Νίκος Νικολαΐδης – Ο οργισμένος βαλκάνιος

unnamed1Πώς αλλιώς; Μόνο λόγια και σχέδια;

Υπήρχε μια μοναχική κι απότομη ανηφοριά, στ’ ανατολι­κά του μεγάλου νταμαριού. Ένας στενός χωμάτινος δρόμος οδηγούσε κατευθείαν σ’ ένα πλάτωμα στην κορυφή της. Στεκόταν στη ρίζα της πλαγιάς και την αναμετρούσε μαρσάροντας; Η μηχανή έτρεμε ολόκληρη κάτω απ’ τα πόδια του και την κρατούσε με δυσκολία. Σαν μπούχιαζε ο κόσμος στην μπενζίνα, έσφιγγε τα δόντια και άφηνε απότομα το ντεμπραγιάζ και τότε η Machules πέταγε ψηλά τον μπροστινό τροχό της. Πήγαινε έτσι καμιά δεκα­ριά μέτρα και ορμούσε έπειτα τ’ αφηνιασμένο μέταλλο όλο μανία για την ανηφόρα. Ανέβαινε βλαστημώντας κι ουρλιάζοντας, πισώπεφτε, ξεκαβάλαγε κι έκλαιγε απ’ τη λύσσα που ’χε να φάει το βουνό, μέχρι που κώλωνε και χυνόταν πάλι πίσω στην κατηφόρα κι άρχιζε πάλι απ’ την αρχή. Σαν έφτανε με τα πολλά στο πλάτωμα, παράταγε τη Machules κι έπεφτε σε μια γωνιά ξεθεωμένος. [σ. 13]

304100_244841808896833_734530620_nΜήπως είμαστε στον κόσμο του Νίκου Νικολαΐδη; Ακόμα και με κλειστά μάτια, δηλαδή με κρυμμένο το εξώφυλλο, κάτι τέτοιο θα αισθανόμουν. Ο μοναχικός χαρακτήρας που αναπνέει μόνο στην δίτροχη τροχιά των αποδράσεών του, η δουλειά στο πρατήριο που τον καθιστά θεατή των μεγάλων και φευγάτων αυτοκινήτων, το μικρό του δωμάτιο στο σπίτι δίπλα στα νταμάρια γεμάτο φωτογραφίες – ο «Ατίθασος» Μάρλον Μπράντο και η παρέα με τις μοτοσυκλέτες που γυρνούσε την Αμερική και άραζε όπου ήθελε, ο Αναίτιος Επαναστάτης και δυο πόστερ να κρύβουν τους σοβάδες του τοίχου. Ο ημερολογιακός χρόνος μετράει ιδιωτικά: Μια βδομάδα πριν συναντήσει την Τερέζα, πέντε μέρες πριν συναντήσει την Τερέζα, τέσσερις μέρες…

Πάει καιρός που600846_376997672347912_684645554_n Τερέζα είχε ξεκόψει απ’ το σπίτι της. Ζούσε μονάχη σ’ ένα μικρό ρετιρέ, απ’ αυτά που οι μηχα­νικοί προβλέπουνε σε κάθε πολυκατοικία. κατάλληλο για γκαρσονιέρες και για μοναχικές κοπέλες δίχως πόρους. Γύριζε νωρίς – νωρίς τα πρωινά για ύπνο, την ώρα που οι θυρωροί καθάριζαν τα πεζοδρόμια, χτυπούσαν τα χαλιά και βγάζανε τους τενεκέδες, τα σκουπίδια. Την ώρα που τα υπηρεσιακά λεωφορεία τρέχανε γρήγορα με σβηστά φώτα, γύριζε μισομεθυσμένη μ’ ένα κεφάλι όλο καπνούς και αλκοόλ και μια πικρή βροχή από μοναξιά στα μάτια. Πετούσε τα ρούχα της στην έξω πόρτα κι έμπαινε ολόγυμνη στην κάμαρά της. Πότε – πότε ξερνούσε στον μπιντέ το ολονύχτιο γλέντι της κι ύστερα ξάπλωνε στο κρεβάτι, έσβηνε το φως και κάπνιζε το τελευταίο τσιγάρο της καθώς οι θόρυβοι της πόλης μεγάλωναν.[σ. 59]

nnbw_thumbΕίναι βέβαιο πως είμαστε στον κόσμο του Νίκου Νικολαΐδη. Τα αυτοκίνητα φεύγουν σφαίρα από το πρατήριο για Πάτρα – Ιταλία και μετά δεν έχει σημασία. Οι σχέσεις του είναι φευγάτες αλλά ποτέ δεν θέλει «να τον ξεπετάνε στο έτσι» και όταν συμβεί φέρεται ανάλογα και χειρότερα. Του αρκεί να γνωρίζει τις γκρίνιες και τις αδυναμίες της μηχανής του – και τις γνωρίζει καλά, όπως και κάτι μικρά μεταλλικά χτυπήματα από της καρδιά της μέσα. Η δεύτερη μοναδική του χαρά, το σινεμά. Κι ύστερα τα φλιπεράκια στην πλατεία Βικτωρίας, εκείνος ο κόσμος ο γεμάτος χρώματα και φωνές και χαρούμενα ηλεκτρικά καμπανάκια και τα «Σφαιριστήρια» στα Εξάρχεια. Εκεί ένα βράδυ πάνω στο ηλεκτρόφωνο ήταν ακουμπισμένη η Τερέζα .. με γερτό κεφάλι και μια μικρή ρυτίδα ερωτηματικού ανάμεσα στα φρύδια της. Οι άκρες των χειλιών της ανασήκωναν το ανάλαφρο βάρος ενός ειρωνικού χαμόγελου κι έπειτα σάρκωναν στη μέση κι έκαναν μια καμάρα…

1560633_610266799020997_625085558_nΈνας καυγάς μπροστά στα μπιλιάρδα, η ήττα του Φάνη, το δαντελένιο κιλοτάκι της κομπρέσα πάνω στα χτυπήματα, η γνωριμία των εραστών, η καληνύχτα. Πάνω στο τιμόνι της Matchless (γιατί αυτή είναι η προφερόμενη Machules) στερεώνεται με λάστιχο ένα τρανζιστοράκι και αρχίζει η αναζήτηση της Τερέζας. Τώρα ανακατεύονται μνήμες, οι διαφημίσεις του ραδιοφώνου, η προσπάθεια να θυμηθεί την πολυκατοικία της, οι διάλογοι με τους καχύποπτους. Σύλληψη, κρατητήριο, μια τραγελαφική παρεξήγηση με το βρακί της, η άχρηστη ζωή που θέλει να σε ρουφήξει.

Ο Φάνης πήγε κι έκλεισε την πόρτα. Κοίταξε τον Μάρλον Μπράντο. / «Κάτι πρέπει να γίνει … Δεν αντέχω άλλο. […] Πρέπει να φύγω από δω … Γρήγορα, όσο πιο γρήγορα γίνεται. / Τι να ηρεμήσω, έτσι μου ’ρχεται ν’ αρχίσω τα ντουβάρια στις κουτουλιές να το γκρεμίσω το κωλόσπιτο. Αυτή η χώρα που ζούμε, παιδί μου, είναι το πιο ανώμαλο ρήμα του κόσμου… Ηρέμησε τώρα… Ηρέμησε, όλα θα γίνουν. Πώς θα γίνουν … τίποτε δεν θα γίνει». [σ. 81]

547003_610280829019594_868131069_n_Και πάντα έξω βρέχει μια διάφανη, ψιλή βροχή, που πάντα αφήνει ένα παραπονιάρικο μουρμουρητό στο λούκι, που σου μουσκεύει την καρδιά. Και πάντα θα υπάρχει η αναζήτηση της Τερέζας, εκείνης της γυναίκας που θα μας ωθήσει στη φυγή, και κάποτε έρχεται η συναπάντηση με το ξενυχτισμένο της δέρμα, το παιχνίδι με τις σιωπές, ο ένας να ανάβει το τσιγάρο του άλλου, η συννεφιασμένη παραλία, τα λόγια της – Πες μου κάτι να χαρώ, πες μου κάτι αστείο. 

Το πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Νικολαΐδη εκδόθηκε το 1979, την ίδια χρονιά που βγήκαν στις αίθουσες Τα Κουρέλια που Τραγουδάνε Ακόμα. Είναι η ιστορία του Φάνη, η ιστορία της Τερέζας, η ιστορία των δυο τους μαζί. Είναι η ιστορία αυτών που κάτι δεν τους πάει στη δοτή ζωή που καλούνται να ακολουθήσουν, που κάτι ύποπτο τους βρωμάει στη δουλοπρέπεια του συρμού που εφαρμόζει την σειριακή παράδοση: δουλίτσα, σπιτάκι, οικογένεια· εκείνων που αρνούνται την υποταγή στη προδιαγεγραμμένη πορεία, που προτιμούν να μην πάρουν σειρά «να τους πηδήξουν».

«Γι’ αυτούς δεν είμαι αθώος και το ξέρεις καλά. Γι’ αυτούς είμαι ένας τσογλαναράς που τους ξέφυγε και τίποτ’ άλλο. Κάπου θα μου τη στήσουν τώρα και θα με μπαγλαρώσουν για τα καλά. Δεν θα ’μαι πάντα τυχε­ρός. Μια στιγμή, δεν τελείωσα. Όσο για τους μάγκες …Γι’ αυτούς δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Όλοι είμαστε εγκληματίες. Αυτή ’ναι, αδελφέ, η δουλειά τους. Κι εγώ κι εσύ κι αυτός» είπε πιο σιγά κι έδειξε τον Γκουεβάρα. Σηκώθηκε και πήγε μπροστά στη φωτογραφία του. Κόλ­λησε το μέτωπό του πάνω στο μέτωπο του Τσε και του ψιθύρισε: «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε ακόμα ελεύθερα, είναι να κατουράμε στραβά … Αύριο θα μας βουτήξουν και γι’ αυτό» [σ. 139]

Είναι ακριβώς 547775_403710223009990_1839610110_nο σκηνοθέτης που γνωρίσαμε και έγραψε για εμάς με πένα και με κάμερα τις ιστορίες που θέλαμε να δούμε και να διαβάσουμε. Είναι ο ίδιος στους διαλόγους και στις σιωπές, τολμώ να πω, και λίγο πιο μαλακός από τη σκληρή συνέχεια. Είναι ο ίδιος και στην πρόσθετη χούφτα από μικρές ιστορίες κωμικοτραγικές ή ένα από τα δυο: την συνομιλία στο τμήμα, την κοινή παρακολούθηση μιας ταινίας μετά σχολιασμού, την τρομοκράτηση του σινεματζή, την σαρκαστική βόλτα στο σούπερ μάρκετ και την αξέχαστη ληστρική / ερωτική βραδιά στο άδειο ζαχαροπλαστείο. Εκείνο το «νοσοκομείο γλυκών» με τα σιωπηλά ψυγεία με τα άσπρα δισκάκια και τις κούκλες τις τυλιγμένες σε ζελατίνες θα ζήσει μεγαλειώδεις στιγμές. Μπορείς να κλέψεις την αλήθεια από κάποιον;

Θέλω να μ’ αγαπάς όταν είμαι κακιά και άδικη. Τότε είναι που σε χρειάζομαι, κατάλαβες; Όταν είμαι καλή, όλος ο κόσμος μ’ αγαπάει. Αλλιώς, είμαι μόνη μου…

1526341_597806570267020_1871504966_nΟ Φώτης καταλαβαίνει. Θέλει μαζί της «να μιλάνε στο γνήσιο». Αργότερα θα της πει Είσαι μαζί μου ή δεν είσαι, αυτό θα πει. Η Τερέζα ενδύεται κάθε ερωτικό ρόλο που θα της δώσουν οι καλοπληρωτές της· το δικό της όνειρο βρίσκεται στο σινεμά, να βρεθεί από κομπάρσος στο μέσο της σκηνής. Αλλά παρά τις υποχωρήσεις της μπροστά στην παθιαστική συμπεριφορά του μοιάζει να ξέρει κάτι παραπάνω. Ακόμα και το ότι για φτιάξεις τους ανθρώπους πρέπει να φτιάξεις πρώτα τον εαυτό σου, δύσκολες καταστάσεις δηλαδή. Και στα δύσκολα και τα αναποφάσιστα, εκείνη θα είναι η κινητήρια μορφή όχι μόνο επειδή ούτως ή άλλως στο σύμπαν του Νικολαΐδη και ημών των ταπεινών ομοίων του μόνο μια γυναίκα μπορεί να κινήσει το σύμπαν αλλά και επειδή το λέει η καρδιά της. Είναι εκείνη που θα πάρει το τρελό του σχέδιο της ληστείας και της φυγής και θα πει Πώς αλλιώς; Μόνο λόγια και σχέδια;

1960-matchless- Εκδ. Athens Voice Books, 2011, [A΄ έκδ. Καστανιώτης, 1979], σελ. 299.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο 164.

Οι φωτογραφίες από τη σπάνια φωτοθήκη του γκρουπ Nikos Nikolaidis koureli.  Εκτός από την διπλανή, με την Machules του 60 και τα παιδιά που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο. // To ύστατο βιβλίο του Νικολαΐδη εδώ.

 

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 162. Σταυρούλα Πετρέλλη

IMG_0258 - (2)Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Οι «Μήδειες και Κλυταιμνήστρες» είναι το δεύτερο βιβλίο μου, κατά κύριο λόγο ποιητικό και συνοδευόμενο με κείμενα, όπως και το πρώτο. Αυτή τη φορά τα κείμενα είναι αφιερωμένα στις γυναίκες που διεκδίκησαν και διεκδικούν ακόμα, το δικαίωμά τους στην αυτοδιάθεση. Η αυτοδιάθεση του ατόμου, αίτημα της Γαλλικής επανάστασης και του διαφωτισμού, μοιάζει αυτονόητη για το μέσο πολίτη του δυτικού κόσμου. Όμως είναι; Για την πλειοψηφία των γυναικών στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη, δεν είναι.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

cebcceaeceb4ceb5ceb9ceb5cf82Όλα τα ποιήματα του βιβλίου χρονολογούνται μετά το 2000. Η επεξεργασία τους όμως για να μπούνε σ’ αυτό το βιβλίο έγινε την ίδια περίοδο που γράφτηκαν και τα κείμενα, από το καλοκαίρι μέχρι και το χειμώνα του 2007. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 2008 από τις εκδόσεις «Πολύχρωμος Πλανήτης» . Στόχος μου ήταν να αντιπαραθέσω την ελεύθερη προσωπική μου σκέψη και έκφραση, (δε μου επέτρεψα ποτέ την αυτολογοκρισία), με κάποια κείμενα που θα έδιναν χώρο σ’ αυτές τις γυναίκες, τις αρχέγονες, τις μυθικές αλλά και τις σύγχρονες σιωπηλές, να μιλήσουν γι’ αυτά που τους συνέβησαν, να πουν τις ιστορίες τους, όχι όμως όπως επικράτησαν σε έναν κόσμο φτιαγμένο από άντρες για άντρες να λέγονται, αλλά όπως πραγματικά οι ίδιες θα ήθελαν να τις πουν. Ο πόθος μου και ο στόχος μου ήταν να γίνω η φωνή τους, που να μπερδέψω με τη δική μου προσωπική φωνή, μήπως έτσι αποτελέσει αυτό μιαν ελπίδα. Ελπίζω το «μείγμα» να πέτυχε.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο γρσάρωση0001αφείο της δουλειάς μου. Όταν δεν είχα δουλειά εννοείται. Τα γραφεία γενικά είναι χώροι που εμένα με βοηθάνε στη συγκέντρωση και μπορώ να δουλέψω, αγνοώντας το υπόλοιπο περιβάλλον. Κάποια ιδέα ή κάποια φράση που έρχεται στο μυαλό ξαφνικά, μπορεί να την κρατήσω με τη μορφή σημείωσης για να μην την ξεχάσω και αυτό μπορεί να συμβεί οπουδήποτε, την οποιαδήποτε στιγμή. Όμως η κυρίως «δουλειά» απαιτεί, για μένα, γραφείο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στην ποίηση ο «ήρωας» που σε ακολουθεί είναι ο εαυτός σου. Αυτή η βασανιστική σκιά που δεν μπορείς να απαλλαγείς ποτέ από την αβάστακτη ελαφρότητά της. (Δανείζομαι τη φράση από τον Κούντερα.) Θέλω δε θέλω, μαθαίνω τα νέα μου.

Πέρα από την ποίηση όμως, ναι, με ακολουθούν ήρωες μεταγενέστεροι αυτού του βιβλίου, που επισκέφτηκαν πιο πρόσφατα το μυαλό και τα γραπτά μου, αλλά δεν έχουν τυπωθεί σε βιβλίο. Όπως και με ακολουθούσαν γι’ αρκετό καιρό αυτές οι γυναίκες. Όμως δε με ακολουθούν με τα «νέα» τους, όπως με ρωτάτε. Με ακολουθούνε, ή μάλλον πιο σωστά εγώ τους ακολουθώ, γιατί τους έχω έγνοια, αφού τους έπλασα. Αν είχαν «νέα», φαντάζομαι ότι θα έπρεπε να ξαναγράψω γι’ αυτούς. Δε θα είχα τελειώσει με τις ιστορίες τους. Θα είχαν να πούνε κι άλλα. Οι παλιοί ήρωες κάποια στιγμή πρέπει να σωπαίνουν στο μυαλό σου, για να μπορέσεις να ασχοληθείς με τους επόμενους. Όπως ακριβώς και με τους έρωτες…

Virginia003Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η αλήθεια είναι πως δεν καταλαβαίνω πολύ αυτήν την ερώτηση. Οι ιδέες δεν «παγιδεύονται» και τη γνώμη μου. Μάλλον σε παγιδεύουν. Κι αυτό γίνετε συνήθως απρόσμενα, και οπουδήποτε. Αν έρθει λοιπόν μια ιδέα απλά τη σημειώνω μέχρι να βρω το χρόνο να δουλέψω γι’ αυτήν. Να της αφοσιωθώ δηλαδή και να την επεξεργαστώ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Επειδή η μουσική με επηρεάζει πάρα πολύ στη διάθεση και είναι σε θέση να με παρεκκλίνει από το μονοπάτι της σκέψης που θα ήθελα να είμαι, αποφεύγω να ακούω μουσική όταν γράφω. Η μουσική με εμπνέει, την χρησιμοποιώ στις παρουσιάσεις των βιβλίων μου όταν κάνω, αλλά όταν γράφω και όταν διαβάζω θέλω να είμαι συγκεντρωμένη. Γενικά ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, κίνηση, κόσμος, μου αποσπούν την προσοχή. Ένα σιωπηλό δωμάτιο για μένα είναι ο ιδανικός χώρος και για να γράψω και για να διαβάσω. Άλλο τελετουργικό δεν υπάρχει. Ανοίγω το υπολογιστή, αραδιάζω τις σημειώσεις μου και δουλεύω.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

beckett_greyΈχω σπουδάσει Στατιστική. Στην ουσία μαθηματικά. Και ίσως αυτό τελικά να με «σώζει» από μία φιλολογική προσέγγιση των πραγμάτων. Ίσως να με κάνει πιο τολμηρή στον τρόπο και στη σκέψη. Ίσως να με βοηθάει σε πειραματισμούς. Ίσως…

Ξεκινήσατε με ποίηση ενώ στο πρόσφατο βιβλίο σας συνδυάζετε πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε στα δύο είδη;

Και στο πρώτο βιβλίο μου υπάρχουν πεζά. Εμένα γενικά μου αρέσουν οι ισορροπίες. Και οι συνδυασμοί. Όμως δεν θεωρώ ότι γράφω πεζογραφία. Δεν είμαι πεζογράφος. Μπορώ να γράψω μικρά κείμενα και ίσως διηγήματα, αλλά όχι μυθιστορήματα. Με την έννοια του μυθιστορήματος λοιπόν, του κειμένου δηλαδή των πολλών σελίδων που απαιτούν και πολύ μεγάλη ανάπτυξη και μία μορφή καλώς εννοούμενης φλυαρίας, δεν είμαι πεζογράφος. Κάποια από τα κείμενα που συνοδεύουν τα ποιήματά μου, όπως αυτό της Μήδειας και της Κλυταιμνήστρας, είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο και αποτελούν μικρούς θεατρικούς μονολόγους. Ούτε το θέατρο είναι πεζογραφία. Αντίθετα είναι πολύ κοντινό με την ποίηση στη δομή. Μαζεύει κι αυτό το λόγο, δεν τον απλώνει και έχει κι εκεί όπως στην ποίηση μεγάλη σημασία η λέξη και η θέση της μέσα στο κείμενο. Δεν σπαταλάς τις λέξεις. Για ν’ απαντήσω όμως στην ερώτησή σας, ναι, θα συνεχίσω άλλοτε να ισορροπώ και άλλοτε να αφήνομαι να χάνω την ισορροπία μου ανάμεσα στην ποίηση και στο θέατρο, στους μονολόγους και στους διαλόγους, σε κείμενα, σε ρίμες και σε πρόζα και σε ό,τι άλλο ήθελε προκύψει.

ESchnatzEmilyΑν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Νομίζω ότι θα επέλεγα την πολύ ιδιάζουσα και εξαιρετικά ποιητική μορφή της Έμιλυ Ντίκινσον.

Τι γράφετε τώρα;

Θέατρο. Και ποίηση, αλλά λιγότερο από παλιά.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Βιρτζίνια Γουλφ, Φραντς Κάφκα, Άλμπερτ Καμύ, Μαρκές, Άμος Οζ, Ντοστογιέφκι, Σάμιουελ Μπέκετ, Ίψεν. Πολλοί. Και πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους. Ο κατάλογος είναι μακρύς.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πολλά. Κι εδώ ο κατάλογος είναι μακρύς. Για να μην κουράσω θα πω μόνο ένα, το πιο ξεχωριστό μέσα στην καρδιά μου. «Ορλάντο» της Βιρτζίνια Γουλφ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δυστυχώς δεν θυμάμαι ακριβώς τίτλους αυτή τη στιγμή. Θυμάμαι μόνο κάτι συλλογές διηγημάτων του Μπόρχες, που με την ευκαιρία που μου τα θυμίσατε, θα ψάξω να τα βρω, για να τα ξαναδιαβάσω.

opere_5Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θα διάλεγα να αναφέρω δύο κυρίες. Τη Ζυράννα Ζατέλη και τη Μαρία Φακίνου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Έχω αγαπήσει βαθειά τους χωμάτινους και ονειρικούς ήρωες του Μαρκές, που δεν κοιμούνται ποτέ και αγαπάνε για πάντα. Με γοητεύουν οι αγωνιώδεις και υπερρεαλιστικοί χαρακτήρες του αγαπημένου μου Κάφκα. Που χάνονται σε δαιδαλώδης διαδρομές είτε μέσα σε Πύργους, είτε μέσα στο ίδιο τους το σώμα, καθώς αυτό μεταμορφώνεται. Έχω σταθεί με ευλάβεια μπροστά στα θεόρατα γυναικεία πορτρέτα που έχει δημιουργήσει το παγκόσμιο θέατρο. Από την Αντιγόνη, τη Μήδεια και την Κλυταιμνήστρα μέχρι τη Νόρα και την Έντα του Ίψεν και την Μπλάνς του Τεννεσσί Ουίλιαμς. Εδώ ο κατάλογος είναι πραγματικά ατελείωτος. Όμως αν έπρεπε να ξεχωρίσω μόνο έναν χαρακτήρα, θα κατέληγα πάλι στον Ορλάντο και στη Γουλφ. Η ορμητικότητα και η σοφία του Ορλάντο, που σπάει όλα τα στερεότυπα, καταργώντας το φύλο, το χρόνο και το χώρο, είναι για μένα ο απόλυτος λογοτεχνικός χαρακτήρας, υπερρεαλιστικός και ονειρικός και βαθειά γυναικείος ταυτόχρονα. Είναι απλά όλα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δε διαβάζω λογοτεχνικά περιοδικά.

Henrik Ibsen og Knud Knudsen_2 320Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Θέατρο. Συγκεκριμένα το «Η δολοφονία του Μαρά» του Πέτερ Βάϊς.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Αν πέσω πάνω σε κάποια, ειδικά στο διαδίκτυο θα τη διαβάσω. Δεν τις αναζητώ πάντως.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν διαβάζω σε μέσα μεταφοράς. Καμιά φορά σε πλοίο μόνο, ειδικά σ’ αυτά τα 10ωρα ταξίδια που με επιστρέφουν στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, αλλά κι εκεί συχνά δυσκολεύομαι. Όπως είπα και σε προηγούμενη ερώτηση δεν μπορώ γενικά να διαβάσω μέσα σε κίνηση και κόσμο. Έπειτα… ζαλίζομαι όταν διαβάζω εν κινήσει, επομένως έχω αναγάγει σε χόμπι να παρατηρώ αυτές τις ώρες γύρω μου ότι συμβαίνει. Τη διαδρομή, την κίνηση, αλλά κυρίως τους ανθρώπους.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Woolf - OrlandoΛατρεύω το θέατρο και τον κινηματογράφο. Γοητεύομαι και εμπνέομαι από πράγματα που βλέπω στις σκηνές και στις οθόνες, πολύ συχνά. Για να ξεχωρίσω όμως κάποιες στιγμές, είχα την τύχη να δω ν’ ανεβαίνει στο θέατρο ο αγαπημένος μου ήρωας «Ορλάντο» με την εξαιρετική Μαριάνθη Σοντάκη, σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη το 2008 και το Νοέμβριο του 2013 ξανά. Είχα επίσης την τύχη να δω το «Κουκλόσπιτο» του Ίψεν σε μια πολύ ξεχωριστή διασκευή από τον Λι Μπρούερ, όπου τους γυναικείους ρόλους τους υποδύονταν πολύ ψηλές γυναίκες που έφταναν και τα δύο μέτρα, ενώ τους αντρικούς τους υποδύονταν νάνοι. Κανένας άντρας δεν ξεπερνούσε το 1,30. Ο συμβολισμός είναι προφανής για όσους ξέρουν το «Κουκλόσπιτο». Το ύψος συμβολίζει το ήθος. Όσο για τον κινηματογράφο, μία ταινία που αγάπησα πολύ τελευταία είναι η «Η ζωή της Αντέλ».

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

amos oz by siegfried_woldhekΓενικά το διαδίκτυο είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο. Βρίσκεις τεράστιο όγκο πληροφοριών, για οτιδήποτε μπορεί να σ’ ενδιαφέρει και είναι μία τρομερή πηγή ενημέρωσης. Τώρα για την κοινωνική δικτύωση, άλλοτε με εκνευρίζει και άλλοτε με χαλαρώνει. Είναι μια καλή άσκηση στην πολυφωνία, νομίζω. Στην ανοχή της πολυφωνίας. Και επιπλέον σε φέρνει σε επαφή με ανθρώπους, που διαφορετικά, πιθανά δε θα είχες την ευκαιρία να γνωρίσεις ποτέ. Άρα, όλα καλά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι βέβαια! Κι όχι μόνο για το αντίτιμο της απώλειας που λέτε, αλλά γενικά. Τι νόημα έχει να παραμένεις εσύ πίσω, μόνος, συντροφιά με την εγωιστική σου νεότητα, όταν όλοι όσοι αγάπησες και σε συντρόφευσαν γερνάνε και φεύγουν; Κι έπειτα, τι να την κάνεις την αιώνια νεότητα σ’ έναν κόσμο τόσο σκληρό;

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δε με ρωτήσατε για ποίηση! Δεν πειράζει, δεν χρειαζόταν. Θα σας πω μόνο αυτό. Ότι είμαι βαθειά περήφανη που μοιράζομαι την ίδια πατρίδα, τη Λέσβο, με τη Σαπφώ και τον Οδυσσέα Ελύτη. Σας ευχαριστώ για το βήμα που μου δώσατε.

Σημ.: Παρουσίαση του βιβλίου Μήδειες και Κλυταιμνήστρες από το Πανδοχείο εδώ.

 Στις εικόνες: Virginia Woolf, Samuel Beckett, Emily Dickinson, Garbriel Garcia Marquez, Henrik Ibsen, Orlando, Amos Oz.