Κάρλος Φουέντες – Η θέληση και η τύχη

Ο επιθανάτιος ρόγχος μιας χώρας

Στο Μεξικό, σε όλη τη Λατινική Αμερική, παίρνουμε τη ρητορεία για πραγματικότητα. Πρόοδος, δημοκρατία, δικαιοσύνη. Αρκεί να πούμε τις λέξεις για να πιστέψουμε ότι είναι αλήθεια. [σ. 237]

Ο αφηγητής αυτοσυστήνεται ως το κομμένο κεφάλι υπ’ αριθμόν χίλια φέτος στο Μεξικό ενώ το σώμα του μοιάζει μακρινή ανάμνηση μιας ζωής 27 χρονών. Ο Χοσουέ μας αφηγείται την ιστορία του με τον Χερικό: δύο φίλοι – αληθινοί companieros από τα χρόνια της εφηβείας, οργανώνουν μαζί την ανακάλυψη της ζωής, αφοσιωμένοι στην δίνη της φιλοσοφίας και τον συγκλονισμό των ιδεών, στον σχεδιασμό της επανάστασης και την αποθέωση του έρωτα, στην κατάκτηση της εξουσίας και την κορύφωση της ζωής. Η κατασκευή της συμπαγούς φιλίας στηρίζεται στο σύμφωνο μιας αέναης ερευνητικότητας του κόσμου. Οι σύντροφοι συμφωνούν πως «κάθε γραμμή που διαβάζουν, κάθε ιδέα που δέχονται, κάθε αλήθεια που επιβεβαιώνουν έχει το αντίθετό της». Η αναζήτησή τους αφορά την τέχνη της ζωής: πώς ζεις, γιατί και για ποιον λόγο ζεις. Όπλα τους η θωράκιση της θεωρίας, η πίστη της αισθητικής, η κατάφαση της πράξης. Μια σειρά από πρόσωπα θα αρχίσουν να τους αποκαλύπτουν διαδοχικά τις εφιαλτικές όψεις του Μεξικού.

Το αληθινό μας σπίτι

Ο Μιγκέλ Απαρεσίδο  βρίσκεται εθελοντικά στις φυλακές, αρνούμενος να βγει στην κοινωνία. Έχει επαναλάβει το έγκλημά του για να παραμείνει έγκλειστος στις φυλακές κι έχει απορρίψει την αμνηστία. Γι’ αυτόν η φυλακή είναι το μεγάλο σπίτι, «ένα σπίτι τόσο διαφορετικό αλλά τόσο δικό σου όπως αυτό που εγκατέλειψες». Η φυλακή τον ελευθερώνει από τους τύπους, εκεί μέσα δεν χρειάζεται να προσποιείται ότι είναι αυτό που δεν είναι ή ότι είναι αυτό που άλλοι θέλουν να είναι, τον απαλλάσσει από το να ανήκει σε οποιαδήποτε τάξη. Στην αρχή δεν ήταν κανένας, ήταν μακριά από τον κόσμο, έπρεπε να εφεύρει έναν άλλο κόσμο και στην συνέχει να κάνει μια καινούργια σχέση μαζί του και να δημιουργήσει μια κρούστα, ψυχική ή σωματική, πάνω από την ανοιχτή πληγή. Ο Απαρεσίδο απειλεί πως αν βγει από μέσα, θα κάνει μια ασυγχώρητη πράξη. Πως του αρέσει η φυλακή επειδή εκεί έχει έναν κόσμο που καταλαβαίνει και τον καταλαβαίνει.

Στη φυλακή, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, συνειδητοποιούμε ότι δεν υπάρχει ελευθερία επειδή ζούμε μέρα τη μέρα, επειδή οι στόχοι μας είναι μάταιοι, εύθραυστοι και τελικά άπιαστοι, γιατί ο θάνατος αναλαμβάνει να ακυρώσει το συμβόλαιό μας κι εμείς δεν μαθαίνουμε, νεκροί πια, για όσια επιβίωσαν μετά από μας, χάθηκαν μαζί μας, και, καμιά φορά, πριν από μας. Φτάνει να περάσεις από ένα πολυσύχναστο δρόμο και να προσπαθήσεις, μάταια, να δώσεις υπερβατικότητα στις ζωές που περνούν με κατεύθυνση το θάνατο, προλαβαίνοντας τον, προσπαθώντας να τον αρνηθούν, καταδικασμένες όλες να εξαφανιστούν σε μια τεράστια συλλογική ανωνυμία. Εκτός από τον μουσικό, τον συγγραφέα, τον καλλιτέχνη, τον φιλόσοφο, τον αρχιτέκτονα; Ακόμα και αυτοί πόσο θα κρατήσουν; Ποιος αναγνωρισμένος σήμερα, αύριο θα είναι άγνωστος; Ποιος, άγνωστος σήμερα, θα αποκαλυφθεί αύριο; Λίγες πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες επιβιώνουν. […] Ποιος ήταν ο υπουργός Οικονομικών της Ελισάβετ Α΄ όταν έγραφε ο Σαίξπηρ; […]Ποιος ήταν ο γενικός γραμματέας της Εθνικής Συνομοσπονδίας Αγροτών όταν ο Χουάν Ρούλφο έγραψε το Πέδρο Πάραμο; […] η παροδικότητα είναι το πεπρωμένο μας αλλά η ελευθερία είναι η φιλοδοξία μας και θα αργήσουμε πολύ να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει άλλη ελευθερία από τον αγώνα για την ελευθερία. [σ. 186 – 187]

«Μια Σαχάρα από τσιμέντο»

Ποιος τάζει τις προσευχές του Μεξικού στην Αγία Τράπεζα των παιδιών του; [σ. 111]

Ένας από τους εφιαλτικότερους τόπους του Μεξικού είναι η υπόγεια τσιμεντένια δεξαμενή των φυλακισμένων παιδιών του Σαν Χουάν ντε Αραγκόν στο άσεμνο σπλάχνο της Ομοσπονδιακής Πρωτεύουσας. Παραδομένα στις συμμορίες από τις οικογένειές τους «με αντάλλαγμα χρήματα, και καμιά φορά για να απαλλαγούν από τα βλαμμένα», ψάχνουν απελπισμένους τρόπους για να υπάρξουν, και πνίγονται σε μια κραυγή προσωπική και συλλογική ταυτόχρονα. Ο Αλμπερτίνο κραυγάζει διαρκώς Φέλιξ (Ευτυχία), ο Σεφερίνο φωνάζει πως δεν είναι ένοχος για τίποτα – ένοχη είναι μόνο η εγκατάλειψη, η δική του εγκατάλειψη από τους γονείς του ήταν στη γειτονιά των σκουπιδιών, ο μικρός με την ουλή στην πλάτη είχε απαχθεί για να του πάρουν το νεφρό είχε αποφασίσει να εκδικηθεί εκείνους που τον νάρκωσαν και τον εγχείρησαν κι επειδή δεν τους βρήκε πήγαινε από νοσοκομείο σε νοσοκομείο καταστρέφοντας τα δοχεία με τα ξένα νεφρά.

Ήρωες και γιορτές για τους χαμένους

Σε μια τέτοια χώρα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δον Βαλεντίν Πέδρο Καρέρα εκπροσωπεί τον νέο πολιτικό, που επιμένει πως πρέπει να εφευρεθούν και να κληρονομηθούν νέοι ήρωες. Βέβαιος πως «ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με το ψωμί αλλά και με γιορτές και ψευδαισθήσεις» προτείνει την δημιουργία αξέχαστων ημερομηνιών «που θα δώσουν υπερηφάνεια στον κόσμο, μνήμη στους αμνήμονες και μέλλον στους δυσαρεστημένους». Για τον Καρέρα η τελετή είναι ο μανδύας της αξιοπρέπειας που όλοι μπορούν να ρίξουν στους ώμους τους, κρύβοντας τα κουρέλια, ενώ φρούδα επιθυμία αποτελεί η εφεύρεση ενός ηδονόμετρου ώστε να μετριέται η ευχαρίστηση και η διάθεση του κόσμου. «Πρέπει να κάνουμε τους κακομοίρηδες να πιστέψουν ότι, παρόλο που είναι κακομοίρηδες, είναι πιο ευτυχισμένοι από μας».

Η φιλοσοφία μου, νεαρέ μου, είναι ότι πρέπει να υπάρχει εναλλαγή προσώπων, όχι τάξεων. Και θα πρέπει να εναλλάσσονται τα πρόσωπα, γιατί διαφορετικά οι τάξεις εξεγείρονται όταν βλέπουν τα ίδια πρόσωπα. Εξεγείρονται οι αποκάτω, γιατί η μονιμότητα των αποπάνω τους υπενθυμίζει την απουσία των αποκάτω. Εξεγείρονται οι αποπάνω, διότι φοβούνται ότι διαιωνίζεται η γεροντοκρατία και οι νέοι ποτέ δεν θα καταφέρνουν να γίνουν κάτι περισσότερο από υφυπουργοί ή γενικοί γραμματείς ή, για να μιλήσουμε καθαρά, να βγουν από τη μετριότητα… [σ. 206]

Ένα πτώμα για τους ψηφοφόρους, ένα μαραφέτι για τον καθένα

Αργότερα ο Καρέρα θα χρησιμοποιήσει τη γυναίκα του για να συγκινήσει τους ψηφοφόρους, ομολογώντας στους τηλεοπτικούς δέκτες: η Κλάρα Καράνσα πεθαίνει από καρκίνο. Η επιθυμία της εξουσίας μας οδηγεί στο να κρύβουμε ατέλειες, να προσποιούμαστε αρετές, να εξυψώνουμε την πραγματική ζωή, να βάζουμε τη μάσκα της ευτυχίας, της σοβαρότητας, της φροντίδας για το λαό και να βρίσκουμε, αν όχι τις φράσεις, πάντοτε την κατάλληλη στάση. Ο Βαλεντίν Πέδρο Καρέρα εκμεταλλεύτηκε τη γυναίκα του, κι εκείνη τον άφησε γιατί ήξερε ότι δεν θα είχε άλλη ευκαιρία να αισθανθεί διάσημη, χρήσιμη, μέχρι και αγαπημένη. [σ. 262] Οι εκκλησίες προχωρούν σε μνημόσυνα, οι λεωφόροι γεμίζουν με εικόνες της εφήμερης Πρώτης Κυρίας κι ο Πρόεδρος εκλέγεται πάνω από ένα μελλοντικό πτώμα.

Παλιότερα, κανείς μπορούσε να κυβερνήσει σχεδόν στα κρυφά, οι άνθρωποι πίστευαν στην ετήσια έκθεση της 1ης Σεπτεμβρίου, πίστευαν ότι όσο περισσότερα στατιστικά στοιχεία τόσο περισσότερη ευτυχία…γαμώτο, Χέρο! Αυτό δεν γίνεται πια. Οι άνθρωποι είναι ενημερωμένοι και δυστυχισμένοι κι εμένα μου έλαχε να καλύψω όσα κενά έχουν μείνει με την πατριωτική γιορτή, της επετειακές παρελάσεις, τις τελετές που τροφοδοτούν τη φαντασία, κατευνάζουν τα πνεύματα, τη δίψα και την πείνα. [σ. 208]

Ο Αντόνιο Σανχινές θα γίνει ο μέντοράς του τις παρα-νομικές διαστροφές του κόσμου), η Λούτσα Σαπάτα η παρορμητική εραστής που του ζητά να την προστατεύσει από τον ίδιο της τον εαυτό, η Ασούντα Χορντάν θα τον εισάγει στην ανθρωποφαγική βιομηχανία των επιχειρήσεων και ο Μαξ Μονρόι στην τέχνη της αύξησης της κατανάλωσης και του κέρδους ακόμα κι από τον φτωχότερο πληθυσμό, καθώς λανσάρει ένα πακέτο τηλεφωνίας για τον καθένα, «που θα επιτρέπει να χρησιμοποιήσεις ό,τι θέλεις από το δίκτυο, ταινίες, τηλεφωνία, πληροφορίες, όποτε σου αρέσει και όπως σου αρέσει». Έτσι ο πιο αναλφάβητος χωρικός κι ο πιο απομονωμένος ιθαγενής θα μπορεί πατώντας ένα κουμπί να εκφράσει τις επιθυμίες του, και πατώντας ένα άλλο να λάβει μια συγκεκριμένη απάντηση, από μια ζωντανή φωνή. Το μαραφέτι θα γνωρίζει τις προτιμήσεις του και θα του προσφέρει επικοινωνία με τους ομοίους του μέχρι και με το Θεό. Αυτό θα είναι «το εξατομικευμένο κοστούμι» του λαού.

Η χώρα της προδοσίας και της «προόδου»

Δεν αντιλήφθηκε ότι οι καιροί είχαν αλλάξει, ότι η επανάσταση θα γινόταν θεσμός, οι αντάρτες θα κατέβαιναν από τα άλογα για να ανέβουν στην Cadillac, δεν υπήρχε άλλη αγροτική μεταρρύθμιση από την πώληση οικοδομήσιμων οικοπέδων στο Λας Λόμας, η ελευθερία της εργασίες θα κατέληγε με τους εργάτες οργανωμένους υπό ξεδιάντροπους συνδικαλιστές  ηγέτες, η ελευθερία του Τύπου θα παρεχόταν από ένα μονοπώλιο χάρτου συγκεντρωμένο στα χέρια του κουμπάρου μας Αρτέμιο Κρους… [σ. 149 – 150]

Αυτό είναι λοιπόν το Μεξικό: μια χώρα κατεστραμμένη από το ίδιο της το έπος, το έπος της επανάστασης που δικαιολογούσε τα πάντα για την πρόοδο και την οπισθοδρόμηση, την οικοδόμηση και τη διαφθορά, την ειρήνη και την πολιτική [σ. 193]. Για την δόνια Αντίγουα, μητέρα του Μονρόι, το Μεξικό είναι «η χώρα της προδοσίας»κι  «αυτός είναι ο χειρότερος απολογισμός του». Ο Μαδέρο πρόδωσε τον Πορφίριο Ντίας, ο Ουέρτα σκότωσετον Μαδέρο, ο Καράνσα τον Ζαπάτα, ο Ομπρεγόν τον Καράνσα, ο Κάγες επέτρεψε τη δολοφονία του Ομπρεγόν…. Η τρωγλοδυτική του Πόλη, μια κοιλάδα τσιμέντου και γυαλιού, ξέχειλη από μια μάζα φτωχών που δεν έχουν άλλη επιλογή από την φτώχεια ή την εγκληματικότητα, που ζητιανεύουν ή κλέβουν χωρίς ελπίδα, απομυζημένοι από τους ισχυρούς, εξαπατημένοι από τους πολιτικούς, παραδομένοι σε μια συλλογική δυστυχία που μοιάζει να υπήρχε από πάντα.

Οι δυο φίλοι αγνοούσαν το βασικότερο: πως κανένα όραμα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την έγκριση του περιβάλλοντος, των ανθρώπων που σημαδεύουν τη ζωή τους, την πολιτική και την πόλη όπου ζουν. Οι αγνές προθέσεις θα λερώνονται από την εξουσία, τα σπουδαία πλάνα θα αλλοιώνονται από το κεφάλαιο, οι αιρετικές φωνές θα συμβιβάζονται, η θρησκεία θα βρίσκει πάντα εγκεφάλους να αλέθει, τα ναρκωτικά πάντα νεότητες να αλώνουν. Τα ιδανικά θα θυσιάζονται για να οικοδομηθεί η χώρα, οι συνειδήσεις θα λερώνονται για χάρη της προόδου. Αν η ανάγκη, η θέληση και η τύχη αποτελούν τους τρεις πυλώνες της πολιτικής σκέψης του Μακιαβέλι, οι ίδιες έννοιες θα εισχωρήσουν σε κάθε σχέδιο ζωής, μέχρι την οριστική του αλλοίωση και το δικό τους αλληλοκαταβρόχθισμα.

Μήπως είμαστε μια χωματερή όσων θα μπορούσαν να γίνουν; Ένα άκυρο βιβλίο Εσόδων – Εξόδων; [σ. 251]

Εκδ. Καστανιώτη, 2011, μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, σ. 487 [Carlos Fuentes, La voluntad y la fortuna, 2008]

Πρώτη δημοσίευση (σε συντομότερη μορφή): περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 30 (καλοκαίρι 2012)

Λουίς Σεπούλβεδα – Σημειώσεις εν καιρώ πολέμου

Το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης

Έχασα μια πατρίδα και δε με νοιάζει, τα νιάτα μου πέρασαν σαν αστραπή μέσα σε μάχες, εξορίες και φυλακές, αλλά ο τελικός απολογισμός με γεμίζει περηφάνια. Και ζω έντονα γιατί όλες μου οι ενέργειες, όλα μου τα όνειρα, όλες μου οι λαχτάρες, είναι γεμάτα από την παρουσία αυτού που μου λείπει: του Σέρχιο Λέιβα, το φίλου μου, του συντρόφου μου, του αδελφού μου. [σ. 181]

Το απόσπασμα είναι ενδεικτικό της «δοκιμιακής» – μη μυθοπλαστικής γραφής αλλά και της ευρύτερης κοσμοθεωρίας του Σεπούλβεδα, συνεπώς και της γενικότερης θεματολογίας της συγκεκριμένης συλλογής: οι κοινωνικοί αγώνες στέκουν δίπλα στις σπουδαίες προσωπικές σχέσεις, καθώς αμφότερα, άρρηκτα μεταξύ τους δεμένα, πλέκουν τη ζωή του ίδιου και των συντρόφων του. Το κομμάτι προέρχεται από το κείμενο Σύντομη ιστορία ενός άξιου ανθρώπου, από το οποίο και κλέψαμε τη φράση του τίτλου μας – το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης ενεργοποιείται βέβαια με την επέτειο των τριάντα χρόνων «από το φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα που σκότωσε για πάντα την χιλιανή δημοκρατία».

Ο Σεπούλβεδα ήταν 23 χρονών τη βροχερή 11η Σεπτεμβρίου 1973 και σήμερα γράφει εν θερμώ, στα 53 του πλέον, κοιτάζοντας για άλλη μια φορά τον κατάλογο των απωλειών του: εκεί πρώτος πρώτος βρίσκεται ο φίλος του Σέρχιο Λέιβα. Μαζί διέσχισαν την έρημο Ατακάμα στην καρότσα ενός καμιονιού, μιλώντας για το μέλλον που θα έφτιαχναν μόλις γίνονταν πολίτες μιας ελεύθερης ηπείρου. Ο ίδιος ο Βίκτορ Χάρα, ο μέγας ραψωδός του χιλιανού έπους του είχε εκφράσει την στενοχώρια του γιατί ο Λέιβα δεν ηχογραφούσε τα τραγούδια του παρά άφηνε το ταλέντο του μέσα στο τσαλακωμένο τετράδιο που κουβαλούσε πάντα μαζί του. Αλλά ο Λέιβα είχε και γι’ αυτό απάντηση: πρώτα θα έφτιαχνε μια χαρούμενη όπερα όπου δεν θα υπήρχε λύπη ή στεναγμός.

Την ημέρα του πραξικοπήματος άρπαξε απ’ τους στρατιωτικούς ένα πεντακοσαράκι Φίατ αρματωμένο με πυροβόλα κι απ’ την ανοιχτή του στέγη τους σημάδευε με το μυδραλιοβόλο. Πολέμησε για πέντε μέρες, πήδηξε το φράχτη της αργεντινής πρεσβείας όπου κατάσχεσε τις τεράστιες ποσότητες χρημάτων που είδε με μεγάλη έκπληξη στα χέρια των συντρόφων του, ξαναβγήκε στους αγώνες του δρόμου και όταν ετοιμαζόταν να πηδήξει έναν ακόμα φράχτη τον σημάδεψε ο χωροφύλακας Βιγιάλμπα. Μη στενοχωριέσαι αδελφέ, του είπε ο Λέιβα, χωρίς να χάσει το χαμόγελό του, πυροβολείς και την κάνεις. Χρόνια αργότερα ο Σεπούλβεδα συνάντησε τον χωροφύλακα για να του πει ότι εκείνος σκότωσε τον αδελφό του. O στρατιώτης ήταν ένα ερείπιο – δυο χρόνια μετά την δολοφονία είχε χάσει το μυαλό του και διώχθηκε απ’ το σώμα.

Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στους σχολικούς χάρτες, αλλά στην αθέατη περιοχή των μεγάλων λησμονημένων που, εκτός απ’ τα ισπανικά και τα πορτογαλικά, μιλούν χίλιες άλλες γλώσσες. Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στην υδρόγειο σφαίρα, αλλά στη σφαίρα της αβεβαιότητας. […] Αυτή η άλλη στεριά βροντοφώναζε πως υπήρχε χώρος για τους πάντες, αλλά δεν μπορούσε να προβλέψει πως αυτοί οι «πάντες» εποφθαλμιούσαν τον δικό της χώρο.  [σ. 10-11]

Στη διάρκεια των χιλίων ημερών της κυβέρνησης του Αγιέντε και του συλλογικού ονείρου, γράφει ο Σεπούλβεδα, «ανακαλύψαμε τον άλλον, αυτόν που ήταν εδώ πριν από μας, τους Λατινοαμερικανούς, κι επιστρέψαμε στους μαπούτσε [αυτόχθονες της Χιλής] ένα μέρος απ’ την κλεμμένη γη τους». Ο συγγραφέας προβληματίζεται για την «αβέβαιη» πατρίδα της Λατινικής Αμερικής, της οποίας έχουν κλέψει ακόμα και το όνομά της και αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρξει μόνο ως επικράτεια «αποκλεισμών, απειλών, διαφθοράς, εισβολών, στρατιωτικών και τραπεζικών πραξικοπημάτων, διαρπαγών και καπιταλιστικού κυνισμού».

Οι σημειώσεις εν καιρώ πολέμου (δηλαδή σε κάθε χρόνο κι εποχή) γράφτηκαν σε τρία μαύρα σημειωματάρια moleskin από τον Ιανουάριο του 2002 ως τον Ιανουάριο του 2004 και διατρέχουν ολόκληρο το σύμπαν του Σεπούλβεδα, από την εξέγερση των ιθαγενών του Τσιάπας («Δεν εξεγέρθηκαν για να καταλάβουν την εξουσία, αλλά για να πουν: υπάρχουμε») και το παλαιστινιακό ζήτημα μέχρι την κινηματογραφική ταινία που γύρισε κάτω απ’ τη βροχή αλλά και τον εκτυφλωτικό ήλιο των Άνδεων, με τρία βαγόνια επιβατηγού τρένου ως καμαρίνια, δυο φορτηγά ως τροχήλατα κελιά που και τους φίλους που έπαυαν να είναι φίλοι και άρχισαν να γίνονται ένα μέρος της ιστορίας του, της φρικτής ιστορίας τόσων χιλιανών … [Nowhere, 2001, βασισμένη σε δικό του διήγημα].

Ο Σεπούλβεδα διαπιστώνει πως τα μεγαλύτερα θύματα των πολέμων δεν φορούν στολές και δεν ανήκουν σε καμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές και πως το πρόβλημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατάντησε να λύνεται με …αποζημιώσεις, ενώ βλέποντας στις ΗΠΑ να έχουν εξαφανιστεί οι φωτογραφίες των νεκρών που απανθρακώθηκαν στην ιρακινή έρημος κατά την επιχείρηση «Θύελλα της ερήμου» αλλά και γενικότερα οι εικόνες από τους πολέμους του Βιετνάμ και του Αφγανιστάν να μην υπάρχουν σε κανένα αρχείου του Τύπου και να έχουν σβηστεί από το διαδίκτυο, είναι πλέον απόλυτος: η μοίρα των νεκρών είναι η μοναξιά και η λήθη.

Στο κάτω κάτω γι’ αυτό γράφω: για να γνωρίζομαι με ομοιοπαθείς.

Ο λόγος και η γραφή έχουν βέβαια κυρίαρχη θέση στις σκέψεις του Χιλιανού, που ομολογεί για άλλη μια φορά πως δεν μπορεί να έχει άλλη πατρίδα από τη γλώσσα του, καθώς οι λέξεις «πατρίδα», «κοιτίδα», «γενέτειρα», ή είναι συνώνυμα ενός τόπου γιορτινού και χαρούμενου, ή μια σειρά φθόγγων χωρίς νόημα. Τα λόγια και ο λόγος αναφέρονται στην κοινοτοπία και το μπανάλ του σύγχρονου λόγου, ένα μπανάλ που τείνει να διαστρέφει το πραγματικό βάρος των λέξεων γιατί αισθάνεται την απειλή της τάξης που εγκαθιστούν οι λέξεις, καθώς και του κατ’ εξοχήν καρπού τους, του Λόγου, που μας φυλάει απ’ το να πέσουμε στην άβυσσο, μας βοηθάει να είμαστε γενναίοι μπροστά στις αντιξοότητες και να δυσπιστούμε στον πρώτο κανάγια που προσπαθεί να μας πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Στις Μνήμες ισπανικών εξομολογείται πως για τον ίδιο δεν υπάρχει μεγαλύτερη γιορτή από μια σύναξη ισπανόφωνων που μαζεύονται απ’ όλες τις γωνιές του πλανήτη. Το να διαπιστώνεις ότι ο ανεξάντλητος γλωσσικός τους θησαυρός έδεσε μια χαρά με τις σύγχρονες πραγματικότητες και η ενσωμάτωση ακόμα και αμερινδικών εκφράσεων, του γεννά την ευτυχή αίσθηση πως ανήκει σε μια κουλτούρα που δεν τη βρίσκεις στα μουσεία, αλλά σε μια κουλτούρα του σήμερα, που διαμορφώνεται κάθε μέρα, κάθε ώρα, σε μια εξαίσια, αέναη συγκολλητική διαδικασία. [σ. 19-23]

Ένα δισέλιδο κείμενο αφιερώνεται στον Ρομπέρτο Μπολάνιο και στα συναισθήματά του στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του. Εδώ αντιδιαστέλλεται ο πρόωρα χαμένος συγγραφέας που έφτασε στο σημείο να παραδεχτεί μια επώδυνη αλήθεια πως δεν έλαβε ποτέ μέρος φανερά, πανηγυρικά, στους αγώνες που έδωσε η γενιά του για αλλαγή της χιλιανής κοινωνίας με τον «μεγάλο προβοκάτορα» Χ.Λ. Μπόρχες. Και το πιο προσωπικό κομμάτι του τόμου (Παιδικά χρόνια) διασώζει τα λόγια του ετοιμοθάνατου παππού του προς τον ίδιο: Μη στενοχωριέσαι. Όταν ήμουν στη φυλακή της Αλμερίας, ορκίστηκα να ζήσω, όχι για να δω τον θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης αλλά για να διαβάσω τον Κιχώτη στα εγγόνια μου. Κράτησα τον όρκο μου και θέλω να κάνεις κι εσύ το ίδιο. [σ. 220]

Εκδ. Opera, 2004, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 245, με δεκασέλιδες σημειώσεις [Luis Sepúlveda, Moleskin, 2004]

Δημοσίευση και σε mic.gr