Λογοτεχνείο, αρ. 18

Μίλοραντ Πάβιτς, Το λεξικό των Χαζάρων. Μυθιστόρημα – λεξικό σε 100.000 λέξεις. Γυναικείο αντίτυπο, εκδ. Ηρόδοτος, 1991, μτφ. Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης, σ. 171 (Milorad Pavic, Hazarski Recnik Roman Leksikon u 100.000 Reci. Zenski Primerak, 1998)

Σίγουρα έχετε παρατηρήσει ότι ο άνθρωπος λίγο πριν κοιμηθεί, σ’ εκείνη τη διαρχία ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο εναρμονίζει ιδιαίτερα τη σχέση του απέναντι στην έλξη της γης. Οι σκέψεις του απελευθερώνονται τότε από την ελκτικότητας της γης σε πραγματική αναλογία με τη δύναμη με την οποία η έλκη της γης δρα ενισχυμένα πάνω στο σώμα του. Τη στιγμή εκείνη η ανταλλαγή ανάμεσα στις σκέψεις και στον κόσμο γίνεται πορώδεις, οι ανθρώπινες σκέψεις περνούν στην ελευθερία, όπως σ’ εκείνα τα κόσκινα που έχουν τρία διαφορετικά σε πυκνότητα πλέγματα. Σ’ εκείνη τη σύντομη στιγμή, όταν η παγωνιά διεισδύει ευκολότερα στο ανθρώπινο σώμα, οι σκέψεις του ξεχειλίζουν απ’ αυτόν και μπορούν να διαβαστούν χωρίς μεγάλη προσπάθεια. Τα πρόσωπα που συγκεντρώνουν την προσοχή τους σ’ εκείνον που αποκοιμιέται, θα μπορέσουν χωρίς εξάσκηση να συλλάβουν τι σκέφτεται τη στιγμή εκείνη και ποιον αφορούν οι σκέψεις. Και αν με επίμονη εξάσκηση αφομοιώσετε αυτή την τέχνη παρακολούθησης της ανθρώπινης ψυχής τη στιγμή που είναι ανοιχτή, τη στιγμή αυτού του ανοίγματος μπορείτε να την παρακολουθήσετε όλο και σε μεγαλύτερο χρόνο και όλο και βαθύτερα στο όνειρο και σ’ αυτό μπορείτε να ψαρέψετε, όπως στο νερό, με ανοιχτά μάτια. Μ’ αυτό τον τρόπο γίνεται κανείς κυνηγός ονείρων.

Στον Άρη Μαραγκόπουλο

Λογοτεχνείο, αρ. 9

Βλαντιμίρ Αρσένιεβιτς, Στο αμπάρι, εκδόσεις Κέδρος, 1999, μτφ. Γκάγκα Ρόσιτς, σ. 89-90 (Vladimir Arsenijevic, U potpalublju, 1997)

Όπως πάντα, μόλις βγήκα από την οδό Μόλεροβά στη λεωφόρο της Επανάστασης, ανάμεσα σε δύο κύματα θορύβου, έφτασαν ως τα αυτιά μου και κάμποσες βρισιές από διαφορετικές μεριές. Ήταν το αιώνιο μουρμουρητό των δυσαρεστημένων – κάτι που γενικά σιχαινόμουν – ένα στείρο κλαψούρισμα από το οποίο ποτέ δε θα γεννηθεί τίποτα. Αυτή τη φορά όμως το σούρουπο έκρυβε μια καινούργια τονικότητα – ένα λεπτό και συγκεκριμένο θέμα. Το πρωτόγονο μονωδιακό τραγούδι, βάρβαρο μέσα στην αδυναμία του, ήταν εμπλουτισμένο με μια εύθραυστη, συγκινητική φράση – αποτέλεσμα των πολλών φωνών που συμμετείχαν. Αυτή η μουσική φράση δεν απευθυνόταν στην ακοή μου, αλλά μου ερέθιζε τα ένστικτα. Ξαφνικά, σαν να είχα μεθύσει, άρχισα να λυπάμαι όλους τους ανθρώπους της οικουμένης, στους οποίους δεν είχε απομείνει τίποτε άλλο από το να βρίζουν – ενώ εγώ ο ίδιος κάποτε τους κορόιδευα κατάμουτρά και με περιφρόνηση. Μας λυπόμουν όλους. Φωτισμένος από ένα απρόσμενο και πανταχού παρών όραμα, που είχε σχίσει την καθημερινή εικόνα της λεωφόρου μπροστά στα μάτια μου, είδα όλους εμάς να τρέχουμε, καθώς το έδαφος ράγιζε κι άνοιγε κάτω από τα πόδια μας, ενώ το συνόδευαν οι φοβερές κραυγές μας, και παράλληλα από τα βάθη του να ανεβαίνει η αβάσταχτη μπόχα των αιώνων, που μέσα στην αδράνειά μας παραλείψαμε να εκμεταλλευτούμε με τρόπο αξιοπρεπή…