Στέργια Κάββαλου – Ο Κωστής και οι χαμένες λέξεις

Η γλώσσα που μετακομίζει αλλά δεν χάνεται

Τη μέρα που ο μπαμπάς αποφάσισε να αφήσουμε την Αθήνα ήταν νύχτα… ξεκινάει την ιστορία ο αφηγητής Κώστας, σπουδαστής της Πέμπτης δημοτικού, και ομολογώ πως είχα καιρό να νιώσω από τις πρώτες μια δυο γραμμές εκείνη την γλυκιά αδημονία της διήγησης. Και φυσικά η αιφνίδια πρόκριση της αναχώρησης δεν γίνεται για κανένα κυνηγητό λόγω παρανομίας ή άλλους γνωστούς και χιλιοειπωμένους λόγους. Απλά σε κάποιο Αβινιόν της Γαλλίας ζητούν οδοντογιατρούς, που τυχαίνει να είναι και το επάγγελμα του πατέρα του. Τα πάντα τώρα είναι εναντίον του: το «ελληνικό καλοκαίρι» δεν είναι τουριστικό αλλά αστικό και θερμό, τα κουνούπια πανταχού παρόντα, το ίδιο και η μητέρα του που τον ψεκάζει με την διόλου αντρική λεβάντα, ενώ ο μπαμπάς δεν εννοεί να παραδεχτεί ότι διάλεξε για άλλη μια φορά χάλια καρπούζι. Και δεν έχει ούτε έναν σύμμαχο, καθότι η αδελφή του Λητώ, απόφοιτη του νηπιαγωγείου, δεν αντιστέκεται για πολύ. Η ημερομηνία αναχώρησης έκλεισε.

Καταφυγών στο δωμάτιό του και αποσυνδεδεμένος από το διαδίκτυο ο Κώστας ανατρέχει στην παλιά καλή βοήθεια: άτλαντες κι εγκυκλοπαίδειες, συν τα δωρεάν σιντί των εφημερίδων για την απαραίτητη συλλογή πληροφοριών. Σύντομα μαθαίνει περισσότερα από τους άλλους, που κάνουν τους κοσμογυρισμένους. Η υπέροχη γιαγιά (την χρίζω από τώρα υποψήφια βήτα γυναικείου ρόλου στα υπό σκέψη σχετικά φετινά βραβεία) φτιάχνει φουστάνια για την εγγονή της αφαιρώντας το κάτω μέρος απ’ τις κουρτίνες, πακετάρει κι εκείνη σαν ζηλιάρικο παιδί, και, ψυχραιμότερη απ’ όλους, αυτοπροσκαλείται. Τι έχει να χάσει; Το πολύ πολύ από Ιουλία να γίνει Ζιλί – κι έγινε ήδη!

Ο Κωστής, αντίθετα, έχει να χάσει τους φίλους του, τον κολλητό, την διπλανή του και κυρίως την εκλεκτή του Αθανασία μαζί με το μακροπρόθεσμο σχέδιο που την περιλαμβάνει. Αλλά πάνω απ’ όλα η απαρηγόρητη ανησυχία του αφορά την απώλεια των λέξεων. Η δικιά του γλώσσα ήταν πάντα «έτοιμη να ενώσει τη σκέψη του με τον υπόλοιπο κόσμο». Στο σχολείο γίνεται το Γαλλάκι, οι συγγενείς στην τελετή του αποχαιρετισμού παραπονιούνται ή ζηλεύουν («οι άνθρωποι όταν χάνουν το κουράγιο τους γίνονται εξαιρετικά ανόητοι» αλλά εκείνος δεν κολλάει· ούτως ή άλλως τον περιμένουν πολύ σοβαρότερες καταστάσεις.

Σύντομα βρίσκεται στην γαλλική πόλη που τις Κυριακές φαίνεται μικρότερη, η οικογένεια βρίσκεται έξω από τα νερά της κι ας μην το παραδέχεται κανείς σε κανέναν κι ο ίδιος «παθαίνει μοναξιά». Η ταπετσαρία είναι (εφιαλτικά) λουλουδάτη, οι συμμαθητές του προέρχονται από άγνωστες χώρες, οι λέξεις του πουθενά. Όμως η λίστα με τα θετικά σταδιακά μεγαλώνει: κάνει παρέα με την Κατρίν, ο ουρανός είναι πετρόλ, η ζαχαροπλαστική μυρωδιά βρίσκεται παντού, ο μπαμπάς έχει περισσότερο χρόνο, η μαμά πραγματοποιεί μερικά δικά της όνειρα, η μικρή έχει ταλέντο στις ξένες γλώσσες, ο καθένας τους έχει τον άλλον για παρέα κι όλοι μοιράζονται τις χαρές τους και κρατούν τα + από την κάθε τους μέρα.

Αλλά ο φόβος για την απώλεια των λέξεων παραμένει. Την ώρα των αγγλικών επαναλαμβάνει μέσα του τα ελληνικά και στο σπίτι γράφει γράμματα στην Αθανασία, μόνο που τα διατηρεί στο συρτάρι του γραφείου. «Είπαμε, η απόσταση σε κάνει τολμηρό, αλλά όχι και ατρόμητο». Εκεί δεν είναι μόνο ανεπίδοτα αλλά και έκθετα στα μάτια της μαμάς Κάσι (απ’ το Κασσιανή), που τα διαβάζει, τα φωτοτυπεί, τα κάνει σπιράλ, τα τιτλοφορεί και τα διανέμει στα μέλη της οικογένειας. Υπερήφανη για το ταλέντο του βλαστού, το πλούσιο λεξιλόγιο, την άψογη γραμματική. Κι ας συγχέει τα είδη, εφόσον δεν πρόκειται για ημερολόγιο, όπως το χαρακτήρισε, αλλά για απλούς μονολόγους σε Α4.

Με τον τρόπο αυτό ο Κωστής κερδίζει ένα τετράδιο κι εκεί μπαίνουν οι χαμένες λέξεις, αυτές που αγαπάει κι οι άλλες που τον θυμώνουν. Δεν περιορίζεται όμως στην γραφή αλλά αναζητά τρόπο να σκορπίσει τις λέξεις του στην πόλη, να τις έχει παντού γύρω του, να τον προσέχουν και να του θυμίζουν. Χάρη σ’ ένα υπέροχο εύρημα με επιστολές, αριθμούς, βιβλία και το τυχαίο, ο νεαρός «συγγραφέας» γνωρίζει ότι ο τόπος του είναι οι λέξεις και οι άνθρωποι της καρδιάς του, όπου κι αν βρίσκεται.

Μετακόμιση, μετανάστευση, η απώλεια των φίλων, το νέο περιβάλλον, οι βαθύτεροι φόβοι, και κυρίως η διατήρηση της γλώσσας ως ενός τόπου που μπορούμε παντού να κουβαλάμε μαζί μας, όλα χωράνε στην χορταστική ιστορία της Στέργιας Κάββαλου, που είναι έξυπνα γραμμένη, με μια σπαρταριστή αμεσότητα και μερικές έξυπνες στροφές που θυμίζουν την γραφή των φανζίν. Η εικονογράφηση της Πετρούλας Κρίγκου είναι εξίσου απολαυστική, με τις τρυφερές γελοιογραφικές της πινελιές στην απόδοση των προσώπων και την εμφανή τεχνοτροπία των κόμικς. Άλλη μια Ιστορία που βιώνεται δυνατά, όπως τιτλοφορείται η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σχετική σειρά των εκδόσεων.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2018, εικονογράφηση: Πετρούλα Κρίγκου, σελ. 77, γυαλιστερό φύλλο [Ιστορίες που ζεις δυνατά]. Οι εικόνες είναι από το βιβλίο.

Ηλικίες: 10+

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 2. Μαρίνα Καδή

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

To τελευταίο μου βιβλίο που αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο έχει τίτλο «Η κίτρινη κουβέρτα της ευτυχίας» (εκδόσεις Τελεία, εικονογράφηση Βασίλη Κουτσογιάννη). Είναι μια ιστορία εμπνευσμένη από τη ζωή, για τους γονείς που δεν είναι πια μαζί και τα παιδιά που προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές τους και να βρουν ξανά το χρώμα στη ζωή τους. Η ιστορία αυτή περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, από βιώματα που είχα ως παιδί, μέσα από τον χωρισμό των γονιών μου.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση για κάποια βιβλία σας;

Η Άσπρη στολή (εκδόσεις Τελεία, εικόνες Ρένια Μεταλληνού) είναι η ιστορία ενός κοριτσιού που ονειρευόταν να γίνει νοσοκόμα, για να φροντίζει τους ανθρώπους, χωρίς να φαντάζεται ότι η ζωή θα την έφερνε στην πρώτη γραμμή όλων των θλιβερών γεγονότων που σημάδεψαν τη μικρή της πατρίδα. Μέσα από την ιστορία αυτή, που είναι εμπνευσμένη από τη ζωή της μητέρας μου, ήθελα να αναδείξω όλους τους αφανείς ήρωες, που εργάζονται ακούραστα και αθέατα, σε κάθε γωνιά της γης, για να απαλύνουν τον ανθρώπινο πόνο.

Το βιβλίο Περιμένοντας τη βροχή (εκδόσεις Καλέντη, εικόνες Ρένια Μεταλληνού), με ήρωα ένα μικρό αγόρι, τον Μάρκο, επικεντρώνεται στο φαινόμενο της ανομβρίας και της κλιματικής αλλαγής. Κάθε φορά που έβρεχε, οι μικρές χάρτινες βαρκούλες του Μάρκου ταξίδευαν, παίρνοντας μακριά και από μία λύπη. «Κάθε φορά που μια βαρκούλα ταξιδεύει, παίρνει και μια στενοχώρια μαζί της» έλεγε ο παππούς στον Μάρκο. Τώρα όμως ο παππούς δεν είναι πια μαζί τους και η βροχή έχει χαθεί… Κάθε μέρα, ο Μάρκος κοιτάζει τον ουρανό, για κάποιο σημάδι. Περιμένει τη βροχή, που θα διώξει τη λύπη μακριά και θα καθαρίσει τις ψυχές των ανθρώπων.

Το κόκκινο φόρεμα της Σαβέλ (εκδόσεις Πάργα, εικόνες Ντανιέλα Σταματιάδη) περιγράφει την ιστορία ενός κοριτσιού που αναγκάζεται σε μια μέρα να αφήσει τη χώρα της και ό,τι αγαπούσε και να ταξιδέψει μακριά, στην άλλη άκρη της γης. Το μόνο πράγμα που μπόρεσε να πάρει μαζί της, είναι το κόκκινο φόρεμα, που της είχε κάνει δώρο η γιαγιά της στα γενέθλιά της. Και η Σαβέλ δεν το αποχωρίζεται ποτέ… Είναι μια ιστορία για τα παιδιά πρόσφυγες, που αναγκάζονται βίαια να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και τους ανθρώπους που αγαπούν και να βρεθούν σε τόπους ξένους.

Το βιβλίο Παιδικά όνειρα (εκδόσεις Πατάκη, εικόνες Ντανιέλα Σταματιάδη) είναι μια σύνθεση μικρών ιστοριών – οκτώ παιδιά που έχουν ένα φαινομενικά άπιαστο όνειρο, το οποίο ψαλιδίζουν άθελά τους οι μεγάλοι, μέσα από τη δική τους λογική και έλλειψη φαντασίας. Μέσα από τις ιστορίες των παιδιών, που καταφέρνουν τελικά να πραγματοποιήσουν τελικά τις επιθυμίες τους, τονίζεται η σημασία του να έχει κάποιος όνειρα και μην τα εγκαταλείπει.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία; 

Η επαφή μου με την παιδική λογοτεχνία ξεκίνησε μέσα από την επιθυμία μου να μιλήσω στα παιδιά για δύσκολα θέματα, όπως είναι η καταστροφή της φύσης και η εκμετάλλευση των ζώων, ο πόλεμος, η φτώχεια και η ανισότητα, χωρίς όμως να σκοτώσω την αισιοδοξία, την ελπίδα, τα όνειρά τους για το μέλλον. Έγραψα την πρώτη μου ιστορία πριν 10 χρόνια περίπου, λίγο μετά που έγινα μητέρα. Η επαφή μου με τα παιδικά βιβλία που διάβαζα στα δύο μου παιδιά κάθε βράδυ ήταν επίσης καθοριστική. Κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να πω κι εγώ μια ιστορία κι άρχισα δειλά δειλά να γράφω, χωρίς να ξέρω που θα με έβγαζε η προσπάθεια μου αυτή. Είχα όμως την ανάγκη να μιλήσω στα παιδιά – όχι μόνο τα δικά μου παιδιά – για θέματα δύσκολα, αλλά ουσιαστικά, μεταφέροντας το μήνυμα ότι μπορεί να είναι δύσκολο ένας άνθρωπος να αλλάξει τον κόσμο, όμως ένας άνθρωπος μπορεί, μέσα από μικρές, καθημερινές πράξεις, να βοηθήσει να γίνει ο κόσμος λίγο καλύτερος…

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; 

Η παιδική λογοτεχνία συχνά πηγάζει από την ανάγκη του συγγραφέα να μεταφέρει ένα μήνυμα στα παιδιά και υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να πέσει κάποιος στην παγίδα του διδακτισμού. Θεωρώ όμως ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις ιστορίες που επιδιώκουν να προβληματίσουν τα παιδιά για ένα θέμα και στις ιστορίες που επιδιώκουν να τους δώσουν ένα «μάθημα». Τα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία δεν είναι βιβλία γνώσεων κι αν τα χειριστείς ως τέτοια, θα έχεις ένα κακό αποτέλεσμα. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Ναι, οι παιδικές μου μνήμες είναι πηγή έμπνευσης για πολλά από τα βιβλία μου. Εκτός από το βιβλίο «Η κίτρινη κουβέρτα της ευτυχίας» για το οποίο μίλησα πιο πάνω, το βιβλίο «Ο Νικόλας και η Έλλη» – το οποίο περιγράφει τη σχέση ενός αγοριού με μια ελεφαντίνα – είναι βασισμένο σε μια παιδική μου ανάμνηση. Στον ζωολογικό κήπο της Λεμεσού, την πόλη όπου μεγάλωσα, ζούσε η Τζούλι, ένας ασιατικός ελέφαντας. Μου άρεσε να επισκέπτομαι την Τζούλι, χωρίς να αντιλαμβάνομαι τότε, ότι η ζωή της ήταν ένας εφιάλτης. Παρόλο που οι ελέφαντες είναι κοινωνικά ζώα, η Τζούλη ζούσε μόνη σε έναν πολύ μικρό χώρο, με αποτέλεσμα να πάθει αρθριτικά από την ακινησία (μια συχνή ασθένεια σε ελέφαντες που ζουν σε αιχμαλωσία) και τελικά να πεθάνει. Η ευαισθητοποίηση του κόσμου ήταν τόσο μεγάλη, που ο ζωολογικός κήπος φρόντισε για τη μεταφορά άλλων μεγάλων θηλαστικών σε πάρκα του εξωτερικού, για να ζήσουν ελεύθερα. Σε αυτά τα πλαίσια κινείται η ιστορία της Έλλης και του μικρού Νικόλα.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Θα έλεγα ότι οι ιδέες παγιδεύουν εμένα και όχι το αντίθετο! Από τη στιγμή που θα έρθει στο μυαλό μου μια ιδέα για μια νέα ιστορία, η σκέψη αυτή με συντροφεύει κάθε λεπτό της μέρας, όπου κι αν βρεθώ, ότι κι αν κάνω. Συνήθως κρατώ σημειώσεις σε ένα μικρό μπλοκ που έχω πάντα μαζί μου και κάποια στιγμή κάθομαι να αποτυπώσω την ιστορία.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία; 

«Το κόκκινο φόρεμα της Σαβέλ» είναι εμπνευσμένο από τα χιλιάδες παιδιά που αναγκάστηκαν τα τελευταία χρόνια να αφήσουν τη χώρα τους, για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Μέσα από τα μάτια της Σαβέλ ήθελα να δείξω ότι το ταξίδι δεν τελειώνει με την ασφαλή άφιξη ενός παιδιού στον προορισμό του. Εξίσου σημαντική είναι η ένταξη στο νέο περιβάλλον και κατά πόσο θα το υποδεχτούν με αγάπη και κατανόηση.

Η ιστορία της προσφυγιάς είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνεται μέσα στους αιώνες και θα επαναλαμβάνεται όσο υπάρχουν πόλεμοι και εμφύλιοι διχασμοί. Καθώς έγραφα την ιστορία της Σαβέλ, στο μυαλό μου ήταν μια Ιρανή συμφοιτήτριά μου, η οποία είχε φύγει κρυφά από το Ιράν με τους γονείς της κατά την Ιρανική επανάσταση. Η μητέρα τους, φοβούμενη να μην αποκαλυφθεί το μυστικό τους, τους μίλησε για το ταξίδι τους το προηγούμενο βράδυ και δεν μπόρεσαν να αποχαιρετήσουν κανένα – ούτε καν την αγαπημένη τους γιαγιά, κάτι που βιώνει με παρόμοιο τρόπο και η Σαβέλ στην ιστορία. 

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο; 

Το βιβλίο «Μια μέρα» της Alison McGhee, σε εικονογράφηση του Peter Reynolds, είναι ένα από τα βιβλία που με άγγιξε βαθιά και με ενέπνευσε να αρχίσω να γράφω. Είναι ένα βιβλίο που καταφέρνει με λιγοστές λέξεις να περιγράψει όλα τα σύνθετα συναισθήματα της μητρότητας και να μας θυμίσει ότι όσο κι αν αγαπούμε τα παιδιά μας, το μέλλον είναι δικό τους και μόνο. 

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση;

Μια ιστορία μπορεί να τη δουλεύω στο μυαλό για πολύ καιρό, πριν αρχίσω να την αποτυπώνω στο χαρτί. Μπορεί να σκεφτώ μια πρόταση, έναν διάλογο, ή ένα νέο χαρακτήρα και κρατώ σημειώσεις. Έτυχε να γράψω αποσπάσματα ιστοριών μου σε καφετέριες, σε πάρκα ή στο αεροπλάνο. Γενικά δεν προτιμώ να γράφω σε απομόνωση, αλλά νιώθοντας τον παλμό της πόλης. 

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης); 

Σπούδασα ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και διαχείριση του περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Cornell των Ηνωμένων Πολιτειών. Σήμερα εργάζομαι στο Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος της Κύπρου. Τόσο η ψυχολογία, όσο και οι περιβαλλοντικές σπουδές, έχουν καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των θεμάτων των βιβλίων μου, καθώς και στον τρόπο προσέγγισης των θεμάτων αυτών.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Η αγαπημένη μου συγγραφέας παιδικών και εφηβικών βιβλίων είναι η αμερικανίδα Jacqueline Woodson, η οποία αντλεί από το δύσκολο παρελθόν της αφροαμερικανικής κοινότητας στην οποία ανήκει. Οι ήρωες των βιβλίων της είναι απλοί άνθρωποι που καταφέρνουν να ανέλθουν μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, χωρίς να αφήσουν τις αντιξοότητες της ζωής να τους καθορίσουν. 

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Από ξένους εικονογράφους ξεχωρίζω την Isabelle Arsenault, την Rebecca Green και τον Peter Reynolds. Όσον αφορά Έλληνες εικονογράφους νιώθω τυχερή γιατί είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με καλλιτέχνες που εκτιμώ και θαυμάζω, όπως η Ρένια Μεταλληνού, η Ντανιέλα Σταματιάδη, η Αγγελική Πιλάτη, η Πέρσα Ζαχαριά και ο Βασίλης Κουτσογιάννης. 

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός ανάλογος λογοτεχνικός χαρακτήρας; 

Η Άννα των αγρών (Anne of green gables) της Lucy Montgomery. 

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης; 

Το βιβλίο που με μύησε στην αγάπη του διαβάσματος ως παιδί ήταν «Η μικρή πριγκίπισσα» της Frances Hodgson Burnett. Ο κόσμος της Σάρα καταρρέει όταν πεθαίνει ο λατρευτός πατέρας της. Η διευθύντρια του οικοτροφείου όπου έμενε την εκτοπίζει σε στη σοφίτα και την αναγκάζει να δουλέψει για ένα πιάτο φαί. Η Σάρα καταφεύγει στη φαντασία της για να επιβιώσει στη σκληρή πραγματικότητα.  

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.