Εντευκτήριο τεύχος 94 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2011)

Απ’ όλες τις αναχωρήσεις μου η πιο ανυπόμονη/αυτή που μ’ αναστάτωνε, ήταν σαν πήγαινε/να συναντήσω τη γυναίκα που αγαπούσα./Ο χρόνος μού φαινόταν όσο ποτέ αργός/όμως τον γέμιζα με προγεύσεις ευτυχίας/χωρίς να προσέχω τους χώρους, τα τοπία/χωρίς να παρατηρώ τους άλλους ταξιδιώτες/Την άφιξή μου έτρεχα ν’ αναγγείλω/απ’ τα δημόσια τηλέφωνα, δεν είχα τότε κινητά/η υποδοχή μου, πρέπει να πω, δεν ήταν πάντα/όπως την περίμενα, μα ό,τι κι αν γινόταν/το ταξίδι έμενε στη μνήμη μου ανεξίτηλο/οι χώροι, τα τοπία, εμφανίζοντας ξανά/ακόμα κι οι άγνωστοι συνταξιδιώτες./Αργότερα το σκέφτηκα πως μπορεί κι εκείνοι/να μη βρήκαν φτάνοντας ό,τι προσδοκούσαν

…γράφει ο Τίτος Πατρίκος σ’ ένα από τα οκτώ νέα ποιήματα (το συγκεκριμένο υπό τον τίτλο «Το ταξίδι και οι ταξιδιώτες») που προσφέρει στο δεύτερο συνεχόμενο Ερωτικόν τεύχος του περιοδικού, του αφιερώματος δηλαδή εις Του κορμιού τα πάθηΕδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, το πρώτο μέρος του οποίου παρουσιάσαμε αναψοκοκκινισμένοι εδώ.

Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Philip Larkin, Γρηγόρης Μπέκος, Χρήστος Οικονόμου, Βισέντε Ουϊδόμπρο, Άκης Παπαντώνης, Νόρα Πυλόρωφ – Προκοπίου, Ιωάννα Ράπτη, Αρθούρος Ρεμπώ, Θοδωρής Σαμαράς, Γιαν Χένρικ Σβαν, Π.Μπ. Σέλλεϋ, Ανν Σέξτον, Μαρία Σούμπερτ, Μαρία Στασινοπούλου, Γιώργος Τούλας, Γκεόργκ Τρακλ, Γιάννης Τσίρμπας, Μισέλ Φάις και Κυριάκος Χαλκόπουλος σκορπάνε τις λέξεις τους ανάμεσα σε σώματα αγκαλιασμένα, ποθημένα, ιδρωμένα, οργασμένα κι οργωμένα. Ιδιαίτερα απολαυστικά, μεταξύ πολλών, το κείμενα του Gilbert Lascault (τις σπαρταριστές μικρές φόρμες του οποίου θυμάμαι στην παλιά έκδοση της Εστίας με τον τίτλο Ένας Ναρκοθετημένος Κόσμος), με σύγχρονες παραλλαγές του μύθου της Κοκκινοσκουφίτσας (σε μια εκ των οποίων ετοιμάζεται το 1915 να κάνει το κόκκινο σκουφάκι της σημαία μιας μελλοντικής επανάστασης), σε μτφ. Αχιλλέα Κυριακίδη, αλλά και μια μεταβιβλική ιστορία του Λευτέρη Ξανθόπουλου («Οι κουτσουλιές του Θεού»), όπου ο έρωτας περνάει φευγαλέα, όπως η σκόνη της ερήμου της Θηβαΐδας…

Το αφιέρωμα κοσμείται βέβαια από απολύτως εντός κλίματος έργα ζωγραφικής και φωτογραφίες των Αντόνιο ντε Μεσίνα, Gunter Brus, Simon Costin, Απόστολου Κιλεσσόπουλου, Γιώργου Ρόρρη, Γιώργου Μπουζιάνη, Λητώς Δούμουρα, Φράνσις Μπέικον, Ξενοφώντα Μπήτσικα, Γκαρνέ, Έντουαρντ Χόπερ, Μικελάντζελο, Hannah Wilke, Μαρίας Σούμπερτ, Διαμαντή Διαμαντόπουλου, Ροντέν, Γιάννη Στυλιανού, Γιάννη Δημητράκη, Ferdinand Hodler και Edvard Munch. Εκτός ερωτικής πεδιάς αλλά εντός εντευκτηριακού κλίματος, ένα αιρετκό δοκίμιο του Θανάση Αθανασόπουλου-Καλόμαλου («Ποιήματα, όχι ποιητές»), ένα ταξιδιωτικό οδοιπορικό της Νέλλης Ανδρικοπούλου στη Βαγδάτη του 1965 κι ένα άρθρο του Μιχάλη Πολυμένη για την επίδραση που άσκησε στο λογοτεχνικό έργο του Χέμινγουεϊ η εμπειρία του ως πολεμικού ανταποκριτή στη Μικρά Ασία το 1922.

Ακηδείς θαμώνες των απέραντων καφετεριών της επικράτειας· δίπλα μπετονιέρες, εκσκαφείς, φορτηγά εν αναμονή σε παραλίες, εκτελεστικά όργανα της νεοελληνικής ευδαιμονίας. Μετέωροι εργάτες δίνουν φως σε αφρο-ελβετικού μπαρόκ αυθαίρετα, διώχνοντας ένα αγροτικό που αποσύρεται στο σούρουπο. Σιλουέτες έφιππων εξερευνητών στρατοπεδεύουν στην ακτή κοντά σε ένα μάρκετ που διανυκτερεύει υπό το φως του Edward Hopper… είναι κάποια από τα λόγια που γράφει ο Μανώλης Σκούφιας για τις φωτογραφίες του Μιχάλη Κουλιέρη που καδράρονται αυτή τη φορά εντός Camera Obscura και δεν είναι η πρώτη φορά που σκέφτομαι πως πολλά σχετικά κείμενα, αλλά και τα αντίστοιχα σε καταλόγους εκθέσεων και συναφείς εκδόσεις πλησιάζουν πολύ, σχεδόν σε απόσταση αναπνοής, την ποίηση.

Και τι γίνεται όταν ο έρωτας φτάσει στην φυσική του κατάληξη, που είναι το τέλος του; Ίσως να έχουμε κατά νου τις φράσεις του ήρωα του Γιώργου Αδαμίδη («Όσα μου έμαθε το σώμα του»): Δεν μ’ αρέσει ο πόνος, όπως δεν αρέσει στους πιο πολλούς. Αλλά προτιμώ να πονάω, παρά να μη νιώθω τίποτε. Έμαθα να διαχειρίζομαι τον πόνο, που κρατάει πολύ, ενώ η χαρά κρατάει λίγο· την επόμενη στιγμή δεν υπάρχει τίποτε να διαχειριστείς.

Τα έργα τέχνης προέρχονται από το διαδίκτυο, το πρώτο από τον Karl Denton και το δεύτερο από τον Άγνωστο Ρωμαίο Καλλιτέχνη. Όπως θα διακρίνει το ερωτικώς υποψιασμένο καλλιτεχνικό μάτι, επιλέξαμε έργα όπου η ταυτότητα των φύλων είναι ασαφής. Όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί είναι πιθανοί.

Ριού Μουρακάμι – Σχεδόν διάφανο γαλάζιο

Έβαζα τα δυνατά μου ν’ ανασάνω αλλά μετά βίας έπαιρνα λίγο, ελάχιστο αέρα, κι αυτός ακόμη έμοιαζε να μην μπαίνει από τη μύτη ή το στόμα μου, αλλά σαν να περνούσε από μια μικρή τρυπούλα στο στήθος μου. Οι μηροί μου είχαν κι αυτοί μουδιάσει τόσο που σχεδόν δεν μπορούσα να κουνηθώ. Κάθε τόσο ένας πόνος μου έσφιγγε την καρδιά. Οι πρησμένες φλέβες στα μηνίγγια μου συσπούνταν. Με το που έκλεισα τα μάτια μου, ένιωσα να με πιάνει πανικός, σαν να με ρουφούσε μέσα του με τρομερή ταχύτητα ένας χλιαρός στρόβιλος. Κολλώδη χάδια διέτρεχαν όλο μου το κορμί, κι άρχισα να λιώνω σαν το τυρί στο χάμπουργκερ. Πώς είναι όταν έχεις στάλες λάδι σε νερό έτσι ένιωθα έντονα διακριτές περιοχές κρύου και ζέστης να μετατοπίζονται στο σώμα μου. Στο κεφάλι μου και στο λαρύγγι μου και στην καρδιά μου και στον πούτσο μου μετακινούνταν κύματα πυρετού. [σ. 27]

Πριν ακόμα φτάσουμε εκεί, ήδη από την πρώτη εικόνα με την γυμνή ιδρωμένη γυναικεία πλάτη, το κραγιονισμένο τσιγάρο, κόκκινο φως, πόδια που ξεκαλτσώνονται κι ένα μπουκάλι κρασί έτοιμο να χυθεί, αντιλαμβάνεται κανείς πως αυτές οι σχεδόν διάφανες γαλάζιες σελίδες δεν θα κρύψουν τίποτα από τα ενδότερα ενός ιδιαίτερου κόσμου. Ο κεντρικός χαρακτήρας Ριού (παραδοχή αυτοβιογράφησης;) κολυμπάει καθημερινά σε ναρκωτικές θάλασσες και αλκοολούχα νερά, μαζί με μια σειρά άλλων προσώπων με τα οποία συνουσιάζεται, συνφτιάχνεται, συνομιλεί και συνταράζεται. Το περιβάλλον τους είναι μια τερατώδης αστυγραφία, ένας ασφυκτικός περίγυρος καταναλωτισμού και βίαιης εκδυτικοποίησης, μια Ιαπωνία που ούτως ή άλλως ιλιγγιώνεται μια φαντασμαγορική τεχνολογική κούρσα, πιστή ακόλουθος της αμερικανικής ιδέας (η στρατιωτική βάση και τα πιόνια της βρίσκονται πάντα σε απόσταση αναπνοής). Τι άλλο (καλύτερο) υπάρχει λοιπόν να κάνει κανείς από το να λιώνει με τους ομοίους του στην λαγνεία, τον αλληλοβιασμό, τις ουσίες, το διαρκές «χάσιμο», τον σωματικό πόνο, τις πάσης φύσεως εκτονώσεις και εκκρίσεις;

Καθώς η ναυτία εναλλάσσεται με τον οργασμό, οι πόσεις με τους εμετούς, οι εκστάσεις με τις καταπτώσεις, οι μορφασμοί με τα γέλια, όλοι τους μοιάζουν να ζουν καθυστερημένα τα 60ς, ανεστραμμένα πλέον στην απόλυτη απομόνωση και την αυτοκαταστροφική τοξικομανία. Η κοινότητα εδώ είναι εύκολα ανατινάξιμη: Ό, τι τους συνδέει μπορεί να τους χωρίσει. Από την άλλη δεν αγνοούν απλώς, αλλά φτύνουν μια ιαπωνική κοινωνία που μόλις βγαίνει υπερήφανα, αν και τρεκλίζοντας, από το ένδοξο παρελθόν και τρέχει να βγει πρώτη στην καταιγιστική κούρσα της ανάπτυξης. Από την αρχαιότητα των σαμουράι ως την απόλυτη μοντερνοποίηση η απόσταση λες και διανύθηκε σε κλάσματα φωτός.

 Η περιφερειακή πλοκή αδυνατεί να σταθεί σε κάποιο σημείο, οπότε αναλαμβάνει ο εικονολάγνος κινηματογραφικός φακός του Μ. να ακολουθήσει λαχανιαστά τις παρεκτροπές των χαρακτήρων που ζαλισμένοι απ’ τα Nibrole και αναίσθητοι / παραίσθητοι από τα Philopon και τις κάψουλες μεσκαλίνης σέρνονται σε βρώμικα δωμάτια, ανάμεσα στα πεταμένα εσώρουχα, γόβες με στάχτες, απομεινάρια φαγητών, έντομα, μπουκάλια, σπέρματα. Όμως να μην πει κανείς πως η παθητικότητα των χαρακτήρων είναι αποκλειστικό προνόμιο της παραιτημένης νεότητας, εφόσον αποτελεί καθολικό χαρακτηριστικό όλων των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών όπου οι πάντες ανέχονται τα πάντα. Ακόμα κι έτσι αυτοί εδώ έχουν περισσότερες πιθανότητες να ζήσουν έστω και επιθανάτιες κορυφώσεις. Και στις φωτεινές τους διαλείψεις μπορούν να δουν πολύ περισσότερα, και ιδίως ο Ριού, ήρωας και δημιουργός του, που όταν οι άλλοι μέσα στην παραζάλη και τις παρενέργειες ίσα που μπορούν να ακούσουν στα πικάπ Doors, Hendrix, Stones, It’s a Beautiful Day, Mal Waldron, το σάουντρακ του Orfeu Negro, τις σάμπες του Luiz Bonfá και τους …Osibisa, εκείνος αντιλαμβάνεται τις ανατάσεις που κρύβονται εκεί μέσα, αποστασιοποιείται, μοιάζει να κρατά σημειώσεις και να παρατηρεί τον κόσμο όπως όταν ήταν μικρός.

Φώτα νέον που σου τρυπούσαν τα μάτια και προβολείς απ’ τα διερχόμενα αυτοκίνητα που κόβανε το σώμα στα δυο, φορτηγά που περνούσαν μ’ ένα βουητό όμοιο με τις κραυγές τεράστιων υδρόβιων πτηνών, μεγάλα δέντρα που ξεφύτρωναν ξαφνικά μπροστά μας κι ερημωμένα, ρημαγμένα σπίτια στην άκρη του δρόμου, φάμπρικες με παράξενα μηχανήματα αραδιασμένα το ένα πλάι στο άλλο, τσιμινιέρες που ξερνούσαν φωτιά ψηλά στον ουρανό – ο δρόμος ξετυλιγόταν μπροστά μας σα λιωμένο ατσάλι που χύνεται απ’ το καμίνι. Το φουσκωμένο σκοτεινό ποτάμι που έκλαιγε σαν κάτι ζωντανό, ψηλό χορτάρι δίπλα στο δρόμο να χορεύει στον αέρα, ένας ηλεκτρικός σταθμός μ’ έναν μεγάλο μετασχηματιστή περιφραγμένο μ’ αγκαθωτό σύρμα να ξεφυσά ατμούς, κι η Λίλυ να γελά, να γελά τρελά… [σ. 104]

Ήταν το πρώτο σοκ με το οποίο ο συγγραφέας (γενν. 1952, συνώνυμος πλην άσχετος με τον Χαρούκι Μουρακάμι) φιλοδώρησε την ιαπωνική κοινωνία, επιφυλάσσοντάς της μερικά ακόμα τόσο με μυθιστορήματά του, όπως το Coin Locker Βabies, σχετικά με τα παιδιά που εγκαταλείπονται στις θυρίδες των σιδηροδρομικών σταθμών, το απολύτως ροκ εντ ρολλ 69, όντας και ο ίδιος ρόκερ, το Kyoko (το μόνο μέχρι στιγμής εδώ μεταφρασμένο, ως Η Κυόκο στη Νέα Υόρκη), όσο και με τον κινηματογράφο του, βασική ασχολία που άσκησε σεναριακά και σκηνοθετικά, από το περίφημο Τokyo Decadence (γνωστό και ως Topaz, με μουσική Ryuchi Sakamoto) έως τα Αudition και Raffles Ηotel.

Ανεξάρτητα από συσχετίσεις με Ντε Σαντ, Ζενέ, Μπουκόφσκι, Μίσιμα, Μίλλερ, Μπρετ Ιστον Ελις, Παλανιούκ, την «Γλώσσα του φιδιού» της Χιτόμι Κανεχάρα και τα Bushido εγχειρίδια, πέρα από τίτλους του «απόκρυφου ευαγγελίου» της ιαπωνικής νεολαίας και του κορυφαίου απωανατολικού «καλτ» μυθιστορήματος, ετούτο το απόλυτο ιαπωνικό sex, drugs and rock ΄n΄ roll μας είναι εξαιρετικά οικείο και για έναν ακόμα λόγο: συνομιλεί με τον Νίκο Νικολαΐδη, από την Γλυκειά Συμμορία στο Singapore Sling, και γι’ αυτό εκτός από αναγνωστικές, μας γέμισε με ψυχικές συγκινήσεις.

Συντεταγμένες: Εκδ. Printa, 2008 [Σειρά Σύγχρονοι Πεζογράφοι], μτφ. Αλέξανδρος Καρατζάς, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, προλογ. σημείωμα Πόπη Μουσουράκη, σελ. 205, με χρησιμότατες σημειώσεις του μεταφραστή (Ryu Murakami, Kagirinaku tomei ni chikai buru, 1976 / Αγγλ. τίτλος Almost transparent blue).

Επισκεπτήρια – κλειδαρότρυπες: http://latemag.com/tokyo-decadence-clips, http://www.youtube.com/watch?v=47HEgmcXpoQ

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.