Οι ξυπόλητες των ταινιών, 10: Οι διδασκάλισσες, Β΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 21 (Σεπτέμβριος 2020), εδώ

ΧΧ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 10: Οι διδασκάλισσες, Β΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Τριάντα χρόνια μετά αλλά όχι τριάντα χρόνια μεγαλύτερος ζούσα στην Πάρμα με το όνομα Αννιμπάλε Ντομπερντό, ιδιοκτήτης ενός εργοστασίου όπου κάποτε ήμουν εργάτης. Στα επεισόδια μιας γενικής απεργίας σκοτώθηκε ένας εργάτης μου και η σύζυγός του, η εργάτρια Ιρένε Κορσίνι στάθηκε την επόμενη μέρα μπροστά στο αυτοκίνητο και με έφτυσε καθώς έφευγα. Την επόμενη μέρα ήρθαμε στην πρώτη λεκτική αντιπαράθεση μπροστά στους εργάτες. Στο τέλος της βάρδιάς της στήθηκε μπροστά σ’ ένα θεόρατο μηχάνημα του εργοστασίου και το μπλόκαρε μ’ ένα κόκκινο λουλούδι. Κατάλαβα ότι το έκανε εκείνη, άλλωστε με περίμενε σ’ ένα αεροστεγές λευκό δωμάτιο αδιευκρίνιστης χρήσης. Φορούσε τα λευκά της ρούχα και ήταν ξυπόλητη. Επιχείρησα να βγω, σάρκασε τα χρήματα που έδωσα και την εξάντληση των εργατών, για μια πόρτα που δεν άνοιγε. «Αιχμάλωτος των εκατομμυρίων μου», έτσι με αποκάλεσε. Είχα την μορφή του Ούγκο Τονιάτσι κι εκείνη της Ρόμυ Σνάιντερ, που διέθετε μια ομορφιά ολόδική της.

Μια νύχτα που δεν είχα ύπνο σηκώθηκα και πήγα στο εργοστάσιο. Κάτω από μια υπέροχη μουσική είδα την σιωπηλή ολονυχτία των εργατών. Ακόμα και οι δυνάμεις καταστολής σιωπούσαν παραταγμένες στην άκρη. Με ρώτησε γιατί ήρθα και της απάντησα Ήρθα επειδή ήρθα. Την ρώτησα τι σημαίνει όλο αυτό και μου απάντησε Υπάρχουν πράγματα που δεν σημαίνουν τίποτα. Όπως το να δείξουμε το σώμα σ’ εκείνους που το σκότωσαν. Την άλλη μέρα, βρέθηκε σε μια όχθη μαζί με τις εργάτριες για να ρίξουν, κάτω από μια λυπημένη ευφορία, ένα σωρό κουτιά με ηλεκτρικές συσκευές στο νερό.

Το βράδυ ετοιμαζόμασταν όλοι οι βιομήχανοι για ένα δείπνο αλλά προτού καν μπουν μέσα όλοι έφυγαν φοβισμένοι λόγω του μαζεμένου πλήθους. Έριχναν πέτρες στα παράθυρα, μας γιούχαραν. Εγώ παρέμεινα, μόνος σ’ ένα άδειο τραπέζι σε σχήμα ταυ και ζήτησα από τον αμήχανο σερβιτόρο να σερβιριστώ. Κι ύστερα μπήκε εκείνη και κάθισε στην άλλη, μακρινή άκρη του τραπεζιού. Αρχίσαμε να τρώμε κάτω από τον ήχο των τζαμιών που έσπαγαν κι έτσι όπως η κάμερα πλησίαζε τα πρόσωπά μας, ήταν σα να θέλαμε να καταβροχθίσουμε ο ένας τον άλλον. Με πλησίασε, μου είπε πως αρχίζω να της αρέσω. Με ενέπαιζε ή πράγματι αισθανθήκαμε μια ερωτική έλξη που δεν γνωρίζει τα στεγανά των ρόλων μας;

Ύστερα βρέθηκα μόνος, γερμένος πάνω στο τραπέζι. Ο σερβιτόρος με πληροφόρησε πως εκείνη έφυγε μόλις αποκοιμήθηκα. Έξω στην αυλή και στην έξοχη μουσική που ακούγατε μόνο εσείς, στρωμένα τραπέζια χωρίς καρέκλες, με λευκά τραπεζομάντηλα που ανάδευε ο αέρας. Σταμάτησα έξω από το σπίτι της, μια εργατική κατοικία· είχε φως στον φεγγίτη πάνω απ’ την εξώπορτα. Την έσπρωξα και μπήκα, όπως και μια δεύτερη πόρτα. Το αγέρωχο ύφος μου πρόδιδε έναν άντρα μπερδεμένο, αν όχι απεγνωσμένο. Την είδα στο κρεβάτι καθισμένη μ’ έναν νέο, εμφανώς μετά τον έρωτα. Πίστεψα αυτό που έβλεπα επειδή το σινεμά με είχε διδάξει πως τα πάντα συμβαίνουν, ακόμα κι εκείνα που δεν πιστεύουμε ότι είναι δυνατόν να συμβούν. Δεν κράτησα κανένα πρόσχημα· τους είπα ότι δεν ήρθα τυχαία αλλά σκόπιμα, και πως δεν είμαι κανένας ηδονοβλεψίας, πως η ηλικία μου είναι μεγαλύτερη από την συνολική ηλικία των δυο τους. Προτού φύγει, ο νεαρός μού συστήθηκε ως κάποιος που δεν σημαίνει τίποτα για εκείνη, χωρίς να παραλείψει να μου επισημάνει πως ούτε εγώ θα σημάνω κάτι, πως για τέτοιες γυναίκες οι άντρες δεν είναι παρά ένα παρόραμα, μια αβλεψία του Θεού.

Μετά ήρθε η σειρά της να μου μιλήσει: Σ’ ενοχλεί που έκανα έρωτα με κάποιον… εσύ πόσο καιρό έχεις να κάνεις έρωτα με μια γυναίκα που σου αρέσει; Δεν ήμουν μόνο ειλικρινής («έχει περάσει πολύς καιρός, ποτέ δεν είχα τον χρόνο να διαλέξω») αλλά και ευθύς: «θα έκανες έρωτα μαζί μου;». Χαμογέλασε, άπλωσε το γυμνό της πέλμα να μου χαϊδέψει φευγαλέα στο πρόσωπο. Τρυφερό πείραγμα ή προσκλητήριο ερωτικής πράξης; Της το κατέβασα αμέσως και της χίμηξα άγαρμπα, βόγκηξε, με δάγκωσε, την χαστούκισα, μου επέβαλε να γονατίσω και να της ζητήσω συγνώμη. Το έκανα. Με κατηγόρησε ότι φέρομαι με τον ίδιο τρόπο στους εργάτες, στις γυναίκες και στην ίδια την ζωή, πως συνομιλώ μόνο με φωνές. Μου σύστησε να μάθω την σιωπή, της ζήτησα να μου την διδάξει.

Περπατήσαμε σ’ ένα μεγάλο καταπράσινο χωράφι, ενώ τα φουγάρα των βιομηχανιών υψώνονταν στο βάθος μπροστά μας σαν θεόρατα μεταλλικά φυτά. Με πήρε από το χέρι και μου έδειξε το μικρό σπίτι που αρνήθηκε να πουλήσει ο πατέρας μου. Ο κόσμος τον αποκαλούσε τρελό αλλά εκείνος επέμενε και το κράτησε. Να κάτι που δεν μου ανήκε, που δεν μπορούσαν να αγοράσουν τα λεφτά μου. Θυμήθηκα το αγαπημένο μου ζευγάρι γερόντων στον Φάουστ, που αρνούνταν να πουλήσουν το μικρό τους σπίτι δίπλα στην θάλασσα όσα χρήματα κι αν τους έδιναν. Δεν το είπα τότε, μπορεί να μην τους γνώριζε καν ο χαρακτήρας μου. Μπήκαμε και της έδειξα την υγρασία στο ταβάνι. Υπήρχε από την εποχή που γεννήθηκα και παρέμεινε η ίδια κι απαράλλακτη, το σημάδι μιας μιζέριας που δεν αλλάζει, ο λόγος που έφυγε από εκεί. Ανέβηκα πάνω να ξαπλώσω, και ήρθε, γδύθηκε και πλάγιασε δίπλα μου. Της τράβηξα το σεντόνι και της φίλησα την κοιλιά, με υπόκρουση την ίδια εκείνη μουσική που μ’ έκανε να ξεχνάω τα πάντα. Ο πατέρας μου καθόταν έξω, με το βλέμμα του στο πράσινο ολόγυρα και στο γκρίζο που το κύκλωνε. Αν απόψε αγάπησα τον γιο σας, το έκανα και για σας, του είπε εκείνη φεύγοντας.

Όταν μ’ επισκέφθηκε στο γραφείο μου που ήταν σκοτεινό και υποβλητικό, για να κάμπτονται οι αντιστάσεις των εργατών, όπως παραδέχτηκα, την διαβεβαίωσα ότι επιθυμώ τελικά να τους ακούσω, να δω τι έχουν να πουν. Τους έπεισε όχι χωρίς δυσκολία. Τους πρότεινα κοινή διαχείριση του εργοστασίου και κοινά κέρδη. Μια μεγάλη στροφή συντελούνταν μέσα μου και γύρω μου. Βγαίνοντας αργά το βράδυ απ’ τις εγκαταστάσεις μας περίμενε στο σκοτάδι ένα αυτοκίνητο, που άναψε τα φώτα του πάνω μας. Ατρόμητος το πλησίασα και στάθηκα μπροστά του – έκανε όπισθεν κι έφυγε, αλλά γνώριζα πως ένας αμείλικτος πόλεμος είχε ξεκινήσει. Κι ύστερα, εγώ που δεν έμαθα ποτέ να κολυμπάω, την πήγα για νυχτερινό μπάνιο και ξαπλωμένος στα βότσαλα θαμπώθηκα μπροστά στον έναστρο ουρανό.

Η σύζυγός μου γνώριζε· την είχαν πληροφορήσει πως «μου άνοιξε τα μάτια μια πουτάνα». Κάλεσα τους άλλους εργοστασιάρχες σε τραπέζι κι έφερα προς μεγάλη τους έκπληξη γυναίκες να καθίσουν δίπλα τους, για να δουν τι σημαίνει ο έρωτας που ξέχασαν. Στις ίδιες είπα «μπορεί να σας φαινόμαστε περπατημένοι αλλά είμαστε νεογέννητοι· τώρα ανοίγουμε τα μάτια μας». Έπρεπε να βλέπατε το ύφος τους. Αλλά τέτοια τερτίπια δεν μπορούσαν να τους αγγίξουν. Στην επόμενη συνάντηση τους μίλησα ακόμα πιο απροκάλυπτα. Στην κατηγορία ότι όσα κάνω είναι ενάντια στους κανόνες, τους ρώτησα ποιος έφτιαξε τους κανόνες και τους ενημέρωσα ότι τους άλλαξα, όπως μπορούν να τους αλλάξουν κι εκείνοι· τους είπα ακόμα πως αδυνατούν να καταλάβουν ότι ένας άντρας έπραξε όχι με βάση το κέρδος αλλά επειδή κατάλαβε. Ίσως κάτι ανάλογο είπε η Ιρένε στην σύζυγό μου που την επισκέφτηκε και της ζήτησε να μείνει δίπλα μου να με βοηθήσει. Η συνάντηση των γυναικών, μια σπάνια συνομιλία όπου δεν είμαστε ποτέ παρόντες.

Θυμάμαι δυο φράσεις της. Είχαμε μόλις πλαγιάσει πλάι σε σακιά από τσιμέντο, σ’ ένα υπόστεγο του εργοστασίου και όταν φεύγαμε είδαμε το αυτοκίνητό μου στις φλόγες: «Δεν σταματούν ποτέ, μας μισούν επειδή σου έμαθα να χαμογελάς». Κι ύστερα, σ’ ένα άδειο εστιατόριο κάτω από μια στοά, μακριά απ’ όλο τον κόσμο και τον αχό του: «Οι άντρες μπορούν να κάνουν έρωτα και μέσα σ’ έναν ανεμοστρόβιλο, για μας τις γυναίκες έρωτας σημαίνει ειρήνη». Οι τελευταίες εκείνες ώρες ήταν, πράγματι, ειρηνικές. Απόλαυσα το πέστο, την ησυχία γύρω μας· σπίτι της κάναμε έρωτα κι έφυγα το ξημέρωμα, μέσα από το γαλήνιο χωράφι. Εκεί άκουσα δυο σφαίρες – η δεύτερη μ’ έριξε κάτω, σ’ έναν βουβό πόνο. Με σήκωσαν, μ’ έβαλαν στο αυτοκίνητο  και με πέταξαν έξω από την μάντρα του εργοστασίου. Η τελευταία μου σκέψη ήταν η ολονυκτία των εργατών έξω από το εργοστάσιο για τον νεκρό τους εργάτη – με περιμένει άραγε κι εμένα μια τέτοια;

Ήταν μια ταινία που θα θυμάμαι πάντα. Δεν ήταν μόνο η συμμετοχή μου, η επιθυμία μου να γίνω μια φορά Ούγκο Τονιάτσι, ένας κλασικός άντρας στον αντίποδα των ψηλών κομψών σταρ, μ’ ένα τυπικό αγέρωχο, ενίοτε αλαζονικό βλέμμα που όμως εύκολα μπορούσε να γεμίσει δάκρυα· ούτε η τύχη να μου χαϊδεύει το πρόσωπο με το πέλμα της η Ιρένε / Ρόμυ ή όποιο άλλο όνομα μπορούσε να πάρει μια γυναίκα που, όπως κάθε γυναίκα, ήταν ικανή να αλλάξει ολόκληρη την κοσμοθεωρία μου. Ήταν και η μουσική του Έννιο Μορρικόνε ο οποίος, είμαι βέβαιος, φορτίστηκε προσωπικά από σκηνές και διαλόγους σε σημείο να συνθέσει ανάλογο θεσπέσιο σάουντρακ. Τον γνωρίζω καλά: παρά τις εκατοντάδες κινηματογραφικές του συνεργασίες, τα συγκινησιακά του θαύματα είναι επί τούτου επιλεγμένα. Γνωρίζω ακόμα πως η φτωχή παραγωγή ανάγκασε τον σκηνοθέτη να γυρίσει μόνο το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματός του, αφαιρώντας τους δεύτερους χαρακτήρες αλλά και πολλούς διαλόγους ανάμεσα στην Ιρένε και σ’ εμένα, ιδιαίτερα σημαντικούς για την κατανόηση της σχέσης μας. Θα το αναζητήσω, να την γνωρίσω καλύτερα.

Εμείς που ξεκινήσαμε με αμοιβαία αντιπάθεια, καταλήξαμε να πλησιάζουμε ο ένας τον άλλον όσο εκείνη δυνάμωνε με την λύπη της και ξεκινούσε ένα κίνημα διαμαρτυρίας. Την ερωτεύτηκα μ’ έναν έρωτα εξαγνιστικό, που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο έβλεπα την ζωή, που μ’ έκανε να κατανοήσω τους άλλους. Ίσως ο έρωτας να είναι αξεδιάλυτος από την πολιτική, ίσως, να την εμβολίζει με άλλου είδους βέλη. Ίσως, πάλι, η φράση που κάποτε είπαμε (δεν θυμάμαι ποιος από τους δυο) «Σήμερα η εξουσία δεν χρειάζεται ούτε ήρωες ούτε λιοντάρια. Χρειάζεται μόνο ποιητές». να έχει κάποια σημασία.

Σε περίπτωση που με ρωτήσετε αν άξιζε τον κόπο, δεν μπορώ παρά να σας απαντήσω με την συνήθη τριπλή μου υπόσταση. Ως Αννιμπάλε Ντομπερντό δεν θα υπεκφύγω επικαλούμενος πως πέθανα, άρα δεν τίθεται θέμα απάντησης αλλά απερίφραστα θα απαντήσω ναι, ήταν περίλαμπρες εκείνες οι φωτεινές μέρες της εσωτερικής μου αλλαγής που οραματίστηκε να γίνει εξωτερική. Ως Ούγκο Τονιάτσι μου αρέσει να πεθαίνω που και που, στην συναρπαστική αλλαγή ζωών που είχα ως επάγγελμα – άλλωστε είχα την ευαγή τύχη να φιληθώ από το πέλμα αυτής της γυναίκας. Ως Πανδοχέας των Γυμνών Ποδιών, είδα να αλλάζει για άλλη μια φορά η οπτική μου με την ιστορία της Ιρένε, τα πόδια της οποίας προσκάλεσαν σε μια ερωτική πράξη και εκκίνησαν έναν έρωτα που με την σειρά του μεταμόρφωσε έναν ολόκληρο άνθρωπο που ανακάλυψε μια νέα πραγματικότητα και ξεκίνησε μια μικρή κοινωνική μεταλλαγή. Τα πράγματα πλέον έπαιρναν πολύ σοβαρότερη τροπή. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: La Califfa (Alberto Bevilacqua, 1971)

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 9: Οι διδασκάλισσες, Α΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 20 (Αύγουστος 2020), εδώ

ΧΙΧ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 9: Οι διδασκάλισσες, Α΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Αν, λοιπόν, το απόλυτο βιβλίο των γυμνών ποδιών δεν μπορούσε να μην έχει και την μορφή εγκυκλοπαίδειας, με εναλλαγή λημμάτων και εικόνων που φιλοδοξούσαν να καλύψουν κάθε εμφάνισή τους η οποία στους βίους και στις τέχνες των ανθρώπων μπορούσε να σημαίνει κάτι, τότε είχα κάθε δικαίωμα να αισθάνομαι εγκυκλοπαιδιστής και να αναζητώ συναδέλφους για ανταλλαγή ιδεών έως και θέσεων. Έτσι όταν είδα πως σε μια παλιά ταινία με τίτλο Ball of fire μια συντροφιά καθηγητών είχε αναλάβει την συγγραφή μιας φιλόδοξης εγκυκλοπαίδειας που θα περιελάμβανε ολόκληρη την ανθρώπινη γνώση, έσπευσα να γίνω ο αρχηγός τους, ονόματι Μπέρτραμ Ποτς, υπεξαιρώντας την μορφή του Γκάρι Κούπερ, για να αισθανθώ και λίγο ένας ωραίος μιας άλλης εποχής. Εργένηδες όλοι μας, ζούσαμε στο ίδιο σπίτι ώστε να εργαζόμαστε αφοσιωμένοι και απερίσπαστοι, στη Νέα Υόρκη του 1941.

Εκείνη την εποχή αποδελτιώναμε το ιδιαίτερο αργκό λεξιλόγιο των νυχτερινών κέντρων και με κάποιο τρόπο βρήκαμε μια chanteuse των νάιτ κλάμπ, την Sugarpuss O’ Shea  (Μπάρμπαρα Στάνγουικ) που προθυμοποιήθηκε να συνδράμει στην σχετική έρευνα, όχι βέβαια για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην επιστήμη του πνεύματος αλλά με σκοπό να κρυφτεί στο σπίτι ώστε να αποφύγει μια ανάκριση για τα μπλεξίματα του μαφιόζου συντρόφου της. Σύντομα όλοι μας γοητευτήκαμε από αυτή την Χιονάτη του υπόκοσμου που άρχισε να μας μαθαίνει εκείνον τον κουβέζικο καρναβαλικό χορό ονόματι conga και σημασίες εκφράσεων όπως γιαμ γιαμ, που σημαίνει φιλιά. Ομολογώ πως το τελευταίο με απασχόλησε έντονα, όχι τόσο το αν θα το εντάξουμε ως λήμμα, όσο το να γευτώ την εμπειρία του.

Ήταν μια μετά τα μεσάνυχτα όταν ετοιμαζόμασταν για ύπνο όταν κατέφτασε ως πρόθυμη εθελόντρια και κάθισε σε μια πολυθρόνα δηλώνοντας έτοιμη να συνεργαστεί. Διαμαρτυρήθηκα για το ακατάλληλο της ώρας αλλά είπε ότι μπορούμε να δουλεύουμε όλη τη νύχτα (ρομαντική μουσική από πίσω)· κομπιάζοντας υποστήριξα ότι η έρευνα δεν θα είναι επαρκής χωρίς τις σημειώσεις μου κι εκείνη με την άνεση μιας περπατημένης γυναίκας συμφώνησε κι άρχισε να ξεκουμπώνει τα παπούτσι της ρωτώντας με πού θα κοιμηθεί. Με μια διαρκή έκπληξη στο πρόσωπό μου τής τόνισα ότι είμαστε όλοι εργένηδες, με την εξαίρεση ενός χήρου, όπως πρόσθεσα σαν τυπικός ληξίαρχος, και καμία γυναίκα δεν διανυκτερεύει εκεί, ούτε η οικονόμος μας. Τότε έβγαλε την κάλτσα της με απόλυτη φυσικότητα, άπλωσε το γυμνό της πόδι και μου ζήτησε να το πιάσω και να της πω πώς είναι! Το άγγιξα φευγαλέα, είναι κρύο της είπα, και υγρό, συμπλήρωσε εκείνη, ενώ πίσω, στην άκρη της σκάλας, παρακολουθούσαν εμβρόντητοι οι υπόλοιποι εγκυκλοπαιδιστές.

Μου ζήτησε να πλησιάσω το πρόσωπό μου προς το μέρος της, «πιο κοντά, πιο κοντά», κι όσο έντρομος έσκυβα τόσο σίμωναν κι οι γέροντες (για να με σώσουν; για να αισθάνονται ότι προσκαλεί κι αυτούς;). Ήταν η σειρά του ασθενούς λαιμού της να αποδείξει την εξάντλησή της ενώ ο γιατρός της ομάδας κλήθηκε να αγγίξει το μέτωπό της. Τώρα τους έπαιρνε με το μέρος της! Παραπονέθηκε πως θέλω να την διώξω έξω στην βροχή και τους αποκάλεσε «παιδιά», μια ένδειξη για το ποιος θα είναι ο δάσκαλος και ποιοι οι μαθητές. Κάποιος προθυμοποιήθηκε να της δώσει το δωμάτιό του, ισχυριζόμενος άλλωστε ότι φοβάται τους κεραυνούς, άρα θα κοιμηθεί στο δωμάτιο ενός άλλου συνεργάτη κι όλοι περιχαρείς την ακολούθησαν στις σκάλες. Αντέδρασα ανησυχώντας πως αν η φιλοξενία της γίνει αντιληπτή από το Ίδρυμα που μας χρηματοδοτούσε θα υπήρχε πρόβλημα αλλά εκείνη είχε πάλι έτοιμη την απάντηση που ήταν ερώτηση: αυτό είναι έρευνα, έτσι δεν είναι; πώς λεγόταν εκείνος που παρατήρησε το μήλο να πέφτει; Ο Νεύτωνας απάντησα (επιβεβαιώνοντας τη νέα μαθητική μου ιδιότητα) – Έτσι θέλω να με δείτε, καθηγητά, σαν ένα άλλο μήλο. Μπροστά στον κύκλο των καταγραφέων της γνώσης, η Σούγκαρπους αναλάμβανε τον ρόλο του ζουμερού καρπού που θα επαλήθευε την θεωρία της βαρύτητας, του έρωτα προφανώς. Κι έτσι έγινα ο Νεύτωνας των Γιαμ Γιαμ της.

Ήταν προφανές: ο δρόμος προς την γνώση περνούσε από την ίδια την γυναίκα και τα πόδια της αποτελούσαν απαραίτητο μέσο. Εκτός αν το υγρό και κρύο πέλμα της υποδείκνυε την ζωντανή ζωή που βρίσκεται έξω από ογκώδεις τόμους και καλείται να βιωθεί ανά πάσα στιγμή. Σε μια καθοριστική στιγμή, άλλωστε, το κορίτσι ανεβαίνει σε δυο τόμους ριγμένους στο πάτωμα για να φτάσει να φιλήσει τον μελετητή. Οι δυο λευκές γόβες της ταιριάζουν γάντι πάνω στον κύβο των εκατοντάδων τυπωμένων σελίδων. Δεν τις υποτιμά αλλά την βολεύουν ως βάθρο για μια έκφραση αγάπης. Σε κάθε περίπτωση η δική μου βιοεγκυκλοπαίδεια δεν μπορούσε να αγνοήσει την θεωρία ή την πράξη που φέρουν τα πόδια. Και οι εκάστοτε δασκάλες δεν γινόταν πλέον να περιορίζονται στις σπουδαγμένες κυρίες του ημερησίου φωτός αλλά αναζητούνταν ανάμεσα στις νυκτόβιες γυναίκες όλων των ιδιοτήτων. Όσο για την υπέροχη Barbara Stanwick, μου πρόσφερε ό,τι μου όφειλε από εκείνη την αφίσα του Double Intemnity που δεν έγινε σκηνή: το υψωμένο της πόδι προς τον άντρα. Δεν μπορούσα να της ζητήσω τίποτε άλλο.

Είχα πολλούς λόγους να θαυμάζω εκείνη την γυναίκα που έφτιαξε όνομα και σπίτι στην Νότια Καλιφόρνια έχοντας πάντα το Μπρούκλιν στα νύχια των ποδιών της, όπως τονίζει μια προσφιλής μεταφορά της γλώσσας της (she was Brooklyn to her toenails): μεγαλωμένη σε διαδοχικές ανάδοχες οικογένειες, όταν έφτασε στην χώρα του σινεμά ήξερε ήδη πολλά από την ζωή, χωρίς να παύει όμως να τονίζει πως η εμπειρία της περιπλανώμενης κόρης δεν της πρόσφερε καμιά δικαιολογία για γκρίνια, παράπονο ή θρήνο· ύστερα, δεν εξαρτήθηκε ποτέ από κάποιο στούντιο, σκηνοθέτη ή ατζέντη, πόσο μάλλον από σύζυγο, και παρέμεινε η κτήτορας του εαυτού της.

Ανοίγοντας τα μπλε Νέδα τετράδια της εφηβείας, όπου κατέγραφα φράσεις από τις γυναίκες της μικρής οθόνης, την βρήκα στην πρώτη μου γνωριμία, γηραιά πια κυρία με λευκά μαλλιά στο σίριαλ The Thorn Birds (δακρύβρεχτα μεταφρασμένο ως Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας), να ποθεί τον νεαρό ιερέα πρωταγωνιστή, ορθάνοιχτη μπροστά του με σπαρακτικό λόγο:  «Μέσα σε αυτό το ηλίθιο σώμα είμαι ακόμα νέα, ακόμα αισθάνομαι, ακόμα θέλω, ακόμα ονειρεύομαι…». Το δελτίο της εμπλουτίστηκε αργότερα με την τακτική του Φρανκ Κάπρα, ο οποίος χρησιμοποιούσε ταυτόχρονα τρεις και τέσσερις κάμερες για να την αιχμαλωτίζει στην πρώτη και φρεσκότερη λήψη, βέβαιος πως με κάθε επανάληψη της σκηνής θα έχανε εκείνο το φως της αυθορμησίας.

Δέχτηκα ως πολύτιμο επιγραμματικό αφορισμό τον τίτλο της ταινίας της There’s Always Tomorrow και ως καθολική γυναικεία αλήθεια την ερωταπόκρισή της στο Clash by Night: Τι είδους ζώο είμαι; Από τις είδους ζούγκλα προέρχομαι; Δεν γνωρίζεις τίποτα για μένα. Δικαιώθηκα στο ψυχανέμισμά μου πως τέτοια πλάσματα κατακλύζονται από έναν δίφυλο ερωτισμό και συμπλήρωσα την δελτιοθήκη με το κολύμπι της σε παγωμένη λίμνη και το παίξιμο χωρίς σταντ γούμαν στο Cattle Queen of Montana, ακόμα και στη σκηνή που το πόδι της μπλέχτηκε στον αναβολέα του αλόγου που την έσυρε μακριά, στοιχεία που, με μερικές ακόμα ξυπόλητες φωτογραφίες, επιβεβαίωσαν πως τα πόδια των θαρραλέων γυναικών είναι πάντα τα ομορφότερα. Η τελευταία της καταγραφή στις σελίδες μου είναι η σχεδόν βιβλική αποστροφή της στο Golden Boy: Παίρνεις μια ευκαιρία την ημέρα που γεννιέσαι. Γιατί να σταματήσεις τώρα; {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Ball of fire (Howard Hawks, 1941)

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.