Σώτη Τριανταφύλλου – Ο χρόνος πάλι

Συχνά νιώθω σαν εργαστήριο ανακύκλωσης: είμαι πεπεισμένη πως όσα βλέπω, ακούω, διαβάζω, μυρίζω και αισθάνομαι τα έχουν δει, ακούσει, διαβάσει, μυρίσει και αισθανθεί άλλοι πριν από μένα· τα έχουν αγγίξει· καμιά φορά, τα έχουν κρατήσει με τόση δύναμη για τόσο πολύ καιρό ώστε κείτονται ολόγυρά μου φθαρμένα, ξεφτισμένα και άχρηστα. (…) Όλα έχουν ειπωθεί, όλα έχουν γραφτεί· ο κόσμος δεν με χρειάζεται, είμαι περιττή, έχω βαθιά επίγνωση της ασημαντότητάς μου. (…) Αν δεν γελούσα τόσο εύκολα μπροστά στο παράλογο του κόσμου, ίσως να πετύχαινα περισσότερο στην τέχνη της μυθοπλασίας: αλλά, όπως και τότε, έτσι και τώρα δεν παίρνω τίποτα στα σοβαρά. (σ. 228, 229)

Violently happy
Η Σώτη Τριανταφύλλου γεννήθηκε εκστατικά ευτυχισμένη. Η χαρά της ήταν προσβλητική, η φιλαρέσκεια της άσεμνη. Αγαπούσε την καλή ζωή, τη ζωή. Θυμάται τον εαυτό της να χορεύει με το τρανζίστορ στο αυτί, να τραγουδάει και να πέφτει από τα γέλια στο πάτωμα. Και είναι γνωστό τι αντιδράσεις προκαλούν η ευτυχία, η αυτάρκεια και ο ενθουσιασμός. Τι επικίνδυνο ζώο: χορεύει. Ο όρος καλοπέραση προφέρεται με ειρωνεία, με απόχρωση υποτιμητική. Οφείλεις να υποφέρεις όπως οι άγιοι της ιουδαϊκοχριστιανικής θρησκείας. Παρότι απαγορευόταν η ευτυχία, η αποτυχία ήταν εξίσου απαράδεκτη: η διαφορά ανάμεσα στον ονειρεμένο και στον πραγματοποιημένο στόχο όφειλε να ισούται με μηδέν.

Φυσικά το «σπίτι» αποτελεί τον πρώτο αντιδραστήρα μιας τέτοιας ξεδιάντροπης αυτάρκειας. Η δική της οικογένειά της στην καλύτερη περίπτωση υπήρξε «κοσμοβριθές τρελοκομείο», το οικογενειακό τραπέζι μια πολεμική ζώνη (μάζωξη φυλής, παράταξη στρατευμάτων), η ζωή στο σπίτι ένα είδος στρατιωτικής θητείας που τελείωνε με λιποταξία ή τρελόχαρτο. Η μητέρα ανησυχούσε για το σώμα της και το στόμα της, ο πατέρας (που «η ολοκληρωτική και χωρίς όρους ένταξη στο ΚΚΕ τον είχε μετατρέψει σε γελοιογραφία») αγόραζε ανατολικοευρωπαϊκά προϊόντα χαμηλών προδιαγραφών (κατά καιρούς όλα στο σπίτι ήταν χαλασμένα) και στο τέλος πέθανε λυπημένος και γεμάτος αμφιβολίες χωρίς φίλους, μόνο με συντρόφους, και δη πρώην.

Sex, books and rock’n’roll
Δεν αναγνωρίζω καμιά πατρίδα· θα ήμουν ευτυχισμένη αν μπορούσα να κινούμαι πάνω από τα σύνορα χωρίς διαβατήριο, ταυτότητα, άδεια οδήγησης. Πατρίδα μου είναι η αγγλική και η ελληνική γλώσσα· το ροκ εντ ρολ· (…) δε μπορώ να τα αραδιάσω όλα· δεν φτάνει το χαρτί και ο χρόνος. Η πατρίδα, όπως γίνεται αντιληπτή από άλλους, συνεπάγεται αίσθημα εγκλωβισμού· η ξενιτειά αίσθημα απεραντοσύνης.

Ο Κίγκεργκαρντ όμως είχε ήδη ονομάσει το συναίσθημά της, είχε ήδη εξηγήσει την ατομιστική της τάση στην οποία επέμενε κι ας την έκανε και την κάνει αντιπαθητική: δεν θα γίνω μέλος ενός είδους, δεν θα «ανήκω» πουθενά. Το μόνο που ήθελε ήταν να είναι «ελεύθερη μέσα στον κόσμο» και να ζήσει μια μικρή ζωή φτιαγμένη από βιβλία, βινύλια και φιλιά. Η βιβλιοθήκη ενός κομμουνιστή ο οποίος ευτυχώς μπέρδευε την σοβιετοφιλία με την ρωσοφιλία ήταν μια καλή αρχή. Η αγάπη για τα βιβλία υπερέβαινε τα σύνορα των πολιτικών ιδεών και στον Αστερίξ βρίσκονταν οι απαντήσεις για όλα τα προβλήματα της ζωής.

Για τι άλλο να ζει κανείς; Για τη θρησκεία; Μα η θρησκεία, φρονούν οι άθεοι σαν εμένα, είναι σαν τις πυγολαμπίδες: για να λάμψει χρειάζεται το σκοτάδι. Και μπορεί να της άρεσαν τα παραληρηματικά, πολυαίμακτα πολυσέλιδα αναγνώσματα, άρα και τα βιβλικά, αλλά πάντα απορούσε πώς κάποιος μπορεί να τα αγιοποιεί, να τα ανάγει σε ηθικό κώδικα. Οι κομμουνιστές πάλι προτιμούσαν την προσωπολατρία. Κινεζόφιλοι, σοβιετόφιλοι, ρουμανόφιλοι, τροτσκιστές της φαίνονταν εν δυνάμει πολιτικοί εγκληματίες: ήταν πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν εναντίον των τυράννων τα μέσα των τυράννων.

Μια ζωή γεμάτη λογοτεχνία, μια ζωή λογοτεχνία. Το Μόντοκ του Μαξ Φρις της φαίνεται πως μιλάει για την ίδια και τον τρόπο με τον οποίο βλέπει την ιδιωτική ζωή, ενώ διαβάζοντας τις Οικείες απιστίες (Intimacy) του Χανίφ Κιουρέισι αναφωνεί πόσο σε ξέρω Χανίφ, χωρίς να σε ξέρω. Φτιάχνει στιγμιαίες λίστες με τις δικές της λογοτεχνικές κορυφές: Μπόουλς, Χάρντυ, Ντάρρελ, Λόουρυ, αλλάζουν λίγο μετά με Πεσσόα, Μπέρνχαρντ, ΝτεΛίλλο, Βόννεγκατ, Έιμις. Μέσα η Ατίμωση του Κούτσι για την οποία γράφτηκαν πολλά αλλά όχι αρκετά, ο υποτιμημένος Μπελ, οι Γκριν και Μοράβια που θεωρούνται «ελαφροί» αλλά δεν είναι, οι συγγραφείς του αμερικάνικου νότου: Γιουντόρα Γουέλτυ, Φλάννερυ Ο’ Κόννορ, Κάρσον ΜακΚάλλερς. Δεν ξεχνάει κορυφαίους ξεχασμένους: τον Βαρλάμ Σαλαμόφ, τον Αλέξανδρο Κερένσκυ.
Η πλουσιότερη πηγή έμπνευσης είναι το ατέρμονο χρονικό της ανθρώπινης απώλειας αυτό που ο Τόμας Γουλφ ονόμαζε «πικρή μαγεία της ζωής» . Αδιάφορη την αφήνουν οι υπερτιμημένες Ντιράς και Μέρντοχ, οι Μαν και Σαρτρ που ίσως δεν αντέξουν στο χρόνο και αρκετά με το λογοτεχνικό ψιλολόι, τη γαλλική μικρολογία, τις φράσεις – σαρανταποδαρούσες του Χένρι Τζέιμς, την χωρίς γυναίκες καβάφεια ποίηση, τα λιόδεντρα του Σεφέρη!

H ιστορία της ζωής μου είναι μισός αιώνας ροκ εντ ρολ. Αν δεν υπήρχε το ροκ εντ ρολ θα ήμουν μια άλλη. Δε ξέρω ποια άλλη. Το ροκ εντ ρολ συμβόλιζε μια σκανδαλώδη προσωπική εξέγερση, μια σωτηρία χωρίς τίμημα. Ακόμα κι όταν το ’77 έφυγαν Έλβις και Μπόλαν, εκείνη κράτησε το Easy Rider σακάκι με τα κρόσια κι έμεινε πιστή στον ήχο του Σαν Φρανσίσκο. Αλλά η εμβληματική της χρονιά παρέμεινε το 1970: Moondance, Cosmo’s factory, Gasoline Alley, η θαμπή φωνή του Ρον Στούαρτ. Και το Goodbye Yellow Brick Road ήταν ένας από τους καλύτερους δίσκους της ποπ, και τα 96 tears (? and the Mysterians) και ESP Reader (Kim Fowley) από τα καλύτερα ροκ τραγούδια. Το θέμα ήταν να αποφευχθεί η σταδιακή ολίσθηση από τον Φρανκ Ζάππα στον Φρανκ Σινάτρα. Ζήσε τώρα· αύριο θα σε χτυπήσει ο κεραυνός.

To Cool, calm & collected των Stones περιέγραφε την ψεύτικη ταυτότητά της: εφόσον στην πραγματικότητα διατελούσε έμφοβη και πανικόβλητη, διαβάζοντας Σιοράν, Μισίμα, Παβέζε, Μαγιακόφσκυ, Κρέιν – εισχωρούσε δηλαδή στην λέσχη των αυτοχείρων. Η αυτοκτονία αναβαλλόταν για πρακτικούς λόγους και για λόγους αναμονής, εφόσον τα πράγματα θα μπορούσαν να χειροτερεύσουν κι άλλο. Αφιερώνει τη Φτωχή Μάργκο στους Los Lobos, αλληλογραφεί με τον Ντέιβιντ Κρόσμπυ που βρίσκεται σε τεξανική φυλακή. Και νομίζει πως έγραψε το Εργοστάσιο των μολυβιών για το πώς είναι να ζεις σε ασυμφωνία με όλους.

Leftfield
Στο κείμενο «Η ανεπανόρθωτη ενοχής της αριστεράς» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί το 1990 και αναδημοσιεύεται εδώ, η συγγραφέας κατακρίνει το κομμουνιστικό κίνημα (ή, καλύτερα την κομμουνιστική ακινησία) που δυσφημεί την αριστερή ιδεολογία, κομματικούς ηγέτες – ομοιώματα σταλινοειδών, τα στελέχη που αναδείχτηκαν μέσα από τις πιο προσβλητικές διαδικασίας, αρχηγούς, μέλη και οπαδούς που είναι δεξιοί τόσο από πολιτική όσο και από πολιτιστική άποψη. Δεν συνδέσαμε ποτέ το πολιτικό μας όνειρο με το βαναυσούργημα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο αληθινός σοσιαλισμός απλώς δεν υπήρξε ποτέ, αν και στο όνομά του τα καλύτερα παιδιά εξοβελίστηκαν στο πυρ το εξώτερο, με παράλληλη απαίτηση αυτοθυσίας και «παλληκαριάς». Αλλά πώς να συμφιλιωθείς με τόσες αυταπάτες; Αυτό είναι που (την) εξόργιζει περισσότερο: η εθελοτυφλία του κομμουνιστή, η παθητική συνέργεια, τα κλειστά μάτια. Κι ας αφιερώνει εδώ ένα γεμάτο κείμενο στον Πάμπλο Νερούντα.

Στην θλιβερή πραγματικότητα των ελληνικών 70s όταν κάποιος δεν έπινε ή δεν κάπνιζε, όπως εκείνη, θεωρούνταν χάρτινος μικροαστός. Το 1975 ζούσαμε πάλι σε κλίμα εμφυλίου: ήταν απαραίτητο να «ανήκεις» κάπου, οπουδήποτε. Οι γυναίκες έμοιαζαν με μάνες – άλλωστε αυτό προορίζονταν να γίνουν. Στη Φυσικομαθηματική δεν γίνονταν μαθήματα αλλά στήνονταν καβγάδες, δήθεν πολιτικοί – στις καταλήψεις δεν τολμούσες να αντιμιλήσεις (δεν ήξεραν τι είναι δημοκρατία, ούτε σκόπευαν να μάθουν). Οι έλληνες φοιτητές, μια φυλή απολίτιστη, όταν δεν καθυβρίζονταν για θέματα διεθνούς πολιτικής και απώτερης Ιστορίας ξημεροβραδιάζονταν στα καφενεία με φραπέ και τάβλι, δεν μάθαιναν τίποτα και μετά το πτυχίο προσδοκούσαν μια ήσυχη δουλίτσα. Το ελληνικό φοιτητικό κίνημα μετά το ’74 ήταν η συμμόρφωση: η οριστική προσχώρηση στον πουριτανισμό. Επανάσταση ναι, αλλά υπό όρους: πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Μη μου λες για τι είσαι έτοιμος να πεθάνεις, πες μου για τι είσαι έτοιμος να ζήσεις.

Η Σώτη Στις Πόλεις
Μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στις πόλεις, βιωμένες και μη. Στη Νέα Υόρκη του 1982 οι φίλες της ψάχνουν για σύζυγο, εκείνη κάποιον για να χορεύει μαζί της. Μένει στο Άλφαμπετ Σίτυ, δυο τετράγωνα πιο πέρα από τον Θέρστον Μουρ (Sonic Youth) – άρα βλέπουν το ίδιο Κακό Φεγγάρι ν’ Ανατέλλει από το ίδιο παγκάκι του πάρκου. Στο Ντιτρόιτ ακούει «Σειρήνες που ουρλιάζουν μες στη βραδινή μελαγχολία» από άλλον αγαπημένο δίσκο, το Aladdin Sane. Στο Μπρονξ βλέπει πως ο ρομαντικός καθηγητής που τιθασεύει την απείθαρχη τάξη δεν υπάρχει – όμως το προσπαθεί για τρία χρόνια. Νωρίτερα στο Παρίσι κατοικοεδρεύει στις βιβλιοθήκες και ζει ένα Χρονικό των φτωχών εραστών. Αλλά πώς να αγνοηθούν η αγγλική εξοχή, οι κοιλάδες του Σερ Γουόλτερ Σκοτ, τα κάστρα του Σέφφιλντ, οι τυχοδιώκτες του Θάκερεϋ, ο Μπάρρυ Λύντον, Μπλέικ, Γέιτς, Λόρενς, Χιουζ, οι γκρίζες βιομηχανικές πόλεις;

Ταξιδεύοντας χάνεις τις αυταπάτες σου. Δεν ξέρω τι κερδίζεις: ίσως ένα είδος ταπεινότητας· τη συναίσθηση ότι σφάλλεις διαρκώς, κι ότι όλα – οι πόλεις, οι αυτοκινητόδρομοι, τα ποτάμια, οι άνθρωποι· κυρίως οι άνθρωποι – σου διαφεύγουν. Ταξιδεύοντας κανείς δεν είναι ευχαριστημένος από τον εαυτό του: η ήσυχη συνείδηση είναι συνήθως αποτέλεσμα αμνησίας («Ντιτρόιτ», σ. 175). Τριγύρισμα στη Βρώμικη Λεωφόρο του Λου Ριντ, στους χωματόδρομους όπου σκουριάζουν οι παλιές Ντοτζ των σερίφηδων, στη μαγική λατέρνα του Λος Άντζελες, στην Καλιφόρνια με τους αργοπορημένους χίππις και τους γερασμένους καουμπόυς. Κανείς δεν μας αναζητούσε, κι αν μας αναζητούσε δεν θα μας έβρισκε. Η Route 66 γίνεται το τελευταίο της μεγάλο ταξίδι: όχι επειδή κουράστηκε κουραστεί αλλά επειδή είχε ξεκουραστεί.

Γκράφιτι
Οι άλλοι θέλουν να βρισκόμαστε μαζί στην ίδια κατάσταση, να ισορροπούμε στο όριο της δυστυχίας. Οι περισσότεροι από μας δεν αξίζουμε την αφοσίωση κανενός. Δεν χρειάζεται να ενοχοποιούμε τον εαυτό μας: γι’ αυτό, φροντίζουν οι άλλοι. Κανείς δεν μπορεί να μας καταστρέψει εκτός από τον ίδιο μας τον εαυτό. Άσκοπη περιπλάνηση [λένε] – αλλά κάθε τι μπορεί να θεωρηθεί άσκοπο. Τα ψέματα είναι μια μορφή καλοσύνης, μας προστατεύουν από αβάσταχτα γεγονότα. Στην Ελλάδα μπορείς να εκφράζεις τη γνώμη σου, αρκεί να είναι σωστή, αρκεί να συμφωνούμε μαζί σου. Όταν συμφωνείς είσαι στα καλά σου, όταν εναντιώνεσαι είσαι επικίνδυνη και για δέσιμο. Όταν ο άνθρωπος βλέπει με τα δικά του μάτια, τον χαρακτηρίζουν αιρετικό.

Auto – strada
Στο θεατρικό έργο της ζωής μας θα έπρεπε να δικαιούμαστε όχι μόνο μια δεύτερη πράξη, σαν εκείνη που σχολιάζει ο Φ.Σ. Φιτζέραλντ μιλώντας για τον αμερικανικό τρόπο ζωής, αλλά μια δεύτερη ζωή, ώστε να τα κάνουμε όλα διαφορετικά. Άλλωστε η μοναδική διαφορά ανάμεσα στην κωμωδία και στην τραγωδία είναι το πού αποφασίζεις να βάλεις την τελεία. Ας πέσει το βάρος στον «αισθητικό» όχι στον «ηθικό» άνθρωπο: εκείνον που χρησιμοποιεί όλα τα δυνατά τεχνάσματα για να μετατρέψει την καθημερινή ανία σε ποίηση και τη βαθύτερη απελπισία στην πιο ακλόνητη ελπίδα.

Είμαι αποτυχημένη συγγραφέας αλλά επιτυχημένη αναγνώστρια. Άρα μπορεί να μιλήσει γι’ αυτό στο οποίο λέει πως αποτυγχάνει, για την τέχνη της μυθοπλασίας. Στο άλλο άκρο βρίσκεται η autofiction: το καταφύγιο του συγγραφέα – απατεώνα που ασχολείται με τον εαυτό του και πιστεύει πως ό,τι γράφει είναι βαρυσήμαντο, βαθυστόχαστο, μπαίνει δε σε πειρασμό να μεταδώσει όλη αυτή την πολύτιμη πείρα σε εργαστήριο δημιουργικής γραφής όπου συμμετέχουν αποκλειστικά γυναίκες. Το κλειδί της αποτυχίας είναι να θέλεις να αρέσεις σε όλους διαρκώς.

Και κάπως έτσι, με σύντομα ή μακρύτερα κομμάτια, ψήγματα και αποσπάσματα μιας ζωής (έξω ή μέσα στο κεφάλι) αποχωρούμε από μια «κουζίνα» που μας αφορά, ανεξάρτητα από την άποψή μας απέναντι στην μυθοπλασία της, παίρνοντας και 4 διηγήματα από παλαιότερες συλλογές. Και την αφήνουμε πιστή στο μπητνικό: Υπάρχει κι άλλο, υπάρχει παρακάτω…ο δρόμος δεν τελειώνει πουθενά…

Εκδ. Πατάκη, [Η κουζίνα του συγγραφέα, 9], 2009, σελ. 382, με 24σέλιδο φωτογραφιών.

Πρώτη δημοσίευση: (εκτός του κομματιού «Leftfield») εδώ. Στις «άλλες» φωτογραφίες ένας πιστός λογοτεχνικός και μουσικός σύντροφός της αντίστοιχα: Μαξ Φριτς, Βαν Μόρρισον.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 30. Γιώργος Παναγιωτίδης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Αγαπημένος πάει να πει σχέση πάθους, κάποιος που κάποτε και για κάποιους λόγους τον αγαπάς ενώ άλλοτε, ίσως και για τους ίδιους λόγους, τον μισείς. Δεν παραλείπω ν’ αναφέρω όταν με ρωτούν, τον Γιώργο Χειμωνά, τον Δημήτρη Δημητριάδη και πηγαίνοντας πιο πίσω, ίσως και πιο μπροστά, στο χρόνο, τον Franz Kafka. Πατερούλη αποκαλώ το Διονύσιο Σολωμό, όχι βέβαια γιατί είναι ο «εθνικός» μας ποιητής αλλά για τη «Γυναίκα της Ζάκυνθος»

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Η Κάθοδος των Εννιά του Θανάση Βαλτινού, Τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, Η κυρία Νταλογουέι της Virginia Woolf, Η Δίκη του Franz Kafka, Το Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου, η Έρημη Χώρα του T. S. Eliot και τα αναφέρω χωρίς σειρά, περισσότερο αυθόρμητα όπως το θέλει η ψυχανάλυση.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Τα διηγήματα του Γεωργίου Βιζυηνού «Το αμάρτημα της μητρός μου» και «Το μόνον της ζωής του ταξίδιον», τα διηγήματα του Anton Chekhov, του Edgar Allan Poe και του Franz Kafka.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Ο Γιώργος Χειμωνάς κι αντί να πω κάτι γι’ αυτόν, πέρα από το ότι έφυγε νωρίς, παραθέτω ένα απόσπασμα από το «Γιατρό Ινεότη». «Πρόκειται να έρθει το νέο είδος των ανθρώπων, ένα άλλο είδος ξαφνικό. Μια νέα ράτσα κι απόλυτοι θα έχουν μια αφάνταστη τελειότητα. Οι παλιοί άνθρωποι κι αυτός ο τρομαγμένος λαός θα πρέπει να εξαφανιστούν. Κανονίστηκε να πεθάνουν σε μια ορισμένη μέρα. Αλλά πρέπει να γυρίσουν ο καθένας στον τόπο του κι εκεί να πεθάνει. Ο Γιατρός Ινεότης βγαίνει και πηγαίνει κι αυτός με τον κόσμο. Έχει σύντροφο έναν γύφτο που ακόνιζε μαχαίρια. Όταν ήρθε η ώρα να πεθάνουν , έμαθαν πως δεν θα πεθάνουν με φυσικό θάνατο και χωρίς να πονέσουν, όπως τους είχαν πει. Αλλά με υπολογισμένο και βασανιστικό θάνατο σαν να τους τιμωρούσαν…».

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Το ότι γράφοντας ένα μυθιστόρημα, οι ήρωές του αποκτούν στην πορεία σάρκα και οστά και σε ακολουθούν, συζούν μαζί σου, δεν με εντυπωσιάζει. Είναι θαυμαστό όμως το πώς αυτονομούνται κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Μπορούν να σε αναγκάζουν ακόμα και ν’ αλλάξεις την εξέλιξη της ιστορίας σου. Πολλές φορές νιώθεις πως είσαι ένας υπηρέτης τους. Αφού τελειώσει το μυθιστόρημα παγιώνονται. Σα να κλείνονται σ’ ένα κιβώτιο και η τελεία στο τέλος του μυθιστορήματος τους κρατά εκεί μέσα άφθαρτους και σαν τιμωρημένους, να επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά τις ίδιες πράξεις. Βέβαια κάποιοι απ’ αυτούς θα επιστρέψουν στο επόμενο μυθιστόρημα να σε βρουν και πάλι, σα να δικαιούνται μια δεύτερη ζωή, μια δεύτερη ευκαιρία.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Η μαντάμ Μποβαρί, η κυρία Νταλογουέι και ο Γκρέγκορ Σάμσα που ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Παλιότερα είχα ένα πρόβλημα ακόμα και με τα σπίτια. Έχω αλλάξει όχι και λίγα. Αργότερα έγραψα και σε ξενοδοχεία κάνοντας διακοπές. Το πιο περίεργο ήταν όταν φοιτώντας στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής «αναγκάστηκα» να γράψω σε μια αίθουσα μαζί με άλλους και μάλιστα κατά παραγγελία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Έχω τη διαστροφή του συγγραφέα να παρακολουθώ εξονυχιστικά και σε βάθος τις ζωές των άλλων αλλά και τη δική μου. Συλλέγω συνεχώς. Μ’ ενδιαφέρουν και τα ελάχιστα καθημερινά που συγκινούν τους ανθρώπους. Αφήνω πολύ καιρό πράγματα, καταστάσεις και ήρωες να ωριμάσουν μέσα μου πριν καθίσω να γράψω ή για να είμαι ακριβέστερος, να πληκτρολογήσω. Απεχθάνομαι την αταξία του χειρόγραφου. Μικρότερος έγραφα σε γραφομηχανή. Τώρα πια είμαι ερωτευμένος με την οθόνη των υπολογιστών.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Κάθε ποίημα έχει τη μουσική του την οποία και «ξανακούω» κάθε φορά που το διαβάζω μετά. Η μουσική μου είναι άκρως απαραίτητη όταν γράφω. Κάτι σαν soundtrack του κειμένου που γράφω. Μπορώ να εξομολογηθώ για παράδειγμα πως για το μυθιστόρημα «Ερώτων και αοράτων» άκουγα σχεδόν αποκλειστικά Dead can dance και Liza Gerrard.

Ερώτων και αοράτων. Πότε γράφτηκε, υπό ποιες συνθήκες και πόθους; συγγράφηκε. Τώρα με μια χρονική απόσταση πώς σκέφτεστε την «αναπάντεχη», όπως χαρακτηρίστηκε, βράβευσή του;
Το «Ερώτων και αοράτων» ξεκίνησα να το γράφω το 2003 και τελείωσε μαζί με το 2006. Προέρχομαι από την ποίηση. Θεωρώ ότι στην εποχή μας είναι απολύτως ξεχασμένη. Τα νέα παιδιά δεν τη θέλουν και δεν τη γνωρίζουν. Έβαλα ένα στοίχημα με τον εαυτό μου να την παντρέψω με τη μορφή του μυθιστορήματος. Χρησιμοποίησα το μυθιστόρημα ως πολιορκητικό κριό. Υπήρξαν και κάποιες αντιδράσεις. Κάποιοι «θύμωσαν» όταν την διέκριναν σ’ ένα κείμενο που πρότεινα ως μυθιστόρημα. Στην ουσία η σκέψη μου είναι πάντα στη γλώσσα και στις δυνατότητές της. Η λογοτεχνικότητα είναι απλώς ένα αποτέλεσμα και μάλιστα ιδιαίτερα υποκειμενικό. Είχα στο νου μου την λογοτεχνική μας παράδοση, το Διονύσιο Σολωμό, τις παραλογές, το δημοτικό τραγούδι, την Αγία Γραφή. Οι περισσότεροι που γράψανε για το «Ερώτων και αοράτων» τα διέκριναν αυτά και ένιωσα δικαιωμένος. Το βραβείο μυθιστορήματος ήταν αναπάντεχο περισσότερο γιατί δεν υπήρξε ίχνος διαφήμισης για το βιβλίο μου σε αντίθεση με άλλα βιβλία της τότε short list του «Διαβάζω». Εκ των υστέρων θεωρώ σχεδόν επαναστατική την «απόφαση» της τότε κριτικής επιτροπής να το βραβεύσει.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Το «Ερώτων και αοράτων» έμοιαζε γλωσσικά και θεματικά λίγο παλαιικό. Αυτό που γράφω τώρα έρχεται από την αντίθετη πλευρά του χρόνου. Δεν θα μπορούσα ν’ αποκαλύψω το θέμα μου, περισσότερο γιατί προτιμώ να είναι ακόμα ρευστό. Ο ήρωάς μου είναι ένα δωδεκάχρονο παιδί. Εδώ και πολύ καιρό ζει μαζί μου.

Πώς βιοπορίζεστε;
Διδάσκω. Διδάσκω στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση κι επειδή θα ήταν αστείο να ισχυριστεί κανείς πως μπορεί έτσι να βιοποριστεί, θα πρέπει να ομολογήσω ότι επίσης διδάσκω ελληνικά σε ξένους ως δεύτερη γλώσσα και δημιουργική γραφή. Με μια λέξη, διδάσκω.

Η ενασχόλησή σας με την διδασκαλία σε δημοτικό σχολείο εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο στην συγγραφική διαδικασία ή πρόκειται για δυο χωριστούς κόσμους;
Θα ήταν ψέμα αν έλεγα πως η εργασία δεν επηρεάζει τη συγγραφή. Τα παιδιά είναι σπουδαίο υλικό και ισχυρή θετική κινητήρια δύναμη. Θυμάμαι το πόσο υπερήφανοι νιώθανε οι μαθητές μου τη χρονιά της βράβευσης του βιβλίου μου χωρίς να καταλαβαίνουν καλά καλά περί τίνος επρόκειτο. Να σημειώσω όμως πως η «αχαριστία» του ελληνικού κράτους, η «επιβράβευση» που επιφύλασσε σε όλους εμάς της εκπαίδευσης και όχι μόνο, με χρόνια προσφοράς, με ωραιότατες περικοπές και δεν αναφέρομαι μόνο στους μισθούς, είναι ένα γεγονός που με απογοητεύει βαθιά. Είμαστε οι τελευταίοι που ευθυνόμαστε για μια κρίση και οι πρώτοι που την πληρώσαμε. Πρόκειται για μια κρίση αξιών στην ουσία και δευτερευόντως οικονομική. Στην εκπαίδευση μικρός μπήκα από ιδεολογία. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα πλουτίσω αλλά ούτε ότι θα φτωχύνω.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Θα φανεί περίεργο αλλά αυτόν τον καιρό τη λογοτεχνία την παρακολουθώ κυρίως από τα λογοτεχνικά περιοδικά. Διαβάζω περισσότερο πράγματα που θα με βοηθήσουν στη συγγραφή του νέου μου βιβλίου. Η μελέτη και η έρευνα, όταν καταπιάνεσαι με ένα θέμα, θεωρώ πως είναι άκρως απαραίτητη. Διαβάζω λοιπόν βιβλία για την τεχνολογία.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.
Το ιστολόγιο είναι μια σπουδαία δυνατότητα. Με ενθουσιάζει η αμεσότητα και η δυναμική της επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Κάποιες φορές πανικοβάλλομαι στην ιδέα πως το βιβλίο πεθαίνει. Από την άλλη σκέφτομαι πως η λογοτεχνία θα είναι πάντα παρούσα με κάποιον τρόπο. Στον ιστό έχει τη δυνατότητα να το επιχειρήσει ο καθένας. Να «δημοσιεύσει» χωρίς να ψάξει εκδότη. Ίσως έτσι γεμίσουμε κάποια στιγμή με σκουπίδια. Από την άλλη είναι δικαίωμα του καθενός να γράφει και είναι επίσης απολύτως σεβαστός ο κόπος του. Το γράψιμο εξάλλου είναι εκτός των άλλων θεραπευτικό.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;
Δεν μπορώ να βάλω στεγανά στον τρόπο της έκφρασής μου. Πολλοί συνθέτες γράφουν και τους στίχους ή ακόμα και τραγουδούν οι ίδιοι. Πολλοί ηθοποιοί γράφουν ή σκηνοθετούν. Η ποίηση και η πεζογραφία δεν έχουν πιστεύω τελικά τόσο μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Η ισορροπία μεταξύ των δύο είναι ενδιαφέρουσα και δημιουργική.

Η συμμετοχή στην συντακτική ομάδα ενός λογοτεχνικού περιοδικού (στην δική σας περίπτωση ο Μανδραγόρας) τι είδους πνευματικές τέρψεις προσφέρει;
Μετά από δέκα χρόνια συμμετοχής μου στη συντακτική ομάδα του «Μανδραγόρα» διαπίστωσα έντρομος ότι με αναγνώριζαν ως κριτικό ποίησης. Αυτό δεν ήταν ποτέ μια από τις προσδοκίες μου. Έκρινα κάποτε αυστηρά, ψυχαναλυτικά, φιλολογικά, γλωσσικά τα κείμενα και δεν λογάριαζα τον παράγοντα άνθρωπο. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως ο κόπος και ο πόνος του καθενός θα πρέπει να είναι σεβαστός. Κριτικός μπορεί να είναι μόνο ο χρόνος. Νιώθω όμως ικανοποιημένος γιατί με κάποιον τρόπο ανακάλυψα και μίλησα για νέους ποιητές που τώρα πια κάνουν σημαντικά πράγματα, όπως ο Γιάννης Αντιόχου, ο Βασίλης Αμανατίδης, ο Γιώργος Λίλης, και νιώθω δικαιωμένος μ’ αυτό.

Στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού (δε)κατα (τ. 21, άνοιξη 2010, αφιέρωμα στην Ζωή του Συγγραφέα) δημοσιεύεται ένα μεγάλο κείμενο του Louis Menand σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να διδάσκεται η δημιουργική γραφή. Ποια είναι η δική σας γνώμη και τι σχετικές εμπειρίες έχετε;
Η δημιουργική γραφή ασφαλώς και διδάσκεται. Η έμπνευση όχι. Ο πρώτος μου στόχος πάντως, όταν διδάσκω δημιουργική γραφή, είναι ο καλός αναγνώστης. Πάντως γίνεται λόγος για κάτι που στην Αμερική και την Ευρώπη είναι διαδεδομένο εδώ και δεκαετίες. Στην ουσία πρόκειται για συστηματική εξάσκηση και ανατροφοδότηση. Κάτι δηλαδή άκρως απαραίτητο για τους συγγραφείς. Σπούδασα δημιουργική γραφή μετά τη βράβευση του «Ερώτων και αοράτων». Με κάθε τρόπο νιώθω πολύ πιο στέρεο πια το έδαφος κάτω από τα πόδια μου ή πολύ πιο γεμάτες τις αποσκευές μου.

Φέτος ανέβηκε και το θεατρικό σας έργο «Η Γριά Μώρα». Ένα άλλο είδος γραφής διεκδικεί θέση ανάμεσα στα προηγούμενα δυο;
«Η γριά Μώρα» με «ω» από το μωρός ή με «ο» από τις σλάβικες καταβολές της, είναι ένα εκτενές ποίημα, δημοσιευμένο μάλιστα στην τελευταία «Ποιητική», που εξαιτίας ενός φίλου μπήκα στον πειρασμό να το μεταγράψω ως θεατρικό. Το αποτέλεσμα δεν μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε. Όμως, το έχω ξαναπεί, δεν πιστεύω πως υπάρχουν στεγανά μεταξύ των λογοτεχνικών ειδών. Ίσως ένας ορίζοντας που συνεχώς μετατίθεται, αλλά όχι στεγανά.