Πάμπλο Γκουτιέρεθ – Τα ανατρεπτικά βιβλία

Η λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης

Πρόκειται κατά κυριολεξία για λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης, εφόσον σ’ αυτό το απολαυστικότατο μυθιστόρημα η λογοτεχνία αλλάζει σταδιακά πλην ολοκληρωτικά την κεντρική ηρωίδα, την εβδομηντάχρονη Ρέμε: της αναστατώνει το πνεύμα και της ξεσηκώνει το σώμα· ανοίγει τους κρουνούς της ηδονής αλλά και της ίδιας της συνείδησης· της εμπνέει την σκέψη και την ωθεί στην πράξη. Κοινώς, την ξυπνάει παντοιοτρόπως. Η λογοτεχνία της μαθητείας και της αφύπνισης δεν αποτελεί πρωτότυπο εύρημα αλλά ο βασικός της χαρακτήρας, μια άσεμνη γριά, με λυτά μαλλιά σαν άγρια χόρτα, ντυμένη με κουρέλια, «που ήταν είκοσι χρονών πριν κλείσει τα εβδομήντα» και η δια της κατακλυσμικής λογοτεχνικής γραφής δραματοποίηση του συγγραφέα απογειώνουν το βιβλίο.

Πού, πώς γλίστρησε η ζωή της δόνα Ρεμέδιος; Πώς στέρεψε η αρχική της πλημμύρα; Από τα δεκαπέντε της η Ρέμε ένοιωθε την καταρροή να κυλάει στα πόδια της, ποθούσε τους άντρες, μα πώς να τα βγάλει πέρα με τα λόγια της γειτονιάς και τα χαστούκια των γονιών; Στα μέρη της ο έρωτας θεωρείται αμαρτία και ντροπή κι έτσι στα δεκαοκτώ της δεν της μένει παρά να διαλέξει κάποιον, κι ας συνεχίζει να μουσκεύει με την ιδέα των φιλιών ενός ωραίου ηθοποιού και με φαντασιώσεις που ξεκινούν ήδη  με τις αφίσες έξω από τον κινηματογράφο.

Η Ρέμε δεν ανήκει στους προνομιούχους της ισπανικής, φρανκικής κοινωνίας, άρα ζει εκτός των τειχών, εκεί που η Καθολική Δράση ιδρύει έναν νέο οικισμό και παραχωρεί για πενήντα χρόνια σπίτια μικρά σαν ποντικοφωλιές, καλύβες από λαμαρίνα, χτισμένες σ’ έναν ξερότοπο με αγκάθια. Οι εργολάβοι της νέας πατρίδας αναλαμβάνουν να βάλουν σε τάξη τους φτωχούς, έστω και ως τρωγλοδύτες των χαμόσπιτων. Όχι ιδιοκτησία και συμβόλαια: το κράτος κυριαρχεί και παραχωρεί, η οικογένεια ευγνωμονεί και κατοικεί. Πρώην καταδικασμένοι και νυν προσηλυτισμένοι προσήλθαν στην ελεημοσύνη και στο πρώτο συγκρότημα κτιρίων που ονομάστηκε Βασιλικό Ίδρυμα Εργατικών Κατοικιών. Τα νανόσπιτα με τα ακάλυπτα δοκάρια αυξάνονται και πληθύνονται στη άκρη του ξερού αυτοκινητόδρομου και φτιάχνουν τείχος από ομοιόμορφες οικοδομές σαν μια μασέλα. Η δεκαετία του ’60 αλλάζει τον ψημένο πηλό με το σκυρόδεμα, τα ατσάλινα πλέγματα και τον αμίαντο, που είναι εύκαμπτος κι αφήνει μόνο μια ελάχιστη σκόνη. Ο εργάτης σύζυγος βήχει, νοιώθει τα γυαλάκια στο στήθος, η ζωή με σκονισμένο πνεύματα αρχίζει την αντίστροφη μέτρηση.

Οι εκκλησιαστικές τελετές θα συμπληρώσουν περίτρανα αυτήν την ενοριακή δημοκρατία. Η συμμετοχή των νέων σε αδελφότητες για την λιτανεία της Μεγάλης Εβδομάδας αποτελεί χρέος τους, είναι άλλωστε μια τελετουργία της νομιμότητας και μια καλή ευκαιρία για στολές και μουσικά όργανα. Δεν είναι η θρησκευτική πίστη ή χριστιανική ηθική που ωθεί το κατεστραμμένο λούμπεν να σπεύδει στις παρελάσεις όσο το ίδιο το φετίχ της ομάδας, η φιγούρα της πομπής, και βέβαια η αρσενική επίδειξη για τους βαστάζους του άρματος. Για μια αλλά Μεγάλη Βδομάδα, γίνονται οι εθνικοί φύλακες του οικισμού, ενώ μαζί τους παρελαύνουν και οι φιλήσυχοι κλητήρες που παριστάνουν τους ιδιοκτήτες των δρόμων αλλά και οι τραυματισμένοι φαλαγγίτες του καθεστώτος, για να φανούν δοξασμένοι πολεμιστές. Και όπως πάντα «αυτοί που σέρνουν τους πιο βαρείς σταυρούς είναι αυτοί που δέρνουν πιο δυνατά τις γυναίκες τους».

Άλλωστε οι επιφανείς γνωρίζουν «πως κάποια πνευματικά δεσμά θα ήταν αναγκαία μόλις ολοκληρωνόταν η διαχείριση του τούβλου για να μη δραπετεύσουν τα ποντίκια όταν πια όλα θα ήταν βαρετά». Οι γυναίκες του οικισμού γεννούν παιδιά μιας προδιαγεγραμμένης πορείας, όπως είναι και τα παιδιά της Ρέμε που μεγαλώνουν σε χολερικά δωμάτια, γίνονται τεμπέλικα κι επιθετικά και σύντομα ζουν περισσότερο έξω από το σπίτι. Γύρω τους μαζεύονται, δεύτεροι χαρακτήρες του βιβλίου και πρώτοι αναλώσιμοι της συντηρητικής κοινωνίας οι συνομήλικοι φίλοι τους, οι μεγαλύτεροι των συμμοριών, οι νεαροί «βαρόνοι» της περιοχής, όλοι εθισμένοι στη χημεία και στην επιθυμία να ξεφύγουν από μια περιοχή που δημιουργήθηκε ως οχετός της απόμακρης πόλης.

Η δεκαετία του ’80 φέρνει κι άλλες καλύβες στις αλάνες, μαζί με την πανδημία της άσπρης. Οι νέοι που φυλακίζονται συχνά προτιμούν την άνεση ενός κελιού από το ξεροκόμματο του φτωχικού. Το πνεύμα του κιμπούτς έχει πεθάνει, τώρα κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, μόνο τον θεό των ναρκωτικών. Το ’90 έρχεται μαζί με την επέλαση της πορνογραφίας και τα αμέτρητα χάπια που κρατούν τους νέους σε συνεχή χορό κάτω απ’ τα στροβοσκόπια. Τα κορίτσια αλητεύουν μέχρι να μείνουν έγκυες και να συνεισφέρουν σε μια ολόκληρη αποικία χαμένων παιδιών που οι μητέρες έχουν για παιχνίδια, βασανισμένες κούκλες οι μεν για τους δε και αντίστροφα, όπως η Ανίτα κι ο Ρόμπε, δεύτερα πρόσωπα του δράματος: εκείνη ένα κορίτσι που καταδέχτηκε να πάρει την θέση της φεύγουσας κόρης της Ρέμε· εκείνος, ένας θετός εγγονός, που εθίζει δεκάδες χρήστες σε στρατηγικά βιντεοπαιχνίδια δικής του έμπνευσης, πουλώντας κουπόνια με κωδικούς εισόδου ενώ φτιάχνει σιγά σιγά ένα ολόκληρο ηλεκτρονικό βασίλειο, έχοντας ανακαλύψει «την μήτρα του καπιταλισμού για νέους».

Μέχρι που έφτασε η ημέρα όπου ένα κιβώτιο με βιβλία προορισμένα για έναν γείτονα παραδόθηκε από λάθος στην δική της πόρτα. Επρόκειτο να κλείσει τα εβδομήντα και τα βιβλία έφτασαν με πενήντα χρόνια καθυστέρηση αλλά ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. Εκείνη που μέχρι τώρα έβλεπε μόνο τις μεσημεριανές τηλενουβέλες άρχισε να διαβάζει όλα όσα δεν ήξερε: πως είχαν σφετεριστεί την μισή και παραπάνω ζωή της. Βιβλία! Αυτά ξορκίζουν την μελαγχολία και την επανάληψη ολόιδιων ημερών και κάνουν την Ρέμε να γίνεται πολλές ηρωίδες και να βρίσκεται παντού και να μαθαίνει την ζωή. Φυσικά η αρχή είναι δύσκολη, το διάβασμα αργό, οι δύσκολες λέξεις συλλαβίζονται, το δάχτυλο σημαδεύει σειρά με τη σειρά. Δεν πηδάει καμία παράγραφο και συμπληρώνει με το μυαλό της ό,τι δεν καταλαβαίνει.

Το κλεμμένο κιβώτιο ήταν ένας θάλαμος θεραπείας, ένα πλατωνικό καταφύγιο. Τώρα η μοναξιά της είναι ανακούφιση κι ο χρόνος ατέλειωτος, να διαβάζει μέρα νύχτα κι ύστερα να παίρνει τους δρόμους και να κάθεται στα μπαρ όπου δεν αντέχει για πολύ χωρίς διάβασμα. Όλος ο χωροχρόνος είναι στην διάθεσή της, και τα μάτια της τώρα είναι ορθάνοιχτα μετά από τόσα χρόνια αυτοματισμού. Ατημέλητη και ρακένδυτη, η «τρελή» Ρέμε, διαβάζει τα βιβλία της παντού, στο παγκάκι της άδειας πλατείας ή στο ύπαιθρο, μέχρι να πονέσουν τα μάτια της. Οι γυναίκες του οικισμού, γειτόνισσες, νεαρές χήρες, παρατημένες, μητέρες μόνες ή νοσοκόμες ανάπηρων συζύγων του εμφυλίου ή του αμίαντου, απορούν για το μόνιμο χαμόγελό της. Δεν έχουν ποτέ τους καταφύγει στα βιβλία «για να σταματήσουν την αγωνία του χαμένου χρόνου»· προτιμούν την πάντα αναμμένη τηλεόραση και  προτιμούν να ξεφυλλίζουν ανόρεχτα τα περιοδικά ή να μαντάρουν την κάπα της Παρθένου. «Το αλέτρι της τηλεόρασης είχε αφήσει χέρσα τα κεφάλια τους, πενήντα χρόνια παραχώρησης συνέθλιψαν το ηθικό τους και το μισό τους ένστικτο ανταρσίας· η ενορία πήρε το άλλο μισό».

Τα απρόσμενα βιβλία έπεσαν στα χέρια της σαν μία θεραπευτική ιεροτελεστία για να επουλώσουν μια πληγή που δεν μάτωνε από την επερχόμενη μοναξιά αλλά από τη συνειδητοποίηση μιας σοβαρής αλήθειας: πως η ζωή της έσβηνε, πως όλα ήταν λάθος από την αρχή, πως τίποτα δεν είναι καίριο εκτός από το πέρασμα του χρόνου. [σ. 179]

Στο μεταξύ σ’ ένα τυπογραφείο του Δήμου γράφεται ένα άλλο, διόλου μυθιστορηματικό κείμενο: ένας κανονισμός που θα διανεμηθεί σε όλα τα γραμματοκιβώτια του οικισμού. Κι ο κόσμος της Ρέμε είναι έτοιμος να ανατραπεί για δεύτερη φορά. Απαγορεύεται το κρέμασμα της μπουγάδας γιατί ασχημαίνουν οι δρόμοι. Οι κάτοικοι διατάζονται να απλώνουν τα ρούχα μέσα στα σπίτια τους. Η Ρέμε βγαίνει από την έκστασή της και διαβάζει μεγαλόφωνα το χαρτάκι στις περαστικές, ένα «Ζερμινάλ στο ιδίωμα της καθημερινής πλύσης». Ποιος τολμάει να ζητάει κάτι τέτοιο;

Οι γυναίκες εξέρχονται από την κοσμική τους αποξένωση και συμφωνούν ν’ αδειάσουν τα συρτάρια τους σε σκοινιά σαν πανηγυρικές σημαίες. Προτού νυχτώσει κάθε μπαλκόνι του οικισμού είναι γεμάτο «αναρχικά ρούχα». Ανεβασμένες πάνω σ’ επικίνδυνες σκάλες οι γυναίκες τεντώνουν τα σκοινιά από την μια πλευρά του δρόμου στην άλλη, για να κατασκευάσουν ένα δάσος από κρεμασμένα ρούχα, σαν μοντέρνα τέχνη ενός οργισμένου γκέτο. Νυχτικά, σεντόνια, ρούχα, χιτώνες της Μεγάλης Εβδομάδας ανεμίζουν σαν πολεμικά λάβαρα στη μέση των δρόμων. Οργανώνονται βάρδιες επιτήρησης – η Ρέμε αναλαμβάνει την νυχτερινή φύλαξη με μια λάμπα κι ένα βιβλίο. Ο οικισμός ξεσηκώνεται μόνος του, χωρίς πολιτικές συγκεντρώσεις ή υψωμένες γροθιές. Ο Πίο Μπαρόχα και οι άλλοι συγγραφείς ήταν αρκετοί.

Η επανάσταση είχε αρχίσει αλλά χρειάζεται και η απαραίτητη προπαγάνδα. Σ’ ένα διαμέρισμα στην άλλη άκρη της πόλης ένας ακτιβιστής και η σύντροφός του, ο Λεάνδρο και η Ελοΐζα, ούτως ή άλλως ονειρεύονται την καταστροφή του σύμπαντος. Εδώ ψυχογραφούνται περίφημα οι μονομανείς με τις προλεταριακές φαντασιώσεις που αδυνατούν να χαρούν ακόμα και τον ίδιο τον έρωτα αλλά και αναζητούνται στις δικές τους βιογραφίες τα κίνητρα της εξέγερσης. Άλλωστε αυτές ακριβώς οι φαντασίες πυροδοτούν τα πρώτα βήματα της. Ο ακτιβιστής εκστασιάζεται: μια αληθινή λαϊκή επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει από την πόρτα του σπιτιού του. Αυτός θα είναι ο διανοούμενος ταραχοποιός που έλειπε σε προηγούμενες καταστάσεις, αφού κάθε φορά περίσσευαν τα μπράτσα και οι πέτρες αλλά έλειπαν τα μυαλά και οι ιδέες. Δημοσιεύει τα δεδομένα σε μια σελίδα για κοινωνικές πρωτοβουλίες, ακολουθούν τα ειδικά έντυπα και μια βάση δεδομένων για διεθνή κινήματα αντίστασης.

Σε όλη τη χώρα αναδύεται ένα ρεύμα αλληλεγγύης – η πλατεία της Καταλωνίας περικυκλώθηκε με σεντόνια απλωμένα σε αυτοσχέδιες λόγχες, η Πουέρτα ντε Σολ είδε να ξαναφυτρώνουν οι σκηνές εκστρατείας του τότε – ενώ αντικαπιταλιστικά κινήματα σε άλλες χώρες τυπώνουν μπλουζάκια με το περίγραμμα ενός πουκάμισου απλωμένου στον ήλιο. Η είδηση διαρρέει στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, «ο οικισμός του Ιδρύματος επαναστατεί εναντίον της νέας διάταξης». Η τηλεόραση γνωρίζει καλά να μεγαλοποιεί τα γεγονότα, η ηθική της συμβαδίζει με την ακροαματικότητα. Μια τόσο μικροσκοπική και φωτογενής επανάσταση κι ένας αυτοδίδακτος διαφωτισμός δικαιώνει και διαφημίζει τον οικισμό. Η κοινωνική οργή ενώθηκε με την περιέργεια, ο οικισμός κυριεύτηκε από ένα εκστρατευτικό σώμα που μυρίστηκε εξέγερση: πανκς και ρέτρο-πανκς, Ινδιάνοι και πλείστοι οργανωμένοι ισοπεδώνουν την πλατεία για να κατασκηνώσουν, μια θορυβώδης στρατιά που τις νύχτες παίζει αφρικανικά τύμπανα σε γιορτές αδελφοποίησης.

Αλλά η υδροφόρα φυσιολογία της Ρέμε συνεχίζει να ρέει σαν ένα υδραυλικό κέντρο βαρύτητας. Αυτό που θα μπορούσε να της έχει προσφέρει αμέτρητους οργασμούς τώρα δεν βρίσκει τους απαραίτητους χειριστές, αλλά και πάλι τα βιβλία συνδράμουν και διεγείρουν τις ευαίσθητες ζώνες. Τα βήματα την οδηγούν μέχρι την δημοτική βιβλιοθήκη ακριβώς όπως οι τζάνκις οδηγούνταν στις αλάνες για την δόση τους. Αναζητά την ηδονή, επιθυμεί το σεξ που δεν είχε, μια ανάμνηση, μια δαγκωματιά, κάτι να έχει να θυμάται, δεν έχει καν για παρηγοριά το καταφύγιο ενός παρελθόντος με περιπέτειες σχεδόν παρθένα, όμοια με την κούκλα στο άρμα της αδελφότητας, δυο φορές παρθένα απ’ αυτήν και δυο φορές μητέρα δυο σταυρωμένων παιδιών [σ. 136]

Δυο πρόσθετοι ήρωες που μάλλον λειτουργούν παραπληρωματικά, ο Ντεβότο που βρίσκει παρηγοριά στην θρησκεία και ο Ρομάν ο Φερόμενος ταπεινωμένος ξυλουργός, ενδεικτικές μορφές για τον τρόπο που η εκκλησία διάβρωσε τις ψυχές στην φρανκική Ισπανία ή για την αιωνιότητα της μισογυνίας ή των κρυπτών ερωτισμών. Άλλοι δυο δικαιούνται μερικές σελίδες εφόσον άθελά τους τα ξεκίνησαν όλα: ο δημοτικός σύμβουλος που έγραψε την απαγόρευση και η «Μαινάδα» σύζυγός του, που αναζητούν κι αυτοί τον μέσω διαδικτύου πλουτισμό, εκθέτοντας στις οθόνες των υπολογιστών, φορώντας μάσκα φυσικά, τις ερωτικές περιπτύξεις ή διαστροφές που επιλέγουν οι χρήστες – θεατές.

Ο αγκιτάτορας διακαώς επιθυμεί να μετατρέψει το ξεχασμένο γκέτο σε προμαχώνα της πάλης των τάξεων, ακόμα και σε μια καινούργια προσοβιετική δημοκρατία. Αλλά φυσικά θέλει αυτός να εμφανιστεί ως νόμιμος εκπρόσωπος των εξεγερμένων, κι όχι η γριά μάγισσα, «ένα πέτρινο άγαλμα στις συνελεύσεις, ένα κλειστό στόμα Ινδιάνου αρχηγού». Ακολουθούν συναντήσεις, διαβουλεύσεις, ο δημοτικός σύμβουλος εκλιπαρεί ή προστάζει, η Ρέμε σιωπά, η εξέγερση είναι έτοιμη να μολυνθεί από έμπορους ναρκωτικών, κι εφόσον επανάσταση χωρίς πολιτοφύλακες δεν έχει νόημα, οι συγκρούσεις με τα μέσα καταστολής θα είναι σκληρές. Νεομαρξιστές και ιακωβίνοι, συνειδητοποιημένοι και ασυνείδητοι, όλοι συμμετέχουν με το μερίδιό τους στην «αναρχική φαντασίωση» και στο μυθιστόρημα του εξεγερμένου οικισμού. Δεν έχει σημασία αν η επανάσταση κινδυνεύει να εκτροχιαστεί στον λήθαργο της καθημερινότητας και στο ζεστό φαγητό ή αν οι ακτιβιστές θα αναζητήσουν άλλη μάχιμη αποικία. Ορισμένοι δεν εξαγοράζονται και επιλέγουν το τέλος που τους αξίζει.

Είναι σε κάθε σελίδα εμφανές πως ο συγγραφέας επιθυμεί να διηγηθεί την ιστορία του με την μέγιστη δυνατή λογοτεχνικότητα. Παίζει με τις λέξεις, τις ρίχνει σωρηδόν κάθε φορά, πρωτότυπες και αντι-κυριολεκτικές (οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις πράγματι κατακλύζουν την πρόζα του)· αλλάζει πρόσωπα και αφηγητές, βομβαρδίζει με επίθετα, εξαντλεί την παρατακτική σύνδεση. Ενίοτε μοιάζει να παραληρεί αλλά την ίδια στιγμή δεν βιάζεται καθόλου, καθώς ξεδιπλώνει με την ησυχία του τις ιστορίες του, τις διακλαδώνει, τους ξεφεύγει για να εστιάσει σε μικρο- και μακρο-περιβάλλοντα.

Το διακειμενικό του εύρημα σαφώς ενισχύει την πρόζα του, καθώς εντάσσει ανθολογημένα αποσπάσματα απολύτως ταιριαστά με όσα ήδη γράφονται, τα οποία δεν αποτελούν μόνο δείγματα των αναγνώσεων της Ρέμε αλλά και λειτουργούν ως διαλεκτική για την μαθητεία και την μεταμόρφωσή της. Πρόκειται για βιβλία των Πιο Μπαρόχα [ιδίως Ο διεστραμμένος αισθησιασμός, Κόκκινη αυγή, Κακό χορτάρι κ.ά.], Χοσέ Ορτέγα ι Γκασέτ [Η εξέγερση των μαζών], Αντόνιο Μπουέρο Βαγιέχο [Ιστορία μιας σκάλας] αλλά και των Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Βισέντε Μπλάσκο Ιμπάνιεθ, Πέρεθ ντε Αγιάλα, Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός, Ρουμπέν Νταρίο, Αντόνιο Ματσάδο, Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Μιγέλ ντε Ουναμούνο κ.ά.

Κρατώντας στον βασικό κορμό την αδιανόητη ιστορία της αξιολάτρευτης Ρέμε, την εγκαταλείπει κάθε τόσο για να ασχοληθεί με τις παράπλευρες βιογραφήσεις των δεύτερων χαρακτήρων, ενίοτε με ιδιαίτερες και μάλλον άσχετες με την βασική ιστορία λεπτομέρειες, ώστε να γνωρίζουμε ολόκληρη την πορεία όλων όσοι πρόκειται ή νομίζουμε πως θα συμμετάσχουν στην τελική φάση της εξέγερσης. Το τέλος τους βρίσκει όλους εξουθενωμένους, νικητές ή νικημένους, ακόμα κι εμάς τους αναγνώστες, που διαβάσαμε μια ιστορία πλήρους αληθοφάνειας αλλά και απατηλής ουτοπίας. Σε κάθε περίπτωση ο έρωτας συνδιαλέγεται με την επανάσταση, την εμπνέει ή την ακυρώνει, αλλά σε κάθε περίπτωση αποτελούν τις μέγιστες εξεγέρσεις.

Κι αυτά τα βιβλία που διάβασες, τι λένε; – Εξηγούν πώς είναι η ζωή, η αληθινή ζωή που εμείς δεν γνωρίζουμε – Καταραμένα να ’ναι! [Πίο Μπαρόχα, Κόκκινη αυγή]

Εκδ. Καστανιώτη, 2017, μτφ. από τα Ισπανικά Κλαίτη Σωτηριάδου, σελ. 282, [Pablo Guttiérez, Los libros repentinos, 2015].

Στις εικόνες, εκτός από τα «ανατρεπτικά βιβλία» του βιβλίου, επέλεξα δυο ώριμες υπό ερωτισμό γυναίκες της Paula Rego ως απολύτως ταιριαστές με την μορφή της Ρέμε δυο έργα του Andre de Loba και δυο αφίσες των ελεύθερων γυναικών μιας παράλληλης με το μυθιστόρημα Ιστορίας.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 220, με τίτλο Spanish Bombs, από άλλες διαχρονικές ισπανικές βόμβες.

Χαρτοπαίγνιο 21 ερωτήσεων

Το ιστολόγιο Περί λογοτεχνίας και άλλων δαιμονίων προσκάλεσε το Πανδοχείο σε χαρτοπαίγνιο 21 ερωτήσεων επί χάρτου λογοτεχνικού και βιβλιοδετημένου, εμπνευσμένο από το βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης…». Το ονόμασε Βιβλιοφαγικό Βlackjack και όρισε τις εξής οδηγίες: «Ας υποθέσουμε πως πρέπει να γεμίσετε μία βιβλιοθήκη που έχει 21 ράφια. Καθένα από τα ράφια αυτά αντιστοιχεί στις κατηγορίες που θα διαβάσετε παρακάτω. Σε κάθε ράφι πρέπει να τοποθετήσετε τουλάχιστον ένα  βιβλίο». Προσπαθήσαμε να ανταποκριθούμε με αυτόματη γραφή και χειροκίνητη ειλικρίνεια. Προηγήθηκαν και σταδιακά προστίθενται και άλλοι βιβλιοπαίκτες. Η πηγή της ανάρτησης εδώ.

1. Βιβλία που δεν είναι ανάγκη να διαβάσεις.

Όσα δεν με ερεθίζουν, ελκύουν, ενδιαφέρουν, εξεγείρουν. Όσα από τις πρώτες σελίδες μου προκάλεσαν ανία ή αδιαφορία.

2. Βιβλία που φτιάχτηκαν για άλλες χρήσεις και όχι για να διαβαστούν.

Τα λειτουργικά βιβλία των θρησκειών, παρόλο που συχνά περιέχουν περίλαμπρα κείμενα, ιδίως για τους περιπλανώμενους εκτός πίστεων σαν κι εμένα. Επίσης τα βιβλία «τέχνης» που απευθύνονται και στους απλούς ξεφυλλιστές. Αν δεν έχουν κείμενα, υποτίθεται, δεν διαβάζονται. Οι ειδικοί μας λένε ότι και χωρίς κείμενα διαβάζονται. Συνεπώς πρέπει να γράψουν κάποια κείμενα για να μάθουμε να διαβάζουμε την τέχνη χωρίς κείμενα.

3. Βιβλία που ήδη διάβασες χωρίς να κάνεις τον κόπο να τα ανοίξεις γιατί ανήκουν στην κατηγορία των ήδη διαβασμένων πριν ακόμα γραφούν.

Είναι εκείνα που μου φάνηκαν προβλέψιμα, σαν σενάρια αμερικανικών ταινιών. Τα οπισθόφυλλα άλλωστε (αν και παράγωγα πολλαπλών παραλλαγών του ίδιου κειμένου) τα προδίδουν. Η λογοτεχνία πήρε ό,τι πήρε από τον κινηματογράφο, δεν έχει άλλο. Αντίθετα, ο κινηματογράφος μπορεί διαρκώς ν’ απορροφά λογοτεχνίες.

4. Βιβλία που αν μπορούσες να ζήσεις περισσότερες ζωές θα διάβαζες ευχαρίστως, αλλά δυστυχώς οι μέρες που σου απομένουν να ζήσεις είναι αυτές που είναι.

Ολόκληρο το σώμα του ελληνικού και του παγκόσμιου θεάτρου. Εκεί ειπώθηκαν όσα ακόμα και η λογοτεχνία αποσιώπησε. Ολόκληρο το σώμα της φιλοσοφίας. Θα είχε ενδιαφέρον να δει κανείς τις διαδοχές και τις ρήξεις, ποιος αντέγραψε ποιον, τι άντεξε ως σήμερα, τι έμεινε χρήσιμο, τι αποδείχτηκε κενός λόγος.

5. Βιβλία που έχεις την πρόθεση να διαβάσεις, αλλά έχουν σειρά κάποια άλλα.

Συλλογές με κριτικές θεατρικών παραστάσεων γιατί μου ανοίγουν με ιδιαίτερους τρόπους την αναγνωστική μου ματιά και με ωθούν να αναζητήσω την εμπειρία τους. Και σκακιστικά βιβλία. Περιμένω να έρθει η στιγμή όπου σ’ ένα ανθρώπινο σπίτι θα έχω μόνιμα ανοιχτή την σκακιέρα και θα προσκαλούμαι στο μυαλό μερικών ευφυών σκακιστών.

6. Βιβλία που είναι πολύ ακριβά και που μπορείς να περιμένεις να αγοράσεις μισοτιμής.

Κατάλογοι εκθέσεων τέχνης. Μέγιστο απωθημένο, ιδίως αν περιλαμβάνουν και κείμενα. Όχι τόσο αυτά που αναλύουν τα έργα, όπου συχνά δεν καταλαβαίνω τίποτα, αλλά τα «άλλα». Φωτογραφικά λευκώματα σκοπευτών που εκτιμώ ή θεμάτων που αγαπώ. Λεξικά λέξεων και άλλων χρήσιμων υποκατάστατων.

7. Βιβλία που επίσης μπορείς να περιμένεις να αγοράσεις όταν επανεκδοθούν στις οικονομικές σειρές.

Τις αποφεύγω τις οικονομικές σειρές γιατί συνήθως έχουν φτηνιάρικα χαρτιά, εξώφυλλα χωρίς αυτιά, «τρία βιβλία σ’ ένα τόμο» και μικρό μέγεθος.

8. Βιβλία που μπορείς να ζητήσεις από κάποιον να σου δανείσει.

Πώς να δανειστώ βιβλίο εφόσον υπογραμμίζω και σημειώνω μανιωδώς;

9. Βιβλία που όλοι πια έχουν διαβάσει και άρα είναι σαν να τα έχεις διαβάσει κι εσύ.

Δυστυχώς δεν έχω το ίδιο γούστο με τους όλους. Το ίδιο παθαίνω και με την μουσική και μερικές άλλες μανίες. Κι έτσι αδυνατώ να συνυπάρξω σε μια ομόθυμη κοινωνία αναγνωστών.  Ακόμα κι όταν φιλικοί κύκλοι εκστασιάζονται με «σύγχρονες και παλιές επιτυχίες» παραμένω ο ιδιότροπος που δεν βρίσκει χαρά. Συνεπώς δεν προχωρώ στα περιεχόμενα των επιλογών τους.

10. Βιβλία που εδώ και πολύ καιρό έχεις στο πρόγραμμα να διαβάσεις.

Ας αντιγράψω ό,τι βλέπω στο σχετικό ράφι. Θανάσης Λάμπρου – Κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό [εκδ. Περισπωμένη]. Έντουαρν Σαΐντ – Εκτός τόπου [εκδ. Μεταίχμιο]. Χέρμαν Μπροχ – Βιργιλίου Θάνατος [εκδ. Gutenberg]. Στεφάν Οσμόν – Ανεξέλεγκτα στοιχεία [εκδ. Πόλις]. Νάσος Θεοφίλου – Ιστορίες του καζαμία [εκδ. Ύψιλον]. Όπως βλέπετε πρόκειται αντίστοιχα για ένα δοκίμιο, μια βιογραφία, μια κλασική μυθοπλασία, μια σύγχρονη μυθοπλασία και την τέχνη της γραφής των λίγων λέξεων. Συνήθως αυτές είναι τα «είδη» των τεσσάρων καθιερωμένων παράλληλων αναγνώσεων. Ευτυχώς τα νυχτερινά όνειρα δεν τηρούν αυτή την τετραπλή διάκριση και τις αναμειγνύουν σε ενιαίο χάος.

11. Βιβλία που ψάχνεις χρόνια και δεν βρίσκεις.

Μου λείπει το Αρχείον του Ν.Γ. Πεντζίκη από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις (πού να το ήξερα τότε που περιπλανιόμουν σχεδόν ανέστιος στην οδό Λαγκαδά ότι βρίσκονταν στο τέταρτο χιλιόμετρό της!). Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα – Το βιβλίο της εξορίας [εκδ. Πατάκη]. Τ.Ε. Λώρενς – Επτά στύλοι της σοφίας [εκδ. Εστία]. Σαμ Σέπαρντ – Το μεγάλο όνειρο του παραδείσου [εκδ. Καστανιώτη]. Επίσης, με αφορμή ένα κείμενο που γράφω εδώ και χρόνια, Τζουνιτσίρο Τανιζάκι, Το ημερολόγιο ενός τρελού γέρου [εκδ. Καστανιώτη] και Πέπη Ρηγοπούλου, Το σώμα [εκδ. Πλέθρον].

12. Βιβλία που αφορούν κάτι με το οποίο ασχολείσαι αυτή την περίοδο.

Απολαμβάνω το δίτομο έργο του Σάββα Κονταράτου – Ουτοπία και πολεοδομία [εκδ. ΜΙΕΤ]. Όπως αντιλαμβάνεστε, με ενδιαφέρουν αμφότεροι οι κόσμοι που τελικά συνυπήρξαν σε ιδανικές έως και εξωφρενικές εκδοχές.

13. Βιβλία που θέλεις να αγοράσεις για να τα έχεις στη διάθεσή σου για κάθε περίπτωση.

Βιβλία θεωρίας και κριτικής της λογοτεχνίας για το ενδεχόμενο της έντονης επιθυμίας να αναζητήσω μια διαφορετική ερμηνεία πάνω σ’ ένα έργο. Συλλογές από θεατρικές κριτικές για έργα που μπορεί κάποια στιγμή να δω.

14. Βιβλία που θα μπορούσες να τα βάλεις κατά μέρος για να τα διαβάσεις ίσως το καλοκαίρι.

Το καλοκαίρι ταξιδεύω πάντα διπλά και το δεύτερο ταξίδι γίνεται μέσω ενός ταξιδιωτικού βιβλίου. Φέτος διάβασα τα Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες, τ. Β΄ του Φώτη Τερζάκη [εκδ. Πανοπτικόν]. Για του χρόνου έχω σημειώσει την Ίζαμπελ Έμπερχαρντ – Με την άμμο στα μάτια [εκδ. Νάρκισσος].

15. Βιβλία που σου λείπουν για να τα βάλεις δίπλα σε άλλα στη βιβλιοθήκη σου.

Η βιβλιοθήκη μου ακολουθεί μια πλήρως πρακτική, σχεδόν πεζή ταξινόμηση και χωρίζεται σε δυο μέρη: διαβασμένα και αδιάβαστα. Τα διαβασμένα χωρίζονται σε άλλα δυο μέρη: εκείνα που απόλαυσα και τα υπόλοιπα που πρέπει για κάποιο λόγο να κρατήσω. Τα αδιάβαστα χωρίζονται σε τέσσερα μέρη: εκείνα που σκοπεύω να παρουσιάσω στο Πανδοχείο, εκείνα που θα μου χρησιμεύσουν για το βιβλίο που υποκρίνομαι πως γράφω, εκείνα που επιθυμώ να διαβάσω χωρίς σκοπιμότητες και τα άλλα που περιμένουν το κάλεσμα της κατάλληλης περίστασης. Συνεπώς αντιλαμβάνεστε πως η σειρά διαρκώς αλλάζει κι όλα βρίσκονται εκτός εντεταλμένης θέσης.

16. Βιβλία που σου εμπνέουν μια ξαφνική φρενιασμένη και όχι εύκολα δικαιολογήσιμη περιέργεια.

Από φρενιασμένη περιέργεια άλλο τίποτα. Αλλά ως απελπιστικά αναλυτικός διαπιστώνω ότι αμέσως σπεύδω να την δικαιολογήσω. Με ενδιαφέρει η συνομιλία της λογοτεχνίας με άλλες, φαινομενικώς ασύμβατες τέχνες, όπως η ναοδομία, η νομική, η θεολογία, η συγκοινωνιολογία.

17. Βιβλία που διάβασες πριν πολλά χρόνια και ήρθε πια ο καιρός να ξαναδιαβάσεις.

Τα έχω έτοιμα πλην υπό διαρκή αναβολή. Η κορυφαία συνεργασία του Χόρχε Λουίς Μπόρχες με τον Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες, Έξι προβλήματα για τον Δον Ισίδρο Παρόδι [εκδ. Ύψιλον]: ευφυείς αστυνομικές ιστορίες που δεν συμπεριλήφθηκαν στις πρόσφατες εκδόσεις των Απάντων του Μπόρχες. Επίσης Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα του Νίκου Νικολαΐδη [εκδ. Greekworks.com]. Θα διαβάσω το πρώτο αργά, ως μαθητευόμενος ιδιωτικός ντέτεκτιβ και το δεύτερο βουλιμικά, ως συνομιλητής κάποιου που έφυγε αλλά δεν έφυγε.

18. Βιβλία που πάντα έλεγες ότι έχεις διαβάσει και ήρθε πια ο καιρός να διαβάσεις αληθινά.

Μου ζητάτε να αναιρέσω τα ψέματά μου;

19. Καινούργια βιβλία των οποίων το θέμα ή ο συγγραφέας σε ελκύουν.

Θέμα: μια γηραιά ηρωίδα με καταιγιστικό ερωτισμό που εξεγείρεται μέσα από την ανάγνωση δεκάδων βιβλίων σε κάποιον θλιβερό οικισμό μιας φασιστικής χριστιανικής μεσογειακής χώρας [Πάμπλο Γκουτιέρεθ – Τα ανατρεπτικά βιβλία, εκδ. Καστανιώτη].

20. Βιβλία των οποίων ο συγγραφέας ή το θέμα δεν είναι νέα για σένα.

Συγγραφέας: Ο Αντρέ Ζιντ δεν είναι νέος για μένα, εφόσον απόλαυσα την Στενή Πύλη πολύ νέος σε μια αρχαία έκδοση. Τώρα με την νέα έκδοση των Κιβδηλοποιών απολαμβάνω το βάθος ενός σπάνιου πνεύματος [εκδ. Πόλις].

21. Βιβλία των οποίων ο συγγραφέας ή το θέμα είναι εντελώς άγνωστα, τουλάχιστον για σένα.

Αμφότερα αποτελούν μόνιμη αναγνωστική πρόκληση. Μόλις ξεκίνησα την μελέτη του Freddy Decreus για την Τελετουργία στο Θέατρο του Θεόδωρου Τερζόπουλου [εκδ. Άγρα]. Μπαίνω με άγνωστο οδηγό στον εξίσου άγνωστο κόσμο ενός ιδιαίτερου θεάτρου που όμως έχω την αίσθηση ότι με αφορά άμεσα.

Στις εικόνες, οκτώ από τους προσφιλέστατους συγγραφείς μπροστά από ακατάστατα ράφια (Camilo Jose Cela) ή κλειστά ρολά (Julio Cortázar), μέσα σε χαώδη δωμάτια (Jose Lezama Lima) και χωρίς συντροφιά (Juan Carlos Onetti) αλλά πάντα με την σκέψη της γυναίκας (Malcolm Lowry) και την ετοιμότητα για όλους τους σταθμούς των τραίνων (Ricardo Piglia) ή την επίκληση άλλων τεχνών (Alasdair Gray). Απαραίτητες προφανώς προϋποθέσεις για τις γραφές που μας έχουν φέρει σ’ αυτή την κατάσταση.