Στο αίθριο του Πανδοχείου, 30. Γιώργος Παναγιωτίδης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Αγαπημένος πάει να πει σχέση πάθους, κάποιος που κάποτε και για κάποιους λόγους τον αγαπάς ενώ άλλοτε, ίσως και για τους ίδιους λόγους, τον μισείς. Δεν παραλείπω ν’ αναφέρω όταν με ρωτούν, τον Γιώργο Χειμωνά, τον Δημήτρη Δημητριάδη και πηγαίνοντας πιο πίσω, ίσως και πιο μπροστά, στο χρόνο, τον Franz Kafka. Πατερούλη αποκαλώ το Διονύσιο Σολωμό, όχι βέβαια γιατί είναι ο «εθνικός» μας ποιητής αλλά για τη «Γυναίκα της Ζάκυνθος»

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Η Κάθοδος των Εννιά του Θανάση Βαλτινού, Τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, Η κυρία Νταλογουέι της Virginia Woolf, Η Δίκη του Franz Kafka, Το Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου, η Έρημη Χώρα του T. S. Eliot και τα αναφέρω χωρίς σειρά, περισσότερο αυθόρμητα όπως το θέλει η ψυχανάλυση.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Τα διηγήματα του Γεωργίου Βιζυηνού «Το αμάρτημα της μητρός μου» και «Το μόνον της ζωής του ταξίδιον», τα διηγήματα του Anton Chekhov, του Edgar Allan Poe και του Franz Kafka.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Ο Γιώργος Χειμωνάς κι αντί να πω κάτι γι’ αυτόν, πέρα από το ότι έφυγε νωρίς, παραθέτω ένα απόσπασμα από το «Γιατρό Ινεότη». «Πρόκειται να έρθει το νέο είδος των ανθρώπων, ένα άλλο είδος ξαφνικό. Μια νέα ράτσα κι απόλυτοι θα έχουν μια αφάνταστη τελειότητα. Οι παλιοί άνθρωποι κι αυτός ο τρομαγμένος λαός θα πρέπει να εξαφανιστούν. Κανονίστηκε να πεθάνουν σε μια ορισμένη μέρα. Αλλά πρέπει να γυρίσουν ο καθένας στον τόπο του κι εκεί να πεθάνει. Ο Γιατρός Ινεότης βγαίνει και πηγαίνει κι αυτός με τον κόσμο. Έχει σύντροφο έναν γύφτο που ακόνιζε μαχαίρια. Όταν ήρθε η ώρα να πεθάνουν , έμαθαν πως δεν θα πεθάνουν με φυσικό θάνατο και χωρίς να πονέσουν, όπως τους είχαν πει. Αλλά με υπολογισμένο και βασανιστικό θάνατο σαν να τους τιμωρούσαν…».

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Το ότι γράφοντας ένα μυθιστόρημα, οι ήρωές του αποκτούν στην πορεία σάρκα και οστά και σε ακολουθούν, συζούν μαζί σου, δεν με εντυπωσιάζει. Είναι θαυμαστό όμως το πώς αυτονομούνται κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Μπορούν να σε αναγκάζουν ακόμα και ν’ αλλάξεις την εξέλιξη της ιστορίας σου. Πολλές φορές νιώθεις πως είσαι ένας υπηρέτης τους. Αφού τελειώσει το μυθιστόρημα παγιώνονται. Σα να κλείνονται σ’ ένα κιβώτιο και η τελεία στο τέλος του μυθιστορήματος τους κρατά εκεί μέσα άφθαρτους και σαν τιμωρημένους, να επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά τις ίδιες πράξεις. Βέβαια κάποιοι απ’ αυτούς θα επιστρέψουν στο επόμενο μυθιστόρημα να σε βρουν και πάλι, σα να δικαιούνται μια δεύτερη ζωή, μια δεύτερη ευκαιρία.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Η μαντάμ Μποβαρί, η κυρία Νταλογουέι και ο Γκρέγκορ Σάμσα που ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Παλιότερα είχα ένα πρόβλημα ακόμα και με τα σπίτια. Έχω αλλάξει όχι και λίγα. Αργότερα έγραψα και σε ξενοδοχεία κάνοντας διακοπές. Το πιο περίεργο ήταν όταν φοιτώντας στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής «αναγκάστηκα» να γράψω σε μια αίθουσα μαζί με άλλους και μάλιστα κατά παραγγελία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Έχω τη διαστροφή του συγγραφέα να παρακολουθώ εξονυχιστικά και σε βάθος τις ζωές των άλλων αλλά και τη δική μου. Συλλέγω συνεχώς. Μ’ ενδιαφέρουν και τα ελάχιστα καθημερινά που συγκινούν τους ανθρώπους. Αφήνω πολύ καιρό πράγματα, καταστάσεις και ήρωες να ωριμάσουν μέσα μου πριν καθίσω να γράψω ή για να είμαι ακριβέστερος, να πληκτρολογήσω. Απεχθάνομαι την αταξία του χειρόγραφου. Μικρότερος έγραφα σε γραφομηχανή. Τώρα πια είμαι ερωτευμένος με την οθόνη των υπολογιστών.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Κάθε ποίημα έχει τη μουσική του την οποία και «ξανακούω» κάθε φορά που το διαβάζω μετά. Η μουσική μου είναι άκρως απαραίτητη όταν γράφω. Κάτι σαν soundtrack του κειμένου που γράφω. Μπορώ να εξομολογηθώ για παράδειγμα πως για το μυθιστόρημα «Ερώτων και αοράτων» άκουγα σχεδόν αποκλειστικά Dead can dance και Liza Gerrard.

Ερώτων και αοράτων. Πότε γράφτηκε, υπό ποιες συνθήκες και πόθους; συγγράφηκε. Τώρα με μια χρονική απόσταση πώς σκέφτεστε την «αναπάντεχη», όπως χαρακτηρίστηκε, βράβευσή του;
Το «Ερώτων και αοράτων» ξεκίνησα να το γράφω το 2003 και τελείωσε μαζί με το 2006. Προέρχομαι από την ποίηση. Θεωρώ ότι στην εποχή μας είναι απολύτως ξεχασμένη. Τα νέα παιδιά δεν τη θέλουν και δεν τη γνωρίζουν. Έβαλα ένα στοίχημα με τον εαυτό μου να την παντρέψω με τη μορφή του μυθιστορήματος. Χρησιμοποίησα το μυθιστόρημα ως πολιορκητικό κριό. Υπήρξαν και κάποιες αντιδράσεις. Κάποιοι «θύμωσαν» όταν την διέκριναν σ’ ένα κείμενο που πρότεινα ως μυθιστόρημα. Στην ουσία η σκέψη μου είναι πάντα στη γλώσσα και στις δυνατότητές της. Η λογοτεχνικότητα είναι απλώς ένα αποτέλεσμα και μάλιστα ιδιαίτερα υποκειμενικό. Είχα στο νου μου την λογοτεχνική μας παράδοση, το Διονύσιο Σολωμό, τις παραλογές, το δημοτικό τραγούδι, την Αγία Γραφή. Οι περισσότεροι που γράψανε για το «Ερώτων και αοράτων» τα διέκριναν αυτά και ένιωσα δικαιωμένος. Το βραβείο μυθιστορήματος ήταν αναπάντεχο περισσότερο γιατί δεν υπήρξε ίχνος διαφήμισης για το βιβλίο μου σε αντίθεση με άλλα βιβλία της τότε short list του «Διαβάζω». Εκ των υστέρων θεωρώ σχεδόν επαναστατική την «απόφαση» της τότε κριτικής επιτροπής να το βραβεύσει.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Το «Ερώτων και αοράτων» έμοιαζε γλωσσικά και θεματικά λίγο παλαιικό. Αυτό που γράφω τώρα έρχεται από την αντίθετη πλευρά του χρόνου. Δεν θα μπορούσα ν’ αποκαλύψω το θέμα μου, περισσότερο γιατί προτιμώ να είναι ακόμα ρευστό. Ο ήρωάς μου είναι ένα δωδεκάχρονο παιδί. Εδώ και πολύ καιρό ζει μαζί μου.

Πώς βιοπορίζεστε;
Διδάσκω. Διδάσκω στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση κι επειδή θα ήταν αστείο να ισχυριστεί κανείς πως μπορεί έτσι να βιοποριστεί, θα πρέπει να ομολογήσω ότι επίσης διδάσκω ελληνικά σε ξένους ως δεύτερη γλώσσα και δημιουργική γραφή. Με μια λέξη, διδάσκω.

Η ενασχόλησή σας με την διδασκαλία σε δημοτικό σχολείο εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο στην συγγραφική διαδικασία ή πρόκειται για δυο χωριστούς κόσμους;
Θα ήταν ψέμα αν έλεγα πως η εργασία δεν επηρεάζει τη συγγραφή. Τα παιδιά είναι σπουδαίο υλικό και ισχυρή θετική κινητήρια δύναμη. Θυμάμαι το πόσο υπερήφανοι νιώθανε οι μαθητές μου τη χρονιά της βράβευσης του βιβλίου μου χωρίς να καταλαβαίνουν καλά καλά περί τίνος επρόκειτο. Να σημειώσω όμως πως η «αχαριστία» του ελληνικού κράτους, η «επιβράβευση» που επιφύλασσε σε όλους εμάς της εκπαίδευσης και όχι μόνο, με χρόνια προσφοράς, με ωραιότατες περικοπές και δεν αναφέρομαι μόνο στους μισθούς, είναι ένα γεγονός που με απογοητεύει βαθιά. Είμαστε οι τελευταίοι που ευθυνόμαστε για μια κρίση και οι πρώτοι που την πληρώσαμε. Πρόκειται για μια κρίση αξιών στην ουσία και δευτερευόντως οικονομική. Στην εκπαίδευση μικρός μπήκα από ιδεολογία. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα πλουτίσω αλλά ούτε ότι θα φτωχύνω.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Θα φανεί περίεργο αλλά αυτόν τον καιρό τη λογοτεχνία την παρακολουθώ κυρίως από τα λογοτεχνικά περιοδικά. Διαβάζω περισσότερο πράγματα που θα με βοηθήσουν στη συγγραφή του νέου μου βιβλίου. Η μελέτη και η έρευνα, όταν καταπιάνεσαι με ένα θέμα, θεωρώ πως είναι άκρως απαραίτητη. Διαβάζω λοιπόν βιβλία για την τεχνολογία.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.
Το ιστολόγιο είναι μια σπουδαία δυνατότητα. Με ενθουσιάζει η αμεσότητα και η δυναμική της επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Κάποιες φορές πανικοβάλλομαι στην ιδέα πως το βιβλίο πεθαίνει. Από την άλλη σκέφτομαι πως η λογοτεχνία θα είναι πάντα παρούσα με κάποιον τρόπο. Στον ιστό έχει τη δυνατότητα να το επιχειρήσει ο καθένας. Να «δημοσιεύσει» χωρίς να ψάξει εκδότη. Ίσως έτσι γεμίσουμε κάποια στιγμή με σκουπίδια. Από την άλλη είναι δικαίωμα του καθενός να γράφει και είναι επίσης απολύτως σεβαστός ο κόπος του. Το γράψιμο εξάλλου είναι εκτός των άλλων θεραπευτικό.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;
Δεν μπορώ να βάλω στεγανά στον τρόπο της έκφρασής μου. Πολλοί συνθέτες γράφουν και τους στίχους ή ακόμα και τραγουδούν οι ίδιοι. Πολλοί ηθοποιοί γράφουν ή σκηνοθετούν. Η ποίηση και η πεζογραφία δεν έχουν πιστεύω τελικά τόσο μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Η ισορροπία μεταξύ των δύο είναι ενδιαφέρουσα και δημιουργική.

Η συμμετοχή στην συντακτική ομάδα ενός λογοτεχνικού περιοδικού (στην δική σας περίπτωση ο Μανδραγόρας) τι είδους πνευματικές τέρψεις προσφέρει;
Μετά από δέκα χρόνια συμμετοχής μου στη συντακτική ομάδα του «Μανδραγόρα» διαπίστωσα έντρομος ότι με αναγνώριζαν ως κριτικό ποίησης. Αυτό δεν ήταν ποτέ μια από τις προσδοκίες μου. Έκρινα κάποτε αυστηρά, ψυχαναλυτικά, φιλολογικά, γλωσσικά τα κείμενα και δεν λογάριαζα τον παράγοντα άνθρωπο. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως ο κόπος και ο πόνος του καθενός θα πρέπει να είναι σεβαστός. Κριτικός μπορεί να είναι μόνο ο χρόνος. Νιώθω όμως ικανοποιημένος γιατί με κάποιον τρόπο ανακάλυψα και μίλησα για νέους ποιητές που τώρα πια κάνουν σημαντικά πράγματα, όπως ο Γιάννης Αντιόχου, ο Βασίλης Αμανατίδης, ο Γιώργος Λίλης, και νιώθω δικαιωμένος μ’ αυτό.

Στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού (δε)κατα (τ. 21, άνοιξη 2010, αφιέρωμα στην Ζωή του Συγγραφέα) δημοσιεύεται ένα μεγάλο κείμενο του Louis Menand σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να διδάσκεται η δημιουργική γραφή. Ποια είναι η δική σας γνώμη και τι σχετικές εμπειρίες έχετε;
Η δημιουργική γραφή ασφαλώς και διδάσκεται. Η έμπνευση όχι. Ο πρώτος μου στόχος πάντως, όταν διδάσκω δημιουργική γραφή, είναι ο καλός αναγνώστης. Πάντως γίνεται λόγος για κάτι που στην Αμερική και την Ευρώπη είναι διαδεδομένο εδώ και δεκαετίες. Στην ουσία πρόκειται για συστηματική εξάσκηση και ανατροφοδότηση. Κάτι δηλαδή άκρως απαραίτητο για τους συγγραφείς. Σπούδασα δημιουργική γραφή μετά τη βράβευση του «Ερώτων και αοράτων». Με κάθε τρόπο νιώθω πολύ πιο στέρεο πια το έδαφος κάτω από τα πόδια μου ή πολύ πιο γεμάτες τις αποσκευές μου.

Φέτος ανέβηκε και το θεατρικό σας έργο «Η Γριά Μώρα». Ένα άλλο είδος γραφής διεκδικεί θέση ανάμεσα στα προηγούμενα δυο;
«Η γριά Μώρα» με «ω» από το μωρός ή με «ο» από τις σλάβικες καταβολές της, είναι ένα εκτενές ποίημα, δημοσιευμένο μάλιστα στην τελευταία «Ποιητική», που εξαιτίας ενός φίλου μπήκα στον πειρασμό να το μεταγράψω ως θεατρικό. Το αποτέλεσμα δεν μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε. Όμως, το έχω ξαναπεί, δεν πιστεύω πως υπάρχουν στεγανά μεταξύ των λογοτεχνικών ειδών. Ίσως ένας ορίζοντας που συνεχώς μετατίθεται, αλλά όχι στεγανά.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης – Προς εκκλησιασμόν

Ο μύθος έπαψε να θεωρείται μόνο σαν κατάλοιπο του παρελθόντος και ερευνάται σαν ουσιώδες σημείο του καθενός (Τοπογραφία και δομή, σ. 143).

Το 1970 ήταν annus mirabilis για τον Πεντζίκη: ο αραιότατα εκδοθείς του παρελθόντος τώρα ξεφούρνιζε τέσσερα βιβλία σε ισάριθμους εκδότες – το ένα σε δεύτερη έκδοση, σε μια πλημμυριστή εκβολή της φρενήρους γραφής του από το 1969, οπότε και αποσύρθηκε από τον ελβετικό φαρμακευτικό οίκο όπου εργαζόταν (ως σύμβουλος προώθησης προϊόντων). Ένα εξ αυτών ευτυχεί τρίτη και οριστική έκδοση εδώ (Α΄ έκδοση: Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1970, Β΄ έκδοση: Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1986), κανονιστική και παγιωθείσα, προς ευκρινέστερη ακρόαση του πεντζίκειου λόγου. Πρόκειται για εννέα κείμενα δυο δεκαετιών (’50-’60) που ομιλήθηκαν ως διαλέξεις και έρευσαν ως ομιλίες – εξ ου και η αίσθηση της επικοινωνίας με ορατό ακροατήριο, η αποτύπωση μιας οικείας προφορικότητας και η αξία τους σαν μιας σπάνιας ζωντανής ηχογράφησης σύμφωνα με τον επιμελητή – επιμετρητή του τόμου Γαβριήλ Νικόλαο Πεντζίκη). Αυτές οι διαλογικής, σχεδόν σωκρατικής υφής εκφράσεις πρωτοδημοσιεύτηκαν σε Μορφές, Ταχυδρόμο, Νέα Πορεία, Διάλογο, αλλού, ή πρώτη φορά εδώ.

Αυτός που παραδεχόταν πως έγραφε έτσι απλά επειδή αδυνατούσε να συνθέσει λογοτεχνία, μη γνωρίζοντας τρόπους και μεθόδους, που στα γραπτά του προσκαλούσε πλήθος προσώπων χωρίς να φτιάχνει κανέναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα, που σε σημειώσεις εκατό ημερών έγραψε το χρονικό της μεταμόρφωσής του σε κατώτερο εχινόδερμο, εδώ ξανά διαπερνά, διαπηδά και διασχίζει τον Όμηρο και τον Πίνδαρο (του υπεραρκούν απ’ την αρχαία φρουρά), τον Τζόυς, τον Kierkegaard, τον Παπαδιαμάντη, τον Σαραντάρη, τον Βιζυηνό, τους προσωκρατικούς και τους νεοπλατωνικούς, τους βυζαντινούς, τους Μπέκετ, Μαλλαρμέ και Ντοστογέφσκι, τις γριές ενορίτισσες της Υπαπαντής και της Παναγίας Δέξιας με τις πατερικές φυλλάδες.

Ας ευφρανθούμε λοιπόν ξανά για εκατοστή φορά με τον εσώτερο μονολογιστή, ρευματοφόρο της συνείδησης και εξπρεσιονιστή κύριο Πώς να τον πούμ’, τον μοντέρνο και μεταμοντέρνο πριν από εκείνους που φέρουν τον τίτλο, που «σχολείο πήγε μονάχα σε μια τάξη και μόνο του μέλημα ήταν η μυθική και παραμυθική ερμηνεία των εγκοσμίων», είτε καθώς διαλαλεί τον έρωτά του προς τα έμβια όντα και τα πράγματα είτε όταν πολεμά τους δαίμονές του στην προσπάθειά του να υπερβεί και να διαλύσει το ατομικό του εγώ. Που επιστρέφει συνεχώς στον παρά θιν’ αλός περίπατο που δεν έπαψε να επεξεργάζεται η ανθρώπινη ψυχή απ’ τον Όμηρο ίσαμε τον Τζόυς, συγκινείται περισσότερο στα προσκυνητάρια και στα εικονοστάσια των δρόμων παρά στις μεγάλες, σαν άδειες αποθήκες εκκλησίες, σκιρτά με την ανάποδα τοποθετημένη πινακίδα της Οδού Αετορράχης στην Αγία Τριάδα, ανεβαίνει στην στέγη των Δώδεκα Αποστόλων στο Βαρδάρι και λέει: Πέρα από κάθε φόβο, μ’ ενθουσίαζε στην Εκκλησία η καταξίωση του παραλόγου.

Για άλλη μια φορά με ελαχιστότατες εξαιρέσεις όλοι σιώπησαν και γι’ αυτό το έργο του: ο μεν δικτατορικός περίγυρος αλισβεριζόταν με παραεκκλησιαστικές οργανώσεις (που δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις ευρύτατες πνευματικές του αναζητήσεις), διανόηση και αντιφρονούντες εν γένει αντιμετώπιζαν με υποψία οτιδήποτε «θρησκευτικό». Αν προσθέσουμε και τα στεγανά του αναγνωστικού κοινού τότε αντιλαμβανόμαστε γιατί σπάνια εκδότης και πολύ περισσότερο διευθυντής περιοδικού δεχόταν να δημοσιεύσει κείμενό του, ή, όταν συνέβαινε, οι αναγνώστες να το αγοράσουν. Φυσικά ο Πεντζίκης αν και βαθύτατα θρησκευθείς ουδόλως σχετιζόταν με εκκλησιαστικούς θεσμούς και σχετικά ιδεολογήματα (προτίμησε 94 επισκέψεις στο Άγιον Όρος), αδιαφορώντας πλήρως και για εθνικιστικούς διαχωρισμούς.

Δεν είναι τα πράγματα που γεμίζουν, ούτε τα μεγέθη που επιβάλλονται – γι’ αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκριθεί η Παναγία Κουμπελιδική στην Καστοριά με την Παναγία των Παρισίων – στον ατέρμονο πεντζίκειο πανοραμικό κόσμο. Είναι η Θεοτόκος σ’ ένα τζάμι καταστήματος, τα γεωλογικά στρώματα ως μνήμες συνουσίας, η επίκληση των ασκητών Φώτισόν μου το σκότος, οι λαϊκές ανδρικές και γυναικείες μορφές που μοιάζουν να σέρνουν καλαματιανό, πηδηχτές, πιασμένες με μαντήλια χρωματιστά σε τοιχογραφία στο μικρό εκκλησάκι του κοιμητηρίου της Ιεράς Μονής Γρηγορίου του Άθωνα.

Η στέγη της Αγίας Αικατερίνης έχει την μεθυστική ποικιλία μιας αμάραντης ανθοδέσμης…η ένθεση ων πλίνθων στις εξωτερικές πλευρές σχηματίζει έναν τέτοιο πλούτο διακοσμητικών θεμάτων, ώστε αισθάνεσαι σάμπως οι τοίχοι να είναι τάπητες, που μπορεί να τους σηκώσει ο άνεμος, και ολόκληρο το κτίσμα να μετεωριστεί στον ουρανό. (Άλλοτε και νυν, σ. 50)

Μιλάμε για μια έκδοση κατάσπαρτη και κατασυμπληρωμένη με: πρόλογο του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού (ηγούμενος της Μονής Βλαττάδων, συνεπώς πρώτος στο Ίδρυμα που τον εξέδωσε τότε), παρουσίαση των κομματιών που έκανε ο συγγραφέας στην εφημερίδα Νέα Αλήθεια της Θεσσαλονίκης, φωτογραφικό υλικό κι ένα τεράστιο επίμετρο με την εκδοτική ιστορία του έργου, τις πρώτες δημοσιεύσεις, ανάδραση [= επιστολές των Ζήσιμου Λορεντζάτου (Αείροε, πλειστόκαινε, μωσαϊκέ Νίκο!), Γιώργου Σεφέρη, Παπατζώνη, Δ.Γ. Κουτρουμπή και κριτικά σημειώματα], εργοβιογραφικό χρονολόγιο και με υπερεκατοντασέλιδα σχόλια «εφόδια, όχι εμπόδια» του προαναφερθέντος υιού, που γνωρίζει την παραμικρή εσοχή του έργου του και μας έχει καλομάθει σε παρόμοιες θεραπείες καταλήγοντας σε δοκιμιώδες κομμάτιο που αρχινά με παρομοίωση του βιβλίου με ναό αλλά και σταυρό, με κεραίες τις δυο διασταυρούμενους άξονες σκέψης του ΝΓΠ, τα δε κεφάλαια και ως βαθμίδες μιας μυητικής κλίμακας και καταλήγει στην αναδεξιμιά του Ζωή, σ’ ένα θαυμαστό κύκλο.

Καλά έκανες κι έφυγες κυρ Νίκο κι άσε μας εμάς εδώ να βολοδέρνουμε ανάμεσα Εγνατία 112 (νυν 106), εκεί που ήταν το Φαρμακείο σου (εκεί που συνεπαρμένος από τις δημοτικιστικές επιταγές έβγαλες το τελικό νι από την επιγραφή και σ’ επισκέφτηκε όργανο της τάξεως να διαπιστώσει αν επρόκειτο για ανατρεπτική ενέργεια ή που συνεπαρμένος από τις συζητήσεις έκλεινες την πόρτα κι έδιωχνες τον κόσμο) και Βασιλίσσης Όλγας 197 που οικείωνες οικία. Εσένα το εγώ σου ήταν κάθε φορά κι ένας άλλος ενώ εμείς παραμένουμε απελπιστικά οι ίδιοι.

Αργότερα πολλές φορές συσχέτισα την είσοδο εκείνη, εντός του ιδρύματος της εκ θείας αποκαλύψεως θρησκευτικής παραδόσεως, με την προσευχή του Κολοκοτρώνη, όταν έμεινε έρημος, πριν βγει στα βουνά και κράξει τους σκόρπιους από τον φόβο των Τούρκων Έλληνες, στην Εκκλησία του Χρυσοβιτσιού, ενισχυόμενος από το μεγάλο του ήρωος παράδειγμα. Μέσα ο ναός ήταν ακόμα ασυμπλήρωτος και ως μόνο πλήρωμα στεκόντουσαν κι’ άκουγαν, τον κρυμμένο μέσα το ιερό παπά, μια μαυροφορεμένη γρηά, ένας τρελλός και εγώ. Τότε λοιπόν…αντιλήφθηκα ότι πολύ σωστά θα μπορούσαν να διακοσμηθούν οι τοίχοι του άδειου ναού με την απλή καταγραφή, από πάνω έως κάτω, όπως στα χαρτάκια που δίνουμε στον παπά για να τα διαβάσει, των ονομάτων όλων των προσφιλών μας νεκρών. (Έρως της Εκκλησίας, σ. 87)

Εκδ. Ίνδικτος, 2007, σελ. 397, επιμέλεια – σχολιασμός: Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Στις φωτογραφίες η Αγία Αικατερίνη στην πιο υποβαθμισμένη (καλύτερα εκεί) περιοχή της Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης  και η έκδοση των Αγροτικών Συνεταιριστικών Εκδόσεων. Συντομότερη και μεταμορφωμένη δημοσίευση του κειμένου, εδώ.