Λογοτεχνείο, αρ. 94

Χανίφ Κιουρέισι, Ξένοι σαν συναντιόμαστε, στο: Μεσάνυχτα όλη μέρα, εκδ. Καστανιώτη, 1999, μτφ. Άννα Παπασταύρου, σ. 26, 48 (Hanif Kureishi, Midnight all day, 1999).

Πολύ αργότερα πια η Φλοράνς με διδάσκει ότι το να είναι κανείς επιτυχημένος οφείλεται εν μέρει στην ικανότητά του να αντέχει την ζήλια και την κατάφωρη αντιπάθεια. […]

Το τι φαντάζομαι για τους άλλους δεν μπορώ να το περιγράψω, ωστόσο το ανθρώπινο μυαλό σπάνια έχει σαφή αντίληψη των πραγμάτων. […]

Πιθανότατα περνάω πάρα πολύ καιρό μόνος μου νομίζοντας ότι μπορώ να δώσω τα πάντα στον εαυτό μου. Ο γιατρός μου, με τον οποίο τα πίνουμε, είναι βλακωδώς φανατικός με τα χάπια και το κέφι. Λέει πως αν δε μπορώ να είμαι ευτυχισμένος με ό,τι έχω δε πρόκειται να είμαι ποτέ. Εκείνος θα έλεγε όχι στη χρησιμότητα της εσωτερικής μάχης του ανθρώπου και προτιμάει α παίρνω αντικαταθλιπτικά, λες κι είναι καλύτερο να παραλύσω παρά να γνωρίσω τους φριχτούς εαυτούς μου.

Μνήμη Μαργαρίτας Καραπάνου  

Λογοτεχνείο, αρ. 93

Julio Llamazares, Η κίτρινη βροχή, εκδ. Σέλας, 1999, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σ. 49, 52 (La lluvia amarilla, 1988)

Αν η μνήμη μου δεν με απατούσε. 1961, αν η μνήμη μου δεν με απατούσε. Αλλά τελικά μήπως η μνήμη δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα μεγάλο ψέμα; Πώς θα μπορούσα εγώ τώρα να είμαι σίγουρος ότι εκείνη ήταν, στ’ αλήθεια, η τελευταία νύχτα του 1961; Ή ότι η παλιά βαλίτσα από ξύλο και τενεκέ του πατέρα μου σαπίζει,  πράγματι, στο περιβόλι κάτω από ένα σωρό τσουκνίδες. Ή – γιατί όχι; – ότι δεν ήταν η Σαμπίνα αυτή που, φεύγοντας, έβγαλε από τη θέση τους και πήρε μαζί της όλα τα γράμματα και τις φωτογραφίες. Δεν θα είναι άραγε όλα αυτά τα πράγματα που έχω ονειρευτεί ή φανταστεί μόνο και μόνο για να γεμίσω με ψεύτικα όνειρα και αναμνήσεις ένα εγκαταλελειμμένο και ήδη κενό χρόνο; Μήπως στην πραγματικότητα, όλο αυτό το διάστημα, λέω ψέματα στον ίδιο μου τον εαυτό;

[…]

Από τότε, έζησα με την πλάτη γυρισμένη στον εαυτό μου. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, δεν ήμουν εγώ αυτός που καθόταν κοντά στη φωτιά ή αυτός που περιπλανιόταν στο χωριό σαν εγκαταλελειμμένος και μοναχικός σκύλος. Δεν ήμουν εγώ αυτός που κάθε βράδυ ξάπλωνε σ’ αυτό το κρεβάτι και παρέμενε σιωπηλός, ακούγοντας τη βροχή, μέχρι το ξημέρωμα. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, ήταν η ανάμνησή μου αυτή που περιπλανιόταν στο χωριό και καθόταν κοντά στη φωτιά: ήταν η ίδια μου η σκιά αυτή που ερχόταν κάθε βράδυ να ξαπλώσει σ αυτό το κρεβάτι και παρέμενε σιωπηλή ακούγοντας τη βροχή και την αναπνοή μου.

Στην Νατάσα Κεσμέτη