως για τους Σταυροφόρους (τους πρώτους οριενταλιστές) που επέστρεψαν στα σκοτεινά χωριά της Δύσης φορτωμένοι χρυσάφι, βάκιλους και θλίψη, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι είχαν καταστρέψει, στο όνομα του Χριστού, τα μεγαλύτερα θαύματα που είχαν δει ποτέ, για τους γυρολόγους που διατρέχουν την έρημο χωρίς αυτοκίνητο, εξαρτώμενοι από τα κέφια των φορτηγών και των τρακτέρ των νομάδων, πουλώντας από σκηνή σε σκηνή την πραμάτειά τους ή για ιδιαίτερα πρόσωπα που σημάδεψαν με τον τρόπο τους την πρόσληψη εκείνων των τόπων, όπως η περιπλανώμενη Ελβετίδα Αννεμαρίε Σβάρτσενμπαχ που ταξίδευε μανιωδώς για να ξεφύγει από την πολεμοχαρή Ευρώπη, η πολυαγαπημένη μου Ιζαμπέλ Έμπερχαρντ που ντυνόταν σαν Άραβας ιππέας προτού χάσει τη ζωή της από μια ξαφνική πλημμύρα στο νότιο Οράν που λάτρευε ή ο Λέοπολντ Βάις, εξέχων ανταποκριτής των περισσότερων μεγάλων εφημερίδων της Βαϊμάρης, που πέρασε μήνες ολόκληρους πάνω σε καμήλα, υπεύθυνος για την αναχώρησή του αφηγητή για την Δαμασκό.

Τι θάρρος, τι  πίστη ή τι τρέλα εμψύχωνε τον μικρόσωμο ιερωμένο από τη Βοημία να χωθεί έτσι στο κενό, με το όπλο στον ώμο, ανάμεσα σε φυλές νομάδων που όλες τους διέκειντο εχθρικά προς την οθωμανική εξουσία και οι οποίες συχνά έκανα πλιάτσικο ή ξεσηκώνονταν; Να είχε νιώσει κι εκείνος τη φρίκη της ερήμου, εκείνη τη μοναχική αγωνία που σφίγγει το στήθος μες στην απεραντοσύνη, τη μεγάλη βία της αχανούς έκτασης όπου φανταζόμαστε ότι μπορούμε να κρύψουμε καλά ως κλοπιμαία το ρίσκο και τους πόνους – οδύνες και κινδύνους της ψυχής και του σώματος…[σ. 208]

Τώρα που αισθάνεται να του λείπει η θέληση του ασκητή ή η δημιουργική φαντασία του μυστικιστή, πώς να προσεγγίσει την δική του Ανατολή; Ίσως τελικά η μουσική, το μόνο του μεγάλο πάθος, να είναι και ο μοναδικός βέβαιος δρόμος. Ποιος θα φανταζόταν την ύπαρξή της ακόμα και στους μεγάλους κλασικούς συνθέτες, από τον Μότσαρτ και τον Μπετόβν μέχρι τον Σούμπερτ, τον Λιστ, τον Μπερλιόζ, τον τον Ντεμπυσσύ και τον … Σένμπεργκ, τότε που σε ολόκληρη την Ευρώπη φυσάει ο άνεμος της ετερότητας, όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άντρες χρησιμοποιούν ό,τι τους έρχεται από το Άλλο για να τροποποιήσουν το Εγώ, για να το εκφυλίσουν, γιατί η διάνοια χρειάζεται την νοθεία… [σ. 146]

Πώς πέρασε τα σύνορα της ερήμου ο αφηγητής; Πρώτα τον τράβηξε «η ταπεινότητα της νομαδικής ζωής, η μεγάλη παραίτηση, η απογύμνωση από τα κοσμικά κουρέλια μέσα στη γύμνια της ερήμου». Υστερα τον τρόμαξε η δυτική του ματιά – είδε την έρημο ως έναν σωρό από πέτρες, τα τζαμιά τόσο άδεια όσο και τις εκκλησίες, την παραφροσύνη ή τις ασθένειες να αφανίζουν τους μανιακούς πιστούς της. Σε κείμενα του Ερνστ Μπλοχ του φάνηκε πως είδε τον ουτοπικό υλιστή να δίνει το χέρι του στον μουσουλμάνο μυστικιστή και να συμφιλιώνει τον Χέγκελ με τον Ιμπν Αραμπί. Για κάποιους η έρημος υπήρξε «τόπος φώτισης σαν την εγκατάλειψη, όπου ο Θεός αποκαλυπτόταν μέσω της απουσίας, για καποιους άλλους το ακριβώς αντίθετο. Στο τέλος αναρωτιέται για τον ίδιο και την Σάρα, τελικά ποια ομορφιά είδε ο καθένας τους και ποιον πόνο.

Εφ’ όρου ζωής μαγεμένος λοιπόν ο Ρίττερ από την Ανατολή, όπως και αναρίθμητοι άλλοι πριν από αυτόν αλλά με μια μεγάλη διαφορά: δεν εξωραΐζει ούτε μυθοποιεί. Γνωρίζει πως ακόμα και πιο οι φημισμένοι διάσημοι αρχαιολόγοι έπαιξαν πολιτικό, δημόσιο ή μυστικό ρόλο στις υποθέσεις της Μέσης Ανατολής, πως οι ίδιες οι αφηγήσεις των εξερευνήσεών τους χρησιμοποιήθηκαν από τους στρατιωτικούς (κι ας είναι σα να κατηγορείς την χημεία για την βαλλιστική, του θύμιζε η Σάρα). Αν η αρχαιολογία είναι μια μορφή κατασκοπείας, τότε και οι εθνομουσικολόγοι μοιάζουν με κατάσκοποι της μουσικής. Σίγουρα πάντως «κάτι από την έρημο ανάσαινε λαθραία στο Λονδίνο, στο Παρίσι ή στη Βιέννη». Και δίπλα στη μουσική, πάντα η λογοτεχνία: παρά το γεγονός ότι τώρα τα βιβλία του τον κοιτάζουν «ως τοίχοι μιας φυλακής» ο Ρίττερ επιμένει να ξεφυλλίζει έστω και μνημονικά αμέτρητα βιβλία από το πρώτο ταξιδιωτικό λογοτέχνημα του Σατωμπριάν μέχρι τις πηγές, σαν τους μυστικούς ποιητές της ανατολής, που με νοσταλγία θυμάμαι να πρωτοδιάβασα στους έξοχους Μυστικούς της Ανατολής του Γιάννη Υφαντή (από εκδόσεις Ερατώ, 1989).

Σήμερα η Ανατολή δημιουργεί άλλους συνειρμούς: εσωτερικοί και εξωτερικοί πόλεμοι, ανελεύθερα καθεστώτα, θρησκευτικοί φανατισμοί. Ο συγγραφέας δεν είναι πια για τίποτα βέβαιος, μόνο αναρωτιέται τι θα σκεφτόταν ο γενναίος μεσαιωνικός συγγραφέας και ιππότης Ουσάμα Ιμπν Μουνκίντ για τις γελοίες εικόνες των σημερινών μαχητών της τζιχάντ, που φωτογραφίζονται την ώρα που καίνε μουσικά όργανα, ως μη ισλαμικά: όργανα που προέρχονται σίγουρα από αρχαίες στρατιωτικές μπάντες της Λιβύης, τύμπανα και τρομπέτες ποτισμένα με βενζίνη… τα ίδια τύμπανα και τρομπέτες, με μικρές διαφορές, που είχαν αντιγράψει οι Φράγκοι από τη στρατιωτική μουσική των Οθωμανών αιώνες νωρίτερα….καμιά εικόνα δεν αναπαριστά καλύτερα την τρομακτική μάχη που δίνουν οι τζιχαντιστές εναντίον της ιστορίας του Ισλάμ από αυτούς τους άθλιους τύπους με την στολή αγγαρείας στην μικρή τους έρημο … [σ. 201-202]

Τέλος δεν υπάρχει – το παραλήρημα θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Ο έρωτας θα είναι πάντα άπιαστος κι η Σάρα, πιθανώς, μια φεύγουσα κόρη που εκπροσωπεί τον ίδιο τον τόπο, που όσο τον πλησιάζεις, τόσο σου απομακρύνεται. Αν κάτι μένει βέβαιο είναι το γεγονός ότι οι Δυτικοί φέρουμε εντός μας την Ανατολή (και αντίστροφα), όχι μόνο μέσα από αμέτρητες επιρροές που χωνέψαμε και δεν αναγνωρίζουμε, αλλά ως την τόσο απαραίτητη άλλη πλευρά, που μόνο εκείνη συμπληρώνει και μας δείχνει την ολοκληρωμένη μας μορφή. Χωρίς τους Άλλους, δεν υπάρχουμε ούτε εμείς οι μη Άλλοι.

Δεν χρειάζεται να διαβάσουμε πως ο Ματιάς Ενάρ γνωρίζει καλά την [δική του] Ανατολή, την έζησε για πολύ καιρό, την μιλάει μέσα από τις γλώσσες του και την διδάσκει επίσης μέσα απ’ αυτές. Είναι εμφανές πόσο βαθιά βρίσκεται μέσα στο υλικό του και όσο κι αν ο αφηγητής επαναλαμβάνεται συχνά, όσο κι αν ενίοτε ξεφεύγει σε μερικές απολύτως παραληρηματικές σελίδες, το βιβλίο του μοιάζει με μια προσωπική βίβλο μιας επικράτειας όχι μόνο τοπογραφικής ή πολιτισμικής αλλά και ψυχικής. Τυχεροί λοιπόν αφηγητής και συγγραφέας που βρήκαν έναν τέτοιο τόπο. Κι αν ονόμασαν Πυξίδα την ατελείωτη εμπλοκή τους, είναι επειδή η πυξίδα που ονειρεύεται ο Ρίττερ δεν έχει μόνο την μορφή ενός πιο γαλήνιου ξυπνητηριού αλλά και τον προσανατολιστικό δείκτη του τόπου όπου επιθυμεί η καρδιά του καθενός.

Εκδ. Στερέωμα, 2016, μτφ. Σοφία Διονυσοπούλου, 463 σελ. [Bussole, 2015]

Στις εικόνες: έργα των John Frederick Lewis, Alexander Kinias, Annemarie Schwarzenbach επί δύο, Isabelle Eberhardt, Alison Dubois [Rumi], φωτογραφία της Lana Slezic [Afghanistan]. Η φωτογραφία του συγγραφέα:. Hannah Assouline / Opale / Leemage.

 

22
Απρ.
20

John Williams – Αύγουστος

Ήταν περισσότερο ένστικτο παρά γνώση αυτό που με βοήθησε να καταλάβω πως, αν είναι η μοίρα κάποιου ν’ αλλάξει τον κόσμο, υποχρέωσή του είναι πρώτα ν’ αλλάξει τον εαυτό του. Αν θέλει να υπακούσει στη μοίρα του, πρέπει πρώτα να βρει ή να επινοήσει μέσα του ένα σκληρό και κρυφό κομμάτι, που θ’ αδιαφορεί για τον ίδιο, για τους άλλους, ακόμα και για τον κόσμο που προορίζεται να αλλάξει – όχι σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες, αλλά με τρόπο και μορφή που θα ανακαλύψει στην πορεία. [σ. 469]

Καθώς ο Αύγουστος φτάνει στο τέλος της ζωής του και της αυτοκρατορικής του εξουσίας γράφει μια βαθύτατα υπαρξιακή εξομολόγηση, εκφράζοντας το απόσταγμα μιας ταραγμένης ζωής όπου η υπέρτατη εξουσία έπρεπε να συνυπάρξει με τις εσωτερικές επιταγές μιας ιδιαίτερης προσωπικότητας. Πώς μπορεί κανείς να μείνει ακέραιος και πιστός στην προσωπική του ηθική κυβερνώντας την ίδια στιγμή μια αχανή αυτοκρατορία; Και πώς μπορούμε εμείς οι σύγχρονοι αναγνώστες να κατανοήσουμε ένα τέτοιο πρόσωπο;

Ο Τζον Γουίλλιαμς θα μπορούσε να γράψει ένα τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα με τριτοπρόσωπη γραφή, βασισμένο σε ενδελεχή έρευνα των αρχείων και να αποδώσει κάλλιστα την ούτως ή άλλως συναρπαστική μορφή του Αυγούστου σε μια λογοτεχνική βιογραφία. Όμως προτίμησε την στενή πύλη της πολυπρόσωπης αφήγησης και μάλιστα μέσω επιστολών, παράλληλα με άλλες μονολογικές εκφράσεις, όπως είναι τα ημερολόγια, τα απομνημονεύματα και τα πρακτικά. Πόσο δύσκολο στοίχημα! Κι όμως, αυτή ακριβώς η σύλληψη είναι που απογειώνει το μυθιστόρημα σε μια πλούσια πανοραμική πρόζα που ευφραίνει. Γιατί δίνοντας φωνή σε δεκάδες πρόσωπα μπορεί να αφηγηθεί μέσα από διαφορετικούς χαρακτήρες, που εκφράζουν τις δικές τους εσώτερες σκέψεις με τον δικό τους ιδιαίτερο λόγο. Είναι, άλλωστε, η ίδια η επιστολική έκφραση που, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο συγγραφέας, επιτρέπει στους συντάκτες να μιλούν οι ίδιοι για τον εαυτό τους.

Στο πρώτο μέρος τον γραπτό λόγο παίρνουν τα πρόσωπα του στενότερου και ευρύτερου περιβάλλοντος του Αυγούστου, συνδεδεμένα όλα στον ιστό της δημόσιας ζωής: οι νεαροί φίλοι με τους οποίους ξεκινάει μια αδιανόητη πορεία προς την νόμιμη «κατάκτηση» της αγαπημένης τους Ρώμης, συνεργάτες, αντίπαλοι και πολλές ακόμα μορφές που κινούνται γύρω τους, δίπλα τους ή εναντίον τους. Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας γράφει στον Γάιο Οκτάβιο πως «κατέκτησε τον κόσμο, αλλά ο κόσμος δεν είναι ασφαλής και πως έδωσε ελευθερίες στο λαό και ο λαός έφυγε σαν κυνηγημένος μακριά τους σα να ήταν αρρώστιες» [σ. 50] στην ουσία προοιωνίζει την ανάλογη διαπίστωση του Αύγουστου πολλά χρόνια μετά. Είναι ενδιαφέρον πως ακόμα και τα ίδια τα πρόσωπα αντιλαμβάνονται πως βλέπουν για τα γεγονότα και τον κόσμο κυρίως μέσα στις προσωπικές τους αισθήσεις και εμπειρίες. Για παράδειγμα, ο Γάιος Κίλνιος Μαικήνας γράφει προς τον ιστορικό Τίτο Λίβιο πως αυτός (ο Μαικήνας) δεν έχει την έχει την ελευθερία του ιστορικού, σε αντίθεση μ’ εκείνον, που μπορεί να περιγράψει τις εξελίξεις πολιτικών διαπλοκών, να ισορροπήσει νίκες και ήττες και να είναι ακόμα ελεύθερος «μέσα στην σοφή απλότητα της δουλειάς του, ελεύθερος από το φριχτό βάρος ενός είδους γνώσης που δεν μπορεί να ονομάσει». [σ. 37 – 38].

Στο δεύτερο μέρος την σκυτάλη με μορφή πένας παίρνουν πρόσωπα οικειότερα, καθώς και εκείνα του ευρύτερου προσωπικού κύκλου του Αυγούστου. Εδώ το βάρος δίνεται στην ιδιωτική ζωή αλλά και στον τρόπο που αυτή αναπόφευκτα συμπλέκεται με τα δημόσια πράγματα. Κύριο επίκεντρο των λόγων είναι η συμπεριφορά της αγαπημένης του κόρης Ιουλίας και η εξωσυζυγική της σχέση. Τα συναρπαστικότερα λόγια εδώ προέρχονται από τα επινοημένα ημερολόγια της ίδιας της Ιουλίας, που ο Αύγουστος «για το καλό της πολιτείας» τιμώρησε με εξορία λόγω παράβασης των περί μοιχείας νόμων που είχε ο ίδιος ψηφίσει. Από την δική του πλευρά εκείνος θεωρεί ότι την έσωσε, εφόσον επρόκειτο πράγματι να κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία, καθώς γνώριζε ότι ο εραστής της και άλλοι ετοιμάζονταν να τον δολοφονήσουν.

Ασυνόδευτη κι αφρούρητη μ’ αφήνουν να περπατήσω τα εκατό μέτρα ως το γιαλό, όσο είναι  στενή μαύρη αμμουδιά του· κι εκατό μέτρα γύρω απ’ την πέτρινη καλύβα, που εδώ και πέντε χρόνια είναι το σπίτι μου… Έτσι ξεκινάει το ημερολόγιό της η σαραντατριάχρονη Ιουλία από το νησί Παντατερία, ένα ημερολόγιο που γράφει μόνο για εκείνη, «για να έχει κάτι να διαβάζει», χωρίς να ενδιαφέρεται να εξηγήσει τον εαυτό της στον κόσμο· έχει μόνο τον εαυτό της να πείσει ή να μην πείσει. Η γυναίκα που αν δεν ήταν γυναίκα και κόρη του αυτοκράτορα θα ήθελε να σπουδάσει φιλοσοφία, έμαθε τους πλάγιους τρόπους με τους οποίους μια γυναίκα ανακαλύπτει, ασκεί και απολαμβάνει την εξουσία· τα προσωπεία που πρέπει να διαθέτει για να ξεγελάει τους άλλους: της αθώας κοπέλας, της κόρης, της ενάρετης συζύγου, της αργόσχολης φιλοσόφου, της γυναίκας.

Χήρα για πρώτη φορά χήρα στα δεκαεφτά της, έπρεπε να περάσει δυο γάμους και τρεις γέννες για να μάθει ότι «το κορμί της είχε κι αυτό δικαιώματα και δεν όφειλε να υπηρετεί επιθυμίες άλλων και όχι δικές του». Και ήταν ο Ίουλος Αντώνιος εκείνος που της χάρισε τις ηδονές που έμαθε έστω και καθυστερημένα στην ζωή της, εκείνος που «της χάρισε για ένα χρόνο τη αληθινή ζωή εντός του κόσμου» κι ο ίδιος που «την έριξε σε τούτον τον αργό θάνατο στην Παντατερία όπου μπορεί να παρακολουθεί μέρα με τη μέρα το τέλος και το σβήσιμο της ζωής της».

Κατήγορος ήταν ο ίδιος ο πατέρας μου. Αναφέρθηκε με πολλές λεπτομέρειες στις παρανομίες μου κατανόμασε τους εραστές μου, τα μέρη των συναντήσεών μας, τις ημερομηνίες… Και ζήτησε, σύμφωνα με τον Ιούλιο νόμο του, να εξοριστώ δια παντός από την πύλη της Ρώμης, υποδεικνύοντας τη Σύγκλητο να διατάξει τον περιορισμό μου σ’ αυτό το νησί της Παντατερίας, για να ζήσω εδώ το υπόλοιπο της ζωής μου μετανοώντας για τις διαστροφές μου. Αν η ιστορία δε με σβήσει τελείως από τα κατάστιχά της, έτσι θα με θυμάται. Αλλά η ιστορία δεν θα μάθει την αλήθεια, αν υποθέσουμε ότι η ιστορία μαθαίνει ποτέ την αλήθεια. [σ. 444-445]

Μέχρι εδώ είναι εμφανές ότι καθώς ξεδιπλώνονται σταδιακά τα γεγονότα και μένει ο πυρήνας της ουσίας τους, εκείνο που έχει σημασία είναι η προσωπική αλήθεια των πρωταγωνιστών και των δευτεραγωνιστών τους. Αλλά την ίδια στιγμή οι αφηγήσεις αυτών των δυο κύκλων περικυκλώνουν τον Αύγουστο, φωτίζοντας από όλες τις θέσεις όσα φαίνονται από την προσωπικότητά του. Και είναι τελικά το τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου όπου ο Αύγουστος αποκτά την δική του φωνή και καθώς γράφει στον φίλο του Νικόλαο Δαμασκηνό. Αυτή είναι η ώρα που ο αυτοκράτορας εκφράζει την δική του αλήθεια· τώρα ύστερα από τα αλλεπάλληλα φύλλα των λόγων τόσων άλλων προσώπων, φτάνει η στιγμή της δικής του γαλήνιας κάθαρσης.

Κατέληξα να πιστεύω πως στη ζωή του καθενός, αργά ή γρήγορα, έρχεται μια στιγμή που αντιλαμβάνεται (πέρα και πάνω απ’ οτιδήποτε άλλο έχει αντιληφθεί ή ίσως αντιληφθεί στο μέλλον, και είτε μπορεί είτε όχι να εκφράσει αυτή την αντίληψη) το τρομακτικό γεγονός ότι είναι μόνος, ολομόναχος, και ότι δεν μπορεί ποτέ να είναι κάτι άλλο από το δύσμοιρο πράγμα που είναι ο εαυτός του. [σ. 503]

Ο Αύγουστος παραδέχεται πως ένοιωσε σεβασμό, ακόμα και συμπάθεια για τους παράξενους λαούς, τους τόσο διαφορετικούς από τους Ρωμαίους, με τους οποίους αναγκάστηκε να έρθει σε συνδιαλλαγές και συμφωνίες, το γεγονός ότι η γνωριμία τους τον βοήθησε να καταλάβει καλύτερα τους συμπατριώτες του· ομολογεί πως ποτέ δεν πίστεψε ότι είχε περισσότερη σοφία και δύναμη απ’ όση είχαν οι άλλοι και ότι περισσότερο κυβερνήθηκε παρά κυβέρνησε· υποψιάζεται ότι η ιδανική κατάσταση για τον άνθρωπο, εκείνη που αναδεικνύει ό,τι αξιοθαύμαστο έχει μέσα του, μπορεί να μην είναι η ευμάρεια, η ειρήνη και η αρμονία για τις οποίες τόσο κόπιασε να εξασφαλίσει στην αγαπημένη του Ρώμη· εκπλήσσεται για το γεγονός ότι του προσφέρθηκε δυο φορές από τον ρωμαϊκό λαό και την Σύγκλητο η δικτατορική εξουσία, την οποία απέρριψε· είναι βέβαιος ότι μπορεί τα τείχη των πόλεων να τις προστατεύουν αλλά δεν υπάρχει τείχος ικανό να προστατεύει την ανθρώπινη καρδιά από τις ίδιες τις αδυναμίες της· καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι θεοί, ακόμα κι αν υπάρχουν, δεν έχουν καμία σημασία, δεν μετράνε. Αν, λοιπόν παρότρυνα τον λαό να ακολουθήσει τις επιταγές αυτών των αρχαίων ρωμαϊκών θεών, το έκανα από ανάγκη μάλλον, παρά από κάποια βαθύτερη θρησκευτική πίστη ότι αυτές οι δυνάμεις βρίσκονται πράγματι μέσα στα υποτιθέμενα πρόσωπά τους. [σ. 502]

Και ο έρωτας που καθόρισε δραματικά την ζωή της κόρης του και την μεταξύ τους ιδιαίτερη σχέση; … αντίθετα με όσα ίσως πιστεύουμε  είναι ίσως η πιο ανιδιοτελής απ’ όλες τις ποικιλίες της αγάπης· θέλει να γίνει ένα με τον άλλον, να δραπετεύσει δηλαδή από τα όρια του εαυτού του. Αυτό το είδος της αγάπη είναι, βέβαια, το πρώτο που πεθαίνει […] Το γεγονός όμως ότι θα πεθάνει (και ότι το ξέρουμε πως θα πεθάνει) τον κάνει πιο πολύτιμο· και μόλις τον γευτούμε και τον γνωρίσουμε, δεν είμαστε πια ανεπανόρθωτα παγιδευμένοι και εξόριστοι μέσα στον εαυτό μας. [σ. 504]

Αν υπάρχουν αλήθειες σ’ ετούτο το έργο, έγραψε ο συγγραφέας, είναι μάλλον οι αλήθειες της λογοτεχνίας παρά της ιστορίας, ευχόμενος οι αναγνώστες να το διαβάσουν ως έργο φαντασίας. Αυτή η λογοτεχνική αλήθεια, σκέφτομαι, έτσι όπως διαπλέκεται με τις όποιες πηγές της ιστορίας, μας χαρίζει ένα άλλο είδος γνώσης· κι αν, σύμφωνα με τα λόγια του Γουίλλιαμς, ένα μυθιστόρημα δημιουργείται όχι τόσο για να κατανοηθεί ή αναλυθεί όσο για να βιωθεί ως εμπειρία, τότε η παραπάνω γνώση μετατρέπεται σε συναρπαστική εμπειρία.

Ο ποιητής ατενίζει το χάος της εμπειρίας, την σύγχυση των συμβάντων και τα ακατανόητα βασίλεια των δυνατοτήτων – τον κόσμο δηλαδή μέσα στον οποίο ζούμε όλοι, αλλά ελάχιστοι μπαίνουν στον κόπο να ερευνήσουν. Οι καρποί που αποκομίζει αυτή η εξερευνητική ματιά είναι η ανακάλυψη (ή η εφεύρεση) κάποιων μικτών αρχών αρμονίας και τάξης, που μπορούν ν’ απομονωθούν από την αταξία γύρω τους και η υποταγή αυτής της ανακάλυψης στους ποιητικούς νόμους που τελικά την καθιστούν δυνατή […] Δεν υπάρχει αυτοκράτορας που να οργανώνει πιο προσεκτικά τις διάφορες επαρχίες του κόσμου ώστε να αποτελούν την μία και ενωμένη αυτοκρατορία του από τον ποιητή που συνδυάζει τις λεπτομέρειες του ποιήματός του έτσι ώστε να δημιουργήσει μέσα στο σύμπαν του ανθρώπινου νου έναν κόσμο άλλον, ίσως πιο αληθινό από αυτόν που προσωρινά κατοικούμε. [σ. 488-489]

Εκδ. Gutenberg [Aldina, αρ. 10], 2017, σελ. 525, μτφ. Μαρία Αγγελίδου. Περιλαμβάνεται εισαγωγή του John McGahern (μτφ. Τόνια Κοβαλένκο), σημείωση του συγγραφέα και βιογραφικό σημείωμα [Augustus, 1972].

Τα σύγχρονα ζωγραφικά έργα τέχνης είναι των Cabepfir, Tancredi Scarpelli και Jean Claude Golvin.

19
Απρ.
20

Colm Toibin – Η διαθήκη της Μαρίας

H διήγηση ξεκινάει από ένα μεταγενέστερο των γεγονότων παρόν. Δυο άνθρωποι επισκέπτονται την Μαρία όλο και πιο συχνά τελευταία, τώρα που δεν την κυνηγάει κανείς· ένας μαθητής του κι ένας μεταγενέστερος πιστός, πιθανώς ο Ιωάννης και ο Παύλος, προστάτες και δεσμοφύλακές της. Μοιάζουν ακόμα εγκλωβισμένοι στα κατάλοιπα του τρόπου που τότε όλοι τους νιώσανε· αλλά αυτό ακριβώς τους συνδέει, η ιστορία που όλοι τους ζήσανε. Ο ένας γράφει λέξεις που εκείνη δεν μπορεί να τις διαβάσει, αλλά είναι βέβαιη ότι γράφει πράγματα που ούτε εκείνος είδε ούτε εκείνη. Αλλά συνεχίζει να γράφει, φροντίζοντας να έχουν βάρος οι λέξεις, να καθηλώνουν όσους τις ακούνε. Και ο δεύτερος γράφει και είναι υποχρεωμένος να την ακούει, γι’ αυτό βρίσκεται εδώ. Εκείνη ζώντας πια στην Έφεσο νοιώθει μεγάλη και δεν της κολλάει ύπνος. Μπορεί να μην έχω πια την ανάγκη να ονειρευτώ ή να ξεκουραστώ.

Η Μαρία αδυνατεί να ξεστομίσει το όνομα του, νοιώθει πως θα σπάσει κάτι αν το προφέρει. Τον αποκαλεί «εκείνος», «αυτός που ήταν εδώ», «ο γιος μου». Θυμάται όταν τον παρατηρούσε που μπορούσε άνετα να περνάει ώρες μόνος του ή να κοιτάζει μια γυναίκα σαν να ήταν ισότιμή του. Μετανιώνει γιατί θα έπρεπε να έχει δώσει μεγαλύτερη προσοχή το διάστημα προτού φύγει από το σπίτι, στο ποιος έμπαινε στο σπίτι και τι συζητιόταν στο τραπέζι της. Αλλά συχνά βαριόταν εκείνες τις κουβέντες και αποτραβιόταν στην κουζίνα. Τώρα στο δωμάτιο υπάρχει μια καρέκλα όπου δεν έχει καθίσει ποτέ κανείς. Ανήκει στη μνήμη, σ’ έναν άνθρωπο που δεν θα γυρίσει, που το σώμα του είναι πια χώμα αλλά που κάποτε διαφέντευε το σύμπαν.

Μέχρι τότε δεν είχα ακούσει κανέναν  να μιλάει για το μέλλον, εκτός κι αν μιλούσαν για την επαύριον ή για κάποιο γλέντι όπου πήγαιναν κάθε χρόνο. Πάντως όχι για κάποια εποχή που θα έρθει, όπου όλα θα είναι διαφορετικά και καλύτερα. Αυτή η ιδέα σάρωνε εκείνα τα χρόνια τα χωριά σαν το λίβα κι έπαιρνε μαζί του όποιον είχε κάποια αξία, πήρε και τον γιό μου… [σ. 21] / Εκείνες τις ημέρες του Σαββάτου, όταν πια οι προσευχές είχαν αναπεμφθεί αργά και μονότονα, περίσσευε πάντα χρόνος για να αναρωτηθεί κανείς τι υπάρχει πέρα και πάνω από εμάς στον ουρανό ή τι κόσμος βρίσκεται θαμμένος στις τρύπες της γης. [σ. 29]

Στον γάμο της Κανά πήγε για να δει αν θα μπορέσει να τον φέρει πίσω στο σπίτι. Είχε ετοιμάσει προειδοποιήσεις και απειλές σε περίπτωση που δεν έφταναν οι υποσχέσεις. είχε ξεγελάσει τον αυτό της ότι θα γύριζε κοντά της, ότι περιπλανήθηκε όσο ήταν να πρειπλανηθεί. Όταν έφτασε στην Κανά, οι μόνες κουβέντες που άκουγε ήταν γι’ αυτόν, και το γεγονός ότι αυτή ήταν η μητέρα του σήμαινε ότι και την πρόσεξαν και θέλησαν να την πλησιάσουν. Οι δρόμοι ήταν ανεξήγητα άδειοι, με μια σιγαλιά παντού, σαν να κρατούσαν όλοι την αναπνοή τους. Άλλη κουβέντα δεν άκουγες εξόν για τη δύναμη και τα θαύματα. Κανείς όμως δεν πίστευε ότι γίνεται να αναστηθεί νεκρός. Οι περισσότεροι πίστευαν ότι εν έπρεπε καν να επιχειρηθεί κάτι τέτοιο,  ότι ήταν σαν να κορόιδευες τους ουρανούς. Ο θάνατος χρειάζεται χρόνο και σιωπή. Οι νεκροί πρέπει να μένουν μόνοι με το καινούργιο δώρο τους, με την καινούργια απαλλαγή από τη στέρηση.

Όταν κατέφθανε «το τσούρμο, κάτι σαν καρνάβαλος με τον κάθε πικραμένο και μισότρελο προφήτη στην σειρά» η Μάρθα πήρε τους δρόμους να τον βρει και να του πει ότι ο αδελφός της Λάζαρος πέθανε. Η ίδια του τόνισε ό,τι του έλεγαν και οι άλλοι, ότι δεν είναι θνητός αλλά ο γιος του Θεού. Μόλις φάνηκε ο νεκρός σώπασαν τα πουλιά και αποτραβήχτηκαν. Η Μάρθα μάλιστα πίστεψε ότι ακόμα και ο χρόνος έμεινε μετέωρος, ότι μέσα σ’ αυτές τις δυο ώρες τίποτα δεν μεγάλωσε, τίποτα δεν γεννήθηκε. Ήτανε λες κι η γη έσπρωχνε προς τα επάνω τον Λάζαρο, κι εκείνος, φασκιωμένος με τα σάβανα, έκανε μια στροφή σαν το παιδί στην υγρή μήτρα, ξέροντας ότι ο χρόνος του εκεί τελείωσε και πρέπει να παλέψει να βρει τον δρόμο του για τον κόσμο. Μαζί με την οικογένειά του χάθηκαν στο εσωτερικό του σπιτιού κι  έκλεισαν τα παντζούρια να μην μπαίνει ο καυτός ήλιος. Τώρα κανείς πια δεν περνούσε ούτε απέξω από το σπίτι του.

Η Μαρία σκέφτεται πως ο Λάζαρος ζει με ένα μυστικό που κανείς τους δεν γνωρίζει. Το πνεύμα του πρόφτασε να ρίξει ρίζες στον άλλο κόσμο κι οι άνθρωποι φοβούνται ν’ ακούσουν αυτά που μπορεί να βγουν απ’ το στόμα του. Βλέπει ότι την έχουν πια συνδέσει με αυτό που συνέβη και επιθυμούν να την αγκαλιάσουν και να την ευχαριστήσουν, σαν να έχει παίξει κι εκείνη κάποιο ρόλο στο γεγονός ότι ο αδελφός τους ήταν ζωντανός. Όταν τον συναντάει θέλει να τον ρωτήσει γι’ αυτό το σπήλαιο με τις ψυχές απ’ όπου είχε περάσει. Ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι που τα καταπίνει όλα, ή μήπως υπήρχε φως; Άκουγε φωνές ή υπήρχε απόλυτη σιγή ή ίσως κάποιος άλλος ήχος, όπως νερό που στάζει, αναστεναγμοί ή αντίλαλοι; Συνάντησε την μητέρα του, θυμόταν όσους άφησε, υπήρχε πόνος, υπήρχε φόβος; Αλλά η ευκαιρία γλιστράει από τα χέρια της, για να μην ξανάρθει ίσως ποτέ. Έβλεπε πως ο Λάζαρος πέθαινε κι αν ξαναγύρισε στη ζωή, το έκανε μόνο και μόνο να τους πει ένα τελευταίο αντίο. Κατείχε πια μια γνώση που φαινόταν ότι τον είχε πτοήσει, κάτι που του προκαλούσε άκρατη οδύνη. Ήταν μια γνώση που δεν μπορούσε να τη μοιραστεί με κανέναν, ίσως γιατί δεν υπήρχαν λέξεις γι’ αυτήν.

Θυμάται πως την ορδή πλέον ακολουθούσε ένα ακόμα μεγαλύτερο καραβάνι από πραματευτάδες, νερουλάδες, έμπορους τροφίμων, μέχρι και πυροφάγους. Πολλοί έσπευδαν για να είναι οι πρώτοι που θα διαδώσουν το μαντάτο ενός καινούργιου θαύματος, μιας νέα παραβίασης της ρωμαϊκής τάξης. Εκείνη ήταν έτοιμη να κλείσει τον γιο της σε μια πίσω κάμαρα, ώσπου να καταλαγιάσουν τα πράγματα, να βρούνε όλοι κάτι καινούργιο ν’ ασχοληθούνε. Η Μαριάμ έλεγε ότι μπορεί να γίνει μια επανάσταση ενάντια σε όλα όσα ξέρουμε από παλιά, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του θανάτου, γι’ αυτό είχε μαζευτεί τόσος κόσμος εκεί και τους άκουγαν να φωνάζουν μες στη νύχτα.

Όταν κατέφτασε το πλήθος ο γιος της φορούσε βαρύτιμα ρούχα, έναν μπλε χιτώνα που δεν είχε ξαναδεί· σηκώθηκε να τον σφίξει στην αγκαλιά της αλλά ήταν σαν ξένος, επιβλητικός, με μια τυπικότητα ασυνήθιστη. Τον προειδοποίησε πως διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο, πως τον παρακολουθούσαν αλλά αυτός την αποπήρε κι έπιασε με άλλους κουβέντες βαρύγδουπες και γριφώδεις. Και μετά ο χρόνος έπλασε τον άντρα που δεν με πήρε στα σοβαρά, που δεν άκουγε κουβέντα από κανέναν, τον άντρα που ήταν γεμάτος δύναμη, μια δύναμη χωρίς μνήμη, που δεν θυμόταν  τα χρόνια που είχαν περάσει, τότε που είχε ανάγκη το γάλα από το στήθος μου, το χέρι μου για στήριγμα τότε που μάθαινε να περπατάει… [σ. 58]

Πίσω στο σπίτι της η Μαρία προτιμούσε τις σκιερές γωνιές του σπιτιού. Πλέον γνώριζαν πού μένει και την παρακολουθούν ακόμα και την ώρα που φρόντιζε τα ζώα. Εκείνες οι μέρες ήταν ημέρες τέλους και αρχής. Ήταν σα να ζούσαν μια καινούργια εποχή, μια διαρκή φρενίτιδα υπήρχε στον αέρα, στον ίδιο αέρα όπου οι νεκροί ζωντάνευαν και το νερό γινόταν κρασί. Η μεγάλη αναταραχή τρύπωνε σαν την υγρασία στα δωμάτια όπου ζούσε. Ο κόσμος ήθελε σαν τρελός να τους ακολουθήσει ή έστω να μάθει πού βρίσκονταν. Υπήρχε η αίσθηση πως όλα τα αστέρια θα σταματήσουν να λάμπουν, ότι στον κόσμο θα γίνει τεράστια αλλαγή αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι μπορεί η αλλαγή να γινόταν μόνο σ’ εκείνη.

Δεν τον έβλεπε πια σαν παιδί αλλά σαν μια δύναμη παγιωμένη, γνήσια, κάτι που έδειχνε να μην έχει πίσω του ιστορία, να μην προέρχεται από κάπου. Όσο εκείνος μιλούσε, τόσο εκείνη ονειρευόταν ότι δραπέτευαν μαζί για κάπου, οπουδήποτε. Οι Ρωμαίοι και οι Πρεσβύτες τον ήθελαν νεκρό αλλά και οι μεν και οι δε φοβούνταν να το δηλώσουν ανοιχτά.  Μετά την σύλληψή του, στις ώρες που πέρασε με τους μαθητές του σχημάτισε την εντύπωση πως οι πάντες πίστευαν ότι αυτό ήταν μέρος ενός σχεδίου, της μεγάλης απελευθέρωσης που θα βίωνε η ανθρωπότητα. Αλλά μιλούσαν και πάλι με έναν κυκεώνα γρίφων. Είχα γυρίσει ξανά στον κόσμο των ζαβών, των σπαστικών, των στενόκαρδων και των τραυλών, που όλοι τους τώρα σε κατάσταση υστερίας κοντοανάσαιναν από την έξαψη προτού καν ανοίξουν το στόμα τους [σ. 70-71]

Ένας μαθητής του την οδήγησε μέσα από στενά δρομάκια σε έναν τεράστιο υπαίθριο χώρο γεμάτο κόσμο. Όταν τον είδε να κοιτάζει τον κόσμο με φόβο και απορία, κατάλαβε πως ήταν η μόνη που συντηρούσε την ελπίδα να αφεθεί ελεύθερος. Όλοι οι υπόλοιποι γνώριζαν ότι αυτό που παιζόταν θα παιζόταν μέχρι τέλους εν ονόματι του μέλλοντος. Αργότερα καθώς το ίδιο πλήθος άνοιγε δρόμο για την ζοφερή πομπή, πάσχιζε να μην χαθεί από τους μαθητές του, αγωνιώντας μην τους ξεφύγει κάποια λέξη, μην γίνουν κι αυτοί θύμα τους. Όταν αντίκρισε τον σταυρό στον δρόμο για τον Γολγοθά της κόπηκε η ανάσα. Εκείνος σήκωσε προς στιγμήν το κεφάλι του τα μάτια του έσμιξαν με τα δικά της. Ήταν το παιδί που είχε βγει από τα σπλάχνα μου και τώρα ήταν πιο ανυπεράσπιστος από ποτέ. Ήθελε να ουρλιάξει αλλά της ψιθύρισαν πως έπρεπε να συγκρατηθεί, αλλιώς θα την αναγνώριζαν. Διατηρούσε την κρυφή ελπίδα ότι είχαν καταστρώσει ένα σχέδιο σωτηρίας και διαφυγής. Τον προσπέρασαν και περίμεναν στην κορυφή παραπάνω από μια ώρα.

Το σταύρωμα, το πρόσωπό του παραμορφωμένο, ματωμένο, αγνώριστο. Τριγύρω το πλήθος χασκογελούσε, φρόντιζε τα άλογά του, έπινε. Ήταν σαν κανονικό παζάρι. Άναβαν φωτιές για να μαγειρέψουν κι ο καπνός μπούκωνε τον λόφο κι έκανε τα μάτια να τσούζουν. Δεν γύρισε να κοιτάξει την μορφή του σταυρωμένου και ξεγλίστρησε από την πίσω μεριά του λόφου για να σωθεί, κάνοντας ότι ψάχνει κάποιον. Όταν αργότερα την φυγάδευσαν πανικόβλητοι στις ερημιές διαπίστωσε πως δεν υπήρχε κανένα σχέδιο διαφυγής, πως όλα ήταν τυχαία και αβέβαια.

Αυτή είναι η φωνή της άφωνης ως σήμερα Μαρίας, ένας μονόλογος μιας θεϊκής μορφής που γίνεται ανθρώπινη γιατί ποτέ δεν ένοιωσε θεϊκή. Όπως κάθε γυναίκα και κάθε μητέρα που θα είχε ζήσει αυτά που έζησε, είναι γεμάτη οργή, αδυνατεί να ξεχάσει τον φόβο, παραμένει καχύποπτη και απείρως τεθλιμμένη. Μπορεί ακόμα και να φτάσει μέχρι τον σαρκασμό και την μνησικακία. Ύστερα πάλι, να πετρώνει από τα βαριά συναισθήματα, να ανακτά την ψυχραιμία της και να αποστασιοποιείται. Και δεν παύει να δυσπιστεί όταν της λένε πως όσα καταγραφούν θα αλλάξουν τον κόσμο. όταν την διαβεβαιώνουν πως ήταν ο γιος του Θεού.

Μεγάλος μέρος όσων διηγείται είναι από άλλων διηγήσεις· είναι ακριβώς η μυθιστορία μιας εποχής αλλεπάλληλων και αντιφατικών αφηγήσεων· μιας ταραγμένης εποχής που η λιτή και ποιητική πρόζα του συγγραφέα (μεταπλασμένη και σε θεατρικές διασκευές και παραστάσεις) αποδίδει με τρόπο έξοχο, χαραγμένο με σιωπές, όσες και της Μαρίας μπροστά στον λεκτικό καταιγισμό του περιβάλλοντός της. Μεγαλωμένος σε σπίτι γεμάτος σιωπή, λόγω της εμπλοκής μελών της οικογένειάς του στον IRA, ο συγγραφέας γνωρίζει καλά ότι αυτός ο λόγος ταιριάζει σε οποιαδήποτε μητέρα χάνει τον μαχητή γιο της για έναν ευρύτερο σκοπό, όπως επίσης γνωρίζει πως ακριβώς αυτή τη σιωπή οφείλει να σπάει η λογοτεχνία και να δραματοποιεί το διάστημα ανάμεσα σε κάτι που έχει ειπωθεί κατ’ επανάληψη και σε κάτι που δεν έχει αρθρωθεί ποτέ, όπως έχει δηλώσει.

Υπάρχουν τόσες συγκλονιστικές στιγμές σε αυτό το υπέροχο κατά Μαρίαν Ευαγγέλιο. Όταν η Μαρία σταδιακά διαπιστώνει την αδυναμία της να τον προστατεύσει· όταν από την αίσθηση ότι μπορεί να κάνει κάτι περνάει στην συνειδητοποίηση ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ήταν παράξενο που μπορέσαμε να μείνουμε ως απλοί παρατηρητές. […] Πώς μπόρεσα να παρακολουθώ βουβή και ασάλευτη. Όταν την ώρα «της δημόσιας έκθεσης της ήττας του» ενώ ως τότε λαχταρούσε απελπισμένα να έρθει γρήγορα το τέλος, τώρα δεν θέλει να τελειώσει, να χαθεί. Μετά, η ντροπή και η ενοχή της όταν άφησε να θάψουν άλλοι τον γιό της, χωρίς μάλιστα να γνωρίζει αν τελικά τον έθαψαν. Κι ύστερα η σφοδρή επιθυμία της αυτά που συνέβησαν να μην είχαν συμβεί, να είχαν πάρει άλλη πορεία· εκείνος να τους κοιτούσε και να αποφάσιζε όχι τώρα, όχι σ’ αυτούς. Ήταν εύκολο να τον βοηθήσει, έπρεπε να είχε προσπαθήσει περισσότερο. Η απόλυτη πεποίθησή της πως δεν άξιζε τον κόπο.

Θέλω να ζήσω πάλι στα χρόνια πριν από το θάνατο του γιου μου ή πριν φύγει από το σπίτι […] Θέλω μία από εκείνες τις χρυσές ημέρες του Σαββάτου, τις ημέρες χωρίς ανέμους, τότε που […] πήγαινα και έψαλλα τα λόγια της ικεσίας προς το Θεό για να απονείμει δικαιοσύνη στον αδύνατο, να υπερασπιστεί τον ταπεινό […]. Τότε που έλεγα αυτά τα λόγια στο Θεό, είχε σημασία ότι ο άντρας μου και ο γιος μου βρίσκονταν κάπου εκεί κοντά και ότι σε λίγο, θα άκουγα τα βήματά τους να πλησιάζουν […] ύστερα από μια ημέρα στην διάρκεια της οποίας είχαμε ανανεωθεί ως άνθρωποι και η αγάπη του ενός για τον άλλον, για τον Θεό και για τον κόσμο είχε γίνει ακόμα πιο μεγάλη, ακόμα πιο βαθιά. [σ.100-101]

Εκδ. Ίκαρος, 2014, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, σελ. 115. Περιλαμβάνεται επτασέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας [The testament of Mary, 2014]

Στις εικόνες έργα των: 1. Henry Ossawa Tanner [The Annunciation], 2. Αγνώστου, Ο γάμος στην Κανά, 4. Pedro de Mena [Dolorosa Mater], 5. Παιδική ζωγραφιά [Stewart School.org], 6. Patricia Boyer σε μια από τις θεατρικές παραστάσεις του έργου, 7. Theodore Gericault [Mater dolorosa], 8. Μιχάλης Βασιλάκης [Σταύρωση], 9. John Scott [Annunciation], 10. Moise Madon [Mater Dolorosa]

14
Απρ.
20

Θανάσης Λάμπρου – Κάτω απ’ τον ανοιχτό ουρανό. Εισαγωγή στον Γκαίτε. Η τραγωδία του Φάουστ. Η αγαλλιαστική περιπλάνηση του Βίλχελμ Μάιστερ

Μπορούμε να φτάσουμε στην αληθινή και ουσιαστική γνώση; Ή μήπως αυτό που θεωρούμε γνώση δεν είναι παρά μια αυταπάτη που μας κάνει να πλανιόμαστε στην επιφάνεια των πραγμάτων; αναρωτιέται ο Φάουστ που δεν πιστεύει ούτε στην χριστιανική θρησκεία ούτε στην Ανάσταση του Χριστού αλλά σε μια ακαριαία μέθεξη στην θεϊκή μακαριότητα με το βίαιο μέσον της αυτοκτονίας. Χάρη σ’ ένα όραμα πριν την αυτοκτονία του διαπιστώνει πως η αγάπη αποτελεί την μεγαλύτερη δοκιμασία που αν την περάσει κανείς θα οδηγηθεί στην ίδια την ανάσταση. Η αγάπη είναι η δύναμη που όλα τα δημιουργεί, όλα τα συνέχει και τα συγκρατεί. Αυτό το χαρμόσυνο άγγελμα τον έκανε να νιώσει ότι γύρισε πίσω στα χρόνια που ήταν παιδί, τότε που ακόμη ψηλαφούσε και μάντευε τον κόσμο. Αυτό που του έσωσε την ζωή δεν ήταν η πίστη αλλά η ανάμνηση. Η καταφυγή στα παιδικά χρόνια, στην παιδική ηλικία: η κρυφή και ανεξάντλητη πηγή από την οποία τρέφεται ολοένα και πιο πολύ η τέχνη του ποιητή όσο περνούν τα χρόνια.

Όμως πριν από την εμφάνιση του Φάουστ στο μυθιστόρημα προηγείται ένας Πρόλογος στον ουρανό, όπου ο Μεφιστοφελής συναντά τον ίδιο τον Κύριο. Ο χώρος του Μεφίστο είναι ο κόσμος των ανθρώπων· οι άνθρωποι και τα βάσανά τους είναι το ιδιαίτερο έργο του (εδώ ο Γκαίτε ακολουθεί στην χριστιανική θρησκεία σύμφωνα με την οποία ο Διάβολος είναι ο άρχων του κόσμου τούτου). Μολονότι ο άνθρωπος είναι κάτοχος του ουράνιου φωτός, έχει καταφέρει από την αρχή της εμφάνισής του επάνω στη γη μέχρι σήμερα, να είναι χειρότερος, αγριότερος και από το πιο άγριο ζώο. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει ο Μεφίστο ύστερα από μακρόχρονη σπουδή του ανθρώπινου είδους. Ο Λόγος είναι η σωτηρία του ανθρώπου αλλά, επειδή ακριβώς δεν τον χρησιμοποιεί  οδηγείται αργά ή γρήγορα στην καταστροφή και στην αυτοκαταστροφή. Στον διάλογο που διαμείβεται στον ουρανό ανάμεσα στον Κύριο και στον Μεφιστοφελή, εν αγνοία του Φάουστ, ο Μεφιστοφελής επιθυμεί να στοιχηματίσει με τον ίδιο τον Κύριο πάνω στον ίδιο τον Φάουστ. Ο Μεφίστο θεωρεί πως ο Κύριος θα απωλέσει τον Φάουστ, φτάνει ο Κύριος να επιτρέψει στον Μεφίστο να οδηγήσει τον Φάουστ στον δικό το δρόμο. Θρασύς και πανούργος προτείνει ένα στοίχημα στον ίδιο τον Κύριο, ο οποίος τελικά του δίνει την άδεια υπό τον όρο όλα αυτά να συμβούν μόνο για όσο καιρό ζει ο Φάουστ στη γη.

Ο Μεφιστοφελής με την όψη ενός περιπλανώμενου φοιτητή εμφανίζεται στον Σπουδαστήριο όπου μελετά ο Φάουστ, στον τόπο που τον απομονώνει από τον έξω κόσμο αλλά την ίδια στιγμή είναι σαν να τον εγκαθιστά στο κέντρο του κόσμου. Η άρνηση είναι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του Μεφίστο – Είμαι το πνεύμα που διαρκώς αρνείται! Η συμφωνία τους είναι θέμα χρόνου· αυτός θα τον κάνει να καταλάβει τι είναι η ζωή, να του επιστραφεί η χαμένη νεότητα, τα τριάντα ολόκληρα χρόνια που έχασε μελετώντας, να ελευθερωθεί απ’ όλα και προπαντός από την μέχρι τώρα έγκλειστη ζωή του, να του δώσει όλα όσα δεν είδε κανένας άνθρωπος μέχρι τώρα. Στον πρώτο του έρωτα με την δεκατετράχρονη παιδίσκη Μαργαρίτα (Γκρέτχεν) ο Φάουστ παρακαλεί και ικετεύει να μπορέσει να βρει καταφυγή στην αγκαλιά της, αυτός που έζησε μέχρι τώρα σαν άστεγος πάνω στη γη, ένας μη άνθρωπος. Φυσικά το τραγικό τέλος αυτού του έρωτα είναι δεδομένο.

Όμως ο απόλυτος έρωτας έρχεται στην Τρίτη Πράξη του Δεύτερου Μέρους η οποία συμπυκνώνει τον ιστορικό χρόνο τριών χιλιάδων χρόνων και αποτελεί έναν οριστικό αποχαιρετισμό στον παλαιό κόσμο. Αν για τον Φάουστ όσο πιο αδύνατο είναι κάτι, τόσο περισσότερο ζητά να το φτάσει, τότε η επιθυμία του να κερδίσει την ίδια την Ωραία Ελένη, το αρχέτυπο σύμβολο της γυναικείας ομορφιάς, είναι απόλυτη και επιτακτική. Ο Γκαίτε διάλεξε την Ελένη όχι μόνο επειδή ήθελε να διατηρήσει ένα από τα σταθερά στοιχεία του θρύλου, ούτε γιατί απέβλεπε στο «πάντρεμα» του αρχαίου και του μεσαιωνικού κόσμου. Οι λόγοι ήταν πολύ βαθύτεροι, όπως βαθύτερος είναι ο συμβολισμός που φέρνει στο φως η μορφή της Ωραίας Ελένης, όπου σμίγει όλη η λαχτάρα και η νοσταλγία του αρχαίου κόσμου. Ο δρόμος προς την Ελένη είναι ο δρόμος που διανύει ο κάθε δημιουργός αναζητώντας την ομορφιά. Η ομορφιά του έρωτα και ο έρωτας της ομορφιάς μεταμορφώνουν τον άνθρωπο εσωτερικά. Όλα είναι παρόν, δεν υπάρχει ούτε το παρελθόν ούτε το μέλλον. Η Ελένη είναι η ενσάρκωση της ωραιότητας, το άχρονο, αιώνιο σύμβολο τόσο του ωραίου όσο και του έρωτα. Όταν στο τέλος της Πράξης ο Φάουστ μένει να κρατά στα χέρια του μόνο το πέπλο της, η ίδια η ομορφιά έχει χαθεί για πάντα. Το έργο τέχνης ως φορέας της ομορφιάς, γίνεται πλέον ένα άσαρκο σχήμα, ένα άδειο ρούχο για το οποίο θα ερίζουν εσαεί οι «καλλιτέχνες».

Ακολουθεί η βαθιά λαχτάρα για εξουσία, ιδιοκτησία και πλούτο η οποία δεν αποτελεί μια αόριστη επιθυμία που ποθεί ο Φάουστ αλλά ένα συγκεκριμένο σχέδιο για την πραγματοποίηση του οποίου δεν ορρωδεί προ ουδενός. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί κανείς να μείνει ασυγκίνητος στην Πέμπτη Πράξη με τον νέο που οδηγείται στην  ταπεινή καλύβα όπου ένα γεροντικό ζευγάρι, ο Φιλήμων και η Βαυκίς, έχει περάσει όλη του τη ζωή με βαθιά απλότητα, μη ζητώντας παρά τα λίγα που χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήσει πάνω σ’ ένα ελάχιστο κομμάτι γης; Η καλύβα, ένα μικρό ξωκλήσι και μια παραλία βρίσκονται σε κίνδυνο καθώς εκεί κοντά έχει εγκατασταθεί ο Φάουστ με το παλάτι του, τα αποξηραντικά έργα κι ένα τεράστιο τεχνητό λιμάνι που έχουν αλλάξει ολότελα την φυσιογνωμία του τόπου. Ό,τι χαρίζει δύναμη και ανάπαυση στο γεροντικό ζευγάρι τον εξοργίζει· οι γέροι, λέει κοφτά, πρέπει να βγουν από την μέση· τα μέρη τους του χαλάνε την παγκόσμια επικράτηση.

Σε αυτά τα λίγα λόγια (και δεν είναι τυχαίο που τα εξομολογείται στον Μεφιστοφελή) εντοπίζεται το αθέατο κέντρο όλου του έργου. Εδώ εκφράζεται η βαθύτερη λαχτάρα του Φάουστ που μέχρι τώρα διάλεγε μόνο πλάγιους δρόμους. Μπορεί η επικράτειά του να είναι απέραντη αλλά τώρα θέλει να μπορεί, λέει, να κοιτάζει από εκεί ψηλά όλα όσα έφτιαξε μέχρι τώρα. Όποιος προβάλλει αντίσταση στην ισχυρότατη θέλησή του, θέληση η οποία αποβλέπει στο καλό όλων, καθώς τα μεγαλεπήβολα έργα του είναι κέρδος για όλους, τον εξοργίζει και θεωρείται εχθρός του. Το ζευγάρι βγαίνει από την μέση με τρόπο βίαιο, απάνθρωπο και ανίερο.

Αλλά στο απέραντο παλάτι του, κυρίαρχος πια όλου του κόσμου, κι ενώ δε νιώθει να του λείπει τίποτα, ο Φάουστ έχει μια βαριά έγνοια: δεν έφτασε σ’ εκείνον τον ελεύθερο, ανοιχτό χώρο, στην εσωτερική ελευθερία που απελευθερώνει τα πράγματα και φέρνει στο φως την αλήθεια τους. Όλες οι κινήσεις του τείνουν προς έναν και μοναδικό σκοπό: την παγκόσμια κυριαρχία, μια επιδίωξη που θεμελιώνεται στην πεποίθησή του πως με τον τρόπο αυτόν η ανθρωπότητα οδηγείται σε νέους κόσμους και διανοίγονται ορίζοντες που πριν κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί. Αλλά ο Φάουστ δεν θέτει ποτέ στον εαυτό του το ερώτημα εάν η ανθρωπότητα, για την οποία τόσο πασχίζει και κόπτεται, επιθυμεί να ζήσει σε αυτό τον νέο κόσμο.

Φτάσαμε σε μια διατομή των καιρών, γράφει ο συγγραφέας, όπου ο άνθρωπος φυλακίστηκε εκούσια σε έναν ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο κόσμο με απάνθρωπα χαρακτηριστικά που αναιρούν την ανθρώπινη ουσία του. Η πανταχού παρουσία του θεϊκού, ανήκει πια στο παρελθόν. Πανταχού παρόν είναι πλέον το ανθρώπινο είδος που επεμβαίνει με βιαιότητα παντού. Ο Φάουστ κατέληξε να γίνει εν ζωή ένας μη άνθρωπος, χωρίς σκοπό και ησυχία. Είναι ακριβώς όπως ο σημερινός άνθρωπος, που δεν βρίσκει ησυχία πουθενά, που όλες οι επιθυμίες του γεννούν άλλες με τις επιθυμίες και αυτές με την σειρά τους άλλες επιθυμίες. ο άνθρωπος που είναι ακόρεστος, εγωπαθής και αχαλίνωτος, όλο πλεονεξία και απληστία, διψώντας, επιθυμώντας με μανία την άβυσσο και, τέλος χιμώντας ίσια κατά την άβυσσο. Η τραγωδία του Φάουστ είναι ακριβώς η τραγωδία του σύγχρονου πολιτισμού μας.

Το τελευταίο μέρος του βιβλίου αφορά το τέταρτο μυθιστόρημα του Γκαίτε Τα χρόνια περιπλάνησης του Βίλχελμ Μάιστερ, που, σε αντίθεση με το πρώτο του, Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, που τον έκανε γνωστό σε μια νύχτα σε ολόκληρο τον γερμανόφωνο κόσμο, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Είναι το μυθιστόρημα που θα μπορούσε να ιδωθεί ως η άλλη όψη της τραγωδίας του Φάουστ, ως η άλλη, διαφορετική δυνατότητα στην αδιέξοδη μεγαλομανία του Φάουστ, μια προσπάθεια να φανεί ένας άλλος δρόμος. Σε αυτό το αντι-μυθιστόρημα δεν κυριαρχούν η πλοκή ή τα πρόσωπα αλλά τρεις έννοιες: η περιπλάνηση, η αποταγή και απάρνηση του εαυτού και ο σεβασμός.

Ο Βίλχελμ Μάιστερ ανήκει στην κοινότητα των περιπλανώμενων, των οδοιπορούντων, που ακολουθούν μια θεμελιώδη αρχή: Να μη μένουν στον ίδιο τόπο πάνω από τρεις μέρες και ο επόμενος να βρίσκεται μίλια μακριά από τον προηγούμενο. Ο άνθρωπος είναι κατά βάθος ένας περιπλανώμενος αυτού του κόσμου, και ολόκληρη η ζωή δεν είναι παρά μια οδοιπορία, όπου τίποτα δεν γίνεται δυο φορές· όλα συμβαίνουν μια και μοναδική φορά. Η περιπλάνηση αποτελεί για όλους τους περιπλανώμενους το μέσον εποπτείας του εαυτού τους και μια αγχιβασίη, μια προσέγγιση της κίνησης του κόσμου. Όσον αφορά την αποταγή, εδώ δεν σημαίνει τη απάρνηση των εγκοσμίων, αλλά, αντίθετα, την πλήρη και ενθουσιαστική τους κατάφαση. Η αποταγή σημαίνει περιορισμό και αυτοπεριορισμό, χάραξη ορίων, τιθάσευση και χαλιναγώγηση της σφοδρότητας του Εγώ, που οδηγούν στην αυτογνωσία. Αρνούμενος τον εαυτό του ο Βίλχελμ Μάιστερ πηγαίνει πέρα από τον εαυτό του και βλέπει καθαρά τον κόσμο.

Πρόκειται για ένα συναρπαστικό βιβλίο που δεν αναλύει ούτε σχολιάζει φιλολογικά τα δυο έργα του Γκαίτε αλλά εμβαθύνει στην πολύπλευρη θεματολογία τους, προβληματίζεται πάνω στην φιλοσοφία τους και στοχάζεται πάνω στις αλήθειες τους· μια πραγματεία που μας χαρίζει μια διπλή απόλαυση: αφενός μας παραμερίζει το βαρύ παραπέτασμα που μας κρατά αμήχανους και φοβισμένους μπροστά στα κλασικά έργα του μακρινού (;) παρελθόντος και μας προσκαλεί να εξοικειωθούμε και να οικειωθούμε με τα δυο μείζονα λογοτεχνικά έργα του Γκαίτε, και αφετέρου, μας προσφέρει ένα σπάνιο κείμενο, αυτό καθεαυτό, γραμμένο με υπέροχη γλώσσα και μια έξοχη δοκιμιακή πλοκή. Μια κατάβαση και ανάβαση μαζί, σ’ ένα συναρπαστικό λογοτεχνικό και εξωλογοτεχνικό σύμπαν.

Εκδ. Περισπωμένη, 2014, σελ. 428. Περιλαμβάνεται εξασέλιδη βιβλιογραφία.

Στις εικόνες: έργα των Georg Melchior Kraus, Harry Clarke [Εικονογράφηση για το Faust], Ary Scheffe [Faust and Marguerite in the Garden], Johann Heinrich Wilhelm Tischbein, 2 έργα αγνώστου, Harry Clarke [Εικονογράφηση για το Faust], Karl Bauer.

31
Μαρ.
20

Συλλογικό – Οι λύκοι επιστρέφουν. Διηγήματα της «γενιάς των ερειπίων»

Πώς βίωσαν σημαντικοί γερμανόφωνοι συγγραφείς (ορισμένοι και Εβραίοι) την ήττα και τα συντρίμμια του ναζιστικού καθεστώτος; Πώς μετέβησαν από την συσσωρευμένη σιωπή μιας δεκαετίας στην έκφραση της νέας εφιαλτικής πραγματικότητας; Με ποιους τρόπους βρήκε την φωνή της η γερμανόφωνη μεταπολεμική λογοτεχνική γενιά και πώς πραγματεύτηκε θέματα όπως η ομολογία της ενοχής και το σχετικό ψυχικό άλγος, η απεικόνιση της καθημερινής αθλιότητας, η ειδικότερη ενοχή για τον κατατρεγμό των Εβραίων και η ανικανότητα για εξιλέωση, ακόμα και ο αναστοχασμός για όσα πέρασαν οι Εβραίοι; Αυτή η «Λογοτεχνία των Ερειπίων» (ερειπίων όχι μόνο των πόλεων αλλά και της κοσμοαντίληψης και των ιδεών της προπολεμικής εποχής) ανθολογείται ιδανικά εδώ σ’ έναν τόμο με είκοσι εννέα διηγήματα.

Ας δούμε ορισμένα εξαιρετικά κείμενα από αυτή την πλούσια συλλογή. Σπεύδω στην πρώτη γυναίκα της συλλογής, την εξαιρετική Ίλζε Άιχινγκερ (Ilse Aichinger), που έχουμε ήδη απολαύσει στο βιβλίο Επίκαιρη συμβουλή (βλ. παρουσίαση στο Πανδοχείο, εδώ). «Από χθες κατοικώ έναν όροφο πιο κάτω», ξεκινά η αφηγήτρια την συγκλονιστική της διήγηση στο κείμενο «Όπου κατοικώ». Πράγματι, επιστρέφοντας από μια συναυλία διαπιστώνει πως το διαμέρισμά της βρίσκεται στον τρίτο και όχι στον τέταρτο όροφο. Πώς συνέβη αυτό, εφόσον δεν μετακόμισε; Από τη στιγμή εκείνη μένω ξάγρυπνη και συλλογίζομαι τι θα συμβεί αύριο. Πότε πότε νιώθω ακόμη τον πειρασμό να σηκωθώ και να τρέξω στον πάνω όροφο, για να διαπιστώσω τι πράγματι συμβαίνει. Όμως αισθάνομαι πάρα πολύ αδύναμη, κι άλλωστε θα μπορούσε κάποιος εκεί πάνω να ξυπνήσει από το φως του διαδρόμου, να βγει έξω και να με ρωτήσει: «Τι γυρεύετε εδώ;».  Κι αυτή την ερώτηση από έναν από τους μέχρι τώρα γείτονές μου τη φοβάμαι τόσο πολύ, που προτιμώ να παραμείνω ξαπλωμένη…

Δεν της απομένει, λοιπόν, παρά να κάνει σαν να είχε ζήσει όλη της την ζωή ένα πάτωμα πιο κάτω. Αναρωτιέται τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε πάει στην συναυλία. Και καθώς δεν θέλει να κλειστεί σπίτι και συνεχίζει να πηγαίνει σε συναυλίες, βρίσκεται πλέον να κατοικεί στο υπόγειο. Το μόνο που φοβάται πλέον είναι μη βρεθεί στον υπόνομο, αν και σιγά σιγά εξοικειώνεται και με αυτή την ιδέα. Οι λίγες σελίδες του διηγήματος αποδίδουν με εξαιρετικό πλην εφιαλτικό τρόπο την διαδικασία πλήρους υποταγής του ατόμου στην αυθαιρεσία οποιουδήποτε απολυταρχικού καθεστώτος, όπως τονίζει στο ειδικό του σχόλιο ο μεταφραστής. Η γυναίκα υφίσταται άβουλα όσα συμβαίνουν γύρω της χωρίς να κατανοεί τους λόγους και δεν τολμάει όχι μόνο να αντιδράσει στην πρώτη καταπάτηση των αυτονόητων δικαιωμάτων αλλά ούτε και να απευθυνθεί σε κάποιον του περιβάλλοντός της. Φτάνει στο σημείο να αυτοενοχοποιείται για τις απλές καθημερινές χαρές και εξαναγκάζεται στην προσαρμογή.

Οι καλαμιές της εξίσου εξαίρετης συγγραφέως Άννα Ζέγκερς (Anna Seghers) έχουν ως πρωταγωνίστρια μια γυναίκα που φροντίζει μόνη της ένα μικρό οικογενειακό αγρόκτημα, καθώς τα αδέλφια της πολεμούν στο μέτωπο, και δουλεύει σκληρά για να ξεχνάει την μοναξιά της. Όταν μαθαίνει πως ο αρραβωνιαστικός της «έπεσεν εις το πεδίον της μάχης» νιώθει εγκαταλειμμένη και σχεδόν απελπισμένη. Έτσι όταν ένας ξένος, ένα πρόσωπο άγνωστο (λες και μπορούσε ποτέ ένα πρόσωπο ν’ αποτελεί εγγύηση για τον κάτοχό του), της ζητά να κρυφτεί στο σπίτι της, εκείνη δέχεται χωρίς ερωτήσεις. Εκεί του έφτιαξε μια μικρή κρυψώνα· και δεν άνοιξε καν το στόμα της, λες και ήταν δυνατόν να μείνουν ανυπόστατες οι πράξεις της εάν δεν μιλούσε. Σταδιακά ξεθαρρεύει και κατεβαίνει στο υπόγειο για να ακούει τις διηγήσεις του και για κάποια που γνωρίζει μόνο την δική της ύπαρξη, όλα φαίνονται παραμύθια και θρύλοι. Δένονται και πλαγιάζουν μαζί, όμως η απελευθέρωση σημαίνει και την φυγή του. Αυτός που «μπορούσε να της εξηγήσει τα πάντα επί της γης» τώρα με αγνώριστη φωνή της εκφράζει την ανυπομονησία του να επιστρέψει στην ζωή του. Δεν ξεχνάει ποτέ την σωτηρία του και της τονίζει σε κάθε του επίσκεψη την ευγνωμοσύνη του, όμως εκείνη έκανε διαφορετικά όνειρα για τους δυο τους.

Το εξίσου συναρπαστικό κείμενο του πολύπλευρου συγγραφέα και σκηνοθέτη Αλεξάντερ Κλούγκε (Alexander Kluge) περιγράφει με την μορφή «επιστημονικών» ερωταποκρίσεων ένα ερωτικό πείραμα που πραγματοποιείται σε έναν άντρα και μια γυναίκα, που τους φέρνουν για πρώτη φορά σε επαφή σε κοινό κελί για την διαπίστωση της αποτελεσματικότητας των ακτινών Ρένγκεν στην στείρωση. Όσο και να προσπαθούν οι υπεύθυνοι να επηρεάσουν το περιβάλλον (κρύο για να ευνοήσει το πλησίασμά τους, ρομαντικό για τους ίδιους λόγους), τίποτα δεν οδηγεί στην διέγερσή τους. Φοβόντουσαν άραγε την ελευθεριότητα στην οποία έβλεπαν να έχουν εκτεθεί; Νόμιζαν άραγε πως αυτό ήταν μια δοκιμασία κατά την οποία έπρεπε να δείξουν το ήθος τους; Μήπως η δυστυχία του στρατοπέδου ορθωνόταν σαν ψηλός τοίχος ανάμεσα τους; […] Μήπως τούτο σημαίνει πως σε κάποιο ορισμένο σημείο της δυστυχίας ο έρωτας δεν γίνεται πια να ολοκληρωθεί;

Ένα άλλο ζευγάρι σε μια γερμανική πόλη ετοιμάζεται να ζήσει την απελευθέρωση, που ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για την προγενέστερη ζωή τους (Ρόλφ Μπέκερ (Rolf Becker), Η λευκή σημαία). Πρόκειται για έναν επιτυχημένο συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής και την εβραϊκής καταγωγής σύζυγό του την οποία διέσωζε επί δώδεκα χρόνια. Όταν το 1932 έμαθε πως τον απατούσε ένα χρόνο μετά τον γάμο τους, της ζήτησε διαζύγιο αλλά πήρε πίσω την απόφασή του λόγω της νέας πολιτικής κατάστασης. Γιατί πιθανότατα να μη ζούσες πια σήμερα. Θα ’πρεπε να φοράς το κίτρινο άστρο, και θα σε είχαν σκοτώσει, όπως και τους γονείς σου.

Η μεταξύ τους συνομιλία είναι γεμάτη χάσκοντα ερωτήματα και δραματικές διαπιστώσεις. Έμεινε μαζί της μόνο από ευπρέπεια και επειδή μισούσε τους Ναζί; Για ποιο λόγο δεν γνώρισε άλλη γυναίκα; Την τιμώρησε μένοντας δίπλα της χωρίς να την αγγίξει ποτέ; Έπρεπε να είμαι ευχαριστημένη που παρέμενα σε τούτο το σπίτι απρόσβλητη. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια! Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Για μια γυναίκα; Ήταν η κόλαση για μένα. […] Καμιά φορά σκέφτομαι πως ήταν η τέλεια εκδίκηση επειδή δε σου στάθηκα πιστή. Εκείνος δεν αρνήθηκε μόνο την αγάπη της αλλά και της εκφράζει πλέον την απέχθειά του για οτιδήποτε εβραϊκό. Ο διάλογος είναι από ψυχρός έως σπαρακτικός και διόλου τυχαία από το διήγημα προέκυψε ένα ραδιοφωνικό θεατρικό έργο.

Με ανάλογο τρόπο βάσισε ο σπουδαίος Μαξ Φρις (Max Frisch) το αριστουργηματικό του κομμάτι Ο Ανδορριανός Εβραίος στο θεατρικό του έργο Ανδόρρα. Στην Ανδόρρα ζει κάποιος νέος που όλοι περνούν για Εβραίο. Δυσπιστούν απέναντι στον ψυχισμό του, τον επιτιμούν για την οξύνοιά του. Ο Εβραίος έχει πατρίδες που τις επιλέγει, που τις αγοράζει, αλλά δεν έχει μια πατρίδα όπως εμείς από γεννησιμιού μας. Η πατρίδα ανήκει άπαξ και δια παντός στους άλλους, και δεν αναμένεται από αυτόν ότι θα μπορούσε να την αγαπάει, ούτε κι αυτή την ίδια την λέξη. Όσο για την ζέση του πάθους του, αυτή εκλαμβάνεται ως το μυστικό όπλο της εκδικητικότητάς του. Σα να μην φτάνουν αυτά, περιφέρει την διαφορετικότητά του μ’ ένα είδος ισχυρογνωμοσύνης. Ακόμα κι όταν υποκλινόταν, το έκανε σαν ένδειξη μομφής, λες κι έφταιγε ολόκληρο το περιβάλλον του που ήταν Εβραίος. Από την βαθιά αντιπάθεια μέχρι την θανάτωσή του, ο Εβραίος, που τελικά δεν είναι παρά ένας από εκείνους, απορροφά την ιδεολογία κάθε ρατσισμού και φασισμού.

Εκτός από τους συγγραφείς το έργο των οποίων γνωρίζουμε λιγότερο ή περισσότερο, όπως οι Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν (Ingeborg Bachmann), Χάινερ Μίλερ (Heiner Muller), Χάινριχ Μπελ (Heinrich Boll), Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ (Wolfgang Borchert), Μπέρτολτ Μπρεχτ (Bertolt Brecht), Βόλφντιτριχ Σνούρε (Wolfdietrich Schnurre), περιλαμβάνονται ακόμα κείμενα των Άλμπρεχτ Γκες (Albrecht Goes), Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (Marie Luise Kaschnitz), Ελίζαμπετ Λάνγκεσερ (Elisabeth Langgasser), Γιόζεφ Μίλμπεργκερ (Josef Muhlberger), Βάλτερ Μπάουερ (Walter Bauer), Χανς Μπέντερ (Hans Bender), Ούλριχ Μπέχερ (Ulrich Becher), Πέτερ Ροζίνσκι (Peter Rosinski), Στέφαν Χέρμλιν (Stephan Hermlin).

Όπως είναι ευνόητο, τόσο η θεματολογία (που συστηματοποιεί ο μεταφραστής στην εισαγωγή) όσο και το ύφος ποικίλουν από διήγημα σε διήγημα – ένας παραπάνω λόγος που καθιστά την συλλογή μια ιδανική περίπτωση γνωριμίας με την συγκεκριμένη γερμανόφωνη πεζογραφία. Αν κάτι όμως φαίνεται να συνδέει τα κείμενα ως προς την μορφή, αυτό είναι η απλή, κοφτή, χωρίς πολύπλοκες διατυπώσεις γραφή, ένας ρεαλισμός που χαράσσει πολύ βαθιά την αφήγηση, μια απογύμνωση από κάθε συναίσθημα. Ακριβώς για τους παραπάνω λόγους το διήγημα υπήρξε το πλέον πρόσφορο είδος, και, σε συνδυασμό με την επίδραση από το αντίστοιχο είδος του αγγλοσαξονικού κόσμου, αλλά πάνω απ’ όλα εμπνευσμένο από την πραγματικότητα και σμιλεμένο από τον γερμανικό ψυχισμό, δημιούργησε αυτή την θαυμάσια λογοτεχνία.

Τα χρήσιμα βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων (οι οποίοι εκπροσωπούνται, με ένα έως και τέσσερα κείμενα) είναι ενδεικτικά του πολύπλευρου έργου τους (οι περισσότεροι έχουν δοκιμαστεί σε πλείστα είδη γραφής, ορισμένοι και στον κινηματογράφο) αλλά και της τύχης που επιφύλαξε το Τρίτο Ράιχ στα βιβλία τους, καθώς, είτε τα οδήγησε στην πυρά, είτε απαγόρευσε την έκδοση και την κυκλοφορία τους. Πρέπει, τέλος, να τονιστεί για άλλη μια φορά αυτό που εδώ στο Πανδοχείο γράφουμε συνεχώς: η μέγιστη συμβολή των λογοτεχνικών περιοδικών στην επαφή μας με αυτό το παραμελημένο πλην ζωογόνο λογοτεχνικό είδος και με συγγραφείς που συχνά δεν είναι δυνατό να διαβάσουμε αλλού. Έτσι διόλου τυχαία τα εδώ διηγήματα έχουν κάποτε δημοσιευτεί στα περιοδικά Πόρφυρας, Νέα Εστία, Νέα Πορεία, Εντευκτήριο, Το Δέντρο, Δοκιμασία, Πάροδος, Το κοράλλι και Ακτή.

Εκδ. Gutenberg [Aldina, 13], 2018, μτφ. Φοίβος Π. Πιομπίνος, σελ. 365. Περιλαμβάνονται πρόλογος του συγγραφέα και βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων.

Στις εικόνες οι Anna Seghers, Alexander Kluge, Max Frisch και Ingeborg Bachmann, καθώς και έργα των: Jeff Wall, Robert Bluj και Konrad Klapheck [Landscape with ruins (1950)]. Στην τελευταία φωτογραφία: Επανένωση ζεύγους στο Dessau μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο (από εδώ).

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 233, εδώ.

23
Μαρ.
20

Isaac Bashevis Singer – Σώσα

Ο «ανεξήγητος» έρωτας ενός διχασμένου αντιήρωα

Ο Σίνγκερ είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Έχοντας διαβάσει όλα τα καθ’ ημάς μεταφρασμένα βιβλία του, διαπιστώνω πως εκείνα που απόλαυσα περισσότερο είναι τα μυθιστορήματα Σκιές στον ποταμό Χάντσον και Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία, ενώ από τις συλλογές διηγημάτων τα Ο τελευταίος δαίμονας και άλλα διηγήματα και Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες. Τι κοινό έχουν αυτά τα τέσσερα βιβλία, ιδίως τα μυθιστορήματα; Οι ήρωες των ούτως ή άλλως ευφάνταστων και γοητευτικών στην πλοκή ιστοριών ζουν πλέον στις πόλεις, προσπαθούν να εναρμονιστούν στον μοντέρνο κόσμο και διαθέτουν έντονη ερωτική ζωή, επιχειρώντας να διατηρήσουν το θρησκευτικό τους συναίσθημα και τις σχετικές επιταγές. Κι είναι ακριβώς αυτή η απεγνωσμένη τους προσπάθεια που κατακλύζει τον βίο τους με ένα συνεχή διχασμό· διχασμό ανάμεσα στην συνέπεια και την απιστία, στην ηδονή και στις ενοχές, στην πίστη και στην φιλοσοφία. Σε αυτές τις εκατοντάδες ερεθιστικές σελίδες έρχονται τώρα να προστεθούν κι εκείνες της Σώσα.

Και αυτή τη φορά ο πολύπαθος (πρωτοπρόσωπος) αφηγητής έχει όλα τα στοιχεία ενός αντιήρωα. Ο Άαρον (Άρελε) Γκρέιντινγκερ, γιος ραββίνου, μεγαλώνει στην οδό Κροχμάλνα της Βαρσοβίας, έναν δρόμο που εκπροσωπεί όχι μόνο τον Κόσμο του Χθες (για να θυμηθούμε τον τίτλο της περίφημης αυτοβιογραφίας του Στέφαν Τσβάιχ) αλλά και μια εποχή που μοιάζει αρχαία και αιώνια, βυθισμένη στην εβραϊκότητα. Ζώντας σ’ ένα σπίτι όπου κάθε του επιθυμία συνιστά παράβαση, αναπτύσσει μια τρυφερή φιλία με την εννιάχρονη Σώσα, κόρη γειτόνων από μια μη ραββινική οικογένεια. Ο Άρελε βιώνει με όλες του τις αισθήσεις τις επισκέψεις στο γειτονικό σπίτι και προσφέρει στην Σώσα μια ελεύθερη παραλλαγή από τις ιστορίες και τα διδάγματα από τον πατέρα του. Μαζί της μοιράζεται φαντασιώσεις και ονειροπολήσεις αλλά και παράδοξες εκδοχές των ιστοριών που γνωρίζει, θεωρώντας ούτως ή άλλως τον εαυτό του αιρετικό και σαλεμένο.

Σύντομα ο Άρελε εγκαταλείπει την Βαρσοβία, χάνει τα ίχνη της Σώσα και βγαίνει στον έξω κόσμο. Ο Χίτλερ επικρατεί γρήγορα στην Γερμανία, στην Ρωσία έχουν αρχίσει οι εκκαθαρίσεις, στην Πολωνία εγκαθιδρύεται στρατιωτική δικτατορία, η Αμερική έχει ήδη επιβάλει μεταναστευτικούς περιορισμούς. Εγκλωβισμένος σε μια χώρα στριμωγμένη μεταξύ δυο πανίσχυρων αντιπάλων, φορτωμένος με μια γλώσσα και μια κουλτούρα που δεν αναγνωρίζει κανείς πέρα από έναν μικρό κύκλο Εβραίων, επιχειρεί να αναμετρηθεί με την λογοτεχνική γραφή αλλά και με μια σειρά ερωτικών σχέσεων που δεν τον αφήνουν ικανοποιημένο.

Πρώτα με την Ντόρα Στόλνιτς, ένα κορίτσι που είχε βάλει σκοπό της ζωής του να ζήσει στην Σοβιετική Ρωσία. Αντίθετη με τον γάμο (Πώς ήταν δυνατόν να υπογράψεις συμβόλαιο για εφ’ όρου ζωής αγάπη; Μόνο οι καπιταλιστές και οι ιερείς ήταν αφοσιωμένοι στη διαιώνιση ενός τόσο υποκριτικού θεσμού), η Ντόρα ετοιμάζεται να περάσει κρυφά στην Ρωσία και να εκπαιδευτεί στην προπαγάνδα. Έχοντας δώσει τα καλύτερά της χρόνια για το σοσιαλιστικό ιδεώδες αρνείται πεισματικά πως όσοι περνούν τα σύνορα συλλαμβάνονται από τους Σοβιετικούς με την κατηγορία της κατασκοπείας ή του τροτσκισμού. Δεν παύει στιγμή να παροτρύνει τον Άρελε να αφήσει πίσω του ραββίνους και πνεύματα αλλά και τον βούρκο της Ευρώπης και να πάνε εκεί όπου ανατέλλει η ζωή. Στα μάτια της «το μείγμα της πανουργίας και της θανάσιμης σοβαρότητας του ανθρώπου που έχει αναλάβει την αποστολή να σώσει το ανθρώπινο γένος». Αυτός παραμένει δύσπιστος και η διαφωνία τους κάθε φορά καταλήγει στον κρεβάτι της, σαν να είναι και η τελευταία τους φορά. Ερωτοτροπούν και βρίζονται, αγκαλιάζονται και φιλονικούν.

Την ίδια στιγμή τον διεκδικεί διακριτικά πλην επίμονα και αποτελεσματικά η Τσέλια Χέντσινερ, ο σύζυγος της οποίας ονόματι Χάιμλ τρέφει γι’ αυτήν μια παιδιάστικη αγάπη, συνεπώς στον έρωτα είναι άπραγος σαν παιδί και σχεδόν ωθεί τον Άρελε προς την γυναίκα του, που έχει πλήρως αφυπνισμένο αισθησιασμό χάρη στην λογοτεχνία,το θέατρο, την μουσική, ακόμα και τα άρθρα των εφημερίδων. Αλλά είναι η Μπέττυ Σλόνιμ που επιχειρεί να αλλάξει την ζωή του. Μαζί με τον σύντροφό της, Σαμ Ντράιμαν, έναν πρώην οικοδόμο σπιτιών και εργοστασίων στο Ντιτρόιτ που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να την κάνει γνωστή θεατρίνα, η Σλόνιμ τον πολιορκεί να της γράψει ένα θεατρικό έργο αλλά εκείνος παρά τις ερεθιστικές του ιδέες αναρωτιέται τι θα μπορούσε να γράψει που να μην είναι ήδη γνωστό. Ακόμα και η κάθε δοκιμή ενός νέου ύφους ή κάθε πειραματισμός με τις λέξεις καταλήγει γρήγορα σε στείρο μανιερισμό. «Άλλωστε τι είναι οι συγγραφείς; Διασκεδαστές, σαν τους θαυματοποιούς. Αν και περισσότερο αξιοθαύμαστος είναι κάποιος που μπορεί να ισορροπεί ένα βαρέλι στα πόδια του απ’ ότι ένας ποιητής». Η θεματολογία και το ύφος της γραφής δεν θα πάψει να απασχολεί τον αφηγητή ως το τέλος.

Γύρω του κινούνται διάφορες ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, με απολαυστικότερο όλων τον Δόκτωρα Μόρρις Φάιτελτσον, που με το βιβλίο του Πνευματικές ορμόνες ενδιαφέρεται να δικαιώσει στους ανθρώπους την έλλειψη σκοπού και την πνευματική αναρχία. Δεινός συζητητής και γυναικοκατακτητής, αγνωστικιστής και με τον τρόπο του μυστικιστής και χασιδιστής, ο Φάιτελτσον πιστεύει πως οι Εβραίοι είναι η μόνη απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Όλες μου οι αδυναμίες και οι αποκλίσεις πηγάζουν από την ανάγκη μου να είμαι απολύτως ελεύθερος. Αυτή η υποτιθέμενη ελευθερία με έχει καταντήσει σκλάβο. Βέβαιος πως οι σημερινοί Εβραίοι αγαπούν τρία πράγματα -το σεξ, την Τορά και την επανάσταση- ευελπιστεί να ιδρύσει ένα ινστιτούτο καθαρού ηδονισμού εφόσον ο άνθρωπος δεν σκέφτεται παρά μονάχα την ηδονή· ακόμα και οι ευσεβείς και η ασκητές αναζητούν την πνευματική μορφή της. Θα μαζευόμαστε κάποιο βράδυ σ’ ένα δωμάτιο με κλειστά τα φώτα και θα αφήναμε την ψυχή μας ελεύθερη να εκφραστεί.

Ο άνθρωπος, υποστηρίζει ο Φάιτελτσον (απηχώντας μια γνώριμη εμμονή του Σίνγκερ), θα πρέπει να έχει το θάρρος να αποκαλύπτει στον εαυτό του και στους άλλους ό,τι αληθινά ποθεί. Οι πραγματικοί τύραννοι δεν είναι αυτοί που καταπιέζουν το σώμα (το οποίο ούτως ή άλλως είναι περιορισμένο), αλλά αυτοί που εγκλωβίζουν το πνεύμα. Οι υποτιθέμενοι απελευθερωτές (ο Μωυσής και ο Ιησούς, ο συγγραφέας της Μπαγκαβάτ Γκίτα και ο Σπινόζα, ο Καρλ Μαρξ και ο Φρόυντ) ήταν όλοι δυνάστες της ψυχής. Η ζήλεια πρέπει να εκλείψει από τις ερωτικές σχέσεις  και οι άνθρωποι να ετοιμαστούν να αντικαταστήσουν το ένστικτό της με αυτό της κοινοκτημοσύνης. Και στην ερώτηση ποιος θα είναι ο σκοπός του απλώς επιθυμείν αντιτείνει: γιατί θα πρέπει να υπάρχει σκοπός; Ίσως ο σκοπός να είναι το ίδιο το χάος.

Όπως κάθε ήρωας και αντιήρωας του Σίνγκερ, ο αφηγητής κλυδωνίζεται από αμφιβολίες για την ύπαρξη ή την καλοσύνη του Θεού. Κάποτε τον βλέπει τόσο σαστισμένο με τους γαλαξίες και τους άπειρους νόμους που δημιούργησε, ώστε να έχει λησμονήσει τον αρχικό του σκοπό. Μήπως τελικά η μορφή του δεν είναι τόσο παντοδύναμη και έχει ανάγκη την συνεργασία μας; Εφόσον ο Θεός παραμένει αιώνια σιωπηλός, δεν του χρωστάμε τίποτα. Συχνά πλημμυρίζει οργή εναντίον της Δημιουργίας, του Θεού, της φύσης – όπως κι αν λέγεται ο υπαίτιος της δυστυχίας γύρω του. Ακόμα κι όταν ένα γατί του ζητά τροφή, του λέει «ζήτα από τον ανελεήμονα που σ’ έπλασε». Αλλά όταν αναλογίζεται την υπηρέτριά του Τέκλα (άλλη μια γυναίκα στην οποία αδυνατεί να αντισταθεί), δεν σκέφτεται μόνο πως «αυτοί είναι οι πραγματικοί άνθρωποι, εκείνοι που κρατούν όρθιο τον κόσμο» αλλά και πως «ένας αδιάφορος Θεός, ένας παρανοϊκός Θεός δεν θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει την Τέκλα».

Ακόμα και οι άλλοτε αυτονόητες θρησκευτικές τελετές του φαίνονται βίαιες. Η αιματοβαμμένη αγορά και στο σφαγείο του μοιάζουν με κόλαση που γελοιοποιεί όλες τις μεγαλοστομίες περί ανθρωπισμού και τον ωθούν να γίνει χορτοφάγος (όπως και ο ίδιος ο Σίνγκερ). Αργότερα σε μια άλλη τελετή του φαίνεται γελοίο να γίνει η αιτία να πεθάνει ένας κόκορας για τις δικές του αμαρτίες. Ο Φάιτελτσον με την σειρά του είναι απόλυτος: «γι’ αυτό η ειδωλολατρία ήταν τόσο ελκυστική· μπορούσες ν’ αγοράζεις έναν καινούργιο θεό κάθε χρόνο. Εμείς οι Εβραίοι φορτώσαμε στα έθνη έναν αιώνιο Θεό και γι’ αυτό μας μισούν».

Στην πραγματικότητα η αιώνια ζωή μπορεί να είναι μια κατάρα. Φαντάσου έναν μπακάλη να πεθαίνει και η ψυχή του να περιπλανιέται εδώ κι εκεί για χιλιάδες χρόνια, κατά την διάρκεια των οποίων είναι αναγκασμένη να θυμάται ότι κάποτε πουλούσε ραδίκια, μαγιά και φασόλια κι ότι ένας πελάτης χρωστάει δεκαοχτώ γρόσια. Ή την ψυχή ενός συγγραφέα που δέκα χιλιάδες χρόνια μετά δεν μπορεί να συνέλθει από μια κακή κριτική για το έργο του. [σ. 203]. Κι αν οι ψυχές ξεχνούν το παρελθόν, τότε πώς μπορούν να είναι οι ίδιες;

Ο Άρελε διαθέτει ελάχιστη αυτοεκτίμηση, ενώ σταδιακά η ίδια του εμφάνιση παρακμάζει όλο και περισσότερο. Φυσικά δεν παύει στιγμή να απορεί για την επιμονή αυτών των γυναικών να τον έχουν πλάι του, να θέλουν να ζήσουν μαζί του έναν μεγάλο έρωτα και να τον πάρουν μαζί τους μακριά από εκείνα τα μέρη. Από την πλευρά του, αυτές αναμφίβολα αποτελούν μέρος των φαντασιώσεών του και των φιλοσοφικών του στοχασμών αλλά δεν του αρκούν. Γνωρίζει πως εκείνο που του λείπει τον περιμένει στην Σώσα. Η επιστροφή του στο σπίτι της σημαίνει μια καθολική επιστροφή· λες και η ίδια έχει βρει έναν τρόπο να παγώνει τον χρόνο. Στα μάτια της βρίσκεται ζωγραφισμένος ο ίδιος παιδιάστικος ενθουσιασμός από την εποχή που συνήθιζε να της διηγείται ιστορίες.

Παρά την περιορισμένη σωματική της ανάπτυξη η Σώσα μοιάζει να καταλαβαίνει τα πάντα. Κατανοεί ακόμα και την επικοινωνία του με τις άλλες γυναίκες. Διέθετε άραγε την ενστικτώδη ικανότητα να μοιράζεται για την οποία μιλούσε ο Φάιτελτσον; Ο καταρρακτώδης της λόγος εκφράζει οράματα, δεισιδαιμονίες, την κακομεταχείρισή της από κακά πνεύματα, μια οικιακή ζωή πλήρως μεταφυσική. Ο κόσμος της παραμένει γεμάτος μυστήρια, όπως οι σοφίτες των ραββίνων, που κατακλύζονταν από πνεύματα. Ένας ακόμα διχασμός προστίθεται στην ζωή του:

Μέσα σε μια νύχτα βρήκα την χαμένη μου αγάπη και αμέσως μετά υπέκυψα στον πειρασμό να την προδώσω. Έκλεψα την ερωμένη του ευεργέτη μου, της είπα ψέματα, διέγειρα το πάθος της ιστορώντας της όλες τις λάγνες μου περιπέτειες και την έκανα να μου εξομολογηθεί αμαρτίες που με γέμισαν αηδία. Από ανίκανος μεταμορφώθηκα σε μέγα εραστή. Μεθύσαμε, τσακωθήκαμε, φιληθήκαμε και προσβάλαμε ο ένας τον άλλον. Η συμπεριφορά μου παλινδρομούσε από την αναίσχυντη διαστροφή στην θερμή μετάνοια. [σ. 128]

Από την ημέρα που εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι ο Άρελε βρίσκεται σε μια κατάσταση διαρκούς απελπισίας. Μερικές φορές σκέφτεται την περίπτωση της μετάνοιας, της επιστροφής στην αληθινή εβραϊκότητα. Αλλά του είναι αδύνατο να ζήσει όπως οι πρόγονοί του χωρίς να διαθέτει την πίστη του. Κάθε φορά που μπαίνει σε μια βιβλιοθήκη ξυπνά μέσα του η ελπίδα ότι σε κάποιο από τα βιβλία μπορεί να βρει μια ένδειξη για το πώς ένας άνθρωπος της δικής του ιδιοσυγκρασίας και κοσμοθεωρίας θα μπορούσε να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Αλλά δεν την βρίσκει ούτε στον Τολστόι ή στον Κροπότκιν, ούτε στον Ουίλλιαμ Τζαίημς ή στην Βίβλο. Η σπινοζική υπόσταση δεν έχει θέληση ούτε έλεος ούτε αίσθημα δικαιοσύνης και η «τυφλή βούληση» του Σόπενχάουερ είναι πιο τυφλή από ποτέ. Ελπίδα δεν βρίσκει ούτε στο εγελιανό «πνεύμα των καιρών» ούτε στον νιτσεϊκό Ζαρατούστρα. Αναρωτιέται μήπως επαληθεύονται τα λόγια της μητέρας του: Κανένας εχθρός δεν μπορεί να προξενήσει στον άνθρωπο μεγαλύτερο κακό απ’ ότι ο ίδιος του ο εαυτός. Ήξερα ότι ο κόσμος υπήρξε πάντα και θα παρέμενε για πάντα όπως ήταν σήμερα. Αυτό που οι ηθικολόγοι αποκαλούσαν «κακό» συνιστούσε στην πραγματικότητα τον κανόνα της ζωής. [σ. 258].

Άραγε οι μάζες είναι άμωμοι αμνοί και μονάχα κάποιοι λίγοι κακοί ευθύνονται για την ανθρώπινη τραγωδία; Στην πραγματικότητα, ένα μεγάλο μέρος των μαζών θέλει να σκοτώσει, να κλέψει, να βιάσει, να κάνει ό,τι έκαναν  πάντα ο Χίτλερ, ο Στάλιν και τύραννοι σαν κι αυτούς. […] Ένας μεγάλος αριθμός ανδρών διακατέχεται από δολοφονικό πάθος. Το μόνο που χρειάζονται είναι ένα πρόσχημα ή ένας σκοπός. Τη μια είναι για θρησκευτικούς λόγους, την άλλη για τον φασισμό ή για την προάσπιση της δημοκρατίας. Η λαχτάρα τους να σκοτώσουν είναι τόσο μεγάλη, που υπερβαίνει τον φόβο τους μήπως σκοτωθούν οι ίδιοι. Πρόκειται για μιαν αλήθεια που μας έχουν απαγορεύσει να τη λέμε αλλά αυτό δεν την κάνει λιγότεροι αληθινή. Οι ναζί που είναι πρόθυμοι να σκοτώσουν και να σκοτωθούν για τον Χίτλερ θα ήταν υπό άλλες συνθήκες έτοιμοι να κάνουν το ίδιο για τον Στάλιν. Δεν έχει υπάρξει ανόητη φιλοδοξία ή τρέλα για την οποία οι λαοί να μην ήταν  έτοιμοι να πεθάνουν. [σ. 290]

Στην Σοβιετική Ένωση έχουν αρχίσει εκκαθαρίσεις, μαζικές συλλήψεις και δίκες· η Ντόρα είναι πλέον συντετριμμένη. Στον Πολωνία ο πολωνικός Τύπος επιτίθεται στην εβραϊκή μειονότητα σα να είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του κράτους. Οι Πολωνοί δεν έχουν το θάρρος να τους εξοντώσουν οι ίδιοι, αλλά θα χαρούν αν το κάνει ο Χίτλερ και σίγουρα ο Στάλιν δεν θα τους υπερασπιστεί. Πολλοί Εβραίοι μοιάζουν παραδομένοι σ’ ένα είδος ηλίθιας αισιοδοξίας ή ζουν αναμένοντας τον Μεσσία, προς μεγάλη χαρά πολλών ψευδο-μεσσιών. Βλέποντας πια τον Χίτλερ να καταλαμβάνει τη μια περιοχή μετά την άλλη και τους Συμμάχους απλώς να παρακολουθούν αμέτοχοι, ο Άρελε αντιλαμβάνεται πως δεν υπάρχει καμία ελπίδα για τους Εβραίους της χώρας του. Αν φτάσουν οι Ναζί τι έχει να περιμένει πέρα από λιμοκτονία και στρατόπεδα συγκέντρωσης;

Αλλά να το σκάσει και να αφήσει στο έλεος της μοίρας τους όλους όσους αγαπά και ιδίως την Σώσα τού είναι αδιανόητο. Ακόμα κι όταν έχει την δυνατότητα για βίζα στην Αμερική της αφθονίας, όπου θα μπορεί να συνεχίσει απρόσκοπτα να γράφει, προτιμά να μείνει πίσω, στην φτώχεια ή στον θάνατο. Η επιλογή του μοιάζει αυτοκτονική όμως είναι δική του, κι ας αδυνατεί να εξηγήσει τα κίνητρά του στους άλλους, ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό. Άραγε είναι η ελεύθερή του βούληση ή μια άγνωστη δύναμη που έχει αποφασίσει για λογαριασμό του; Ποιος λέει ότι τα πάντα στη φύση ή στην ανθρώπινη υπόσταση μπορούν να εξηγηθούν με κίνητρα ή με λέξεις;

Αδύναμη, μελαγχολική και απολύτως εξαρτημένη, η Σώσα είναι ένα ιδιαίτερο πλάσμα με εύθραυστη ψυχική υγεία και ιδιόμορφη νοητική ανάπτυξη. Ο πόθος του Άρελε είναι είναι διαφορετικός, το πάθος αυτόματο, ασυλλόγιστο, η σαρκική υπόσταση ενεργεί από μόνη της. Όταν οι γυναίκες τον ρωτούν τι της βρίσκεις, εκείνος απαντά: «Βρίσκω τον εαυτό μου». Ό,τι κι αν είναι η Σώσα – ο ανεξήγητος, ενστικτώδης έρωτας, ο πόθος για ένα αδύναμο και απόλυτα εξαρτημένο πλάσμα, μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας, ο σύνδεσμος με τον παλιό του κόσμο, μια άνευ λόγων και αιτιών αγνή επιλογή – ο Άρελε θα μείνει δίπλα της. Μέχρι πού και ως πότε; Φυσικά δεν θα αποκαλύψουμε την συνέχεια, στην οποία ο ίδιος ο Σίνγκερ επέλεξε να μας αιφνιδιάσει και να μην γεμίσει με όλα όσα περιμέναμε.

Μια μέρα ο κόσμος θα συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει ούτε μια ιδέα που να μπορούμε να θεωρήσουμε αληθινή, όλα είναι ένα παιχνίδι: εθνικισμός, διεθνισμός, θρησκεία, αθεϊσμός, πνευματισμός, υλισμός, ακόμα και η ιδέα της αυτοκτονίας. […] Εφόσον δεν είμαστε σίγουροι για τίποτα και δεν μπορούμε καν να γνωρίζουμε τεκμηριωμένα ότι ο ήλιος θ’ ανατείλει αύριο, το παιχνίδι συνιστά τη βαθύτερη ουσία της ανθρώπινης προσπάθειας. Ο Θεός είναι ένας παίκτης, ο κόσμος ένας παιχνιδότοπος. Αναζητούσα για χρόνια το θεμέλιο της ηθικής και είχα εγκαταλείψει κάθε ελπίδα. Ξαφνικά κατάλαβα. Το θεμέλιο της ηθικής είναι το δικαίωμα του ανθρώπου να παίζει τα παιχνίδια της επιλογής του. Δεν θα χαλάσω τα παιχνίδια σου, μη χαλάς κι εσύ τα δικά μου. […] Δεν υπάρχει λόγος να μην μπορούν ο ηδονισμός, η Καμπάλα, η πολυγαμία, ο ασκητισμός, ακόμα και αυτό το κράμα χασιδισμού και ερωτισμού του φίλου μας του Χάιμλ, να συνυπάρξουν σε μια παιχνιδούπολη, ή μάλλον σε έναν παιχνιδόκοσμο, ένα κοσμικό Κόνυ Άιλαντ όπου ο καθένας θα παίζει τα παιχνίδια που επιθυμεί.

Δεινός στην δημιουργία της ατμόσφαιρας, οποιοδήποτε περιβάλλον και να περιγράφει, από τις εξαθλιωμένες συνοικίες και τις απαρχαιωμένες αυλές μέχρι τα κοσμικά ξενοδοχεία και τα καφέ, ο συγγραφέας γράφει και εδώ με έναν περίτεχνο συνδυασμό των εσωτερικών σκέψεων του ήρωα με διαλόγους ολοζώντανους, για καθημερινά θέματα μέχρι και τα πιο βαθιά ζητήματα. Η πρόζα του είναι ένα μείγμα πραγματικού και φανταστικού, φυσικού και υπερφυσικού, ιερού και βέβηλου, σε έναν, κατά τα δικά του λόγια, «μυστικό ρεαλισμό». Αλλά αυτός ο κόσμος των πνευμάτων που εδώ (μοιάζει να) βρίσκεται σε δεύτερη μοίρα δεν αποτελεί μόνο τον κόσμο των παιδικών του χρόνων και της θρησκείας του (δεν υπάρχει θρησκεία χωρίς αγγελολογία και δαιμονολογία) αλλά και μια λογοτεχνική δυνατότητα να μιλήσει για τις αλόγιστες δυνάμεις και τα πάθη που ορίζουν την ζωή των ανθρώπων, όπως τονίζει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο επίμετρό του. Σε κάθε περίπτωση, έχω την αίσθηση πως ο Σίνγκερ παραμένει ένας μεγάλος παραμυθάς, ένας σπάνιος αφηγητής ιστοριών που απλά δεν θέλεις να τελειώσουν.

Άλλωστε πώς είναι δυνατόν απλώς να εξαφανίζεται κάποιος; Πώς μπορεί κάποιος που έζησε, αγάπησε, έλπισε και πάλεψε με τον Θεό και τον εαυτό του να χαθεί έτσι απλά; Δεν ξέρω πώς και με ποιον τρόπο, αλλά οι νεκροί υπάρχουν ανάμεσά μας. Εφόσον ο χρόνος είναι μια ψευδαίσθηση, γιατί να μην είναι όλα αιώνια; [σ. 373]

Εκδ. Κίχλη, 2020, μτφ. Μιχάλης Πάγκαλος, 472 σελ. [Isaac Bashevis – Singer, Shosha, 1978]. Περιλαμβάνονται εκδοτικό σημείωμα, σημείωμα του μεταφραστή, γλωσσάρι βασικών εβραϊκών όρων, 123 σημειώσεις και επίμετρο με δυο κείμενα, του μεταφραστή και του Σταύρου Ζουμπουλάκη.

Για το βιβλίο του Σίνγκερ Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία βλ. κείμενο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 21, άνοιξη 2010 και σε ηλεκτρονική μορφή στο Πανδοχείο, εδώ.

Για το βιβλίο του Σίνγκερ Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες βλ. κείμενο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 102 – 103 [Ιούλιος – Δεκέμβριος 2013, κυκλοφ. 4 Μαρτίου 2014] και σε ηλεκτρονική μορφή στο Πανδοχείο, εδώ.

Για τις προαναφερθείσες αναφορές στον Σίνγκερ από τον Σταύρο Ζουμπουλάκη και το βιβλίο του Υπό το φως του μυθιστορήματος βλ. παρουσίαση του Πανδοχείου εδώ.

Στις εικόνες έργα των Stanisław Ignacy Witkiewicz, Bradley Wood, Gela Seksztajn και Kateryna Kosianenko.

30
Δεκ.
19

Marianne Dubuc – Το μεγάλο ταξίδι της οικογένειας Ποντίκη

Βλέπω ένα διώροφο ταχυδρομείο με μπλε κεραμίδια σ’ ένα πράσινο λιβάδι με δέντρα. Μόλις έχει μπει η ταμπέλα «Κλειστόν», καθώς ο ταχυδρόμος Ποντίκης με την οικογένειά του ετοιμάζονται να πάνε ένα μεγάλο ταξίδι. Φυσικά παίρνουν και μια αποσκευή γεμάτη γράμματα, καθώς η δουλειά του ταχυδρόμου δεν σταματά ποτέ. Άραγε από την επόμενη σελίδα, θα δούμε όλες τις στάσεις και τους τόπους των διακοπών; Πράγματι, έτσι είναι, η καλύτερή μας δηλαδή να βρισκόμαστε στο δρόμο συντροφιά με νέους φίλους· να περιδιαβαίνουμε το θαυμάσιο δάσος όπου στήνουν το τροχόσπιτο και τα αντίσκηνά τους, την κατακίτρινη αμμουδιά όπου θα χαρούν μπάνιο, ηλιοθεραπεία και παγωτό, το κρουαζιερόπλοιο που διαθέτει ολόκληρο θέατρο και εστιατόριο για καλοφαγάδες, ένα τροπικό νησάκι όπου βρίσκεται και το εξοχικό ενός μυστηριώδους κυρίου, μια έρημο με αμμόλοφους και οάσεις. Τα γράμματα πρέπει να φτάσουν σε όλους τους παραλήπτες κι έτσι η περιπλάνηση συνεχίζεται μέσα σε μια πυκνή ζούγκλα, σε μια ολοζώντανη πόλη, σε μια μαγευτική εξοχή, σε μια επικράτεια πάγου και στους ίδιους τους αιθέρες, μέχρι την επιστροφή στο ταχυδρομόσπιτο, όπου, πλέον, έχουν μαζευτεί ακόμα περισσότερες επιστολές.

Όμως όλη αυτή η ποικιλία διαδρομών δεν είναι το μόνο απολαυστικό στοιχείο της οικογενειακής αυτής περιπέτειας. Είναι η ζωγραφική της Μαριάν Ντιμπίκ που τονίζει δυο εξίσου θεαματικά στοιχεία. Αφενός είναι η αναλυτική – αρχιτεκτονική της ματιά σε κάθε είδους κτίσμα ή ενδιαίτημα των ταξιδιωτών. Καθώς το σχέδιό της ανατέμνει σπίτια, τροχόσπιτα, σκηνές, καντίνες, πλοία, πολυκαταστήματα, υπόγεια λαγούμια και ιγκλού αλλά και τα ίδια τα δέντρα και τα βουνά, βλέπουμε το πλουμιστό εσωτερικό τους: τα δωμάτια των κατοίκων, την διακόσμηση, την υπέροχη μικρο-οικογραφία τους. Είναι η ίδια τομή που μου άρεσε να χαζεύω στα αρχιτεκτονικά σχέδια των πολυκατοικιών, στα σχεδιαγράμματα των πλοίων, ή στο εξώφυλλο εκείνου του σπάνιου βιβλίου του Ζορζ Περέκ, Ζωή, οδηγίες χρήσεως.

Ύστερα είναι οι δεκάδες διάσπαρτες λεπτομέρειες που προσελκύουν το βλέμμα να τις ανακαλύπτει ξανά και ξανά. Γύρω από το ζεύγος Ποντίκη και τα τρία παιδιά του (ήρωες και άλλων βιβλίων στην ίδια σειρά),  μια ανεξάντλητη χλωρίδα και πανίδα, ορατή και μη, ζει και αναπνέει δίπλα τους, στην δική της ζωή. Κι ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο των ταξιδιών: να ανοίγει το βλέμμα τόσο πολύ, ώστε να χωρέσει όλα τα θαυμαστά που συμβαίνουν γύρω του, ακόμα κι εκείνα που έχουμε μάθει να αγνοούμε!

Εκδ. Νεφέλη [σειρά «Τσαλαπετεινός»], 2017, μτφ. Θεόφιλος Μπαχτσεβάνης, 30 έγχρωμες σελίδες μεγάλου μεγέθους (24×30,5 εκ.), σκληρό εξώφυλλο [Les vacances de Fracteur Souris, 2016]

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των Παιδιών, εδώ.

29
Δεκ.
19

Carlos Fuentes – Κόμης Vlad

«Όλα πρέπει να έχουν μια εξήγηση, λέει ο επιστήμονας μέσα μου· όλα πρέπει να έχουν μια φαντασία, λέει ο ματαιωμένος άνθρωπος των γραμμάτων που είμαι. Παρηγορώ τον εαυτό μου με τη σκέψη ότι αυτές οι δυο δραστηριότητες αλληλοσυμπληρώνονται, δεν αλληλοαποκλείονται», έγραφε ήδη από το 1990 ο Φουέντες σε μια ιστορία του από την συλλογή του Κονστάντσια και άλλες ιστορίες για παρθένους (σ. 69, βλ. παρουσίαση του βιβλίου εδώ) και, πράγματι, αυτή η αλληλένδετη δυαρχία δεν έπαψε να εμποτίζει το σύνολο του έργου του μέχρι και το τελευταίο του βιβλίο. Εδώ βρισκόμαστε στο πρότελευταίο του, και στην ουσία, αν οι διαδικτυακές πληροφορίες είναι σωστές, το τελευταίο που είδε τυπωμένο.

Ο Φουέντες έφτασε σε εκπληκτικά επίπεδα πρόζας και μυθοπλασίας τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Όπως έγραφα με αφορμή ένα από τα έργα αυτής της «ύστερης» εποχής του, το έξοχο σπονδυλωτό μυθιστόρημα Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες, η γραφή του, ένας καταιγισμός λεκτικού πλούτου και πολυφωνικών αφηγήσεων σε μια οφιοειδή ή κυκλική ανάπτυξη (καθώς οι πολλαπλοί χαρακτήρες επανεμφανίζονται), αποδίδει ιδανικά αυτές τις οικιακές ζωές εν τάφω που βιώνουν χαρακτήρες κομπάρσοι στο απέραντο ανώνυμο έθνος της αποτυχίας και πέτρινα οικιακά είδωλα – έρμαια των οικογενειακών χειραγωγήσεων, «αποικήσεων» και διαστροφών.

Εδώ αφήνει στην άκρη τις μεγάλες συνθέσεις και την νεωτεριστική γραφή αλλά εμμένει στην καταγραφή της έκπτωσης του μεξικανής ανθρωπότητας και της αθλιότητας των οικογενειών της. Αλλά το όχημά του είναι το πλέον αναπέντεχο: το γοτθικό μυθιστόρημα εν γένει και ένας από τους χαρακτήρες – εμβλήματα του είδους: ο Κόμης Δράκουλας, όπως παραδόθηκε από την πένα του Μπράμ Στόουκερ και των επίγονών του. Η αινιγματική στροφή του συγγραφέα στο πολυγραφημένο και χιλιοπαιγμένο σύμβολο έχει την εξήγησή της: αν ο Φουέντες εμμένει στην απεικόνιση του σύγχρονου εξαθλιωμένου Μεξικού, τότε η επανανάγνωση κάθε μύθου μπορεί να το φωτίσει ακόμα περισσότερο. Κι αν ο ιστορικός και λογοτεχνικός Βλαντ έπινε το αίμα των υπηκόων του για να συνεχίσει να υπάρχει, ποιοι παίρνουν την θέση του αν όχι οι πολιτικοί και οικονομικοί άρχοντες της χώρας του;

Η σύγχρονη Πόλη του Μεξικού κατοικείται από δέκα εκατομμύρια λουκάνικα αίματος, διατείνεται ο αφηγητής Ιβ Ναβάρο εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του παντοδύναμου Ελόι Σουρινάγα και απολαμβάνει μια «επιτυχημένη» οικογενειακή και συνεργατική επαγγελματική ζωή με την σύζυγό του κτηματομεσίτρια Ασουνσιόν. Η μικρή του κόρη Μαγδαλένα συμπληρώνει την αίσθηση της επάρκειας, ενώ ένα αδικοχαμένο δωδεκάχρονο αγόρι, ο Ντιντιέ, αποτελεί την μόνιμη μαύρη τρύπα της. Ο Σουρινάγα, που «σε κανέναν δεν επέτρεπε να διαβλέψει ασήμαντο μέλλον για το παροδικό πολιτικό του μεγαλείο», ένας ισχυρός, μαγνητικός άντρας που θαρρείς και ρυθμίζει την πνευματική θερμοκρασία όσων βρίσκονται γύρω του, ζει έγκλειστος σ’ ένα σπίτι, διακοσμημένο με τα αγωνιώδη χαρακτικά του Μεξικανού Χουέλιο Ρουέλας και τους εφιαλτικούς πίνακες του Ελβετού Χένρι Φιούζελι «ειδικού στις παραμορφώσεις και στο πάντρεμα της συνουσίας με τη φρίκη, της γυναίκας με τον φόβο…».

Εκεί προσκαλεί και σχεδόν προστάζει τον υφιστάμενό του να ανταποκριθεί στις επιθυμίες ενός νέου γηραιού πελάτη που ονομάζεται Βλαντ και κατάγεται από την Τρανσυλβανία. Διωγμένος από «τους φασίστες από την μια και τους κομμουνιστές από την άλλη», o Βλαντ αναζητά ένα σπίτι με ορισμένες ιδιαιτερότητες για να στεγάσει τον ίδιο και την μικρή του κόρη. Η Ασουνσιόν το βρίσκει σε μια ανηφορική γειτονιά και μοιάζει μοντέρνο μοναστήρι· ο ιδανικός χώρος για ένα ιδιόμορφο βασίλειο έχει βρεθεί.

Η ζωή, Ναβάρο! Είναι ζωή αυτό το σύντομο πέρασμα, αυτή η τρεχάλα από την κούνια ως τον τάφο; […] Από πού μας έρχονται αυτές οι ανεξήγητες λύπες; Πρέπει να έχουν έναν λόγο, μια προέλευση. Είμαστε λαοί εξαντλημένοι, τόσες εσωτερικές συγκρούσεις, τόσο ανώφελα χυμένο αίμα. Πόση μελαγχολία! Όλα περιέχουν το σπέρμα της φθοράς. Στα αντικείμενα ονομάζεται παρακμή. Στους ανθρώπους, θάνατος. [σ. 38]

Οι περισσότερες από τις συμβάσεις του κλασικού γοτθικού μυθιστορήματος βρίσκονται εδώ· το ίδιο και οι αινιγματικές συνομιλίες, η ατμόσφαιρα της ανησυχίας, η υποβλητικότητα των χώρων και η αναπότρεπτη κληρονομιά του παρελθόντος (Κατάγεστε από μια μεγάλη οικογένεια, εγώ από μια άγνωστη φυλή. Εσείς έχετε λησμονήσει όσα ήξεραν οι πρόγονοί σας. Εγώ αποφάσισα να μάθω όσα αγνοούσαν οι δικοί μου). Ο Φουέντες προσθέτει τις ενοχές των μεξικανών αποίκων (Είμαστε όλοι άποικοι στην Αμερική. Οι μοναδικοί παλιοί αριστοκράτες είναι οι Ινδιάνοι) και τις κυνικές αποστροφές των κυρίαρχων (Οι πόλεμοι απλώς αποτελειώνουν ό,τι είναι νεκρό), και όλα αυτά με την απλούστερη δυνατή γραφή και μια γυμνή σαφήνεια που δεν αφήνει χώρο σε γλωσσικούς ή άλλους πειραματισμούς.

Ακόμα κι αν δεν διαθέτει κανείς ευρύτερη γνώση του έργου του Φουέντες, μπορεί από τις χαραμάδες της ολοένα και εφιαλτικής ατμόσφαιρας του έργου να αντιληφθεί πως το αιχμηρό εξάγωνο του ζευγαριού, των δυο γερόντων και των δυο μικρών κοριτσιών δεν περιορίζεται στην γνωστή αιμορραγική ιστορία. Ακριβώς αυτή η ιστορία προσφέρεται για έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα παραλληλισμό με την σύγχρονη μεξικανική κατάσταση: Οι γέροντες ως επικυρίαρχοι άρχοντες, αθάνατοι μέσα στην συνεχή κληρονομικότητά τους, το ζεύγος των αστών που αρκείται στην ευδαιμονία του και ξυπνάει μόνο όταν αυτή απειληθεί (είναι ενδεικτικό ότι ο Ναβάρο μοιράζεται νύχτες πάθους με την Ασουνσιόν αλλά μένει πάντα με την αμφιβολία της ηδονής της και με την συνεχή ανησυχία ξένων ματιών πάνω τους), τα παιδιά ως απόλυτα θύματα σε μια χώρα που οι αρχές δεν νοιάζονται ποτέ για τους αγνοούμενους, τους νεκροζώντανους και τους νεκρούς.

Μένει να διαβάσουμε το «μεταθανάτιο» μυθιστόρημά του, Ο Νίτσε στο μπαλκόνι  – θα είναι άραγε η ύστατη διαθήκη του συγγραφέα, ή τα είχε ήδη όλα πει με τα προηγούμενα βιβλία του και το περίφημο Terra Nostra, που έχει ήδη μεταφραστεί από τον Κρίτωνα Ηλιόπουλο αλλά παραμένει ανέκδοτο στα καθ’ ημάς;

Εκδ. Κλειδάριθμος, 2018, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, σελ. 123 [Carlos Fuentes, Vlad, 2010]

Στις εικόνες: Jason Montoya – Μina Harker and Dracula, Max Ernst – The Vampire’s Kiss, Julio Ruelas, La Crítica.

20
Οκτ.
19

Βέρνερ Χέρτσογκ – Οδοιπορία στον πάγο

To περπάτημα ως ύστατη πράξη αγάπης

Κομμάτια σιδερικών απ’ το κατεστραμμένο πάνω κατάστρωμα κρέμονται στο ενδιάμεσο, και το πλοίο ολόκληρο θυμίζει χαμένη ναυμαχία. Ο Φιτσκαράλντο τα ’χει χαμένα, δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα τι ακριβώς συνέβη. Αυτό το χτύπημα της μοίρας ήταν πολύ δυνατό για να μπορέσει να το αφομοιώσει. Ο Χάιμε, με αίματα στο στόμα του – κάπου θα χτύπησε – ανακρίνει τους Ινδιάνους που έχουν απομείνει στο πλοίο. Όλοι μαζί είναι τέσσερις, και δίνουν με ζωηρές κινήσεις και ευτυχισμένα, χαλαρωμένα πρόσωπα αναφορά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάτι τους κάνει να δείχνουν ιδιαίτερα ανακουφισμένοι, σχεδόν χαρούμενοι. [Βέρνερ Χέρτσογκ, Φιτσκαράλντο (αφήγημα), Εκδ. Θεμέλιο, 1984, μτφ. Μαριλένα Κασιμάτη, σ. 151]

Ποιος μπορεί να ξεχάσει το τέλος του οράματος του Φιτσκαράλντο, να φέρει τον Ενρίκο Καρούζο σε μια πόλη του Περού, μέσα σε μια ζούγκλα γεμάτη σαπισμένες σανιδοπαράγκες πάνω στις λάσπες, για να πραγματοποιήσει μια μεγάλη τελετουργία στον Βέρντι; Εκείνο το αδιανόητο εγχείρημα, να περάσει ένα γιγαντιαίο ατμόπλοιο από ένα βουνό για να πάει από το ένα ποτάμι στο άλλο, με την βοήθεια μιας φυλής Ινδιάνων που μάγεψε με τη φωνή του Καρούζο μέσα από εκείνο το γραμμόφωνο που αντηχούσε στα παρθένα δάση, δεν χρειάστηκε παρά λίγα δευτερόλεπτα να διαλυθεί, όταν οι Ινδιάνοι έλυσαν κρυφά το πλοίο, για να το πάρει ξανά το ποτάμι, ως θυσία στον δικό τους θεό του χειμάρρου. Και, ακόμα, πώς να λησμονήσει κανείς τα τελευταία λεπτά του Cobra verde, ένα από τα συναρπαστικότερα τέλη που ζήσαμε ποτέ στον κινηματογράφο;

Σχέδια που μοιάζουν απραγματοποίητα αλλά δεν εγκαταλείπονται χάρη στις εμμονές των αυτουργών τους, πορείες στον αχανή χώρο που ταυτίζονται με τις διαδρομές ολόκληρων βίων… ο ιδιότυπος και αμφιλεγόμενος Γερμανός σκηνοθέτης έφτιαχνε σε εικόνες εκείνο που δύσκολα μπαίνει σε λέξεις. Κι όμως, εδώ, είναι η πρόζα του που αποδεικνύεται πλήρης και αυτόνομη, που δεν χρειάζεται καμία κινηματογράφηση. Αυτή την φορά εκείνο που μοιάζει απραγματοποίητο είναι ένα ταξίδι με τα πόδια, από το Μόναχο ως το Παρίσι. H ιδέα του ήρθε όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ότι η Λόττε Άισνερ, σπουδαία θεωρητικός του κινηματογράφου και μέντοράς του, είναι βαριά άρρωστη· τότε σκέφτηκε ότι «δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τον θάνατό της», πόσο μάλλον στην παρούσα στιγμή που ο γερμανικός κινηματογράφος την χρειαζόταν όσο ποτέ άλλοτε.

Κι έτσι συνέλαβε την αδιανόητη ιδέα, να πάει να την συναντήσει, κάνοντας το ταξίδι με τα πόδια, μετατρέποντάς το σε προσκύνημα για να ξορκίσει τον θάνατο. Ακολούθησε την ευθύγραμμη διαδρομή για το Παρίσι, με την ακλόνητη πίστη ότι όσο θα περπατούσε, τόσο εκείνη θα έμενε ζωντανή. Το βιβλίο αποτελεί ακριβώς τις ημερολογιακές σημειώσεις εκείνου του οδοιπορικού, που όμως δεν προορίζονταν για το αναγνωστικό κοινό. Τέσσερα χρόνια μετά ξαναπιάνοντας το μικρό σημειωματάριο ένιωσε την επιθυμία να μοιραστεί το κείμενο.

Έξοδος από το Μόναχο, περιφερειακά νοσοκομεία, τροχόσπιτα, αυτόματα πλυντήρια αυτοκινήτων, ξεχορταριασμένα χωράφια που εκτελούν χρέη γηπέδου, προαστιακοί σταθμοί, κλειστά αγροκτήματα, μισοτελειωμένες οικοδομές, εξοχικές κατοικίες σε χειμερία νάρκη, στρατώνες, καταφύγια από τον δεύτερο παγκόσμιο, καταυλισμοί τσιγγάνων εγκατεστημένων με μισή καρδιά σ’ αυτά τα μέρη, αγροτικές εργασίες και το μονότονο θέαμα των ξυλοκόπων. Η φύση επίμονα παρούσα – αχανείς πεδιάδες, λασπωμένα ζαχαρότευτλα, κρωξίματα των πουλιών. Και πάνω απ’ όλα, η μοναξιά των αυτοκινητοδρόμων που «σπάει μόνο με τις κωνικές δέσμες από τα φώτα των προβολέων» – πώς να μη θυμηθεί εδώ κανείς τον απόλυτο δίσκο τους, το Autobahn των Kraftwerk που κυκλοφόρησε τον ίδιο χρόνο (1974);

Ο περιπατητής προσανατολίζεται με χάρτες αγορασμένους στα πρατήρια, τρώει στους σταθμούς εξυπηρέτησης αυτοκινητιστών, ξαποσταίνει σε εγκαταλειμμένες στάσεις λεωφορείου και σε μισοσκότεινες εκκλησίες, διανυκτερεύει σε όποια κλειστά σπίτια μπορεί να εισβάλει, σε πατάρια, σε στάβλους και αχυρώνες, σε πλυσταριά και τροχόσπιτα. Δεν χάνει το χιούμορ του – σ’ ένα σπίτι που μπαίνει για να ζεσταθεί, συμπληρώνει το μισολυμένο σταυρόλεξο για να φανταστεί τον αιφνιδιασμό του ιδιοκτήτη. Κάποτε η φαντασία του οργιάζει – ήταν εδώ ρωμαϊκές οδοί, κέλτικοι προμαχώνες;

Για ποιο λόγο δεν επισπεύδει την άφιξή του στο Παρίσι με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο; Νομίζω πως η ίδια του η επιλογή δίνει τις απαντήσεις: επειδή μόνο η εκ φύσεως αργή πεζοπορία μπορεί να αποκτήσει χαρακτήρα τελετουργικό και να ταυτιστεί με προσκύνημα. Δεν γνωρίζω ποιες δυνάμεις επικαλείται αυτή η ευλαβική διαδρομή στο περιβάλλον· μπορεί την φύση, τον χρόνο, την μοίρα, την αναγκαιότητα, την δικαιοσύνη, μια κοσμική παράκληση – επίκληση για μια παράταση ζωής.

Θα περίμενε κανείς τον εξωραϊσμό αυτής της περιπλάνησης, την εξύμνηση των τοπίων· πολύ περισσότερο, μια ποιητική πρόζα στο είδος των λυρικών ταξιδιωτικών αφηγητών· όμως όχι, ο Χέρτσογκ προτιμά την ωμή ειλικρίνεια μαζί με την απομυθοποίηση της ίδιας της ηρωικής διαδικασίας. Τα τοπία παρουσιάζονται ακριβώς όπως είναι, «άχαρα και θλιβερά», μοναχικά, λιτά, ανιαρά και την ίδια στιγμή απρόβλεπτα. Είναι οι απέραντοι χώροι που πάντα πρόσεχε ο σύγχρονος Γερμανικός κινηματογράφος, και δεν αναφέρομαι μόνο στον Βέρντερς ή τον ίδιο τον Χέρτσογκ. Τα παπούτσια τον χτυπάνε (σύντομα τα τακούνια από τις αρβύλες του φαγώνονται πλήρως), η δίψα είναι αφόρητη, όλα είναι κρύα, έρημα και εγκαταλειμμένα, οι άνθρωποι ανέκφραστοι. Μια ματιά στα πρόσωπα των οδηγών φτάνει, για να καταλάβουμε πόσο έχουμε ταυτιστεί με τα αυτοκίνητα που οδηγούμε.

Ακόμα κι όταν φιλοξενείται από ζεστούς ανθρώπους, είναι πολύ κουρασμένος για να περάσει πολλή ώρα μαζί τους. Κάποτε χάνεται και αφήνει το ένστικτο να τον οδηγήσει, άλλοτε φεύγει εντελώς από τους δρόμους και ακολουθεί την κοίτη του Σηκουάνα. Νοιώθει αμήχανα στα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών, στα χωριά υποκρίνεται τον χωριάτη για να τα αποφύγει τις ερωτήσεις. Ο χειμώνας δυναμώνει, η πορεία με τον άνεμο να τον χτυπάει κατά πρόσωπο γίνεται επίπονη. Κάποια στιγμή σκέφτεται να συνεχίσει στο Παρίσι οδικώς. Ποιο είναι το νόημα αυτής της ταλαιπωρίας, αναρωτιέται· μα ύστερα σκέφτεται: να έχω φτάσει τόσο μακριά με τα πόδια και να εγκαταλείψω πριν το τέλος; / Θα αφήσω τη θύελλα να με στροβιλίσει γύρω από το βενζινάδικο μέχρι να βγάλω φτερά.

Φυσικά η ποίηση εισχωρεί σαν τον ήλιο μέσα από τα σύννεφα, με την μορφή σκόρπιων φράσεων που προδίδουν τον κινηματογραφιστή. Δυο κορίτσια με τροχοπέδιλα κόβουν κύκλους σε μια τσιμεντένια αυλή, μια αμαξοστοιχία δεν θα ταξιδέψει ποτέ ξανά, στην ερημιά ένας ξύλινος εσταυρωμένος κι ένα παγκάκι περιμένουν τους ανύπαρκτους διαβάτες, φορτηγά τον προσπερνούν κάτω από τη θλιβερή βροχή, μια μεσόκοπη γυναίκα του μιλάει για όλα της τα παιδιά και συντομεύει τις ζωές τους για να μην αφήσει κανένα αμνημόνευτο. Στην αγορά ένα αγόρι με δεκανίκια ήταν ακουμπισμένο με την πλάτη στον τοίχο ενός σπιτιού. Μόλις το αντίκρισα τα πόδια αρνήθηκαν να κάνουν έστω κι ένα βήμα παραπάνω. Δε χρειάστηκε παρά να ανταλλάξουμε ένα φευγαλέο βλέμμα για να επιβεβαιώσουμε τον βαθμό συγγένειάς μας. [σ. 127]

Την σκέψη του δεν απορροφά μόνο η περιπλάνηση. Άλλωστε το γράφει ο ίδιος: Χιλιάδες σκέψεις περνούν από το κεφάλι σου όταν βαδίζεις. Κι είναι σκέψεις διάστικτες από μνήμες. Όταν το σώμα του φτάνει στα όρια, θυμάται που κολύμπησε από την Αυστραλία στη Νέα Ζηλανδία, πενήντα μίλια, μαζί με πρόσφυγες, κρατώντας μόνο μπάλες ποδοσφαίρου για σωσίβια. Σε όλη την διαδρομή διατηρεί ένα πείσμα κατά του θανάτου – το περπάτημά του δεν καθυστερεί αλλά και αναβάλλει οριστικά τον θάνατό της αγαπημένης του Λόττε. Η πορεία του, «ένα εκατομμύριο βήματα εξέγερσης ενάντια στον θάνατο». Σα να επιμένει πως η ζωή είναι μια συνεχής πορεία που όσο την διασχίζουμε τόσο παρατείνουμε την άφιξη στον τερματισμό.

Στο τέλος, αντί επιλόγου, περιλαμβάνεται το εγκώμιό του στην Άισνερ, με την ευκαιρία της απονομής του Βραβείου Χέλμουτ Κόυτνερ· εδώ ο Χέρτσογκ θυμίζει την ιστορία της, την σωτηρία της από την βαρβαρότητα του Τρίτου Ράιχ, την διαφυγή της στην Γαλλία όπου έζησε με ψεύτικο όνομα, το βιβλίο της για τον γερμανικό εξπρεσιονισμό στον κινηματογράφο (Η Δαιμονική Οθόνη), την διάσωση, σε συνεργασία με τον Ανρί Λανγκλουά, χιλιάδων ταινιών του βωβού κινηματογράφου, που ειδάλλως θα είχαν χαθεί για πάντα.

Μόνο αν ήμουν στον κινηματογράφο θα μπορούσα να πιστέψω ότι όλα αυτά είναι αλήθεια. [σ. 12]

Πλήρης τίτλος: Οδοιπορία στον πάγο. Μόναχο – Παρίσι, 23 Νοεμβρίου – 14 Δεκεμβρίου 1974. Εκδ. Alloglotta, 2019, μτφ. Γιάννης Καλιφατίδης, 176 σελ., με δεκαπεντασέλιδες σημειώσεις της επιμελήτριας Ελένης Γιαννάτου [Werner Herzog, Vom Gehen im Eis. Muncehn – Paris, 23.11 bis 14.12.1974, εκδ. 1978]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Φανζίν Lung, τεύχος 4 (Οκτώβριος  2019).

Στις εικόνες: Klaus Kinski ως Fitzccaraldo (1982) / Werner Herzog / πλάνο από την ταινία του Stroszek  (1977) / πλάνο από την ταινία του Wim Wenders Kings of the road (1976) /o σκηνοθέτης στα γυρίσματα του Fitzccaraldo / πλάνο από την προαναφερθείσα ταινία του Wenders / ο Herzog με την Lotte Eisner.

28
Σεπτ.
19

Fernando Pessoa – Βιβλίο της ανησυχίας

«Η ζωή είναι ό,τι την κάνουμε»

Είμαι σ’ ένα τραμ και παρατηρώ αργά, κατά τη συνήθειά μου, όλες τις λεπτομέρειες των ατόμων που βρίσκονται μπροστά μου. Για μένα οι λεπτομέρειες είναι πράγματα, φωνές, γράμματα. Στο φόρεμα του κοριτσιού που βρίσκεται μπροστά μου αποσυνθέτω το φόρεμα στο ύφασμα από το οποίο αποτελείται, στην εργασία που χρειάστηκε για να φτιαχτεί … βλέπω τα διάφορα τμήματα των βιοτεχνιών, τα μηχανήματα, τους εργάτες, τις μοδίστρες, τα μάτια μου στραμμένα προς τα μέσα διεισδύουν στα γραφεία, βλέπω τους διευθυντές να αναζητούν λίγη ηρεμία, παρακολουθώ, στα βιβλία, την λογιστική των πάντων· αλλά δεν είναι μόνο αυτό: βλέπω, πιο πέρα, τις οικιακές ζωές αυτών που ζουν την κοινωνική τους ζωή σ’ αυτές τις φάμπρικες και σ’ αυτά τα γραφεία… Όλος ο κόσμος κείται μπρος στα μάτια μου, μόνο και μόνο γιατί έχω μπροστά μου κάτω από έναν μελαχρινό λαιμό…ένα στρίφωμα ακανόνιστα κανονικό σε χρώμα σκούρο πράσινο πάνω σε ένα πιο ανοιχτό πράσινο του φορέματος (Β΄, αρ. 298, σ. 50-51).

Με τέτοιες αλλεπάλληλες σκέψεις, φαντασιακές προβολές, ατέλειωτες συλλογιστικές και εσωτερικές διαδρομές πώς θα μπορούσε κανείς να μην ζει την πεζή καθημερινότητα ως ένα διαρκές, συναρπαστικό ταξίδι; Στο Βιβλίο της ανησυχίας ο Φερνάντο Πεσσόα παραθέτει ακριβώς την τόσο πλούσια εσωτερική του ζωή, δίνοντας τον λόγο και την υπόσταση ενός μυθιστορηματικού προσώπου στον αποκαλούμενο ημιετερώνυμό του Μπερνάρντο Σοάρες. Πρόκειται για έναν βοηθό λογιστή σ’ έναν εμπορικό οίκο στη Ρούα ντος Ντοραδόρες, στο ιστορικό και εμπορικό κέντρο της πορτογαλικής πρωτεύουσας, την Μπάισα,που όταν δεν εκτελεί τις λογιστικές του πράξεις γράφει το ημερολόγιό του, την έκδοση του οποίου θα εμπιστευτεί στον Φερνάντο Πεσσόα.

Πρόκειται πράγματι για ημερολόγιο; Εδώ καταγράφονται στοχασμοί, φιλοσοφικές αποστροφές, καθημερινές σκέψεις και εμπειρίες, εσωτερικά ταξίδια, εκ βαθέων εξομολογήσεις, αφορισμοί, απροκάλυπτες διαπιστώσεις για τους ανθρώπους, ψυχολογικές και ψυχογραφικές αναλύσεις και όνειρα. Και ο ημερολογιογράφος συνομιλεί με τον Ρεμπώ, τον Ρίλκε και τον Μισώ και αναφέρεται στον Όμηρο, στον Βιργίλιο, στον Χάινε, στον Ρουσσώ, στον Σατωβριάνδο, στον Ελβετό συγγραφέα και φιλόσοφο Αμιέλ, γνωστό για το περίφημο ημερολόγιό το οποίο περιλαμβάνει 17.000 σελίδες, και σε πλείστους άλλους. Μήπως πρόκειται για μια αυτοβιογραφία χωρίς γεγονότα, κατά παραδοχή του ίδιου του συγγραφέα (Αφηγούμαι την αυτοβιογραφία μου χωρίς γεγονότα, την ιστορία μου χωρίς ζωή, τ. Α΄, αρ. 12, σελ. 62) ή για ένα βιβλίο εν δυνάμει ή για ένα αντι-βιβλίο, όπως γράφει ο μελετητής του Ρίτσαρντ Ζένιθ, τον οποίο παραθέτει η μεταφράστρια στην εισαγωγή της;

Γραμμένο μεταξύ 1913 και 1935, αδημοσίευτο στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του, το έργο εκδίδεται σε δύο τόμους με 481 αριθμημένα αποσπάσματα, με ένα χωριστό κεφάλαιο για τα μεγαλύτερα κείμενα και ένα παράρτημα. Τι περιλαμβάνει ειδικότερα το Βιβλίο της ανησυχίας; Διαβάζουμε συνεχώς γι’ αυτό αλλά όχι για το ακριβές περιεχόμενό του. Πιστοί στην ενδελεχή ανάγνωση των βιβλίων που παρουσιάζουμε, ας απολαύσουμε ένα μικρό μέρος από τις εξαίσιες αποστροφές του μείζονος αυτού έργου της σύγχρονης λογοτεχνίας.

Πρώτα απ’ όλα, ολόκληρο το κείμενο διαπνέεται από μια πλήρη και αποκλειστική κατάφαση των αισθήσεων: … εκτιμώντας ότι δεν μας δόθηκε, ως βέβαιη, καμιά άλλη πραγματικότητα πέραν αυτής των αισθήσεών μας, σ’ αυτές ζητήσαμε καταφύγιο, εξερευνώντας τες σαν να επρόκειτο για αχανείς άγνωστες χώρες. Και αν αφοσιωθήκαμε με συνέπεια, όχι μόνο στον αισθητικό στοχασμό αλλά και στην έκφραση των τρόπων και των αποτελεσμάτων του, είναι γιατί η πρόζα ή η ποίηση που γράφουμε, απαλλαγμένες από την επιθυμία να πείσουν το πνεύμα ενός τρίτου ή να επηρεάσουν τη βούλησή του, είναι απλώς σαν κάποιος που διαβάζει δυνατά για να δώσει πλήρη αντικειμενικότητα στην υποκειμενική απόλαυση της ανάγνωσης (Α΄, αρ. 1, σ. 47).

Καθώς η υποκειμενικότητα κυριαρχεί, η εξωτερική «πραγματικότητα» διαστέλλεται: Χαμηλώνω καινούργια μάτια πάνω στις δυο λευκές σελίδες, στις οποίες οι επιμελείς μου αριθμοί κατέγραψαν τον ισολογισμό της εταιρείας. Και μ’ ένα χαμόγελο που το κρατάω για μένα, θυμάμαι ότι η ζωή που περιέχει αυτές τις σελίδες με ονόματα υφασμάτων και λεφτά, με τα άγραφα διαστήματα και τις γραμμές τις τραβηγμένες με τον χάρακα και την καλλιγραφία, περιλαμβάνει επίσης του μεγάλους θαλασσοπόρους, τους μεγάλους αγίους, τους ποιητές όλων των εποχών, όλους αυτούς τους χωρίς λογιστική, το απέραντο πλήθος που δεν ανήκει σ’ αυτούς που κάνουν την αξία του κόσμου (Α΄, αρ. 5, σελ. 53)

Εδώ η περίφημη αντιπαραβολή σκέψης και της δράσης βρίσκει την έκφρασή της· σταχυολογώ από το σχετικό υπ’ αρ. 303 εκτενές κομμάτι: Ο κόσμος ανήκει σε όσους δεν αισθάνονται. Η βασική προϋπόθεση για να είναι κανείς πρακτικός άνθρωπος είναι η απουσία ευαισθησίας. Υπάρχουν δυο πράγματα που εμποδίζουν την δράση – η ευαισθησία και η αναλυτική σκέψη. Όποιος νοιώθει συμπάθεια σταματά. Τι θα γινόταν ο στρατηλάτης αν σκεφτόταν ότι κάθε κίνηση του παιχνιδιού κάνει να σκοτεινιάσουν χίλια σπιτικά και να υποφέρουν τρεις χιλιάδες καρδιές; Τι θα γινόταν ο κόσμος αν ήμασταν ανθρώπινοι; Αν ο άνθρωπος αισθανόταν πραγματικά, δεν θα υπήρχε πολιτισμός. Η τέχνη χρησιμοποιεί ως διαφυγή για την ευαισθησία που η δράση αναγκάστηκε να ξεχάσει.

Ο Πεσσόα γράφει με έναν απροκάλυπτο πραγματισμό· ενδεικτικά: Θεωρώντας ότι κερδίζω πολύ λίγα, ένας φίλος μέτοχος μου είπε μια μέρα: «Σοάρες, σας εκμεταλλεύονται». Η φράση αυτή μου θύμισε πράγματι αυτό που είμαι, αλλά καθώς στη ζωή όλους μας μάς εκμεταλλεύεται κάποιος, αναρωτιέμαι αν δεν είναι καλύτερα να σε εκμεταλλεύεται ο υφασματέμπορος Βάσκες παρά η ματαιοδοξία, η δόξα, ο θυμός, η ζήλια ή το ανέφικτο. Υπάρχουν αυτοί που εκμεταλλεύεται ο ίδιος ο Θεός, κι είναι οι προφήτες και οι άγιοι στην κενότητα του κόσμου αυτού (Α΄, αρ. 7, σελ. 57).

Η ωμή, ξεκάθαρη ματιά στις αυταπάτες των ανθρώπων συχνά πικρίζει με έναν ιδιαίτερο κυνισμό. Δεν πραγματοποιούμε τίποτα. Η ζωή μας πετάει σαν μια πέτρα, κι εμείς, όντας στον αέρα, λέμε: «Κοιτάτε πως κινούμαι» / Η ανθρωπότητα είναι πάντα η ίδια – ποικίλη, αλλά που δεν επιδέχεται καμιά τελειοποίηση, που ταλαντεύεται αλλά δεν προχωράει. Στον αυτοσαρκασμό του συμπαρασύρει τον καθένα, οποιονδήποτε που πιθανώς θα καταλήξει σε κάποιο πτωχοκομείο, «ανακατεμένος με το κατακάθι αυτών που πίστεψαν ότι ήταν μεγαλοφυΐες και δεν υπήρξαν τίποτα περισσότερο από ζητιάνοι με όνειρα». Αντίθετος με κάθε είδους θρησκεία είναι βέβαιος πως, είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν θεοί, είμαστε σκλάβοι τους.

Την ίδια στιγμή μεταθέτει το φορτίο και πιστώνει στον καθένα αποκλειστικά την ευθύνη της ύπαρξής του: Η μονοτονία των συνηθισμένων ζωών είναι εξ όψεως τρομακτική. Την ώρα αυτή γευματίζω σ’ ένα συνηθισμένο εστιατόριο και κοιτάζω, πέρα από τον πάγκο….Τι ζωές έχουν αυτοί οι άνθρωποι; (…) Ξαναβλέπω με τρομερή κατάπληξη το πανόραμα αυτών των ζωών και ανακαλύπτω, τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να νιώσω φρίκη, θλίψη, εξέγερση γι’ αυτές τις ζωές, ότι όσοι δεν νοιώθουν μήτε φρίκη μήτε θλίψη μήτε εξέγερση είναι ακριβώς αυτοί που θα είχαν κάθε δικαίωμα να νιώσουν έτσι, αυτοί που ζουν αυτές τις ζωές. Πρόκειται για το κύριο λάθος της λογοτεχνικής φαντασίας: να υποθέτουμε πως οι άλλοι είμαστε εμείς και πως πρέπει να αισθάνονται όπως εμείς (Α΄, αρ. 171, σελ. 289).

Ο Μπερνάρντο Σοάρες επανέρχεται συχνά στις πλάνες και τις ψευδαισθήσεις των ανθρώπων, από το πεδίο της καθημερινότητας μέχρι την ίδια την Ιστορία: Η ιστορία αρνείται τις βεβαιότητες. Για μένα είναι το ίδιο, θεοί ή άνθρωποι, στην άπειρη σύγχυση του αβέβαιου πεπρωμένου. Παρελαύνουν μπροστά μου, σ’ αυτόν τον ανώνυμο τέταρτο όροφο, σε μια διαδοχή από όνειρα, και δεν είναι για μένα τίποτα περισσότερο από αυτό που ήταν για όσους πίστεψαν σ’ αυτούς. Φυλαχτά των νέγρων με απλανή και τρομαγμένα μάτια, ζώα-θεοί των άγριων από τις βατώδεις ερημιές, συμβολικές μορφές των Αιγυπτίων, καθαρές ελληνικές θεότητες, βλοσυροί ρωμαϊκοί θεοί, ο Μίθρας κύριος του Ήλιου και της συγκίνησης, ο Ιησούς κύριος της συνέπειας και της φιλευσπλαχνίας, ποικίλες εκδοχές του ίδιου Χριστού, νέοι άγιοι, θεοί καινούριων κωμοπόλεων, όλοι τους παρελαύνουν ο ένας μετά τον άλλον στην πένθιμη πομπή (πανηγύρι ή κηδεία) της πλάνης και της ψευδαίσθησης (Β΄, αρ. 273, σ. 21-22).

Επιλέγει την μοναξιά του παρά την οποιαδήποτε ανθρώπινη επαφή – το να πρέπει να μιλάει με τους ανθρώπους του φέρνει νύστα και «μόνο οι φασματικοί και φανταστικοί φίλοι έχουν αληθινή υπόσταση». Στην ουσία συνδέει την δυνατότητα απομόνωσης με την αληθινή ελευθερία: Ελευθερία είναι η δυνατότητα της απομόνωσης. Είσαι ελεύθερος αν μπορείς να απομακρύνεσαι από τους ανθρώπους, χωρίς να σε υποχρεώνει να τους αναζητάς η ανάγκη του χρήματος, ή η ανάγκη της αγέλης, ή ο έρωτας, ή η δόξα, ή η περιέργεια, που στη σιωπή και τη μοναξιά δεν βρίσκουν τροφή. Αν σου είναι αδύνατο να ζεις μόνος, γεννήθηκες σκλάβος (Β΄, αρ. 283, σ. 33). Φυσικά αποδέχεται την ερωτική μοναξιά μοιράζοντας τις ευθύνες και στις δυο πλευρές (Είμαι από τις ψυχές που οι γυναίκες λένε πως τις αγαπούν, αλλά ποτέ δεν τις αναγνωρίζουν όταν τις συναντούν).

Αυτός ο άνθρωπος καταφεύγει πίσω απ’ το γραφείο του «σαν πίσω από ένα οχυρό ενάντια στη ζωή», έχοντας διαχωρίσει τους τόπους και την λειτουργία τους: αν το γραφείο της Ρούα ντος Ντοραδόρες αντιπροσωπεύει την ζωή, ο δεύτερος όροφος όπου κατοικεί, στον ίδιο δρόμο, αντιπροσωπεύει την τέχνη, που μας παρηγορεί για την ζωή χωρίς να μας παρηγορεί για το ότι ζούμε. Έχει επίγνωση της λειτουργίας της γραφής στην ζωή του: γράφει για να ξεχνάει ότι ζει και δημοσιεύει τον εαυτό του γιατί αυτός είναι ο κανόνας του παιχνιδιού.

Υπάρχει λοιπόν, τουλάχιστον, η Τέχνη και σ’ αυτήν χαρίζει κομμάτια εξαίσιας πρόζας: Η τέχνη μας απελευθερώνει με τις ψευδαισθήσεις της από την αθλιότητα του είναι. Όσο αισθανόμαστε τα δεινά και τις συμφορές του Άμλετ, δεν αισθανόμαστε τις δικές μας… Ο έρωτας, ο ύπνος, τα ναρκωτικά και οι τοξικές ουσίες είναι στοιχειώδεις μορφές της τέχνης, ίσως επειδή παράγουν το ίδιο αποτέλεσμα με αυτήν. Αλλά έρωτας ύπνος και  ναρκωτικά φέρουν το καθένα τη δική του διάψευση. … Αλλά στην τέχνη δεν υπάρχει διάψευση, γιατί η ψευδαίσθηση έγινε αποδεκτή ευθύς εξαρχής (Β΄, αρ. 270, σ. 19).

Ο Σοάρες δια χειρός Πεσσόα και ο Πεσσόα δια χειρός Σοάρες δεν ξεχνούν το παιδί που υπήρξαν, τα παιδιά που υπήρξαν όλοι οι ενήλικες: … διαπιστώνοντας τη φρικαλέα διαφορά μεταξύ της ευφυΐας των παιδιών και της βλακείας των ενηλίκων, πιστεύω ότι στα παιδικά μας χρόνια μας συντροφεύει ένας φύλακας άγγελος, που μας δανείζει την αστρική του ευφυΐα και στη συνέχεια, ίσως με πόνο, αλλά υπακούοντας σε κάποιον ανώτερο νόμο, μας εγκαταλείπει, όπως η μητέρες των ζώων εγκαταλείπουν τα μικρά τους που μεγάλωσαν, στο κτήνος που είναι το πεπρωμένο μας (Β΄, αρ. 452, σ. 249).

Είναι, άλλωστε, η ίδια η παιδική ηλικία κατά την οποία αρνηθήκαμε την πραγματική ζωή: Το παιδί ξέρει ότι η κούκλα δεν είναι αληθινή, αλλά την μεταχειρίζεται σαν αληθινή, σε σημεία που να κλαίει και να λυπάται όταν σπάει. Η τέχνη του παιδιού είναι να αποπραγματοποιεί. Ευλογημένη αυτή η ουτοπική περίοδος της ζωής, όπου αρνούμαστε τη ζωή μην έχοντας φύλο, όπου αρνούμαστε την πραγματικότητα παίζοντας, εκλαμβάνοντας ως αληθινά τα πράγματα που δεν είναι (Β΄, Αναπαράσταση, σ. 286).

Στο τέρμα της απογοήτευσης από την ίδια την φύση της ζωής, το Βιβλίο της ανησυχίας συντάσσει την ίδια την «αισθητική της απογοήτευσης»: Εφόσον δεν μπορούμε να εξαγάγουμε ομορφιά από την ζωή, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να εξαγάγουμε ομορφιά από το ότι δεν μπορούμε να εξαγάγουμε ομορφιά από την ζωή. Ας κάνουμε την αποτυχία μας νίκη, κάτι το θετικό και υψηλό… Αν η ζωή δεν μας έδωσε τίποτα περισσότερο από ένα κελί κατάδικου, ας προσπαθήσουμε να το διακοσμήσουμε, ακόμα και με τις σκιές των ονείρων μας… (Β΄, αρ. 306, σ. 61).

Η ζωή των δυο αντρών, απόλυτα εσωτερική και χωρίς γεγονότα, μπορεί να είναι εξίσου συναρπαστική με τον πλέον περιπετειώδη βίο. Άλλωστε, Η ζωή είναι ό,τι την κάνουμε. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, αλλά αυτό που είμαστε (Β΄, αρ. 451, σ. 247).

Πλήρης τίτλος: Βιβλίο της ανησυχίας. Σύνθεση του Μπερνάρντο Σοάρες, βοηθού λογιστή στην πόλη της Λισαβόνας. Εκδ. Gutenberg 2018, τόμος Α΄, σελ. 421, τόμος Β΄, σελ. 423. Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Μαρία Παπαδήμα. [Αναθεωρημένη έκδοση] Περιλαμβάνεται παράρτημα με γραπτά του συγγραφέα σχετικά με το Βιβλίο της ανησυχίας. [Fernando Pessoa, Livro do desassossego. Composto por Bernardo Soares, ajudante de guarda-libros na cidade de Lisboa]

Tα ένθετα έργα τέχνης: Jakob Steinhardt, The City, 1913 και Cyril E. Power, The Tube Train, 1934.

31
Αυγ.
19

Βίκτορ Σερζ – Χρόνια δίχως έλεος

Μα πού είναι οι άνθρωποι; Πού είναι οι μεγάλες ιδέες; Ίσως οι ιδέες να μην είναι παρά εφήμερα αστέρια. Μας οδηγούν όσο ζουν, ύστερα σβήνουν και τότε άλλα αστέρια πρέπει να πάρουν την θέση τους… Χρειαζόμαστε μια άλλη τελείως διαφορετική επανάσταση, όμως δεν την βλέπω πουθενά. [σ. 330]

Μετά τα συγκλονιστικά του βιβλία Υπόθεση Τουλάγιεφ και Αναμνήσεις ενός επαναστάτη (τα παρουσιάσαμε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχη 14 και 19, αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ και εδώ αντίστοιχα), μπορούμε πλέον να απολαύσουμε ένα ακόμα αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Βικτόρ Σερζ. Επαναστάτης, πολεμιστής, διωγμένος, κυνηγημένος, φυλακισμένος, ασυμβίβαστος, εχθρός σε κομμουνιστές και αντικομμουνιστές, είναι άξιο απορίας πώς είχε το σθένος να γράφει και τέτοια μυθιστορήματα, χωρίς εκδότη, χωρίς τυπογραφεία, κρατώντας τα χειρόγραφα μαζί του στις συνεχείς μετακινήσεις του.

Το πρώτο από τα τέσσερα μέρη του βιβλίου, με τίτλο Ο μυστικός πράκτορας, βρίσκει τον βασικό ήρωα Σάσα, σοβιετικό πράκτορα στο Παρίσι, να έχει στείλει επιστολή παραίτησης στους ανώτερούς του στην Σοβιετική Ένωση, λίγο πριν το ξέσπασμα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Σύντομα διαπιστώνει πως ο εφιαλτικός σταλινικός κόσμος από τον οποίο επιθυμεί να ξεφύγει δεν θα του συγχωρήσει την φυγή. Η αποδοκιμασία του καθεστώτος συνιστά την χειρότερη απείθεια όλων, αφού υποδηλώνει την ανταρσία του μεταφυσικού στοιχείου της ανθρώπινης συνείδησης, η ύπαρξη του οποίου δεν μπορούσε να είναι ανεκτή, διότι θα παρέσερνε το οικοδόμημα της «σιδηράς πειθαρχίας». [σ. 94]

Στην «προηγούμενη» ζωή του η νέα πίστη ήταν η πιο ακαταμάχητη απ’ όλες, η δράση πιο ποθητή από την ευτυχία, οι ιδέες πιο αληθινές από τα γεγονότα του παρελθόντος, η συλλογικότητα πιο δυνατή από το Εγώ. Τότε παραδεχόταν πως η συνείδηση ενός ανθρώπου είναι δευτερεύουσα στον αγώνα για μια τόσο μεγάλη υπόθεση, τώρα όμως είναι εκείνη που μετράει και δεν ισχύει πια το αξίωμα «Το Κόμμα είναι υπεράνω των πράξεών μας κι αν αρχίσουμε να αμφιβάλλουμε χαθήκαμε». Τώρα γνωρίζει πως η αποστασία είναι προδοσία, πως ο δραπέτης θα καταδιωχθεί. Όμως… τόσοι  νεκροί, τόσο δηλητήριο στις ψυχές. Είναι απερίσκεπτο να είσαι υπερβολικά ανθρώπινος; Να μην είσαι πια εκείνο το σκεπτόμενο μόριο μιας θαυμαστής, αμείλικτης, πολυμήχανης συλλογικότητας, συγκροτημένης με τόση δύναμη βούλησης, που πια δεν συνειδητοποιεί τι κάνει. [σ. 24]

Όσοι άξιζαν την εμπιστοσύνη του είναι στιγματισμένοι και νεκροί. Στην Σοβιετική Ένωση αφανίζεται μια μεγάλη κατηγορία σκεπτόμενων ανθρώπων. Όλοι εκείνοι οι ατιμασμένοι άνθρωποι δεν υπήρξαν κάποτε έμπιστοι, αδιάφθοροι, ευφυείς; Με τις δίκες όλος ο κόσμος έπειθε τον εαυτό του να πιστέψει τα απίστευτα. Όμως η άρνηση του παλιού εαυτού δεν είναι διόλου εύκολη· όπως όλοι οι χαρακτήρες του Σερζ, έτσι κι αυτός βασανίζεται από συνεχή διλήμματα. Αν σώσουμε τους εαυτούς μας τι θα μείνει μετά; Ο παλιός κόσμος που πάντα σιχαινόμασταν;

Ο Σάσα συναντά την Ντάρια, που διστάζει να αποστασιοποιηθεί από την ιδέα του κομμουνισμού. Αμφότεροι αισθάνονται πως παρακολουθούνται – τα πάντα γύρω τους δείχνουν φυσιολογικά και συνάμα ύποπτα: οι σκιερές είσοδοι των κτιρίων, ένα σερνάμενο αμάξι, βήματα στις σκάλες του ξενοδοχείου, ο καχύποπτος ξενοδόχος. Δεν ξέρουν αν μιλάνε για να παρηγορήσουν ο ένας στον άλλον ή να δώσουν θάρρος στον εαυτό τους. Στην πόλη κινούνται με τον ένστικτο αυτοσυντήρησης των θηρίων μέσα στην γενέθλια ζούγκλα, όπου κάθε θάμνος είναι και μια κρυψώνα. Αλλά αυτό πρέπει να τους ξεχωρίσει από το ζώο: ο άνθρωπος έχει την επιλογή να μην πανικοβάλλεται. Κι ας γνωρίζουν πως δεν μπορούν πια να εμπιστεύονται κανέναν, πως έχουν πια σπάσει τους δεσμούς που ενώνουν τους ανθρώπους σε κοινό αγώνα. Γύρω τους οι Παριζιάνοι «αγνοούν την οργανωμένη θηριωδία που κινεί τις μεγάλες αυτοκρατορίες».

Οι δυο τους γνωρίστηκαν πίσω στο 1919 όταν εκείνος, επιφορτισμένος με την προμήθεια τοπικών βιοτεχνιών σε πρώτες ύλες, πήγε στο κοινωνικοποιημένο εργοστάσιο με τις άεργες και πεινασμένες εργάτριες. Τότε η Ντάρια ήταν γραμματέας της Επιτροπής και άφηνε τις γυναίκες να κλέβουν καρούλια ή βελόνες· αργότερα στην Κριμαία έγινε διευθύντρια σχολείου χωρίς τετράδια και βιβλία και μετά στο Βερολίνο, μέλος της Μυστικής Υπηρεσίας. Σ’ εκείνα τα μαύρα χρόνια συναντιούνταν σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, μοιράζονταν θυελλώδεις συζητήσεις, μάθαιναν για νέες πόλεις σε περιοχές που χθες ακόμα ήταν χερσότοποι, για βιομηχανίες που αναπτύσσονταν σε λιγότερο από πέντε χρόνια.

Δεμένη μαζί του με μια φιλία πιο καθοριστική κι από τον έρωτα, τώρα διστάζει να τον ακολουθήσει στην φυγή του προς την Αμερική. Καθώς μιλάνε και ακούνε την αλήθεια τους νοιώθουν πιο δυνατοί κι αυτός την ευγνωμονεί που δεν εκφράζει ανάλογες αμφιβολίες, εκτός αν τις κρύβει κι αυτή. Ακόμα κι εκείνοι συχνά δεν γνωρίζουν αν και ποιος από τους δυο τους μπλοφάρει… Ο ατομικισμός […] είναι μια θλιβερή αυταπάτη […]. Γι’ αυτό και αγαπώ εκείνους που ξέχασαν μέχρι και τ’ όνομά τους και δεν θα τους γράψει κανένα βιβλίο ιστορία, γιατί ήταν οι καταλύτες γεγονότων που δεν θα κατανοήσουμε ποτέ εντελώς, γιατί αυτοί που έδρασαν θα παραμείνουν άγνωστοι. [σ. 101]

Στο δεύτερο μέρος, με τίτλο Η φλόγα κάτω από το χιόνι η Ντάρια βρίσκεται στο Λένινγκραντ για να συμμετάσχει στην άμυνα ενάντια στους Ναζί, ύστερα από τέσσερα χρόνια εξορίας στο Καζακστάν, για να θεραπευτεί «από κάποια λάθη». Εδώ μεσολαβούν έξοχες σελίδες από το ημερολόγιο της εξορίας, όπου έγραφε προσεκτικές διαλεγμένες λέξεις, που σκιαγραφούσαν μόνο τα εξωτερικά περιγράμματα ανθρώπων, γεγονότων και ιδεών, χωρίς κανένα όνομα ή αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Ο έρωτας μ’ έναν άντρα καταγραφόταν ως η ανάσα του άντρα, το σμίξιμο ως οι μύες του· άλλωστε κανένα τρεμούλιασμα βλεφαρίδων δεν θα μπορέσει ποτέ να αποδοθεί με πληρότητα. Φυσικά οι διάφοροι επιθεωρητές γνωρίζουν ακόμα και πόσα τετράδια έχει παραγγείλει η εκτοπισμένη και αναρωτιούνται τι γράφει στο χαμόσπιτό της τις ατέλειωτες νύχτες της μοναξιάς· όπως για παράδειγμα ο Ιπάτοφ που θεωρεί την γραφή της «ασυνάρτητη για τον μέσο αναγνώστη».

Είναι η εποχή που οι συγγραφείς ξοδεύουν περισσότερο χρόνο αυτολογοκρινόμενοι παρά γράφοντας. Ένας σύντροφος συγγραφέας είχε γράψει μεγάλα βιβλία για το ζήτημα της κουλτούρας. Τα βιβλία του πολτοποιήθηκαν. Πέθανε από σκορβούτο, εξόριστος σε μια υποαρκτική περιοχή όπου μήτε οι γνώσεις μήτε οι ιδέες του μήτε η κουλτούρα μήτε καν ο αυθεντικός στωικισμός δεν αξίζουν όσο ένα τομάρι τάρανδου [σ. 90]. Κάθε τόσο την ενοχλεί κι ο επικεφαλής της περιφέρειας αλλά η Ντάρια καταλαβαίνει ότι η παρενόχληση των εκτοπισμένων με ψεύτικες προφάσεις είναι απλώς ο τρόπος του να ξεφεύγει από την ασφυκτική ανία. Καταμεσής εκείνης της μισητής άμμου, κάποιοι δεν έχουν άλλη επιθυμία από το να πιούν μέχρι να ξεχάσουν τα πάντα· άλλοι προτιμούν την ψευδαίσθηση πως ζουν σαν κανονικοί άνθρωποι κι ένας την παρακαλεί να του στείλει ένα βιβλίο με φυτά, ένα βοτανολόγιο, έτσι όπως έχει χρόνια να δει πράσινο.

Τέσσερα χρόνια περίμενε την απελευθέρωσή της και τώρα στο Λένινγκραντ, μακριά από την μούχλα της απραξίας, δεν νοιώθει καμιά χαρά γιατί παντού στον κόσμο είχε στερέψει αυτό το συναίσθημα. Γνωρίζεται με τον πρώην επίδοξο δάσκαλο και νυν υπολογαγό Κλιμέντι και μαζί αφήνονται σε στοχαστική φιλική σιωπή, τινάζουν τις κουβέρτες στο κενό που χάσκει έξω από τον μισογκρεμισμένο τους όροφο και κοιμούνται μαζί για να ζεσταθούν περισσότερο. Γύρω τους βαθουλωτά μάτια όπως των οραματιστών αγίων στις αγιογραφίες, κάποιοι προσποιούνται τους ετοιμοθάνατους μόνο κα μόνο για να πάρουν μια σταγόνα γλυκόζη και τα παιδιά έχουν ζήσει μια ολόκληρη ζωή, προτού ακόμη μάθουν τι είναι ζωή. Ο Σερζ βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις για να εικονοποιήσει την διαλυμένη πόλη, τις φαρδιές ευθείες λεωφόρους που συνθλίβονται από την λευκότητα, τους ορόφους που χάσκουν, τις προσόψεις από καραβόπανα. Άνθρωποι και απόβλητα έχουν καλυφθεί από χιόνι, που όταν λιώσει θα απελευθερώσει μπόχα και σαπίλα. Σε αυτή την αυτοκρατορία της λευκότητας τα πένθη βρίσκονται σε εκκρεμότητα.

Κάπου εκεί ο ανώτερος στρατιωτικός προϊστάμενός της Λοχαγός Ποτάποβ εκθέτει ολόκληρη την πολεμική ιδεολογία της Ρωσίας σε λίγες σελίδες. Σταχυολογώ από τον πληθωρικό του λόγο: Ο μόνος τρόπος να νικήσουμε είναι να υποφέρουμε περισσότερο από τους εχθρούς μας· η ίδια μας η στέρηση να μετατραπεί σε πηγή δύναμης. Υποχώρηση σημαίνει αντεπίθεση, η φυγή είναι η ευκαιρία για ανασύνταξη και η ήττα ένας ελιγμός.  Αν ο εχθρός είναι τεχνικά αμείλικτος, εμείς πρέπει να είμαστε ανθρωπίνως αμείλικτοι και κάτι παραπάνω, πιο σκληροί και ανελέητοι πρώτα με τους εαυτούς μας· να μην χάνουμε ποτέ την ενστικτώδη συνοχή μας, ακόμη και βυθισμένοι μέσα στην ασυναρτησία. Είμαστε πλουσιότεροι σε εσωτερικές αντιφάσεις. Οι δειλοί μας γίνονται οι γενναιότεροι πολεμιστές. Είμαστε ένα συγκεχυμένο κοινοτικό «εμείς» που βαδίζει προς την συνειδητότητα. Εμείς αποκρυπτογραφούμε το ακατανόητο σχεδόν αλάνθαστα.

Και ποια είναι η θέση των συγγραφέων σ’ εκείνη την Ρωσία; Σε κάθε μοντέρνο πόλεμο ο συγγραφέας πρέπει να παίξει τον ρόλο του μάγου της φυλής, να προετοιμάζει τις ψυχές για το μαρτύριο, την υποχώρηση ή την επίθεση· να ασκεί μια οργανωμένη υπηρεσία εναρμονισμένη με τις ανάγκες της ψυχολογικής στρατηγικής. Η συνομιλία με την παροπλισμένη συγγραφέα Άννα Λομπάνοβα είναι αποκαλυπτική. Μόνο αργότερα θα υπάρξει χώρος για μεγάλη λογοτεχνία, για αληθινή λογοτεχνία, χωρίς φόβο και ψευτιές. «Μετά από μας». Ο συγγραφέας Ιλαριόνωφ αποτελεί μια άλλη περίπτωση. Οι γραφειοκράτες τον εκλιπαρούν να αλλάξει είκοσι εφτά σημεία κι εκείνος μεθάει για να το καταφέρει. Και πάλι κάποια κομμάτια οι λογοκριτές αδυνατούν να αποκωδικοποιήσουν και φοβούνται για τις καριέρες τους. Ακόμα και στα πιο επίσημα έργα του υπάρχει ένα υπόγειο ρεύμα ζωτικότητας, που τεχνηέντως υπαινίσσεται κάτι αλλιώτικο από την φαινομενικά ορθόδοξη γραμμή.

Ο εχθρός βρίσκεται μέσα μας, κάθε φορά που χάνουμε το θάρρος μας. Η σκέψη: επειδή είναι μια ασυγκράτητη δύναμη που ποτέ δεν ξέρει πού πηγαίνει ή τι θα ζητήσει, και μπορεί ξαφνικά να χαθεί μέσα σ’ ένα λαβύρινθο αμφιβολιών, ενδοιασμών, ερωτημάτων, επινοήσεων, ονείρων. Θέλουμε μια αποτελεσματική, πειθαρχημένη σκέψη, μια σκέψη τεχνική – αλλά πώς να την διαχωρίσεις από την άλλη που είναι αναρχική, ατίθαση, εμμονική και απρόβλεπτη; Πώς να κουκουλώσεις τούτη τη δίδυμη αδερφή της μ’ ένα μανδύα αποδοκιμασίας και μυστικότητας; [σ. 196]

Το εκτενέστερο και μάλλον ισχυρότερο τρίτο κείμενο Η Μπριγκίτε, ο κεραυνός κι οι πασχαλιές βρίσκει διαφορετικούς ήρωες σε μια ισοπεδωμένη από τους βομβαρδισμούς γερμανική πόλη, λίγο πριν την κατάρρευση του Τρίτου Ράιχ. Η Μπριγκίτε σκέφτεται εκείνον που δεν ζει πια και υπάρχει μόνο στα γράμματά του, άλλα από τα οποία περιείχαν μόνο φράσεις ερωτικές, και άλλα που μετά βίας διαβάζονται, με σκηνές από τον πόλεμο· οι σελίδες που αφιερώνονται σε αυτά τα γράμματα είναι συγκλονιστικές· ο μετανιωμένος Γερμανός πολεμιστής είδε πλάσματα που κάποτε ήταν γυναίκες, απαγχονισμένους που δεν τρομάζουν πια κανέναν, το ανείπωτο που μάταια προσπαθούν τα λόγια να εκφράσουν.

Η στρατιά του προχωρούσε μέσα σε μια κοινοτυπία του χάους που έγινε συνήθεια και καθημερινότητα. Τώρα αναρωτιέται για την κόλαση που έφεραν οι Ναζί, για τον Οραματιστή που τόσοι τον πίστεψαν για να ξεφύγουν από τις μικρές τους απελπισίες. Η μόνη του βεβαιότητα πως αυτό το έγκλημα αφορά όλους τους πάντες. Τώρα ξέρει: οι νεκροί τους είναι οι μόνες δυνάμεις κατοχής στους τόπους που κατακτήσανε, οι μόνοι που έχουν δεσμούς αδελφοσύνης με τους νεκρούς άλλων λαών. Στο τέλος όλοι ίδιοι είναι στον τελευταίο σπασμό, μέσα στα τελευταία τους περιττώματα, ανήμποροι και λυτρωμένοι. Τουλάχιστον το δικό του τέλος θα είναι το πιο εύκολο κομμάτι της ιστορίας. «Μπριγκίτε, ετοίμασε την καρδιά σου για έναν άλλον έρωτα, αφού η ζωή πρέπει να συνεχιστεί».

Ο γερμανικός λαός κατακλύζεται από φήμες: νεκροί, υπόγεια εργοστάσια που γλίτωσαν την καταστροφή, μη φοβάστε, οι ζημιές είναι εικονικές, είναι ζήτημα χρόνου να παραδοθούν. Κάποιοι φοράνε τα καλύτερά τους ρούχα για να μην τους τα κλέψει κανείς – ένας αέρας κομψότητας στις ουρές για το ψωμί. Υπάρχουν πολλοί κοιμισμένοι που υπνοβατούν ανάμεσα στην αυτοκτονική φρενίτιδα και την αυταπάτη, όπως ο καθηγητής Σιφ, που παραληρεί: «Η νίκη μας δεν βρίσκεται στον γήινο χώρο και χρόνο, αλλά εμπεριέχεται στην αθάνατη Αρχή της Φυλής».

Η Μπριγκίτε ανεβαίνει στο κρεμαστό της δωμάτιο με την ανεμόσκαλα, καθώς το μισό κλιμακοστάσιο κλάπηκε από τους γείτονες για τις σόμπες τους – κι άλλες συναρπαστικές σελίδες για το νοικοκυρεμένο της δωμάτιο και για την σχέση της με τον Μείον Δύο, τον ανάπηρο Φραντς, τον επονομαζόμενο Μείον-Δύο, που έχασε αριστερό πόδι και δεξί χέρι σε μια ασήμαντη μάχη του ανατολικού μετώπου. Αυτός είναι ο κόσμος τους: ένα παράλογο δωμάτιο που στέκει πάνω από μια ανεμόσκαλα περιτριγυρισμένο από κουφάρια σπιτιών, προσόψεις που χάσκουν στο κενό, δρόμοι όπου εκτελούνται οι βαριά τραυματίες, οι πλιατσικολόγοι κι οι μισότρελοι που φωνάζουν αλήθειες. Σε αυτόν τον κόσμο ένας βιασμός μέσα στο στάβλο φαίνεται ως το μόνον φυσικό ζευγάρωμα. Σταδιακά τα πρόσωπα πληθαίνουν και οδηγούνται το καθένα στο δικό του τέλος, εκτός από την Ντάρια, που ως Ένρα εμφανίζεται κι εδώ, σε ειδική αποστολή πίσω από τις γραμμές των χιτλερικών ως νοσοκόμα κατάσκοπος και δολιοφθορέας σε γερμανικά στρατιωτικά νοσοκομεία.

Το καλό με τον πόλεμο είναι ότι δεν σου αφήνει χρόνο να σκεφτείς. Σε νοιάζει να μη σκοτωθείς, να βρεις να φας, να σκοτώσεις κάποιον, να καταστρέψεις κάτι, να κρατήσεις μέχρι την επόμενη μέρα. Κι αυτό κάνει τη συνείδηση να νιώθει άνετα, γιατί την καταργεί. Το δράμα των αιχμαλώτων είναι ότι έχουν πολύ χρόνο… [σ. 325]

Στο τελευταίο «κεφάλαιο», στο Τέλος του ταξιδιού, η Ντάρια ταξιδεύει με το τελευταίο της διαβατήριο και τα τελευταία της χρήματα, εκτός κάθε νόμου, πιθανότατα καταδιωκόμενη, ελεύθερη και πελαγωμένη. Γνωρίζει πως οι συνηθισμένοι άνθρωπο δεν μπορούν πια να περάσουν από τη μία ήπειρο στην άλλη όπως οι μετανάστες του 19ου αιώνα ή οι εξερευνητές. Υπάρχουν πλέον φραγμοί που εμποδίζουν την κινητικότητα πιάνουν στα δίχτυα τους τον ανώνυμο παράνομο, τον άπατρι πρόσφυγα, τον φυγά που έχασε τα χαρτιά του, τον ευρωπαίο που τον συνεπαίρνει το κάλεσμα τόπων μακρινών.

Αλλά τώρα στην Αμερική, βλέποντας τα λεωφορεία που τρέχουν στους αυτοκινητόδρομους και τα απλωμένα ρούχα να κυματίζουν στις λαϊκές πολυκατοικίες, δεν μπορεί παρά να φωνάξει παιδιάστικα: Ζουν! Νοιώθει ελεύθερη: κανείς δεν την χρειάζεται εδώ. Και νοιώθει ένοχη: μήπως είναι εγωπαθής; Πώς είναι ο Νέος Κόσμος; Υπάρχουν άνθρωποι εκεί που δεν είναι τσακισμένοι από τις ιδέες όπως αυτή; Από μια μικρή πόλη της Βιρτζίνια μέχρι το Μεξικό, η Ντάρια αναζητά τον παλιό της σύντροφο που την περιμένει στην συμμετοχικά οργανωμένη του φάρμα – καχύποπτος ή απελευθερωμένος;. Ίσως μαζί αναζητήσουν την νέα ζωή στην φύση, στους ζωντανούς ανθρώπους των βιβλίων και πάντα σε μια ατέλειωτη διαλεκτική.

Ο Σερζ είναι ένας σπάνιος συγγραφέας. Δεν αρκείται στα συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα ή τις δαιδαλώδεις ψυχογραφίες των αντιφατικών και διχασμένων του ηρώων αλλά κατακλύζει την πρόζα του με φορτισμένους διαλόγους, έξοχες περιγραφές του περιβάλλοντος και της φύσης και μια εκθαμβωτική εικονοπλασία, ανοίγοντας τις ιστορίες του σε μια αξιοθαύμαστη λογοτεχνικότητα. Το τελευταίο του αυτό μυθιστόρημα γράφτηκε από το 1945 έως το 1947, χρονιά του θανάτου του στο Μεξικό, όπου κατέφυγε μαζί με τα χειρόγραφα των δυο προαναφερθέντων βιβλίων του, χωρίς να δει την έκδοση κανενός από τα τρία.

Εκδ. Θύραθεν, 2017, μτφ. Ιωάννα Αβραμίδου, σ. 427 με εργοβιογραφικό επίμετρο James L. Hoberman και δισέλιδο απόσπασμα από το βιβλίο Αναμνήσεις ενός επαναστάτη [Victor Serge, Les Années sans Pardon].

05
Αυγ.
19

Erri De Luca – Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια

To καλοκαίρι που άλλαξε τους χειμώνες

Σηκώθηκα και την κοίταξα. Με το λευκό της φουστάνι, μια μικρή μαργαρίτα στο αυτί, μια μυρωδιά αλλιώτικη από του αμύγδαλου, την κοίταζα, το βλέμμα μου είχε καρφωθεί πάνω της. Ήταν η πρώτη σίγουρη πληροφορία για τη γυναικεία ομορφιά. Δε βρίσκεται στα εξώφυλλα των περιοδικών, στις πασαρέλες, στην οθόνη του σινεμά, βρίσκεται σ’ αυτό το απρόσμενο δίπλα σου. Σε κάνει ν’ αναριγείς, σε αδειάζει. [σ. 112-113]

Να λοιπόν που υπάρχει ένα μικρό βιβλίο που καταφέρνει να χωρέσει ένα ολόκληρο καλοκαίρι παιδικότητας και πρώτης «ενηλικίωσης», τον πρώτο έρωτα, έναν αμήχανο θερινό μεταπολεμικό κόσμο κι ένα υπόδειγμα κλήσης προς μια μνήμη που καλείται να μιλήσει, κι ας μην τα θυμάται όλα. Ο γεννημένος στη Νάπολη το 1950 συγγραφέας αυτοβιογραφείται και στα τέσσερα πεδία με αξιοθαύμαστα λιτό αλλά και φιλοσοφημένο λόγο.

Η διήγησή του ξεκινάει μόλις κλείσει τα δέκα, «ένα κουβάρι βουβά παιδικά χρόνια». Η δεκαετία ήταν ένας στόχος βαρυσήμαντος, για πρώτη φορά η ηλικία γράφεται με δύο ψηφία. Αλλά ενώ τελειώνει επίσημα η (έστω, πρώτη) παιδική ηλικία, και πάλι τίποτα δεν συμβαίνει, «είσαι πάντα στριμωγμένος μέσα στο ίδιο κορμί πιτσιρίκου, ανάστατος από μέσα κι ασάλευτος απ’ έξω». Ευτυχώς τώρα που παραθερίζει δίπλα στην θάλασσα, μαζί με την μάνα του, διαθέτει και μια ιδιαίτερη «παραμάνα», μια μικρή κάμαρα γεμάτη με τα βιβλία του πατέρα του, κάστρο και σκακιέρα μαζί, μόνο που τώρα ο πόνος του έξω κόσμου στον μεταπολεμικό ιταλικό Νότο συνδέεται με τους δικούς του ιστούς. Χάρη στα βιβλία γνωρίζει τους ενήλικες εκ των έσω: Δεν είναι οι γίγαντες που ήθελαν να φαντάζονται, παρά παιδιά παραμορφωμένα σ’ ένα ογκώδες σώμα Ήταν ευάλωτοι, εγκληματικοί, αξιοθρήνητοι και προβλέψιμοι. Μπορούσα να προλαβαίνω τις κινήσεις τους, στα δέκα μου χρόνια ήμουν μάστορας στο μηχανισμό των ενηλίκων. Ήξερα να τον αποσυναρμολογώ και να τον συναρμολογώ. / Πιο πολύ με στενοχωρούσε η απόσταση που χώριζε τα λόγια τους από τα έργα. [σ. 18]

Εκτός των άλλων, αυτοί οι ενήλικοι συνήθιζαν να μεγεθύνουν το ρήμα «αγαπώ», διέταζαν την προστακτική του και στην κορύφωση του ρήματος παντρεύονταν ή σφάζονταν μεταξύ τους. Μια από τις αλλόκοτες καταλήξεις του ήταν και ο ίδιος με την αδελφή του, κι έτσι μπορούσαν να δουν σε ζωντανή μετάδοση τι συνέβαινε εξαιτίας εκείνου του ρήματος: δυο βουβοί άνθρωποι στο τραπέζι να καταπίνουν θορυβώδεις μπουκιές. Έξω από το σπίτι, στον ευρύτερο τόπο, η αγάπη δίνει θέση στην απουσία της.

Οι απόντες έχουν ανάγκη από μια φωνή που να τους αποτραβήξει απ’ την απουσία και να τους υποχρεώσει να υπάρξουν πάλι, τουλάχιστον όσο διαρκεί ένα τραγούδι. [σ. 151]

Ο πατέρας του κάποτε ξεφάντωνε μαζί του ελεύθερα και ισότιμα. Τώρα του στέλνει κάρτα με χαιρετίσματα από την Νέα Υόρκη, όπου ονειρεύεται να πλουτίσει και να φέρει και την οικογένειά του. Η μάνα του όμως απορρίπτει την Αμερική. Του δηλώνει πως ξέρει να επιβιώνει μονάχα στην πατρίδα της, αυτήν που είδε να συντρίβεται και να ξεθάβεται απ’ την στάχτη. Η –μικρότερη– αδελφή του είναι «ένας καταπέλτης που εκτόξευε ένστικτα». Μεγαλώνοντας την φανταζόταν πως θα γυρίσει την υδρόγειο μ’ ένα τσίρκο, αλλά τελικά έμεινε στη Νάπολη. Κι ίσως είχε δίκιο, μεγαλύτερο τσίρκο από εκεί δεν υπάρχει στον κόσμο. «Δεν υπήρχε ακόμα σε κανένα βιβλίο εκείνη η γενιά».

Τώρα ο συγγραφέας πλευρίζει μέσα από την συγγραφή τον εαυτό του πριν από πενήντα χρόνια για το δικό του ιωβηλαίο. Δεν έχει πια το εσωτερικό φορτίο της παιδικής ηλικίας ούτε την φυσική ανακάλυψη του εφηβικού κορμιού. «Στα δέκα είσαι μέσα σ’ ένα κουκούλι που περιέχει όλα τα μελλοντικά σου σχήματα». Και πάλι όμως, αφήνει την αίσθηση πως τα διηγείται όλα τόσο στην ηλικία των δέκα όσο και των εξήντα.

Στα δυο νοικιασμένα δωμάτια με την μάνα του στην ακροθαλασσιά το βράδυ διαβάζει τα βιβλία του πατέρα του, όπως ένα με ιστορίες Εγγλέζων από τον Ινδικό Ωκεανό, που έφερνε ειδήσεις από την απεραντοσύνη. «Όσο διαβάζεις θα σκοντάφτεις πάνω σε συγκλονιστικές φράσεις». Την ίδια ευχαρίστηση του δίνουν και οι ιστορίες της μητέρας του: αισθάνεται ένα άδειο σακουλάκι που γεμίζει απ’ την ανάσα των ιστοριών. Τα βιβλία που κάποτε τον έσωζαν, συνέχισαν να τον σώζουν: «Κάνουν την πιο ισχυρή αντίθεση με τα κάγκελα. Μπροστά στα μάτια του φυλακισμένου, που είναι ξαπλωμένος στο ράντζο, ανοίγουν το ταβάνι διάπλατα».

Η ανάγνωση έμοιαζε με φυγή στα ανοιχτά με την βάρκα κι αυτός προχωρούσε αργά, κωπηλατώντας, αφήνοντας στην ησυχία της κάποια λέξη που δεν γνώριζε. Και στις διηγήσεις των γυναικών της οικογένειας υπήρχαν οι μεγάλες αποθήκες των ιστοριών, που διαμόρφωσαν τις γραπτές του φράσεις, κι ας μην διαρκούσαν περισσότερο απ’ την ανάσα που χρειαζόταν για να τις προφέρεις. Αλλά ήταν τα τετράγωνα των σταυρολέξων που τον εξάσκησαν στην ακρίβεια της λέξης που πρέπει ν’ αντιστοιχεί στο ζητούμενο του ορισμού – αυτά έγιναν ένα καλό σχολείο για την συγγραφή. Η μοναχική μανία αποδείχτηκε ως το μηχανουργείο της γλώσσας.

Κάτω από μια θαλάσσια ομπρέλα παραδίπλα, ένα κορίτσι από τον Βορρά διαβάζει αστυνομικά βιβλία. Είναι η στιγμή που ο ίδιος συνειδητοποιεί ότι το σώμα του δίπλα στην θάλασσα μοιάζει απόρθητο, ενώ η πόλη τον έκανε να κλαίει. Πρέπει να έφταιγε το αλάτι, που έμενε κολλημένο πάνω του όλο το καλοκαίρι, προστατεύοντάς τον σαν ασπίδα. Κι έτσι αφού και οι δυο διαβάζουν τα πάντα με μανία, έως και τους καταλόγους του μπαρ, θα συνεννοηθούν με τον δικό του