Archive for the 'Αίθριο' Category

17
Φεβ.
19

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 4. Χρυσάνθη Τσιαμπαλή

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως! Μου ήρθε μια ιδέα! είναι ο τίτλος του τελευταίου μου βιβλίου. Η ηρωίδα, μια Φαεινή Ιδέα, ζει στον Κόσμο των Ιδεών, μέχρι που η πλήξη και οι συμβουλές μια Παλιάς Ιδέας θα την οδηγήσουν στον Κόσμο των Ανθρώπων για να αναζητήσει εκείνον που θα τη μεταμορφώσει σε Πράξη και θα χαρίσει και στους δυο την ευτυχία. Η Ιδέα μας μπαίνει σε έξι διαφορετικά κεφάλια, ενός πολιτικού, ενός φούρναρη, ενός υποχθόνιου επιστήμονα, μιας συγγραφέα, ενός ποντικού και ενός παιδιού. Αν και τα πράγματα θα αποδειχθούν δυσκολότερα απ ό,τι φανταζόταν, η Ιδέα μας θα βρει τον άνθρωπό της.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Δεν ήταν ακριβώς απόφαση. Στις ιστορίες για παιδιά με γοητεύει, ανάμεσα σε άλλα, η αισιοδοξία, η απουσία κακού τέλους. Το πρώτο βιβλίο ξεκίνησα να το γράφω το 2000-2001 και με την απόσταση των 18 χρόνων που μας χωρίζουν από τότε, μπορώ να πω πως ήταν ένας πειραματισμός. Θα μπορούσα να γράψω μια ιστορία για παιδιά; Και αν τα κατάφερνα, θα αποτελούσε ικανοποιητικό τρόπο έκφρασης για μένα αυτό το είδος; Το δεύτερο ερώτημα απαντήθηκε πολύ γρήγορα γιατί η διαδικασία με είχε συνεπάρει από την πρώτη σελίδα. Το πρώτο, καθώς εμπεριέχει και ανησυχίες για την ποιότητα της ιστορίας, απαντήθηκε επί της ουσίας χρόνια μετά, όταν το 2005 την έστειλα στις Εκδόσεις Ψυχογιός. Εγώ είχα πια κατασταλάξει στο τι ήθελα να κάνω και οι εκδόσεις Ψυχογιός ήθελαν τις ιστορίες μου. Οπότε τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τα βιβλία για παιδιά είναι πράγματι περίπλοκη υπόθεση. Όσο μικρής έκτασης και αν είναι, κουβαλούν μηνύματα, ιδέες, αξίες, Αυτό που δεν χρειάζεται να κουβαλούν είναι διδαχή. Κανείς (άρα και κανένα παιδί ή έφηβος) δεν έχει όρεξη να διαβάσει ένα βιβλίο που να του υποδεικνύει γλυκερά ή αυστηρά πώς πρέπει να συμπεριφέρεται. Τα βιβλία μας ωθούν να σκεφτούμε.

Επιπλέον, η γλώσσα πρέπει να είναι πλούσια και καλοδουλεμένη αλλά απολύτως κατανοητή από τα παιδιά. Το χιούμορ είναι απαραίτητο. Τα παιδιά το λατρεύουν. Μπορούν όμως να γελάσουν και με ‘’εύκολες’’ ατάκες που ανακυκλώνουν στερεοτυπικές και ρατσιστικές αντιλήψεις. Άρα το χιούμορ που τους δίνουμε πρέπει να είναι ποιοτικό. Η δράση είναι επίσης απαραίτητη, αλλά χρειάζεται να σμιλεύουμε όσο είναι δυνατό τους χαρακτήρες των ηρώων. Γενικότερα το παιδικό βιβλίο πρέπει να κινείται γύρω από τα ενδιαφέροντα των παιδιών και την ίδια στιγμή να συμβάλλει με έναν αδιόρατο τρόπο στην συναισθηματική και νοητική τους καλλιέργεια και εξέλιξη. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Πιστεύω πως οι παιδικές μνήμες ενεργούν αθόρυβα πάνω μας. Ανεπαίσθητα συμβάλλουν στο να χτιστεί η προσωπικότητα μας, κατ’  επέκταση και η γραφή μας. Έχω την αίσθηση πως ασυνείδητα με έχουν επηρεάσει πολύ περισσότερο από όσο νομίζω ή θα μπορούσα να σκεφτώ.

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Τα παιδικά βιβλία πρέπει να αφορούν και τους ενήλικες αναγνώστες. Εννοώ πως πρέπει να αποτελούν ευχάριστα/αξιόλογα αναγνώσματα και για τους ενήλικες, αν θέλουμε να είναι τέτοια για τα παιδιά. Κατά πόσο βέβαια απολαμβάνει κάποιος ενήλικας ένα βιβλίο για παιδιά, έχει να κάνει και με τον χώρο που έχει κρατήσει μέσα του για τον… παιδικό του εαυτό.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;  

Α! Δεν τις παγιδεύω… Ειδικά από τότε που έγραψα την ιστορία για τη Φαεινή Ιδέα νιώθω μια ευθύνη και ένα ιδιαίτερο νοιάξιμο για εκείνες. Γενικότερα τις αφήνω να μπαινοβγαίνουν στο μυαλό μου, καταγράφω ατάκες ή εικόνες που μου δημιουργούν. Εστιάζω σε εκείνη που με ενδιαφέρει περισσότερο, αλλά και πάλι είμαι ανοιχτή σε νέες ιδέες, πράγμα που οδηγεί στο να γράφω, γενικά, μάλλον αργά.

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο;

Τόσα πολλά που θα ήταν άδικο να αναφέρω ένα συγκεκριμένο. 

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αγαπώ την ροκ μουσική, παλιά και νέα, ελληνική και ξένη. Μουσική ακούω στα διαλείμματα, θέλοντας να χαλαρώσω ή να γεμίσω τις μπαταρίες μου. Όταν γράφω συνήθως θέλω ησυχία, απομόνωση και καφέ. 

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας; 

Όχι, δεν έχω γράψει. Νομίζω πως για να καταφέρω να γράψω κάπου αλλού, θα πρέπει να νιώσω πολύ οικεία και δεν υπάρχει εκτός του σπιτιού μου ένας τέτοιος χώρος, ακόμη.

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου;

Η επίδραση των βιβλίων στα παιδιά είναι τόσο πολυδιάστατη, που δεν τίθεται θέμα σύγκρισης με τις ηλεκτρονικές συσκευές. Ένα βιβλίο καλλιεργεί γλωσσικά αλλά και αισθητικά. Πλαταίνει και εμβαθύνει τη σκέψη. Κοινωνικοποιεί, φέρει δηλαδή τα παιδιά σε επαφή με σοβαρά κοινωνικά προβλήματα χωρίς όμως να τα πληγώνει. Ηρεμεί και ανακουφίζει τα παιδιά, τόσο μέσα από αστείες ιστορίες, όσο και μέσα από ιστορίες που τα παιδιά συναντούν ήρωες με τους δικούς τους προβληματισμούς. Και επιπλέον τα βιβλία καλλιεργούν μοναδικά την φαντασία και την πολυπόθητη ενσυναίσθηση, που είναι απαραίτητη για την πολιτισμένη και αρμονική συμβίωση όλων των ανθρώπων.

Περί ανάγνωσης 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω σύγχρονους συγγραφείς ή παιδικά και εφηβικά βιβλία γιατί είναι πάρα πολλά αυτά που έχω απολαύσει, ξένα και ελληνικά. Θα αναφέρω, ωστόσο, έναν αγαπημένο μου συγγραφέα (κυρίως) για ενήλικες, τον Ζοζέ Σαραμάγκου.

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Κατά τον ίδιο τρόπο απολαμβάνω τις εικονογραφήσεις τόσο των παλιών όσο και των νέων εικονογράφων, ιδιαιτέρως εκείνων που με σεβασμό στα κείμενα προσπαθούν να δώσουν το στίγμα τους μέσα από πανέμορφες εικονογραφήσεις.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Διαβάζω τη βιογραφία του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, του Walter Isaacson, εκδ. Ψυχογιός και πείθομαι ακόμη περισσότερο για τη δύναμη της φαντασίας και την αξία της παρατήρησης.

Εσείς ως παιδί

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης;

Υπήρχαν 3-4 βιβλία που αγαπούσα πολύ στα χρόνια του δημοτικού. Η ιστορία του μέρμηγκα που κλείστηκε κατά λάθος σε μια σαπουνόφουσκα με γέμιζε ενθουσιασμό και αγωνία ίδια με του μέρμηγκα! Φυσικά έχω ακόμη το βιβλίο. (Μια ωραία πεταλούδα, Μαρία Γουμενοπούλου, Έπαινος Κύκλου, 2 Απριλίου 1976). Εξίσου έντονα θυμάμαι την ποίηση του Καρυωτάκη στην εφηβεία. Τον είχα ανακαλύψει στη βιβλιοθήκη του σπιτιού μου και τον είχα ξεχωρίσει ανάμεσα σε άλλους, προφανώς γιατί η μελαγχολία και η υπαρξιακή αγωνία των ποιημάτων του έβρισκε ήδη πρόσφορο έδαφος στις περίπλοκες ψυχικές διεργασίες της εφηβείας.

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Η αξία της τόλμης και της προσπάθειας. Να τολμάς για ό,τι επιθυμείς και να προσπαθείς χωρίς να υποτιμάς τις ικανότητές σου.

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Α.Π.Θ. Εργάζομαι ως υπεύθυνη παιδαγωγός σε Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης του Δήμου Λαρισαίων. Επειδή οι σπουδές μου έχουν να κάνουν με παιδιά, (αν και δεν εργάστηκα ποτέ στην τυπική εκπαίδευση ως νηπιαγωγός) τα πρώτα χρόνια μού ήταν δύσκολο να διακρίνω την επίδραση των σπουδών μου στη γραφή μου. Αναμφίβολα υπάρχει επίδραση στον τρόπο προσέγγισης. Υπάρχει η γνώση της παιδικής ψυχολογίας που την κουβαλάς. Αυτό σε σώζει από διάφορα ατοπήματα. Από την άλλη μπορεί να σου βάλει εμπόδια που δεν είσαι σε θέση να αντιληφθείς εύκολα. Θεωρώ όμως τη γνώση δύναμη και προσπαθώ να τη θέτω στην υπηρεσία της λογοτεχνίας.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Ελπίζω να μη σας απογοητεύσω, αλλά αυτό τον καιρό δεν γράφω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε αλλά δεν σκεφτήκαμε; Απαντήστε την!

Με καλύψατε πλήρως! Σας ευχαριστώ για τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις!

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Τα βιβλία Μου ήρθε μια ιδέα  και Το αγόρι που κέρδισε τον χρόνο στο Πανδοχείο των παιδιών εδώ και εδώ, αντίστοιχα.

Advertisements
26
Ιαν.
19

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 3. Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Κυκλοφόρησαν πρόσφατα τρία καινούρια παιδικά βιβλία μου, ένα από αυτά είναι το «Οι καλοσυνόγατες και ο κακοπόντικας». Είναι το πρώτο της νέας σειράς «Βιβλία που προάγουν την κοινωνική νοημοσύνη»,  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαββάλας και στοχεύει –όπως και τα υπόλοιπα που θα ακολουθήσουν– να αναδείξει και να καλλιεργήσει ένα βασικό στοιχείο της νοημοσύνης αυτής, την καλοσύνη. Αποφάσισα να γράψω τούτες τις ιστορίες  σκεπτόμενη πως στην εποχή του θυμού και του εκφοβισμού που ζούμε, γονείς και εκπαιδευτικοί επιβάλλεται να θέσουμε ως προτεραιότητα την ανάπτυξη μιας νοημοσύνης με καρδιά διδάσκοντας στα παιδιά να νοιάζονται για τους άλλους και να ευγνωμονούν όσους τα φροντίζουν και τα αγαπούν. Παράλληλα με το βιβλίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αναζητήσουν και το ομότιτλο επιτραπέζιο παιχνίδι που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαββάλας επίσης και αρέσει πολύ. 

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν); 

Ταξιδεύω αρκετά κάθε χρόνο, έτσι πολλά βιβλία μου είναι εμπνευσμένα από τόπους που επισκέπτομαι. Για παράδειγμα το «Εγώ κι εσύ μαζί» που βρίσκεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων από τον Σεπτέμβριο γράφτηκε αμέσως μετά τον ερχομό μου από την Προβηγκία με τις ατελείωτες εκτάσεις ανθισμένης λεβάντας. Είχα κατά νου να γράψω μια ιστορία πάνω στη βασική ιδέα «Ό,τι δεν μπορούμε να καταφέρουμε αλλιώς, το μπορούμε με την αγάπη», οπότε δανείστηκα ήρωες και περιβάλλον από το μέρος αυτό για να αναπτύξω την πλοκή και να μπορέσω να μοιραστώ με τους αναγνώστες το θαύμα που είχαν δει τα δικά μου μάτια και το συναίσθημα που είχα νιώσει. Το «Μπατλό ο δράκος» επίσης, καινούριο κι αυτό, το επινόησα βγαίνοντας από το παραμυθένιο κτίριο Casa Batlló του Antoni Gaudi στη Βαρκελώνη. Γενικότερα κάθε βιβλίο μου έχει την απαρχή του σε έναν λόγο, ένα θέαμα, μια συμπεριφορά, ένα συναίσθημα.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Κάποιος είπε πως για όλα τα σημαντικά πράγματα που μας συμβαίνουν, δεν κλείνουμε εμείς το ραντεβού, αλλά η ίδια η ζωή. Τρία τέτοια ραντεβού έκλεισε λοιπόν και σε εμένα η ζωή με καταξιωμένους συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας, οι οποίοι, διαβάζοντας ανέκδοτα ακόμα κείμενά μου, με ενθάρρυναν με τα θετικά σχόλιά τους να «εκτεθώ». Στα χρόνια που ακολούθησαν γράφω γιατί πιστεύω πως έχω κάτι να πω και αυτό το «κάτι» θέλω να το μοιραστώ. Ωστόσο θα ήθελα να επισημάνω πως η παρουσία μου στον εκδοτικό χώρο δεν ξεκίνησε με τη συγγραφή βιβλίων για παιδιά. Το πρώτο βιβλίο μου επιχειρεί να φωτίσει το παρασκήνιο δημιουργίας παροιμιακών φράσεων της καθημερινότητάς μας και φέρει τον τίτλο «Γιατί το λέμε έτσι…». Πρόκειται για ένα ογκώδες πόνημα, αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας, κίνητρο για την οποία υπήρξε το πάθος μου για τη λαογραφία και η αγωνία μου να διασωθεί το ήθος, τα χαρακτηριστικά και η σοφία του λαού μας. Το 2016 κυκλοφόρησε το πρώτο μου μυθιστόρημα για ενήλικες, «Η σύγκρια», και ευελπιστώ πως μέχρι το τέλος του χρόνου θα έχω τελειώσει και το δεύτερο.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τα παιδιά είναι απαιτητικοί αναγνώστες. Έτσι, η συγγραφή βιβλίων γι’ αυτά δεν είναι εύκολη υπόθεση. Για τη δημιουργία του μυθοπλαστικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο επιλέγεις ως συγγραφέας να εντάξεις την ιστορία σου, οφείλεις να λάβεις υπόψη σου την εξελικτική ψυχολογία, κοινωνικές παραμέτρους, την ψυχοσύνθεση των παιδιών. Πρέπει ακόμα να μπορείς, τηρουμένων των αναλογιών, να ξαναγίνεις παιδί και να δεις με τη ματιά του αυτό που γράφεις, πρέπει επίσης να «κατεβάσεις» το λεξιλόγιό σου στα μέτρα του με συνώνυμα που έχουν το σημασιολογικό περιεχόμενο και το εννοιολογικό δυναμικό που θέλεις. Αυτές είναι δύσκολες λειτουργίες κι αν δε δουλέψεις το κείμενο ξανά και ξανά, έχοντας όλα αυτά υπόψη σου, τα παιδιά βρίσκουν τελικά αδιάφορο το βιβλίο σου. Όταν όμως τα σεβαστείς ως προσωπικότητες, σκύψεις στα προβλήματα που φαντάζουν στα μάτια τους αξεπέραστα, όταν τα απενοχοποιήσεις μέσω των ηρώων σου, εισπράττεις τον ενθουσιασμό τους και την αίσθηση ότι το βιβλίο, γενικά το βιβλίο, τα κέρδισε. Γενικότερα θα έλεγα πως η συγγραφή παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας απαιτεί ειλικρίνεια και σεβασμό στις ανάγκες, τους προβληματισμούς, τα «θέλω» και τις δυνατότητες της κάθε ηλικίας. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Τα βιώματα της προσωπικής μου διαδρομής αποτελούν για μένα πρωταρχικές πηγές έμπνευσης και δημιουργίας. Η γλώσσα των λαϊκών παραμυθιών που άκουγα από τη Μικρασιάτισσα γιαγιά μου νομίζω πως επηρεάζει πάντοτε τη γραφή μου, γι’ αυτό και συχνά βάζω στο στόμα των ηρώων παροιμίες, παροιμιακές εκφράσεις και ό,τι άλλο έχει τη «μυρωδιά» εκείνων των ακουσμάτων.

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Καλώς ή κακώς τα βιβλία που προορίζονται για μικρά παιδιά περνούν αναγκαστικά από τα χέρια και τα μάτια των μεγάλων. Καταθέτοντας την προσωπική μου εμπειρία θα έλεγα πως οι γονείς είναι αρκετά εξασκημένοι πλέον να ξεχωρίζουν αναγνώσματα που έχουν να προσφέρουν κάτι στα παιδιά τους. Και ναι, νομίζω πως υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στη ζωή των μεγάλων είτε γιατί θέλουν να ξαναβρούν ένα χαμένο κομμάτι του εαυτού τους είτε γιατί βαθιά μέσα τους έχουν ανάγκη να (ξανα)πιστέψουν πως όλα είναι δυνατά είτε για να «παρηγορηθούν» πως στο τέλος πάντα το καλό νικάει. 

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Η αρχική ιδέα συνήθως έρχεται απρόσμενα. Μπορεί να ακούσω, να δω ή να νιώσω κάτι που θα με εμπνεύσει. Γι’ αυτό έχω πάντοτε στην τσάντα μου χαρτί και μολύβι, ώστε να μπορώ να κρατήσω σημειώσεις. Ακολούθως αναπτύσσω την ιστορία στον υπολογιστή. Παρόλα αυτά μία και μοναδική φορά έγραψα βιβλίο σε μια χαρτοπετσέτα εστιατορίου στην Αμφιλοχία. Ήταν «Το τικ και το Τακ» που τόσο τελικά άρεσε σε μικρούς και μεγάλους.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία; 

Από τους μαθητές μου εμπνεύστηκα αρκετά βιβλία, γιατί ο τρόπος που σκέφτονται, η αθωότητα, το χιούμορ τους, οι αναστολές τους, τα διλήμματά τους, ο εγωκεντρισμός τους, ακόμα και οι πονηριές τους δίνουν άφθονη πρώτη ύλη για… μαγείρεμα ιστοριών. Ωστόσο ένας συγκεκριμένος  μαθητής μου, ο αγαπημένος μου αλλά ατίθασος Οδυσσέας, έγινε πρωταγωνιστής του βιβλίου «Ένας πιγκουίνος όχι και τόσο τέλειος».

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακολουθώ κάποιο ιδιαίτερο τελετουργικό γραφής ούτε ακούω μουσική όταν προσπαθώ να συνθέσω τις σκέψεις μου. Σε αντίθεση με άλλους δημιουργούς η μουσική εκείνη την ώρα με αποδιοργανώνει κι εγώ θέλω να είμαι απόλυτα συγκεντρωμένη. Όταν δε γράφω όμως, νότες από έντεχνο ελληνικό τραγούδι πλημμυρίζουν το σπίτι μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι. Μόνο σκόρπιες σκέψεις. Κι αυτό γιατί, προκειμένου να αποδώσω, χρειάζομαι το οικείο περιβάλλον και τη ρουτίνα μου. Η μόνη γραφή που «ξεστράτισε», σας είπα… Ήταν «Το τικ και το τακ».   

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Βέβαια. Οι περισσότεροι από τους ήρωές μου μαθαίνω πως ζουν σε σχολεία και νηπιαγωγεία, αισθάνονται όμορφα στις αγκαλιές των παιδιών, παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από παιχνίδια ρόλων και δραματοποιήσεις των περιπετειών τους στις τάξεις. Πολύ συχνά οι εκπαιδευτικοί μού στέλνουν υλικό και φωτογραφίες από τις δράσεις και τις επεκτάσεις που κάνουν με τους μαθητές τους, οπότε γνωρίζω πως οι ήρωές μου συνεχίζουν τη ζωή τους και μετά το τέλος των σελίδων της ιστορίας. Χαίρομαι που περνούν καλά τα παιδιά μαζί τους και που εξαιτίας τους μπορούν να γνωρίσουν προοδευτικά τον εαυτό τους και τον κόσμο.

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου; 

Η ανάγνωση ενός βιβλίου δίνει στα παιδιά χρόνο να τοποθετήσουν τα γεγονότα σε σειρά, να παρατηρήσουν τους ήρωες, να ταυτιστούν μαζί τους, να εξετάσουν προσεκτικά συμπεριφορές και καταστάσεις που μοιάζουν με τις δικές τους, να ξεφορτωθούν ενοχές, να σκεφτούν και να βρουν λύσεις σε πιθανά προβλήματα, να μπουν στη θέση των άλλων, να συνδέσουν τον προφορικό με τον γραπτό λόγο, να απολαύσουν την εικονογράφηση και να καλλιεργήσουν την αισθητική τους. Όλα αυτά δεν μπορούν να τα κάνουν όταν η μία εικόνα διαδέχεται την άλλη στην οθόνη εν ριπή οφθαλμού. Τα τελευταία χρόνια, εκτιμώ, πως  η αξία του βιβλίου έχει αναδειχτεί, ως ένα βαθμό, με τη συμβολή βιβλιόφιλων εκπαιδευτικών που αναλαμβάνουν προγράμματα φιλαναγνωσίας. Χρειάζεται βέβαια πολλή δουλειά ακόμα, αλλά είμαστε σε καλό δρόμο.

Περί ανάγνωσης 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Όταν εγώ ήμουν μικρή δεν υπήρχαν παραμύθια με τη μορφή που ξέρουμε σήμερα. Μόνο μεταφρασμένη λογοτεχνία κυκλοφορούσε τότε –και σε ογκώδη μάλιστα βιβλία. Διάβαζα λοιπόν, και μου άρεσαν πολύ, τα «Χωρίς οικογένεια», «Με οικογένεια», «Οι τρεις σωματοφύλακες», «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» και δε θυμάμαι πόσα άλλα. Μεγαλώνοντας διαπιστώνω εμμονή μου με τους παλαιότερους Έλληνες συγγραφείς, αν και έχω διαβάσει αρκετά κλασικούς και σύγχρονους ξένους. Δε θα ήθελα να αναφερθώ σε ονόματα της σύγχρονης λογοτεχνίας την οποία επίμονα παρακολουθώ, σας βεβαιώ όμως πως το διάβασμα καταναλώνει τον περισσότερο από τον ελεύθερο χρόνο μου. Η ποίηση επίσης είναι κομμάτι της ζωής μου και ομολογώ πως με συναρπάζουν τα πεζογραφήματα που έχουν γραφτεί σε ύφος ποιητικό. 

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Θα σας φανεί περίεργο, αλλά εδώ κι έναν χρόνο μελετώ την αρχαία ελληνική τραγωδία. Δεν ξέρω πόσο θα μου πάρει να διαβάσω τα έργα που θα ήθελα, είχα όμως δώσει από παλιά την υπόσχεση στον εαυτό μου και βοηθούν τώρα οι συγκυρίες να την εκπληρώσω.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε μεταφορικό μέσο, ταξίδι ή ιδιαίτερο τόπο που θυμάστε ιδιαίτερα;  

Σε μεταφορικά μέσα δεν μπορώ να διαβάσω, πραγματικά αρρωσταίνω. Θυμάμαι όμως χαρακτηριστικά την ανάγνωση του «Αλέξης Ζορμπάς» στη Στούπα Μεσσηνίας κάτω από τη συκιά που, καθώς λέγεται, ο μεγάλος λογοτέχνης έγραψε ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου. Ήμουν τότε δεκαοκτώ ετών και με είχε συνεπάρει η εκδοχή πως μπορούσα να απολαύσω το «γέννημα» στον τόπο που έγινε η «σύλληψη». Από τότε, κάθε φορά που το ξαναδιαβάζω, με συνοδεύουν πάντα οι έντονες μνήμες εκείνων των στιγμών. 

Εσείς ως παιδί

 Τα αγαπημένα σας παιχνίδια; Ένα «χειροπιαστό» κι ένα επινοημένο από εσάς;

Όταν ήμουν παιδί, τα περισσότερα ήταν ομαδικά παιχνίδια που τα παίζαμε στην αλάνα της γειτονιάς οχτώ μήνες τον χρόνο. «Τζαμί», «Μήλα», «Πινακωτή», «Βασιλιά-Βασιλιά» κι ένα σωρό άλλα μας κρατούσαν πολλές ώρες της σχόλης στους δρόμους. Τους χειμώνες όμως που μαζευόμασταν στα σπίτια, πολύ μου άρεσε το επιτραπέζιο «φιδάκι». Τώρα πια επινοώ διάφορα που τα παίζω με τα παιδιά στις παρουσιάσεις των βιβλίων μου, επειδή θέλω μέσα από το κατάλληλο παιχνίδι να βγαίνει βιωματικά το νόημα της ιστορίας που μόλις αφηγήθηκα και να συνειδητοποιεί έτσι το παιδί πως κάθε παραμύθι κρύβει μια αλήθεια της καθημερινής μας ζωής. 

Και μια παιδική ανάμνηση που κρατάτε μέχρι σήμερα πολύτιμο φυλαχτό;

Έχω τόσες εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια που δυσκολεύομαι να επιλέξω. Θυμάμαι όμως με νοσταλγία τις φωτιές που ανάβαμε στη γειτονιά το βράδυ της 23ης Ιουνίου και τους χορούς μικρών και μεγάλων γύρω από αυτές, τη μεταφορά του αμίλητου νερού και την ιεροτελεστία της προετοιμασίας για τον «Κλείδωνα», τις κούνιες που ρίχναμε στα δέντρα ανήμερα του Αγιωργιού, τα ομαδικά παιχνίδια που παίζαμε στους ανοιχτούς χώρους.  Η εικόνα επίσης  του ψαρά, του γαλατά, του γιαουρτά, του μανάβη, του καρεκλά, του γανωματή, του παπλωματά και του αρκουδιάρη που περιδιάβαιναν ανά εποχή τις ρούγες διαλαλώντας τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, με συνοδεύει πάντα. Το Δωδεκαήμερο επίσης στο χωριό του πατέρα μου, τις ετοιμασίες των γλυκών, τα κάλαντα που τα λέγαμε τότε βράδυ και αμειβόμασταν με ξηρούς καρπούς, τις ψημένες φέτες στο τζάκι με λαδορίγανη και τη γιαγιά στο παραγώνι να μας λέει ιστορίες με ξωτικά. Όλα αυτά και άλλα πολλά είμαι Εγώ, συνιστούν την ταυτότητα και την προσωπικότητά μου. 

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Για να αφήσω θετικό αποτύπωμα στο διάβα μου επί Γης θα έπαιρνα από τα βιώματα της ενήλικης ζωής μου το «Να βρίσκεις νόημα σε αυτό που κάνεις, να πορεύεσαι με καθαρή καρδιά, να αγαπάς τους ανθρώπους και να δρας ως μέρος της Φύσης και όχι ως κυρίαρχός της», ενώ για την ψυχική μου υγεία θα έπαιρνα το «Και αυτό θα περάσει». 

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είμαι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχω μετεκπαιδευτεί στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Εργάστηκα για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση ως δασκάλα, συνταξιοδοτήθηκα όμως το 2014 μετά από 30 χρόνια Υπηρεσίας. Εκτιμώ ωστόσο πως συνεχίζω να υπηρετώ τις ανάγκες του παιδιού μέσα από τα βιβλία μου, τα οποία μαζί με τις μελέτες λαογραφικού περιεχομένου που έχουν εκδοθεί ξεπερνούν πλέον τα εβδομήντα. Η θητεία μου ως δασκάλας αναμφίβολα «προικοδότησε» το Είναι μου με τη γνώση της παιδικής ψυχής και τους προβληματισμούς της κάθε ηλικίας, πρόκειται για ένα δικό μου «συν» που αποτυπώνεται, ευελπιστώ,  στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω τα θέματα με τα οποία καταπιάνομαι.

Παρακολουθείτε παιδικό θέατρο; Σας μάγεψε κάποιο έργο, παράσταση, κείμενο;

Όταν ήμουν δασκάλα, πήγαινα στο θέατρο συχνά με τους μαθητές μου. Τώρα παρακολουθώ λιγότερο. Φέτος είδα δύο έργα. Ωραία σκηνικά, εντυπωσιακά κοστούμια, έλειπαν όμως τα μηνύματα που έχει ανάγκη η εποχή μας, αλλά και οι μικρές σιωπές ανάμεσα σε ορισμένες ατάκες, απαραίτητες για να ανασάνει ο Λόγος. Από φόβο προφανώς των σκηνοθετών μήπως το κείμενο κάνει «κοιλιά», βομβάρδιζαν το κοινό με λόγια και κινήσεις, έτσι που, τα παιδιά ιδιαίτερα, δεν είχαν το χρονικό περιθώριο να αφομοιώσουν τα τεκταινόμενα. Όχι, κανένα από τα δυο δε με μάγεψε. Για να μην αδικήσω όμως όλες τις παραστάσεις, ίσως δεν έκανα εγώ καλή επιλογή θεατρικών έργων. 

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Μόλις έφυγαν από τα χέρια μου για εικονογράφηση τρία βιβλία μου για παιδιά. Έτσι, μέχρι να αρχίσει ο νέος κύκλος επισκέψεών μου σε νηπιαγωγεία και σχολεία της χώρας, θα συνεχίσω το δεύτερο μυθιστόρημα που ήδη έχω αρχίσει να γράφω και το οποίο ελπίζω να καταφέρω να τελειώσω μέσα στη χρονιά.

Παρουσίαση του βιβλίου Ο μέγας Μελομακάρων …. εδώ κι εκείΟι καλοσυνόγατες και ο κακοπόντικας σύντομα στα δυο Πανδοχεία. 

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

03
Δεκ.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 185. Ελένη Γιαννάτου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Ο κύριος Πηνελόπη μοιάζει με έναν στίχο του αγαπημένου μου Χουαρρός: είναι μια πόρτα που έμαθε να είναι χτύπος. Νομίζω ότι αρκεί το κείμενο που έγραψα για τον Κύριο Πηνελόπη, το οποίο έχει καταλάβει τα αυτιά του βιβλίου.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Το έγραψα όταν δεν πίστευα πια σε τίποτα παρά μόνο στην αναμονή.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με ακολουθούν όπως τα μπαλάκια τον καφκικό Μπλούμφελντ.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως, προτού καταφύγω στο word, δοκιμάζω το μολύβι μου σε μπλοκάκια, που τα αγαπώ τόσο, ώστε θα ήθελα να έχω δεκάδες τσέπες για να τα ενθυλακώνω. Ίσως να τα αγαπώ περισσότερο από την ανάγνωση και τη συγγραφή, διότι φροντίζω επιμελώς να διατηρώ για μεγάλα χρονικά διαστήματα τις σελίδες τους λευκές.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Φτιάχνω καφέδες. Αλλάζω αμέτρητες φορές τη μουσική. Ξεσκονίζω το γραφείο μου. Αλλάζω τη θέση μερικών βιβλίων. Νοσταλγώ όσα δεν έχω πια στη βιβλιοθήκη μου. Επιθυμώ καινούργια. Θυμάμαι να αναζητήσω κάποιο εξαντλημένο. Όταν εξαντλήσω όλους τους τρόπους αναβολής, αρχίζω να γράφω. Δεν ακούω σε όλα τα στάδια της γραφής μουσική. Οι μουσικές μου προτιμήσεις εκτείνονται από την αφρικανική έως την ατονική μουσική.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Το αυτί του βιβλίου μου γράφει ότι σπούδασα θεατρολογία και κατόπιν κλασική φιλολογία στη Φιλοσοφική  Σχολή της Αθήνας. Ωστόσο πιστεύω ότι δεν είμαστε μόνο ό,τι σπουδάσαμε αλλά ό,τι τολμήσαμε να γνωρίσουμε. Εάν γυρνούσα τον χρόνο πίσω, θα επέμενα, εκτός από τη φωτογραφία μου στο αυτί του βιβλίου, να μην μπει και κανένα βιογραφικό στοιχείο που να έχει σχέση με σπουδές και παρόμοια. Τέτοιες πληροφορίες είναι επιζήμιες για την (κριτική) σκέψη και ευνοούν προκατασκευασμένες αναγνώσεις. Προς το παρόν βιοπορίζομαι κυρίως από την εκπαίδευση και προσπορίζομαι ηδονή από την επιμέλεια και τη μετάφραση. Παρά ταύτα διαπιστώνω πράγματι κάποια εμφανή απορρόφηση της χρόνιας ανεργίας στη γραφή μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Είχα πρόταση για μονογραφίες από καθηγητές και των δύο σχολών, αλλά αρνήθηκα, διότι πλήττω θανάσιμα. Αυτός είναι και ο λόγος που, ακόμη και σήμερα, βρίσκω πιο ελκυστική την ιδέα ενός τρίτου ή τέταρτου πτυχίου από την ιδέα ενός διδακτορικού. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως αποδεχόμουν μια πρόταση για μια μουνογραφία ή μια στηθογραφία, για να διαψεύσω τον Χουάν Μανουέλ δε Πράδα που έχει δηλώσει ότι τέτοια βιβλία γράφονται από ή για άντρες και για να επαληθεύσω τον ισχυρισμό του Ραμόν Γκόμεθ δε λα Σέρνα ότι οι γυναίκες είναι άφθαστες στην εξαπάτηση, διότι επιλέγουν από ποιον θα εξαπατηθούν.

Τι γράφετε τώρα; 

Το επόμενό μου βιβλίο είναι ένα κιβωτιόσχημο ερώτημα που δεν διατύπωσε ποτέ ο Ρομπέρ Φιλλιού.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Οδύσσεια του Ομήρου, οι Ιστορίες του Ηροδότου, η Αποκολοκύνθωση του Σενέκα, το Σατυρικόν του Πετρωνίου, οι Σάτιρες του Γιουβενάλη, Περί παρασίτου και Προς τον απαίδευτον και πολλά βιβλία ωνούμενον του Λουκιανού, Φαίδρος, Ίων, Κρατύλος και Συμπόσιο του Πλάτωνα, η ψευδολογγίνεια πραγματεία Περί Ύψους,  Κανών περιεκτικός πολλών εξαιρέτων πραγμάτων… του Δαπόντε, 20,000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα, Η πράσινη αχτίδα και  Η σφίγγα των πάγων του Βερν, Χαμένα Όνειρα, Λαμπρότητες και αθλιότητες εταιρών και Σαραζίν του Μπαλζάκ, Μπουβάρ και Πεκυσέ του Φλωμπέρ, Ο ηλίθιος και Οι δαιμονισμένοι του Ντοστογιέφσκι, Ομπλόμοφ του Γκοντσάροφ, Φερντυτούρκε, Υπεραντλαντικός και ο Κόσμος του Γκομπρόβιτς, Μόμπυ Ντικ και Μπάρτλμπυ ο γραφιάς του Μέλβιλ, H χλομή φωτιά του Ναμπόκοφ,

Το μηδέν και το άπειρο του Καίστλερ, Καθώς ψυχορραγώ και Άγρια φοινικόδεντρα του Φώκνερ, Θωμάς ο σκοτεινός και Εκείνος που δεν με συντρόφευε του Μπλανσό, Θλιβεροί τροπικοί του Λεβί-Στρος, Errata και Μετά τη Βαβέλ του Στάινερ, Βίοι Ελάσσονες του Μισσόν, Ο φωτεινός θάλαμος, Μυθολογίες, Ο Ρολάν Μπαρτ από τον Ρολάν Μπαρτ, Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης και Οι Αόρατες πόλεις του Καλβίνο, Πράγματα, Ζωή, οδηγίες χρήσεως, Cantatrix sopranica και άλλα επιστημονικά συγγράμματα και W ή Η παιδική ηλικία του Περέκ, Ο κλέφτης της νοσταλγίας του Ερβέ Λε Τελιέ, Χειμώνας στη Λισσαβώνα και Ο Πολωνός ιππέας του Μολίνα, Καρδιά τόσο άσπρη του Χαβιέρ Μαρίας, Η ερυθρά παρθένα του Αρραμπάλ, Το μαύρο πρόβατο και άλλοι μύθοι του Μοντερρόσο, Το πετρέλαιο του Παζολίνι,

Φράγμα στον Ειρηνικό, Ο άνδρας που καθόταν στον διάδρομο και Τα πράσινα μάτια της Ντυράς, Τα κύματα και Στον Φάρο της Γουλφ, Μυθοπλασίες και Ο ποιητής του Μπόρχες, Το κουτσό και Άπαντα τα διηγήματα του Κορτάσαρ, Μπάρτλεμπυ και Σία του Μάτας, Η ακτή των Σύρτεων του Γκρακ, Η ζήλια του Γκριγιέ, Η ιστορία του ματιού του Μπατάιγ, Μερόη και Πορτ Σουδάν του Ρολέν, Η τριλογία της Μασσαλίας του Ιζζό, Η Ιγκουάνα της Άννα Μαρία Ορτέζε, Η γνώση του πόνου του Κάρλο Εμίλιο Γκάντα, Ρέκβιεμ και Νυχτερινό στην  Ινδία του Αντόνιο Ταμπούκι, Οι άγριοι ντετέκτιβ και Τα τηλεφωνήματα του Μπολάνιο, το Χειρόγραφο της Σαραγόσα του Γιαν Ποτότσκι, Περί ηρώων και τάφων του Σάμπατο, το Paradiso του Λίμα, η Πρώτη και η Τελευταία τριλογία του Μπέκετ, Λεντς και Βόυτσεκ του Μπύχνερ,  τα ποιήματα του Μισώ,

του Μπονφουά, του Σαρ, του Πικαμπιά, του Πονζ, του Χιρόντο, του Πάρρα, του Μπρόταρς, του Φιλλιού, του Αναγνωστάκη, του Βάθη, του Εγγονόπουλου, του Κάλας, του Λεοντάρη, του Παυλόπουλου, του Πούλιου, του Σαράκη, του Σινόπουλου, του Σολωμού, του Στεριάδη, του Φωκά, της Καρέλλη, της Ρένας Χατζηδάκη, της Μαστοράκη, της Βακαλό, της Βέμη, του Δημάκη, του Ντε Κάμπος, του Ιβάν Γκολ, Οι Βενετίες του Μοράν, Ο μηχανικός του χαμένου χρόνου — Συνεντεύξεις με τον Μαρσέλ Ντυσάν του Καμπάν, η Λιμναία Οδύσσεια του Κουνέλλη, Η νέα τέχνη να φτιάχνεις βιβλία του Ουλίσες Καρριόν, Η εικόνα στο χαλί και Τα χαρτιά του Άσπερν του Χένρυ Τζέημς, Τα αδέρφια Τάννερ και τα Μικροκείμενα του Βάλζερ, Από τη ζωή ενός φαύνου του Άρνο Σμιτ, Ο ανιψιός του Βιτγκενστάιν και το Μπετόν του Μπέρνχαρντ, Οι ξεριζωμένοι και Οι δακτύλιοι του Κρόνου του Ζέμπαλντ, Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι του Στερν, Ο τρίτος αστυφύλακας του Ο’Μπράιαν,

Μοραβαζίν, βίος και πολιτεία του Σαντράρ, Η γυναίκα της άμμου του Αμπέ, Ο ζοφερός οίκος του Ντίκενς, η Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ του Μάστερς, H σύντομη ζωή, Το ναυπηγείο και Ο Πτωματοσυλλέκτης του Ονέττι, το Κουιντέτο του Μπουένος Άιρες του Μονταλμπάν, το Τσούρμο του Χουάν Φιγιόυ, Εντυπώσεις από την Αφρική του Ρεημόν Ρουσσέλ, Τα γαλάζια άνθη και Ασκήσεις ύφους του Ρεημόν Κενώ, Το γαλάζιο τετράδιο του Χαρμς, Η επιστολή του λόρδου Τσάντος του Χόφμανσταλ, Μαθήματα χορού για ενήλικες του Χράμπαλ, Ταξίδι στην Αρμενία του Μάντελσταμ, Το ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου του Τουργκένιεφ, Ο μετέωρος άνθρωπος και Χέρτσογκ του Μπέλοου, Φανταστική Περιπέτεια του Αλέξανδρου Κοτζιά, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου, Δίχως Θεό του Τερζάκη, Η κενή διαθήκη του Τακόπουλου,

Ιφιγένεια εν Ληξουρίω του Κατσαΐτη, Αναφορά περιπτώσεων του Αλέξανδρου Σχινά, ο πέμπτος τόμος των Απάντων του Ροΐδη, Οι έμποροι των Εθνών του Παπαδιαμάντη, τα Σκαλαθύρματα του Κάσδαγλη, Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη του Μάρκογλου, Ζωγραφικοί πίνακες και ιδιότροπα ζώα  του Αποστολίδη, ο Λοιμός του Φραγκιά, Ο Ιερός μαστός του Νικολαΐδη, Το πλατύ ποτάμι και Ο μαύρος φάκελος του Μπεράτη, Το θείο τραγί και Το σόλο του Φίγκαρω του Σκαρίμπα, τα Άπαντα του Χάκκα, τα Άπαντα του Μπαρλά, Ιστορία των μεταμορφώσεων του Πάνου, Νεράιδα της Αθήνας. Πολυξένη του Νόλλα, Το γονίδιο της αμφιβολίας του Παναγιωτόπουλου, Το λεμονοδάσος του Κοσμά Πολίτη, Η μεγάλη πλατεία του Μπακόλα, Ο εξώστης του Καχτίτση, Οι αγελάδες του Γονατά, Βάρδια και Λι του Καββαδία, Η αρχιτεκτονική της Σκόρπιας ζωής του Πεντζίκη, Ο υπνοβάτης της Καραπάνου, Το τσίρκο της Μιμίκας Κρανάκη (συνεχίζεται παρακάτω).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Ρίχτερ ο μοναδικός» του Ροΐδη, «Το ωρολόγιον του Αγίου Σουλπικίου» του Μπαρλά, «Αυτόχειρ» του Μητσάκη, «Όταν οργά η φύση» του Πικρού, «Παραρλάμα» του Βουτυρά, «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» του Βιζυηνού, «Οι χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη «Οι καρφίτσες» του Πέλλα, «Το βάρος του Φωτάκη Σεβαστοκράτορα» του Χουλιαρά, «Οι Χτίστες» της Κρανάκη, «Σκυλοπολιορκία» του Ιωάννου, «Το τρίτο νεφρό» του Χάκκα, «Η άτιμη τιμή» του Χατζηαργύρη, «Το άγαλμα» του Καζαντζή, «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» του Χατζή, «Σχολιάζοντας ένα νεανικό του διήγημα» του Πίττα, «Ένα δωμάτιο έξω από το παράθυρο» του Τσίζεκ, «Η καμπάνα» του Κ.Χ. Μύρη, «Η επίσκεψη» του Γονατά,

«Βοροφρύνη» του Πεντζίκη, «Επιστολή προς τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη» του Αντονά, «Σημειώσεις μιας ζωής» του Γιαννακουδάκη, «Γέροι άνθρωποι» του Παλαβού, «Ήτο ένα μπουκ» του Σερέφα, «Σαμογέτες» του Μπαρρέτο, «Η τρίτη όχθη του ποταμού» του Ρόζα, «Ο Ρίντερ και το πρες παπιέ» του Ριμπέυρο, «Οριγκάμι» του Σέρζι Πάμιες, «Η κότα και το αυγό» της Λισπέκτορ, «Η αποκεφαλισμένη κότα» του Κιρόγα, «Ένα σπάνιο πουλί» του Μπερνάρ Κιρινί, «Σέσιλ Τέιλορ» του Άιρα, «Το καινούργιο φόρεμα» της Γουλφ, «Ο κυβερνήτης» του Αντρέγιεφ, «Είναι τραγωδία; Είναι κωμωδία;» του Μπέρνχαρντ, «Η χοντρομπαλού» του Μωπασσάν, «Ο βούρκος» του Ιονέσκο,

«Η πράσινη καρδιά» του Ερνάντες, «Το βιολί του Ρότσιλντ» και «Ο χοντρός και ο λιγνός» του Τσέχοφ, «Ένας λυρικός ποιητής» του Κεϊρός, «Η καταστροφή» του Μπουλγκάκοφ, «Ο βιρτουόζος της πείνας» του Κάφκα, «Το κόκκινο κουκούλι» του Αμπέ, «Ελάτε στη θέση μου» του Κάρβερ, «Ένα ενοχλητικό γράμμα» του Μπουζάτι, «Λίγεια» του Λαμπεντούζα, «Η γαλάζια περίοδος του Ντε Ντομιέ Σμιθ» του Σάλιντζερ, «Οι νεκροί» του Τζόυς, «Το ποντίκι και η γυναίκα» του Τόμας, «Θα περιμένω» του Τσάντλερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Ευθύμης Σακκάς, ο Γιάννης Αστερής, ο Νίκος Χρυσός, η Μαρία Α. Ιωάννου, η Λουίζα Λαζάρου και η Ιωάννα Ξυλόσομπα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Είναι πολλοί οι ζηλευτοί λογοτεχνικοί ήρωες. Μπαίνω στον πειρασμό να απαντήσω: ο Μπουβάρ και o Πεκυσέ, ο Μερσιέ και ο Καμιέ, ο Βίτολντ και ο Φουξ, αλλά θα προτιμήσω την απάντηση που έχω ξαναδώσει πριν από λίγους μήνες (χωρίς αυτή τη φορά να χρειάζεται, προκειμένου να δημοσιευτεί, να δώσω και μια φωτογραφία μου): Το Οντραντέκ που αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα ερμηνείας ή ο Μπαλνταντέρς που μεταμορφώνεται αδιάκοπα και γνωρίζει πώς να συνομιλεί με μια καρέκλα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ξεχωρίζω δύο ανενεργά λογοτεχνικά περιοδικά: Τον Θεσσαλονικιό Κοχλία, που έχει φιλοξενήσει υπέροχα κείμενα στις σελίδες του και το Φυλλάδιο του Ιωάννου, στο οποίο δεν έχω πάψει να ανατρέχω. Όταν ήμουν φοιτήτρια υπήρξα για ένα μεγάλο διάστημα συνεπής συλλέκτρια μουσικών και κινηματογραφικών κυρίως περιοδικών, εγχώριων και μη. Τη στιγμή που το συλλεκτικό μου ενδιαφέρον είχε αρχίσει να ατονεί, έπεσα πάνω σε δύο περιοδικά που μου το αναζωπύρωσαν και μου πρόσφεραν στοχαστική απόλαυση: το (ηχητικό) περιοδικό του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ και το πρώτο τεύχος της θεματικής περιοδικής έκδοσης της Alloglotta. Σήμερα εξακολουθώ να διαβάζω ηλεκτρονικά περιοδικά, τα οποία, στην πλειονότητά τους, δεν είναι εγχώρια ούτε αμιγώς λογοτεχνικά.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το πόνημα του Μπράιαν Ρίτσαρντσον για την τυπογραφία στην Ιταλία της Αναγέννησης.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, ναι. Με ενδιαφέρουν πραγματικά όσες ελαύνονται από αγάπη για τα κείμενα και δεν εξυπηρετούν εκδότες, συγγραφείς και προσωπικά συμφέροντα.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Πριν από χρόνια, μέσα σε ένα βαγόνι του ηλεκτρικού με κατεύθυνση τον Πειραιά, διάβαζα το «Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μια τσέπη» του Κορτάσαρ, και δεν είχα αντιληφθεί ότι ένας ηλικιωμένος, που καθόταν απέναντί μου, διάβαζε το πρόσωπό μου. Λίγο προτού κατεβούμε, με ρώτησε: «Συγγνώμη, δεσποινίς, μπορείτε να μου πείτε τον τίτλο του βιβλίου που σας έκανε να χαμογελάτε;».

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Η ερώτησή σας επιβάλλει τη διεύρυνση της ανωτέρω λίστας που περιλαμβάνει τα αγαπημένα μου βιβλία: Μπόουλινγκ πάνω στον Τίβερη του Αντονιόνι, Ο Γκοντάρ για τον Γκοντάρ, Η τελευταία πνοή του Μπουνιουέλ, Κάτι σαν αυτοβιογραφία του Κουροσάβα, Κινηματογράφος και ζωγραφική του Αϊζενστάιν, Σμιλεύοντας τον χρόνο του Αντρέι Ταρκόφσκι, Το μακρύ ταξίδι της άμμου του Παζολίνι, Οδοιπορία στον πάγο του Χέρτσογκ, τα Γραπτά των Στρομπ- Ουγιέ, Βουστροφηδόν και άλλα γραπτά του Γκρέγκορυ Μαρκόπουλος, Όλοι οι δρόμοι προς την απόγνωση του Νίκου Παπατάκη, Καθημερινές ιστορίες του Τάκη Κανελλόπουλου. Μπορώ να αναφέρω ισάριθμα θεατρικά – θεατρολογικά κείμενα και δυο-τρεις σκηνοθέτες που εκτιμώ και παρακολουθώ τη δουλειά τους — ας μην το κουράζουμε! Η αλήθεια είναι ότι αγαπώ τον κινηματογράφο πολύ περισσότερο απ’ όσο αγάπησα ή θα αγαπήσω ποτέ μου το θέατρο.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πρόσφατα είχα μια διδακτική εμπειρία από το διαδικτυώνεσθαι που συνδέεται με την προσωπική μου επιλογή του μη δικτυώνεσθαι. Ένας παράγοντας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τον οποίο ουδέποτε έχω συναντήσει ή επιδίωξα ποτέ να συναντήσω, με τον οποίο δεν έχω ανταλλάξει ούτε μία λέξη, μου έδωσε ένα πολύτιμο μάθημα στην εικονική ζωή και τον ευχαριστώ δημόσια για αυτό. Νόμιζα ότι όταν δεν είσαι (και δεν αποζητάς να γίνεις) μέλος κάποιας λογοτεχνικής παρέας, ώστε να μπορείς να επωφεληθείς από τα προνόμια που θα είχες ως προστατευόμενη, το πιθανότερο που θα μπορούσε να σου συμβεί, θα ήταν να αγνοήσουν επιδεικτικά το βιβλίο σου (μιας και τους είσαι παντελώς άχρηστη). Σε καμία περίπτωση δεν περίμενα ότι η προσωπική επιλογή του μη δικτυώνεσθαι θα πυροδοτούσε αντιδράσεις που φανερώνουν νοσηρή εμπάθεια.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ό,τι είναι αιώνιο, η νιότη, η ανάγνωση, η συγγραφή, η ζωή η ίδια, καταντάει βαρετό.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Κυρία Γιαννάτου, ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που καθυστερήσατε τόσο να απαντήσετε αυτό το ερωτηματολόγιο;

Μέχρι σήμερα δεν πίστευα ότι ήμουν ικανή να ανταποκριθώ στο αίτημα για μια ευσύνοπτη λίστα απ’ όσα βιβλία ή διηγήματα αγαπώ περισσότερο, μια λίστα που θα με ικανοποιούσε τόσο, ώστε θα κατασίγαζε την επιθυμία μου να την αναιρέσω — πάμε ξανά από την αρχή;

Στις εικόνες: Virginia Wolf [Valeria Gallo], Arno Schmidt, Julio Cortazar, Marguerite Duras, Henri Michaux, Saul Bellow, Kobo Abe, Juan Carlos Onetti, Juan Filloy, Anna-Maria Ortese.

21
Νοέ.
18

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 2. Μαρίνα Καδή

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

To τελευταίο μου βιβλίο που αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο έχει τίτλο «Η κίτρινη κουβέρτα της ευτυχίας» (εκδόσεις Τελεία, εικονογράφηση Βασίλη Κουτσογιάννη). Είναι μια ιστορία εμπνευσμένη από τη ζωή, για τους γονείς που δεν είναι πια μαζί και τα παιδιά που προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές τους και να βρουν ξανά το χρώμα στη ζωή τους. Η ιστορία αυτή περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, από βιώματα που είχα ως παιδί, μέσα από τον χωρισμό των γονιών μου.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση για κάποια βιβλία σας;

Η Άσπρη στολή (εκδόσεις Τελεία, εικόνες Ρένια Μεταλληνού) είναι η ιστορία ενός κοριτσιού που ονειρευόταν να γίνει νοσοκόμα, για να φροντίζει τους ανθρώπους, χωρίς να φαντάζεται ότι η ζωή θα την έφερνε στην πρώτη γραμμή όλων των θλιβερών γεγονότων που σημάδεψαν τη μικρή της πατρίδα. Μέσα από την ιστορία αυτή, που είναι εμπνευσμένη από τη ζωή της μητέρας μου, ήθελα να αναδείξω όλους τους αφανείς ήρωες, που εργάζονται ακούραστα και αθέατα, σε κάθε γωνιά της γης, για να απαλύνουν τον ανθρώπινο πόνο.

Το βιβλίο Περιμένοντας τη βροχή (εκδόσεις Καλέντη, εικόνες Ρένια Μεταλληνού), με ήρωα ένα μικρό αγόρι, τον Μάρκο, επικεντρώνεται στο φαινόμενο της ανομβρίας και της κλιματικής αλλαγής. Κάθε φορά που έβρεχε, οι μικρές χάρτινες βαρκούλες του Μάρκου ταξίδευαν, παίρνοντας μακριά και από μία λύπη. «Κάθε φορά που μια βαρκούλα ταξιδεύει, παίρνει και μια στενοχώρια μαζί της» έλεγε ο παππούς στον Μάρκο. Τώρα όμως ο παππούς δεν είναι πια μαζί τους και η βροχή έχει χαθεί… Κάθε μέρα, ο Μάρκος κοιτάζει τον ουρανό, για κάποιο σημάδι. Περιμένει τη βροχή, που θα διώξει τη λύπη μακριά και θα καθαρίσει τις ψυχές των ανθρώπων.

Το κόκκινο φόρεμα της Σαβέλ (εκδόσεις Πάργα, εικόνες Ντανιέλα Σταματιάδη) περιγράφει την ιστορία ενός κοριτσιού που αναγκάζεται σε μια μέρα να αφήσει τη χώρα της και ό,τι αγαπούσε και να ταξιδέψει μακριά, στην άλλη άκρη της γης. Το μόνο πράγμα που μπόρεσε να πάρει μαζί της, είναι το κόκκινο φόρεμα, που της είχε κάνει δώρο η γιαγιά της στα γενέθλιά της. Και η Σαβέλ δεν το αποχωρίζεται ποτέ… Είναι μια ιστορία για τα παιδιά πρόσφυγες, που αναγκάζονται βίαια να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και τους ανθρώπους που αγαπούν και να βρεθούν σε τόπους ξένους.

Το βιβλίο Παιδικά όνειρα (εκδόσεις Πατάκη, εικόνες Ντανιέλα Σταματιάδη) είναι μια σύνθεση μικρών ιστοριών – οκτώ παιδιά που έχουν ένα φαινομενικά άπιαστο όνειρο, το οποίο ψαλιδίζουν άθελά τους οι μεγάλοι, μέσα από τη δική τους λογική και έλλειψη φαντασίας. Μέσα από τις ιστορίες των παιδιών, που καταφέρνουν τελικά να πραγματοποιήσουν τελικά τις επιθυμίες τους, τονίζεται η σημασία του να έχει κάποιος όνειρα και μην τα εγκαταλείπει.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία; 

Η επαφή μου με την παιδική λογοτεχνία ξεκίνησε μέσα από την επιθυμία μου να μιλήσω στα παιδιά για δύσκολα θέματα, όπως είναι η καταστροφή της φύσης και η εκμετάλλευση των ζώων, ο πόλεμος, η φτώχεια και η ανισότητα, χωρίς όμως να σκοτώσω την αισιοδοξία, την ελπίδα, τα όνειρά τους για το μέλλον. Έγραψα την πρώτη μου ιστορία πριν 10 χρόνια περίπου, λίγο μετά που έγινα μητέρα. Η επαφή μου με τα παιδικά βιβλία που διάβαζα στα δύο μου παιδιά κάθε βράδυ ήταν επίσης καθοριστική. Κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να πω κι εγώ μια ιστορία κι άρχισα δειλά δειλά να γράφω, χωρίς να ξέρω που θα με έβγαζε η προσπάθεια μου αυτή. Είχα όμως την ανάγκη να μιλήσω στα παιδιά – όχι μόνο τα δικά μου παιδιά – για θέματα δύσκολα, αλλά ουσιαστικά, μεταφέροντας το μήνυμα ότι μπορεί να είναι δύσκολο ένας άνθρωπος να αλλάξει τον κόσμο, όμως ένας άνθρωπος μπορεί, μέσα από μικρές, καθημερινές πράξεις, να βοηθήσει να γίνει ο κόσμος λίγο καλύτερος…

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; 

Η παιδική λογοτεχνία συχνά πηγάζει από την ανάγκη του συγγραφέα να μεταφέρει ένα μήνυμα στα παιδιά και υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να πέσει κάποιος στην παγίδα του διδακτισμού. Θεωρώ όμως ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις ιστορίες που επιδιώκουν να προβληματίσουν τα παιδιά για ένα θέμα και στις ιστορίες που επιδιώκουν να τους δώσουν ένα «μάθημα». Τα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία δεν είναι βιβλία γνώσεων κι αν τα χειριστείς ως τέτοια, θα έχεις ένα κακό αποτέλεσμα. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Ναι, οι παιδικές μου μνήμες είναι πηγή έμπνευσης για πολλά από τα βιβλία μου. Εκτός από το βιβλίο «Η κίτρινη κουβέρτα της ευτυχίας» για το οποίο μίλησα πιο πάνω, το βιβλίο «Ο Νικόλας και η Έλλη» – το οποίο περιγράφει τη σχέση ενός αγοριού με μια ελεφαντίνα – είναι βασισμένο σε μια παιδική μου ανάμνηση. Στον ζωολογικό κήπο της Λεμεσού, την πόλη όπου μεγάλωσα, ζούσε η Τζούλι, ένας ασιατικός ελέφαντας. Μου άρεσε να επισκέπτομαι την Τζούλι, χωρίς να αντιλαμβάνομαι τότε, ότι η ζωή της ήταν ένας εφιάλτης. Παρόλο που οι ελέφαντες είναι κοινωνικά ζώα, η Τζούλη ζούσε μόνη σε έναν πολύ μικρό χώρο, με αποτέλεσμα να πάθει αρθριτικά από την ακινησία (μια συχνή ασθένεια σε ελέφαντες που ζουν σε αιχμαλωσία) και τελικά να πεθάνει. Η ευαισθητοποίηση του κόσμου ήταν τόσο μεγάλη, που ο ζωολογικός κήπος φρόντισε για τη μεταφορά άλλων μεγάλων θηλαστικών σε πάρκα του εξωτερικού, για να ζήσουν ελεύθερα. Σε αυτά τα πλαίσια κινείται η ιστορία της Έλλης και του μικρού Νικόλα.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Θα έλεγα ότι οι ιδέες παγιδεύουν εμένα και όχι το αντίθετο! Από τη στιγμή που θα έρθει στο μυαλό μου μια ιδέα για μια νέα ιστορία, η σκέψη αυτή με συντροφεύει κάθε λεπτό της μέρας, όπου κι αν βρεθώ, ότι κι αν κάνω. Συνήθως κρατώ σημειώσεις σε ένα μικρό μπλοκ που έχω πάντα μαζί μου και κάποια στιγμή κάθομαι να αποτυπώσω την ιστορία.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία; 

«Το κόκκινο φόρεμα της Σαβέλ» είναι εμπνευσμένο από τα χιλιάδες παιδιά που αναγκάστηκαν τα τελευταία χρόνια να αφήσουν τη χώρα τους, για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Μέσα από τα μάτια της Σαβέλ ήθελα να δείξω ότι το ταξίδι δεν τελειώνει με την ασφαλή άφιξη ενός παιδιού στον προορισμό του. Εξίσου σημαντική είναι η ένταξη στο νέο περιβάλλον και κατά πόσο θα το υποδεχτούν με αγάπη και κατανόηση.

Η ιστορία της προσφυγιάς είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνεται μέσα στους αιώνες και θα επαναλαμβάνεται όσο υπάρχουν πόλεμοι και εμφύλιοι διχασμοί. Καθώς έγραφα την ιστορία της Σαβέλ, στο μυαλό μου ήταν μια Ιρανή συμφοιτήτριά μου, η οποία είχε φύγει κρυφά από το Ιράν με τους γονείς της κατά την Ιρανική επανάσταση. Η μητέρα τους, φοβούμενη να μην αποκαλυφθεί το μυστικό τους, τους μίλησε για το ταξίδι τους το προηγούμενο βράδυ και δεν μπόρεσαν να αποχαιρετήσουν κανένα – ούτε καν την αγαπημένη τους γιαγιά, κάτι που βιώνει με παρόμοιο τρόπο και η Σαβέλ στην ιστορία. 

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο; 

Το βιβλίο «Μια μέρα» της Alison McGhee, σε εικονογράφηση του Peter Reynolds, είναι ένα από τα βιβλία που με άγγιξε βαθιά και με ενέπνευσε να αρχίσω να γράφω. Είναι ένα βιβλίο που καταφέρνει με λιγοστές λέξεις να περιγράψει όλα τα σύνθετα συναισθήματα της μητρότητας και να μας θυμίσει ότι όσο κι αν αγαπούμε τα παιδιά μας, το μέλλον είναι δικό τους και μόνο. 

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση;

Μια ιστορία μπορεί να τη δουλεύω στο μυαλό για πολύ καιρό, πριν αρχίσω να την αποτυπώνω στο χαρτί. Μπορεί να σκεφτώ μια πρόταση, έναν διάλογο, ή ένα νέο χαρακτήρα και κρατώ σημειώσεις. Έτυχε να γράψω αποσπάσματα ιστοριών μου σε καφετέριες, σε πάρκα ή στο αεροπλάνο. Γενικά δεν προτιμώ να γράφω σε απομόνωση, αλλά νιώθοντας τον παλμό της πόλης. 

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης); 

Σπούδασα ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και διαχείριση του περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Cornell των Ηνωμένων Πολιτειών. Σήμερα εργάζομαι στο Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος της Κύπρου. Τόσο η ψυχολογία, όσο και οι περιβαλλοντικές σπουδές, έχουν καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των θεμάτων των βιβλίων μου, καθώς και στον τρόπο προσέγγισης των θεμάτων αυτών.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Η αγαπημένη μου συγγραφέας παιδικών και εφηβικών βιβλίων είναι η αμερικανίδα Jacqueline Woodson, η οποία αντλεί από το δύσκολο παρελθόν της αφροαμερικανικής κοινότητας στην οποία ανήκει. Οι ήρωες των βιβλίων της είναι απλοί άνθρωποι που καταφέρνουν να ανέλθουν μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, χωρίς να αφήσουν τις αντιξοότητες της ζωής να τους καθορίσουν. 

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Από ξένους εικονογράφους ξεχωρίζω την Isabelle Arsenault, την Rebecca Green και τον Peter Reynolds. Όσον αφορά Έλληνες εικονογράφους νιώθω τυχερή γιατί είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με καλλιτέχνες που εκτιμώ και θαυμάζω, όπως η Ρένια Μεταλληνού, η Ντανιέλα Σταματιάδη, η Αγγελική Πιλάτη, η Πέρσα Ζαχαριά και ο Βασίλης Κουτσογιάννης. 

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός ανάλογος λογοτεχνικός χαρακτήρας; 

Η Άννα των αγρών (Anne of green gables) της Lucy Montgomery. 

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης; 

Το βιβλίο που με μύησε στην αγάπη του διαβάσματος ως παιδί ήταν «Η μικρή πριγκίπισσα» της Frances Hodgson Burnett. Ο κόσμος της Σάρα καταρρέει όταν πεθαίνει ο λατρευτός πατέρας της. Η διευθύντρια του οικοτροφείου όπου έμενε την εκτοπίζει σε στη σοφίτα και την αναγκάζει να δουλέψει για ένα πιάτο φαί. Η Σάρα καταφεύγει στη φαντασία της για να επιβιώσει στη σκληρή πραγματικότητα.  

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

06
Ιον.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 184. Κατερίνα Κούσουλα

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως. Είναι η έβδομη ποιητική μου συλλογή, από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Παρελήφθη τον Φεβρουάριο του 2018 και τιτλοφορείται «Θαυματουργή πλην Έρημος». Τίτλος πολύ δικός μου, σχεδόν προφητικός, όπως αποδεικνύεται.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ:

1. «Ζητήματα κυμάτων», εκδόσεις ΕΨΙΛΟΝ/ποίηση, 2009.

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας. Βγήκαν από το συρτάρι (τα συρτάρια) τα διαλεγμένα ποιήματα. Ο τίτλος που τα έστεψε (δυσανάλογα ποιοτικός, ομολογουμένως, σε σχέση με την έκδοση) επιλεγμένος από τον Κώστα Θ. Ριζάκη, που εδώ μυρίστηκε Ποίηση.

2. Τη θέση έκδοσης ενέχει η πρώτη δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό Πάροδος/τεύχος 45, Ιούνιος 2011, των ποιητικών μου συλλογών «Σαν αγγελτήρια» [2009] και «Ο μέγας απών» [2010], σε τεύχος αφιερωμένο στην ποίησή μου.

Να η απόδειξη της παραπάνω παρατήρησης: ο Ποιητής και εκδότης του πολύ καλού περιοδικού Πάροδος, για λόγους άκρως ακατανόητους για μένα – και ιδιαίτερα εκείνον τον καιρό – αποφασίζει ν’ αφιερώσει ένα τεύχος του στα, ομολογουμένως, πρωτόλεια ακόμη ποιήματά μου. Την εικονογράφηση αναθέτει (διπλή τιμή) στον Πέτρο Ζουμπουλάκη.

3. «Αρμόδιο σώμα», από τις εκδόσεις Ο Μικρός Αστρολάβος/19, Αθήνα 2011. Τα πράγματα αρχίζουν να παίρνουν ένα μονοπάτι, σα να φαίνεται πως θα υπάρχει συνέχεια. Μικρό τω δέμας βιβλίο, μετράει τις δυνάμεις του και τις βρίσκει αρκετές.

4. «Βαθύ κανάλι – Αδήλωτη άνοιξη», ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ/Αθήνα 2013. Το πρώτο εδραίο βιβλίο μου, δράμα σε δύο πράξεις. Στην εικονογράφηση, ο σπουδαίος Γιάννης Παπανελόπουλος.

5. «Ο των ωραίων μακάρων Περιοδεύων κήπος επταήμερος» ποιητική σύνθεση, ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ/Αθήνα 2014. Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω πώς γράφτηκε αυτό το βιβλίο. Ναι, εγώ το έγραψα, ωστόσο, αν κάποια πεποίθηση περί Μούσας διασχίζει τους αιώνες και κάποτε αποκαλύπτεται, αποδεικνύεται στη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Η επιλογή να εκδοθεί επίσης δεν ήταν δική μου, καθώς εγώ αναρωτιόμουν τί ήταν αυτό που έγραψα. Όμως ο Ριζάκης κατάλαβε, ανέθεσε την εικονογράφηση στη Μαργαρίτα Βασιλάκου, την έκδοση στον Γιώργο Γκέλμπεση και πριν προλάβω να το αποφασίσω, το όμορφο αυτό βιβλίο είχε γίνει αλήθεια. Όσο για το περιεχόμενό του, το αφήνω στους αναγνώστες του να κρίνουν αν είναι παραμύθι ή ποίημα.

6. «Η αγάπη που δεν ξέρει», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015. Η ‘αγάπη’ σε μεγάλο βαθμό γράφτηκε στην Αιανή Κοζάνης, καταφύγιο που κέρδισε επάξια τον τίτλο του. Όπως πολύ σοφά έγραψε ο Γιώργος Δελιόπουλος, «τί δεν ξέρει η αγάπη; πιστεύω πως η αγάπη δεν ξέρει να παραιτείται». Τον ευχαριστώ.

7. «Θαυματουργή πλην Έρημος», εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2018.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Γράφω κάθε μέρα, την κάθε απόχρωση της μέρας, με άυλη γραφίδα, εντός. Έπειτα, το όλον βρίσκει το δρόμο, άσχετο πού βρίσκομαι, διαμέσου της γραφής, για το χαρτί.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν θα διανοούμουν να παγιδεύσω τίποτα, πόσο μάλλον ιδέες. Πρόκειται για επισκέψεις, έτσι έχω πάντα το σαλόνι μου έτοιμο για να τις υποδεχτώ ως τους αρμόζει. Έτσι όπως μάθαμε εμείς, του 19ου αιώνος.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; 

Ενώ μουσική είναι η ποίηση, όπως καλά γνωρίζουμε όλοι μελετώντας τους ποιητές από την αρχαιότητα ως σήμερα, με την μουσική δεν έχω τις καλύτερες σχέσεις. Ή μάλλον, η μουσική μου είναι ιδιότυπη: όπως ο αληθινός εραστής του φαγητού δεν κάνει εξαιρέσεις σε γεύσεις, έτσι πιστεύω πως η μουσική βρίσκεται παντού και προπαντός στην σιωπή. Ή στους αγαπημένους κατευναστικούς καθημερινούς θορύβους. Ή, κυρίως, στους ήχους της φύσης. Να, αυτό είναι για μένα μουσική. 

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης); 

Είμαι αρχαιολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού, και έχω κάνει διδακτορικό στην Ιστορία της Τέχνης. Ο «κήπος» μου δείχνει πολλά και για αυτή μου την ιδιότητα, που, στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα αληθινό πάθος. 

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λόγο; 

Δεν μπορώ να γράψω πεζογραφία – είμαι πολύ ανυπόμονη, αφενός, και αφετέρου θα βυθιζόμουν τόσο πολύ ψυχολογικά στα πρόσωπα των ηρώων μου, που μετά πάσης βεβαιότητας θα αρμένιζα σε άλλη πραγματικότητα – σκοπός μου στην Τέχνη δεν είναι να χάνω, αλλά να βρίσκω τον εαυτό μου. 

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα επέλεγα τον Κώστα Θ. Ριζάκη. Γιατί, εκτός από σπουδαίος ποιητής, είναι σαφώς Πρόσωπο της Λογοτεχνίας, αφού την υπηρετεί με όλους τους τρόπους.   

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;  

Προσπαθώ να μην γράφω την διαθήκη μου. Κατά τα άλλα, γράφω ποίηση.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. 

Οι τραγικοί και πρώτα ο Όμηρος. Οι μεγάλοι του 19ου: Τολστόι, Ουγκώ. Και οι μικρότεροι: Τζέην Ώστεν, Μπροντέ κλπ. Ο Μαρκές. 

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης; 

Η «Πάροδος» (είμαι παιδί της) και το «Εμβόλιμον» (με υιοθέτησε). 

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Διαβάζω ξανά το «Πόλεμος και Ειρήνη». Σχεδία στη θύελλα. 

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε; 

Διαβάζω λογοτεχνικές κριτικές, εφόσον γράφω λογοτεχνικές κριτικές. Και έντυπες, και ηλεκτρονικές. 

Περί αδιακρισίας 

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή; 

Ο Μπέργκμαν στο «Φάννυ και Αλέξανδρος». Οι αδελφοί Ταβιάνι. 

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι; 

Σε γενικές γραμμές αδιάφορες. Ένα ακόμη παιχνίδι δημοσίων σχέσεων. Ωστόσο, όπως σε όλα, υπάρχει ένα καλό κι αυτό είναι ότι έχεις άμεση πρόσβαση. 

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

– Γιατί πιστεύετε πως σας επιλέξαμε για το ερωτηματολόγιό μας αυτό;

– Ειλικρινώς, δεν γνωρίζω.

05
Μαρ.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 183. Σόνια Ζαχαράτου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Θύρα κόλασης ή παραδείσου, η αναδρομή στο παρελθόν, η λογοτεχνικοποίηση ονείρων, η κατάθεσή τους στο χαρτί. Από κάποιους επίμονους εφιάλτες ξεκίνησε  η συγγραφή του βιβλίου «Παιχνίδι με τον σπάγκο», (εκδόσεις Κουκούτσι). Ακολούθησαν μνήμες, ανασκαλέματα, φαντασία και μυθοπλασία, αναζητώντας την τακτοποίηση της σχέσης μιας κόρης με τη μάνα της και την οριστική κάθαρση. Υπάρχει, όμως, κάθαρση; Πόσο συγχωρείται η ενοχή; Πόσο γίνεται δυνατή η συγγνώμη; Πόσο αρχετυπικά λατρευτική είναι αυτή η σχέση; Ποιο είναι, εντέλει, το τραύμα και από πού εκπορεύεται και πού εδραιώνεται; Ποίηση, διάλογοι με θεατρικότητα και πεζά κείμενα έδεσαν τα αναπάντητα ερωτήματα, μετατρέποντάς τα σε μια σχεδόν τελετουργική εξομολόγηση.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Οι πρώτες προσπάθειες αφορούσαν τη συμμετοχή μου σε μικρές  ανθολογίες. Ήταν τότε, μεταξύ εφηβείας και μετεφηβείας, που τα όνειρα αλλά και η μελαγχολία έδιναν το παρών τους. Μαζεύαμε χρήματα και εκδίδαμε τα ποιήματά μας. Νομίζαμε ότι βάζαμε τα θεμέλια της διαφοράς από τους υπάρχοντες ποιητές, αλλά ακολουθούσαμε τους δρόμους που είχαν ανοίξει. Έπειτα, πέρασαν χρόνια, και το 1989 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Αστάρτη μια σειρά πεζοποιημάτων μου, με τίτλο «Πανσέληνος παρά κάτι».

Η ουσιαστική εμπλοκή μου με τη συγγραφή έγινε δέκα χρόνια αργότερα –απείχα εξ αιτίας της έντονης επαγγελματικής δραστηριότητάς μου στον χώρο της δημοσιογραφίας-, με το ψυχολογικό θρίλερ «Τρεις νύχτες του Αυγούστου (και μία ημέρα)» από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Έχοντας πενθήσει, εκείνο το διάστημα, κάποιους λατρεμένους ανθρώπους μου, ήμουν πολύ θυμωμένη για το άδικο του θανάτου και προσπαθούσα να ‘τα βάλω’ μαζί του, να του αποδείξω ότι μπορούσα κι εγώ να κλέψω ζωές. Ήθελα να βγω νικήτρια, σκοτώνοντας ωσάν μαινάδα ή σαν τη θεά Εκάτη και έγραψα ένα κείμενο με αρκετή βία που με αιφνιδίασε και με τρόμαξε.

Η «Ρόδινη Στάχτη –Μαρία Θηρεσία Καρλότα», εκδόσεις Εξάντας, είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα ή ιστορικό αφήγημα αν προτιμάτε, που ξεκίνησε και προχώρησε μέσα από συμπτώσεις. Συμπτωματικά είδα μπροστά μου, καθώς περπατούσα, το όνομα Μαρία Θηρεσία, σκέφτηκα ‘πόσο δύσκολο είναι να σε φωνάζουν έτσι στις ημέρες μας’, το ξαναείδα τυχαία κάπου αλλού, θυμήθηκα την αυτοκράτειρα της Αυστρίας, ξεσκόνισα τις γνώσεις μου μπαίνοντας στο διαδίκτυο. Εκεί, ανακάλυψα και την Μαρία Θηρεσία Καρλότα. Έπεσα πάνω σε κάποιο ημερολόγιό της, το οποίο ξεκινούσε από μια 10η Αυγούστου, ημερομηνία των γενεθλίων μου. Άρχισα να το διαβάζω. Η Μαρία Θηρεσία Καρλότα ήταν η θυγατέρα της Μαρίας Αντουανέτας και του Λουδοβίκου 16ου, η οποία βίωσε στην εφηβεία της τον αποκεφαλισμό όλων των δικών της. Αναρωτήθηκα πώς μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος με τον λαιμό του, όταν μια λεπίδα έχει κόψει το κεφάλι των αγαπημένων του. Θέλει να τον βλέπει στον καθρέφτη, να τον πιάνει, να δέχεται πάνω του ένα χάδι, ένα φιλί; Έτσι, ξεκίνησε η περιπέτειά μου με αυτό το βιβλίο, για το οποίο ταξίδεψα στο Παρίσι, περιδιάβηκα όλους τους χώρους που είχε ζήσει η μικρή πριγκίπισσα, διάβασα αμέτρητες σελίδες ιστορίας.

«Τα νερά στα μάτια σου» από τις εκδόσεις Τόπος, είναι ένα ιστορικό αφήγημα, ερωτικό, η εξομολόγηση του Αντίνοου προς τον αυτοκράτορα Αδριανό, μια εξομολόγηση γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο. Ο συγκεκριμένος έρωτας πάντα με συγκινούσε, καθώς είναι ίσως ο μοναδικός στην ιστορία που έχει αφήσει τόσα μνημεία πίσω του, τα οποία κοσμούν τα μουσεία της Ευρώπης. Ο Αντίνοος, μετά τον θάνατό του, ανακηρύχτηκε θεός από τον Αδριανό σε διάφορες επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά και στην Αθήνα, και το όνομα του δόθηκε σε μια πόλη της Αιγύπτου, σε ένα αστέρι και σε αγώνες που διεξάγονταν στη Μαντινεία.

«Ο εχθρός μου», εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Κι αυτός, ο εχθρός, είχε ως ερέθισμα ένα ντοκιμαντέρ του BBC που αφορούσε τη σφαγή στο σχολείο του Μπεσλάμ, όταν το κατέλαβαν τρομοκράτες. Ποιος είναι, αλήθεια, ο τρομοκράτης; Πώς φτάνει σε μια τέτοια πράξη; Τι συνθήκη αναπτύσσεται σε έναν κλειστό χώρο, όπου εχθροί και δικοί συγκατοικούν και ο θάνατος παραμονεύει για όλους; .Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα σε μερικές ώρες ανάμεσα σε έναν τρομοκράτη και σε μία μητέρα που κρατά αγκαλιά το παιδί της. Πρόκειται για έναν διάλογο, που ανέβηκε σε παράσταση στο Ίδρυμα Κακογιάννη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καντιώτη, με τους ηθοποιούς Γεωργία Ζώη και Βαγγέλη Στρατηγάκο. Μπαγιάν έπαιζε η Ξένια Τσέλιγκα. Επίσης, ως αναλόγιο, με τους ηθοποιούς Τιτίκα Βλαχοπούλου και Δημήτρη Πετρόπουλο, σκηνοθετημένο από την πρώτη, με συνοδεία φλάουτου από την Σοφία Μαυρογενίδου.

«Madre Dolorosa –O Έρωτας», εκδόσεις Μελάνι. Μακροσκελές ποίημα. Ένας άνδρας, κοιτώντας μια φωτογραφία, βυθίζεται στις ερωτικές μνήμες του, περνά με τη φωτογραφία στο χέρι, ολόκληρη τη ζωή του. Το ποίημα είναι μια εμμονή στο θέμα της απώλειας. Ανέβηκε, ως σκηνοθετημένο αναλόγιο, από τον Δημήτρη Καντιώτη στην Αθήνα και σε περιφερειακά φεστιβάλ με την ηθοποιό Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Τη συνόδευε με το τραγούδι του ο πορτογάλος καλλιτέχνης Αντρέ Μάια και με το τσέλο του, ο Γιώργος Ταμιωλάκης.

«Το γκολ», εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Ένας θεατρικός μονόλογος μιας έγκλειστης ψυχοπαθούς, η οποία είχε σκοτώσει ένα παιδί. Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, ασφαλώς δοσμένη με μυθοπλασία, καθώς έψαχνα τα αίτια που δεν γνώριζα.

«23 συνεντεύξεις και μία συζήτηση», εκδόσεις Πολύτροπον. Συνομιλίες συγκεντρωμένες από τη δημοσιογραφική πορεία μου, κυρίως ψυχογραφήματα προσωπικοτήτων. Έλληνες και ξένοι, καλλιτέχνες, επιστήμονες, φιλόσοφοι, που έχουν αφήσει το στίγμα τους στους τομείς με τους οποίους ασχολούνται ή ασχολήθηκαν, καθώς αρκετοί έχουν φύγει από τη ζωή.

 Η συγγραφή θεατρικών έργων έχει διαφορετικούς στόχους και απαιτήσεις σε σχέση με τα άλλα λογοτεχνικά είδη; Τι σας ωθεί στην συγγραφή ενός θεατρικού έργου;

Ασφαλώς και έχουν διαφορετικές απαιτήσεις και πιστεύω ότι είναι ένα πολύ δύσκολο είδος. Αυτό που με ωθεί σε αυτό το είδος είναι η διατύπωση της άμεσης έκφρασης των ανθρώπων -ηρώων. Επίσης, η ‘συνομιλία’ αυτής της αμεσότητας με τους θεατές.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ποτέ. Ίσως μόνο να έχω κρατήσει κάποιες ελάχιστες σημειώσεις.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Βεβαίως. Τόσο ο Αντίνοος όσο και ο Αδριανός, καθώς και ο ανώνυμος ήρωάς μου στο «Madre Dolorosa –O έρωτας». Ο τελευταίος φοβάμαι ότι δεν θα πεθάνει ποτέ, ότι θα σέρνει πάντα τις μνήμες και τα ερωτήματά του και τις λιωμένες παντόφλες του στους αιώνες των αιώνων, για αυτό σκέφτομαι ότι, κάποια στιγμή, θα πρέπει να τον ελευθερώσω από τα φαντάσματα του παρελθόντος του. Να του χαρίσω ξανά έναν έρωτα για να αναζωογονηθεί ή να τον αφήσω να πεθάνει εν ηρεμία. Και ο Αδριανός και ο Αντίνοος πώς να μη με ακολουθούν με τόσες δημοσιεύσεις και εκδηλώσεις για τον αυτοκράτορα και για τον έρωτά του; Άλλωστε, είμαι γραμμένη και δέχομαι τα newsletters της σελίδας  Following Adrian. Ξέρω, λοιπόν, κάθε τι που τους αφορά. Επίσης, τους ακολουθώ, περπατώντας όπου υπάρχουν σημάδια τους, στους στύλους του Ολυμπίου Διός, στη Βιβλιοθήκη του Αδριανού και σε ό,τι έχει απομείνει στον Εθνικό Κήπο, καθώς είναι μέρος της περιοχής, όπου ο Αδριανός είχε κτίσει την πόλη έξω από την πόλη, ονομάζοντάς την, Νέαι Αθήναι.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Με βοηθά το τυφλό σύστημα φραφής, επειδή με την ταχύτητα προλαβαίνω την σκέψη μου. Φυσικά, πρόκειται για μια πρώτη γραφή, διότι ο αριθμός των αντιγραφών, των διορθώσεων, των διαγραφών είναι μεγάλος. Ως προς το πώς και πού παγιδεύω τις ιδέες μου, η απάντηση περιλαμβάνεται στην ερώτησή σας για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνεγράφησαν τα βιβλία. Να προσθέσω  ότι η έμπνευση μπορεί να έρθει ακούγοντας ένα μουσικό κομμάτι, μια φράση, διαβάζοντας έναν στίχο, βλέποντας μια σκηνή στον δρόμο ή σε ένα φίλμ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Επιλέγω απομόνωση και σιωπή. Και αν θελήσω να ακούσω μουσική, θα είναι ή κάποιο θέμα του Φίλιπ Γκλας, του Ουμεμπαγιάσι, του Κορζενιόφσκι –για να θυμηθώ μερικούς-, ή κάποιο κλασικό κονσέρτο για βιολί ή πιάνο. Κυρίως, μουσική που δεν μου δημιουργεί σύγχυση.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα στην πρώτη δημοσιογραφική σχολή της Αθήνας. Ο επηρεασμός έχει να κάνει με δικά μου διαβάσματα, με την αγάπη μου στην αρχαιολογία και στη γαλλική παιδεία, καθώς οι Γάλλοι όταν σε εκπαιδεύουν ξέρουν να σου περνούν τον πολιτισμό τους, και η γλώσσα –εννοώ, οικονομία λόγου, σύνταξη κλπ., -στη δημοσιογραφία. Κάποτε, ήταν μεγάλο σχολείο…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Άγνωστες γυναίκες που συναντώ στη ζωή. Ωστόσο, καμία δεν θα ήθελα να παρουσιάσω ως έχει. Πάντα μεταπλάθω ό,τι προσλαμβάνω. Από ιστορικά πρόσωπα, την Αρτεμισία Α΄ της Καρίας, βασίλισσα της Αλικαρνασσού, που πολέμησε με τα πλοία της στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Την γνώρισα στην Ιστορία του Ηρόδοτου και με εντυπωσίασε.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Ετοιμάζω έναν δεύτερο τόμο με συνομιλίες που είχα την τύχη να κάνω με επιφανείς Έλληνες. Συγχρόνως, γράφω πολλά και μικρά, ποιήματα και διηγήματα που βάζω στο συρτάρι μου.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αρχαίοι Έλληνες, ιδίως ιστορικοί και, κάνοντας ένα μεγάλο άλμα, Κούντερα, Ντάρελ, Μπροχ, Μπέκετ, Ναμπόκωφ, Αντρέγιεφ, Τσέχωφ, Έκο, Φώκνερ, Κορτάσαρ, Φουέντες και τόσοι πολλοί άλλοι… Από τους Έλληνες, θα αναφέρω, για λόγους ευνόητους, μόνο κάποιους που έχουν φύγει από τη ζωή: Τσίρκα, Καραγάτση, Μάτεσι, Χατζή, Κουμανταρέα, Μοσκώφ, Σεφέρη…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αν ρωτάτε μόνο για λογοτεχνικά βιβλία: ‘Έγκλημα και Τιμωρία’ του Ντοστογιέφσκι, ‘Ταξίδι στην άκρη της νύχτας’ του Σελίν, ‘Ο Εραστής’ της Ντυράς, ‘Το μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης’ του Πεντζίκη, ‘Ζήτω η κόλαση’ του Μπατάιγ, ‘Κόκκινο Σκυλί, Κόκκινο Σκυλί’ του Λέιν Πάτρικ, ‘Η γυναίκα του μεσημεριού’ της Γιούλιας Φρανκ, η τριλογία (Μύηση-Λαβύρινθος-Έξοδος) του Γιώργου Μιχαηλίδη και πολλά άλλα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το Λευκό Μακρύ Παλτό (και άλλες ιστορίες) της Χρυσοξένης Προκοπάκη, διηγήματα που διάβασα πρόσφατα και που τα αγάπησα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Με έχει εντυπωσιάσει ο Σταύρος Σταμπόγλης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Ιουστίνη του Ντάρελ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Προσπαθώ να τα παρακολουθώ, αλλά ομολογώ ότι όχι όσο και όπως θα έπρεπε. Γι’ αυτόν τον λόγο, διστάζω να αναφερθώ σε δύο που προτιμώ.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Βιβλία ποίησης νέων Ελλήνων, Βασίλη Αμανατίδη, Βασίλη Ζηλάκο, Δημήτρη Αγγελή, Μαρία Κουλούρη, Γιάννη Στίγκα για να θυμηθώ μερικά ονόματα. Προσπαθώ να μπω στη σκέψη τους. Συγχρόνως, διαβάζω το «Εκείνος που δεν με συντρόφευε» του Μωρίς Μπλανσό.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, έντυπες και ηλεκτρονικές, αλλά δεν τις αφήνω να με επηρεάσουν, καθώς οι κριτικές τους είναι πάντα υποκειμενικές.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν μπορώ να διαβάσω στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Προτιμώ να μελετώ τα πρόσωπα των επιβατών, γύρω μου.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Από το θέατρο με έχει επηρεάσει κυρίως ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Τερζόπουλος με τις εμμονές του, έργα του Βογιατζή και του Γιώργου Μιχαηλίδη, σκηνές του Μαρμαρινού, του Χουβαρδά -όταν είχε το Θέατρο του Νότου-, για να θυμηθώ μερικούς, αδικώντας τους υπόλοιπους. Από τον κινηματογράφο, κατά πολύ ο Ταρκόφσκι, ο Γκριναγουέι, ο Αγγελόπουλος, ο Μπέργκμαν, κινέζοι σκηνοθέτες…

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το συμβουλεύομαι συχνά κι έχω βρει παλιούς γνώριμους, συναδέλφους και συμμαθήτριες, αλλά και ανθρώπους οι οποίοι –καλοσύνη τους- με έχουν βοηθήσει στην προβολή των έργων μου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Τραγικό να είσαι σε μια συνεχή νιότη, όταν οι άλλοι γύρω σου γερνούν.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μα, είπαμε τόσα πολλά, ξεφεύγοντας από την οικονομία του λόγου, για την οποία πριν λίγο κόμπαζα! Και σας ευχαριστώ για τη συνέντευξη.

Στις εικόνες: Lawrence Durrell, Julia Franck.

31
Ιαν.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 182. Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Περί γραφής

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Και στα τρία βιβλία μου, αλλά και σε όποια διηγήματα έχω δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά ή αλλού, οι πρωταγωνιστές μου είναι αντιήρωες. Αυτό οφείλεται στο ότι αρνούμαι στη ζωή μου να δεχθώ ότι κάτι είναι τέλειο, με πρώτο και πιο ατελή τον εαυτό μου, ενώ πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να είναι αντανάκλαση του κόσμου, ρεαλιστική, υπερρεαλιστική, συμβολιστική ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο έχει επινοηθεί ή θα επινοηθεί.

Έτσι στο πρώτο μου βιβλίο, το μυθιστόρημα με τίτλο Αφιερωμένο στην Έλενα, παρακολουθούμε εν θερμώ, σε πρώτο πρόσωπο, την αφήγηση ενός τρομοκράτη-οικογενειάρχη που προσπαθεί να μας διασώσει την «αλήθεια» του.

Στην συλλογή διηγημάτων μου Η όψη, η «πραγματικότητα» είναι μυωπική και διαστρεβλωμένη από τις υποκειμενικές κρίσεις των ηρώων της, ξεκινώντας με το διήγημα «Ο παραμορφωτικός καθρέπτης». Είναι ένα κολάζ σύγχρονων χαρακτήρων.

Μέσα σε αυτή τη γενικότερη θεώρησή μου ήταν αναμενόμενο να με γοητεύσει ο μοιχός, υβριστής και λάγνος Αρχίλοχος και να αποτελέσει έναν από τους δυο  κεντρικούς ήρωές μου στο τελευταίο ιστορικό μυθιστόρημά μου Ο Αρχίλοχός του. Ο δεύτερος είναι ο σύγχρονος μας Δημήτρης, που είναι πνιγμένος στη μετριότητά του και ανίκανος να πραγματώσει τις επιθυμίες του, σε ένα περιβάλλον με το οποίο δεν μπορεί να συμφιλιωθεί.

Τους δυο αυτούς αντιήρωες επιδίωξα να φέρω κοντά, ψυχολογικά, θυμικά και νοητικά, ευελπιστώντας ότι θα αξιοποιήσω το παρελθόν μέσα στο παρόν, φτιάχνοντας ένα υβριδικό είδος μυθιστορήματος. Από την άλλη προσπάθησα να αναμίξω διάφορους τρόπους γραφής, οπτικές γωνίες και κάποτε και καλλιτεχνικά ρεύματα. Αλλά ας αφήσω να κρίνουν οι κριτικοί και το κοινό κατά πόσον πέτυχα τους στόχους μου. Άλλωστε θα ήταν ασυνεπές να εξαιρέσω τον εαυτό μου από το αίτημα της ατέλειας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όταν κάποιοι ήρωές μου εγκαθίστανται στο μυαλό μου με ακολουθούν παντού.

Επειδή όμως η πεζογραφία, σε αντίθεση με την ποίηση, δεν είναι αποσπασματική, μου είναι δύσκολο να ορθώσω μια οργανωμένη παράγραφο ή να καταβληθώ από οίστρο για παράδειγμα σε δημόσιους χώρους, όπως το τρένο, το λεωφορείο ή αλλού. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χαρακτήρες μου δεν μου «μιλούν», δεν με επηρεάζουν ή ακόμα και δεν με συμβουλεύουν παντού. Άρα το μυθιστόρημα, κατά αυτήν την έννοια, «γράφεται» κάθε στιγμή του βίου μου, καθώς η επεξεργασία είναι διαρκής. Μόνο μετά τη δημοσίευσή του επέρχεται «ο θάνατος του συγγραφέα», όπως λέει και ο Ρολάν Μπαρτ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες και τα βιβλία μου είναι κομμάτια του εαυτού μου. Αν δοκίμαζα να ξεκόψω κάποιον ή κάτι θα ήταν σαν να ακρωτηριαζόμουν. Μέσα σε αυτούς υπάρχουν τμήματα του χαρακτήρα μου, βιώματά μου, αλλά και αυτών των προσώπων που γνώρισα ή γνωρίζω, παραμορφωμένα, τροποποιημένα ή με μια σειρά προσωπείων.

Αν αρνιόμουν τα βιβλία μου θα αρνιόμουν την ίδια μου τη ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω τα λάθη και τις αβλεψίες μου, όπως άλλωστε κάνω και στη ζωή μου. Η λογοτεχνία είναι η ίδια η ζωή και αυτό το μήνυμα καλούμαστε να περάσουμε στο αναγνωστικό κοινό εμείς που λέμε ότι είμαστε συγγραφείς. Αν αποτύχουμε θα αποτύχει και το έργο μας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ήρωες και οι ιδέες μου με βρίσκουν δεν τους βρίσκω.

Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου χρησιμοποιούσα τη φαντασία μου για να δραπετεύω από τον κόσμο, πλάθοντας ιστορίες και τροποποιώντας την πραγματικότητα. Αργότερα αυτό το γεγονός επηρέασε τον τρόπο που έγραφα τα έργα μου. Δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς τη φαντασία μου και με συγχωρείτε αν ακούγεται βαρύγδουπο.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει χημικός, βιοπορίζομαι ως έμπορος, αλλά το πάθος μου είναι η λογοτεχνία.

Οι θετικές σπουδές μου ίσως με έχουν επηρεάσει όσον αφορά την ακρίβεια έκφρασης, την αποφυγή της πολυλογίας και την αναλυτική σκέψη.

Η δουλειά μου με έχει φέρει σε επαφή με πλήθος χαρακτήρων και με τις πολλές μικρές ιστορίες τους.

Ό,τι έχω ζήσει υπάρχει μέσα στα βιβλία μου με έμμεσο τρόπο. Η παιδεία και η κουλτούρα μας χτίζεται κάθε λεπτό της ζωής μας. Ο συγγραφέας πρώτα πρέπει να ζει και μετά να γράφει. Αλλιώς δεν θα μπορέσει να εκφράσει τους αναγνώστες του.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ποίηση έγραφα πολύ όταν ήμουν φοιτητής. Και τώρα σπάνιες φορές γράφω ποιήματα για προσωπική εκτόνωση, αλλά συνήθως δεν τα κρατάω.

Πολύ συχνά χρησιμοποιώ την ποιητική έκφραση στα βιβλία μου. Άλλωστε μη ξεχνάτε ότι το τελευταίο βιβλίο μου είναι για τον ποιητή Αρχίλοχο. Νομίζω όμως ότι ίσως γίνω καλύτερος αν επικεντρωθώ μόνο σε λίγα αντικείμενα. Όμως όλες οι τέχνες επικοινωνούν μεταξύ τους και καμία δεν είναι αμιγής.

Φυσικά μου αρέσει να διαβάζω ποίηση όπως και πεζογραφία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Έχω εκδώσει μιας κάποιας μορφής –ας πούμε- μονογραφία, με μορφή μυθιστορήματος, που νομίζω ότι με αντιπροσωπεύει, για τον ποιητή Αρχίλοχο. Χρειάζεται πολυετή προσήλωση και μελέτη για κάτι τέτοιο.

Ίσως το ξανακάνω στο μέλλον, αλλά δεν μου αρέσει να προλέγω για κάτι που δεν είμαι σίγουρος.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Τους τελευταίους μήνες ένας ήρωας και μια ηρωίδα γυρίζουν διαρκώς μέσα στο κεφάλι μου. Πλάθονται σαν ζυμάρι, σχηματίζουν τα χαρακτηριστικά τους, διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους όπως τα μικρά παιδιά και αναδύουν κομμάτια της πλοκής, που περιφέρονται σε μια χαώδη θάλασσα.

Κάποια στιγμή δεν θα αντέξω και θα αρχίσω να τους βγάζω στο χαρτί. Τότε για χρόνια θα στοιχειώσω και θα χρειαστεί να επισκέπτομαι βιβλιοθήκες και να κατεβάζω τόμους.

Από την άλλη ένα ισχυρό σοκ απογοήτευσης θα μπορούσε να διαλύσει το οικοδόμημα. Έχω αγωνία να μάθω τι θα γίνει.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κατά τη διάρκεια της ζωής μου παθιαζόμουν ανά περιόδους με διάφορους συγγραφείς και στη συνέχεια εν μέρει τους ξεπερνούσα, καθώς ο καθένας μου άφηνε και κάτι. Στην εφηβεία μου λάτρεψα τον ευαίσθητο Σαμαράκη. Μετά, στο πανεπιστήμιο, αφού συχνά οι φοιτητές θέλουν να δείχνουν διανοούμενοι, μπήκα στον Μαρξ, στον Σαρτρ, στον Νίτσε και τον Φρόυντ.

Μετά πέρασα περιόδους Στάινμπεκ, Κούντερα (ελάχιστα μου άφησε αν και τον θαυμάζω), Καζαντζάκη, Κάφκα, Έσσε, Ντοστογιέφσκι, Ράσελ, Χάμσουν, Καραγάτση, Λέσινγκ, Κική Δημουλά και τελευταία είμαι γοητευμένος από την Αρχαία Λυρική ποίηση.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο άρχοντας των μυγών  του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, Η δίκη του Κάφκα και η Αρχαία Λυρική ποίηση, λόγω της πηγαίας φυσικότητας και της ευθύτητάς της.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Το αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού, «το ψαράκι της γυάλας» του Μάριου Χάκκα και το «Άγριο βελούδο» της Μαρίας Κουγιουμτζή.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μου αρέσουν οι ατελείς χαρακτήρες, που είναι αδύναμοι να αντισταθούν στα γεγονότα, στο περιβάλλον ή στα πάθη τους. Είναιανθρώπινοι, πολύ ανθρώπινοι, όπως θα έλεγε και ο Νίτσε.

Πάντα θα θυμάμαι τον Ρασκόλνικωφ από το Έγκλημα και τιμωρία ή τα παιδιά του Άρχοντα των μυγών του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Πολλά λογοτεχνικά περιοδικά προσέφεραν ή προσφέρουν στο χώρο. Ενδεικτικά αναφέρω τη Λέξη και την Νέα Εστία.

Τα πολύ παλιά όπως Η Διάπλάσις των Παίδων ή Η Επιθέωρηση Τέχνης δεν τα έχω μελετήσει τόσο όσο θα ήθελα.

Τα πιο πρόσφατα και τα εν ενεργεία θα κριθούν ορθότερα στο μέλλον.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Γκαλίνα, η σκοτεινή οικιακή βοηθός του Ανδρέα Μήτσου και το αφιέρωμα του περιοδικού Φιλολογική στη θεωρεία της λογοτεχνίας και στα λογοτεχνικά ρεύματα (τεύχος 140).

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω συχνά και λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές, τόσο από λογοτεχνικά περιοδικά, όσο και από εφημερίδες, αλλά και από το διαδίκτυο. Δυστυχώς δεν προλαβαίνω να πηγαίνω συχνά σε βιβλιοπαρουσιάσεις συναδέλφων λόγω έλληψης χρόνου.

Το διαδίκτυο έχει το πλεονέκτημα τις εύκολης πρόσβασης και απευθύνεται σε ευρύτερο κοινό. Όταν όμως θέλω να διαβάσω κάποιο μεγαλύτερο μελέτημα προτιμώ τις έντυπες εκδόσεις.

Θεωρώ ότι ως διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Ο Σίσυφος έχω την ευθύνη να είμαι ενημερωμένος σχετικά με τους λογοτέχνες και τη λογοτεχνία. Μου φτάνουν πλήθος βιβλίων που δυστυχώς δεν προλαβαίνω να τα διαβάσω όλα. Κάθε όμως αβλεψία μου, όσον αφορά κάποιο πολύ καλό έργο, κυρίως μη εγνωσμένου συγγραφέα, θεωρώ ότι είναι ένα μικρό εξ’ αμελείας έγκλημα, παρόλο που ελάχιστο ή καθόλου αποτέλεσμα θα είχε η δική μου συμβολή στην αποτίμηση. Φοβάμαι ότι έχω κάνει πολλά τέτοια εγκλήματα και ζητώ συγνώμη στον άγνωστο λογοτέχνη.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι παρακολουθώ και σύγχρονο θέατρο και κινηματογράφο. Μου άρεσαν πάντα ο Αλμοδόβαρ και ο Αγγελόπουλος. Χαριτολογούσα βέβαια πάντα λέγοντας ότι αν θα θέλαμε να φτιάξουμε ένα έργο με φυσιολογικό ρυθμό θα έπρεπε να βάλουμε να παίζουν ταυτοχρόνως μια ταινία του ενός και μια του άλλου, μια και αυτές του πρώτου εξελίσσονται ταχύτατα και του δεύτερου πολύ αργά.

Μου αρέσουν βέβαια και άλλοι σκηνοθέτες και έργα όπως ο Κουστουρίτσα, ο Βέντερ, ο Μπέρκμαν, ο Παζολίνι, ο Κόπολα και σίγουρα έχω παραλείψει πολλούς.

 Λατρεύω το αρχαίο ελληνικό θέατρο, άλλα η ερώτηση σας είναι για το σύγχρονο. Μια θεατρική παράσταση που επηρέασε τη ζωή μου και λόγω προσωπικών περιστάσεων ήταν Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που είδα όταν ήμουν περίπου εικοσιπέντε χρονών.

Πρόσφατα είδα και το Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ του Έντουαρτ Άλμπι, που μου άρεσε πολύ, γιατί αντίκριζε τη ζωή σαν ένα παιχνίδι φανταστικών ψηφίδων.

Δεν αγαπώ τις επιθεωρήσεις γιατί τις θεωρώ πολύ επιδερμικές. Προτιμώ οι παραστάσεις που βλέπω να με ψυχαγωγούν και όχι απλώς να με διασκεδάζουν. Αισθάνομαι πολύ ωραία όταν βγαίνω «γεμάτος» από την αίθουσα και όχι με ένα ψυχικό κενό.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θεωρώ ότι το internet έχει κάνει καλό στη λογοτεχνία. Πολλά ποιήματα δημοσιεύονται στο facebook και διαβάζονται από ομάδες κυρίως ποιητών.

Υπάρχουν διαδικτυακοί ιστότοποι που δημοσιεύουν βιβλιοπαρουσιάσεις και κριτικά σημειώματα με πολύ χρήσιμες απόψεις. Βιβλία, καλά ή κακά, διαφημίζονται κάνοντας καλό γενικότερα στην αναγνωσιμότητα.

Σε κάποιες μόνο περιπτώσεις η σύντομη και γρήγορη πληροφορία μπορεί να είναι επιδερμική και πρόχειρη.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ο  Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Ουάιλντ πούλησε την ψυχή του στο διάβολο για να μείνει πάντα νέος, πιστοποιώντας τις θέσεις του αισθητισμού που αντιπροσώπευε ο συγγραφέας του.

Η ταπεινότητά μου, που θεωρεί ότι η ζωή και η συγγραφή είναι ένα και ευελπιστεί κάθε σημείο της ζωής της να είναι τέχνη, της φαίνεται το ζητούμενο ανεκπλήρωτο. Κατά μια όμως έννοια θα πρέπει να δώσω προτεραιότητα στη ζωή, γιατί αυτή είναι η λογοτεχνία μου. Άρα, ναι, θα δεχόμουν το δώρο της αιώνιας νιότης. Άλλωστε θα μου αρκούσε, όπως σας είπα, η φαντασία για να ζήσω, ακόμα και αν δεν έγραφα τίποτα. Αν μου την αφαιρούσατε εκεί θα είχα πρόβλημα. Σίγουρα θα τρελαινόμουν. Άρα ας πω παραφράζοντας το «η τέχνη για την τέχνη» «η τέχνη για τη ζωή».

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν μου έρχεται κάτι στο μυαλό. Θεωρώ όμως ότι η μεγαλύτερη τιμή που μπορεί να κάνει κάποιος σε έναν συγγραφέα είναι να διαβάσει τα βιβλία του. Εκεί βρίσκονται ίσως περισσότερες απαντήσεις από αυτές που σας έδωσα. Και πραγματώνονται μόνο με την ενεργή συμμετοχή του αναγνώστη. Μπορεί όμως να αποδειχθούν και κενά, χωρίς να αγγίξουν. Από τη στιγμή που ξεκίνησα να δημοσιεύω και να μοιράζομαι πήρα αυτό το ρίσκο.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Στις εικόνες: Knut Hamsun, Bertrand Russell, Herman Hesse, Doris Lessing, John Steinbeck [Scott Morse], Edward Albee, Bertolt Brecht.




Μαρτίου 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 972.268 hits

Αρχείο

Advertisements