Οι ξυπόλητες των δίσκων, 3

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 9 (Σεπτέμβριος 2019), εδώ

VIΙΙ. Οι ξυπόλητες των δίσκων, 3

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών συνεχίζει την μαθητεία του στις γυναίκες, αναζητώντας τις ξυπόλητες στα εξώφυλλα τον δίσκων.

Ένα βράδυ κάτι με σταμάτησε στη βιτρίνα του γειτονικού δισκάδικου. Από μέσα με κοιτούσε με ηδυπάθεια μια ψηλή μπρούντζινη τραγουδίστρια. Καθισμένη σ’ ένα παγκάκι, είχε βγάλει τις γόβες της και ακουμπούσε το ένα πόδι της πάνω του και το άλλο πάνω σε μια βαλίτσα. Χάρη σα ελαφρά σηκωμένα της δάχτυλα αποκαλύπτονταν τρία λεπτά κοκαλάκια κι ένα απειροελάχιστο ποσοστό από το πέλμα της. Ήταν λες κι ο φωτογράφος αιχμαλώτισε μια αγαπημένη μου κίνηση. Πίσω της ένα μωβ φόντο αντανακλούσε μια αστραφτερή νυχτερινή ζωή.

Την άλλη μέρα μπήκα να την αγγίξω. Στο οπισθόφυλλο συνέχιζε να είναι επιδεικτικά ξυπόλητη, παρά τα πολλά της ρούχα – γκέτες, κασκόλ, μαντίλι, τραγιάσκα – και κρατούσε τις βαλίτσες στο χέρι, έτοιμη να επαληθεύσει τον τίτλο του δίσκου της: The wanderer (1980). Λεγόταν Ντόνα Σάμερ και προφανώς ερχόταν από τις πιο χορευτικές βραδιές της μουσικής. Τώρα μισάνοιγε η πύλη μιας σωματικής ρυθμικής μουσικής, που καταμαρτυρούσε μια ευδαιμονικότερη πλευρά της ενήλικης ζωής – σε πολλά «αλλού» τώρα κάποια κορμιά μονολογούσαν ή συνομιλούσαν μέσα απ’ τον χορό. Δοκίμασα να μπω, δύσπιστος για την ντίσκο της εποχής, αλλά παραμέσα κατέβαινα τα παλαιότερα σκαλοπάτια προς τις μαύρες ραψωδίες της σόουλ, της φανκ, της τζαζ. Αν όλη αυτή η μουσική γνώριζε να εκφράζει την χαρά των σωμάτων, τότε τα πόδια θα είχαν την δική τους θέση εντός της.

Σε υπόγειες ανά τον κόσμο «ντισκοτέκ» και «νάιτ κλάμπ», λυμένες και ορχούμενες οι γυναίκες κινούσαν τα πόδια τους σε αναρίθμητους χορούς. Αλλά είχα κι εγώ ένα ζεστό υπόγειο, στα έγκατα της πολυκατοικίας μας. Εκεί νοίκιαζε ένα μικρό διαμέρισμα ο πατέρας μου, για να το χρησιμοποιεί ως φωτογραφικό στούντιο. Τα χημικά υγρά, τα λευκά ατύπωτα χαρτιά, τα σελιλόιντ αρνητικά, όλα δημιουργούσαν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα με οσμή φαρμακευτική και διαπεραστική. Ίσως αυτή να ήταν η μυρωδιά των θαυμάτων, αφού τα σώματα εμφανίζονταν από το πουθενά μέσα στις φωτογραφίες που έπλεαν άγραφες στην πρώτη λεκάνη, στα υγρά του εμφανιστή, προτού βαπτιστούν στις άλλες δυο, στο στοπ μπαθ και στο φίξερ, για να διαλέξουν την απόχρωσή τους και να μείνουν σταθερά κι αμετακίνητα για πάντα.

Εκεί μέσα είδα να αναδύονται τα πόδια μιας ξαδέλφης μου, όπως στεκόταν ξυπόλητη στο μπαλκόνι του εξοχικού της, βουτηγμένη μέσα στο κίτρινο των διακοπών. Ερχόταν κατακαλόκαιρη μέσα από μια υπόγεια κουζίνα με σβηστά φώτα, από έναν θάλαμο σκοτεινό που έσβηνε τα χιλιόμετρα και τα χιλιόλεπτα που χώριζαν το τότε και το εκεί από το τώρα και το εδώ. Μόλις ανακάλυπτα μια τέχνη όπου ζουν και βασιλεύουν τα ωραιότερα του κόσμου. Η Φωτογραφία φάνταζε ως ο απόλυτος τρόπος κατακράτησης μιας επιθυμητής εικόνας: μέσα της θα αιχμαλώτιζα όλα τα πόδια που επιθυμούσα για να τα βλέπω μπροστά μου σε πρώτη ζήτηση, βέβαιος ότι δεν θα είναι πλέον φευγαλέα.

Κατέβαινα συχνά στο υπόγειο ακριβώς για να ξεφεύγω από τον τόπο και τον χρόνο. Ένα βράδι που φυλλομετρούσα για άλλη μια φορά τις δεκάδες φωτογραφίες άκουσα ζωντανούς θορύβους από το διπλανό διαμέρισμα. Κοίταξα στα κλεφτά μέσα απ’ την μισάνοιχτη πόρτα: μια μεγάλη συντροφιά από μαύρους, γυναίκες και άντρες, κάθονταν στο πάτωμα ή πηγαινοέρχονταν στα δωμάτια. Ήταν οι πρώτοι μαύροι που έβλεπα με σάρκα και οστά. Σύντομα θα διαπίστωνα ότι η Κυψέλη στα χρόνια του ’70 και του ’80 ήταν γεμάτη μετανάστες από την Αφρική που συνήθως νοίκιαζαν από τα ισόγεια και κάτω, χαμογελούσαν σπαστές καλημέρες κι ανέβαζαν από τους φωταγωγούς μπαχαρικές οσμές. Τα μέρη μας τους καλοδέχτηκαν όπως κι εκείνοι ζέσταναν με κάθε τρόπο τις γειτονιές. Μπορεί να ήταν, σκεφτόμουν τότε, κι η ίδια η ζέστη που γνώριζαν στην κατηφορική πλευρά της υδρογείου.

Μέσα συνυπήρχαν φωτεινά χρώματα και χαμηλοί φωτισμοί. Ήταν ένα σπίτι τόσο διαφορετικό απ’ όσα γνώριζα, είχε μια άλλη θέρμη. Ύστερα ήταν η άναρχη μουσική που αντιλαλούσε στα ενδότερα, μια πολυφωνία που εναλλασσόταν με υπόκωφα ταμ ταμ, χωρίς να καταλαβαίνω αν έπαιζαν δίσκοι ή μουσικοί. Με συνεπήρε κι εκείνη η αίσθηση της συντροφιάς, μιας κοινότητας που τους αρκούσε κάτι κοινό για να συνυπάρξει παρά τις διαφορές της. Έτσι λοιπόν βραδιάζονταν τα νέγρικα σπίτια – μου άρεσε η λέξη νέγροι, δεν γνώριζα ότι θεωρούνταν υποτιμητική· το αντίθετο, στο εύηχό της μου φαινόταν πως έλαμπε μια πολύχρωμη ήπειρος κι ένας κόσμος άγνωστος και συναρπαστικός. Ίσως την πρωτοδιάβασα σ’ ένα βιβλίο τέχνης, που εικόνιζε σώματα κυκλικά και σαρκώδη. Ακόμα πιο ωραίες μου ακούγονταν και κυρίως μου φαίνονταν οι νέγρες: γλυπτές σαν τα μπιμπελό του καθιστικού μας ή τα αγαλματίδια στις εγκυκλοπαίδειες, με πρόσωπα γωνιώδη και χείλη πάμπλουτα.

Ζήλεψα με μια ζήλεια διαβρωτική. Ήθελα κι εγώ μια τέτοια μεγάλη κυκλική συντροφιά σ’ ένα καθιστικό που σήμαινε το κάθισμα όλων μας στο πάτωμα, ενώ ξυπόλητες οι γυναίκες θα πηγαινοέρχονται φροντίζοντας την ζέση της εστίας. Η πόρτα που παρέμενε μισάνοιχτη (περίμεναν κι άλλους; είχαν ανοιχτά για να αεριστεί ο χώρος από τους αχνούς της κουζίνας;) με βόλευε για να κάνω πώς περνάω δυο τρεις ακόμα φορές, πράγμα που αντιλήφθηκαν δυο γυναίκες αν κρίνω από τα λευκότατα δόντια που άστραψαν γελαστά στο μισοσκόταδο.

Ένα βράδυ που είχα κατέβει για να ταξινομήσω διαφάνειες και φωτογραφίες μού χτύπησαν την πόρτα. Ανοίγοντας είδα ένα γεμάτο πιάτο, ένα φόρεμα γεμάτο ρόμβους και δυο ξυπόλητα πόδια, μελαμψά μα με νύχια λευκά πάνω στο μωσαϊκό του κοινόχρηστου διαδρόμου, σαν ζωντανό έργο τέχνης. Προφανώς η ομήγυρη θεωρούσε περιφερειακό μέλος της τον μικρό περίεργο υπογείτονα και προέβαινε σε κίνηση καλωσορίσματος. Με σπαστά ελληνικά μου πρότεινε να έρθω μέσα. Δεν το σκέφτηκα στιγμή. Η Ντόνα Σάμερ μου είχε ήδη υποδείξει έναν νέο δρόμο και σίγουρα θα με ενθάρρυνε να μπω. Καταπατούσα τον οικογενειακό κανόνα να μην μπαίνω σε ξένα σπίτια· αυτοί όμως ζούσαν μέσα στην πολυκατοικία μας, έστω στο κατώτερο κοκαλάκι της σπονδυλικής της στήλης· ήταν και μεσότοιχοι γείτονες του εργαστηρίου μας. Θεώρησα ότι έχω νομικό έρεισμα· άλλωστε η πόρτα παρέμενε μισάνοιχτη. Μ’ έβαλαν να καθίσω δίπλα σ’ ένα κορίτσι κοντά στην ηλικία μου. Ανταλλάξαμε χαμόγελα, τις γνωστές ερωταποκρίσεις για το σχολείο, μου είπαν πως οι γονείς μου ήταν ευπρόσδεκτοι όποτε θελήσουν. Δεν τους το μετέφερα ποτέ, αυτός ήταν ο δικός μου κόσμος και δεν είχαν καμία δουλειά.

Σύντομα τρεις γυναίκες σηκώθηκαν και χόρεψαν σ’ έναν οργιαστικό ρυθμό. Έξω άκουγα τα βήματα των αραιών περαστικών, ενώ μέσα τα γυμνά πέλματα των γυναικών αθόρυβα ανεβοκατέβαιναν μπροστά μου, σε απόσταση αναπνοής. Θυμήθηκα αρχαίους τελετουργικούς χορούς που δεν είχα δει ποτέ ζωντανά, μόνο σε ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση. Ήταν τόσο περίεργη η αίσθηση, να βρίσκεται λίγα κάτω από το δωμάτιό μου μια άλλη ήπειρος και οι ένοικοί της να γιγαντώνουν τον ερωτισμό μου. Εκείνες οι γυναίκες μου άνοιξαν την βεντάλια της επιθυμίας για τα πόδια των γυναικών πάντων των χρωμάτων και πασών των φυλών.

Το κορίτσι λεγόταν Μόκα και ήταν κόρη της οικοδέσποινας εκείνου του σπιτιού. Είχε ομορφιά σοκολατένια, με φλούδες αμυγδάλου στα λευκά μάτια, τα νύχια και τα χαμογελαστά δόντια. Με το ίδιο χαμόγελο με καλοδέχονταν οι γονείς της, όταν δεν έλειπαν ως το βράδυ στην δουλειά τους. Μπορεί να μην ήταν θέμα εμπιστοσύνης αλλά ο δικός τους τρόπος για ένα σπίτι μόνιμα ανοιχτό στον κόσμο, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Γίναμε φίλοι και με προσκαλούσε συχνά στο υπόγειό τους, όπου σαφώς την ερωτεύτηκα.

Εκεί είδα για πρώτη φορά δίσκους μαύρης μουσικής, αφρικανικά ονόματα που δεν γνώριζα καν. Ριγμένο σε μια γωνία ήταν το Open & Close του Fela Kuti (1971): μέσα σ’ ένα τετράγωνο που απάρτιζαν δυο κόκκινα και δυο κίτρινα τρίγωνα εννιά ξυπόλητες γυναίκες με κοντά αφρικανικά φορέματα χορογραφούσαν χαμογελαστές την έξαλλη μουσική που κόχλαζε στα ενδότερα. Ήταν η πρώτη αποκάλυψη μιας τόσο διαφορετικής μουσικής, με τραγούδια που όχι μόνο δεν βιάζονταν να τελειώσουν στο τρίλεπτο, αλλά με προκαλούσαν σε μια άλλου είδους συμμετοχή: όταν δεν με υπνώτιζαν με μια μακρόσυρτη επαναληπτικότητα, με ξεσήκωναν σε σχεδόν ανεξέλεγκτο κίνημα όλου του σώματος, που αφηνόταν αβίαστα στον ρυθμό τους.

Ο Fela Kuti ήταν ένας ακτιβιστής που κατέκρινε απροκάλυπτα τις διεφθαρμένες νιγηριανές κυβερνήσεις. Μιλούσε για την αποικιοκρατία ως απαρχή όλων των προβλημάτων που βασάνιζαν τους αφρικανικούς λαούς. Η δεκαετία του ’70 για την Αφρική ήταν ένας εφιαλτικός κόσμος γεμάτος πραξικοπήματα, φτώχεια, βιαιότητες, κακομεταχείριση των πολιτών· κι η Νιγηρία ένας πλήρης καθρέφτης του. Η οργιαστική μουσική του ήταν ταυτόχρονα ένα πολλαπλό τραγούδι διαμαρτυρίας που διαχέονταν σ’ όλο τον κόσμο, μαζί με τις πολιτικές του δηλώσεις. Φυλακίστηκε και κακοποιήθηκε δεκάδες φορές, ενώ τα μουσικά του όργανα, οι δίσκοι του κι όλες οι δημιουργίες του καταστρέφονταν. Δεν παραιτήθηκε και συνέχισε να χτυπά τις στρατιωτικές κυβερνήσεις της Νιγηρίας και την επόμενη δεκαετία, ενώ παρέμεινε ένας φανατικός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως το τέλος της ζωής του. Παρέμενε πολυερωτικός και δεσμευμένος με δεκάδες γυναίκες που συμμετείχαν στην μπάντα του ως μουσικοί ή χορεύτριες.

Η οικογένειά της είχε δραπετεύσει από εκείνη την χώρα. Πήραν ελάχιστα από τα πράγματά τους αλλά δεκάδες δίσκους, βιβλία, υφαντά, αγαλματάκια. Η Μόκα μού γνώριζε τον κόσμο της που έβραζε κάτω απ’ την γραμμή του Ισημερινού και δεν είχε καμιά σχέση με τις ειδυλλιακές εικόνες των εγκυκλοπαιδειών και των καρτ ποστάλ. Οι διηγήσεις της ήταν στην παιδική της γλώσσα αλλά αρκετές για να αντιληφθώ ότι δεν γνωρίζαμε τίποτα πέρα από το μικρό μας τετράγωνο· ούτε καν τι συμβαίνει στον πάτο του φωταγωγού μας. Στον δικό της προσγειώνονταν σακούλες σκουπιδιών από τα άνω παράθυρα γιατί πάντα υπήρχε κάποιος που φοβόταν τα μαύρα θηρία ή απλώς αυτά ήταν οι βολικότεροι δυνατοί εχθροί.

Η Μόκα ήταν πάντα ξυπόλητη  στο σπίτι· το ίδιο κι η μητέρα της. Κι οι δυο τους φορούσαν εκθαμβωτικά χρώματα σε αρμονικούς συνδυασμούς, σα να προσκαλούσαν τις αποχρώσεις της φύσης στα τοπία που άφησαν πίσω. Μου άρεσε κι ο τρόπος που τύλιγαν τα μαλλιά τους σε ανάλογα μαντήλια, τονίζοντας ακόμα περισσότερο τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Γιατί εμείς εδώ δεν ντυνόμασταν έτσι; Καθόμασταν στο ξύλινο πάτωμα και φυλλομετρούσαμε τους δίσκους. Τότε γνώρισα την Billie Holiday. Στο εξώφυλλο του Billie Holiday sings (1952) μια σχεδιασμένη γυμνή γυναίκα μοιάζει συντετριμμένη, έτσι όπως κάθεται σκυφτή, κρύβοντας το πρόσωπό της· τα δάχτυλα των ποδιών της γυμνά, αδρά σχεδιασμένα. Στο Billie Holiday At Jazz at the Philharmonic (1955) μια παρόμοια σκιτσαρισμένη γυναίκα βρίσκεται ριγμένη στο πάτωμα, μόνο με την πλάτη και τα πέλματα να εκφράζουν την συντριβή της, δίπλα σ’ ένα μαύρο μπουκάλι κι ένα κατεβασμένο ακουστικό τηλεφώνου. Αλλά εκείνη η φωνή δεν κουβαλούσε μόνο τις ιδιωτικές της τραγωδίες. Είχα την αίσθηση ότι ένας ολόκληρος συλλογικός πόνος έβγαινε σε κάθε της τραγούδι.

Μου δάνεισε την αυτοβιογραφία της σ’ ένα φθαρμένο αγγλικό βιβλίο με τίτλο Lady sings the blues. Ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα στα αγγλικά, με την βοήθεια του μικρού Divry’s αγγλοελληνικού λεξικού. Περισσότερο απ’ όλα θυμάμαι όσα έζησε κοντά στην ηλικία της. Στα έξι ο κόσμος της ήταν η κακομεταχείριση από τους συγγενείς, το σφουγγάρισμα των «παναθεματισμένων άσπρων σκαλιών της Βαλτιμόρης» και τα θελήματα σε σπίτια και στο πορνείο της γωνίας. Στα δέκα τής έλαχε «το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια γυναίκα», ο βιασμός· στα δώδεκα την κακοποίησε ένας τρομπετίστας, κι αργότερα η πορνεία έγινε μονόδρομος επιβίωσης. Ο φυλετικός διαχωρισμός βρισκόταν πάντα μπροστά της και τα μόνα λευκά στην ζωή της ήταν οι γόβες, οι γαρδένιες και η πρέζα. Παρά την επιτυχία της, η Lady Day των Υπογείων είχε ζωή σε μεγάλο βαθμό προδιαγεγραμμένη: για την κοινωνία δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια «μαυριδερή», μια «βρωμονέγρα», το παράξενο φρούτο, όπως τραγουδούσε στο σπαρακτικό της τραγούδι.

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, το 1972, στο What color is love του Terry Callier μια όμορφη μαύρη γυναίκα κουλουριασμένη σε μια πολυθρόνα κρύβει την γύμνια της αλλά όχι τα ωραία δάχτυλα των ποδιών της και ρίχνει το λυπημένο της βλέμμα προς τα κάτω, εκεί όπου σύντομα θα πέσει η στάχτη του τσιγάρου της. Οι μπλε αποχρώσεις και το μπλε ρούχο στην ράχη σχεδόν βιάζονται ν’ απαντήσουν στην ερώτηση του τίτλου. Φαίνεται πως οι μαύρες νεράιδες δεν ντρέπονταν να δείξουν την συντριβή τους. Έβλεπα πλέον μια άλλη εικόνα των ποδιών, που φώναζαν κάτι με ιδιαίτερο πόνο. Το σχήμα της Αφρικής έμοιαζε μ’ ένα αριστερό μαύρο πέλμα, με την καμάρα του στο άνοιγμα του Ατλαντικού. Τα γυμνά πόδια των Αφρικανών γυναικών δεν ήταν έτσι μόνο από τους αιώνες του ήλιου και της φύσης τους, αλλά τώρα χρωμάτιζαν μια μαύρη μοίρα. Την ίδια μοίρα σα να κληρονομούσε όλη η μαύρη φυλή και στην απέναντι πλευρά της Αμερικής. Σταδιακά θα μάθαινα για τα ξυπόλητα κορίτσια των καταυλισμών και των φυτειών, τις μαστιγούμενες σκλάβες, την Γουόρις Ντίρι που δραπέτευσε ξυπόλητη στην έρημο και δείχνει μέχρι σήμερα τα σημάδια στις καμένες της πατούσες. Και η Μόκα έγινε η πρώτη από τις «γυναίκες» που μου γνώρισαν τον κόσμο. [Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται]

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Βίκτορ Σερζ – Χρόνια δίχως έλεος

Μα πού είναι οι άνθρωποι; Πού είναι οι μεγάλες ιδέες; Ίσως οι ιδέες να μην είναι παρά εφήμερα αστέρια. Μας οδηγούν όσο ζουν, ύστερα σβήνουν και τότε άλλα αστέρια πρέπει να πάρουν την θέση τους… Χρειαζόμαστε μια άλλη τελείως διαφορετική επανάσταση, όμως δεν την βλέπω πουθενά. [σ. 330]

Μετά τα συγκλονιστικά του βιβλία Υπόθεση Τουλάγιεφ και Αναμνήσεις ενός επαναστάτη (τα παρουσιάσαμε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχη 14 και 19, αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ και εδώ αντίστοιχα), μπορούμε πλέον να απολαύσουμε ένα ακόμα αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Βικτόρ Σερζ. Επαναστάτης, πολεμιστής, διωγμένος, κυνηγημένος, φυλακισμένος, ασυμβίβαστος, εχθρός σε κομμουνιστές και αντικομμουνιστές, είναι άξιο απορίας πώς είχε το σθένος να γράφει και τέτοια μυθιστορήματα, χωρίς εκδότη, χωρίς τυπογραφεία, κρατώντας τα χειρόγραφα μαζί του στις συνεχείς μετακινήσεις του.

Το πρώτο από τα τέσσερα μέρη του βιβλίου, με τίτλο Ο μυστικός πράκτορας, βρίσκει τον βασικό ήρωα Σάσα, σοβιετικό πράκτορα στο Παρίσι, να έχει στείλει επιστολή παραίτησης στους ανώτερούς του στην Σοβιετική Ένωση, λίγο πριν το ξέσπασμα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Σύντομα διαπιστώνει πως ο εφιαλτικός σταλινικός κόσμος από τον οποίο επιθυμεί να ξεφύγει δεν θα του συγχωρήσει την φυγή. Η αποδοκιμασία του καθεστώτος συνιστά την χειρότερη απείθεια όλων, αφού υποδηλώνει την ανταρσία του μεταφυσικού στοιχείου της ανθρώπινης συνείδησης, η ύπαρξη του οποίου δεν μπορούσε να είναι ανεκτή, διότι θα παρέσερνε το οικοδόμημα της «σιδηράς πειθαρχίας». [σ. 94]

Στην «προηγούμενη» ζωή του η νέα πίστη ήταν η πιο ακαταμάχητη απ’ όλες, η δράση πιο ποθητή από την ευτυχία, οι ιδέες πιο αληθινές από τα γεγονότα του παρελθόντος, η συλλογικότητα πιο δυνατή από το Εγώ. Τότε παραδεχόταν πως η συνείδηση ενός ανθρώπου είναι δευτερεύουσα στον αγώνα για μια τόσο μεγάλη υπόθεση, τώρα όμως είναι εκείνη που μετράει και δεν ισχύει πια το αξίωμα «Το Κόμμα είναι υπεράνω των πράξεών μας κι αν αρχίσουμε να αμφιβάλλουμε χαθήκαμε». Τώρα γνωρίζει πως η αποστασία είναι προδοσία, πως ο δραπέτης θα καταδιωχθεί. Όμως… τόσοι  νεκροί, τόσο δηλητήριο στις ψυχές. Είναι απερίσκεπτο να είσαι υπερβολικά ανθρώπινος; Να μην είσαι πια εκείνο το σκεπτόμενο μόριο μιας θαυμαστής, αμείλικτης, πολυμήχανης συλλογικότητας, συγκροτημένης με τόση δύναμη βούλησης, που πια δεν συνειδητοποιεί τι κάνει. [σ. 24]

Όσοι άξιζαν την εμπιστοσύνη του είναι στιγματισμένοι και νεκροί. Στην Σοβιετική Ένωση αφανίζεται μια μεγάλη κατηγορία σκεπτόμενων ανθρώπων. Όλοι εκείνοι οι ατιμασμένοι άνθρωποι δεν υπήρξαν κάποτε έμπιστοι, αδιάφθοροι, ευφυείς; Με τις δίκες όλος ο κόσμος έπειθε τον εαυτό του να πιστέψει τα απίστευτα. Όμως η άρνηση του παλιού εαυτού δεν είναι διόλου εύκολη· όπως όλοι οι χαρακτήρες του Σερζ, έτσι κι αυτός βασανίζεται από συνεχή διλήμματα. Αν σώσουμε τους εαυτούς μας τι θα μείνει μετά; Ο παλιός κόσμος που πάντα σιχαινόμασταν;

Ο Σάσα συναντά την Ντάρια, που διστάζει να αποστασιοποιηθεί από την ιδέα του κομμουνισμού. Αμφότεροι αισθάνονται πως παρακολουθούνται – τα πάντα γύρω τους δείχνουν φυσιολογικά και συνάμα ύποπτα: οι σκιερές είσοδοι των κτιρίων, ένα σερνάμενο αμάξι, βήματα στις σκάλες του ξενοδοχείου, ο καχύποπτος ξενοδόχος. Δεν ξέρουν αν μιλάνε για να παρηγορήσουν ο ένας στον άλλον ή να δώσουν θάρρος στον εαυτό τους. Στην πόλη κινούνται με τον ένστικτο αυτοσυντήρησης των θηρίων μέσα στην γενέθλια ζούγκλα, όπου κάθε θάμνος είναι και μια κρυψώνα. Αλλά αυτό πρέπει να τους ξεχωρίσει από το ζώο: ο άνθρωπος έχει την επιλογή να μην πανικοβάλλεται. Κι ας γνωρίζουν πως δεν μπορούν πια να εμπιστεύονται κανέναν, πως έχουν πια σπάσει τους δεσμούς που ενώνουν τους ανθρώπους σε κοινό αγώνα. Γύρω τους οι Παριζιάνοι «αγνοούν την οργανωμένη θηριωδία που κινεί τις μεγάλες αυτοκρατορίες».

Οι δυο τους γνωρίστηκαν πίσω στο 1919 όταν εκείνος, επιφορτισμένος με την προμήθεια τοπικών βιοτεχνιών σε πρώτες ύλες, πήγε στο κοινωνικοποιημένο εργοστάσιο με τις άεργες και πεινασμένες εργάτριες. Τότε η Ντάρια ήταν γραμματέας της Επιτροπής και άφηνε τις γυναίκες να κλέβουν καρούλια ή βελόνες· αργότερα στην Κριμαία έγινε διευθύντρια σχολείου χωρίς τετράδια και βιβλία και μετά στο Βερολίνο, μέλος της Μυστικής Υπηρεσίας. Σ’ εκείνα τα μαύρα χρόνια συναντιούνταν σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, μοιράζονταν θυελλώδεις συζητήσεις, μάθαιναν για νέες πόλεις σε περιοχές που χθες ακόμα ήταν χερσότοποι, για βιομηχανίες που αναπτύσσονταν σε λιγότερο από πέντε χρόνια.

Δεμένη μαζί του με μια φιλία πιο καθοριστική κι από τον έρωτα, τώρα διστάζει να τον ακολουθήσει στην φυγή του προς την Αμερική. Καθώς μιλάνε και ακούνε την αλήθεια τους νοιώθουν πιο δυνατοί κι αυτός την ευγνωμονεί που δεν εκφράζει ανάλογες αμφιβολίες, εκτός αν τις κρύβει κι αυτή. Ακόμα κι εκείνοι συχνά δεν γνωρίζουν αν και ποιος από τους δυο τους μπλοφάρει… Ο ατομικισμός […] είναι μια θλιβερή αυταπάτη […]. Γι’ αυτό και αγαπώ εκείνους που ξέχασαν μέχρι και τ’ όνομά τους και δεν θα τους γράψει κανένα βιβλίο ιστορία, γιατί ήταν οι καταλύτες γεγονότων που δεν θα κατανοήσουμε ποτέ εντελώς, γιατί αυτοί που έδρασαν θα παραμείνουν άγνωστοι. [σ. 101]

Στο δεύτερο μέρος, με τίτλο Η φλόγα κάτω από το χιόνι η Ντάρια βρίσκεται στο Λένινγκραντ για να συμμετάσχει στην άμυνα ενάντια στους Ναζί, ύστερα από τέσσερα χρόνια εξορίας στο Καζακστάν, για να θεραπευτεί «από κάποια λάθη». Εδώ μεσολαβούν έξοχες σελίδες από το ημερολόγιο της εξορίας, όπου έγραφε προσεκτικές διαλεγμένες λέξεις, που σκιαγραφούσαν μόνο τα εξωτερικά περιγράμματα ανθρώπων, γεγονότων και ιδεών, χωρίς κανένα όνομα ή αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Ο έρωτας μ’ έναν άντρα καταγραφόταν ως η ανάσα του άντρα, το σμίξιμο ως οι μύες του· άλλωστε κανένα τρεμούλιασμα βλεφαρίδων δεν θα μπορέσει ποτέ να αποδοθεί με πληρότητα. Φυσικά οι διάφοροι επιθεωρητές γνωρίζουν ακόμα και πόσα τετράδια έχει παραγγείλει η εκτοπισμένη και αναρωτιούνται τι γράφει στο χαμόσπιτό της τις ατέλειωτες νύχτες της μοναξιάς· όπως για παράδειγμα ο Ιπάτοφ που θεωρεί την γραφή της «ασυνάρτητη για τον μέσο αναγνώστη».

Είναι η εποχή που οι συγγραφείς ξοδεύουν περισσότερο χρόνο αυτολογοκρινόμενοι παρά γράφοντας. Ένας σύντροφος συγγραφέας είχε γράψει μεγάλα βιβλία για το ζήτημα της κουλτούρας. Τα βιβλία του πολτοποιήθηκαν. Πέθανε από σκορβούτο, εξόριστος σε μια υποαρκτική περιοχή όπου μήτε οι γνώσεις μήτε οι ιδέες του μήτε η κουλτούρα μήτε καν ο αυθεντικός στωικισμός δεν αξίζουν όσο ένα τομάρι τάρανδου [σ. 90]. Κάθε τόσο την ενοχλεί κι ο επικεφαλής της περιφέρειας αλλά η Ντάρια καταλαβαίνει ότι η παρενόχληση των εκτοπισμένων με ψεύτικες προφάσεις είναι απλώς ο τρόπος του να ξεφεύγει από την ασφυκτική ανία. Καταμεσής εκείνης της μισητής άμμου, κάποιοι δεν έχουν άλλη επιθυμία από το να πιούν μέχρι να ξεχάσουν τα πάντα· άλλοι προτιμούν την ψευδαίσθηση πως ζουν σαν κανονικοί άνθρωποι κι ένας την παρακαλεί να του στείλει ένα βιβλίο με φυτά, ένα βοτανολόγιο, έτσι όπως έχει χρόνια να δει πράσινο.

Τέσσερα χρόνια περίμενε την απελευθέρωσή της και τώρα στο Λένινγκραντ, μακριά από την μούχλα της απραξίας, δεν νοιώθει καμιά χαρά γιατί παντού στον κόσμο είχε στερέψει αυτό το συναίσθημα. Γνωρίζεται με τον πρώην επίδοξο δάσκαλο και νυν υπολογαγό Κλιμέντι και μαζί αφήνονται σε στοχαστική φιλική σιωπή, τινάζουν τις κουβέρτες στο κενό που χάσκει έξω από τον μισογκρεμισμένο τους όροφο και κοιμούνται μαζί για να ζεσταθούν περισσότερο. Γύρω τους βαθουλωτά μάτια όπως των οραματιστών αγίων στις αγιογραφίες, κάποιοι προσποιούνται τους ετοιμοθάνατους μόνο κα μόνο για να πάρουν μια σταγόνα γλυκόζη και τα παιδιά έχουν ζήσει μια ολόκληρη ζωή, προτού ακόμη μάθουν τι είναι ζωή. Ο Σερζ βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις για να εικονοποιήσει την διαλυμένη πόλη, τις φαρδιές ευθείες λεωφόρους που συνθλίβονται από την λευκότητα, τους ορόφους που χάσκουν, τις προσόψεις από καραβόπανα. Άνθρωποι και απόβλητα έχουν καλυφθεί από χιόνι, που όταν λιώσει θα απελευθερώσει μπόχα και σαπίλα. Σε αυτή την αυτοκρατορία της λευκότητας τα πένθη βρίσκονται σε εκκρεμότητα.

Κάπου εκεί ο ανώτερος στρατιωτικός προϊστάμενός της Λοχαγός Ποτάποβ εκθέτει ολόκληρη την πολεμική ιδεολογία της Ρωσίας σε λίγες σελίδες. Σταχυολογώ από τον πληθωρικό του λόγο: Ο μόνος τρόπος να νικήσουμε είναι να υποφέρουμε περισσότερο από τους εχθρούς μας· η ίδια μας η στέρηση να μετατραπεί σε πηγή δύναμης. Υποχώρηση σημαίνει αντεπίθεση, η φυγή είναι η ευκαιρία για ανασύνταξη και η ήττα ένας ελιγμός.  Αν ο εχθρός είναι τεχνικά αμείλικτος, εμείς πρέπει να είμαστε ανθρωπίνως αμείλικτοι και κάτι παραπάνω, πιο σκληροί και ανελέητοι πρώτα με τους εαυτούς μας· να μην χάνουμε ποτέ την ενστικτώδη συνοχή μας, ακόμη και βυθισμένοι μέσα στην ασυναρτησία. Είμαστε πλουσιότεροι σε εσωτερικές αντιφάσεις. Οι δειλοί μας γίνονται οι γενναιότεροι πολεμιστές. Είμαστε ένα συγκεχυμένο κοινοτικό «εμείς» που βαδίζει προς την συνειδητότητα. Εμείς αποκρυπτογραφούμε το ακατανόητο σχεδόν αλάνθαστα.

Και ποια είναι η θέση των συγγραφέων σ’ εκείνη την Ρωσία; Σε κάθε μοντέρνο πόλεμο ο συγγραφέας πρέπει να παίξει τον ρόλο του μάγου της φυλής, να προετοιμάζει τις ψυχές για το μαρτύριο, την υποχώρηση ή την επίθεση· να ασκεί μια οργανωμένη υπηρεσία εναρμονισμένη με τις ανάγκες της ψυχολογικής στρατηγικής. Η συνομιλία με την παροπλισμένη συγγραφέα Άννα Λομπάνοβα είναι αποκαλυπτική. Μόνο αργότερα θα υπάρξει χώρος για μεγάλη λογοτεχνία, για αληθινή λογοτεχνία, χωρίς φόβο και ψευτιές. «Μετά από μας». Ο συγγραφέας Ιλαριόνωφ αποτελεί μια άλλη περίπτωση. Οι γραφειοκράτες τον εκλιπαρούν να αλλάξει είκοσι εφτά σημεία κι εκείνος μεθάει για να το καταφέρει. Και πάλι κάποια κομμάτια οι λογοκριτές αδυνατούν να αποκωδικοποιήσουν και φοβούνται για τις καριέρες τους. Ακόμα και στα πιο επίσημα έργα του υπάρχει ένα υπόγειο ρεύμα ζωτικότητας, που τεχνηέντως υπαινίσσεται κάτι αλλιώτικο από την φαινομενικά ορθόδοξη γραμμή.

Ο εχθρός βρίσκεται μέσα μας, κάθε φορά που χάνουμε το θάρρος μας. Η σκέψη: επειδή είναι μια ασυγκράτητη δύναμη που ποτέ δεν ξέρει πού πηγαίνει ή τι θα ζητήσει, και μπορεί ξαφνικά να χαθεί μέσα σ’ ένα λαβύρινθο αμφιβολιών, ενδοιασμών, ερωτημάτων, επινοήσεων, ονείρων. Θέλουμε μια αποτελεσματική, πειθαρχημένη σκέψη, μια σκέψη τεχνική – αλλά πώς να την διαχωρίσεις από την άλλη που είναι αναρχική, ατίθαση, εμμονική και απρόβλεπτη; Πώς να κουκουλώσεις τούτη τη δίδυμη αδερφή της μ’ ένα μανδύα αποδοκιμασίας και μυστικότητας; [σ. 196]

Το εκτενέστερο και μάλλον ισχυρότερο τρίτο κείμενο Η Μπριγκίτε, ο κεραυνός κι οι πασχαλιές βρίσκει διαφορετικούς ήρωες σε μια ισοπεδωμένη από τους βομβαρδισμούς γερμανική πόλη, λίγο πριν την κατάρρευση του Τρίτου Ράιχ. Η Μπριγκίτε σκέφτεται εκείνον που δεν ζει πια και υπάρχει μόνο στα γράμματά του, άλλα από τα οποία περιείχαν μόνο φράσεις ερωτικές, και άλλα που μετά βίας διαβάζονται, με σκηνές από τον πόλεμο· οι σελίδες που αφιερώνονται σε αυτά τα γράμματα είναι συγκλονιστικές· ο μετανιωμένος Γερμανός πολεμιστής είδε πλάσματα που κάποτε ήταν γυναίκες, απαγχονισμένους που δεν τρομάζουν πια κανέναν, το ανείπωτο που μάταια προσπαθούν τα λόγια να εκφράσουν.

Η στρατιά του προχωρούσε μέσα σε μια κοινοτυπία του χάους που έγινε συνήθεια και καθημερινότητα. Τώρα αναρωτιέται για την κόλαση που έφεραν οι Ναζί, για τον Οραματιστή που τόσοι τον πίστεψαν για να ξεφύγουν από τις μικρές τους απελπισίες. Η μόνη του βεβαιότητα πως αυτό το έγκλημα αφορά όλους τους πάντες. Τώρα ξέρει: οι νεκροί τους είναι οι μόνες δυνάμεις κατοχής στους τόπους που κατακτήσανε, οι μόνοι που έχουν δεσμούς αδελφοσύνης με τους νεκρούς άλλων λαών. Στο τέλος όλοι ίδιοι είναι στον τελευταίο σπασμό, μέσα στα τελευταία τους περιττώματα, ανήμποροι και λυτρωμένοι. Τουλάχιστον το δικό του τέλος θα είναι το πιο εύκολο κομμάτι της ιστορίας. «Μπριγκίτε, ετοίμασε την καρδιά σου για έναν άλλον έρωτα, αφού η ζωή πρέπει να συνεχιστεί».

Ο γερμανικός λαός κατακλύζεται από φήμες: νεκροί, υπόγεια εργοστάσια που γλίτωσαν την καταστροφή, μη φοβάστε, οι ζημιές είναι εικονικές, είναι ζήτημα χρόνου να παραδοθούν. Κάποιοι φοράνε τα καλύτερά τους ρούχα για να μην τους τα κλέψει κανείς – ένας αέρας κομψότητας στις ουρές για το ψωμί. Υπάρχουν πολλοί κοιμισμένοι που υπνοβατούν ανάμεσα στην αυτοκτονική φρενίτιδα και την αυταπάτη, όπως ο καθηγητής Σιφ, που παραληρεί: «Η νίκη μας δεν βρίσκεται στον γήινο χώρο και χρόνο, αλλά εμπεριέχεται στην αθάνατη Αρχή της Φυλής».

Η Μπριγκίτε ανεβαίνει στο κρεμαστό της δωμάτιο με την ανεμόσκαλα, καθώς το μισό κλιμακοστάσιο κλάπηκε από τους γείτονες για τις σόμπες τους – κι άλλες συναρπαστικές σελίδες για το νοικοκυρεμένο της δωμάτιο και για την σχέση της με τον Μείον Δύο, τον ανάπηρο Φραντς, τον επονομαζόμενο Μείον-Δύο, που έχασε αριστερό πόδι και δεξί χέρι σε μια ασήμαντη μάχη του ανατολικού μετώπου. Αυτός είναι ο κόσμος τους: ένα παράλογο δωμάτιο που στέκει πάνω από μια ανεμόσκαλα περιτριγυρισμένο από κουφάρια σπιτιών, προσόψεις που χάσκουν στο κενό, δρόμοι όπου εκτελούνται οι βαριά τραυματίες, οι πλιατσικολόγοι κι οι μισότρελοι που φωνάζουν αλήθειες. Σε αυτόν τον κόσμο ένας βιασμός μέσα στο στάβλο φαίνεται ως το μόνον φυσικό ζευγάρωμα. Σταδιακά τα πρόσωπα πληθαίνουν και οδηγούνται το καθένα στο δικό του τέλος, εκτός από την Ντάρια, που ως Ένρα εμφανίζεται κι εδώ, σε ειδική αποστολή πίσω από τις γραμμές των χιτλερικών ως νοσοκόμα κατάσκοπος και δολιοφθορέας σε γερμανικά στρατιωτικά νοσοκομεία.

Το καλό με τον πόλεμο είναι ότι δεν σου αφήνει χρόνο να σκεφτείς. Σε νοιάζει να μη σκοτωθείς, να βρεις να φας, να σκοτώσεις κάποιον, να καταστρέψεις κάτι, να κρατήσεις μέχρι την επόμενη μέρα. Κι αυτό κάνει τη συνείδηση να νιώθει άνετα, γιατί την καταργεί. Το δράμα των αιχμαλώτων είναι ότι έχουν πολύ χρόνο… [σ. 325]

Στο τελευταίο «κεφάλαιο», στο Τέλος του ταξιδιού, η Ντάρια ταξιδεύει με το τελευταίο της διαβατήριο και τα τελευταία της χρήματα, εκτός κάθε νόμου, πιθανότατα καταδιωκόμενη, ελεύθερη και πελαγωμένη. Γνωρίζει πως οι συνηθισμένοι άνθρωπο δεν μπορούν πια να περάσουν από τη μία ήπειρο στην άλλη όπως οι μετανάστες του 19ου αιώνα ή οι εξερευνητές. Υπάρχουν πλέον φραγμοί που εμποδίζουν την κινητικότητα πιάνουν στα δίχτυα τους τον ανώνυμο παράνομο, τον άπατρι πρόσφυγα, τον φυγά που έχασε τα χαρτιά του, τον ευρωπαίο που τον συνεπαίρνει το κάλεσμα τόπων μακρινών.

Αλλά τώρα στην Αμερική, βλέποντας τα λεωφορεία που τρέχουν στους αυτοκινητόδρομους και τα απλωμένα ρούχα να κυματίζουν στις λαϊκές πολυκατοικίες, δεν μπορεί παρά να φωνάξει παιδιάστικα: Ζουν! Νοιώθει ελεύθερη: κανείς δεν την χρειάζεται εδώ. Και νοιώθει ένοχη: μήπως είναι εγωπαθής; Πώς είναι ο Νέος Κόσμος; Υπάρχουν άνθρωποι εκεί που δεν είναι τσακισμένοι από τις ιδέες όπως αυτή; Από μια μικρή πόλη της Βιρτζίνια μέχρι το Μεξικό, η Ντάρια αναζητά τον παλιό της σύντροφο που την περιμένει στην συμμετοχικά οργανωμένη του φάρμα – καχύποπτος ή απελευθερωμένος;. Ίσως μαζί αναζητήσουν την νέα ζωή στην φύση, στους ζωντανούς ανθρώπους των βιβλίων και πάντα σε μια ατέλειωτη διαλεκτική.

Ο Σερζ είναι ένας σπάνιος συγγραφέας. Δεν αρκείται στα συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα ή τις δαιδαλώδεις ψυχογραφίες των αντιφατικών και διχασμένων του ηρώων αλλά κατακλύζει την πρόζα του με φορτισμένους διαλόγους, έξοχες περιγραφές του περιβάλλοντος και της φύσης και μια εκθαμβωτική εικονοπλασία, ανοίγοντας τις ιστορίες του σε μια αξιοθαύμαστη λογοτεχνικότητα. Το τελευταίο του αυτό μυθιστόρημα γράφτηκε από το 1945 έως το 1947, χρονιά του θανάτου του στο Μεξικό, όπου κατέφυγε μαζί με τα χειρόγραφα των δυο προαναφερθέντων βιβλίων του, χωρίς να δει την έκδοση κανενός από τα τρία.

Εκδ. Θύραθεν, 2017, μτφ. Ιωάννα Αβραμίδου, σ. 427 με εργοβιογραφικό επίμετρο James L. Hoberman και δισέλιδο απόσπασμα από το βιβλίο Αναμνήσεις ενός επαναστάτη [Victor Serge, Les Années sans Pardon].