Primo Levi – Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος

Όταν τελ0383_LEVI-ANTHRWPOS NEOειώσαμε, ο καθένας έμεινε στη γωνιά του. Χωρίς να τολμάμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλον. Δεν έχουμε καθρέφτη για να δούμε το πρόσωπό μας, αλλά ο καθρέφτης βρίσκεται απέναντι μας, η όψη μας αντανακλάται σε εκατό μελανιασμένα πρόσωπα, σε εκατό ρυπαρές και αξιοθρήνητες μαριονέτες. Μεταμoρφωθήκαμε ήδη σε φαντάσματα, σαν εκείνα που είδαμε χθες. [σ. 30]

Αν τα μεγάλα έργα γεννιούνται σχεδόν πάντα από εμπειρίες και ανάγκες που υπερβαίνουν την καθαρή λογοτεχνία και από τις προκλήσεις μιας πραγματικότητας όπου κρίνεται το νόημα της ύπαρξης, όπως γράφει ο Κλαούντιο Μάγκρις, τότε αναμφίβολα σε αυτά ανήκει και το παρόν βιβλίο. Εδώ μια μετριοπαθής μαρτυρία διηγείται την αθλιότητα και το μεγαλείο της ζωής σε συνθήκες απόλυτα ακραίες. Χωρίς πάθος και χωρίς μίσος, η γυμνή αλήθεια των γεγονότων αναβλύζει αβίαστα από την γραφή μην αφήνοντας την αδιανόητη εμπειρία της φυσικής και ηθικής εξουθένωσης να παραμορφώσει την ανθρώπινη ύπαρξη του συγγραφέα.

primo_levi__Ο Πρίμο Λέβι στάλθηκε στο Άουσβιτς μαζί με άλλους εξακόσιους σαράντα εννιά ανθρώπους τον Φεβρουάριο του 1944 και ήταν ο ένας από τους τρεις μοναδικούς επιζώντες μέχρι την απελευθέρωσή τους τον Ιανουάριο του 1945. Ο μοναδικός τρόπος να διαχειριστεί τις μνήμες εκείνου του μηδενικού έτους ήταν η γραφή αυτού του βιβλίου, που ολοκληρώθηκε σε λίγους μήνες μετά την επιστροφή του. Μερικοί μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι το απέρριψαν, ώσπου έγινε δεκτό το 1947 από έναν μικρότερο και τυπώθηκε σε 2.500 αντίτυπα, αλλά μετά ο οίκος έκλεισε και το βιβλίο έπεσε στη λήθη. Ο Λέβι αντιλαμβάνεται ότι εκείνα τα μεταπολεμικά χρόνια, αρνούνταν να επιστρέψουν στην ανάμνηση μιας βασανιστικής εποχής που μόλις είχε τελειώσει. Τελικά το βιβλίο ξανατυπώθηκε από τις εκδόσεις Einaudi το 1956.

Κάποιος, πολύ καιρό πριν, έγραψε ότι τα βιβλία, όπως οι άνθρωποι, έχουν το δικό τους πεπρωμένο, απρόβλεπτο, διαφορετικό από αυτό που επιθυμούσαμε και αναμέναμε… Γράφω αυτό που δεν θα μπορούσα να πω σε κανέναν. Ήταν τόσο επιτακτική μέσα μας η ανάγκη να διηγηθούμε, που άρχισα να γράφω το βιβλίο εκεί, σ’ εκείνο το γερμανικό εργαστήριο γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορούσα με κανέναν τρόπο να φυλάξω τις σημειώσεις που μουντζούρωνα, όπως όπως, θα έπρεπε αμέσως να τις καταστρέψω, γιατί η τυχόν αποκάλυψή τους θα μου κόστιζε τη ζωή. [σ. 211]

Pantheon_PrimoΟ συγγραφέας ήταν εικοσιτεσσάρων χρόνων όταν συνελήφθη ως «Ιταλός πολίτης εβραϊκής φυλής» και κλείστηκε σ’ ένα στρατόπεδο στη Μόντενα. Η αναγγελία του εκτοπισμού εκεί τους βρήκε όλους απροετοίμαστους· ελάχιστοι αφελείς και ονειροπόλοι συνέχιζαν πεισματικά να ελπίζουν αλλά σύντομα ο καθένας αποχαιρετούσε την προηγούμενη ζωή του με τον δικό του τρόπο: άλλοι προσευχήθηκαν, άλλοι μέθυσαν και άλλοι βυθίστηκαν για τελευταία φορά σ’ ένα ακατονόμαστο πάθος. Κι ύστερα… Η αυγή μας ξάφνιασε σαν προδοσία…Ο χρόνος της περισυλλογής και των αποφάσεων έκλεισε και κάθε λογική σκέψη διαλυόταν…Το ανέφικτο της απόλυτης ευτυχίας είναι κάτι που αργά ή γρήγορα όλοι ανακαλύπτουν στη ζωή, αλλά σπάνια εμβαθύνει κανείς στο ανέφικτο της απόλυτης δυστυχίας. Οι ίδιες οι υλικές φροντίδες που δηλητηριάζουν την διαρκή ευτυχία, είναι που μας αποσπούν αδιάκοπα από τη σκέψη της δυστυχίας, γράφει ο Λέβι. Εκείνη η απόλυτη δυστυχία τον περίμενε στο Άουσβιτς.

Τότε, για πρώτη φορά, συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένoι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμαστε στον πάτο. Πιο κάτω δε γίνεται να πάμε: δεν μπορούμε να σκεφτούμε αθλιότερη ύπαρξη από τη δική μας. Τίποτα πια δεν μας ανήκει: μας στέρησαν τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά μας· εάν μιλήσουμε δεν θα μας ακούσουν, και εάν μας άκoυγαν δεν θα μας καταλάβαιναν. Θα μας στερήσουν και τ’ όνομά μας: κι αν θέλουμε να το κρατήσουμε, θα πρέπει να βρoύμε τη δύναμη μέσα μας, τη δύναμη να το σώσουμε και μαζί μ’ αυτό να σώσουμε κάτι από μας, απ’ αυτό που υπήρξαμε. [σ. 30]

SequestoΗ θερμή του υποδοχή του βιβλίου από μαθητές και καθηγητές ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες του εκδότη και του ίδιου του συγγραφέα Εκατοντάδες μαθητές από όλη την Ιταλία τον προσκάλεσαν να μιλήσει γι’ αυτό κι εκείνος το αποδέχτηκε ως μια τρίτη του ιδιότητα, εκτός από εκείνη του χημικού και του συγγραφέα. Και ακριβώς όλες οι ερωτήσεις των παιδιών κωδικοποιήθηκαν στο πολύτιμο επίμετρο του βιβλίου. Πρόκειται για ένα δεύτερο συγκλονιστικό κείμενο που αντικαθρεφτίζει με άλλο τρόπο την ουσία του μυθιστορήματος.

Στην ερώτηση για ποιο λόγο δεν εκφράζει μίσος, μνησικακία ή επιθυμία εκδίκησης εναντίον των Γερμανών, και αν τους έχει συγχωρήσει, ο Λέβι απαντάει: όλα αυτά αποτελούν πρωτόγονα αισθήματα που δεν έχουν σχέση με τη λογική· ακόμα, αποτελούν ατομικά συναισθήματα, που στρέφονται εναντίον ενός ανθρώπου. Οι διώκτες του όμως δεν είχαν ούτε πρόσωπο ούτε όνομα. Είναι γνωστή η επιμέλεια με την οποία η ναζί απέφευγαν κάθε άμεση επαφή με τους σκλάβους τους. Πώς να μισήσει λοιπόν κανείς ένα πλήθος φαντασμάτων;

primoleviΟύτως ή άλλως ο φασισμός παρέμεινε παρών αλλά κρυμμένος· προετοίμαζε την αλλαγή του για να εμφανιστεί ξανά με καινούργιο πρόσωπο. Σ’ εκείνες της συνθήκες σιωπής, επιείκειας και συνενοχής, ο Λέβι αισθάνθηκε τον πειρασμό του μίσους, αλλά ακριβώς η μη φασιστική νοοτροπία του και η πίστη στη λογική, το δίκαιο και τον διάλογο υπερίσχυε κατά κράτος. Αυτός ήταν και ο λόγος που το ύφος του βιβλίου ήταν αυτό της νηφάλιας και συγκρατημένης μαρτυρίας παρά κάποια οργισμένη ή μεμψίμοιρη γραφή. Όμως η απουσία καταδικαστικής κρίσης δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως άφεση αμαρτιών. Ο συγγραφέας δεν συγχώρεσε ποτέ κανέναν από τους υπαίτιους.

LeviΣτα αγκάθινα ερωτήματα αν οι Γερμανοί και οι Σύμμαχοι γνώριζαν και, ακόμα, πώς έγινε δυνατή μια γενοκτονία στην καρδιά της Ευρώπης χωρίς να το πληροφορηθεί κανείς ο Λέβι απαντά, μεταξύ άλλων, ότι σε ένα αυταρχικό κράτος εκείνης της εποχής η πληροφορία μπορούσε να εξαλειφθεί και η εξουσία να επιβάλει την μία και μοναδική «αλήθεια». Η διατήρηση κλίματος τρόμου ανάμεσα στον γερμανικό λαό και η πλήρης μυστικότητα σαφώς έπαιξαν τον ρόλο τους. Κι όμως, δεν υπήρχε ούτε ένας Γερμανός που να μη γνώριζε την ύπαρξη των στρατοπέδων. Εκατομμύρια παρακολούθησαν με αδιαφορία, περιέργεια ή αποστροφή, κάποτε και με ευχαρίστηση, τις εκτός στρατοπέδων ταπεινώσεις των Εβραίων. Η πλειονότητα των Γερμανών δεν ήξερε γιατί δεν ήθελε να ξέρει, ή επέλεξε να μην ξέρει. Και ο γερμανικός λαός στο σύνολό του, δεν επιχείρησε καν να αντισταθεί· σχημάτιζε δε την πεποίθηση ότι δεν γνωρίζει, συνεπώς δεν είναι συνεργός σε ό,τι συνέβαινε έξω από την πόρτα του.

FEDIZ_L00001Στο επίμετρο περιλαμβάνονται οι εκτενείς απαντήσεις του συγγραφέα σε οκτώ θεμελιώδεις ερωτήσεις των παιδιών, ένα κείμενο του συγγραφέα (Η μαύρη τρύπα του Άουσβιτς. Πολεμική στους Γερμανούς Ιστορικούς), μια συνέντευξή του στον Philip Roth και το σύντομο δοκίμιο του Claudio MagrisΈπος και μυθιστόρημα στον Primo Levi. Στο προαναφερθέν κείμενο ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ταύτιση εβραϊσμού και μπολσεβικισμού, έμμονη ιδέα του Χίτλερ, στερούνταν αντικειμενικής βάσης (κυρίως στη Γερμανία, όπου εμφανώς η πλειονότητα των Εβραίων ανήκε στην αστική τάξη) και ότι το Άουσβιτς εμφανώς στηρίχτηκε σε μια ιδεολογία διαποτισμένη από ρατσισμό. Εάν η Γερμανία του σήμερα υπολογίζει στη θέση που της αξίζει ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη δεν μπορεί και δεν πρέπει να απαλύνει την ενοχή του παρελθόντος.

primolevi1Μένει ένα βιβλίο, που όπως έγραψε ο ίδιος ο Λέβι, δεν προσθέτει τίποτα σε όσα ήδη είναι γνωστά, ούτε γράφτηκε με σκοπό να διατυπώσει ένα νέο κατηγορητήριο, αλλά για να προσφέρει στοιχεία για μια νηφάλια μελέτη των διαφορετικών όψεων της ανθρώπινης φύσης, και ιδίως των συνεπειών της αντίληψης ότι «κάθε ξένος είναι εχθρός». Ούτως ή άλλως, η πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος, γράφει ο Μάγκρις, ίσως να μην επιτρέπει κανένα μυθιστόρημα, γιατί είναι σε τέτοιο βαθμό απίστευτη ώστε δεν μπορεί να προσκαλέσει τη λογοτεχνία η οποία θα θέλει να την επινοήσει ξανά στη φαντασία παρά να τη γράψει στη γυμνή επικότητά της.

Εκδ. Άγρα, 2009 (Α΄ εκδ. 1997, Β΄ εκδ. 2007), μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, σελ. 275. Περιλαμβάνεται, εκτός των προαναφερθέντων, και εργοβιογραφία του συγγραφέα [Primo Levi, Se questo è un uomo, 1947].

Σημ.  Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με τις καταθέσεις και τις διαφορετικές απόψεις του επίσης έκλειστου σε ναζιστικό στρατόπεδο και επίσης αυτόχειρα Jean Amery στο βιβλίο του Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση.

Βέρνερ Βάλντμαν – Βιρτζίνια Γουλφ. Ιδιοφυής και μόνη

1Το δικό της δωμάτιο

Γι’ αυτό κι εγώ θα σας ζητούσα να γράψετε κάθε είδους βιβλία, μη διστάζοντας μπροστά σε κανένα θέμα, όσο ασήμαντο ή όσο τεράστιο κι αν σας φανεί. Ελπίζω πως θα μπορέσετε να βρείτε με οποιοδήποτε μέσο αρκετά χρήματα για να ταξιδέψετε και να τεμπελιάσετε, να συλλογιστείτε το μέλλον ή το παρελθόν του κόσμου, να ονειροπολήσετε πάνω σε βιβλία και να χαζέψετε στις γωνιές των δρόμων και να ρίξετε την πετονιά της σκέψης βαθιά μέσα στο ποτάμι. Γιατί δε σας περιορίζω με κανένα τρόπο στην πεζογραφία. [σ. 169]

Η ανάγνωση τόσο των παραπάνω φράσεων από το βιβλίο της Γουλφ Ένα δικό σου δωμάτιο όσο πλήθος άλλων αποσπασμάτων από τα έργα της αποκτά διαφορετική σημασία και περιεχόμενο, ανάλογα με τον κόσμο που επιλέγουμε κάθε φορά να φωτίζουμε μέσα στον σπάνιο βίο της. Η ιέρεια ενός ατόλμητου μοντερνισμού υπήρξε ταυτόχρονα και η μοναχικότατη θεραπαινίδα της δημιουργίας, η αδάμαστη συνειδητή θηλυκότητα βάδισε δίπλα στον εύθρυπτο ψυχισμό της, η αγωνιούσα πολιτική αγωνίστρια συνυπήρξε με την αναζητήτρια και την αποστρεφόμενη τον έρωτα.

5Τον Σεπτέμβριο του 1940 η Βιρτζίνια δούλευε ακόμα πάνω στο τελευταίο της μυθιστόρημα Ανάμεσα στις πράξεις. Μια διπλή προσπάθεια: από τη μια οι αιώνιες αγωνίες της, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στη μέγιστη έξαψη και στη βαθιά κατάθλιψη, η οποία, κάθε φορά που τελείωνε ένα βιβλίο, έπαιρνε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις και την έριχνε στις αβύσσους· από την άλλη πλευρά ο πόλεμος που ενίσχυε την ψυχοσωματική της επιβάρυνση. Τα θλιβερά ερείπια των παλιών μου χώρων, γκρεμισμένα· τα παλιά κόκκινα τούβλα, όλα τους άσπρη σκόνη […], όλη η τελειότητα ερημωμένη και ρημαγμένη.

3 virginia_woolf_by_keyworkdove-d38yqveΑν ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ράγισε για την ίδια και τόσους άλλους το προσωπείο κάθε ανθρώπινης αρμονικής συνύπαρξης, ο Μεγαλύτερος Πόλεμος άρχισε να γκρεμίζει τα τελευταία εναπομείναντα θεμέλιά της. Η Γουλφ πάντα είχε  ζωηρό ενδιαφέρον για την πολιτική – κάτι που δεν υποψιάζεται κανείς διαβάζοντας τα μυθιστορήματά της – και μισούσε τη βία οποιασδήποτε μορφής, ιδίως τη ραφιναρισμένη και συγκαλυμμένη βία της κοινωνίας, που επέβαλλε στους ανθρώπους ένα ξένο τρόπο ζωής. Τώρα η συντριβή ήταν πολύ μεγαλύτερη. Ο σύζυγός της Λέοναρντ ήταν και Εβραίος και σοσιαλιστής και εύκολα μπορούσαν να φανταστούν τις τους περίμενε, γι’ αυτό και αμφότεροι μιλούσαν εντελώς ανοιχτά για αυτοκτονία σε περίπτωση εισβολής του εχθρού.

Virginia WoolfΗ ιδιάζουσα στράτευση της Γουλφ είναι μία μόνο από τις πολλαπλάσιες πλευρές της πολλαπλής προσωπικότητάς της, πλευρές που όλες ανεξαιρέτως διαπερνά πυκνά, σύντομα και αρκούντως διεισδυτικά Γερμανός βιογράφος (γεν. 1944, παλαιότερα σεναριογράφος στη Βαυαρική Ραδιοφωνία, επιμελητής εκδόσεων και μονογράφος των αδελφών Μπροντέ, νυν στέλεχος σε διεθνή όμιλο μέσων μαζικής ενημέρωσης). Απέναντι στις λεπτομερείς, εξαντλητικές και εξονυχιστικές βιογραφίες που καταγράφουν τα πάντα για τον συγγραφέα, την οικογένεια και το περιβάλλον του, ο Βάλντμαν προτίμησε το δρόμο της πυκνής, περιεκτικής αλλά σε κάθε περίπτωση ολικής κατόπτευσης του προσωπικού και συγγραφικού βίου, συχνά αφήνοντας την ίδια τη συγγραφέα να συμπληρώσει τα κενά που επίτηδες δημιουργεί η δική του εξιστόρηση, δίνοντας χώρο σε πλήθος κειμένων της, που έχουν ακριβώς επιλεχθεί ώστε να μιλούν από μόνα τους στην εκάστοτε περίσταση.

2Κάποιες φορές φοβάμαι τον εαυτό μου, άλλες φορές πάλι σκέφτομαι ότι κανείς δεν μπορεί να νιώσει ακριβώς όπως κάποιος άλλος άνθρωπος, έγραφε σ’ ένα από τα αμέτρητα Γράμματά της, και η θέση της εξομολόγησης στο νέο κείμενο δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς ξεφυλλίζεται η ζωή της από τις νεαρότατες μέρες  που ελκύθηκε από την Γλώσσα, μαγεύτηκε από τους ήχους της, απορροφήθηκε από τις συλλαβές της, μιμήθηκε τις προφορές της. Ακολούθησαν τα προσωπικά της μανιφέστα για την απελευθέρωση της γυναίκας από την κυριαρχία του άντρα – A Room of One’s Own  (1929), Three Guineas (1938) –, και η μέγιστη συμπάθεια προς τις γυναίκες, κυρίως για την περιφρόνηση  τους προς τις κοινωνικές συμβατικότητες αλλά και για την πληρότητά τους. Η συγγραφέας ένιωθε πιο κοντά στις γυναίκες, γεγονός που ενδεχομένως μπορεί να γίνει εν μέρει κατανοητό ως αποτέλεσμα μιας πολύ έντονης προσκόλλησης στη μητέρα της. Μέχρι τα σαράντα, όπως είχε πει, την καταδίωκε η παρουσία της · ίσως αναζητούσε τη μητρική στοργή, την αίσθηση της σιγουριάς, που την έβρισκε πιο εύκολα στην επαφή με τις γυναίκες παρά με τους άνδρες. Η σεξουαλική πράξη δεν της πρόσφερε καμία απόλαυση, αντιθέτως της προκαλούσε απέχθεια.

virginia_woolf1Σε μια άλλη πλευρά, η Γουλφ έγραψε ως ανήσυχη της φόρμας και δαιμόνια της πρωτότυπης εξιστόρησης, αποθεώτρια της λεπτομέρειας και ρέουσα της αεικίνητης συνείδησης, που ρέει όπως Τα κύματα, που ευτύχησαν να έχουν το ολόδικό τους βιβλίο και ακατάπαυστα να ηχούν μέχρι σήμερα. Από τα πάμφωτα, ευτυχή παιδικά καλοκαίρι στην Κορνουάλη και την πνευματική διέγερση της ατμόσφαιρας του Μπλούμσμπερι μέχρι την αναζήτηση κάθε φωτός Στο Φάρο και κάθε φύλου στο Ορλάντο, η πορεία της έρευσε ως το γειτονικό της ποτάμι το 1941 και την αποχώρηση από τα γήινα τετριμμένα, αφού έγραψε στον φύλακα – άγγελό της Λέοναρντ Γουλφ:

VWLΠολυαγαπημένε, νιώθω στα σίγουρα ότι τρελαίνομαι ξανά. Νομίζω ότι δεν αντέχουμε νε περάσουμε μια τέτοια φριχτή περίοδο για μία ακόμα φορά. Και αυτή τη φορά δεν θα ξαναγίνω καλά. Ακούω φωνές και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Γι’ αυτό κάνω ό,τι μου φαίνεται καλύτερο σε αυτές τις συνθήκες. Μου χάρισες τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία. Ήσουν για μένα όλα όσα μπορεί να είναι κάποιος για ένα άλλο. Δεν πιστεύω ότι δυο άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι – μέχρι που ήρθε η φριχτή αρρώστια. Δεν μπορώ να την πολεμήσω άλλο. Ξέρω ότι καταστρέφω τη ζωή σου κι ότι χωρίς εμένα θα μπορούσες να δουλέψεις. Και ξέρω ότι θα το κάνεις. […] Αν κάποιος θα μπορούσε να με σώσει, αυτός θα ήσουν εσύ. Όλα, εκτός από τη βεβαιότητα για τη δική σου καλοσύνη με έχουν εγκαταλείψει. Δεν μπορώ να καταστρέφω άλλο τη ζωή σου. Δεν πιστεύω ότι δύο άνθρωποι θα  μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι απ’ όσο ήμασταν εμείς. [σ. 181]

Εκδ. Μελάνι, 2008, μτφ. Μαρίνα Μπαλάφα, επιμ. Πελαγία Τσινάρη, σελ. 200 με χρονολόγιο, μαρτυρίες (Ε.Μ. Φόρστερ, Βάλτερ Γιενς, Γκύντερ Μπλέκερ, Κρίστοφερ Ίσεργουντ, Ελίζαμπεθ Μπόουεν, κ.ά.) και βιβλιογραφία [8+8+2 σελίδες] καθώς και γυαλιστερό δεκαεξασέλιδο με μαυρόασπρες φωτογραφίες [Werner Waldmann, Virginia Wolf, 1983/2006].