Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011)

Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana

Ζήτησα τον κανονισμό ελέγχου κι ο υποδιευθυντής μου είπε ότι εκείνη την ώρα δεν είχαν αντίτυπα, θα μου έβρισκε ένα το συντομότερο (ακόμα το περιμένω) και ότι, στο μεταξύ, ήταν σαφές και το ’ξερα: μεγάλη προσοχή με τα παλιόλογα, παροιμίες αμφίσημες ή δήθεν λαϊκές χυδαιολογίες, τα γυμνά ή τις ερωτικές «τολμηρές» σκηνές (whatever that means), τίποτα εναντίον του Κυρίου Προέδρου της Δημοκρατίας, του Κόμματος και του συστήματος γενικότερα, ουδέν το ασεβές εναντίον των ηρώων ή της πατρίδος, τίποτα, ή σχεδόν τίποτα, γύρω απ’ τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ούτε για τους αντάρτες ή τους κομμουνιστές ή αγίους της Αριστεράς όπως ο Τσε Γκεβάρα ή το Τζον Λένον, αυτού του είδους τα φυράματα, τίποτα γύρω από το ’68 ή τους χίπηδες, τίποτα για ροκενρόλ ή για περιθωριακούς νέους, για ναρκωτικά ή ναρκοεμπόρους και μεγάλη προσοχή σε θέματα της οικογένειας και της θρησκείας… λέει ο αθυρόστομος νέος που αναλαμβάνει λογοκριτής της τηλεόρασης στο διήγημα του Μεξικανού Jose Agustin Δεν υπάρχει λογοκρισία. Τι γίνεται όμως όταν αποφασίσει ν’ αφήσει δυο τρεις λέξεις αλογόκριτες, εφόσον η αφαίρεσή τους ακριβώς θα τις υπερτόνιζε, και θα είναι σ’ όλους ορατό πως μπήκε μαχαίρι, άρα υπάρχει λογοκρισία;

Όλες σχεδόν οι χώρες εκπροσωπούνται με πρεσβευτικά διηγήματα και ποίηση, σε μια σύγχρονη και πολύχρωμη εικόνα της Λατινοαμερικανικής Λογοτεχνίας. Ο Gustavo Escanlar (Ουρουγουάη) συντάσσει ένα έξυπνο Μικρό εικονογραφημένο λεξικό Spanglish, όπου τη θέση των σημασιών παίρνουν σχετικές με τη λήμμα διηγήσεις, ενώ ο José Emilio Pacheco (Μεξικό) μια ιδιαίτερα υποβλητική ιστορία εξαφάνισης. Η παρουσία της Κούβας είναι τριπλή (Virgilio Pinera, Leonardo Padura Fuentes κι ο περίφημος αντικαθεστωτικός Guillermo Cabrera Infante). Έχουμε ακόμη πεζά από τους Juan Villoro (Μεξικό), August Monterroso (Γουατεμάλα), Junot Diaz (Δομινικανή Δημοκρατία) ενώ η πορτογαλόφωνη λογοτεχνία της Βραζιλίας αντιπροσωπεύεται από έναν μεγάλο μυθιστοριογράφο (Graciliano Ramos, με απόσπασμα από το κλασικό μυθιστόρημα Vidas Secas – Άγονες ζωές) κι έναν εξίσου μεγάλο ποιητή, τον Ledo Ivo. Στο μαγνητόφωνο και ο Χιλιανός Pedro Lastra. Το πλήρες αφιέρωμα επιμελήθηκαν με κείμενα, επιλογές και μεταφράσεις οι Ρήγας Καππάτος και Γιώργος Ρούβαλης.

Η πολιτικά πολύπαθη Λατινική Αμερική αποδίδεται ειδικότερα σε δυο έξοχα διηγήματα. Στο Ενδέκατο χιλιόμετρο του Αργεντινού Mempo Giardinelli, μια παρέα φίλων – όλοι πρώην κρατούμενοι των φυλακών 11-7 της δικτατορίας – που έχει μαζευτεί για να γιορτάσει κάποια γενέθλια, αναγνωρίζει στο πρόσωπο του μπαντονεονίστα τον δεκανέα Σεγκόβια, που έπαιζε πάντα τη μελωδία του τίτλου για να καλύπτει τις φωνές των βασανιζόμενων. Ο αέρας έχει μια ρυθμική πυκνότητα σαν οι καρδιές όλων των παρευρισκομένων να χτυπούν στον ίδιο τόνο και να ακούγεται μία μόνο τεράστια καρδιά. Όλοι πλησιάζουν τον «μουσικό» και του ζητούν να το παίξει ξανά και ξανά. Καθώς το μπαντονεόν ανοίγει και κλείνει πάνω στο δεξί γόνατο του τύπου, ασθμαίνοντας σαν η φυσούνα του να ήταν ένας ασθενικός πνεύμονας από τον οποίο κρέμεται μια ροζέτα της Αργεντινής κι εκείνος αδυνατεί να τους κοιτάξει, παρά κοιτάζει κάτω σα να θέλει να αποφύγει ένα έντονο φως, όπως όταν έχει πολύ ήλιο, όλοι προβαίνουν σε μια ιδιότυπη, χωρίς βία εκδίκηση.

Το σύμφυτο με την Λατινική Αμερική κλίμα πολιτικού τρόμου κυριαρχεί και στο διήγημα της Magali Garcia Ramis (Πουέρτο Ρίκο) Μια εβδομάδα επτά ημερών, με αφηγητή ένα μικρό κορίτσι που διαβαίνει με την μητέρα του «τον κόσμο με χίλιους δρόμους και εκατό πόλεις». Σταδιακά αντιλαμβανόμαστε πως εκείνη είναι μια πολιτική αγωνίστρια που συναντά συνεχώς πολιτικούς και ερωτικούς συντρόφους, αλλά και μεγαλώνει το κορίτσι με αγάπη και τρυφερότητα. Όταν κάποια στιγμή το αφήνει για λίγες μέρες στη γιαγιά του εκείνο εξακολουθεί να την περιμένει ανάμεσα σε μέρες φόβου, διεσπαρμένα λόγια και καταλόγους με ψιλά γράμματα στις εφημερίδες, με συλληφθέντες ύποπτους αριστεριστές, την περιμένει επειδή πάντα επέστρεφε όπως του υποσχόταν, κι ας ακούγεται η φωνή μη δοκιμάσετε να την πάρετε απ’ την πόλη, ξέρουμε ότι θα ξαναγυρίσει για το παιδί κι έχουμε ένταλμα σύλληψής της…

Σε πρόσθετο πολυσέλιδο καλλιτεχνημένο υποφάκελο ανθολογούνται ποιητές της ηπείρου: ο Κολομβιανός Raul Gomez Jattin, ο Κουβανός Perto Padilla, o Χιλιανός Vicente Huidobro, η Νικαραγουανή Gioconda Belli (που έζησε και ως μέλος του κινήματος των Σαντινίστας σε διάφορες χώρες), ο Μεξικανός Homero Aridjis κ.ά. Να σημειωθεί πως ο τελευταίος έχει ζητήσει ελληνική υπηκοότητα – ο πατέρας του ήταν Μικρασιάτης Έλληνας – αλλά οι γαϊδουρινές ελληνικές διπλωματικές υπηρεσίες προφανώς τρόμαξαν από την γραφειοκρατική δουλειά και δεν τον έχουν δεχτεί ακόμα. Για άλλη μια φορά το επίσημο ελληνικό κράτος δείχνει πού έχει γραμμένους τους Έλληνες της διασποράς.

Κάπου εδώ κλείνουν τα πρώτα 25 τεύχη του περιοδικού με ανά τρίμηνο τακτική παρουσία, ενός περιοδικού που μας θυμίζει: ζαλίσαμε κεφάλια, σπάσαμε εξαρτήσεις, διασαλεύσαμε την τάξη των χρυσών ονομάτων, δυσκολέψαμε τα πράγματα για τις μετριότητες και τους λογοκλόπους, δείξαμε την αντιπάθειά μας προς τις λογοτεχνικές κλίκες και τα φιλολογικά σαλόνια, δείξαμε τη συμπάθειά μας προς ένα είδος λογοτεχνίας που κοιτάει τα πράγματα λοξά, σας γνωρίσαμε για πρώτη φορά 140 ξένους και νέους έλληνες συγγραφείς, προσπαθώντας συνεχώς να θυμόμαστε ότι δεν είμαστε ο ομφαλός της γης. Συμφωνούμε κι επαυξάνουμε, γι’ αυτό και παρουσιάζουμε κάθε τεύχος του από το πρώτο ως το τρέχον, έστω και με κάποιες καθυστερήσεις!

Στις φωτογραφίες: Mempo Giardinelli και η Νικαραγουανή Τριάδα των Rubin Dario, Gioconda Belli και Ernesto Cardinal. Τις επόμενες μέρες, τα προηγούμενα τεύχη του περιοδικού.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 51. Θωμάς Σκάσσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ομολογώ την αμαρτία μου: δεν είμαι από αυτούς που θαυμάζουν κάποια πολύ μεγάλα ονόματα. Έπληξα αφάνταστα διαβάζοντας κάποτε τον Ηλίθιο, το Κόκκινο και το μαύρο, τον Δόκτορα Φάουστους και ορισμένα άλλα. Μπορεί ως άνθρωπος που προσπαθεί κι ο ίδιος να γράψει, να θαύμασα τους συγγραφείς τους και να ζήλεψα το μέγεθος του εγχειρήματος και τον τρόπο με τον οποίο το είχαν φέρει σε πέρας, αλλά ως αναγνώστης κοιτούσα κάθε τόσο να δω πόσες σελίδες απομένουν, γιατί φυσικά δεν επιτρέπεται να αφήσεις στη μέση –προς Θεού!– έναν Ντοστογιέφσκι, έναν Σταντάλ, έναν Μαν. Έχω κάνει όμως κι άλλη αμαρτία: τρεις φορές ξεκίνησα την ανάγνωση του Οδυσσέα (την πρώτη μάλιστα στα αγγλικά, ο αφελής), δύο του Αναζητώντας το χαμένο χρόνο και τα άφησα πριν φτάσω καλά καλά στη μέση. Εδώ όμως υπάρχει μια μεγάλη διαφορά: Τον Τζόυς και τον Προυστ τους φυλάω ως κόρη οφθαλμού για τα γεράματα. Ξέρω ότι θα είναι καλή συντροφιά στις μακρόσυρτες ώρες της απραξίας· μια επιστροφή στη ζωή, όταν όλη η ζωή θα βρίσκεται πια πίσω. Και κάτι ακόμα: τέτοια μυθιστορήματα θέλουν χρόνο και ωριμότητα για να τα απολαύσεις· απαιτείται διαρκής αφοσίωση και όχι βιαστικές επισκέψεις για να σε διαποτίσει ο χρόνος τους.

Έχω όμως κι εγώ τις όχι και τόσο «παλιές» μεγάλες αγάπες μου: τον Μπόρχες, τη Γουλφ, τη Γιουρσενάρ, τον Φουέντες, τον Φώκνερ, τον Κορτάσαρ, τον Κλοντ Σιμόν, τον Μπέκετ, τον Κάφκα, τον Ναμπόκοφ…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όρεξη να έχει κανείς να διαβάζει: Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρουζ (Κάρλος Φουέντες), Η ιστορία ενός αιχμαλώτου (Στρατής Δούκας), Το κιβώτιο (Άρης Αλεξάνδρου), Οι ακυβέρνητες πολιτείες (Στρατής Τσίρκας), Έξι νύχτες στην Ακρόπολη (Γιώργος Σεφέρης), Μάρτιν ο φαταούλας (Γουίλιαμ Γκόλντινγκ), Η κάθοδος των εννιά, Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, (Θανάσης Βαλτινός), Η Ακακία (Κλοντ Σιμόν), Τα απομνημονεύματα του Αδριανού (Μαργκερίτ Γιουρσενάρ), Από το στόμα της παλιάς Ρέμινγκτον (Γιαννης Πάνου), Το τρίτο στεφάνι (Κώστας Ταχτσής), Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ (Βλάντιμιρ Ναμπόκοφ), Ισμαήλ Φερίκ πασάς (Ρέα Γαλανάκη), Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα (Άλκη Ζέη), Underground ή ένας ήρωας του καιρού μας (Βλάντιμιρ Μακάνιν), Ο μετρ και η Μαργαρίτα (Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ), Η τύφλωση (Ελίας Κανέτι), Η Μικρά Αγγλία (Ιωάννα Καρυστιάνη), Ο φύλακας στη σίκαλη (Τζ. Ντ. Σάλιντζερ), Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ (Χόρχε Σεμπρούν), Ο Ξένος (Αλμπέρ Καμύ)…

Μα πάνω απ’ όλα, το «ευαγγέλιό» μου είναι το Κουτσό του αθάνατου Χούλιο Κορτάσαρ στην εξαιρετική μετάφραση του Κώστα Κουντούρη.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα τα διηγήματα του Μπόρχες. Οι Δουβλινέζοι του Τζόυς, Οι φωνές του Μαρακές του Κανέτι, Οι τρεις γυναίκες του Μούζιλ, ο Μπιντές του Μάριου Χάκκα, τα κομψοτεχνήματα του Ηλία Παπαδητρακόπουλου και του Ε. Χ. Γονατά και φυσικά, ο μέγιστος Βυζιηνός.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Μισέλ Φάις και ο Χρήστος Χρυσόπουλος για τη δύναμη του λόγου, το χειρισμό της γλώσσας, τον πλούτο του λεξιλογίου τους και τη συνολική θεματολογία και διατύπωση των έργων τους, που αποφεύγουν επίμονα να κολακέψουν το ευρύ κοινό και τις αδυναμίες του και δεν κυνηγούν τη σφραγίδα «ευπώλητο».

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πριν από μερικά χρόνια, κάποιοι άνθρωποι αποφάσισαν να αφήνουν βιβλία σε δημόσιους χώρους, για να τα παίρνει και να τα διαβάζει δωρεάν όποιος ήθελε. Με συγκίνηση λοιπόν είδα σε σχετικό ρεπορτάζ του «Ταχυδρόμου», μια φωτογραφία με το Βαλσαμωμένο Γάτο μου στην αγκαλιά ενός αγάλματος κοντά στις στήλες του Ολυμπίου Διός. Η συνάντηση ενός μαρμάρινου αγάλματος κι ενός βαλσαμωμένου γάτου θα συγκινούσε άλλωστε κάθε σουρεαλιστή. Μόνο που μελαγχόλησα όταν σκέφτηκα τη βροχή. Τα βιβλία είναι σαν τις γάτες, φοβούνται το νερό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας; Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής;

Γράφω στο σπίτι, σε κάποιο σπίτι, ποτέ σε ανοιχτό χώρο ή σε μέρη απ’ όπου είμαι περαστικός. Πρέπει να υπάρχει ησυχία, όσο το δυνατόν λιγότεροι περισπασμοί (κυρίως ηχητικοί), λιγότερα τηλεφωνήματα, λιγότερες υποχρεώσεις, λιγότερο άγχος καθημερινής ενασχόλησης με τα τετριμμένα, αλλά αναγκαία. Το γράψιμο είναι μεγάλη πολυτέλεια· γι’ αυτό και οι πραγματικά μεγάλοι συγγραφείς ήταν απίστευτα εγωιστές: έπρεπε να εξασφαλίσουν πάση θυσία τους όρους αυτής της πολυτέλειας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν παγιδεύω· παγιδεύομαι. Κάποιες σκέψεις έρχονται και ξανάρχονται ώσπου μου γίνονται έμμονη ιδέα. Τότε μόνο αξίζει να γράψει κανείς· όταν έχει πράγματι κάτι να πει, δηλαδή όταν τον καίει κάτι. Γενικώς, μαζεύω στοιχεία, κυρίως αποσπάσματα, φράσεις, εντυπώσεις από αναγνώσματα (βιβλία, εφημερίδες κι άλλα έντυπα), τα καταγράφω σε τετράδια και ξέρω ότι κάποτε θα τα χρησιμοποιήσω ως μαγιά ή τσιμέντο και τούβλα για το χτίσιμο ενός βιβλίου. Και το χτίσιμο αυτό, όταν δεν γίνεται στη σιωπή, συνοδεύεται από κλασική μουσική, μια μουσική που διαστέλλει το χρόνο και δεν τον περιορίζει, μια μουσική που δεν έχει λόγια. Βρίσκω ότι τα λόγια, ακόμα κι αν είναι σε ξένη γλώσσα, απασχολούν ένα κομμάτι του μυαλού, το οποίο εμένα προφανώς δεν μου περισσεύει.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά.  

Από τα πρωτόλεια διηγήματα της συλλογής Συλλέκτης Αποκομμάτων (1986) ξεχωρίζω το ομώνυμο τελευταίο διήγημα, που αναφέρεται στην κλοπή ενός βιολιού Στραντιβάριους από ένα λάτρη της μουσικής. Τα υπόλοιπα ήταν νεανικές απόπειρες ανεύρεσης ύφους και προσανατολισμού και ως τέτοια δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Ο Βαλσαμωμένος Γάτος (1988) είναι μια νουβέλα για τον αποχαιρετισμό ή τη δυσκολία αποχαιρετισμού (της ζωής, των πραγμάτων που αγάπησε κανείς, και τελικά ενός προσφιλούς συγγενικού προσώπου). Όλα αυτά προκύπτουν από την αφήγηση δύο γυναικών: μιας γηραιάς κυρίας και μιας φοιτήτριας που της κρατάει κάποιες ώρες την εβδομάδα συντροφιά. Οι κουβέντες και οι σκέψεις των δύο ηρωίδων εναλλάσσονται στα 24 κεφάλαια του βιβλίου, μέχρι την τραγική κορύφωση του τέλους, όπου φαίνεται πως ακόμα κι ό,τι έχει «βαλσαμώσει» κανείς, δεν μένει για πάντα – η ζωή συνεχίζει αμείλικτη, αδιάφορη, ανεπηρέαστη το δρόμο της (κι ευτυχώς!).

Το Ελληνικό Σταυρόλεξο (2000) είναι ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στην περίοδο ανάμεσα στις δύο δικτατορίες: του Μεταξά και του Παπαδόπουλου. Ένας δημοσιογράφος ψάχνει στο αρχείο της εφημερίδας στοιχεία για τις ταραγμένες αυτές δεκαετίες που έζησε ο πατέρας του. Το ζήτημα εδώ είναι πώς αντιλαμβάνονται σημαντικά γεγονότα της Ιστορίας όσοι όχι μόνο δεν συμμετείχαν σε αυτά, αλλά δεν τα άκουσαν κι από πρώτο χέρι, οπότε έμαθαν ό,τι έμαθαν μέσα από βιβλία και εφημερίδες. Εκείνο που εντυπωσιάζει τον ήρωα δημοσιογράφο (και αναγνώστη των ιστορικών τεκμηρίων) είναι ο τρόπος που λέγονταν τότε τα πράγματα και τελικά η μετατόπιση του νοήματος των λέξεων μέσα στο χρόνο. Παράδειγμα: στη δεκαετία του ’40 και του ’50 η λέξη «εκτελεστικό» σήμαινε αυτόματα «απόσπασμα», ενώ μετά το ’80 σημαίνει «γραφείο του ΠΑΣΟΚ».

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τελευταίο βιβλίο που έγραψα είναι το μυθιστόρημα Το ρολόι της σκιάς (2004), που αναφέρεται στην περίοδο από τη Γαλλική μέχρι την Ελληνική Επανάσταση, δηλαδή 1789-1821, αλλά και λίγο πριν και λίγο μετά. Εδώ ένας συμβολαιογράφος ερασιτέχνης «ιστορικός», φτιάχνει το χρονικό μιας οικογένειας με αφορμή κάποια οικογενειακά κειμήλια που του εμπιστεύεται ένας στενός φίλος του. Κεντρικοί ήρωες είναι ένας ευπατρίδης των Κυθήρων, που ως πρόξενος των μεγάλων δυνάμεων της εποχής άλλαζε στρατόπεδα (Άγγλοι – Γάλλοι), μένοντας όμως πιστός στις ιδέες του Διαφωτισμού και το όραμα μιας ελεύθερης Ελλάδας, κι ένας Κορσικανός αξιωματικός του γαλλικού ναυτικού, ο οποίος μετά την ήττα του Ναπολέοντα εγκαθίσταται οικογενειακά στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και μετά την ανεξαρτησία της ιδρύει την πρώτη Σχολή εκμάθησης της ναυτικής τέχνης. Το μυθιστόρημα αυτό ήθελε να είναι μια αντίδραση στην ελληνορθόδοξη λατρεία των «ανατολίτικων» ιδεωδών, που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια σε μεγάλη μερίδα της διανόησης. Με δυο λόγια: ο Αριστοτέλης και ο Χάμπερμας, ο Τσιτσάνης και ο Μπαχ, ο Παπαδιαμάντης και ο Προυστ, ο Χαλεπάς και ο Ροντέν ή ο Παρθένης και ο Βαν Γκογκ μπορούν μαζί σε κάνουν απείρως πλουσιότερο απ’ ό,τι αν απορρίπτεις τους μισούς, χωρίζοντάς τους σε δυτικούς και ανατολικούς.

Πώς βιοπορίζεστε;

Πολλά χρόνια έκανα τον δικηγόρο. Κάποια στιγμή διαπίστωσα την απόσταση που χωρίζει το «κάνω» από το «είμαι» δικηγόρος κι έτσι στράφηκα στη μετάφραση λογοτεχνικών έργων από τα αγγλικά και τα γαλλικά. Η αλλαγή αυτή ήταν επιζήμια οικονομικά, αλλά σωτήρια ψυχολογικά. Άλλωστε, η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα, που λέει και το τραγούδι.

Ασχοληθήκατε με την κριτική λογοτεχνίας. Εργαζόσασταν με συγκεκριμένο τρόπο; Σας έκλεβε συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο.;

Επί δύο χρόνια έγραφα παρουσιάσεις, όχι κριτικές (δεν έχω την απαιτούμενη σκευή) ξένων μυθιστορημάτων στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας. Η παρακολούθηση των πρόσφατων εκδόσεων, η επιλογή βιβλίου, η ανάγνωσή του και το γράψιμο της εκτενούς παρουσίασης απαιτούσαν δυσανάλογα πολύ χρόνο σε σχέση με την πενιχρή αμοιβή που μπορεί να καταβάλει μια εφημερίδα για τέτοιου είδους κείμενα. Έτσι, όταν βιοπορίζεται κανείς από το λόγο, αναγκάζεται να κάνει τις επιλογές του και με αυτό το κριτήριο. Από την άλλη, ο συγγραφικός χρόνος είναι ένα ιδιαίτερα ασταθές μέγεθος, άλλοτε αφόρητα πιεστικό και απαιτητικό κι άλλοτε ανύπαρκτο ή μάλλον εν υπνώσει. Σίγουρα, όσο περισσότερο διαβάζει ένας συγγραφέας τους σπουδαίους ομοτέχνους του, τόσο περισσότερα κερδίζει. Απλώς δεν ξέρει ποτέ πώς και πότε αυτό το κέρδος θα μετουσιωθεί σε έργο.

Ασχολείστε επισταμένα με την μετάφραση λογοτεχνίας. Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η μετάφραση είναι μεγάλο σχολείο, που σου δίνει πολύτιμα μαθήματα λόγου, ιδίως όταν ο συγγραφέας του πρωτοτύπου είναι όντως σπουδαία πένα. Εξάλλου, ο μεταφραστής είναι, όπως λένε, ο καλύτερος αναγνώστης ενός βιβλίου, άρα παίρνει και περισσότερα.

Ποιο ήταν το βιβλίο που σας παίδεψε περισσότερο από μεταφραστική άποψη και ποιο απολαύσατε περισσότερο;

Ένα και το αυτό: η Ακακία του νομπελίστα Κλοντ Σιμόν. Ένα συγκλονιστικό εν πολλοίς αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, όπου το βίωμα μεταφέρεται μέσω ενός ιδιόμορφου μακροπερίοδου λόγου, δίνοντας στον αναγνώστη μια πραγματικά νέα εμπειρία χρονικής (και γλωσσικής) ροής. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα στους απαιτητικούς αναγνώστες, όπως και το Τραμ του ίδιου συγγραφέα από τον ίδιο μεταφραστή, αλλά και το Δρόμο της Φλάνδρας σε μετάφραση Πατρ. Βελλιανίτη και Π. Παπαδόπουλου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Θα έλεγα ότι η δική μου γενιά, οι γεννημένοι στη δεκαετία του ’50, αλλά και μετά, σημαδεύτηκε από το Δέντρο και τη Λέξη. Θαυμάζω την επιμονή και την υπομονή των φίλων (Μαυρουδής-Γουδέλης και Φωστιέρης-Νιάρχος) που τα εκδίδουν. Έχουν προσφέρει βήμα σε πολλούς νέους και δεν έχουν αφήσει να ξεχαστούν πολλοί «παλιοί». Εδώ και δεκαετίες ανακατεύουν γόνιμα τα νερά της λογοτεχνίας, που έχουν την τάση να λιμνάζουν, προσφέρουν υψηλής ποιότητας πολιτιστικό προϊόν και –το σημαντικότερο– δημιουργούν καινούργιους αναγνώστες. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα έγραφα για τον Αλκιβιάδη. (Έχω γράψει ήδη ένα διήγημα με τίτλο Η ευθύγραμμη πτήση του ορτυκιού, που δημοσιεύτηκε στα Νέα στις 30.8.2008 – το αναφέρω γιατί μπορεί όποιος θέλει να το βρει στο Ίντερνετ). Αν διαβάσει κανείς αυτά που έχουν γραφτεί για τη ζωή του, θα ανακαλύψει πολλά χαρακτηριστικά του σύγχρονου Έλληνα και μαζί μια απόδειξη της συνέχειας της φυλής, για την οποία ερίζουν πολλοί: υπερφίαλος, εγωπαθής, ασταθής, μεγαλομανής, πανούργος, ικανότατος, είρωνας, δημαγωγός, καλοπερασάκιας, αποφασιστικός, ριψοκίνδυνος…

Πώς και δεν γράψατε ποίηση;

Αν αληθεύει αυτό που λένε, ότι δηλαδή όλοι οι Έλληνες γράφουν ποίηση, τότε φαίνεται πως δεν είμαι αρκετά Έλληνας.

Αν με ρωτούσατε πού αποδίδω την συγγραφική σιωπή σας (όσον αφορά κάποιο μυθιστόρημα) θα έλεγα στην αναμονή ενός λόγου που περιμένει την πλήρη απόσταξή του για να γραφτεί, σε συνέπεια και με την ποιότητα των προηγούμενων (βιβλίων). Πόσο μέσα ή έξω έπεσα;

Εντελώς μέσα! Υπάρχει βέβαια και ο παράγοντας του βιοπορισμού, ο οποίος τα τελευταία χρόνια δεν μου επιτρέπει την πολυτέλεια που λέγαμε παραπάνω.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Δυστυχώς μόνο ό,τι μεταφράζω. Ύστερα από δέκα-δώδεκα ώρες καθημερινής ενασχόλησης (και τα Σαββατοκύριακα) με τη μετάφραση, το μόνο που μπορώ να κάνω μετά είναι να αποβλακώνομαι μπροστά στην τηλεόραση, αυτόν τον αμείλικτο εχθρό της λογοτεχνίας.

Τι γράφετε τώρα;

Αυτό τον καιρό τίποτα. Όσο ζω όμως, ελπίζω. 

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε;

Λένε πως η ζωή ξεπερνάει τη λογοτεχνία. Ποια είναι η γνώμη σας;

Ε, απαντήστε την!

Για να γράψεις πρέπει να έχεις ζήσει. Όταν γράφεις πρέπει να μη ζεις. Γράφοντας όμως ζεις μια δεύτερη ζωή.

Αυτά και σας ευχαριστώ για το χώρο που μου διαθέσατε.