Λογοτεχνείο, αρ. 30

Έλιο Βιτορίνι, Σικελικοί διάλογοι, εκδ. Οδυσσέας, 1980, μτφ. Τατιάνα Νικολαΐδου, σ. 161-162 (Elio Vittorini, Conversazione in Sicilia, 1941)

Είναι τυχερός αυτός που διάβασε στα παιδικά του χρόνια. Και δυο φορές τυχερός αυτός που διάβασε βιβλία για τα χρόνια τα παλιά και για χώρες απ’ τα περασμένα, βιβλία ιστορικά, βιβλία για ταξίδια και το Χίλιες και μια νύχτες μ’ ένα δικό του τρόπο. Μπορείς να ξαναθυμηθείς ακόμα κι αυτό που διάβασες σα να το ’χες ας πούμε ζήσει, κι έχεις μέσα σου την ιστορία των ανθρώπων και του κόσμου ολόκληρου, στην παιδική σου ηλικία, την Περσία στα επτά σου, την Αυστραλία στα οκτώ, τον Καναδά στα εννιά, το Μεξικό στα δέκα και τους Εβραίους της Βίβλου με τον πύργο της Βαβέλ, τον Δαβίδ το χειμώνα στα έξη σου χρόνια, χαλίφηδες και σουλτάνους κάποιο Φλεβάρη ή Σεπτέμβρη, το καλοκαίρι τους μεγάλους πολέμους με το Γουσταύο Αδόλφο και τ’ άλλα για τη Σικελία και την Ευρώπη, σε κάποια Τερανόβα, ή σε κάποιες Συρακούσες, ενώ κάθε νύχτα το τρένο περνούσε φορτωμένο στρατιώτες για ένα μεγάλο πόλεμο που είναι όλοι οι πόλεμοι.
Εγώ είχα την τύχη να διαβάσω πολύ σαν ήμουνα παιδί και στην Τερανόβα ή Σικελία ήταν και λίγο Βαγδάτη και λίγο Παλάτι των Δακρύων και λίγο κήπος με φοινικόδεντρα για μένα. Διάβασα το Χίλιες και μια νύχτες κι άλλα βιβλία, σ’ ένα σπίτι κάποιου φίλου του πατέρα μου γεμάτο σοφάδες και κορίτσια, κι από κει είναι που θυμάμαι το γυμνό της γυναίκας, καθώς απ’ τις σουλτάνες και τις οδαλίσκες, αναμφισβήτητο, βεβαιωμένο, καρδιά και νου του κόσμου.
«Ναι, ήξερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά πώς είναι φτιαγμένη μια γυναίκα σαν ήμουνα επτά χρονώ» είπα.

Στον Δημήτρη Πετσετίδη

Λογοτεχνείο, αρ. 26

Τζουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, Η Σειρήνα και άλλα διηγήματα, Μετάφραση-εισαγωγή-σχόλια: Μαρία Σπυριδοπούλου, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1993, σελ. 123.

Γι’ αυτή την περίοδο της απομόνωσης δεν μπορούσε να βρεθεί πιο κατάλληλο μέρος από κείνο το καφενείο της οδού Πάδου όπου εκεί τώρα, μόνος σαν το σκυλί, περνούσα όλες τις ελεύθερες ώρες μου και πήγαινα όλα τα βράδια, μετά τη δουλειά μου στην εφημερίδα. Ήταν ένα είδος Άδη, γεμάτου από τις αναιμικές σκιές συνταξιούχων αντισυνταγματαρχών, δικαστικών και καθηγητών. Αυτές οι άυλες μορφές έπαιζαν ντάμα ή ντόμινο, βυθισμένες σ’ ένα φως που τη μέρα το σκοτείνιαζαν οι στοές και τα σύννεφα, και το βράδυ τα τεράστια πράσινα αμπαζούρ των πολυελαίων· και δεν ύψωναν ποτέ τη φωνή τους φοβούμενες πως ένας πολύ δυνατός ήχος θα μπορούσε να διαλύσει την αδύναμη υφή της μορφής τους. Ένα τέλειο Έρεβος.

Στον Γιώργο Σκαμπαρδώνη