Οι ξυπόλητες των δίσκων, 4

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 10 (Οκτώβριος 2019), εδώ

ΙX. Οι ξυπόλητες των δίσκων, 4

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες στα εξώφυλλα των δίσκων και μυείται στα μυστικά τους.

Όλα εκείνα τα εξώφυλλα δίσκων γίνονταν παράθυρα στον κόσμο, όπως ήταν ο τίτλος ενός δίσκου της Dionne Warwick, στο εξώφυλλο του οποίου ακουμπά σ’ ένα τοίχο του δρόμου, με πολύχρωμο φόρεμα και ξυπόλητη, σα να περιμένει κάποιον. Θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε, αλλά τα λιγνά αφρικανικά γλυπτά που πλαισιώνουν ως κολλάζ την φωτογραφία της μνημονεύουν μια μακρινή καταγωγή (The windows of the world, 1967). Έχουν λοιπόν και τις χαρούμενες πλευρές τα μαύρα πόδια των δίσκων; Στην άλλη, οργιαστική πλευρά του φανκ, η Τσάκα Καν στο οπισθόφυλλο του δίσκου Rufus featuring Chaka Khan, Rufusized (1974) μας δείχνει ξεκαρδισμένη το πέλμα της κι ένα χρόνο μετά, στο εξώφυλλο της κυκλοφορίας με το όνομά τους, τα υπέροχα προφίλ τους. Εδώ αχνίζουν ιδρωμένα σώματα σε ακατάπαυστο ρυθμό· εδώ δεν ισχύουν οι κοσμιότητες των ευπρεπών λευκών κοριτσιών. Άλλωστε δεν μπορείς να πολεμάς όταν χορεύεις, τραγουδούσε η Marcia Barrett των Boney M, στην πλέον αποκλειστική σύνδεση χορού και ειρήνης:  στο εξώφυλλο του You can’t fight while you’re dancing οι μπότες της πατούν πεταμένα όπλα, ενώ λίγο νωρίτερα με γλυκοκοίταζε ξυπόλητη στο Far away from lonely (2013 και 2011 αντίστοιχα).

Δεκάδες καλλιτέχνες κατάφεραν να φτάσουν σ’ ό,τι θεωρούσαν κορυφή επειδή πείσμωναν και θεωρούσαν πως κανένα βουνό δεν είναι αρκετά ψηλό για την επιθυμία τους. Η Diana Ross στον μικρό δίσκο όπου διασκευάζει το Ain’t no mountain high enough (1970) μοιάζει με ξυπόλητο αγρίμι, έτσι κοκαλιάρα με το σορτσάκι και τα κοντά της μαλλιά, ενώ στο Everything is everything της ίδιας χρονιάς έχει γυρίσει κομψά τα μαλλιά της, παραμένει ξυπόλητη κι ας κρύβει τα διπλωμένα της πόδια με τα χέρια της, ενώ παντού γύρω της στραφταλίζουν τα αστέρια της επερχόμενης σκηνής. Ήρεμη κι επιτυχημένη το 1995, βγαίνει σε παλιό εξώστη με λευκό φόρεμα, ξέπλεκα μαλλιά, ξυπόλητη (Take me higher). Ανυπόδητη σε τρία οδόσημα του δρόμου προς την κορυφή: όταν βγαίνει στον πεντάγραμμο κόσμο, όταν αστράφτει κι όταν δρέπει τις δάφνες της. Ή απλά, θα σχολίαζε ένας δύσπιστος αμφίθυμος, τρία κλισέ των φωτογραφικών κασέ.

Έβλεπα την Μόκα και την μητέρα της: αφήνονταν σ’ ένα τρεμούλιασμα που θαρρείς δεν συνέβαινε σκόπιμα αλλά αυτόματα, και μόνο με την δόνηση των ήχων. Κάτι αντιλαμβάνονταν αυτά τα κορμιά, που δεν έπιαναν οι άμεσες αισθήσεις. Ένα μεσημέρι, κι ενώ οι μπαχαρικές οσμές απ’ την ανήλιαγη κουζίνα διαχέονταν παντού, ο χορός τους έμοιαζε ατέλειωτος, σα να περίμενε τα χαμόγελά τους να σβήσουν αλλά εκείνα παρέμεναν φωτεινά, σαν τα ολόλευκα δόντια τους. Είχα την αίσθηση πως εκείνοι οι άνθρωποι βίωναν αλλιώς την μουσική. Το σώμα έμοιαζε μ’ ένα πρόσθετο, εντελώς σιωπηλό μουσικό όργανο, που συμμετείχε ισότιμα στο ομαδικό οργίασμα των οργάνων. Το είδα ανάγλυφα στο εξώφυλλο του Big fun του Miles Davis (1974): μια κοπέλα ζωγραφισμένη προφίλ, στέκει ολόγυμνη ακριβώς μπροστά στο άνοιγμα της τρομπέτας που την καλύπτει ολόκληρη και, αν γυρίσουμε στο οπισθόφυλλο, βλέπουμε πως φυσά εξίσου καλοσχεδιασμένος ο αστρικός τζαζ μουσικός. Η καλοσχεδιασμένη γυναίκα μού το μαρτυρούσε: αυτή η μουσική απορροφάται από κάθε πόρο του σώματος, αρκεί να έρθεις κοντά της.

Η Μόκα σύντομα με εμπιστεύτηκε τόσο πολύ ώστε να μου δείξει ένα μεγάλο λογιστικό τετράδιο όπου έκοβε και κολλούσε δεκάδες φωτογραφίες με ανθρώπους από την ήπειρό της, που μάλλον θεωρούσε ενιαία πατρίδα της. Και τι δεν είχε: εξώφυλλα δίσκων μαύρης μουσικής από τις σχετικές στήλες των περιοδικών, εικόνες από περιοδικά που ζητούσε από το κομμωτήριο και τουριστικά φυλλάδια που έδειχναν οποιαδήποτε όψη της Αφρικής. Έβλεπα στέπες και σαβάνες, φυλές με τοπικές ενδυμασίες σε κάτι εκστατικές γιορτές (εκεί δεν φορούσαν ποτέ παπούτσια – η χαρά των ομοιοπαθών μου!) ή γυναίκες και παιδιά που πόζαραν στους σκονισμένους δρόμους των πόλεων, με ρούχα σε κάθε δυνατή απόχρωση που γνώριζα από ένα χρωματολόγιo αλιευμένο από το υφασματάδικο δίπλα στο σπίτι. Είχε και μερικές εμβληματικές μορφές που απ’ όσο καταλάβαινα θεωρούσε σημαντικές και τις έπαιρνε παντού στη νέα της ζωή.

Μια μαυρόασπρη φωτογραφία με αναστάτωσε για τα καλά. Δυο μαύροι άντρες είχαν στη μέση μια λευκή γυναίκα και περπατούσαν με σφιχτά χέρια σε μια πορεία. Εκείνη ήταν όμορφη και ξυπόλητη. Μου εξήγησε: ο από δω είναι ένας φοβερός συγγραφέας, ο James Baldwin· ο από κει είναι αρχηγός των κινημάτων για τα ανθρώπινα δικαιώματα των μαύρων, ο James Forman· και στη μέση, μια σούπερ τραγουδίστρια, η Joan Baez. Συμμετείχαν στην μεγάλη πορεία του 1965 από την Selma της Αλαμπάμα προς την πρωτεύουσα Montgomery, με αίτημα την κατοχύρωση πολιτικών δικαιωμάτων στους αφροαμερικανούς. Περπατούσαν για πέντε μέρες, από τις 21 ως τις 25 Μαρτίου, ενώ τις νύχτες κατασκήνωναν στις αυλές όσων τους υποστήριζαν και τους προσκαλούσαν. Μου μίλησε για τον Martin Luther King που «οδηγούσε» την πορεία, για το γεγονός ότι εκείνη η μαζική διαδήλωση πέτυχε τον σκοπό της. Δεν θυμάμαι πόση ώρα έμεινα αποσβολωμένος να κοιτάζω την ξυπόλητη κοπέλα στην διπλά θαρραλέα της πράξη – είχε τολμήσει κάτι που ελάχιστοι λευκοί εκείνη την εποχή θα έκαναν δημόσια. Οι αγωνίστριες δεν αμφισβητούσαν μόνο τους άδικους νόμους της πολιτικής αλλά και της υπόδησης! Ποια ήταν αυτή η γυναίκα και ποιους αγαπούσε; Πώς έφτανε κανείς σε τέτοιες γυναίκες;

Πίσω στο μικρό μου δωμάτιο πέντε ορόφους ψηλότερα περίμενα να έρθει το βράδυ για να ξαπλώσω πλάι στο ραδιόφωνο. Εκείνες οι νύκτιες ακροάσεις αποτελούσαν τα πρώτα αστραπιαία ταξίδια στον μακρινό κόσμο. Έβαζα την συσκευή ακριβώς κάτω από το αυτί μου και ψηλαφούσα τους δυο ασημένιους κυκλικούς διακόπτες με τις λεπτές οδοντωτές απολήξεις. Οι κύλινδροι της έντασης και των ραδιοσταθμών γίνονταν ρόδες που κυλούσαν το δωμάτιο σαν τροχόσπιτο όπως το οδηγούσαν εναλλάξ οι διάφοροι τραγουδιστές. Το ασημένιο ηχείο, διάστικτο με σχεδόν αδιόρατες τρυπούλες, ήταν σκληρό για μαξιλάρι, αλλά απαραίτητο ως δοκιμασία ενός μαθητευόμενου της περιπλάνησης.

Αν το πρώτο πολεοδομικό συγκρότημα που με διασταύρωνε με τις γυναίκες ήταν  οι δρόμοι της γειτονιάς και τα κτίσματά της – σπίτια, σχολεία, καταστήματα –, οι ραδιοφωνικές οδοί ήταν τα εξώτερα προάστια, τα απόμακρα περίχωρα, οι νέες χώρες. Από εκεί μού τραγουδούσαν οι γυναίκες των ηχείων: ντιζέζ των σκοτεινών κέντρων, μπλε μπλουζίστριες που πονούσαν μπροστά στο καπνισμένο τους κοινό, άγριες πάνκισσες με αξιοθαύμαστη θρασύτητα, δροσερά κορίτσια κάθε νέου κύματος, μαγεμένες των ηλεκτρονικών πλήκτρων, ντισκοτέκνα που ιδρωκοπούσαν στις πίστες, μιγάδες που λίκνιζαν με μπολερό τους απεγνωσμένους του έρωτα, ρετρό κορίτσια με αγκαλιαστά αγαπησιάρικα του πενήντα, λατινοαμερικάνες με τις αέρινες κιθάρες, ακόμα κι εκείνες που φωνογραφούσαν τις χαρμολύπες τους σε όπερες και οπερέτες, μέχρι και οι εκφωνήτριες των ειδήσεων στις ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες με τις γοητευτικά παράξενες γλώσσες… σ’ όλες προσπαθούσα να μαντέψω το πρόσωπό τους, να φανταστώ το σώμα τους, και πάνω απ’ όλα αναρωτιόμουν πώς να είναι τα πόδια αυτών των γυναικών και τι ρόλο να έχουν γράψει στην ζωή τους.

Ένα βράδυ κάποια φωνή μίλησε για τους Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι, δυο Ιταλούς αναρχικούς, λέει, μετανάστες, που καταδικάστηκαν σε θάνατο μόνο με ενδείξεις συμμετοχής σε μια δολοφονική ληστεία ενώ φώναζαν την αθωότητά τους. Η είδηση της εκτέλεσης έβγαλε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους των έξι ηπείρων. Κι ύστερα δυο αναπάντεχες λέξεις: Τζόαν Μπαέζ. Κράτησα την αναπνοή μου, να ακούσω την ξυπόλητη της διαδήλωσης! Το τραγούδι της έφτανε από το βάθος, με πλήκτρα βηματιστά, μέχρι την ξεσπαστική φωνή που ξεχύθηκε από το μαύρο πλαστικό κουτί, με μια υποψία πολυφωνίας πίσω της, σα να την ακολουθούσαν δεκάδες άλλες. Here’s to you, Nicola and Bart, Rest forever here in our hearts, The last and final moment is yours, That agony is your triumph. Μόνο τέσσερις στίχοι σε μια συνεχή επανάληψη, αγκαλιά με μια μελωδία εξίσου απαράλλαχτη αλλά ανεβατή προς μια αδιόρατη ευφορία.

Οι στίχοι εμπνέονταν από φράσεις αποδιδόμενες στον ίδιο τον Βαντσέτι, όπως τις είχε μεταφέρει ένας δημοσιογράφος που συνομίλησε μαζί του τρεις μήνες πριν εκτελεστεί, το 1927: Αν δεν έπαιρνε εκείνο τον δρόμο, θα μιλούσε άσκοπα στις γωνιές των άλλων δρόμων με αδιάφορους άντρες. Ποτέ δεν φανταζόταν ότι θα έφτανε τόσο μακριά αγωνιζόμενος για δικαιοσύνη, ανοχή και κατανόηση, ως την τελευταία τους στιγμή που τους ανήκε, ολοκληρωτικά. Σ’ εσάς λοιπόν Νικόλα και Μπαρτ – ένα καλλίφωνο κορίτσι χωρίς θλίψη, χωρίς θρήνο, έκανε μια πρόποση σαν επίκληση σε δυο μορφές που προτίμησαν ν’ αφήσουν το σπίτι τους για αμέτρητα άλλα και μόλις έμπαιναν και στο δικό μου.

Αναστατωμένος από τα ραδιούχα καλέσματα έχασα τον ύπνο μου: ήμουν άραγε ο μόνος που αισθανόταν την παράδοση μιας σκυτάλης; Η Ιστορία κατέφτανε τραγουδισμένη κι έκανε το μικρό μου κουβούκλιο εργαστήρι μελλοντικών σχεδίων –  έξω απ’ το παράθυρο άνοιγε κάθε φορά κι από λίγο η σκηνή του αγωνιζόμενου κόσμου. Θα περίμενα το χρονόσημο της ενηλικίωσης και θα πήγαινα να συναντήσω τους συμμάχους που θα γνώριζα χάρη σ’ εκείνο το ραδιοφωνάκι. Κι η πρώτη από αυτούς βρισκόταν έξι ορόφους πιο κάτω.

Αναζήτησα μανιωδώς δίσκους και φωτογραφίες της για να σχεδιάσω τις περαιτέρω κινήσεις μας. Στο εξώφυλλο του μικρού της δίσκου που είχε το We shall overcome, στα γυμνά της πόδια ταίριαζε ένα αισιόδοξο χαμόγελο. Το είχε τραγουδήσει στις 28 Αυγούστου του 1963 στην «Πορεία στην Ουάσινγκτον για δουλειά και ελευθερία» στην οποία ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ άρχισε την ομιλία του με την φράση Έχω ένα όνειρο… κι αργότερα στη διάρκεια των διαδηλώσεων του Κινήματος ελευθερίας του λόγου στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ στην Καλιφόρνια (1964–1965). Το ίδιο ξυπόλητη ή με ανοιχτά σανδάλια την βρήκα και στα εξώφυλλα άλλων δίσκων, μικρών και μεγάλων, σε φωτογραφίες πάνω στη σκηνή και τα παρασκήνια (όπως στο Newport Folk Festival του 1967 που περιμένει με συνεσταλμένη ανυπομονησία, μαζί με την Joni Mitchell και τον Leonard Cohen), ή παίζοντας μουσική με τον εραστή αγαπημένο της Bob Dylan – Οι σφοδροί έρωτες ζευγαρώνουν με τους σφοδρούς αγώνες; Κρατούν ζεστά τα ενθουσιώδη τους οράματα στις ερωτικές αγκάλες; Δεν είχε σημασία που οι χθόνιοι ύμνοι της δεν είχαν ανεβασμένες ταχύτητες ή αναμμένες ηλεκτρικές μηχανές· τα άνω δάχτυλά της έπαιζαν την κιθάρα σα να μάζευε βαμβάκι, όπως είχε περιγράψει κάποιος, και τα κάτω, ήμουν βέβαιος, έλεγαν πολλά.

Δεν ήταν μόνο η απλή, σχεδόν αγροτική ομορφιά· ήταν και τα ριχτά μαλλιά, τα φορέματα και τα πέδιλα, που παραμέριζαν τους κανόνες των εξεζητημένων, αλλιώτικων εμφανίσεων των ροκ καλλιτεχνών. Μήπως μια παράπλευρη όψη της επανάστασης ήταν η επανάσταση της όψης; Να είσαι όπως είσαι χωρίς κανένα άγχος εντυπωσιασμού; Η αντισυμβατικότητά της περπατούσε με σανδάλια κι όταν τα έβγαζε ήταν σα να ήθελε να φτιάξει τον κόσμο από την αρχή και να μπει με αγνά πόδια. Μπορεί και να έλεγε πως όσο και να λερωθεί ή να πληγωθεί ήταν έτοιμη μέχρι να φτάσει ως το τέλος. Ήταν η πρώτη ένδειξη πως τα γυμνά πόδια φέρουν κάτι δημόσιο και επαναστατικό. Αργότερα, σ’ ένα ξένο περιοδικό που ξεφύλλιζα στον προθάλαμο ενός ιατρείου, είχα και το ευτυχές συναπάντημα με το πέλμα της, έτσι όπως είχε αλυσοδέσει τα πόδια της στο λόμπι ενός Θεάτρου στο Ντένβερ πριν από τρεις συναυλίες της το 1974, για να δείξει πώς φυλακίζονταν σε κλουβιά οι πολιτικοί κρατούμενοι στο Βιετνάμ.

Περίμενα εναγωνίως το επόμενο απόγευμα για να διηγηθώ στην Μόκα την συναρπαστική ιστορία των δυο φίλων και το αφιερωμένο τραγούδι της Μπαέζ. Ενθουσιάστηκε· είχαμε ανακαλύψει την διαμαρτυρία μέσα σ’ ένα τραγούδι ωραίο και ξεσηκωτικό. Κοιτούσαμε την φωτογραφία της και δεν μας χωρούσε ο τόπος. Η σκυτάλη ήταν στα χέρια μας· τι θα κάναμε; μήπως την δική μας πορεία; Είχαμε τόσα να απαιτήσουμε: κάτω στα μέρη της η πολιτική αθλιότητα ζούσε και βασίλευε, αλλά και στα δικά μας το αίτημα για δικαιοσύνη ήταν πάντα ζεστό, και στο σχολείο και παντού. Κι ύστερα οι δικοί μας δεν μας αφήνουν να βγαίνουμε μόνοι μας βόλτα ούτε για μισή ώρα. Εσύ θα είσαι η τραγουδίστρια κι εγώ ο συγγραφέας. Ενθουσιάστηκα και μόνο με την ιδία πως θα περπατούσε ξυπόλητη δίπλα μου, γενναία και διεκδικητική.

Δώσαμε ραντεβού στο υπόγειο, έξω απ’ το δωμάτιο του καυστήρα. Παρά την διάχυτη μυρωδιά του πετρελαίου ένοιωθα πως την περιμένω σε μυρωμένα λιβάδια. Κόψαμε δυο μεγάλα λευκά φύλλα από το μπλοκ ιχνογραφίας και γράψαμε με μαρκαδόρους τα συνθήματα. Έκρυψε τα παντοφλάκια της σε μια γωνιά και βγήκαμε στο δρόμο. Περπατούσαμε αργά και τελετουργικά – τα μελαμψά της πόδια ακτινοβολούσαν στα λευκά πεζοδρόμια. Κάθε τόσο κοιταζόμασταν και χαμογελούσαμε – ένοιωθα πως μεγαλώνω στα μάτια της. Συμφωνήσαμε να μην φωνάζουμε, «άλλωστε θα μας κατάπινε ο θόρυβος της Πατησίων». Ντρεπόμασταν τα έκπληκτα βλέμματα των περαστικών αλλά ήταν κι αυτό μέσα στις δοκιμασίες των επαναστατών.

Αλλά αγνοήσαμε την πιθανότητα των ανεπιθύμητων συναντήσεων. Οι δικοί μου δεν κατέβαιναν ποτέ τα απογεύματα στο κέντρο, όμως πολλοί συμπατριώτες της και οικογενειακοί φίλοι έπαιρναν το λεωφορείο από την πλατεία Αμερικής. Μόλις φτάναμε στην στάση δυο τέτοιες γυναίκες την φώναξαν έκπληκτες. Άρχισαν να διαπραγματεύονται σε μια άγνωστή μου γλώσσα, η μια έδειξε και προς τα πόδια της· προφανώς συμφώνησαν να επιστρέψουμε μαζί τους στο σπίτι, ενώ εμείς κρυφογελούσαμε για να μην παραδεχτούμε την ήττα μας. Άραγε γλίτωσε την τιμωρία; Δεν το συζητήσαμε ποτέ, απλά υποσχεθήκαμε πως θα το κάνουμε πιο οργανωμένα κάποια άλλη φορά. Βιάστηκα να εξαφανίσω το ενοχοποιητικό πλακάτ και δεν έχω καμία φωτογραφία μας να αποδεικνύει την τόλμη εκείνου του απογεύματος. Όμως είμαι βέβαιος πως περπάτησα δίπλα στην ξυπόλητη Μόκα και το αγάπησα διπλά εκείνο το διαμαρτυριάρικο κορίτσι, που μου μετέδωσε μια για πάντα το μικρόβιο του αγωνιστή. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

[To ήξερα πως θα ξεκαρδιζόσουν, Joan]

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Fernando Pessoa – Βιβλίο της ανησυχίας

«Η ζωή είναι ό,τι την κάνουμε»

Είμαι σ’ ένα τραμ και παρατηρώ αργά, κατά τη συνήθειά μου, όλες τις λεπτομέρειες των ατόμων που βρίσκονται μπροστά μου. Για μένα οι λεπτομέρειες είναι πράγματα, φωνές, γράμματα. Στο φόρεμα του κοριτσιού που βρίσκεται μπροστά μου αποσυνθέτω το φόρεμα στο ύφασμα από το οποίο αποτελείται, στην εργασία που χρειάστηκε για να φτιαχτεί … βλέπω τα διάφορα τμήματα των βιοτεχνιών, τα μηχανήματα, τους εργάτες, τις μοδίστρες, τα μάτια μου στραμμένα προς τα μέσα διεισδύουν στα γραφεία, βλέπω τους διευθυντές να αναζητούν λίγη ηρεμία, παρακολουθώ, στα βιβλία, την λογιστική των πάντων· αλλά δεν είναι μόνο αυτό: βλέπω, πιο πέρα, τις οικιακές ζωές αυτών που ζουν την κοινωνική τους ζωή σ’ αυτές τις φάμπρικες και σ’ αυτά τα γραφεία… Όλος ο κόσμος κείται μπρος στα μάτια μου, μόνο και μόνο γιατί έχω μπροστά μου κάτω από έναν μελαχρινό λαιμό…ένα στρίφωμα ακανόνιστα κανονικό σε χρώμα σκούρο πράσινο πάνω σε ένα πιο ανοιχτό πράσινο του φορέματος (Β΄, αρ. 298, σ. 50-51).

Με τέτοιες αλλεπάλληλες σκέψεις, φαντασιακές προβολές, ατέλειωτες συλλογιστικές και εσωτερικές διαδρομές πώς θα μπορούσε κανείς να μην ζει την πεζή καθημερινότητα ως ένα διαρκές, συναρπαστικό ταξίδι; Στο Βιβλίο της ανησυχίας ο Φερνάντο Πεσσόα παραθέτει ακριβώς την τόσο πλούσια εσωτερική του ζωή, δίνοντας τον λόγο και την υπόσταση ενός μυθιστορηματικού προσώπου στον αποκαλούμενο ημιετερώνυμό του Μπερνάρντο Σοάρες. Πρόκειται για έναν βοηθό λογιστή σ’ έναν εμπορικό οίκο στη Ρούα ντος Ντοραδόρες, στο ιστορικό και εμπορικό κέντρο της πορτογαλικής πρωτεύουσας, την Μπάισα,που όταν δεν εκτελεί τις λογιστικές του πράξεις γράφει το ημερολόγιό του, την έκδοση του οποίου θα εμπιστευτεί στον Φερνάντο Πεσσόα.

Πρόκειται πράγματι για ημερολόγιο; Εδώ καταγράφονται στοχασμοί, φιλοσοφικές αποστροφές, καθημερινές σκέψεις και εμπειρίες, εσωτερικά ταξίδια, εκ βαθέων εξομολογήσεις, αφορισμοί, απροκάλυπτες διαπιστώσεις για τους ανθρώπους, ψυχολογικές και ψυχογραφικές αναλύσεις και όνειρα. Και ο ημερολογιογράφος συνομιλεί με τον Ρεμπώ, τον Ρίλκε και τον Μισώ και αναφέρεται στον Όμηρο, στον Βιργίλιο, στον Χάινε, στον Ρουσσώ, στον Σατωβριάνδο, στον Ελβετό συγγραφέα και φιλόσοφο Αμιέλ, γνωστό για το περίφημο ημερολόγιό το οποίο περιλαμβάνει 17.000 σελίδες, και σε πλείστους άλλους. Μήπως πρόκειται για μια αυτοβιογραφία χωρίς γεγονότα, κατά παραδοχή του ίδιου του συγγραφέα (Αφηγούμαι την αυτοβιογραφία μου χωρίς γεγονότα, την ιστορία μου χωρίς ζωή, τ. Α΄, αρ. 12, σελ. 62) ή για ένα βιβλίο εν δυνάμει ή για ένα αντι-βιβλίο, όπως γράφει ο μελετητής του Ρίτσαρντ Ζένιθ, τον οποίο παραθέτει η μεταφράστρια στην εισαγωγή της;

Γραμμένο μεταξύ 1913 και 1935, αδημοσίευτο στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του, το έργο εκδίδεται σε δύο τόμους με 481 αριθμημένα αποσπάσματα, με ένα χωριστό κεφάλαιο για τα μεγαλύτερα κείμενα και ένα παράρτημα. Τι περιλαμβάνει ειδικότερα το Βιβλίο της ανησυχίας; Διαβάζουμε συνεχώς γι’ αυτό αλλά όχι για το ακριβές περιεχόμενό του. Πιστοί στην ενδελεχή ανάγνωση των βιβλίων που παρουσιάζουμε, ας απολαύσουμε ένα μικρό μέρος από τις εξαίσιες αποστροφές του μείζονος αυτού έργου της σύγχρονης λογοτεχνίας.

Πρώτα απ’ όλα, ολόκληρο το κείμενο διαπνέεται από μια πλήρη και αποκλειστική κατάφαση των αισθήσεων: … εκτιμώντας ότι δεν μας δόθηκε, ως βέβαιη, καμιά άλλη πραγματικότητα πέραν αυτής των αισθήσεών μας, σ’ αυτές ζητήσαμε καταφύγιο, εξερευνώντας τες σαν να επρόκειτο για αχανείς άγνωστες χώρες. Και αν αφοσιωθήκαμε με συνέπεια, όχι μόνο στον αισθητικό στοχασμό αλλά και στην έκφραση των τρόπων και των αποτελεσμάτων του, είναι γιατί η πρόζα ή η ποίηση που γράφουμε, απαλλαγμένες από την επιθυμία να πείσουν το πνεύμα ενός τρίτου ή να επηρεάσουν τη βούλησή του, είναι απλώς σαν κάποιος που διαβάζει δυνατά για να δώσει πλήρη αντικειμενικότητα στην υποκειμενική απόλαυση της ανάγνωσης (Α΄, αρ. 1, σ. 47).

Καθώς η υποκειμενικότητα κυριαρχεί, η εξωτερική «πραγματικότητα» διαστέλλεται: Χαμηλώνω καινούργια μάτια πάνω στις δυο λευκές σελίδες, στις οποίες οι επιμελείς μου αριθμοί κατέγραψαν τον ισολογισμό της εταιρείας. Και μ’ ένα χαμόγελο που το κρατάω για μένα, θυμάμαι ότι η ζωή που περιέχει αυτές τις σελίδες με ονόματα υφασμάτων και λεφτά, με τα άγραφα διαστήματα και τις γραμμές τις τραβηγμένες με τον χάρακα και την καλλιγραφία, περιλαμβάνει επίσης του μεγάλους θαλασσοπόρους, τους μεγάλους αγίους, τους ποιητές όλων των εποχών, όλους αυτούς τους χωρίς λογιστική, το απέραντο πλήθος που δεν ανήκει σ’ αυτούς που κάνουν την αξία του κόσμου (Α΄, αρ. 5, σελ. 53)

Εδώ η περίφημη αντιπαραβολή σκέψης και της δράσης βρίσκει την έκφρασή της· σταχυολογώ από το σχετικό υπ’ αρ. 303 εκτενές κομμάτι: Ο κόσμος ανήκει σε όσους δεν αισθάνονται. Η βασική προϋπόθεση για να είναι κανείς πρακτικός άνθρωπος είναι η απουσία ευαισθησίας. Υπάρχουν δυο πράγματα που εμποδίζουν την δράση – η ευαισθησία και η αναλυτική σκέψη. Όποιος νοιώθει συμπάθεια σταματά. Τι θα γινόταν ο στρατηλάτης αν σκεφτόταν ότι κάθε κίνηση του παιχνιδιού κάνει να σκοτεινιάσουν χίλια σπιτικά και να υποφέρουν τρεις χιλιάδες καρδιές; Τι θα γινόταν ο κόσμος αν ήμασταν ανθρώπινοι; Αν ο άνθρωπος αισθανόταν πραγματικά, δεν θα υπήρχε πολιτισμός. Η τέχνη χρησιμοποιεί ως διαφυγή για την ευαισθησία που η δράση αναγκάστηκε να ξεχάσει.

Ο Πεσσόα γράφει με έναν απροκάλυπτο πραγματισμό· ενδεικτικά: Θεωρώντας ότι κερδίζω πολύ λίγα, ένας φίλος μέτοχος μου είπε μια μέρα: «Σοάρες, σας εκμεταλλεύονται». Η φράση αυτή μου θύμισε πράγματι αυτό που είμαι, αλλά καθώς στη ζωή όλους μας μάς εκμεταλλεύεται κάποιος, αναρωτιέμαι αν δεν είναι καλύτερα να σε εκμεταλλεύεται ο υφασματέμπορος Βάσκες παρά η ματαιοδοξία, η δόξα, ο θυμός, η ζήλια ή το ανέφικτο. Υπάρχουν αυτοί που εκμεταλλεύεται ο ίδιος ο Θεός, κι είναι οι προφήτες και οι άγιοι στην κενότητα του κόσμου αυτού (Α΄, αρ. 7, σελ. 57).

Η ωμή, ξεκάθαρη ματιά στις αυταπάτες των ανθρώπων συχνά πικρίζει με έναν ιδιαίτερο κυνισμό. Δεν πραγματοποιούμε τίποτα. Η ζωή μας πετάει σαν μια πέτρα, κι εμείς, όντας στον αέρα, λέμε: «Κοιτάτε πως κινούμαι» / Η ανθρωπότητα είναι πάντα η ίδια – ποικίλη, αλλά που δεν επιδέχεται καμιά τελειοποίηση, που ταλαντεύεται αλλά δεν προχωράει. Στον αυτοσαρκασμό του συμπαρασύρει τον καθένα, οποιονδήποτε που πιθανώς θα καταλήξει σε κάποιο πτωχοκομείο, «ανακατεμένος με το κατακάθι αυτών που πίστεψαν ότι ήταν μεγαλοφυΐες και δεν υπήρξαν τίποτα περισσότερο από ζητιάνοι με όνειρα». Αντίθετος με κάθε είδους θρησκεία είναι βέβαιος πως, είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν θεοί, είμαστε σκλάβοι τους.

Την ίδια στιγμή μεταθέτει το φορτίο και πιστώνει στον καθένα αποκλειστικά την ευθύνη της ύπαρξής του: Η μονοτονία των συνηθισμένων ζωών είναι εξ όψεως τρομακτική. Την ώρα αυτή γευματίζω σ’ ένα συνηθισμένο εστιατόριο και κοιτάζω, πέρα από τον πάγκο….Τι ζωές έχουν αυτοί οι άνθρωποι; (…) Ξαναβλέπω με τρομερή κατάπληξη το πανόραμα αυτών των ζωών και ανακαλύπτω, τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να νιώσω φρίκη, θλίψη, εξέγερση γι’ αυτές τις ζωές, ότι όσοι δεν νοιώθουν μήτε φρίκη μήτε θλίψη μήτε εξέγερση είναι ακριβώς αυτοί που θα είχαν κάθε δικαίωμα να νιώσουν έτσι, αυτοί που ζουν αυτές τις ζωές. Πρόκειται για το κύριο λάθος της λογοτεχνικής φαντασίας: να υποθέτουμε πως οι άλλοι είμαστε εμείς και πως πρέπει να αισθάνονται όπως εμείς (Α΄, αρ. 171, σελ. 289).

Ο Μπερνάρντο Σοάρες επανέρχεται συχνά στις πλάνες και τις ψευδαισθήσεις των ανθρώπων, από το πεδίο της καθημερινότητας μέχρι την ίδια την Ιστορία: Η ιστορία αρνείται τις βεβαιότητες. Για μένα είναι το ίδιο, θεοί ή άνθρωποι, στην άπειρη σύγχυση του αβέβαιου πεπρωμένου. Παρελαύνουν μπροστά μου, σ’ αυτόν τον ανώνυμο τέταρτο όροφο, σε μια διαδοχή από όνειρα, και δεν είναι για μένα τίποτα περισσότερο από αυτό που ήταν για όσους πίστεψαν σ’ αυτούς. Φυλαχτά των νέγρων με απλανή και τρομαγμένα μάτια, ζώα-θεοί των άγριων από τις βατώδεις ερημιές, συμβολικές μορφές των Αιγυπτίων, καθαρές ελληνικές θεότητες, βλοσυροί ρωμαϊκοί θεοί, ο Μίθρας κύριος του Ήλιου και της συγκίνησης, ο Ιησούς κύριος της συνέπειας και της φιλευσπλαχνίας, ποικίλες εκδοχές του ίδιου Χριστού, νέοι άγιοι, θεοί καινούριων κωμοπόλεων, όλοι τους παρελαύνουν ο ένας μετά τον άλλον στην πένθιμη πομπή (πανηγύρι ή κηδεία) της πλάνης και της ψευδαίσθησης (Β΄, αρ. 273, σ. 21-22).

Επιλέγει την μοναξιά του παρά την οποιαδήποτε ανθρώπινη επαφή – το να πρέπει να μιλάει με τους ανθρώπους του φέρνει νύστα και «μόνο οι φασματικοί και φανταστικοί φίλοι έχουν αληθινή υπόσταση». Στην ουσία συνδέει την δυνατότητα απομόνωσης με την αληθινή ελευθερία: Ελευθερία είναι η δυνατότητα της απομόνωσης. Είσαι ελεύθερος αν μπορείς να απομακρύνεσαι από τους ανθρώπους, χωρίς να σε υποχρεώνει να τους αναζητάς η ανάγκη του χρήματος, ή η ανάγκη της αγέλης, ή ο έρωτας, ή η δόξα, ή η περιέργεια, που στη σιωπή και τη μοναξιά δεν βρίσκουν τροφή. Αν σου είναι αδύνατο να ζεις μόνος, γεννήθηκες σκλάβος (Β΄, αρ. 283, σ. 33). Φυσικά αποδέχεται την ερωτική μοναξιά μοιράζοντας τις ευθύνες και στις δυο πλευρές (Είμαι από τις ψυχές που οι γυναίκες λένε πως τις αγαπούν, αλλά ποτέ δεν τις αναγνωρίζουν όταν τις συναντούν).

Αυτός ο άνθρωπος καταφεύγει πίσω απ’ το γραφείο του «σαν πίσω από ένα οχυρό ενάντια στη ζωή», έχοντας διαχωρίσει τους τόπους και την λειτουργία τους: αν το γραφείο της Ρούα ντος Ντοραδόρες αντιπροσωπεύει την ζωή, ο δεύτερος όροφος όπου κατοικεί, στον ίδιο δρόμο, αντιπροσωπεύει την τέχνη, που μας παρηγορεί για την ζωή χωρίς να μας παρηγορεί για το ότι ζούμε. Έχει επίγνωση της λειτουργίας της γραφής στην ζωή του: γράφει για να ξεχνάει ότι ζει και δημοσιεύει τον εαυτό του γιατί αυτός είναι ο κανόνας του παιχνιδιού.

Υπάρχει λοιπόν, τουλάχιστον, η Τέχνη και σ’ αυτήν χαρίζει κομμάτια εξαίσιας πρόζας: Η τέχνη μας απελευθερώνει με τις ψευδαισθήσεις της από την αθλιότητα του είναι. Όσο αισθανόμαστε τα δεινά και τις συμφορές του Άμλετ, δεν αισθανόμαστε τις δικές μας… Ο έρωτας, ο ύπνος, τα ναρκωτικά και οι τοξικές ουσίες είναι στοιχειώδεις μορφές της τέχνης, ίσως επειδή παράγουν το ίδιο αποτέλεσμα με αυτήν. Αλλά έρωτας ύπνος και  ναρκωτικά φέρουν το καθένα τη δική του διάψευση. … Αλλά στην τέχνη δεν υπάρχει διάψευση, γιατί η ψευδαίσθηση έγινε αποδεκτή ευθύς εξαρχής (Β΄, αρ. 270, σ. 19).

Ο Σοάρες δια χειρός Πεσσόα και ο Πεσσόα δια χειρός Σοάρες δεν ξεχνούν το παιδί που υπήρξαν, τα παιδιά που υπήρξαν όλοι οι ενήλικες: … διαπιστώνοντας τη φρικαλέα διαφορά μεταξύ της ευφυΐας των παιδιών και της βλακείας των ενηλίκων, πιστεύω ότι στα παιδικά μας χρόνια μας συντροφεύει ένας φύλακας άγγελος, που μας δανείζει την αστρική του ευφυΐα και στη συνέχεια, ίσως με πόνο, αλλά υπακούοντας σε κάποιον ανώτερο νόμο, μας εγκαταλείπει, όπως η μητέρες των ζώων εγκαταλείπουν τα μικρά τους που μεγάλωσαν, στο κτήνος που είναι το πεπρωμένο μας (Β΄, αρ. 452, σ. 249).

Είναι, άλλωστε, η ίδια η παιδική ηλικία κατά την οποία αρνηθήκαμε την πραγματική ζωή: Το παιδί ξέρει ότι η κούκλα δεν είναι αληθινή, αλλά την μεταχειρίζεται σαν αληθινή, σε σημεία που να κλαίει και να λυπάται όταν σπάει. Η τέχνη του παιδιού είναι να αποπραγματοποιεί. Ευλογημένη αυτή η ουτοπική περίοδος της ζωής, όπου αρνούμαστε τη ζωή μην έχοντας φύλο, όπου αρνούμαστε την πραγματικότητα παίζοντας, εκλαμβάνοντας ως αληθινά τα πράγματα που δεν είναι (Β΄, Αναπαράσταση, σ. 286).

Στο τέρμα της απογοήτευσης από την ίδια την φύση της ζωής, το Βιβλίο της ανησυχίας συντάσσει την ίδια την «αισθητική της απογοήτευσης»: Εφόσον δεν μπορούμε να εξαγάγουμε ομορφιά από την ζωή, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να εξαγάγουμε ομορφιά από το ότι δεν μπορούμε να εξαγάγουμε ομορφιά από την ζωή. Ας κάνουμε την αποτυχία μας νίκη, κάτι το θετικό και υψηλό… Αν η ζωή δεν μας έδωσε τίποτα περισσότερο από ένα κελί κατάδικου, ας προσπαθήσουμε να το διακοσμήσουμε, ακόμα και με τις σκιές των ονείρων μας… (Β΄, αρ. 306, σ. 61).

Η ζωή των δυο αντρών, απόλυτα εσωτερική και χωρίς γεγονότα, μπορεί να είναι εξίσου συναρπαστική με τον πλέον περιπετειώδη βίο. Άλλωστε, Η ζωή είναι ό,τι την κάνουμε. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, αλλά αυτό που είμαστε (Β΄, αρ. 451, σ. 247).

Πλήρης τίτλος: Βιβλίο της ανησυχίας. Σύνθεση του Μπερνάρντο Σοάρες, βοηθού λογιστή στην πόλη της Λισαβόνας. Εκδ. Gutenberg 2018, τόμος Α΄, σελ. 421, τόμος Β΄, σελ. 423. Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Μαρία Παπαδήμα. [Αναθεωρημένη έκδοση] Περιλαμβάνεται παράρτημα με γραπτά του συγγραφέα σχετικά με το Βιβλίο της ανησυχίας. [Fernando Pessoa, Livro do desassossego. Composto por Bernardo Soares, ajudante de guarda-libros na cidade de Lisboa]

Tα ένθετα έργα τέχνης: Jakob Steinhardt, The City, 1913 και Cyril E. Power, The Tube Train, 1934.