Λουίς Σεπούλβεδα – Τελευταία νέα από το Νότο

 Το ε1υρετήριο των απωλειών και η παταγωνιώδης μνήμη

 Φωτογραφίες: Ντανιέλ Μορτζίνσκι

Όπως μερικά σπάνια βιβλία γεννιούνται πάνω στην συνύπαρξη των φίλων και στη συνομιλία της στιγμής, έτσι κι ετούτο γεννήθηκε ένα απόγευμα στο Παρίσι του 1996, με τον συγγραφέα και τον αργεντινό φωτογράφο συνεργάτη του Ντανιέλ Μορτζίνσκι (Μπουενος Άιρες, 1960) να μιλούν για την σχέση κειμένου και φωτογραφίας, που μέχρι τότε τους είχε συνταξιδέψει σε όλες τις κοσμικές γωνίες για ρεπορτάζ εφημερίδων και περιοδικών. Μόνο που η περιορισμένη έκταση χώρου στα έντυπα και η τρομαγμένη λογοκρισία ορισμένων εξ’ αυτών άφησε τους δυο κομπανιέρος με ανοιχτούς λογαριασμούς μπροστά στους ανοιχτούς ορίζοντες του Νότου. Έτσι μόνοι τους αυτή τη φορά αποφάσισαν να κυκλώσουν τα τρεισήμισι χιλιάδες χιλιόμετρα της νοτιότερης Λατινικής Αμερικής

Luis_SepulvedaΚαι πάλι όμως! Συγκέντρωσαν τις φωτογραφίες σε κόντακτ και όλα όσα έζησαν μετατράπηκαν σε θέμα συζήτησης με τους φίλους αλλά όχι σε βιβλίο – άλλωστε ο φωτογράφος επέμενε ότι τα βιβλία είναι κάτι ζώα παράξενα, απρόβλεπτα, κι ότι υπάρχουν ιστορίες που προτιμούν να τις αφηγείσαι με τη θαλπωρή ενός κρασιού, που τους αρέσει να κουρνιάζουν με χίλιους τρόπους στο στόμα του αφηγητή τους, ώσπου να φτάσει η στιγμή που αυτές και μόνο αυτές θ’ αποφασίσουν να γίνουν λέξεις στο χαρτί. Άλλωστε ο Σεπούλβεδα διαφοροποιεί τις επιθυμίες του από τις καθιερωμένες των ομότεχνών του: δεν επιθυμεί τα γραπτά του να αποτελούν μνήμη του συγγραφέα  αλλά μέρος της συλλογικής μνήμης, ένα κομμάτι του ελεύθερου αέρα που υπερασπίζονται οι άξιοι άνθρωποι.

Ήρθε τελικά η στιγμή2 να γραφούν και αυτές οι ιστορίες που λειτουργούσαν ως καταφύγιο για τον συγγραφέα, κάθε φορά που δεν αισθανόταν καλά, πόσο μάλλον κατά την τελική γραφή τους. Κάθε μια τους ασχολείται με κάτι οριστικά χαμένο, σαν παρμένο από το «ευρετήριο απωλειών» της εποχής, κατά την έκφραση του εκλεκτού του φίλου και επίσης συγγραφέα Οσβάλντο Σοριάνο, ή σαν ένα βιβλίο μεταθανάτιων ειδήσεων ή ένα μικρό μυθιστόρημα για εξαφανισμένες περιοχές.

Και το ταξίδι, αυτός «ο υπέροχος μηχανισμός ζωής που πάντα φέρνει κοντά τους ομοίους μας», ξεκινάει από την Παταγονία, τον τόπο για τον οποίο ο βρετανικός Τύπος παραληρούσε όχι για την εύθραυστη ομορφιά του αλλά για τις διαφαινόμενες οικονομικές ευκαιρίες, υπό την προϋπόθεση βέβαια τηN2ς «ανάγκης εξόντωσης των βαρβάρων». Γι’ αυτό και γέμισε με καταπατητές, διψασμένους για εδάφη που δεν έμελλε να αγαπήσουν ποτέ. Σήμερα οι επιζώντες τουέλτσε και μαπούτσε επέλεξαν να μη γίνουν άλλη μια τουριστική ατραξιόν και συνεχίζουν να ζουν στις Άνδεις, διατηρώντας την κουλτούρα τους, μια κουλτούρα αντίστασης και μνήμης – κι ας γνωρίζουν πόσο δύσκολο είναι να γραφεί η ιστορία των νικημένων («Καθ’ οδόν»).

Το ευρετήριο των απωλειών παραμερίζεται κάθε φορά που ο συγγραφέας βρίσκεται με τους φίλους του, στις τελετουργικές βόλτες στα ζαχαροπλαστεία ή στο Edelweiss, όπου συναντά τον καυστικό σατιριστή Ενρίκε Πίντι και τον Σοριάνο, που μόλις έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Η ώρα δίχως σκιά. Όποτε διαβάζουμε ή γράφουμε, συμφωνούν οι τρεις ομοτράπεζοι, πραγματώνουμε μια φυγή, την πιο αγνή και νόμιμη δραπέτευση. Όταν η κουβέντα πάει στον πόλεμο στις Μαλβίνες και τους νεκρούς φίλους, αναρωτιούνταιN3 τι να γραφτεί από τις ιστορίες που γεμάτες βρόμα και ατιμία βγαίνουν με βορβορυγμούς από τις διηγήσεις. Είναι όμως εκεί, λουφάζουν, κρύβονται, και περιμένουν τον συγγραφέα, όπως έλεγε και ο Κορτάσαρ – κι οι φίλοι οφείλουν να τις  γράψουν («Η καρδιά της μνήμης μου»).

Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε μ’ αυτό; Ό,τι τολμούν να κάνουν κάποιοι από τους χαρακτήρες μας; Είναι σίγουρο πως αυτοί εκδικούνται για λογαριασμό μας και για λογαριασμό όλων όσοι μέσα τους κρατούν ακόμα την ιερή οργή των νικημένων, των προδομένων, στις φλέβες τους κυλάει μελάνι, κι ακριβώς γι’ αυτό είναι κόσμιοι. [σ. 42]

N1Ακόμα κι όταν το αυτοκίνητο χάνει τον προσανατολισμό του η παρέα δεν σταματάει, καθώς στην Παταγονία λένε πως η οπισθοδρόμηση είναι γρουσουζιά και η μοίρα είναι πάντα μπροστά. Ευτυχώς αγνωστικιστές, όπως τονίζουν οι δυο συνεργάτες, αναζητούν την εσωτερική γαλήνη που μόνο η δράση χαρίζει. Μια τέτοια «χαμένη» πορεία τους οδηγεί στο σπίτι μιας ευτυχισμένης γριούλας που φαίνεται να ζει «μόνη της», αλλά πόσο μόνη, απορεί, όταν έχει σκύλο, πρόβατα, φυτά και λουλούδια. Οι μαγευτικές ιστορίες της δόνια Ντέλια είναι γεμάτες με την απλούστερη ευτυχία, όπως τώρα που μοιράζεται τα γενέθλια των ενενήντα πέντε χρόνων της με δυο ταξιδιώτες, ή, όπως όταν οι καταπατητές ήρθαν και πετσόκοψαν τη γη, έφεραν και τον … Τεντ Τέρνερ με τον Σιλβέστερ Σταλόνε να αγοράσουν σε τιμή ευκαιρίας. Όμως η είδηση διαδόθηκε από πουλπερία σε πουλπερία και οι κινήσεις κάποιων αγωνιστών της ζωής απέτρεψαν την αγορά και ιδού τι συμβαίνει στην Παταγονία: η εύθραυστη «κυρά των θαυμάτων» νίκησε τον Ράμπο!

Patagonia-ExpressΟι ιστορίες είναι άξιες διήγησης, ανάγνωσης και διασποράς, είτε διαβάζουμε για τα παιδιά της Βιολέτα Πάρα και τον Ομάρ Τορίχος, τον παναμέζο στρατιωτικό και επαναστάτη που χρημάτισε Πρόεδρος της χώρας του για δεκατρία χρόνια μέχρι να δολοφονηθεί, είτε για την Ταξιαρχία Ραμόνα Πάρα (το εικαστικό και τοιχογραφικό «κίνημα» των μελών της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Χιλής) και το Μέτωπο Μανουέλ Ροδρίγκες (τη χιλιανή αντιστασιακή ομάδα που συγκροτήθηκε το 1983 για να πολεμήσει το καθεστώς Πινοτσέτ), τους ποιητές, ακτιβιστές και αγωνιστές, με όλες τις πολύτιμες πληροφορίες χάρη στο – όπως πάντα – πλήρες ευρετήριο του μεταφραστή, απαραίτητου συνταξιδιώτη μας και πρεσβευτή του καθάριου σεπουλβεδιανού κόσμου. Που όσο πικρός κι αν είναι, όπως στο τελευταίο ταξίδι του Παταγονία Εξπρές, άλλο τόσο γεμίζει φως τους αξιοπρεπείς και τους δίκαιους.

Εκδ. Opera, 2012, μετάφραση – σημειώσεις Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 175, με ευρετήριο ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων και γλωσσάριο [Luis Sepulveda & Daniel Mordziski – Últimas noticias del Sur, 2011]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο Παταγωνιώδεις Ήρωες.

Λουίς Σεπούλβεδα – Ιστορίες από δω κι από κει

1ΒΟύτε λήθη, ούτε συγγνώμη

Μια παλιά κούτα που ανακαλύπτει ο συγγραφέας γεμάτη με παλιά γραπτά του αρκεί για να εμπνεύσει το βιβλίο και, όπως συμβαίνει με τέτοιες ευρέσεις, είναι σαν να συναντιέσαι με τον παλιό σου εαυτό. Το πρώτο κείμενο – εύρημα άρχιζε το 1991 και αφορούσε την επιστροφή του στη Χιλή μετά από δεκατέσσερα χρόνια εξορίας, για να ζήσει τα τελευταία εικοσιτετράωρα μιας ανελέητης δικτατορίας. Οι λέξεις δεν είναι πάντα πρόσφορες, ιδίως σε καταστάσεις που προκαλούν βουβαμάρα και θεραπεύονται μόνο με την οργή ή την δράση. Και ποιες λέξεις άλλωστε είναι ικανές να εκφράσουν την επιστροφή σε μια δημοκρατία περισσότερο καρπό της απόγνωσης παρά θάρρους, μια κατά παραχώρησιν ελευθερία που κρύβει τα ονόματα των παρανόμων;

11662048_b44b5bd2e8Η ιστορία είναι γνωστή: η μετάβαση από τις δικτατορίες του Φράνκο, του Τρίτου Ράιχ – και της Ελλάδας, να προσθέσω – επιβάλλουν τη λήθη ως εθνική ανάγκη. Οι δημοκράτες λοιπόν αντικαταστάτες παραδέχτηκαν μεν επίσημα ότι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας διαπράχθηκαν πάνω από δυο χιλιάδες δολοφονίες αλλά αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε δίκες. Στο όνομα της πατρίδας θα επιβληθεί η λήθη της απουσίας …και θα συμφιλιωθούν αυτοί που υπέφεραν από την αστοργία της Εξουσίας, με τους δήμιους εκείνων που τους στέρησαν το αύριο. Κι έτσι για άλλη μια φορά μένει το γράψιμο, που μεταμορφώνεται πια σε επώδυνη εναλλακτική, φορτωμένη με την αγωνία της απόδοσης δικαιοσύνης, μετατρέποντας την συγγραφική έκφραση «σε μια γελοία γκριμάτσα, σε μια χειρονομία ηλιθίου που μας επιστρέφει ο καθρέφτης της πραγματικότητας».

4Ο συγγραφέας επιστρέφει στους τόπους που έκανε τα παλιά του ρεπορτάζ και αναζητάει τους παλιούς ανθρώπους αλλά του φαίνονται διαφορετικοί: άλλοτε ζούσαν μια δραστήρια κοινωνική ζωή, ουσιαστικά δημοκρατική, συμμετέχοντας σε διάφορες λαϊκές οργανώσεις, από εκείνες που εξασφαλίζουν τη συμμετοχή και ανανεώνουν τους επικεφαλής όταν αποδεικνύονται αναποτελεσματικοί. H οργανωτική κουλτούρα, κάποτε ενσωματωμένη στο συλλογικό όνειρο των χιλίων ημερών διακυβέρνησης της χώρας από τον Αγιέντε, τώρα σ’ όλες τις επαρχίες όπου ταξιδεύει αποτελεί ανάμνηση. Δεν του μένει λοιπόν παρά να καταγράψει τις διηγήσεις τους, και ακόμα κι όταν ακούει διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ιστορίας, χαμογελάει, καθώς επιβεβαιώνει ότι σ’ όλους τους ανθρώπους αρέσει να λένε ιστορίες.

Κι έτσι γεμίζει το βιβλίο με ιστορίες: για τον αγέρωχο μποξέρ Λόκο Γαρίδο που νικούσε τους πάντες αλλά υποχρεωνόταν να σιωπά στα χτυπήματα των αστυφυλάκων· για την 17χρονη Σεσίλια που όποτε ονειρεύεται λυσσάει απ’ το κακό της γιατί όλα τα όνειρα λένε ψέματα· για τους κατοίκους μιας συνοικίας που δεν έχουν να πληρώσουν το ρεύμα ζουν στο σκοτάδι· για το γαλακτοπωλείο που άνοιsalvador-allendeξαν κάποιοι νέοι μόνο γάλα δε πουλάει γιατί είναι πολύ ακριβό· για την μικρή πλατεία όπου όλοι κάποτε φύτεψαν από ένα δέντρο αλλά τώρα με τις ευλογίες του κράτους τσιμεντώθηκε και συρματοπλέχθηκε.

Ιστορίες που καμία Ιστορία δεν έγραψε, όπως του Αουγούστο Ολιβάρες, του χιλιανού δημοσιογράφου που αυτοκτόνησε στο πλευρό του Αγιέντε έχοντας ως μόνο όπλο την Olivetti του, για να μην πέσει στα χέρια του χιλιανού στρατού που ατιμάστηκε δια παντός με τη συμπεριφορά του στους αιχμαλώτους του φασισμού· και ιστορίες που άλλαξαν τον κόσμο, όπως εκείνη της Διεθνούς Ταξιαρχίας Σιμόν Μπολιβάρ, των εθελοντών από διάφορες χώρες που στρατεύτηκαν με τους Σατινίστας στο αγώνα απελευθέρωσης της Νικαράγουας από τη δικτατορία του Σομόσα – μέλος της οποίας υπήρξε και ο ίδιος ο συγγραφέας, ένας ακούραστος αγωνιστής.

Luis-SepulvedaΌλες οι ιστορίες του Σεπούλβεδα διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται· όπως εκείνη όπου η υπάλληλος του παλαιοβιβλιοπωλείου τον ρωτάει για το Κόκκινο Ιππικό, την συλλογή διηγημάτων του Ισαάκ Μπάμπελ που ο συγγραφέας επιλέγει να αγοράσει. Εκείνος της αφηγείται την ιστορία της επανάστασης και το θλιβερό τέλος του σοβιετικού συγγραφέα και αμφότεροι καταλήγουν στη διπλανή καφετέρια πίνοντας προς τιμήν του. Λίγο καιρό αργότερα, και σε μια άλλη ιστορία, το βιβλίο χαρίζεται σε μια βιβλιοθήκη που στήνεται σε μια φτωχογειτονιά του Σαντιάγο και ο Σεπούλβεδα συγκινείται γιατί «δε έχουν χαθεί τα πάντα». Σε κάποια άλλη μας οδηγεί στην πραγματική ιστορία που ενέπνευσε το πρώτο του μυθιστόρημα, Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης. Ο γέρος ανήκε σ’ έναν οικισμό γηγενών Αμερινδών του Εκουαδόρ, πρώτη μακροχρόνια στάση της εξορίας του συγγραφέα, όπου έγινε δεκτός ως μέλος τους με κάθε υποχρέωση και δικαίωμα.

sepulveda luisΚάποτε σ’ ένα τραπέζι ο συγγραφέας συνευρίσκεται μ’ έναν πρώην αντάρτη κομαντάντε, έναν από τους περισσότερο καταδιωγμένους αγωνιστές. Οι συνδαιτυμόνες έχουν μοιραστεί την ήττα, την εξορία και την απώλεια αλλά δεν μιλάνε γι’ αυτά. Τους αρκεί που υπήρξαν στρατευμένοι στον δικαιότερο αγώνα, στο ευγενέστερο όνειρο – και που τώρα είναι απελευθερωμένοι από το βάρος του όπλου στο ζωνάρι. Οι ουλές τους δεν είναι μόνο ορατές αλλά και αόρατες, κάτω απ’ το δέρμα.

Όταν χωριζόμαστε, ευτυχισμένοι, λαμπεροί, αγκαλιαζόμαστε σφιχτά και λέμε ο ένας στον άλλον να προσέχει. Δεν το λέμε με λόγια, αλλά στη δύναμη της αγκαλιάς μας υπάρχει το αξίωμα που μας ενώνει και μας επιτρέπει να βαδίζουμε με αξιοπρέπεια, να κοιτάζουμε τα παιδιά μας χωρίς να ντρεπόμαστε, να μεριμνούμε για το μέλλον που θα ζήσουν τα εγγόνια μας. Κι αυτό το αξίωμα είναι το εξής: Ούτε λήθη, ούτε συγγνώμη. [σ. 47 – 48]

Εκδ. Opera, 2011, μτφ. – σημειώσεις και «εγκυκλοπαιδικό λεξικό ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων» Αχιλλέας Κυριακίδης,  σελ. 167 [Luis Sepúlveda, Historias de acqui y de allá, 2010].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.