Λογοτεχνείο, αρ. 42

Χουάν Κάρλος Ονέτι, Η σύντομη ζωή, εκδ. Καστανιώτη, 2000, μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου, σ. 55, 76 (Juan Carlos Onetti, La vida breve,1950).

Και εκείνη, παρά το θρήνο της την αυγή, στο τέλος θα αποκοιμιόταν, για να ανακαλύψει το πρωί, ενώ θα αποχωριζόταν βιαστικά τα όνειρά της, ότι τα λόγια παρηγοριάς δεν είχαν πλημμυρίσει το στήθος της κατά τη διάρκεια της νύχτας∙ ότι δεν είχαν αναβλύσει από το στήθος της, δεν είχαν συσσωρευτεί στιβαρά, ελαστικά και νικηφόρα, για να δημιουργήσουν το μαστό που έλειπε.

Θα βρω τον τρόπο να γελάσουμε, την ώρα που θα πέφτει η νύχτα, όρθιοι και ποθώντας ο ένας τον άλλον, στο Μοντεβιδέο, ακριβώς στη γωνία των οδών Μεδάνος και 18 δε Χούλιο, πριν από πέντε χρόνια. Τίποτα δε θα σταθεί ικανό να μ’ εμποδίσει να της χαϊδέψω το μάγουλο με ένα μονό μονότονο δάχτυλο, στην έξοδο του Λυκείου. Θα την υποχρεώσω να πιστέψει πως ένα τυχαίο περιστατικό μπορεί να συμπεριλάβει τη ζωή και ότι ένα άλλο παρόμοιο περιστατικό δεν μπορεί να αλλοιώσει το νόημα μιας ζωής. Δεν αποκλείεται μάλιστα να ανασηκωθεί και να ζητήσει ένα τσιγάρο, ίσως φυσήξει τον καπνό με σταθερή βραδύτητα, προκαλώντας με, να βλεφαρίσει όπως παλιά και να μουρμουρίσει οποιοδήποτε κατάφωρο ψέμα για να με αναγκάσει να την αντιμετωπίσω.

Στην Μαρία Μήτσορα

Λογοτεχνείο, αρ. 40

Roberto Juarroz, Κατακόρυφη ποίηση, εκδ. Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1997, εισαγωγή – μετάφραση Αργύρης Χιόνης (Poèsie verticale, 1967)

1
Σκέφτομαι πως ετούτη τη στιγμή
κανένας δε με σκέφτεται μέσα στο σύμπαν,
πως μόνο εγώ με σκέφτομαι,
κι αν τώρα πέθαινα,
κανένας, ούτε ο εαυτός μου, δε θα με σκεφτόταν.

Κι εδώ αρχίζει η άβυσσος,
όπως όταν κοιμάμαι.
Είμαι το ίδιο μου το στήριγμα και μου το αφαιρώ.
Συμβάλλω στην επένδυση των πάντων με απουσία.

Ίσως αυτός είναι ο λόγος
που το να σκέφτεσαι έναν άνθρωπο
είναι σα να τον σώζεις.

 Στην Ρούλα Αλαβέρα