Οι ξυπόλητες των ταινιών, 8: Οι νουαρέσσες, Β΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 19 (Ιούλιος 2020), εδώ

ΧVΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 8: Οι νουαρέσσες, Β΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Λος Άντζελες, Ιούλιος του 1938. Με λένε Γουώλτερ Νεφ, είμαι ένας τριανταπεντάχρονος ασφαλιστής και τρέχω σαν δαιμονισμένος στους νυχτερινούς δρόμους για να πάω στο γραφείο μου. Στον τηλεφωνητή ομολογώ στο αφεντικό μου πως εγώ σκότωσα τον Ντίτριχσον για τα λεφτά και για μια γυναίκα, αλλά δεν πήρα τίποτα απ’ τα δυο. Όλα ξεκίνησαν τέλη Μαΐου, όταν πήγα στο σπίτι του στην Καλιφόρνια για την ανανέωση της ασφάλειάς του. Ο ίδιος έλειπε αλλά όταν εμφανίστηκε η σύζυγός του από ψηλά με κοίταξε μ’ έναν αξέχαστο τρόπο. Μου ζήτησε να περιμένω στο σαλόνι και η κάμερα εστίασε στα πόδια της έτσι όπως κατέβαιναν τις σκάλες στα πέδιλά τους. Πολύ ωραίο το κόσμημα που φοράτε στο πόδι σας, ψέλλισα όταν καθίσαμε κι εκείνη κατέβασε το πόδι της με ψευδή συστολή. Καθώς της εξηγούσα ένα νέο συμβόλαιο εκείνη ήδη απεργαζόταν ένα δικό της. Αλλά αδυνατούσα να βγάλω από το μυαλό μου το διακόσμημα του ποδιού της και την ρώτησα τι είχε γραμμένο πάνω του: το όνομά της, Φύλλις. Όταν πήρα το θάρρος να της πω ότι δεν είναι πια η προτεραιότητά μου να δω τον κ. Ν. με γείωσε: υπάρχει όριο ταχύτητας σε αυτή την πόλη, κύριε Νεφ. Και στην ερώτησή μου ποια είναι η συνέπεια, με απείλησε με σωματική τιμωρία. Η δυστυχής νύφη ατυχούς γάμου ήταν η εύμορφη Barbara Stanwyck, με τις ξανθές ψηλοκομμένες αφέλειες μιας άλλης εποχής.

Δεν γνώριζα πως η τιμωρία μου είχε ήδη ξεκινήσει. Ήταν αδύνατο να την βγάλω απ’ το μυαλό μου, το «πώς εκείνο το κόσμημα έδενε στο πόδι της». Στο γραφείο βρήκα μήνυμά της: άλλαζε το ραντεβού για την μεθεπόμενη μέρα το μεσημέρι. Όλως τυχαίως δεν είχε γυρίσει ακόμα ο άντρας της και η υπηρέτρια είχε ρεπό. Έδειξε αιφνιδιασμένη και για τα δυο. Μερικές φορές περνάμε ολόκληρα απογεύματα χωρίς να πούμε λέξη και μόνο κάθομαι και πλέκω, μου είπε. Μ’ εμένα δεν θα χρειαζόταν να πλέκεις, της είπα, αγνοώντας τους κανόνες της ταχύτητας. Με προσπέρασε ου πρότεινε να του κάνω ασφάλεια ατυχήματος εν αγνοία του και αμέσως κατάλαβα πού το πάει. Την αποπήρα, την πρόσβαλα κι έφυγα. Σταμάτησα σ’ ένα ντράιβ ιν, ήπια, έπαιξα μπόουλινγκ, γύρισα σπίτι και κοιτούσα έξω από το παράθυρο μέχρι να νυχτώσει· αλλά το μυαλό μου δεν ξεκολλούσε. Το αγκίστρι ήταν πολύ δυνατό – και δεν ήταν παρά μόνο η αρχή.

Σε λίγο χτύπησε η πόρτα· το ήξερα πως ήταν εκείνη. Η ατμόσφαιρα ήταν τόσο αναμμένη που έκαιγε τα πολλά λόγια. -Τι θέλεις να κάνω; -Να είσαι καλός μαζί μου όπως όταν πρωτοήρθες σπίτι. – Δεν γίνεται, κάτι άλλαξε. Τα πάντα είχαν αλλάξει και για τους δυο μας. Άρχισε να μου μιλάει για την μαρτυρική της ζωή στο σπίτι·  ότι ο άντρας της δεν ενδιαφερόταν αλλά την κρατούσε κλεισμένη, σε σημείο να μην μπορεί να αναπνεύσει. Την έδιωξα από κοντά μου κι αμέσως μετά την άρπαξα, φιληθήκαμε και αγκαλιαστήκαμε, ομολογώντας την τρέλα μας ο ένας για τον άλλον. Βάλαμε να πιούμε, καθίσαμε, μου έλεγε πως της φωνάζει όταν ψωνίζει ρούχα και την χαστουκίζει όταν είναι μεθυσμένος. Άρχισε ένα σιγοκλαίει όπως η βροχή στο παράθυρο. Με ρώτησε ξανά για τα ενδεχόμενα μιας μεγάλης ασφάλειας ζωής και γνώριζα ότι σκεφτόταν τον θάνατό του. Της απέκλεισα την ιδέα αλλά άρχισα να την σκέφτομαι ο ίδιος.

Γνώριζα καλά την «διπλή αποζημίωση»: κάποια ατυχήματα που συνήθως δεν γίνονται ποτέ πληρώνονται διπλά. Για παράδειγμα, αν σκοτωνόταν στο τραίνο που θα έπαιρνε σύντομα. Όταν το αποφάσισα είχα πια πατήσει τον διακόπτη· ο καιρός για σκέψη είχε τελειώσει. Ένα βράδυ αποφάσισε παρά το σπασμένο του πόδι να ταξιδέψει. Άρχισα με αγωνία να εφαρμόζω το σχέδιο: έφτιαξα το άλλοθί μου, σφήνωσα κάρτες στις συσκευές του τηλεφώνου και του κουδουνιού ώστε αν τις βρω πεσμένες να μαρτυρήσουν τυχόν χτύπημα, κρύφτηκα στο αμάξι της και ξεκίνησαν για το αεροδρόμιο. Λίγο πριν φτάσουμε του έσπασα το σβέρκο (η κάμερα έδειχνε μόνο την έξαψη στο ικανοποιημένο της πρόσωπο), κι έτσι στο τραίνο εμφανίστηκα εγώ με τα στοιχεία του. Πήγα στο πίσω μπαλκόνι του τελευταίου βαγονιού, έστειλα έναν παρείσακτο που μου έπιασε την κουβέντα να μου φέρει τα ξεχασμένα μου πούρα από την καμπίνα και πήδηξα στις ράγες, ενώ  εκείνη με περίμενε με το αμάξι σ’ έναν συμφωνημένο παράδρομο. Εκεί ρίξαμε το σώμα του νεκρού. Αναρωτιόμουν για την Φύλλις, μήπως τώρα θα έσπαγε. Όχι, ούτε δάκρυ, ούτε ένα παίξιμο στο βλέφαρό της.

Η νεκροψία συμφώνησε με το σχέδιό μας: μπερδεύτηκε στις πατερίτσες κι έπεσε. Το αφεντικό μου δεν πείστηκε· πουθενά δεν θυμόταν θανάσιμη πτώση από τραίνο με 25 χιλιόμετρα την ώρα. Και πώς γίνεται ένας άνθρωπος να κάνει ασφάλεια θανάτου σε τραίνο και σε δυο βδομάδες μετά να σκοτωθεί με αυτό τον τρόπο; Οι καταραμένες του προαισθήσεις… Έσπευσα να συναντήσω την Φύλλις στο σούπερ μάρκετ, όπως συνηθίζαμε, ώστε ακόμα κι αν μας δουν να φαίνεται τυχαίο. Κάθε φορά ψιθυρίζαμε αγωνιωδώς ανάμεσα στους διαδρόμους με τις κονσέρβες. Φοβάσαι; Όχι αυτόν, εμάς. Το κάναμε να είμαστε μαζί αλλά τώρα αναγκαζόμαστε να είμαστε μακριά.

Όταν με επισκέφτηκε η Λόλα, η κόρη του συζύγου της, αιφνιδιάστηκα. Την είχα ήδη γνωρίσει στο σπίτι τους, την είχα συνοδεύσει μέχρι τον φίλο της. Μου εκμυστηρεύτηκε σχεδόν συντετριμμένη ότι η Φύλλις ως νοσοκόμα της μητέρας της ήταν ολοφάνερα υπεύθυνη για τον θάνατό της και προχθές την είδε να προβάρει μαύρο καπέλο. Και τις δυο φορές είχε εκείνο το αδίστακτο βλέμμα. Ήταν βέβαιη πως αυτή σκότωσε τον πατέρα της, και σκόπευε να μιλήσει. Κι ύστερα πάλι, το αφεντικό μου ολοένα και κύκλωνε το μυστήριο. Βρήκε τον συνεπιβάτη του τραίνου που βεβαίωνε πως ο συνομιλητής του δεν ήταν ο εικονιζόμενος των εφημερίδων. Ήταν πια βέβαιος πως επρόκειτο για έγκλημα της γυναίκας κι ενός άλλου που, δεν μπορεί, «σύντομα θα εμφανιστεί, κάπου, κάποτε θα συναντηθούν – από αγάπη, από μίσος δεν έχει σημασία. Δεν θα μπορούν να μείνουν μακριά. Δεν είναι σε τρόλεϊ ώστε να κατέβουν σε διαφορετική στάση. Έχουν κολλήσει μαζί και πρέπει να πάνε μέχρι το τέλος της διαδρομής».

Όταν η Λόλα με ενημέρωσε πως παρακολουθούσε τον φίλο της να πηγαίνει κάθε βράδυ στην μητριά της, πάγωσα. Είναι δυνατό να με χρησιμοποίησαν μόνο και μόνο για να φύγουν οι δυο τους με τα λεφτά; Της τηλεφώνησα να με περιμένει το βράδυ με σβηστά φώτα και ξεκλείδωτη πόρτα. Καθόταν στην πολυθρόνα, ομορφότερη από ποτέ, με την λευκή της ρόμπα. Ξεκίνησα πρώτος: Ήρθα να σου πω αντίο Πού πας;Εσύ είσαι αυτή που πας, όχι εγώ. Μου έδωσε μια πειστική δικαιολογία για όλα κι όταν πλησίασα το παράθυρο (τι μας κάνει να τραβάμε τις κουρτίνες και να κοιτάζουμε τον δρόμο; νομίζουμε πως έτσι λησμονούμε για λίγο το παρόν;) με πυροβόλησε με το περίστροφο που είχε κρυμμένο κάτω από το μαξιλάρι της πολυθρόνας όπου καθόταν και την μέρα που με σαγήνευσε. Η αστοχία της χτύπησε μόνο το χέρι μου. Δεν τράβηξε την σκανδάλη δεύτερη φορά, επειδή κατάλαβε, μου είπε, πόσο μ’ αγαπούσε. Τράβηξα εγώ την δική μου, δίνοντας τέλος σε αλήθειες και ψέματα. Έφτασα χτυπημένος στο γραφείο και άρχισε η εξομολόγησή μου και η ταινία.

Επέστρεψα στην έγχρωμη ζωή ανακουφισμένος. Για άλλη μια φορά οδηγήθηκα σε διαφορετικό συμπέρασμα από τις προηγούμενες πηγές μου κι αυτή τη φορά η διαπίστωση ήταν εξωφρενική και παράλογη, πλην απροκάλυπτα αποκαλυμμένη από τις έμπιστες νουαρέσσες μου. Στον αληθέστατο κινηματογραφικό κόσμο ήταν κυρίως οι παράνομες και οι απαγορευμένες που γύμνωναν απροκάλυπτα τα πόδια τους! Όλες αυτές οι γυναίκες, κρυφές ερωμένες, άπιστες και μοιχαλίδες, πανούργες και κακούργες, εμφανώς χρησιμοποιούσαν τα πόδια τους όχι μόνο για να αποπλανήσουν αλλά και για να παρασύρουν τα επιλεγμένα θύματα στα μαύρα τους σχέδια· τα πόδια λειτουργούσαν ως ευκίνητα εργαλεία της λιβιδικής αιχμαλωσίας των αντρών!

Διέθετα, άλλωστε άλλη μια απόδειξη προς τούτο: για να φτάσω ως εδώ, εκτός από την αποπλάνηση του διακοσμημένου ποδιού που κατέβαινε τις σκάλες ανεβάζοντας την θέρμανση του σαλονιού, προηγήθηκε μια φωτογραφία που κόσμησε την αφίσα της ταινίας. Η γυναίκα, φορώντας εκείνη την λευκή, εμφανώς μεταξωτή ρόμπα, απλώνει φιλάρεσκα το πόδι της στα χέρια του άντρα. Αλλά αυτή η εικόνα που μ’ έκανε να μπω αμέσως στην θέση του δεν υπήρχε πουθενά στην ταινία. Για άλλη μια φορά συνέβαινε ένα ανεξήγητο γεγονός που αδυνατούσα να αποδώσω σε διαφημιστικούς και μόνο σκοπούς. Κατέληξα να πιστεύω ότι όλες οι φωτογραφίες που εμφανίζονται στις προθήκες των σινεμά ή στα περιοδικά με σκηνές που δεν υπάρχουν στο έργο είναι μυστικές νεύσεις στον υποψιασμένο παρακόλουθο, πως αποκαλύπτουν νοήματα για εκείνους που θα αντιληφθούν την μυστηριώδη εξαφάνισή τους.

Της έγραψα, φυσικά, εξηγώντας της την διακεκαυμένη πλην ματαιωμένη μου επιθυμία και τελείωνα την επιστολή μου με την φράση «Έκφυλη Φύλλις, μου οφείλεις!», μεταγράφοντας την ελληνική προφορά ώστε να εντυπωσιαστεί με την τρίδυμη ηχητική. Και δεν έλαβα απάντηση αλλά, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, επανόρθωσε σε επόμενη ταινία, όπου πράγματι σήκωνε το πόδι της γυμνό και ζεστό να το αγγίξει ένας άντρας εξίσου άγνωστός της! Σε άλλο κινηματογραφικό λήμμα, στις Διδασκάλισσες. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}.

Η ταινία: Double Indemnity (Billy Wilder, 1944)

Οι εικόνες: 1. Η αφίσα που τα ξεκίνησε όλα, 2. Η σκηνή που τα ξεκίνησε όλα, 3. Οι πρώτες στιγμές, 4. Η κατάστρωση του σχεδίου, 5. Η στιγμή της υπογραφής, 6. Η στιγμή του θανάτου του συζύγου της, 7.- 8. Οι κρυφές συναντήσεις στο σούπερ μάρκετ, 9. O τελευταίος μου ερχομός, 10. Υπήρξαμε εραστές, 11. Υπήρξαμε εραστές;, 12. Η άπαικτη σκηνή.

Για την αναδημοσίευση του κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Καίτε Κόλλβιτς – Ημερολόγια και γράμματα

H χαράκτρια και γλύπτρια Καίτε Κόλλβιτς γεννήθηκε και μεγάλωσε στα χρόνια της νεοσύστατης αυτοκρατορικής Γερμανίας και της ευρωπαϊκής belle époque· είναι η αθώα φάση της γερμανικής πορείας, τότε που περίσσευε η περηφάνια για την υπεροχή του γερμανικού πνεύματος – «λαός στοχαστών και ποιητών» – απέναντι στην πολιτική κυριαρχία των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Τα χρόνια της πριν από τον Μεγάλο Πόλεμο είναι δεμένα με το Καίνιγκσμπεργκ, το λιμάνι της Βαλτικής στην ανατολική Πρωσία. Οι βόλτες στο λιμάνι, οι ναυτικοί, οι λιμενεργάτες, οι ύποπτες ταβέρνες, η τυραννισμένη ζωή των ανθρώπων της βιοπάλης, θα γίνουν ο αυθεντικός κόσμος που προσπάθησε να εκφράσει με το έργο της. Εδώ έχει τις ρίζες του το έντονα νατουραλιστικό στοιχείο της τέχνης της, που δεν απαρνήθηκε ποτέ, και αποτέλεσε το έδαφος πάνω στο οποίο θα δουλέψει την δική της εκφραστική, τον εξπρεσσιονισμό.

Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν σαράντα επτά ετών και είχε δυο παιδιά σε στρατεύσιμη ηλικία· ο ένας χάθηκε σύντομα στο μέτωπο. Η προσωπική belle époque έχει τελειώσει μαζί με μια ολόκληρη εποχή. Η τέχνη της θα γίνει ο μυστικός τρόπος επικοινωνίας με τον νεκρό γιο της, η δύναμή της να συνεχίσει να ζει. Η κληρονομιά της Ελεύθερης Κοινότητας που έζησε στην πόλη της αποτέλεσε ένα γερό πνευματικό παρελθόν αλλά και ενέπνευσε την αλληλεγγύη προς εκείνους που το έχουν ανάγκη. Το άλλο σκέλος της πνευματικής της κληρονομιάς ήταν η ατομικότητα και ανήκε στην ευρωπαϊκή παράδοση του φιλελευθερισμού, ενώ πλευρές της προτεσταντικής αγωγής της –ο βασανιστικός έλεγχος της συνείδησης  και η βαθειά δυσπιστία στις ιεραρχικές δομές κάθε πίστης– θα παραμείνουν σταθερό στοιχείο της προσωπικότητάς της.

Η Κόλλβιτς έζησε τον πόλεμο, την Ρωσική Επανάσταση, την πείνα στην Γερμανία, την αποτυχημένη εξέγερση των Σπαρτακιστών, τα αδιέξοδα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Στον μεσοπόλεμο υπέστη διώξεις από το ναζιστικό καθεστώς. Σ’ αυτούς τους καιρούς θέλω να ασκήσω επίδραση έγραφε στο ημερολόγιό της και στα γραπτά της επανέρχεται στην πάλη του καλλιτέχνη να μεταδώσει την συγκίνηση αδειάζοντάς την από τον εαυτό του στο έργο του, ώστε να μοιραστεί στους άλλους. Το τίμημα του να μην ενταχθεί σε κάποιο κόμμα ήταν η σιωπή των κομματικών εφημερίδων της αριστεράς για το έργο της.

Στην τέχνη της η ηθική διάσταση δεν επιτρέπει την αυτονόμηση της αισθητικής διάστασης· τα ουσιώδη να τονίζονται δυνατά και τα επουσιώδη να παραλείπονται, όπως τονίζει χαρακτηριστικά. Στις προσωπογραφίες και κυρίως στις αυτοπροσωπογραφίες της είναι φανερή η αίσθηση του δραματικού στοιχείου που χαρακτηρίζει τα γραπτά της. Όπως εκεί έχει κανείς συχνά την εντύπωση ότι διαβάζει αποσπάσματα ενός μυθιστορήματος, έτσι και στα πορτραίτα της βλέπει την ανάπτυξη ενός δράματος, όπως γράφει χαρακτηριστικά στην εισαγωγή του ο Ανδρέας Σπύρου, προσθέτοντας πως τα γραπτά της έχουν κάτι από την τέχνη της, χωρίς τίποτα το χειμαρρώδες, γραμμή χαραγμένη αργά και με προσπάθεια στο χαρτί.

Στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο Αναμνήσεις, ανάμεσα στις καθοριστικές μνήμες της, γεμάτες αυλές και κήπους, ξεχωρίζει ένας γυψοποιός – ακόμα μυρίζει, γράφει, τον υγρό αέρα του γύψου στο χαμηλό του σπίτι. Τα φιλιά με τους φίλους της ήταν παιδικά και επίσημα και τα ονόμαζαν δρόσισμα. Στα ερωτικά αντικείμενα δεν έκανε διακρίσεις – καμιά φορά ήταν γυναίκες αυτές που αγαπούσε· αυτή την αμφιρέπεια καθώς και το αρσενικό στοιχείο μέσα της την θεωρούσε σχεδόν αναγκαίο θεμέλιο για την καλλιτεχνική πράξη και ωφέλησε το έργο της. Ο Γκαίτε έπιασε ρίζες μέσα της από πολύ νωρίς και δεν τον άφησε ποτέ. Χρωστά ευγνωμοσύνη στους γονείς της που τους άφηναν τα απογεύματα να περιπλανιούνται στην πόλη με τις ώρες. Αυτό το φαινομενικά άσκοπο σεργιάνι, επίσης ωφέλησε την καλλιτεχνική της εξέλιξη και ιδίως την θεματολογία της.

Έτσι άρχισε να αντλεί τα θέματά της, από τις σκοτεινές κάμαρες των εργατών ως τους δρόμους και τις πλατείες όπου ξετυλίγεται το δράμα των κοινωνικών εξεγέρσεων. Πριν αναπτύξει οποιαδήποτε κοινωνική συνείδηση, εκείνα τα μοτίβα της έδιναν απλά και απόλυτα αυτό που αισθανόταν ως ωραίο. Ωραίο είναι το άσχημο, σημειώνει στο ημερολόγιό της και με αυτή τη φράση του Ζολά εκφράζει την μεγάλη ανατροπή που έφερε η μοντέρνα τέχνη. Αργότερα που γνώρισε τις δυσκολίες και τις τραγωδίες που έκρυβε η ζωή τους, συνέλαβε, όπως γράφει, «με όλη του την δριμύτητα το πεπρωμένο του προλεταριάτου και τις διάφορες παραδηλώσεις του». Παρά την φασματική παρουσία του θανάτου, δεν υπάρχει στα έργα της η ατμόσφαιρα του πανικού που τον μετατρέπει σε έμμονη ιδέα. Εικονίζεται μια λύπη τόσο δυνατή ώστε να μη χάνεται στο κενό, αλλά αντίθετα, φαίνεται να λυτρώνεται από το αίσθημα της ανημπόριας και της ματαιοπονίας.

Ακολουθεί το κύριο σώμα του βιβλίου με τίτλο «Από τα ημερολόγια και τα γράμματα». Η γραφή της είναι ταυτόχρονα λιτή και φορτισμένη. Μεταφέρω ορισμένα αποσπάσματα που έχω την αίσθηση πως εκφράζουν τον ψυχισμό της ιδιαίτερης αυτής καλλιτέχνιδος. Χαρακτηριστική είναι η αντιπολεμική εγγραφή με ημερομηνία 30 Σεπτεμβρίου 1914: Κρύος, συννεφιασμένος καιρός του φθινοπώρου. Αυτή η βαρειά διάθεση όταν ξέρεις: είναι πόλεμος, όμως δεν πετυχαίνεις τίποτα αιωρούμενος σε μια ψευδαίσθηση. Μονάχα η φρίκη της κατάστασης που έχουμε μαζί της εξοικειωθεί, είναι παρούσα. Σε τέτοιους καιρούς φαίνεται τόσο ηλίθιο να πηγαίνουν τα παιδιά στον πόλεμο. Όλο αυτό είναι τόσο άγριο και παράλογο. Κάπου-κάπου η ανόητη σκέψη: πως είναι δυνατόν να συμμετέχουν σε μια τέτοια τρέλα – και αμέσως σαν ψυχρολουσία: πρέπει, πρέπει! Όλα ισοπεδώνονται από το θάνατο… Μονάχα μια στάση τα κάνει όλα υποφερτά: η αποδοχή της θυσίας από τη βούληση. Πώς να τηρήσεις όμως μια τέτοια στάση; [σ. 77]

Δυο χρόνια μετά (27 Αυγούστου 1916) μεταγράφει στο ημερολόγιό της μια έξοχη αποστροφή του Λέοπολντ φον Βήζε από ένα δοκίμιο του για τον φιλελευθερισμό: «να είσαι θανάσιμος εχθρός κάθε θυσίας πλασμάτων ζωντανών στην άψυχη ιδέα». «Γιατί ένα ζευγάρι ευτυχισμένα μάτια αξίζουν περισσότερο απ’ ό,τι όλα μαζί τα δόγματα της παγκόσμιας σοφίας». [σ. 95]. Λίγες μέρες νωρίτερα (12 Αυγούστου 1916) θησαυρίζει μια άλλη γραφή: Η Λίλυ Μπράουν λέει στη διαθήκη της: «… ποτέ δεν έπαψα, σε πείσμα της πελώριας σκληρότητας της μοίρας μου, να καταφάσκω στη ζωή και, με την πιο αμείωτη πίστη, και στον πόνο. Για κάθε τι που δοκίμασα, όσο σκληρό κι αν ήταν, νιώθω ευγνωμοσύνη, γιατί εν τέλει το κάθε τι μεγάλωσε τη δύναμη μου, ενίσχυσε την ανάπτυξή μου… [σ. 92]

Τον Δεκέμβριο του 1910 έγραφε: Πού να είναι ο έρωτας; […] Πόσο συχνά έχω βλαστημήσει αυτή την παθολογική κατάσταση του έρωτα – είναι ωστόσο ξεκάθαρο πως ο άνθρωπος που δεν είναι ερωτευμένος στερείται, ακόμα κι αν ο ίδιος δεν το νιώθει πάντοτε. Τι του λείπει, το καταλαβαίνει μονάχα όταν ερωτευτεί και πάλι· σαν όλες οι φλέβες του μεμιάς να γέμισαν με αίμα… [σ. 63].  Τον Μάρτιο του 1928 υμνούσε την την ανθρώπινη αλληλεγγύη: Είναι από τις πιο ευγενικές χαρές της ζωής, οι χαρές μαζί με τους ανθρώπους, και το να συμπάσχεις μαζί τους.

Το Πάσχα του 1932 εξέφραζε την άφατη προσωπική ικανοποίηση από την καλλιτεχνική δημιουργία που αναγκάζεται να συνυπάρξει με την ζοφερή κατάσταση στον κόσμο: Για μια στιγμή έρχεται και πάλι το δυνατό αίσθημα, το αίσθημα της ευτυχίας που δεν μπορεί να συγκριθεί με κανένα άλλο, ότι έβγαλες πέρα το έργο σου. Για πόσο καιρό οι κοπιαστικοί ελιγμοί πέρα-δώθε, οι αναστολές, οι παλινδρομήσεις, ξανά και ξανά. Όλα αυτά όμως νικήθηκαν τις εποχές που κατέκτησα την τεχνική και μπόρεσα να κατορθώσω το σκοπό μου. / Από την άλλη, η ανείπωτα δύσκολη γενική κατάσταση. Η αθλιότητα. Το βύθισμα των ανθρώπων στη σκοτεινή αθλιότητα. Η απαίσια πολιτική παρόξυνση. [σ. 185].

Η εξαιρετική αυτή έκδοση περιλαμβάνει δεκαπεντασέλιδη εισαγωγή του Ανδρέα Σπύρου, πεντασέλιδο κείμενο της Γιούττα Κόλλβιτς με τίτλο «Οι τελευταίες μέρες της Καίτε Κόλλβιτς», 64σέλιδο λεύκωμα σχεδίων και γλυπτών, επτασέλιδο κατάλογο ονομάτων και όρων και τρισέλιδο χρονολόγιο. Το έστω και περιορισμένο αυτό σώμα γραπτών, που εξέδωσε μετά τον θάνατό της ο γιος της, μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε ταυτόχρονα μια δημιουργό με ιδιαίτερη καλλιτεχνική και κοινωνική συνείδηση, που είχε επίγνωση των ορίων της και επιμονή να τα εξαντλήσει και μια συγγραφέα που έστω και μέσα από τα γράμματα και το ημερολόγιό της εξέφρασε τα γνήσια αισθήματα, τις σκέψεις και τον ψυχισμό ενός ανήσυχου ανθρώπου σε καιρούς ζοφερούς, ενός ανθρώπου που παρά την σκληρότητα της ζωής του δεν έπαψε να κοιτάζει μπροστά.

Εκδ. Ίντικτος, 2006, μτφ. Ανθή Λεούση, σελ. 317 [Kaethe Kollowitz, Ich will wirken in dieser Zeit].

Οι εθελοντές (1922-23), Για ένα καλύτερο Βερολίνο (Λιθογραφία, 1923), Ποτέ πια πόλεμος! (1924), Ερωτική σκηνή (1909-1910), Αυτοπροσωπογραφία (1891).