(δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015)

Page1

Αφιέρωμα Θεσσαλονίκη

Οι βιτρίνες στις κεντρικές λεωφόρους, πολύχρωμες και φωτισμένες, εκβιάζουν κάποια συναισθηματική απήχηση, σαν τα θαυμαστικά που συνοδεύουν τα διαδικτυακά μηνύματα. Όμως οι εκπλήξεις καιροφυλακτούν αλλού, συνήθως στους στενούς δρόμους σαν την Αρμενοπούλου, όπου η εγγύτητα με το αντικρινό μπαλκόνι δημιουργεί αυθόρμητη οικειότητα με τους παππούδες και τις γιαγιάδες που γδύνονται χωρίς προφυλάξεις…

…γράφουν οι Αλεξάνδρα Κατσιάνη και Θανάσης Χονδρός, πάντα με τέσσερα χέρια, όπως τους μάθαμε χρόνια μέσα από συναυλίες και παραστάσεις, δίσκους και κασέτες, κείμενα και εκδόσεις και κυρίως απρόβλεπτες παρεμβάσεις και χάπενινγκ που μας έκαναν να δούμε αλλιώς την πόλη. Μια τέτοια εμπειρία από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 περιγράφουν μεταξύ άλλων στο απόλυτα Θεσσαλονίκειο τεύχος του περιοδικού: Πολλές πιλοτές χάσκουν σαν ξεδοντιασμένα στόματα αχρησιμοποίητες. Σε μια τέτοια πιλοτή το 1985 παρουσιάσαμε τις «Συνήθειες» μια δράση που αποτελούνταν από μικρά επεισόδια, άλλα πιο αφαιρετικά κι άλλα πιο αφηγηματικά, χωρίς προφανή σύνδεση μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ο Θανάσης κουμπώνει το πουκάμισό του και διαπιστώνει ότι έχει κοπεί ένα κουμπί. Η Αλεξάνδρα κόβει μια τούφα απ’ τα μαλλιά του και, χρησιμοποιώντας τα ως κλωστή, του ράβει το κουμπί. Ήταν μια πολύωρη δράση που έδωσε την ευκαιρία σε περαστικούς και περιοίκους να συγκεντρωθούν σταδιακά στο χώρο…

010001

Στις πόλεις που γεννιέται η ιστορία, εκεί και ξεχνιέται…γράφει ο Γιώργος Χουλιάρας στην δική του «Θεσσαλωνίκη». Καθώς λοιπόν τα (δέ)κατα προτιμούν άλλου είδους κείμενα και αιρέσεις, Έλεος με τις τύψεις λοιπόν… / Δεν μας αντιστοιχούν όλα τα πτώματα· / κάποτε, ακόμη και οι τάφοι σταματούν τον ψίθυρό τους… / Όχι πια άλλη Ιστορία πάνω στις ζωές μας… στιχουργεί ο Θανάσης Τριαρίδης σε «Πάρτι σε πλακόστρωτη αυλή της Άνω Πόλης». Κι ακόμα, επειδή εδώ περίσσεψαν τα χαμόγελα, Για όσους πιστεύουν ότι υπάρχουν τόσες εκδοχές της ιστορίας της πόλης όσες και οι κάτοικοι της, είναι προφανές ότι ζουν αλλού και δεν έχουν περπατήσει σε ταφόπλακες από την άλλη τους πλευρά. Η μητέρα μου δεν μπορεί πια να θυμηθεί το όνομα της φίλης της με την οποία κάθονταν στο ίδιο θρανίο. Μια μέρα εμφανίστηκε με ένα αστέρι στο πέτο. Μιαν άλλη μέρα δεν εμφανίστηκε καθόλου. [ξαναγράφει ο Χουλιάρας]

Εδώ συνυπάρχουν όλα τα είδη του σύντομου αλλά περιεκτικού λόγου: διήγημα [Δημήτρης Μίγγας, Ελένη Μερκενίδου, Μαρία Καρδάτου, Κούλα Αδαλόγλου, Βίκυ Κλεφτογιάννη, Γεωργία Τρούλη, Αρετή Γκανίδου, Θωμάς Κοροβίνης, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη], αφήγημα [Βασίλης Παπαγεωργίου, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Χλόη Κουτσουμπέλη,], κείμενο πάνω σε μια φωτογραφία [Άρις Γεωργίου], εκμυστηρεύσεις [Ρίτα Λάββα], αναμνήσεις [Κλαίτη Σωτηριάδου], ξενάγηση πατριδογνωσίας [Τάσος Τζήκας], έρευνα [Μάκης Καραγιάννης], φωτογραφίες [Στέργιος Τσιούμας], ιστορία (Στέλιος Λουκάς], πολλά ποιήματα για την Θεσσαλονίκη όχι μόνο από Θεσσαλονικείς ποιητές και δεκάδες βιβλία γραμμένα για την πόλη ή από τους θρεμμένους της.

Φωτομερές

Και πού βρίσκεται ο περιλάλητος έρωτας που υποτίθεται ότι κατακλύζει τα πάντα; Αλλιώς τα καταγράφει η Δήμητρα Μήττα: Ο έρωτας χάθηκε στους δρόμους της πόλης. Τριγυρνάει βρώμικος με λερωμένα νύχια και μπερδεμένα μαλλιά. Οι άνθρωποι κάνουν λάθος. Τον ψάχνουν με τη μορφή ενός μικρού αγοριού, ενός παιδιού με φτεράκια. Προκατειλημμένοι από τις εικόνες αιώνων, δεν τον αναγνωρίζουν στο πρόσωπο της άστεγης γριάς. Το πρόσωπό της είναι ζαρωμένο, χωρίς χυμούς, δεν είναι όμορφη, δεν μυρίζει ευχάριστα. Οι άνθρωποι δεν της δίνουν σημασία, την αποκλείουν ευθύς εξαρχής από το οπτικό τους πεδίο, την αποφεύγουν, γι’ αυτό και έπαψαν να την ερωτεύονται. Όμως δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα την δουν. Θα την πλύνουν, θα την χτενίσουν, θα τη φροντίσουν τρυφερά, θα μαζέψουν από γύρω της τα φτεράκια και τα πουπουλάκια που αιωρούνται και θα τα κολλήσουν ξανά στους ώμους της…. [σ. 143]

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης [κατά]στρώνει βελέντζες κάτω απ’ τη ροδιά, η Μαρία Κουγιουμτζή βρίσκεται στα μέρη της, κοινώς σε Υπόγειο, ο Γιώργος Ζεβελάκης καταλογογραφεί τα μεταπολεμικά περιοδικά της πόλης [Ausblicke, Αξιός, Διαγώνιος, Διάλογος, Ένεκεν, Εντευκτήριο, Εξάντας, Κοχλίας, Κριτική, Μακεδονικά Γράμματα, Μορφές, Νέα Πορεία, Ξεκίνημα, Ο παρατηρητής, Ροτόντα, Τραμ, Σκέψη], ο Σάββας Πατσαλίδης γράφει ένα εκτενές κείμενο για το γκρίζο τοπίο της θεατρικής Θεσσαλονίκης και γενικώς το τεύχος εμπεριέχει εμπειρία περιπλάνησης, εικονικής, λεκτικής και πραγματικής.

Thessaloniki RR Station

Οι γάτες της Πλατείας Ναυαρίνου τη μέριμνα των ειδικών συχνά αψηφούν, τρυπώνουν άδολα στου παλατιού κάποιες γωνίες. Καμιά φορά κάποιος σε μια άκρη ξεχασμένος υπηρέτης του Γαλέριου απ’ τον αρχαίο εφιάλτη του αφυπνίζεται και τότε ξαφνικά όλες μαζί πετάγονται και τρέχουν σαστισμένες, που ο χρόνος τέτοιο κακό παιγνίδι έπαιξε στην πλάτη τους, πρόσκαιρα απομακρύνονται, ώσπου να διαπιστώσουν νιαουρίζοντας πως σαν σκιά βυθίστηκε ξανά στο δίκαιο ύπνο του και κουλουριάζονται στην άμμο ησυχασμένες. […]

…γράφει η Μαρία Αρχιμανδρίτου στην δική της συνεισφορά που βρίσκεται αλλού κρυμμένη, στις τελευταίες σελίδες, να περιμένει όπως και οι γάτες της την κατάλληλη αναγνωστική στιγμή. Συγκινούμαι για δυο πρόσθετους λόγους μάλιστα, πρώτα επειδή γνωρίζω καλά τις συγκεκριμένες γάτες, καθότι για χρόνια έμενα στην οδό Ιπποδρομίου και δεκάδες άυπνες νύχτες πήγαινα ακριβώς εκεί, κι ακόμα γιατί κάποτε με την μπάρα του Ερωδού ανάμεσά μας μου χάρισε ένα δικό της Τραμάκι. Έκτοτε παρακολουθώ διακριτικά τις τίμιες ποιητικές και ποινικολογικές της δοκιμές – όπου κι αν είναι, τα σέβη μου.

3057903383_c2822f8c17_b

Στις εικόνες: η πρώτη κασέτα που κυκλοφόρησαν οι Θ. Χονδρός και Α. Κατσιάνη ως Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ το 1987 υπό την ετικέτα Άλλη Πόλη, δυο φωτογραφίες από το εξαιρετικό ιστολόγιο Φωτομερές και ανάμεσά τους ο Σταθμός άλλων εποχών, Μπλέ και Ελπιδοφόρος.

[σ. 192]

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 40 (χειμώνας 2014)

Δ40

Φάκελος: Η επόμενη μέρα

Το ζήτημα είναι να βρει κανείς έναν τρόπο για να «βλέπει» τους ανθρώπους και κατά συνέπεια τον εαυτό του. Φυσικά οι άνθρωποι «φαίνονται» παντού: στους δρόμους, στα κέντρα, στη λαχαναγορά ή στα ανώτερα ιδρύματα. Οι άνθρωποι, κατά το κοινώς λεγόμενο, είναι παντού οι ίδιοι. Ωστόσο τα ζωτικά ένστικτα δεν έχουν παντού την ίδια ισχύ. Αν για παράδειγμα αναλογιστεί κανείς τα λογοτεχνικά έργα που του αρέσουν, θα διαπιστώσει με κάποια έκπληξη ότι πρόκειται για έργα που μιλούν για οριακές καταστάσεις (πολέμους, έρωτες, κινδύνους) οι οποίοι φέρνουν τους ήρωες σε επαφή με ό,τι βαθύτερο έχουν. Υπ’ αυτή την έννοια η λαϊκή μάζωξη ή η λαϊκή διασκέδαση παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον… [σ. 16]

… έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης σε συνέντευξη του στην Αμάντα Μιχαλοπούλου, το 1993, για το περιοδικό Ρεύματα που έβγαζε τότε ο Ντίνος Σιώτης [τεύχος 13, Μάιος – Ιούνιος 1993] και τώρα αναδημοσιεύεται εδώ, γεμάτη με τον αειθαλή, εύχυμο λόγο του ιδανικού μας δοκιμιογράφου. Το περιοδικό κλείνει σαράντα τεύχη και δέκα χρόνια, συνεπώς η επόμενη ημέρα του είναι ήδη εδώ και γεμάτη, όμως υπάρχει και η απώτερη επόμενη ημέρα για όλο τον κόσμο, εκείνη που αναφέρεται στο μέλλον. Αυτό το άδηλο, απρόβλεπτο και αλλά και εν μέρει ήδη κακοστρωμένο μέλλον επιχειρούν να λογοτεχνήσουν 46 συγγραφείς. Γράφουν μεταξύ άλλων οι Βισουάβα Σιμπόρσκα, Δημήτρης Νόλλας, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Κώστας Βούλγαρης, Κώστας Καβανόζης, Παναγιώτης Ράμμης, Γιώργος Μπλάνας, Χρήστος Οικονόμου, Θανάσης Χονδρός – Αλεξάνδρα Κατσιάνη (τους ακούμε χρόνια στις κασέτες και τους δίσκους του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ), Δημήτρης Καλοκύρης, Γρηγόρης Σακκαλής, Φίλιππος Δρακονταειδής, Ηλίας Κεφάλας, Jose Emilio Pacheco, Κατερίνα Χρυσανθοπούλου, Μηνάς Βιντιάδης, Μάριος Ποντίκας, Θανάσης Τριαρίδης, Μανόλης Ξεξάκης, Δημήτρης Φύσσας, Χρήστος Μπουλώτης, Αμάντα Μιχαλοπούλου κ.ά.

Παπαγιώργης 6

Και συνεχίζει ο Παπαγιώργης από εκεί που τον αφήσαμε: Το πανηγύρι, ο καβγάς, ο αγώνας, το γλέντι, το μεθύσι, ο γάμος ή η κηδεία είναι τελετές που διασώζουν πάντα κάτι πηγαίο –αρκεί βέβαια να μετέχει κανείς και να μην είναι ξενέρωτος ματάκιας. Για να μιλήσουμε ακόμα πιο συγκεκριμένα, ο νεοέλληνας «διανοούμενος», όπως λέει ο Χρήστος Βακαλόπουλος, έχει ένα βασικό γνώρισμα –δε γλεντάει. Ακόμα και δέκα βότκες να κατεβάσει, δεν ξέρει να πει ένα τραγούδι, το πολύ να παραληρεί για τον Σεφέρη. Πως να μην καταφύγει κανείς στα «σκυλάδικα», όπου ακόμα γυναίκες και άντρες ξεφαντώνουν; Από κει και πέρα πάσα ένστασις δεχτή: κάθε χώρος έχει το μεγαλείο και την αθλιότητα του. [σ. 16]

Ο (δε)κατοδείκτης συνεχίζει να καταγράφει τις εφιαλτικές μετρήσεις του πλανήτη που οφείλουμε όλοι να γνωρίζουμε, όπως για παράδειγμα ότι τα παιδιά που συμμετέχουν σε στρατιωτικές συγκρούσεις στον κόσμο είναι 300.000 ή ότι οι άνθρωποι που ζουν υπό το καθεστώς σύγχρονης δουλείας ανέρχονται σε 30 εκατομμύρια. Κατά τα άλλα δέκα πολυεθνικές εταιρείες παράγουν, ελέγχουν και διακινούν παγκοσμίως το 95 % του τι τρώμε, πίνουμε, με τι πλενόμαστε και καλλωπιζόμαστε, με τι πλένουμε τα ρούχα μας και καθαρίζουμε τα σπίτια μας, τι χάπια παίρνουμε και τι τσίχλες μασάμε, καθώς και πολλές άλλες εξαρτήσης της δια βίου ενασχόλησης με την καθημερινότητα Είναι οι Coca Cola, Procter & Gamble, General Electric, Johnson & Johnson, Nestle, Kelloggs, Mars, Kraft, Pepsico, Unilever, που με τη σειρά τους ελέγχουν πάνω από 400 εταιρείες στον κόσμο. Κανένα πρόβλημα με τις πολυεθνικές εταιρείες, αρκεί να μην αποτελούν καρτέλ – μονοπωλια με τις γνωστές επιπτώσεις στην ποιότητα των προϊόντων, στην διαμόρφωση των τιμών, στα πάμφθηνα εργατικά χέρια και στην διαμόρφωση των παγκοσμίων τιμών αγοράς. Αλλά τελικά αποτελούν μονοπώλια και όλα τα παραπάνω συμβαίνουν.

addario_bhutan monks monastery_

Τι άλλο συμβαίνει εδώ; Ο μαρκήσιος ντε Σαντ συνομιλεί με τη Ρεμπέκα Μίλερ για την επόμενη μέρα της νέας Δημοκρατίας· ο Δημήτρης Καλοκύρης εικονογραφεί ένα συμπυκνωμένο ψηφιακό αφήγημα για την επόμενη νύχτα· «με την καλή έννοια» οι Ενρίκε Σερβίν Χερέρα, Ρήγας Καππάτος, Ρίβα Λάββα και Γιώργος Ρούβαλης ιχνογραφούν την ωραία και την άσχημη πραγματικότητα. Κι ο Παπαγιώργης απορεί: Δεν είναι άραγε γελοίο ένας ταλαιπωρημένος άνθρωπος να φεύγει στο εξωτερικό και μετά από μια δεκαετία στα ξένα να επιστρέφει στα πάτρια καραγκιοζάκος που μαϊμουδίζει Χέγκελ, Καντ, Χούρεσλ και δε συμμαζεύεται; Τι μπορείς να περιμένεις από τέτοια άτομα; [σ. 15]

Πόσο δίκιο έχεις Παπαγιώργη, κι έχουμε αμέτρητους τέτοιους….

[192 σελ.]

Στην τελευταία εικόνα, το θαυματουργό ποτό σε μοναστήρι του Μπουτάν.