André Gide – Οι κιβδηλοποιοί & Ημερολόγιο των Κιβδηλοποιών

Στο διαρκές σταυροδρόμι των ηθικών και αισθητικών επιλογών

Να μη βασίσω τη συνέχεια του μυθιστορήματός μου στην προέκταση των ήδη χαραγμένων γραμμών· ιδού η δυσκολία. Μια διαρκής εμφάνιση νέων στοιχείων· κάθε νέο κεφάλαιο πρέπει να θέτει ένα καινούργιο πρόβλημα, να’ ναι μια εισαγωγή, μια κατεύθυνση, μια ώθηση, ένα βήμα μπροστά για το πνεύμα του αναγνώστη. Όμως, ο αναγνώστης θα πρέπει να «φύγει» από μένα, όπως η πέρα «φεύγει» απ’ τη σφεντόνα. Δεν έχω μάλιστα, αντίρρηση να επιστρέψει, σαν μπούμεραγκ και να με χτυπήσει…

… έγραφε ο Αντρέ Ζιντ στο Ημερολόγιο των Κιβδηλοποιών [σ. 445], και η επιθυμία του εκφράζει σε μεγάλο βαθμό τον πυρήνα του σπουδαίου μυθιστορήματος που παραμένει μέχρι σήμερα κλασικό και επίκαιρο. Ο Ζιντ συνέλαβε την ιδέα ενός έργου μεγάλης έκτασης, με πολλούς πρωταγωνιστές, με διάφορες επιμέρους ιστορίες που αλληλοδιαπλέκονται, στον πλαίσιο των οποίων δοκιμάζονται και αντιπαρατίθενται ποικίλες ηθικές και αισθητικές επιλογές. Έβλεπε το κείμενό του σαν ένα σταυροδρόμι θεμάτων, μια διασταύρωση προβλημάτων όπως η εξέγερση εναντίον της οικογένειας, η σύγκρουση των γενεών, η θρησκεία, η ομοφυλοφιλία, η σχέση της λογοτεχνίας και της ζωής, το καλό και το κακό, η κιβδηλεία.

Η αρχή γίνεται με την φυγή ενός νέου από το πατρικό του, όταν ανακαλύπτει ότι είναι νόθος, ενώ στο κέντρο του βιβλίου βρίσκεται ένας μυθιστοριογράφος, που κρατάει ημερολόγιο και προσπαθεί να γράψει τους Κιβδηλοποιούς, ένα βιβλίο χωρίς συγκεκριμένο θέμα, που θα περιλαμβάνει ό,τι βλέπει, ό,τι γνωρίζει και όλα όσα του μαθαίνει η ζωή αλλά και η σύγκρουση ανάμεσα στα γεγονότα και την ιδεατή πραγματικότητα. Γύρω του κινούνται δεκάδες χαρακτήρες που εκπροσωπούν ξεχωριστές νοοτροπίες και στάσεις ζωής. Στην ουσία όλοι αποτελούν υποκείμενα μιας μαθητείας αλλά ζουν καταστάσεις στο πλαίσιο των οποίων όχι μόνο δεν αντιλαμβάνονται την πλάνη τους αλλά και στο τέλος βυθίζονται περισσότερο σ’ αυτήν. Πρόκειται για έναν αναπότρεπτο ανθρώπινο νόμο που δεν είναι μοιραίος, καθώς εναπόκειται στον καθένα να τον αναγνωρίσει και να διατηρήσει την ελευθερία του.

Οι Κιβδηλοποιοί αποτελούν κορυφαία στιγμή στην πορεία διαμόρφωσης του μυθοπλαστικού κόσμου  του συγγραφέα πριν το μεγάλο ταξίδι του στην μαύρη Αφρική και την εποχή της στράτευσης και των μαρτυριών. Το μυθιστόρημα ανταποκρίνεται στην επιθυμία του συγγραφέα για ένα έργο πληθωρικό, τροφοδοτούμενο απ’ όλα όσα προσφέρει η ζωή· αφηγείται γεγονότα που διαδραματίζεται με βάση περισσότερες της μιας οπτικές γωνίες και αφηγηματικές τεχνικές, καλώντας τον αναγνώστη σε ένα είδος ενεργητικής και κριτικής συμμετοχής. Το βιβλίο άσκησε βαθιά επίδραση σε πολλά μεταγενέστερα μυθιστορήματα αλλά και συγγραφείς, όπως οι πρωτεργάτες του «νέου μυθιστορήματος» (Sarraute, Butor, Robbe-Grillet), ενώ ο Σαρτρ μίλησε για ένα μυθιστόρημα που επιμένει να αμφισβητεί τον εαυτό του και να αναστοχάζεται την ίδια του την υπόσταση.

Μου είναι οπωσδήποτε πιο εύκολο να βάλω έναν απ’ τους ήρωές μου να μιλάει, παρά να εκφράζομαι εγώ ο ίδιος· και μάλιστα, όσο περισσότερο ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας διαφέρει από μένα, τόσο το καλύτερο. Οι μονόλογοι του Λαφκαντιό ή το ημερολόγιο της Αλισά, είναι ό,τι καλύτερο έχω γράψει, και μάλιστα με τη μεγαλύτερη ευκολία. Όταν τα γράφω αυτά, ξεχνώ ποιος ήμουν, αν υποθέσουμε πως ήξερα ποτέ. Γίνομαι «ο άλλος». (Ζητάνε να μάθουν τη γνώμη μου· αδιαφορώ γι’ αυτήν. Δεν είμαι πια κάποιος, αλλά πολλοί – εξού και μου αποδίδουν αστάθεια, με θεωρούν ευμετάβλητο). Να ωθείς την αυταπάρνησή σου ως την απόλυτη λήθη του εαυτού σου. [Ημερολόγιο των Κιβδηλοποιών, σ. 442]

Ο Ζιντ αντιδρούσε στο να μένει κανείς «ήσυχος», στη θέση που του είχε προκαθορίσει η κοινωνία. Σε όλη του τη ζωή θα είναι ένας νομάδας, σπάνια στο δικό του σπίτι, πάντα σε σπίτια άλλων· ένας ψυχαναγκαστικός ταξιδιώτης που θεωρούσε την ακινησία μίμηση θανάτου. Ήταν πάντα έτοιμος να εγκαταλείψει το σημείο όπου είχε φτάσει, προκειμένου να ανακαλύψει ένα καινούργιο, κατά προτίμηση στους αντίποδες του προηγούμενου. Οι πνευματικές του περιπέτειες, οι ανεξάντλητες απολαύσεις των αισθήσεων, τα ανήσυχα νοητικά παιχνίδια του πέρασαν αυτούσια στην πρόζα του. Κάθε βιβλίο του είναι μοναδικό, αντίθετο ή και σε αντίφαση με κάποιο άλλο. Η ζωή του δεν υπήρξε ένα δράμα επιλογών αλλά ενορχήστρωσης και ενσωμάτωσης, αυτών· δεν ήταν απλώς το παραδοσιακό πλαίσιο των έργων του αλλά συστατικό τους στοιχείο. Πρόκειται για σπάνιο παράδειγμα όπου «ο άνθρωπος και το έργο του» είναι αξεδιάλυτα μεταξύ τους.

Στην αμφισημία της πραγματικότητας δεν μπορεί να αντιστοιχεί ένας μόνο λόγος, γράφει ο Pierre Masson στον πρόλογό του στην έκδοση των Πλειάδων [Bibliothèque de la Pléiade]. Γι’ αυτό και ο Ζιντ δεν παύει ποτέ να στηλιτεύει ή να σαρκάζει κάθε είδους λόγο, λογοτεχνικό ή θρησκευτικό, που ισχυρίζεται ότι αποδίδει την πραγματικότητα. Υποστήριξε την πάλη κατά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης αλλά και αποδοκίμασε τον σταλινισμό σε όλες τις εκδοχές του. Καταδίκασε την αποικιοκρατία, αποκήρυξε τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των θρησκειών και την υποκριτική λατρεία του πόνου και διεκδίκησε μια νέα σεξουαλική ηθική. Στο πλαίσιο αυτό η ομοφυλοφιλία του ήταν ο ιδανικότερος δρόμος προς την στράτευση.

Οι μυθιστοριογράφοι μας εξαπατούν όταν μας αναπτύσσουν την εξέλιξη ενός ατόμου χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις πιέσεις που του ασκεί το περιβάλλον του. Το δάσος διαμορφώνει το δέντρο. Ο χώρος που αναλογεί στο κάθε δέντρο είναι τόσο λίγος! Πόσοι και πόσοι βλαστοί μένουν τελικά ατροφικοί! Καθένας απ’ αυτούς απλώνεται όπου βρει χώρο. Το κλαδί του μυστικισμού το οφείλουμε, κατά κανόνα, στην «ασφυξία» που επικρατεί. Μόνο προς τα πάνω, προς τον ουρανό, υπάρχει διαφυγή! [Ημερολόγιο του Εντουάρ, σ. 290]

Η πρόζα του δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί αντικείμενο πειραματισμού ενώ η γλώσσα του, πάντα πλούσια και καλογραμμένη, τον ανέδειξε ως έναν μεγάλο στιλίστα, υποδειγματικό στην αναζήτηση της πιο κατάλληλης έκφρασης για να αποδώσει την σκέψη του. Το επίμετρο περιλαμβάνει ακόμα κείμενα των Pierre Lepape, Claude Martin και Alain Goulet, συνέντευξη του Frank Lestringant στον Joseph Vebret, κείμενο του Ζαν-Πωλ Σαρτρ για τον συγγραφέα, εργοβιογραφικό χρονολόγιο και 102 σημειώσεις της μετάφρασης, όλα πολύτιμα συμπληρώματα μιας εξαιρετικής έκδοσης.

Μπορεί άραγε σ’ έναν τόσο πολύπλοκο κόσμο να αναγνωρίσει κανείς τα κίβδηλα και τα πλαστά; Η ίδια η λογοτεχνία θα σπεύδει κάθε φορά όχι να δώσει τις απαντήσεις αλλά να ανοίγει τα μάτια των ανθρώπων. Ο Αντρέ Ζιντ δεν έπαψε να εργάζεται πάνω στο αδιανόητο αυτό σχέδιο. Κι όπως έγραψε στον έξοχο Θησέα, ένα είδος διαθήκης τους: Έχω αποδεχτεί ότι πλησιάζω στον μοναχικό μου θάνατο. Γεύτηκα πολλά από τα καλά αυτού του κόσμου. Με ευχαριστεί να σκέφτομαι ότι, έπειτα από μένα, χάρη σ’ εμένα, οι άνθρωποι θα νιώθουν πιο ευτυχείς, καλύτεροι, πιο ελεύθεροι. Το έργο μου και η ζωή μου είναι συμβολή σε ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα. [σ. 486]

Εκδ. Πόλις, 2014 (ανατ. 2016), μτφ. Ανδρέας Παππάς, εισαγωγή Αλεξάνδρα Σαμουήλ, σελ. 525 [Les Faux-monnayeurs, 1925]

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, προσεχές τεύχος, αφιέρωμα Γαλλία.

Ντενί Τεριώ – Η παράξενη ζωή ενός μοναχικού ταχυδρόμου

Η αέναη σπείρα ενός επιστολικού έρωτα

Ο μοναχικός κύριος Μπιλοντό είναι ένας γαλλοκαναδός ταχυδρόμος που εργάζεται στο Μόντρεαλ και ξεγελάει κάθε ιδέα ρουτίνας χάρη σε μια συνήθεια: ανοίγει τους φακέλους στον ατμό για να διαβάσει την αλληλογραφία των άλλων. Τον συγκινεί, άλλωστε, η χρήση προσωπικών επιστολών στην εποχή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου· η αισθησιακότητα της γραφής με το χέρι, η λαχτάρα της προσμονής, μια κούρσα ενάντια στον χρόνο. Κρατά μάλιστα φωτοτυπίες για το αρχείο του, που ταξινομεί με ιδιαίτερη οργάνωση. Η άχρωμη εξωτερική πραγματικότητα υποχωρεί μπροστά στον μικρόκοσμο των γραμμάτων.

Έτσι ανακαλύπτει τα γράμματα της Σεγκολέν, που ζει στη Γουαδελούπη και αλληλογραφεί με τον Γκαστόν Γκραντιρέ που μένει στην περιοχή. To δι’ επιστολών εκκολαπτόμενο ζεύγος δεν ανταλλάσει κάθε φορά παρά μια και μόνο σελίδα με το ίδιο περιεχόμενο: ένα χαϊκού. Τα παράξενα μικρά ποιήματα των τριών στίχων και των περιορισμένων συλλαβών τού προκαλούν συναισθήματα και τον κάνουν να βλέπει εικόνες. Κι έτσι αρχίζει να παρακολουθεί τον Γκραντιρέ και φυσικά να φαντάζεται την Σεγκολέν. Όταν ο ευγενής αλληλογράφος χάσει την ζωή του σ’ ένα ατύχημα, ο Μπιλοντό συντρίβεται, καθώς διαρρηγνύεται ο μόνος σύνδεσμός του με την Σεγκολέν. Το τέλος της αμοιβαίας επιστολογραφίας θα τον στείλει πίσω στην ανάλατη ζωή του.

Σε μια ύστατη προσπάθεια να βρει μια λύση, αρχικά εισβάλλει στο σπίτι του νεκρού και σύντομα το νοικιάζει ακριβώς όπως είχε. Μια σειρά ποιημάτων που δεν πρόλαβαν να σταλούν τον μυεί ακόμα βαθύτερα στην τέχνη των χαϊκού αλλά και σε ολόκληρο το πολιτιστικό του υπόβαθρο, εφόσον ο Γκραντιρέ ήταν ένας έμπρακτος πιστός της ιαπωνικής τέχνης του ζην. Ο Μπιλοντό αποφασίζει να πάρει την θέση του και αφιερώνεται σε μια μοναχική μαθητεία στο νέο αυτό κόσμο. Άλλωστε τα δημιουργήματά του δεν πρέπει μόνο να φανούν αυθεντικά στα μάτια της Σεγκολέν αλλά και να μην κινήσουν την παραμικρή υποψία πως προέρχονται από άλλο χέρι.

Ο Μπιλοντό βρίσκεται πλέον μέσα στον κόσμο των ιδεογραμμάτων, της τέχνης του στιγμιαίου και του εφήμερου, της αποτύπωσης εικόνων που κρύβουν ολόκληρες φιλοσοφικές αλήθειες, των βασανιστικών κανόνων μιας ολιγαρκούς ποιητικής γραφής. Κι όλα αυτά χωρίς να πάψει να βασανίζεται από ενοχές για την υποκρισία του αλλά και από νέα διλήμματα, ιδίως μπροστά σ’ ένα υπό έκδοση βιβλίο του εκλιπόντος. Η Σεγκολέν πάντως ανταποκρίνεται στην φλογερή του γραφή και τα ανταλλασσόμενα χαϊκού γίνονται όλο και πιο ερωτικά. Σκοτεινά κι ωστόσο φωτοφόρα, τα χαϊκού διαδέχονταν το ένα το άλλο, σαν πομπή από ψάρια του αρχιπελάγους που διαχέουν το φωσφορισμό τους [σ. 81].

Ο γαλλόφωνος Καναδός συγγραφέας συλλαμβάνει μια ωραία ερωτική ιστορία, που μοιάζει με παραμύθι όλων των ηλικιών και των διαθέσεων ενώ την ίδια στιγμή θέτει ηθικά ζητήματα που θα έβαζαν σε δίλημμα οποιονδήποτε – εδώ ίσως θα μπορούσε να μην βομβαρδίζει τον αναγνώστη με δεκάδες ερωτήσεις ανά σελίδα αλλά να επινοεί και άλλους τρόπους να μας μεταδώσει τις συνεχείς παλινδρομήσεις του ήρωα. Η ιδέα του όμως αναπτύσσεται ακριβώς στην έκταση που της αρμόζει. Σε μια εποχή που πλείστοι συγγραφείς επιλέγουν να ξεχειλώσουν το εύρημά τους σε εκατοντάδες σελίδες, ο Τεριώ επιλέγει την καθ’ ημάς λεγόμενη νουβέλα που φτάνει χωρίς να περισσεύει.

Η υπεξαίρεση και η ανάγνωση της αλληλογραφίας των άλλων προφανώς δεν αποτελεί κάτι καινούργιο στην λογοτεχνία. Ακόμα θυμάμαι το πρώτο μέρος στο εξαιρετικό Μεγάλο Μυστικό Θέαμα του Κλάιβ Μπάρκερ, στην επικράτεια της φανταστικής λογοτεχνίας, ενώ το μοτίβο επανέρχεται διαρκώς στις αφηγήσεις από την πρώην Ανατολική Γερμανία. Η συμβολή του Τεριώ δεν αφορά μόνο την πλήρη μετάλλαξη του ήρωα αλλά και την περικύκλωσή του από τον κύκλο Ένσο, που συμβολίζει την περιστροφή και την κυκλοτερή φύση του σύμπαντος, την αέναη επανάληψη, την αδιάκοπη επάνοδο στο σημείο εκκίνησης. Εκεί εντοπίζεται και το ευφυές τέλος.

Η ίδια η ζωή πάντως σπεύδει ακόμα και εν αγνοία της να αντιγράψει την μυθοπλασία. Μόλις πριν από δυο μήνες εντοπίστηκαν στο γκαράζ ενός ταχυδρόμου, κοντά στην Βιτσέντσα, στη βόρεια Ιταλία, περισσότερα από εξακόσια κιλά αλληλογραφίας. Πρόκειται για φακέλους, δέματα, διαφημιστικό και προεκλογικό υλικό, λογαριασμούς και τέλη που ο ταχυδρόμος δεν παρέδωσε στο διάστημα των τελευταίων οκτώ ετών. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν γίνει γνωστά τα κίνητρα της συμπεριφοράς του. Για άλλη μια φορά η λογοτεχνία καλείται να ρίξει το δικό της φως.

Εκδ. Χαραμάδα, 2015, σελ. 128 [Dennis Thériault – Le Facteur émotif, 2005]

Δημοσίευση και σε mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 224, εδώ.

Στις εικόνες: Karl Spitzweg – The Postman (Der Briefbote im Rosenthal), Ma Liang – Postman, No. 1, Basil Blackshaw Hrha Rua – Postman on a bike.