Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 69. Χρήστος Οικονόμου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Με τη σειρά (αν θυμάμαι καλά) που τους πρωτοδιάβασα:  Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Ιούλιος Βερν, Νίκος Καζαντζάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, J.D. Salinger, Jack London, John Steinbeck, Κ.Π. Καβάφης, Άρης Αλεξάνδρου, Τάκης Σινόπουλος, Emily Dickinson, Herman Melville, Άντον Τσέχοφ, Raymond Carver, Flannery O’ Connor, Μιχάλης Γκανάς, Robert Frost, Μάρω Δούκα, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Σοφία Νικολαΐδου, Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Ισαάκ Μπάμπελ, Cormac McCarthy, Tim O’Brien, Lorrie Moore, Willy Vlautin.  Μ’ αρέσουν τα βιβλία που έχει γράψει ο Dee Brown για τους Ινδιάνους και την αμερικανική Δύση και τα ταξιδιωτικά (και όχι μόνο) του Bill Bryson.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Αγία Γραφή.  Τα παραμύθια του Άντερσεν.  Ό,τι έχει γράψει ο Cormac McCarthy.  Η Μυστηριώδης Νήσος του Ιουλίου Βερν.  Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου.  Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου του Σωτήρη Δημητρίου.  Το ασημόχορτο ανθίζει του Βασίλη Γκουρογιάννη.  Η Μεταμόρφωση του Φραντς Κάφκα.  Ο Καπετάν Μιχάλης και Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται του Νίκου Καζαντζάκη.  Ο Φύλακας στη Σίκαλη του J.D. Salinger.  Τα Σταφύλια της Οργής του John Steinbeck.  Winesburg, Ohio του Sherwood Anderson.  The Things They Carried του Tim O’Brien.  A Good Scent from a Strange Mountain του Robert Olen Butler.  True Tales of American Life, σε επιμέλεια Paul Auster.  Τα τρία μυθιστορήματα του Willy Vlautin.  Legend of a Suicide του David Vann.  Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τη συζήτηση του Κωνσταντίνου Θέμελη με τον Κωστή Παπαγιώργη (Η ανάποδη των ανθρώπων), απ’ όπου και η φράση – χαρακιά του Παπαγιώργη:  «Ήθελα να γράφω με τη φυσικότητα που ένας άνθρωπος κιτρινίζει όταν φοβάται».

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Εντελώς ενδεικτικά:

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης:  «Στο Χριστό στο Κάστρο», «Ο Αμερικάνος», «Η Σταχομαζώχτρα», «Έρως – Ήρως», «Τ’ Αστεράκι» (και πολλά άλλα — ποιο να πρωτοδιαλέξω). 

Raymond Carver:  «A Serious Talk» (“On the way, he saw the pies lined up on the sideboard.  He stacked them in his arms, all six, one for every ten times she had ever betrayed him” — τόση πίκρα σε δέκα λέξεις), «What We Talk about When We Talk about Love», «Lemonade» (ποίημα ή διήγημα, είναι ένα από τα σπαρακτικότερα πράγματα που έχω διαβάσει), «The Calm» — θα μπορούσα να γράφω τίτλους μέχρι αύριο.

Άντον Τσέχοφ:  «Το βιολί του Ρόθτσιλντ» και «Καημός».

Λέων Τολστόι:  «Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος».

Jack London:  «To Build a Fire».

O Henry:  «The Gift of the Magi».

Ernest Hemingway:  «A Clean, Well-Lighted Place».

Flannery O’Connor:  «The Life You Save May Be Your Own» (“In the darkness, Mr. Shiftlet’s smile stretched like a weary snake waking up by a fire” — ασύλληπτη παρομοίωση).

Ambrose Bierce:  «An Occurrence at Owl Creek Bridge».

Tim O’Brien:  «The Things They Carried» (“First Lieutenant Jimmy Cross carried letters from a girl named Martha” — κάθε φορά που διαβάζω αυτή τη φράση βουρκώνω) και «How to Tell a True War Story».

Αντώνης Σουρούνης:  «Μια γιαπωνέζικη πυρκαγιά» (“Εγώ παρακάλεσα την κόρη μου.  Παίξε, της είπα, γιατί ο Έλληνας φίλος μας θα είναι πολύ λυπημένος”).

Γιώργος Σκαμπαρδώνης:  «Ο χωματόδρομος» (“Όταν όλα είναι βαριά, χωρίς νόημα, όπως απόψε, και ο Άγγελος ο Χορταριάς νιώθει στη ράχη του να γαντζώνεται εκείνη η μεγάλη κίτρινη στενοχώρια…”).

Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος:  «Στον σταθμό» και «Ο οβολός» (“Μάνα, η μανταρινιά μας ζει!»).

Robert Olen Butler:  «Love» (“I was once able to bring fire from heaven” — πώς να μην αγαπήσεις ένα διήγημα που αρχίζει με αυτή τη φράση).

Ισαάκ Μπάμπελ:  «Γκυ ντε Μωπασσάν» (“Κανένα σίδερο δεν μπορεί να διαπεράσει και να παγώσει την ανθρώπινη καρδιά με τη δύναμη μιας τελείας βαλμένης στη σωστή θέση”).

Lorrie Moore:  «People Like That Are the Only People Here:  Canonical Babbling in Peed Onk».

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Γιάννης Παλαβός, Κάλλια Παπαδάκη, Βασιλική Πέτσα, Σπύρος Γιανναράς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι μόνοι που με (παρ)ακολουθούν είναι οι άνθρωποι που δεν έχω γράψει ακόμα κάτι γι’ αυτούς.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο μολυβένιος στρατιώτης του Άντερσεν, ο Γκρέγκορ Σάμσα από τη Μεταμόρφωση, ο Χόλντεν Κόλφιλντ από τον Φύλακα στη Σίκαλη.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο χαρτί όχι.  Στο μυαλό μου γράφω όπου να ‘ναι.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω με μολύβι και χαρτί.  Γράφω συνήθως τη νύχτα.  Γράφοντας και ξαναγράφοντας προσπαθώ να καταλάβω και να νιώσω τι γράφω.  Προσπαθώ να γράφω με καθαρό μυαλό και καθαρή καρδιά.  Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω γιατί θέλω ν’ ακούω αυτά που γράφω.  Το ίδιο και όταν διαβάζω — θέλω ν’ ακούω αυτά που διαβάζω.  Τον υπόλοιπο καιρό ακούω διάφορα πράγματα:  μπαρόκ, ηπειρώτικα, Μάρκο Βαμβακάρη, Ανέστη Δελιά, Μαρίκα Παπαγκίκα, Ρόζα Εσκενάζυ, Robert Johnson, The Doors, Tom Waits, Syd Barrett, Joy Division, Wipers, PJ Harvey, Nirvana, Soundgarden, The Smashing Pumpkins, 16 Horsepower, Uncle Tupelo, Richmond Fontaine, και άλλα πολλά.

Μπορούμε να έχουμε μια μικρή εισαγωγή στα δυο βιβλία σας. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν.

Έχω γράψει δυο συλλογές διηγημάτων (και μερικά σκόρπια):  Η γυναίκα στα κάγκελα (2003) και Κάτι θα γίνει, θα δεις (2010).  Δεν μ’ αρέσει πολύ να μιλάω γι’ αυτά που έχω γράψει.

Ασχολείστε και με την μετάφραση λογοτεχνίας (ενδεικτικά: Orlando Figes – Ο χορός της Νατάσας. Μια πολιτισμική ιστορία της Ρωσίας, Tobias Wolff – Ο κλέφτης του στρατοπέδου, Michael Arditti – Ο εχθρός του καλού). Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν ξέρω αν είναι συγγραφικός ή όχι, πάντως χρόνο μου κλέβουν πολύ οι μεταφράσεις.  Όταν μεταφράζω, η μεγάλη μου έγνοια είναι να μην προδώσω τον συγγραφέα και να μην παραπλανήσω τον αναγνώστη.  Έχω πάντοτε στο μυαλό μου ότι μια μετάφραση θεωρείται επιτυχημένη όταν δημιουργεί στον αναγνώστη την εντύπωση ότι το βιβλίο γράφτηκε εξαρχής στη δική του γλώσσα.  Και, φυσικά, θυμάμαι πάντοτε τον αφορισμό του Robert Frost:  Ποίηση είναι ό,τι χάνεται στη μετάφραση.

Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; Και τον μεταφραστή με τον επιμελητή;

Η δική μου σχέση με τον συγγραφέα που μεταφράζω είναι αυτή που προανέφερα:  προσπαθώ να μην τον προδώσω.  Έχω συνεργαστεί με τέσσερις ή πέντε επιμελήτριες, για κείμενα που έχω γράψει ή μεταφράσει.  Όλες μου πρόσφεραν πολύτιμη βοήθεια και με γλίτωσαν από αρκετά στραβοπατήματα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Γράφω σε μια εφημερίδα και ενίοτε μεταφράζω βιβλία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα ήθελα να γράψω μια ιστορία για τον Ιησού Χριστό, που να εκτυλίσσεται τις μέρες που μεσολάβησαν ανάμεσα στη Σταύρωση και την Ανάστασή Του.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Caribou Island του David Vann και το Αυτή η απίστευτη ανάγκη για πίστη της Τζούλιας Κρίστεβα.

Κλαρίσε Λισπέκτορ – Κοντά στην άγρια καρδιά

Όταν με συλλαμβάνω εξ απήνης στο βάθος του καθρέφτη, τρομάζω. Δεν μπορώ να πιστέψω πως έχω όρια, ότι είμαι περιχαρακωμένη και ορισμένη. Νιώθω διασκορπισμένη στον αέρα, σκέφτομαι στο εσωτερικό των ανθρώπων, ζώντας στα πράγματα που βρίσκονται πιο πέρα από μένα την ίδια.

Είναι αδύνατο να ξεχάσεις μια λογοτεχνική ηρωίδα όπως η Ζουάνα, ακόμα και μέρες μετά την ανάγνωση του λόγου της. Πώς να μη σκέφτεσαι τις απερίγραπτες στιγμές όπου κάθε εξωτερικό ερέθισμα, κάθε γεγονός και κάθε εικόνα προτού φτάσει στον εγκέφαλό της και τη λογική του επεξεργασία περνάει πρώτα από το σώμα της, τα σπλάχνα και τις φλέβες της και διαχέεται στον χαώδη άυλο κόσμο που ενοικεί εκεί, κόσμο που άλλοι ονομάζουν συνείδηση, άλλοι ψυχή, βγαίνοντας χρωματισμένο και ξεζουμισμένο, προτού καταλήξει στη μνήμη σε μια ακόμα ατέλευτη άλεση; Μια γυναίκα που τη μια στιγμή αισθάνεται ενωμένη με τα πάντα, κάτοικος αγαπημένων σωμάτων, βιοδιασπασμένη σ’ ολόκληρο το σύμπαν και την άλλη στιγμή απέραντα ερημωμένη, αποκομμένη, απομόνη; Η ελευθερία που ένιωθε πότε – πότε δεν προερχόταν από ξεκάθαρες σκέψεις, μα από μια κατάσταση δημιουργημένη από πράγματα που αντιλαμβανόταν υπερβολικά σωματικά για να διατυπωθούν σε σκέψη.

Η Ζουάνα μας κάνει κοινωνούς της ζωής της ήδη από την εποχή που είναι μικρή, «τόσο λεπτούλα και τόσο πρωιμάδι», τότε που διαρκώς αναλογιζόταν «τι θα συμβεί, τώρα, τώρα, τώρα;», κι όταν τίποτε δεν συνέβαινε εκείνη συνέχιζε να περιμένει εκείνο που θα συνέβαινε. Το πρώτο μάθημα το παίρνει μόνη της, απ’ την σιωπή του λατρευτού της πατέρα: Αποδεικνύεται δύσκολο ν’ απορροφήσεις τους ανθρώπους καθώς η ηλεκτρική σκούπα τη σκόνη. Κι εδώ αρχίζουν τα πρώτα της διλήμματα: αισθάνεται μέσα της ένα τέλειο ζώο, γεμάτο εγωισμό και ζωτικότητα, φοβάται όμως να το ελευθερώσει, μήπως συμβεί κάποια αποκάλυψη… Διακατέχεται άλλωστε ακόμα από την επιθυμία ν’ αρέσει και ν’ αγαπιέται.

Η αναγκαστική μετακόμιση στο σπίτι της θείας της την φέρνει αντιμέτωπη με τις πρώτες αντιδράσεις για την διαφορετικότητά της. Η θεία λυπάται το καημένο ορφανό, αναρωτιέται γιατί στο σπίτι είναι πάντα σιωπηλή, σαν να μην χρειάζεται κανέναν… «κι όταν σε κοιτάζει καλά – καλά στα μάτια λες και σε συνθλίβει…,σαν να γνωρίζει τι σκέφτεσαι…». Αλλά και η μικρή αναρωτιέται για τη θεία (μαγειρεύει, δέχεται επισκέψεις) και τον θείο της (δουλεύει, διαβάζει εφημερίδα, παίζει σκάκι): αυτό είναι η ζωή; Πότε – πότε απασχολημένοι με τα παιχνίδια τους, αντάλλασαν ανήσυχες ματιές, για να σιγουρευτούν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν. Ύστερα, διατηρούσαν και πάλι τη βαρετή απόσταση που μειωνόταν με την ευκαιρία κάποιου κρυολογήματος ή κάποιας επετείου. Αιχμάλωτη στους τέσσερις συμπαγείς τοίχους, θα ακούσει κάποτε τον χαρακτηρισμό «οχιά», που έκτοτε θα της μαυρίζει αμέτρητες σκέψεις. Ο μόνος που φαίνεται πως δεν γνωρίζει ότι είναι οχιά είναι ο καθηγητής της, που της προσφέρει ουσιαστικές λέξεις: Το ιδανικό δεν είναι να έχουμε αξία για τους άλλους. Το ιδανικό είναι να αξίζουμε για μας τους ίδιους. Ποτέ να μην υποφέρεις για το ότι είσαι κάτι και δεν είσαι κάτι άλλο.

Η Ζουάνα μάς παίρνει μαζί της στην πορεία της ζωής της από την παιδικότητα στην ωριμότητα κι από την απόλυτη μοναξιά και στην απόλυτη ένωση με τον Οτάβιου και ξανά πίσω στην μοναξιά. Κινούμαστε συνεχώς ανάμεσα σ’ όλες τις περιόδους της ζωής της, διαβάζουμε τις σκέψεις της – αν υπήρχε Θεός, θα είχε λιποτακτήσει απ’ αυτόν τον κόσμο, τις επιθυμίες της να τρέξει στην παραλία, να ριχτεί μπρούμυτα πάνω στην άμμο, να κρύψει το πρόσωπό της, τις διαπιστώσεις της – όταν την αγγίζουν νιώθει, όταν δεν την αγγίζουν και πάλι νιώθει, τις ερωτήσεις που την βασανίζουν διαρκώς – Τι συμβαίνει αφού γίνουμε ευτυχισμένοι; Τι γίνεται μετά;

Ακόμα και ως ώριμη γυναίκα πλέον δεν παύει να αναρωτιέται: Που ήταν η συνέχεια αυτού που είχε ξεκινήσει παιδί; Κάθε φορά που φεύγει ο Οτάβιου εκείνη μεταμορφώνεται, ακολουθώντας το νήμα της παιδικής της ηλικίας, κινούμενη ανάμεσα στα δωμάτια βαθύτατα μόνη. Θα αναζητήσει την ύπαρξη στις λέξεις, όπως όταν ήταν μικρή και μπορούσε να παίζει ολόκληρα απογεύματα με μία λέξη ξαναγαπώντας κάποιον που της είχε τότε ζητήσει να επινοήσει καινούργιες λέξεις. Αλλά ούτε κι αυτές μπορούν πια να «μιλήσουν» για τις θυελλώδεις της σκέψεις. Είναι περίεργο που δεν μπορώ να πω ποια είμαι. Δηλαδή, το ξέρω πολύ καλά αλλά δεν μπορώ να το πω. Φοβάμαι ιδίως να το πω, διότι τη στιγμή που προσπαθώ να μιλήσω δεν μπορώ να εκφραστώ, σημειώνω πώς μετατρέπεται αργά αυτό που νιώθω σ’ αυτό που λέω. Οι σκέψεις της αμέσως μόλις συλλαμβάνονται γίνονται αγάλματα σ’ έναν κήπο απ’ όπου περνούσε κοιτάζοντας και συνέχιζε την πορεία της. Και άλλωστε υπάρχει πάντα το μετά: Μια μέρα, αφού μιλήσω επιτέλους, θα ’χω ακόμα με τι να ζήσω;

Η ένωσή της με τον Οτάβιου την ωθεί να βουτήξει ακόμα πιο βαθειά στην άβυσσό της, ανάμεσα στον ερωτισμό, την τελειοποίηση ή την ακύρωση του εαυτού. Από τη μία: Η εγγύτητα ήταν μαγικό άγγιγμα, τη μεταμόρφωνε σ’ ένα ον πράγματι ζωντανό, που η κάθε του ίνα ανάσαινε γεμάτη αίμα. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν την τάραζε. Την αποκοίμιζε σαν να ’χε έρθει απλώς και σιωπηλά για να την τελειοποιήσει. Από την άλλη: Έτσι καθώς ο χώρος που περιβάλλεται από τέσσερις τοίχους έχει ιδιάζουσα αξία, όχι τόσο γιατί είναι χώρος, αλλά γιατί περιβάλλεται από τοίχους, ο Οτάβιου τη μεταμόρφωνε σε κάτι που δεν ήταν εκείνη παρά αυτός ο ίδιος και που η Ζουάνα αποδεχόταν από συμπόνια και για τους δυο· στο βαθμό που και οι δύο ήσαν ανίκανοι να λευτερωθούν από την αγάπη, δεχόταν νικημένη τον δικό της φόβο να υποφέρει, την ανικανότητά της να πράξει πέρα από τα σύνορα της εξέγερσης. Κι ακόμα: πώς να συνδεθεί μ’ έναν άντρα αν δεν του επιτρέψει να τη δέσει; πώς να εμποδίσει να ξεδιπλώσει εκείνος πάνω στο σώμα και την ψυχή της τους τέσσερις τοίχους του; Υπήρχε κάποιος τρόπος να έχει τα πράγματα χωρίς να την κατέχουν τα πράγματα; (σ. 35)

Πολυεκτιμημένη για το έργο της και πολυθαυμασμένη για την προσωπικότητά της, η Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920-1977) υπήρξε μια από τις κύριες εκπροσώπους του μοντερνισμού – και για ορισμένους του μεταμοντερνισμού – στην βραζιλιάνικη λογοτεχνία και μία από τις μεγαλύτερες συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Δεν δημιούργησε σχολή, δεν απέκτησε επιγόνους παρά μόνο χαρακτηρισμούς: θηλυκός Κάφκα, γυναίκα Τζόις, συγγένισσα Γουλφ, ώριμη Ρεμπώ, alter Προυστ, λογοτεχνικός Κίρκεργκαρντ – κανέναν τους δεν πάντως ακόμα διαβάσει! Το βιβλίο της Κοντά στην άγρια καρδιά, γραμμένο στην ηλικία των 24, διατάραξε παντοιοτρόπως την λογοτεχνία της χώρας της. Η δεινή γλωσσοπλαστική, το χωροχρονικό θρυμμάτισμα και η ανελέητη ενδοσκοπία καταχωρούσαν την γραφή της ως «ερμητική και δυσνόητη» και το έργο της ως «μη κατατάξιμο».

Μιλάμε για μια γραφή που ενδοσκοπεί και ψυχογραφεί, προσκολλάται στις λεπτομέρειες και τα ασήμαντα περιστατικά της καθημερινής ζωής, δεν ενδιαφέρεται για τα γεγονότα αλλά για τον αισθηματικό τους αντίκτυπο, σωματοποιεί τα άψυχα και πλημμυρίζει με φως τις σκέψεις και τις αισθήσεις. Στην Λισπέκτορ οι αισθήσεις αλλάζουν τις διαστάσεις του περίγυρου, τον φαντασιολογούν, τον μαγεύουν, τον μεταλλάσσουν. Η ίδια είπε κάποτε πως δεν είναι συγγραφέας αλλά κάποια που διαισθάνεται και μεταφέρει στο χαρτί «αισθήσεις». Αγνοούσε πως αυτή η αυθόρμητη κατακύκλωση των γεγονότων μέσω των αισθήσεών της οδηγούσε σε κορυφαία πρόζα.

Στο εξαιρετικό της επίμετρο (βλ. παρακάτω) η μεταφράστρια εντοπίζει, μεταξύ άλλων, τρία βασικά στοιχεία που ανιχνεύονται σε όλο της το έργο: την διάθεση για παραβατικότητα ή παραβίαση όλων των κανόνων ύπαρξης, φέρεσθαι και αισθάνεσθαι, και βέβαια και, (φυσιολογικά και συνακόλουθα!) κάθε λεκτικής φόρμας και νόρμας β) το θέμα της ανθρώπινης ταυτότητας και γ) την εξώθηση της γλώσσας στα όρια της. Αυτή η σωματοποιημένη, εξπρεσιονιστική, μεταστρουκτουραλιστική, υπερρεαλιστική ή μετα-υπερρεαλιστική γραφή, αυτός ο «αυτοσχεδιαστικός λόγος σε στυλ καλειδοσκοπίου» υπήρξε ο μόνος δίαυλος ζωής για την συγγραφέα της. Από τη μια: Γράφω για να σωθώ, όταν γράφω ζω, όταν έχω κενές περιόδους τότε φυτοζωώ και ρίχνομαι πάλι σε νέα περιπέτεια, αρχίζω κάτι νέο για να σώσω τον εαυτό μου. Από την άλλη: Το να γράφω σημαίνει να προσπαθώ να καταλάβω, σημαίνει να προσπαθώ να αναπαράγω το μη αναπαραγόμενο.

Μόνιμα έκπληκτη για τα πάντα, συνεχώς υποψιασμένη και διαρκώς αθώα, σαν μια Αμελί μιας άλλης εποχής, διαρκώς σ’ ένα τρίστρατο αποκαλύψεων, απογοητεύσεων και εκστάσεων, η Ζουάνα αδυνατεί να ζήσει σαν συνηθισμένος άνθρωπος. Αν ο κόσμος δεν είναι δικός της, τότε πρέπει να μάθει τίνος είναι. Αν δεν τον ερμηνεύσει με την δικό της τρόπο τότε ποιος θα το κάνει; Αν για να μείνει μέσω κι έξω ζωντανή πρέπει να αποτραβηχτεί ακόμα κι από τους πλέον αγαπημένους της και να αγνοήσει την ούτως ή άλλως ανύπαρκτη ευτυχία, τότε ας γίνει!

…άπλωσε τα χέρια δίχως να ξέρει τι να τα κάνει, από τη στιγμή που γνώριζε. Να χαϊδευτεί, ίσως, να φιλήσει τον εαυτό της, όλο περιέργεια και ευγνωμοσύνη ου αναγνώριζε τον ίδιο της τον εαυτό..

Στο τέλος της γραφής τι μετράει περισσότερο: να ζεις ή να ξέρεις ότι ζεις αυτή τη στιγμή;

Εκδ. Τυπωθήτω,  2008, επίμετρο – σχόλια – σημειώσεις – μετάφραση από τα πορτογαλικά: Αμαλία Ρούβαλη, σελ. 285 (Clarise Lispector, Perto do Coração Selvagem, 1944).

Το 40σέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας περιλαμβάνει τα εξής κείμενα: Η Κλαρίσε Λισπέκτορ και το έργο της, Εργογραφία, Ένταξη του έργου της Λισπέκτορ στη σύγχρονη βραζιλιάνικη λογοτεχνία και Για το Κοντά στην άγρα καρδιά και όλο της το έργο καθώς και Σημειώσεις και Πηγές. Η υποδειγματική αυτή παρουσίαση μιας άγνωστης λογοτέχνιδος μας ώθησε να ζητήσουμε από την μεταφράστρια να μας γράψει για τη δική της σχέση με την Λισπέκτορ. Την ευχαριστούμε ιδιαίτερα και από εδώ.

Αμαλία Ρούβαλη: Η σχέση μου με την Κλαρίσε Λισπέκτορ.

Ήταν Γενάρης του 1977 κι ήμουν ήδη κάποια χρόνια στο Παρίσι, σπουδάζoντας διάφορα. Κυρίως, όμως, είχα ανοίξει κάτι μάτια να, κάτι αυτιά να, κι είχα απλώσει όσες κεραίες διέθετα, όσα κύτταρα διέθετα, για ν’ απορροφήσω γνώση από τα πιο μικρά ως τα πιο μεγάλα από τα τεκταινόμενα εις Παρισίους και ουχί μόνον. Ήμουν ήδη μέλος του Φεμινιστικού Κινήματος εν πλήρει ανθήσει τω όντι τότε, ετοίμαζα μια διατριβή γι’ αυτό και κινούμουν σε πολλά μέρη της Πόλης των Φώτων, ιδιαίτερα στο κέντρο του, το Καρτιέ Λατέν, έτσι κι αλλιώς καθημερινά για τον άρτον ημών τον επιούσιον στο Φοιτητικό εστιατόριο του Μαμπιγιόν, μεταξύ άλλων. Το Φεμινιστικό Κίνημα, λοιπόν, ήταν στις δόξες του εκείνη την εποχή. Στις δόξες τους ήσαν τότε οι «Εκδόσεις των Γυναικών», αρκετά αριστερίστικες, πλην εμβληματικές. Ως εκ τούτου, ήταν «συνειδησιακό» καθήκον ν’ αγοράζουμε το περιοδικό τους με τον ομώνυμο τίτλο και να περνάμε απ’ την έδρα τους – ήδη από το 1977 – στην οδό Σαιν Πέρ, δίπλα στο Οντεόν, μεσούντος του Καρτιέ Λατέν.

Αρχές Γενάρη, λοιπόν, διάβασα ότι στο τέλος του μήνα οι «Εκδόσεις των Γυναικών» είχαν καλεσμένη «τη μεγαλύτερη, ανατρεπτική και μεταμοντέρνα» συγγραφέα της Βραζιλίας, την Κλαρίσε Λισπέκτορ». Οι «Εκδόσεις» καλούσαν ανά καιρούς διάφορες γυναίκες – σημαντικές προσωπικότητες από όλο το φάσμα της τέχνης και απ’ όλα τα μέρη του κόσμου. –Σήμερα, σ’ αυτές τις εκδόσεις είναι μεταφρασμένο στα γαλλικά το σύνολο σχεδόν του έργου της Λισπέκτορ –. Εκτός του ότι ήταν ήδη μεταφρασμένη γαλλικά και γνωστή σε φεμινιστικούς κύκλους, υπήρχε και ο ενθουσιασμός για το έργο της Λισπέκτορ της φεμινίστριας συγγραφέα Ελέν Σιξούς -{βλ. Επίμετρο: «Υπάρχει μία λογοτεχνία π.Κ (προ Κλαρίσε) και μ.Κ (μετά Κλαρίσε)», Ελέν Σιξούς, γαλλίδα φιλόσοφος, πανεπιστημιακή και συγγραφέας. Hélėne Cixous, Le rire sur la méduse. Essais sur l´éctriture, Paris, 1977}–. Το 1978,  παρακολούθησα ένα σεμινάριό της στο πανεπιστήμιο των Βενσέν για το έργο της Λισπέκτορ.

Εννοείται ότι τότε δεν υπήρχε διαδίκτυο για να αναζητήσω την επίμαχη συγγραφέα. Υπήρχαν όμως φιλικά βιβλιοπωλεία όπου περνάγαμε μέρος του χρόνου μας για να συναντηθούμε με νέες ιδέες, νέα βιβλία. Πήγα στον φίλο μου τον Μαροκινό Σερζ δίπλα από τη Σορβόννη. «Αυτή, είναι ένα από τα ιερά τέρατα του αιώνα», μου είπε ο φιλότεχνος και καλά πληροφορημένος βιβλιοπώλης. Και με φόρτωσε με όσα βιβλία είχε η βιβλιοθήκη του, άλλα μεταφρασμένα στα γαλλικά, άλλα στα ισπανικά κι άλλα στα πορτογαλικά. Πορτογαλικά τότε δεν ήξερα καλά, τα έβγαζα πέρα μεταξύ ισπανικών και γαλλικών, με τα οποία ήμουν τρίγλωσση, μαζί με τα ελληνικά. Όταν διάβασα το «Κοντά στην άγρια καρδιά»  τα τότε λίγα χρόνια ζωής μου άλλαξαν άρδην πορεία θεώρησης των πραγμάτων και κατεύθυνση, ομολογώ ίσαμε τώρα, που οι δεκαετίες έχουν, φευ! αυγατίσει….

Περίμενα με αγωνία την ημερομηνία της εκδήλωσης για να γνωρίσω έστω κι από μακριά τη συγγραφέα.

Δεν ήρθε, η κατάσταση της υγείας της δεν το επέτρεψε. Με τη νεανική τόλμη της άγνοιας, βρήκα τη διεύθυνση της Λισπέκτορ, της έγραψα και της υποσχέθηκα ότι το «Κοντά στην άγρια καρδιά» θα το μεταφράσω στη γλώσσα μου, μόλις μάθω καλά Πορτογαλικά. Τον Ιούλιο, έλαβα στη διεύθυνσή μου στο Παρίσι ένα πολύ ευγενικό γράμμα με ευχαριστείες, παρότρυνση να το κάνω, συμβουλές για την μελλοντική πορεία μου και δύο φωτογραφίες της με την ένδειξη: «όταν το εκδόσεις και εγώ δεν θα ζω, διαλέγεις και παίρνεις…». Η Κλαρίσε Λισπέκτορ πέθανε το ίδιο εκείνο χρόνο του 1977, στις 9 Δεκεμβρίου, παραμονή των 57ων γενεθλίων της.  Η Λισπέκτορ είναι ο λόγος που έμαθα Πορτογαλικά. Το συγκεκριμένο βιβλίο πέρασε διάφορες περιπέτειες σε διάστημα δέκα περίπου ετών μέχρι να βρει εκδότη. Παραθέτουμε εδώ φωτογραφίες της συγγραφέως, καθ’ ότι η ελληνική έκδοση εφείσθη αυτών… Δυστυχώς, οι φωτογραφίες που μου είχε στείλει με τα χεράκια της χαθήκανε στη δίνη τόσων και τόσων μετακομίσεων έδρας…

Η Κλαρίσε Λισπέκτορ δεν είναι ένα ή περισσότερα από τα μυθιστορήματά της ή τις συλλογές διηγημάτων της: είναι ένα ολόκληρο σύμπαν, μια θεώρηση πραγμάτων. Όπως σημειώνεται στο Επίμετρο, η Λισπέκτορ δημιουργεί την απόλυτη ανατροπή στο γλώσσα, ωθώντας την στα όριά της. Και ως τέτοια αξίζει να διαβαστεί και να καταγραφεί στο υποσυνείδητο των αναγνωστών της.

Υ.Γ.1. Oφείλω να αναφέρω εδώ την πολύ δημιουργική μου σχέση με τον  Ισπανό Basilio Losada, επίτιμο – πλέον – Καθηγητή Πορτογαλικών σπουδών, ο οποίος μετέφρασε πρώτος στα ισπανικά  πολλά από τα βιβλία της Λισπέκτορ. Τη σκυτάλη πήρε η κόρη του Ελένα Λοσάδα Σολέρ. Το δε «Κοντά στην άγρια καρδιά»  ο Losada το ξαναμετέφρασε εξαρχής το 2003, αναθεωρώντας άρδην την πρώτη  του μετάφραση του 1977, την οποία είχα διαβάσει  την ίδια εκείνη χρονιά και η οποία έπασχε, πράγματι, σε πολλά σημεία της….

Τα Πορτογαλικά είναι μία «εύκολη» γλώσσα, για όσους γνωρίζουν πολύ καλά ισπανικά και γαλλικά. Η Λισπέκτορ, εντούτοις, παρουσιάζει απίστευτα πολλές δυσκολίες για έναν επαρκή μεταφραστή, καθ’ ότι βασίζει τα γραφτά της στις συν και παρ-ηχήσεις…

Υ.Γ. 2. Το τελευταίο μυθιστόρημα της Κλαρίσε Λισπέκτορ εν ζωή είναι  το «Η  ώρα της Σταρ – A hora da estrela», 1977. Γνώρισε ανέλπιστα μεγάλη δημοσιότητα, έκανε τουλάχιστον 65 ανατυπώσεις ως σήμερα και υπήρξε αφετηρία για πολλές θεατρικές και κινηματογραφικές μεταφορές. Η πιο επιτυχημένη ήταν  εκείνη της Suzana Amaral το 1985 σε ταινία μεγάλου μήκους. Το 1986 έλαβε την Αργυρή ‘Αρκτο για τη σκηνοθεσία και βραβείο Α’ ρόλου για την πρωταγωνίστριά του Marcelia Cartaxou, στο Φεστιβάλ Βερολίνου και το Μέγα Βραβείο της Μπραζίλιας , στο ομώνυμο Φεστιβάλ Κινηματογράφου.

Η ταινία αυτή θα προβληθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα στα πορτογαλικά με αγγλικούς υποτίτλους, το Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011, στο Κέντρο Ισπανικών  και Πορτογαλικών σπουδών, Abanico, Κολοκοτρώνη 12, Αθήνα, 19.30 μ.μ.

Ταχύτατες και λαμπερές σκέψεις, σαν εκλάμψεις που διασταυρώνονταν ηλεκτρισμένα, συγχωνευμένες πιότερο σε αισθήσεις παρά σε σκέψεις. Άλλαζε χωρίς μετάβαση, με αργόσυρτους πήδους, από μέρος σε μέρος, ολοένα και ψηλότερους, ξάστερους και έντονους. Και από στιγμή σε στιγμή βυθιζόταν ολοένα και βαθύτερα εντός της, σε σπηλιές με γαλακτόχρωμο φως, με ανάσα πάλλουσα, γεμάτη φόβο κι ευτυχία, όπως, ίσως, στη βύθιση όταν αποκοιμιέται κάποιος. Η διαίσθηση ότι εκείνες οι στιγμές ήταν εύθραυστες την έκανε να κινείται ανάλαφρα, από φόβο μήπως φθείρει, κουνήσει βίαια και διαλύσει εκείνο το θαύμα, την τρυφερή ύπαρξη από φως και αέρα που προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα της. (σ. 232)