Λογοτεχνείο, αρ. 95

Πέτρος Αμπατζόγλου, Ισορροπία τρόμου, εκδ. Εγνατία, [Σειρά: Τραμ/Λογοτεχνία, 28.], β΄ έκδ., 1978, σ. 115-116.

Είμαι μεγάλος στα χρόνια, της είπα ξαφνικά χωρίς πρόλογο, τα μαλλιά μου έφυγαν και φαίνεται το κρανίο, ναι, είμαι μεγάλος στα χρόνια αλλά εγώ θέλω να παίξω, μεγάλωσα χωρίς κανείς να με ρωτήσει, κι εγώ θέλω να με ρωτούν για όλα όσα πρόκειται να πάθω. Και τι ήταν τα παιδικά μου χρόνια; Ένας μικρός κήπος με έναν ευκάλυπτο, σαύρες και σαλιγκάρια και σπασμένα παιχνίδια. Συλλογές από αράχνες και μια φράση σαν διαταγή «πρέπει να είσαι καλό παιδί». Τι ήταν τα εφηβικά μου χρόνια; Ένα κορίτσι μ’ ένα πράσινο φόρεμα και μια δύστροπη γάτα. Σκοτωμένοι άντρες στην επανάσταση, όλοι ριγμένοι στα ρείθρα. Γυναίκες στα μπορντέλα που με μάθανε να είμαι αρσενικό αλλά όχι άντρας. Τίποτα άλλο. (…)

Βλέπετε, αυτή τη στιγμή δεσποινίς, δεν έχω τίποτα, είμαι ένα βρέφος που στηρίζει τις ελπίδες στα γεράματα. Τα αισθήματα μου κι οι επιθυμίες μου είναι σταθερές, αλλά δεν ξέρω πια σε τι χρησιμεύει αυτή η σταθερότητα. Έγραψα μερικά ποιήματα, αλλά έχω τεχνικές δυσκολίες που εμποδίζουν τη μετάδοση της συγκίνησης που νιώθω όταν γράφω. Οι συγκινήσεις μου είναι συγκροτημένες, αλλά οι λέξεις κάνουν ό,τι θέλουν, αποκτούν θα έλεγα μια προκλητική αυτοτέλεια προδίνοντας τη συγκίνηση και λέγοντας άλλα αντ’ άλλων. Να πουλήσω το μαγαζί; Ίσως αυτό βοηθήσει την τεχνική μου. Όμως πρέπει να βρεθεί ένα πρόσωπο που να τ’ αγαπώ και να μ’ αγαπά και να με σπρώξει σ’ αυτή την απόφαση. Αυτό το πρόσωπο πρέπει να μ’ αγαπά πολύ αλλά να μην ενδιαφέρεται και για την πιθανή καταστροφή μου. Όπως καταλαβαίνετε, αυτό είναι παράλογο.

Μνήμη Τάσου Χατζητάτση

Blackfield – Welcome to my DNA (Kscope, 2011)

Εδώ συμβαίνει η ύστατη αποενοχοποίηση του ’70 και μόλις συλλαμβάνω την ιδέα για μια στήλη με αυτό τον τίτλο. Αν αυτά είναι τα όρια του τεχνορόκ, αν καλούμαστε και γι’ αυτό το παρεξηγημένο είδος (που τότε κατηγορούσαμε ότι δεν βγαίνει στο δρόμο, ενώ οι τωρινοί ηλεκτρονικάδες τι να σας πω, όλη μέρα μ’ ένα λάβαρο είναι) τότε δεν έχω κανένα απολύτως παράπονο. Οι τύποι μας σερβίρουν τραγούδια, με όλη τη σημασία της λέξης (κι ας τα ’χουμε ξανακούσει), μοιράζουν μελωδίες, με όλη τη σημασία της λέξης (κι ας τις ξέρουμε από κάπου), μας καλούν στον μυρωμένο τους κήπο (κι ας έχουμε ξαναξανάρθει). Αν κάπου χάνουν, αυτό είναι η αίσθηση της συνεχούς επανάληψης κι επανάβλεψης (λέω να φτιάξω μια τέτοια λέξη αντί για τον όρο ντεζαβού, που μου κάνει «του ζαβού»).

Ας πούμε: το Glass House σε αποενοχοποιεί από όλα τα τεχνορόκια από τους King Crimson ως τους Moody Blues και τους Procol Harum, ενώ το Go to Hell πίνει στην υγειά των αδελφών Fripp, σε μια συναινετική ταστοπαρέα. Ας πούμε: η ομορφοτέρα των μπαλαντών του πρώτου πενταμήνου του Έντεκα Rising of the Tide αν τραγουδιόταν από τους Trembling Blue Stars, οι πόπερς κι οι πόπιτσες θα λέγανε ωωω, ωωωω, ωωωωω – ενώ τώρα οφείλουμε να απολογηθούμε. Κι ας πούμε: το Dissolving with the Night έξυπνα ρίχνει όλο του το βάρος στα κουπλέ (φωνή, έγχορδα, ό,τι άλλο προαιρούνται) αλαφρώνοντας μετά σ’ ένα ευφυώς απλό πιανιστικό σχήμα ως την ορχηστρική του έξαψη, πάντα οργανικά. Κι άλλος αδάμας: το Blood ξεκινάει (ώπα!) με ανατολίζον κιθαροξεσπαστικό και γίνεται γερή αμιγής ροκιά. Διάρκεια: 3.17, σημείο εισαγωγής φωνητικών: 1.47. Καταλαβαίνετε δηλαδή. 4-5 εξαιρετικά τραγούδια «του είδους» σε δίσκο «τέτοιου είδους» και παραπονιόμαστε; Φωτιά θα πέσει να μας κάψει!

Εντάξει, η άλλη μπαλάντα Far Away ακολουθεί το γνωστό τυπικό της ομάδας (ελαφρώς βραχνίζουσα φωνή, βάση σε ακουστική κιθάρα, άπλωμα σε βιολί, μονοκυματική εξέλιξη) και είναι από τα πολλά τραγούδια των Blackfield που θα μπορούσαν να ανήκουν και σε δίσκο των Porcupine Tree (σε σημείο να σκέφτεσαι πως τυχόν περισσεύματα των δε να βρίσκουν θέση στους μεν, και αντίστροφα). Τα δε ανεπίτρεπτα λάι λάι λάι του Waving μου χαλάνε λίγο την αίσθηση, γιατί αν είναι να επιστρέψουμε στους Moodies, ας είναι του 67, άντε 73, όχι όμως 82! Οι τρεις προτελευταίες μπαλάντες δε μου αφήνουν το παραμικρό μόλις σιωπήσουν (πολύ φόρτωμα για το τίποτα), ενώ το τελευταίο τελευταίο DNA επιστρέφει στην απλότητα [κιθάρα και φωνή], μ’ ένα κλείσιμο ματιού στον Plant.

Υποθέτω σε ελάχιστους δεν είναι γνωστό πως οι Blackfield (εδώ στον τρίτο δίσκο τους, μετά τα Blackfield I (2004) και Blackfield II (2007)) αποτελούν παράπλευρο σχήμα του Steve Wilson των Porcupine Tree, σε συνεργασία με τον Ισραηλινό Avi Geffen, σχήμα πάντα πιστό, εκτός των παραπάνω, και σ’ έναν καθολικό πινκφλοϋδικό ήχο. Εν τέλει, καθόλου black το field. Βγάζει ακόμα καρπό, κι ας μην είναι βιολογικά «καθαρός». [7/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, εδώ.