Arnon Grunberg – Πόνος φάντασμα

exof ponos final

Η συγγραφή ήταν το κατεξοχήν μέσο για να αποφύγεις να ζεις και παρ’ όλα αυτά να διατηρείς την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στον πυρήνα της ζωής, ότι την ζεις στο έπακρο. [σ. 56]

Έχουμε ήδη γνωρίσει τον Γκρούνμπεργκ από την περίφημη Τίρζα, όπου απολαύσαμε γραφή και οίστρο. Ένας λόγος παραπάνω λοιπόν να τον διαβάσουμε σε άλλο βιβλίο και ακόμα περισσότερο όταν αυτό δεν έπεται εκείνου του φοβερού χρονικού της πτώσης ενός συνηθισμένου και τελικά όχι τόσο συνηθισμένου ανθρώπου αλλά αποτελεί μια κατά οκτώ χρόνια προγενέστερη έκδοση. Βλέπω μάλιστα ότι μέχρι σήμερα, ένα περίπου χρόνο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, δεν έχει ασχοληθεί κανείς, δεν έχει γραφτεί το παραμικρό σημείωμα.

© 2013 Momkai All Rights Reserved

Και άδικα, γιατί εδώ δοκιμάζουμε πλήρη αιφνιδιασμό! Ο Γκρούνμπεργκ του παρόντος παρελθόντος είναι ένας … άλλος συγγραφέας, που πάντα ενδιαφέρεται για μια ενδιαφέρουσα ιστορία αλλά αυτή τη φορά την μπολιάζει με συνεχές διαβρωτικό χιούμορ. Άλλωστε η ίδια η καταστατική πράξη του βιβλίου μοιάζει με φάρσα: Ένας φιλόδοξος συγγραφέας βρίσκεται ανάμεσα σε δυο βιβλία ορόσημα της σταδιοδρομίας του, το 268ος στον κόσμο και Η Μαγειρική μετά το Άουσβιτς αυτοβιογραφείται  με αναγνώστη τον … γιο του, Χάρπο Σαούλ.

Ο μεγαλομανής λοιπόν Ρόμπερτ Τζ. Μέλμαν υποστηρίζει πάντα το αξίωμα ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι νεκροί, άρα δεν χρειάζεται να τους ξυπνάς, αμφισβητεί ότι οφείλεις και να τους θεραπεύσεις από τις ψευδαισθήσεις τους και επισκέπτεται ψυχίατρο με μοναδικό σκοπό να τον κάνει (τον ψυχίατρο) να γελάσει – όταν δεν τον χρησιμοποιεί (τον ψυχίατρο) ως πειραματόζωο για μια σειρά διηγημάτων. Όταν ο γιος του ήταν μικρός περνούσαν μαζί μια χαρά: είδαν μαζί αμέτρητες ταινίες, και τριγύρισαν σε καφενεία, μπαρ και σαλόνια ξενοδοχείων – και οπουδήποτε αλλού υπήρχαν γυναίκες. Όπως άλλωστε του έγραψε σε μια δέσμη γραμμάτων: Εκτός από το πρακτικό ζήτημα ότι δεν έχω πού να σε αφήσω, μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως, άσχετα αν οι ψυχίατροι προσπαθήσουν κάποια μέρα να σε πείσουν για το αντίθετο, σήμερα πέρασες θαυμάσια. Σκαρφάλωσες σε ράφια, τρύπωσες σε δοκιμαστήρια, όπου γυναίκες πρόβαραν ακριβά ρούχα, και γοήτευσες ηλικιωμένες κυρίες λες κι αυτό θα ήταν το επάγγελμα που θα διάλεγες αργότερα.

Arnon Gruenberg, journalist/ writer

Αρχίζει λοιπόν η αυτοβιογραφία του διαταραγμένου πατρός. Τι έχει να πει ένας συγγραφέας που κατέβηκε από την κορυφή όσο γρήγορα ανέβηκε; Γνωρίζει την γυναίκα του στο διανυκτερεύον σαντουιτσάδικο όπου εργάζεται στο Άμστερνταμ, καθώς μπαίνει λίγο για κρυφτεί από κάποιον που την ακολουθεί. Αλλά δεν χαίρεται, φοβάται ότι θα του φορτωθεί και συν τοις άλλοις θα πρέπει να ξανακαθαρίσει το μαγαζί. Εκείνη θεραπεύει ανθρώπους που μιλούν στον τοίχο (του δωματίου να προσθέσω, όχι κάποιου δικτυακού μέσου, αν και εκείνοι επίσης ψυχοθεραπεύονται όταν δεν αποκτηνώνονται – και κλείνω την παρένθεση).

Σκούπισα τα χέρια στην ποδιά μου και σκέφτηκα πιθανές ατάκες που μπορούσα να πω. Αλλά αν το παρασκέφτεσαι, τελικά δεν λες λέξη. Και πριν καλά καλά το καταλάβεις, έχει περάσει η ζωή σου και δεν έχεις πει κουβέντα.

Η μια φορά ακολουθείται από μια δεύτερη και τελικά η μεταμεσονύκτια της επίσκεψη προς καταβρόχθιση των κις του μαγαζιού γίνεται συνήθεια. Τουλάχιστον δεν παραπονιέται, όπως όλοι οι υπόλοιποι πελάτες – μέχρι και οι άστεγοι που έρχονται στο μαγαζί γκρινιάζουν ότι είναι πιο ζεστά έξω. Κάποτε έρχεται και μια φίλη της συνθεραπεύτρια και μετατρέπουν το κατάστημα σε πίστα, υπό τις ευλογίες ενός ραδιοφωνικού σταθμού. Φυσικά σύντομα αρχίζει να τον θεραπεύει εκεί, έξω από τον πάγκο, και συνεχίζει στην κουζίνα του σπιτιού του, ψήνοντας μπισκότα. Εκείνος πασχίζει ανάμεσα στη συγγραφή και στα κατά παραγγελία άρθρα.

Arnon Grunberg.-Foto_-Vincent-Mentzel

Ανακάλυψα ότι η ευτυχία δεν ήταν μια αφηρημένη έννοια που μπορούσε να υπάρξει μονάχα στο παρελθόν ή σε κάποιο μακρινό μέλλον, ναι στην οποία είχα δώσει μια συγκεχυμένη μορφή καθώς σέρβιρα πελάτες στο σαντουιτσάδικο. Μπορούσε να υπάρξει κι εδώ στο τώρα, με χέρια που κολλούσαν απ’ τη ζύμη, και τον ιδρώτα να κυλάει παντού, αφού ο φούρνος είχε μετατρέψει τη μικρή κουζίνα σε θερμοκήπιο.

Α όχι, τα μπισκότα δεν κρύβουν κάποια συνταγή διαρκούς ευτυχίας. Άλλωστε η θεραπεύτρια του τονίζει πως ταιριάζει περίφημα με τους ασθενείς κάποιας κλινικής, απλώς προς το παρόν τον διασώζει η συζήτηση μαζί της. Μήπως και η ίδια η θεραπεία δεν είναι μια ψευδαίσθηση; Αλλά η συγγραφή γι’ αυτόν είναι απολύτως αληθινή· και μια αναμφισβήτητη μορφή κανιβαλισμού: καταβροχθίζεις την ζωή μέχρι το τελευταίο κοκαλάκι κι ύστερα την ξερνάς. Για εκείνην, η ζωή δεν είναι πάντα μυθιστόρημα· δεν μπορείς να ελέγχεις τα πάντα. Για εκείνον είναι ένα προβλέψιμο αστυνομικό: ξέρεις τους ενόχους από τις πρώτες σελίδες.

HD_20_grunberg_800

Εκείνο το βράδυ είχαμε γίνει τύφλα στο μπαρ κάποιουξενοδοχείου με έναν φαλακρό γέρο πιανίστα. Τον χειροκροτήσαμε τόσο δυνατά που στο τέλος ήρθε και κάθισε μαζί μας.

Η γραφή του Γκρούνμπεργκ εμφανώς επιδιώκει το γέλιο μέσα από τα παραληρήματα ενός κωμικοτραγικού χαρακτήρα. Συχνά ξεκαρδιστικός, ενίοτε εξωφρενικός, ο ήρωας περνάει με χαρακτηριστική ευκολία από το ευφυολόγημα στο χοντροκομμένο αστείο, έχοντας πλήρη συναίσθηση των διακρίσεων. Σαφώς θυμόμαστε τον Saul Bellow, τον David Sedaris και την στρατιά των Αμερικανών κυρίως διηγηματογράφων του χιούμορ. Βέβαια κάθε πέντε έξι σελίδες κάνουμε πρόποση και στον Γούντι Άλλεν και τους προπάτορες της θεατρικής κωμωδίας. Όπως λέει άλλωστε και ο φίλος του ήρωα, Γιόζεφ Καπάνο, ένας ευφυής απατεώνας και πρωταγωνιστής μιας δυο παράλληλων ιστοριών, Όταν οι άνθρωποι πάψουν να γελάνε, έχει έρθει η ώρα να πεθάνουν.

Μπορούν τώρα αυτοί οι δύο διάττοντες εραστές να στρώσουν μια κοινή ζωή; Ο ένας να γράφει τα εξωφρενικά του διηγήματα, η άλλη να θεραπεύει τους τοιχαίους συνομιλητές; Εκείνος να έχει διαρκώς της αίσθηση ότι η ζωή είναι κάτι από το οποίο πρέπει να ξυπνήσει; Ή, να προσπαθεί να την πείσει ότι δεν είναι παρά ένα κουκλοθέατρο για μεγάλους; Κι εκείνη να του λέει όλη την ώρα ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα στη ζωή εντός από ωραίες ιστορίες; Και με ποια ιδιότητα καλείται ο απόγονος σε αυτή την τρεκλίζουσα ζωή, εκτός από αναγνώστης ενός βίου που τον εμπεριέχει; Νοείται κατασκευή ζωής μέσα από την κατασκευή της λογοτεχνίας ή πάντα θα περιοριζόμαστε στο αντίστροφο;

Juarez Machado, Bain de champagne, 2002

Ζωή κι αυτή! Ευτυχώς, την πληροφόρησα έγκαιρα ότι θα πρέπει να μείνει μακριά από τις δικές μου ψευδαισθήσεις, όπως και από τις δικές σου.

Φυσικά η ευτράπελη οικογενειακή νουβέλα θα κάνει τον Χάρπο να δει με άλλη ματιά την οικογενειακή τους εστία. Δεν αρκεί που πάντα γνώριζε πως είχε να κάνει με δυο λοξούς ανθρώπους, αναπτύσσοντας έτσι το ένστικτο της προστασίας τους. Εδώ ευθυμογραφείται μια κανονική τραγικωμωδία πάνω σε ένα οικογενειακό τέρας με διαλυμένους ιστούς, παράλυτα μέλη, σκορπισμένο βιός. Και τελικά, επειδή όλα άρχισαν εκείνο το βράδυ στο σανουιτσάδικο, θα περάσουν χρόνια για τον Μέλμαν μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι ίσως να μην την κυνηγούσε κανείς, και απλά να τα είχε λίγο χαμένα. Από προσωπική πείρα άλλωστε γνωρίζει ότι υπάρχουν μερικά ψέματα στα οποία επιμένεις μέχρι τέλους. Όχι γιατί η αποκάλυψή τους θα έχει τραγικές συνέπειες αλλά γιατί δεν θέλεις να δώσεις τέλος σε κάποιες ψευδαισθήσεις. Μήπως το ίδιο κάνει κι εκείνος σε όλη του τη ζωή; Στήνει το σκηνικό και περιμένει να δει τι θα γίνει…

 Arnon Grunberg 6

Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι αυτό ακριβώς το μίνι θέατρο με έκανε ευτυχισμένο. Η στιγμή που άρχιζα να πιστεύω στην πραγματικότητα που είχα τόσο προσεκτικά σκηνοθετήσει, αυτή ήταν στιγμή ευφορίας Η στιγμή που η ιστορία την οποία σκαρφίστηκες σε συνεπαίρνει. Η στιγμή που διαισθάνεσαι ότι, επιτέλους, κάποιος κάθισε απέναντί σου στη σκακιέρα, ότι δεν παίζεις πια μόνο σου. [σ. 119]

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2014, μτφ. από τα Ολλανδικά Γιάννης Ιωαννίδης, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, σελ. 357 [Arnon Grunberg – Fantoompijn, 2000].

ΥΓ. Ο ίδιος ο συγγραφέας είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Διαβάστε εδώ και εδώ για ένα ιδιόμορφο πρότζεκτ συγγραφής με ηλεκτρόδια, που επιχειρεί από το σπιρτόκουτο διαμέρισμά του στο Μανχάτταν.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr ∕ Βιβλιοπανδοχείο, 189.

Christa Wolf – Ένα πρότυπο παιδικής ηλικίας

CW

Η εξαφάνιση των αναμνήσεων, πρέπει να ήρθε βολικά σε μια ανήσυχη συνείδηση που, καθώς ξέρουμε, πίσω από την ίδια την πλάτη της μπορεί να δώσει αποτελεσματικές εντολές, παραδείγματος χάριν «μην τα σκέφτεσαι πια!», εντολές που εκτελούνται πιστά χρόνια ολόκληρα: να αποφεύγεις ορισμένες αναμνήσεις, να μη μιλάς γι’ αυτές· να μην επιτρέπεις να γεννηθούν λέξεις, σειρές λέξεων, ολόκληρες αλυσίδες σκέψεων που θα μπορούσαν να ξυπνήσουν αναμνήσεις. Στους συνομήλικούς σου να μη θέτεις ποτέ ορισμένες ερωτήσεις, γιατί είναι ανυπόφορο δίπλα στη λέξη «Άουσβιτς» να σκεφτείς τη λεξούλα «εγώ»· εγώ με υποθετική έγκλιση, θα μπορούσα, θα έπρεπε, να είχα κάνει. [σ. 289]

Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό βιβλίο για την μνήμη, το φασιστικό γερμανικό παρελθόν, την παιδικότητα, την διαχείριση της ενοχής· μια αυτοβιογραφία που δεν τηρεί τις προϋποθέσεις του είδους· που ονομάστηκε από τη συγγραφέα μυθιστόρημα και από την κριτική μυθιστόρημα μιας αυτοβιογραφίας. Πόσο εύκολη μπορεί να είναι η αναδίφηση μιας παιδικότητας; Πόσο σκληρή μπορεί να είναι η επιστροφή σε μια παιδική ηλικία κύλησε μέσα στο ναζισμό; Πόσο μπορούμε να αποστασιοποιούμαστε από ένα παρελθόν και να αρνούμαστε μια ολόκληρη πραγματικότητα; Πόσο επιτακτική είναι η ανάγκη της συνειδητοποίησης αιτιών και αιτιατών που οδήγησαν στον πόλεμο και την εξολόθρευση των Εβραίων; Πώς διαμοιράζονται προσωπικές και συλλογικές ευθύνες σε εκείνους που ψελλίζουν «εγώ δεν ήξερα τίποτα»;

wolf_christa1963

Μονόλογος ή κλιτική προσφώνηση; Εγώ, εσύ ή αυτή; Σε αυτή την σκληρή δοκιμασία η συγγραφέας επιλέγει τον μόνο πρόσφορο τρόπο γραφής: διασπά το πρόσωπο της εκφοράς. Η αφήγηση της παιδικής της ηλικίας γίνεται σε τρίτο πρόσωπο που ονομάζει Νέλη (ένας τρόπος απομάκρυνσης;), του ενήλικου εαυτού της σε δεύτερο. Δεν πρόκειται για απλή μνημονική καταγραφή αλλά για ανάπλαση μιας παρωχημένης πραγματικότητας. Η Βολφ αναπλάθει και μυθοποιεί, δημιουργεί λογοτεχνία από την μνήμη, κατασκευάζει μνήμη με την λογοτεχνία. Άλλωστε, όπως φροντίζει να ξεκαθαρίσει, όλες οι μορφές αυτού του βιβλίου αποτελούν κατασκευάσματα της φαντασίας της. Όποιος νομίζει πως διακρίνει ομοιότητες ανάμεσα στους χαρακτήρες της αφήγησης και τον εαυτό του ή διάφορους γνωστούς του, παρακαλείται να σκεφτεί την περίεργη έλλειψη πρωτοτυπίας που χαρακτηρίζει της συμπεριφορά πολλών συγχρόνων μας. Και ακόμα, οφείλει να κατηγορήσει τις συνθήκες που γεννούν αναγνωρίσιμα μοντέλα συμπεριφοράς.

Η αφηγήτρια στα σαράντα της ταξιδεύει στην γενέτειρά της Λάντσμπεργκ αναζητώντας τα ίχνη της παιδικότητας και του παρελθόντος της. Στο ταξίδι αυτής της «επιστροφής» συμμετέχουν ο αδελφός της Λουτς, ο άντρας της Χ. και η δεκαπεντάχρονη κόρη της Λένκα. Τα πρόσωπα και ο χρόνος του ταξιδιού εντάσσονται στην μυθοπλασία του παρόντος ενώ παράλληλα γίνεται αναγωγή στο άμεσο και στο απώτερο παρελθόν της παιδικής ηλικίας της. Έτσι υπάρχουν τουλάχιστον τρία χρονικά επίπεδα: το παρόν της καταγραφής θυμάται το ταξίδι του 1971 κι εκείνο αναπλάθει την παιδική της ηλικία.

Girls' brigade ... an undated photograph of young members of the Hitler youth during a Sunday outing.

Πίσω στην παιδική ηλικία… Το παρελθόν δεν είναι νεκρό· δεν είναι καν περασμένο. Το βγάζουμε από πάνω μας και κάνουμε σαν να μας ήταν ξένο. Στην ανάμνηση εισβάλλει το παρόν και η σημερινή μέρα είναι κιόλας η τελευταία του παρελθόντος. Η διεργασία της μνήμης μοιάζει με καρκινοβασία, με κοπιαστική κίνηση προς τα πίσω, με πτώση σ’ ένα κενό χρόνου. Και μπορεί να συναντήσει ένα παιδί που γεμάτο αθωότητα κάθεται σ’ ένα πέτρινο σκαλοπάτι και για πρώτη φορά στη ζωή του λέει «εγώ». Ορίστε λοιπόν που το ξαναζωντάνεψες το παιδί…

Επειδή σου πέφτει βαρύ να ομολογήσεις ότι το παιδί εκείνο – τρίχρονο, απροστάτευτο, μόνο – παραμένει για σένα απλησίαστο. Δε σε χωρίζουν μόνο σαράντα χρόνια απ’ αυτό, δε σ’ εμποδίζει μόνο η αναξιοπιστία της μνήμης σου που δουλεύει επιλεκτικά και διατάζει: ξέχασε! παραποίησε! Εσύ η ίδια εγκατέλειψες το παιδί εκείνο· εντάξει, νωρίτερα το εγκατέλειψαν οι άλλοι. Ύστερα όμως και η ενήλικη γυναίκα που εκκκολάφτηκε απ’ αυτό και κατάφερε σιγά – σιγά να του κάνει όλα τα κακά που συνηθίζουν να κάνουν οι ενήλικοι στα παιδιά: Το εγκατέλειψε, το διαφοροποίησε, το νόθεψε, το παραχάιδεψε και το παραμέλησε, ντράπηκε και περηφανεύτηκε γι’ αυτό, με λάθος τρόπο το αγάπησε και με λάθος τρόπο το μίσησε. [σ. 24]

german-girls-gymnastics

Μόνο που δεν υπάρχει κανένας ξένος μάρτυρας των πρώιμων αναμνήσεών μας, που τις νομίζουμε αληθινές. Ωστόσο, φωτογραφίες που τις έβλεπε κανείς συχνά και για πολύν καιρό, δύσκολα εξαφανίζονται. Αποτυπώνονται στη μνήμη σαν αμετάβλητα αγάλματα και δεν έχει πια σημασία, αν μπορεί κανείς να τις παρουσιάσει ως αποδεικτικά στοιχεία. Η συγγραφέας ψάχνει και άλλους τρόπους: μελετάει στην κρατική βιβλιοθήκη του σκονισμένους τόμους της εφημερίδας της πατρίδας της και στον «Οίκο του δασκάλου» τα σχολικά βιβλία της εποχής – όπως εκείνο της Βιολογίας όπου υπήρχαν φωτογραφίες ανθρώπων από «κατώτερες» φυλές: σημιτικές, ανατολικές…

Ασχολεισαι ήδη με την δεύτερη γενιά φωτογραφιών· ο χρόνος μετατρέπεται ασταμάτητα σε παρελθόν και χρειάζεται την υποστήριξη του φωτογραφικού φιλμ, των εγγραφών μας σε λογής – λογής χαρτιά, σημειωματάρια, γράμματα σε άλμπουμ αποκομμάτων. Ένα μέρος της σημερινής μέρας πρέπει να το διαθέτουμε πάντα προσπαθώντας να στερεώσουμε στην μνήμη τη χτεσινή. [σ. 114]

Θα βοηθούσε η ενθύμηση εκείνου του ενδιάμεσου ταξιδιού, το καλοκαίρι του 1971; Τότε της έγινε η πρόταση να επισκεφτεί επιτέλους στην πόλη Λ., που σήμερα λέγεται στα πολωνικά Γκ… Τουρισμός στις χαμένες πατρίδες. Στην «αιτιολόγηση» του τριπλού εντύπου γράφτηκε «επίσκεψη την πόλης», ενώ πιο αληθινές αιτίες θα ήταν «ταξίδι εργασίας» ή «εξετάσεις μνήμης». Σ’ εκείνον τον τόπο καταγωγής δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος να τους φιλοξενήσει.

Bundesarchiv_Bild_183-33560-0008,_Petzow,_Schriftsteller-Erholungsheim,_Christa_Wolf

Τώρα η μνήμη πρέπει να ξεκινήσει από μόνη της· να παραχθεί από την ανάμνηση και το αντίθετό της, την λήθη. Αναζήτηση του σχετικού λήμματος στο Νέο Λεξικό Μάγερ, 1962. Είδη: μηχανική, λογική, λεκτική, υλική μνήμη, μνήμη μορφών και πράξεων. Αισθητή η απουσία ενός ιδιαίτερου είδους: της ηθικής μνήμης. Τουλάχιστον σιγά σιγά έρχονται τα πρόσωπα: η οικογένεια, δεκάδες συγγενικά πρόσωπα, οι φιλενάδες, ο ευρύτερος περίγυρος. Η οικογένεια ως ένα συνονθύλευμα ανθρώπων διαφορετικής ηλικίας και φύλου, καταδικασμένο στην απόκρυψη ενοχλητικών μυστικών.

Το οδικό δίκτυο της πόλης όπου μεγάλωσε έχει αποτυπωθεί μέσα της μια για πάντα, σαν φυσικό δείγμα διευθέτησης πλατειών, εκκλησιών, δρόμων και ποταμών. Αλλά σ’ αυτό το κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο αλλαγμένο, γιατί το γνήσιο θα ήταν προδοτικό και θα φανέρωνε ίχνη που πρέπει να εξαλειφθούν· αισθάνεται υποχρεωμένη να ανακατατάξει τα γεγονότα, για να πλησιάσει περισσότερο την πραγματικότητα.

9.-CHRISTA-WOLF

Ειδικά τώρα που θα άξιζε να είναι κανείς ειλικρινής, πράγμα που δε συμβαίνει πάντα, ίσως ούτε καν συνήθως, τώρα πέφτεις σ’ ένα είδος απώλειας μνήμης που δεν ταυτίζεται με τα κενά μνήμης, τα οποία αφορούν την πρώιμη παιδικότητα και φαίνονται αυτονόητα, σχετίζονται μ’ εκείνους τους θαμπούς ή λευκούς λεκέδες πάνω σ’ ένα περίεργο, ηλιόλουστο τοπίο, πάνω από το οποίο αιωρείται το συνειδητό σαν αερόστατο σε άστατους ανέμους ρίχνοντας στο τοπίο τη δική του σκιά. Ακριβώς τώρα όμως αυτό το συνειδητό, εμπλεγμένο στα γεγονότα πάνω από τα οποία θα έπρεπε να ανυψωθεί με τη βοήθεια της μνήμης, φαίνεται να υποκύπτει σ’ ένα είδος μερικής συσκότισης, να γίνεται παραγωγός της αφάνειας που εσύ επιθυμείς να φωτίσεις. Το πρόβλημα μοιάζει άλυτο. Αυτό που μένει είναι η πεποίθηση ότι πρέπει να αποκλείσεις τις εφευρέσεις και να χρησιμοποιήσεις τη ανάμνηση των αναμνήσεων, τις αναμνήσεις της φαντασίας μόνο σαν υλικό δεύτερης κατηγορίας, σαν αντικαθρέφτισμα και όχι σαν πραγματικότητα. [σ. 273]

Το 1933 άρχισαν οι περιορισμοί ορισμένων προσωπικών ελευθεριών. Οι διατάξεις απευθύνονταν εναντίον ενός είδους ανθρώπων, άρα ο περίγυρός της δεν αναστατώθηκε. Η μεγαλειώδης νίκη των Ναζί έφτασε το υψηλότερο ποσοστό ακριβώς στην πόλη της Λ. Όσοι αργότερα ισχυρίζονται πως δεν είχαν ακούσει τίποτα για στρατόπεδα συγκέντρωσης, ξέχασαν εντελώς ότι η δημιουργία τους τυπώθηκε ως αγγελία. Ο πατέρας που έχει να διαλέξει ανάμεσα στο ασαφές σφίξιμο του στομαχιού και τις χιλιάδες ζητωκραυγές του ραδιοφώνου, ψηφίζει για τις ζητωκραυγές και ενάντια στον εαυτό του. Σταματούν να χαιρετούν τον γιατρό Λάιτνερ, αλλά εκείνος συνεχίζει να βγάζει το καπέλο μπροστά στον κάθε ζητιάνο. Η οικογένειά της παύει να τον συμβουλεύεται. Ο ήλιος λάμπει διαφορετικά.

wolf 2

Ακολουθούν οι πρώτες λυπηρές φήμες. Κάποιος που δεν θέλει να διακόψει την μιαρή του σχέση με μιαν Εβραία εκτίθεται στη λαϊκή οργή και προσπαθεί να διαφύγει προς τα λιβάδια. Και η Νέλη αποτυπώνει μέσα της τη μελωδία της γιγάντιας χορωδίας που, ξεκινώντας με μικρές κραυγές, ανελισσόταν σε μια τρομαχτική κραυγή. Θυμάται τα κορίτσια της ναζιστικής νεολαίας, τις κατασκηνώσεις εκπαίδευσης, την λαμπαδηφορία των Ες – Α, τον χαιρετισμό του πλήθους με το χέρι ψηλά. Εσένα θα σ’ ενδιέφερε, τι άραγε σκεφτόντουσαν ή αισθανόντουσαν τόσοι άνθρωποι, ακόμα και ασυνείδητα, εκείνες τις στιγμές.

Τι ποσοστά του πληθυσμού την Λ. έκλαψαν εκείνο το βράδυ, εκτός από την υπηρετριούλα Ελβίρα, που ο πατέρας της δούλευε στα σφαγεία; Περιττή ερώτηση, αφού ποτέ δεν θα υπάρξει μέτρο σύγκρισης για να μάθουμε πόσοι άνθρωποι πρέπει να κλάψουν, για να ακυρωθεί το γέλιο της συντριπτικής πλειοψηφίας; πέντε τα εκατό; Τρία κόμμα οχτώ; Ή μήπως φτάνει μόνο μια οικογένεια για να σώσει μια πόλη ολόκληρη; Πέντε δίκαιοι για πενήντα χιλιάδες ; [σ. 81]

article-0-19CAA7A300000578-446_964x623

Ακόμα και κάτω από τον ήλιο που έλαμπε διαφορετικά, η συγγραφέας βρίσκει ένα ανέμελο παιδί. Και ξαναβρίσκεται τώρα πάλι στην σκιά μιας κλαίουσας ιτιάς – που κάποτε της φαινόταν το ωραιότερο δέντρο του κόσμου – πίσω από το μισογκρεμισμένο πια παλιό ζαχαροπλαστείο. Αλλά και πάλι: Όσο πιο μικρή, τόσο πιο ευτυχισμένη, ίσως υπάρχει κάποια αλήθεια σ’ αυτό. Ίσως όμως ο πλούτος της παιδικής ηλικίας, που καθένας αισθάνεται, δημιουργείται επειδή την εμπλουτίζουμε αδιάκοπα, όταν την ξανασκεφτόμαστε. [σ. 47]. Και πάλι: Γνωρίζουμε βέβαια την αστάθμητη μνήμη των παιδιών που θεωρεί αξιοθησαύριστα μόνο τα ποικίλα και φανταχτερά ή τα τρομερά γεγονότα, όχι όμως και τις καθημερινές επαναλήψεις που, ουσιαστικά, αποτελούν τη ζωή. [σ. 99]

Σύμφωνα με νεότερες έρευνες, η μεταφορά των βιωμάτων από τη βραχύχρονη στη μακρόχρονη μνήμη συμβαίνει τη νύχτα, στα όνειρα. Φαντάζεσαι λοιπόν ένα λαό κοιμωμένων, που μέσα στον ύπνο τους ακολουθούν την εντολή «σβήστε, σβήστε, σβήστε». Ένα λαό ανύποπτων που, αν αργότερα ερωτηθούν, θα απαντήσουν σαν ένας άνθρωπος αλλά με εκατομμύρια στόματα ότι δε θυμούνται. Και κανένας τους δεν θα θυμηθεί το πρόσωπο του Εβραίου, του οποίου το εργοστάσιο – ένα μικρό, παραμελημένο εργοστάσιο ζάχαρης, ένα μαγαζάκι για καραμέλες είχαν πάρει σε εξευτελιστική τιμή.

League German Girls 33-5

Ο χάρτης είναι διάστικτος από μικρές τελίτσες (δευτερεύοντα στρατόπεδα) και σταυρουδάκια (γκέτο). Ποτέ κι από κανένα συμπολίτη της δεν άκουσε η Νέλη μια λέξη για όλα αυτά, ούτε κατά τη διάρκεια του πολέμου ούτε και μετά το τέλος του. Πρώτα πρέπει να υπάρξουν οι γονείς των μαζικών δολοφόνων, πριν δημιουργηθούν οι μαζικοί δολοφόνοι. Και ποιοι δίδαξαν την υπακοή ως αρετή; Μήπως όσο η λογική δεν χρησιμοποιείται μαραίνεται, όπως ένα όργανο που δεν ασκείται· αλλά μια μέρα μπορεί να ξαναεμφανιστεί με μια απρόσμενη ερώτηση; Πού ζήσατε όλοι σας τόσα χρόνια! Μπορεί κανείς από έναν άνθρωπο να κάνει ένα ζώο; Πως είναι δυνατό να είναι κανείς παρών και συγχρόνως να απουσιάζει;

Τώρα ξεχειλίζουν τα ερωτήματα: πόσους σφραγισμένους χώρους μπορεί να δεχτεί η μνήμη πριν σταματήσει να λειτουργεί; Πόση και τι είδους ενέργεια καταναλίσκει αδιάκοπα για να στεγανοποιεί τις κάψουλες που οι τοίχοι τους με τον καιρό ξεφτίζουν και διαλύονται; Τι θα γινόμασταν όλοι εμείς, αν επιτρέπαμε στους κλεισμένους χώρους της μνήμης μας ν’ ανοίξουν και να χύσουν τα περιεχόμενά τους μπροστά στα πόδια μας;

A picture dated July 7, 1971 shows German writer Christa Wolf. Wolf dead in Berlin at 82, December 1, 2011. Photo: dpa/aa

Σε αυτήν την εποχή γενικής απώλειας μνήμης (μια φράση που ήρθε προχθές με το ταχυδρομείο) πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι πλήρης πνευματική παρουσία είναι δυνατή μόνο πάω στη βάση ενός ζωντανού παρελθόντος. Όσο πιο παλιά πάνε οι αναμνήσεις, τόσο μεγαλύτερος χώρος απελευθερώνεται γι’ αυτό που αποτελεί την ελπίδα μας, το μέλλον. Μόνο που – όπως κατάλαβες αυτή τη νύχτα – είναι πολύ πιο εύκολο εφεύρει κανείς το παρελθόν αντί να το θυμηθεί· και η ερώτηση, αν πλήρης πνευματική παρουσία είναι πραγματικά απαραίτητη, θαμποχάραζε μέσα σου σαν πιθανός αντίλογος. [σ. 197]

Και τελικά ποια είναι η θέση του συγγραφέα; Πού αρχίζει το καταραμένο καθήκον του γραφέα – που είτε το θέλει είτε όχι είναι παρατηρητής, αλλιώς δε θα έγραφε, θα πολεμούσε ή θα σκοτωνόταν – και πού τελειώνουν τα καταραμένα του δικαιώματα; Πού απόμειναν οι καιροί, όπου οι ύπουλοι εξορκιστές του παρατατικού μπορούσαν να πείσουν τον εαυτό τους και τους άλλους πως τάχα αυτοί ήταν που μοίραζαν δικαιοσύνη; Αλίμονο σ’ αυτούς τους καιρούς που ο γραφέας πρέπει να επιδείξει την πληγή της δική τους αδικίας, πριν αποκτήσει το δικαίωμα να γράψει για τις ξένες πληγές. [σ. 218]

christa-wolf02

Ένα βιβλίο σύνθετο, ελεγειακό, σκληρό, συγκινητικό σαν άλμπουμ παιδικής ηλικίας, αμείλικτο σαν ηθική καταδίκη, εφιαλτικό για οποιονδήποτε Γερμανό έζησε στον πόλεμο, βασανιστικό με τόσα ερωτήματα, ταξιδευτικό με τόσους τόπους, υπόδειγμα συγγραφικής συνείδησης και ευσυνειδησίας. Ή, με τα δικά της λόγια:

Κανείς ή μπορεί να γράφει ή να είναι ευτυχισμένος.

Εκδ. University Studio Press, μτφ. Κυριακή Χρυσομάλλη – Henrich, σελ. 502. Με τετρασέλιδο πρόλογο, 37 σημειώσεις της μεταφράστριας και δισέλιδο χάρτη [Kindheistmuster, 1977].