Οι ξυπόλητες των δίσκων, 5

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 11 (Νοέμβριος 2019), εδώ

Χ. Οι ξυπόλητες των δίσκων, 5

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες στα εξώφυλλα των δίσκων και μυείται στα μυστικά τους.

Καθώς τα ξυπόλητα κορίτσια στα εξώφυλλα των δίσκων φωτογραφίζονταν αποκλειστικά σε ιδιωτικούς χώρους ή σε σκοτεινούς δρόμους και πάντα στο ημίφως, αναρωτιόμουν: Δεν υπήρχε τραγουδίστρια να γυμνώνει τα πόδια της στο φυσικό φως;  Υπήρχε αλλά εντοπίστηκε στην άλλη άκρη του κόσμου! Ήταν ένα στρογγυλοπρόσωπο κορίτσι μεσογειακής κατατομής και σαρκώδους ομορφιάς, με μακριά μελαχρινά μαλλιά σε συμμετρικές αφέλειες, με μηρούς χυτούς και πόδια τορνευτά, όπως θα καλολογούσαν οι πεζογράφοι άλλων δεκαετιών.

Στα ίδια μουσική τοπογραφία αλλά σε αντίθεση με τις άλλες εξώφυλλες νεοϋορκέζες Κάρλυ και Κάρολ, η Λίντα Ρόνσταντ ήταν κορίτσι του ζεστού νότου της Αριζόνα. Προικισμένη κι αυτή με φωνητικό και συνθετικό τάλαντο, από το ντεμπούτο της κιόλας στο εξώφυλλο του Hand sown…Home Grown (1969) πόζαρε με λευκό φόρεμα μπροστά από φωτεινά δέντρα, πατώντας ξυπόλητη πάνω σε μια πέτρα και ένα σωρό φύλλα, ενώ στο οπισθόφυλλο καθόταν έξω από ένα πετρόκτιστο, σχεδόν αυτοσχέδιο σπίτι που έμοιαζε με καλύβα, τυλιγμένη με μια μακριά εσάρπα με ξέφτια, ξανά ξυπόλητη. Πίσω της ψηλά δέντρα και πράσινη ησυχία. Είμαι βέβαιος πως χαιρόταν ένα ένα τα φυλλαράκια κάτω από τα πέλματά της, εκτός αν τα είχε τόσο συνηθίσει στην φυσική της ζωή.

Ήταν άραγε η ίδια εκείνη φύση που την ωθούσε να βγαίνει ξυπόλητη στις συναυλίες της; Κάποτε την βρήκα με ανάλογη εμφάνιση σ’ ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα να τραγουδάει με την μπάντα της, τους The Stone Poneys, το Α different drum. (Μπορεί κανείς να την χαρεί έτσι σε μια επιβραδυμένη εκτέλεση που διασώζεται στο αχανές βιντεοκλάμπ του διαδικτύου.) Σ’ εκείνο το έξοχο τραγούδι απομάκρυνε γλυκά κι αιχμηρά κάποιον που προφανώς επιθυμούσε να την περιορίσει στα δικά του δεσμά:  Εγώ κι εσύ ταξιδεύουμε στο χτύπο ενός διαφορετικού τύμπανου … δεν είμαι έτοιμη για κανέναν και τίποτα που θα μου βάλει τα ηνία… θα ζήσουμε περισσότερο αν ζήσουμε χωριστά. Με την ίδια μπάντα στο Train And The River ψέλλιζε και τον στίχο Ι remember we used to go barefoot hand in handΤα γυμνά πόδια ως ασυμβίβαστη φύση και ως κοινή βίωση – συμβίωση του έρωτα!

Η Λίντα απαρνήθηκε το Λος Άντζελες, όπου η επίδειξη της λάμψης ήταν υπερβολική και οι αυτοκινητόδρομοι απολύτως απαραίτητοι ακόμα και για να φτάσει ως το στούντιο, κι έφυγε για το Σαν Φρανσίσκο, φορώντας σίγουρα λουλούδια στο κεφάλι της. Αλλά η πολυπόθητη αρμονία βρισκόταν και πάλι αλλού κι έτσι προτίμησε την επιστροφή στο αριζόνιο Τούσον, να βρει το δικό της προσωρινό κάθισμα στη γη. Πριν και μετά από αυτήν, ανυπότακτα κι ελεύθερα τα ξυπόλυτα κορίτσια των δυτικών λειμώνων της άλλης άκρης του κόσμου, μαζί με τις χίππισες που διατήρησαν την ιδιότητά τους και μετά τα ψυχεδελικά χρόνια, ζούσαν σε καλύβες, τροχόσπιτα, φάρμες, ασράμ και πάσης φύσεως κοινόβια όπου βίωναν την φύση με κάθε τρόπο, από την αναπνοή τους μέχρι τα γυμνά βήματα στο χώμα. Άραγε γνώριζαν το παράδειγμα του Thoreau, που έφυγε για να ζήσει σ’ ένα δάσος κοντά σε μια λίμνη που του πρόσφερε και το όνομα του κλασικού του βιβλίου Walden, ή του Le Corbusier, που σχεδίασε πόλεις ολόκληρες και οραματίστηκε ουρανοξύστες χιλιομέτρων αλλά δεν έχτισε για τον εαυτό του παρά μια μικρή ξύλινη καλύβα κάπου στην Κυανή Ακτή; Είχαν διαβάσει τον Χάιντεγκερ, που έλεγε πως το κτίριο πρέπει να φύεται από την γη; Συγκέντρωνα στοιχεία για τα αναχωρήτριες του κόσμου, που δεν αρνήθηκαν την ζωή άλλα έφυγαν για να την βρουν και να την μοιραστούν, για εκείνες που με συντριπτικές πιθανότητες θα χαίρονταν ξυπόλητες την γη.

Την ίδια εποχή στο καθιστικό μας άνοιξα με την έξαψη της παρανομίας το ξύλινο συρταρωτό πορτάκι του μπουφέ, σχεδιασμένου από τον Σκουρόπουλο της Πατησίων και συχνά  σκηνογραφημένου σε ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες όπως το Ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη, με την ψευδαίσθηση της ταύτισης με τον νεαρό αποπλανητή ωραίων μοναχικών γυναικών σαν την Αλεξάνδρα Λαδικού, που τον υποδεχόταν με τα πασούμια της στο μοναχικό της σαλόνι. Στα ενδότερα του ντουλαπιού μια σειρά ευφάνταστα μπουκάλια με υποσχετικά ονόματα, όπως βερμούτ, τσέρρυ ή καμπάρι περίμεναν τον δοκιμαστή τους. Στην αριστερή άκρη σίγαζε μια πάκα παλιών δίσκων· στο φυλλομέτρημα μου αποκαλύφθηκε μια ζουμερή κοσταρικανή με πολύπτυχο φόρεμα, σφιχτές κοτσίδες και ξυπόλητη – εμφάνιση που θα είχε σε πολλά ακόμη εξώφυλλα. Δίπλα της δυο χαρωποί κιθαρωδοί με τουλάχιστον δυο λατινοαμερικανικά χαρακτηριστικά, το πόντσο και το σομπρέρο. Ονομάζονταν Los Machucambos κι επρόκειτο εμφανώς για σχήμα λατινοαμερικάνικης ευφορίας, που παρακινούσε τα σώματα σε χορευτικές χαρές, ενώ ένα τραγούδι με τον αναπάντεχο τίτλο El Otorrino Laringolo με προσκαλούσε να τους γευτώ όχι μόνο με ώτα αλλά και με λάρυγγα. Αυτό ήταν: η ονομαζόμενη Julia Cortes σχεδόν βγήκε από το κάδρο κι άρχισε μπροστά μου έναν ξυπόλητο χορό που μόνο χάρη στη μέθη μου μπορούσα να απολαύσω. Στο τέλος, κάτω από μια παραίσθηση καθαρά οινοπνευματώδη, σωριάστηκα στα χάρτινα πόδια της.

Έκτοτε σχεδόν χάθηκα στις εξοχές μιας μουσικής εξωτικής, όπως ονομαζόταν το είδος από κάποιους που προφανώς βρίσκονταν κάπου «μέσα», η οποία πήγαζε από μακρινούς τόπους: από την Αφρική και την Κεντρική και Νότια Αμερική, μέχρι την Καραϊβική και τον Νότιο Ειρηνικό. Τα ξυπόλητα κορίτσια της με τα χειροποίητα φουστάνια και τα θεαματικά κοσμήματα ακολουθούσαν μια εμφάνιση που ήταν αυτονόητη για όλες τις γυναίκες του τόπου τους. Σωστά ξωτικά της exotica, είχαν πάντα τα ποδαράκια τους ελεύθερα και κάτι θα σήμαινε αυτό, κάτι θα ήθελαν να πουν! Μακάρισα τους τυχερούς των νοτίων ημισφαιρίων που είχαν ως καθημερινότητα εκείνο που για μένα ήταν μια σπανιότητα. Όμως μια υποψία σφηνώθηκε μέσα στην ευδαιμονία μου: Μήπως δεν θα με συντάραζε η γύμνια των άκρων αν την είχα ανά πάσα στιγμή δεδομένη; Μήπως ακριβώς η κρυφότητα και η σπανιότητα απογείωσαν αν όχι προκάλεσαν την προτίμηση;

Το εφιαλτικό ενδεχόμενο επιβεβαιώθηκε σε μια δημόσια παρουσίαση βιβλίου από τον Δημήτρη Καλοκύρη, ο οποίος διαπίστωνε την απομυθοποίηση στα μάτια ενός ταξιδιώτη συγγραφέα [Αντώνης Καλαϊτζάκης, Ένας Έλληνας στη χαμένη Αφρική, εκδ. Παρατηρητής, 1997], ο οποίος έγραφε: Αυτό που εγώ βλέπω σαν κάτι παράξενο και μυστηριακό, γι’ αυτούς […] είναι καθημερινή ρουτίνα. Αυτό που εμένα με συνεπαίρνει, γι’ αυτούς είναι μια καθημερινότητα. Εγώ παίρνω τον αιθέρα της ομορφιάς του τόπου, γι’ αυτούς χάθηκε [1]. Αναρωτήθηκα κι εγώ αν αυτή ήταν η μικρή εκδίκηση του Δυτικού: να χάσει την αιώνια συνήθεια μα να κερδίσει ένα μοναδικό φετίχ. Ή αν πρόκειται για μια οριστική ήττα: να καταδικάστηκε να απολαμβάνει τα αλλοτινά ελεύθερα δώρα της ζωής σε εξαιρετικές μόνο περιστάσεις.

Σα να μην έφτανε αυτό, σύμφωνα με το Δοκίμιο για τον εξωτισμό του ταξιδευτή λογοτέχνη Βικτόρ Σεγκαλέν, αν ο εξωτισμός είναι η αισθητική και η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά η δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης. Όμως δεν νοείται σε αυτόν καμία προσαρμογή. Δεν είναι η τέλεια κατανόηση εκείνου που βρίσκεται έξω από τον εαυτό μας, κλείνοντας το μέσα μας, αλλά η οξεία και άμεση αντίληψη του αιώνιου ακατάληπτου. Ας ξεκινήσουμε από αυτή την ευχή της αδύνατης διείσδυσης [2].

Αυτά μας έκαναν οι εξωτικές ξυπόλητες! Διατάραζαν τα δεδομένα μας και παρέμεναν ακατάληπτες και ασύλληπτες μέσα στους πόθους μας, όσο κι αν προσπαθήσαμε να τις προσαρμόσουμε στα δικά μας βλέμματα. Όμως εκείνος ο στοχαστής των μακρινών οριζόντων είχε επιπλέον γράψει πως η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του. Ίσως, λοιπόν, αν οι δικές μας αστικές δυτικές γυναίκες κάποτε υποδύθηκαν εκείνες τις «ξένες», μπορεί στο βάθος να βρήκαν κάτι ολότελα δικό τους. Γι’ αυτό κι εγώ συνέχισα πλέον στις ταινίες να αναζητώ όλες τις εξωτικές· τις πραγματικές, που κάπου στον κόσμο θα ζούσαν δίπλα στη θάλασσα ή μέσα στα δέντρα και τις καλαμιές, και τις σταρέσσες που προσομοίασαν ιδανικά στις πρώτες και προσάραξαν σε καλαμένια δωμάτια και αμμώδεις αυλές.

Και πάντα θυμάμαι την Kerima, με το περήφανο ξυπόλητο βάδισμα της ανάμεσα στις ξύλινες ινδονησιακές καλύβες πάνω από το νερό, στην ταινία  Outcast Of The Islands (Carol Reed, 1952), μιας νέας που διάλεξαν για την ανατολική ομορφιά της και διέδωσαν την φράση της «ζω την ζωή της φύσης, περπατώ ξυπόλητη, κολυμπώ γυμνή», για να ταιριάξει με τον ρόλο της Aissa (όνομα που κυριάρχησε στον ελληνικό τίτλο της ταινίας: Αισά, το Ρόδο της Πολυνησίας)· την λατρευτή μου Gene Tirney στο Son of Fury (John Cromwell, 1942) να κουλουριάζεται στην αγκαλιά του Tyrone Power, με τις πατούσες της χωμένες στην άμμο των Νοτίων Θαλασσών· την Heddy Lamar ως αξέχαστη Tondelayo να παγιδεύει στα δίχτυα της δυο άντρες στην ζούγκλα του Κονγκό έχοντας φυσικά χορέψει ξυπόλητη (White cargo, Richard Thorpe, 1942)· την «βουβή» και διαρκώς γυμνόποδη βασίλισσα της ζούγκλας Edwina Booth στο Trader Horn, στην πρώτη ταινία που γυρίστηκε στην Αφρική (W.S. Van Dyke, 1931)· ακόμα και την αυστηρότερη Ava Gardner να εμφανίζεται ξυπόλητη σε μια ξύλινη αποβάθρα κάπου στην Αφρική με μια βαλίτσα στο χέρι, έτοιμη να προσαρμοστεί στα νέα κλίματα (Mogambo, John Ford, 1953).

Έσπευσα, βέβαια, να μειώσω τις χιλιομετρικές αποστάσεις για να αυξήσω τα ενδεχόμενα μιας πιθανότερης συνάντησης. Πιστός των μεσαιωνικών παραμυθιών και της βικτωριανής ατμόσφαιρας ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο μ’ ένα αλλόκοσμο κορίτσι που εμφανιζόταν ξυπόλυτο σε εξώφυλλα δίσκων, σαλόνια περιοδικών και πάσης φύσεως φωτογραφίες επί και εκτός σκηνής. Οι χορευτικές της χειρονομίες πρόδιδαν την χορεύτρια που κάποτε υπήρξε, τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά της σχεδόν μου γαργαλούσαν τα μάγουλα και τα γυμνά της πόδια τονίζονταν περισσότερο κάτω από τα μακριά της φορέματα – ή μάλλον ακριβώς εξαιτίας τους.

Την άκουσα να μου κελαηδά με την ιδιαίτερη φωνή της μέσα από το κασετόφωνο του γειτονικού διαμερίσματος. Μου συστηνόταν ως Cathy και με αποκαλούσε Heathcliff· μου έλεγε πως κρυώνει και μου ζητούσε να την αφήσω να περάσει μέσα από το παράθυρο, βεβαιώνοντάς με πως γύρισε σπίτι, σπίτι μας, στα ανεμοδαρμένα ύψη. Από εκείνη διάβασα για πρώτη φορά πως ο έρωτας δεν ταυτίζεται με την ευτυχία,  πως είναι πόνος βαθύς. Και μαζί υπήρξαμε στις φαντασίες μου πραγματικό ζεύγος σε σκοτεινό ρομάντζο, εξίσου μυθιστορηματικό μ’ εκείνο της Έμιλυ Μπροντέ. Η κατά κόσμον Kate Bush του Wuthering Heights έγινε η δική μου Ανεμοδαρμένη των Υψών της Αγάπης και την περιμένω, με ανοιχτή την μπαλκονόπορτα κάθε φορά που την ακούω, να έρθει πετώντας, όπως εμφανίζεται φτερωτή στο εξώφυλλο του Butterfly kisses (1988), μιας ανεπίσημης live συλλογής με αποσπάσματα από συναυλίες μεταξύ 1978 – 1987, με τα πόδια της ευκρινέστερα από ποτέ.

Στο τέλος, ίσως τίποτε απ’ όλα αυτά, τα στημένα μπροστά στους τρίποδες ή τα εκτεθειμένα στις σκηνές των συναυλιών, δεν είχε τόση μαγεία όσο μια στάση σ’ ένα γυμνό δωμάτιο. Εκεί ήθελα να με περιμένει μια γυναίκα απλή, γοητευτική όπως κάθε γυναίκα, με ελαφρώς ανταριασμένα μαλλιά, μ’ ένα χρωματιστό φουστάνι, ξυπόλητη στο ξύλινο πάτωμα, με το βλέμμα της πάνω μου. Την έψαχνα για χρόνια μέχρι να την βρω σ’ ένα εξώφυλλο, γνωρίζοντας πως νωρίτερα φυλλομετρούσε τον Φερνάντο Πεσσόα και διάλεγε λέξεις του για να τις μελωδήσει με την φωνή της παρέα με δυο τσέλα. Την έλεγαν Μπεβίντα (Bévinda ((Ferreire)) και χάρη στον δίσκο της Pessoa em Pessoas (1997) διάβασα το Βιβλίο της Ανησυχίας, που με κατεύθυνε οριστικά στην γραφή των παθών μου. Το ιδανικό μου, έγραφε ο Πεσσόα, θα ήταν να τα ζω όλα σε μυθιστόρημα και να αναπαύομαι στη ζωή – να διαβάζω τις συγκινήσεις μου…. Για όποιον έχει τη φαντασία εύκολη, οι περιπέτειες ενός πρωταγωνιστή μυθιστορήματος είναι αρκετή προσωπική συγκίνηση, και ακόμα πιο πολύ γιατί είναι και δικές του και δικές μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη περιπέτεια από το να έχεις αγαπήσει τη Λαίδη Μάκβεθ με αληθινή και άμεση αγάπη [3]. Έτσι άρχισα τούτο το μυθιστόρημα, για να διαβάζω τις συγκινήσεις που έζησα με τις αναρίθμητες ξυπόλητες των δίσκων, των ταινιών και της έξω ζωής, με τις οποίες αγαπηθήκαμε με άμεση και αληθινή αγάπη.

[1] Δημήτρης Καλοκύρης, Παρασάγγες. Τόμος Α΄. Ονομαστικόν, εκδ. Άγρα, 2014, λήμμα Αφρικανός, σ. 31.

[2] Μαρία Στεφανοπούλου, «Ο εξωτισμός, η αισθητική του διαφορετικού και η εσωτερική εμπειρία. Για τον Victor Segalen», Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας, εκδ. Αρμός, 2015, σ.  90-120, ιδίως 105-107.

[3] Fernando Pessoa, Βιβλίο της ανησυχίας, Τόμος Β΄, εκδ. Gutenberg, 2018, μτφ. Μαρία Παπαδήμα, αρ. 348, σ. 111.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Βέρνερ Χέρτσογκ – Οδοιπορία στον πάγο

To περπάτημα ως ύστατη πράξη αγάπης

Κομμάτια σιδερικών απ’ το κατεστραμμένο πάνω κατάστρωμα κρέμονται στο ενδιάμεσο, και το πλοίο ολόκληρο θυμίζει χαμένη ναυμαχία. Ο Φιτσκαράλντο τα ’χει χαμένα, δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα τι ακριβώς συνέβη. Αυτό το χτύπημα της μοίρας ήταν πολύ δυνατό για να μπορέσει να το αφομοιώσει. Ο Χάιμε, με αίματα στο στόμα του – κάπου θα χτύπησε – ανακρίνει τους Ινδιάνους που έχουν απομείνει στο πλοίο. Όλοι μαζί είναι τέσσερις, και δίνουν με ζωηρές κινήσεις και ευτυχισμένα, χαλαρωμένα πρόσωπα αναφορά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάτι τους κάνει να δείχνουν ιδιαίτερα ανακουφισμένοι, σχεδόν χαρούμενοι. [Βέρνερ Χέρτσογκ, Φιτσκαράλντο (αφήγημα), Εκδ. Θεμέλιο, 1984, μτφ. Μαριλένα Κασιμάτη, σ. 151]

Ποιος μπορεί να ξεχάσει το τέλος του οράματος του Φιτσκαράλντο, να φέρει τον Ενρίκο Καρούζο σε μια πόλη του Περού, μέσα σε μια ζούγκλα γεμάτη σαπισμένες σανιδοπαράγκες πάνω στις λάσπες, για να πραγματοποιήσει μια μεγάλη τελετουργία στον Βέρντι; Εκείνο το αδιανόητο εγχείρημα, να περάσει ένα γιγαντιαίο ατμόπλοιο από ένα βουνό για να πάει από το ένα ποτάμι στο άλλο, με την βοήθεια μιας φυλής Ινδιάνων που μάγεψε με τη φωνή του Καρούζο μέσα από εκείνο το γραμμόφωνο που αντηχούσε στα παρθένα δάση, δεν χρειάστηκε παρά λίγα δευτερόλεπτα να διαλυθεί, όταν οι Ινδιάνοι έλυσαν κρυφά το πλοίο, για να το πάρει ξανά το ποτάμι, ως θυσία στον δικό τους θεό του χειμάρρου. Και, ακόμα, πώς να λησμονήσει κανείς τα τελευταία λεπτά του Cobra verde, ένα από τα συναρπαστικότερα τέλη που ζήσαμε ποτέ στον κινηματογράφο;

Σχέδια που μοιάζουν απραγματοποίητα αλλά δεν εγκαταλείπονται χάρη στις εμμονές των αυτουργών τους, πορείες στον αχανή χώρο που ταυτίζονται με τις διαδρομές ολόκληρων βίων… ο ιδιότυπος και αμφιλεγόμενος Γερμανός σκηνοθέτης έφτιαχνε σε εικόνες εκείνο που δύσκολα μπαίνει σε λέξεις. Κι όμως, εδώ, είναι η πρόζα του που αποδεικνύεται πλήρης και αυτόνομη, που δεν χρειάζεται καμία κινηματογράφηση. Αυτή την φορά εκείνο που μοιάζει απραγματοποίητο είναι ένα ταξίδι με τα πόδια, από το Μόναχο ως το Παρίσι. H ιδέα του ήρθε όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ότι η Λόττε Άισνερ, σπουδαία θεωρητικός του κινηματογράφου και μέντοράς του, είναι βαριά άρρωστη· τότε σκέφτηκε ότι «δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τον θάνατό της», πόσο μάλλον στην παρούσα στιγμή που ο γερμανικός κινηματογράφος την χρειαζόταν όσο ποτέ άλλοτε.

Κι έτσι συνέλαβε την αδιανόητη ιδέα, να πάει να την συναντήσει, κάνοντας το ταξίδι με τα πόδια, μετατρέποντάς το σε προσκύνημα για να ξορκίσει τον θάνατο. Ακολούθησε την ευθύγραμμη διαδρομή για το Παρίσι, με την ακλόνητη πίστη ότι όσο θα περπατούσε, τόσο εκείνη θα έμενε ζωντανή. Το βιβλίο αποτελεί ακριβώς τις ημερολογιακές σημειώσεις εκείνου του οδοιπορικού, που όμως δεν προορίζονταν για το αναγνωστικό κοινό. Τέσσερα χρόνια μετά ξαναπιάνοντας το μικρό σημειωματάριο ένιωσε την επιθυμία να μοιραστεί το κείμενο.

Έξοδος από το Μόναχο, περιφερειακά νοσοκομεία, τροχόσπιτα, αυτόματα πλυντήρια αυτοκινήτων, ξεχορταριασμένα χωράφια που εκτελούν χρέη γηπέδου, προαστιακοί σταθμοί, κλειστά αγροκτήματα, μισοτελειωμένες οικοδομές, εξοχικές κατοικίες σε χειμερία νάρκη, στρατώνες, καταφύγια από τον δεύτερο παγκόσμιο, καταυλισμοί τσιγγάνων εγκατεστημένων με μισή καρδιά σ’ αυτά τα μέρη, αγροτικές εργασίες και το μονότονο θέαμα των ξυλοκόπων. Η φύση επίμονα παρούσα – αχανείς πεδιάδες, λασπωμένα ζαχαρότευτλα, κρωξίματα των πουλιών. Και πάνω απ’ όλα, η μοναξιά των αυτοκινητοδρόμων που «σπάει μόνο με τις κωνικές δέσμες από τα φώτα των προβολέων» – πώς να μη θυμηθεί εδώ κανείς τον απόλυτο δίσκο τους, το Autobahn των Kraftwerk που κυκλοφόρησε τον ίδιο χρόνο (1974);

Ο περιπατητής προσανατολίζεται με χάρτες αγορασμένους στα πρατήρια, τρώει στους σταθμούς εξυπηρέτησης αυτοκινητιστών, ξαποσταίνει σε εγκαταλειμμένες στάσεις λεωφορείου και σε μισοσκότεινες εκκλησίες, διανυκτερεύει σε όποια κλειστά σπίτια μπορεί να εισβάλει, σε πατάρια, σε στάβλους και αχυρώνες, σε πλυσταριά και τροχόσπιτα. Δεν χάνει το χιούμορ του – σ’ ένα σπίτι που μπαίνει για να ζεσταθεί, συμπληρώνει το μισολυμένο σταυρόλεξο για να φανταστεί τον αιφνιδιασμό του ιδιοκτήτη. Κάποτε η φαντασία του οργιάζει – ήταν εδώ ρωμαϊκές οδοί, κέλτικοι προμαχώνες;

Για ποιο λόγο δεν επισπεύδει την άφιξή του στο Παρίσι με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο; Νομίζω πως η ίδια του η επιλογή δίνει τις απαντήσεις: επειδή μόνο η εκ φύσεως αργή πεζοπορία μπορεί να αποκτήσει χαρακτήρα τελετουργικό και να ταυτιστεί με προσκύνημα. Δεν γνωρίζω ποιες δυνάμεις επικαλείται αυτή η ευλαβική διαδρομή στο περιβάλλον· μπορεί την φύση, τον χρόνο, την μοίρα, την αναγκαιότητα, την δικαιοσύνη, μια κοσμική παράκληση – επίκληση για μια παράταση ζωής.

Θα περίμενε κανείς τον εξωραϊσμό αυτής της περιπλάνησης, την εξύμνηση των τοπίων· πολύ περισσότερο, μια ποιητική πρόζα στο είδος των λυρικών ταξιδιωτικών αφηγητών· όμως όχι, ο Χέρτσογκ προτιμά την ωμή ειλικρίνεια μαζί με την απομυθοποίηση της ίδιας της ηρωικής διαδικασίας. Τα τοπία παρουσιάζονται ακριβώς όπως είναι, «άχαρα και θλιβερά», μοναχικά, λιτά, ανιαρά και την ίδια στιγμή απρόβλεπτα. Είναι οι απέραντοι χώροι που πάντα πρόσεχε ο σύγχρονος Γερμανικός κινηματογράφος, και δεν αναφέρομαι μόνο στον Βέρντερς ή τον ίδιο τον Χέρτσογκ. Τα παπούτσια τον χτυπάνε (σύντομα τα τακούνια από τις αρβύλες του φαγώνονται πλήρως), η δίψα είναι αφόρητη, όλα είναι κρύα, έρημα και εγκαταλειμμένα, οι άνθρωποι ανέκφραστοι. Μια ματιά στα πρόσωπα των οδηγών φτάνει, για να καταλάβουμε πόσο έχουμε ταυτιστεί με τα αυτοκίνητα που οδηγούμε.

Ακόμα κι όταν φιλοξενείται από ζεστούς ανθρώπους, είναι πολύ κουρασμένος για να περάσει πολλή ώρα μαζί τους. Κάποτε χάνεται και αφήνει το ένστικτο να τον οδηγήσει, άλλοτε φεύγει εντελώς από τους δρόμους και ακολουθεί την κοίτη του Σηκουάνα. Νοιώθει αμήχανα στα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών, στα χωριά υποκρίνεται τον χωριάτη για να τα αποφύγει τις ερωτήσεις. Ο χειμώνας δυναμώνει, η πορεία με τον άνεμο να τον χτυπάει κατά πρόσωπο γίνεται επίπονη. Κάποια στιγμή σκέφτεται να συνεχίσει στο Παρίσι οδικώς. Ποιο είναι το νόημα αυτής της ταλαιπωρίας, αναρωτιέται· μα ύστερα σκέφτεται: να έχω φτάσει τόσο μακριά με τα πόδια και να εγκαταλείψω πριν το τέλος; / Θα αφήσω τη θύελλα να με στροβιλίσει γύρω από το βενζινάδικο μέχρι να βγάλω φτερά.

Φυσικά η ποίηση εισχωρεί σαν τον ήλιο μέσα από τα σύννεφα, με την μορφή σκόρπιων φράσεων που προδίδουν τον κινηματογραφιστή. Δυο κορίτσια με τροχοπέδιλα κόβουν κύκλους σε μια τσιμεντένια αυλή, μια αμαξοστοιχία δεν θα ταξιδέψει ποτέ ξανά, στην ερημιά ένας ξύλινος εσταυρωμένος κι ένα παγκάκι περιμένουν τους ανύπαρκτους διαβάτες, φορτηγά τον προσπερνούν κάτω από τη θλιβερή βροχή, μια μεσόκοπη γυναίκα του μιλάει για όλα της τα παιδιά και συντομεύει τις ζωές τους για να μην αφήσει κανένα αμνημόνευτο. Στην αγορά ένα αγόρι με δεκανίκια ήταν ακουμπισμένο με την πλάτη στον τοίχο ενός σπιτιού. Μόλις το αντίκρισα τα πόδια αρνήθηκαν να κάνουν έστω κι ένα βήμα παραπάνω. Δε χρειάστηκε παρά να ανταλλάξουμε ένα φευγαλέο βλέμμα για να επιβεβαιώσουμε τον βαθμό συγγένειάς μας. [σ. 127]

Την σκέψη του δεν απορροφά μόνο η περιπλάνηση. Άλλωστε το γράφει ο ίδιος: Χιλιάδες σκέψεις περνούν από το κεφάλι σου όταν βαδίζεις. Κι είναι σκέψεις διάστικτες από μνήμες. Όταν το σώμα του φτάνει στα όρια, θυμάται που κολύμπησε από την Αυστραλία στη Νέα Ζηλανδία, πενήντα μίλια, μαζί με πρόσφυγες, κρατώντας μόνο μπάλες ποδοσφαίρου για σωσίβια. Σε όλη την διαδρομή διατηρεί ένα πείσμα κατά του θανάτου – το περπάτημά του δεν καθυστερεί αλλά και αναβάλλει οριστικά τον θάνατό της αγαπημένης του Λόττε. Η πορεία του, «ένα εκατομμύριο βήματα εξέγερσης ενάντια στον θάνατο». Σα να επιμένει πως η ζωή είναι μια συνεχής πορεία που όσο την διασχίζουμε τόσο παρατείνουμε την άφιξη στον τερματισμό.

Στο τέλος, αντί επιλόγου, περιλαμβάνεται το εγκώμιό του στην Άισνερ, με την ευκαιρία της απονομής του Βραβείου Χέλμουτ Κόυτνερ· εδώ ο Χέρτσογκ θυμίζει την ιστορία της, την σωτηρία της από την βαρβαρότητα του Τρίτου Ράιχ, την διαφυγή της στην Γαλλία όπου έζησε με ψεύτικο όνομα, το βιβλίο της για τον γερμανικό εξπρεσιονισμό στον κινηματογράφο (Η Δαιμονική Οθόνη), την διάσωση, σε συνεργασία με τον Ανρί Λανγκλουά, χιλιάδων ταινιών του βωβού κινηματογράφου, που ειδάλλως θα είχαν χαθεί για πάντα.

Μόνο αν ήμουν στον κινηματογράφο θα μπορούσα να πιστέψω ότι όλα αυτά είναι αλήθεια. [σ. 12]

Πλήρης τίτλος: Οδοιπορία στον πάγο. Μόναχο – Παρίσι, 23 Νοεμβρίου – 14 Δεκεμβρίου 1974. Εκδ. Alloglotta, 2019, μτφ. Γιάννης Καλιφατίδης, 176 σελ., με δεκαπεντασέλιδες σημειώσεις της επιμελήτριας Ελένης Γιαννάτου [Werner Herzog, Vom Gehen im Eis. Muncehn – Paris, 23.11 bis 14.12.1974, εκδ. 1978]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Φανζίν Lung, τεύχος 4 (Οκτώβριος  2019).

Στις εικόνες: Klaus Kinski ως Fitzccaraldo (1982) / Werner Herzog / πλάνο από την ταινία του Stroszek  (1977) / πλάνο από την ταινία του Wim Wenders Kings of the road (1976) /o σκηνοθέτης στα γυρίσματα του Fitzccaraldo / πλάνο από την προαναφερθείσα ταινία του Wenders / ο Herzog με την Lotte Eisner.