Λογοτεχνείο, αρ. 68

Άντριου Κράμεϋ, Πφιτς, εκδ. Πόλις, 2003, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σ. 194 – 195 (Andrew Crumey, Pfitz, 1995)

Είσαι καθισμένος στο γραφείο σου. Σου αρέσει η μυρωδιά του μελανιού, σου αρέσει το χαρτί, σου αρέσει και η δερμάτινη πολυθρόνα που τη βρίσκεις τόσο άνετη. Σου αρέσει η υφή του χαρτιού, το τρέξιμο της πένας πάνω στο χαρτί. Σου έστειλαν άλλο ένα απόσπασμα που υποτίθεται ότι είναι γραμμένο απ’ αυτόν. Αισθάνεται ότι ήδη ξέρεις ποιος είναι, τι είναι, κι ωστόσο, καθετί που του προσθέτεις τον κάνει λιγότερο οικείο· τον απομακρύνει όλο και πιο πολύ από αυτό που ήθελες να δημιουργήσεις. Μα αυτός, ωστόσο, πέραν πάσης προσδοκίας σου, συνεχίζει να μεγαλώνει. Νόμιζες ότι θα μπορούσες να ελέγχεις την προσωπικότητά του, πλασμένη κατά μια εικόνα της επιλογής σου – φρούδη ελπίδα· εκείνος δεν θ’ αργήσει ν’ απαλλαγεί από τα δεσμά με τα οποία νόμισες ότι θα μπορούσες να τον συγκρατήσεις και να τον περιορίσεις. Οι λέξεις τον γεννούν, κι αυτός γεννάει εσένα. Σε λίγο, μπορεί να μεγαλώσει τόσο, ώστε να σε θεωρήσει αναλώσιμο.

Δεν είμαι εγώ ο συγγραφέας αυτών των λέξεων – τον έψαξα (τους έψαξα) κι εγώ. Τους βλέπω μέσα μου, στα σκοτεινά, όταν ξαπλώνω στο αχυρένιο στρώμα μου και κλείνω τα μάτια. Τους βλέπω να με δημιουργούν και να δημιουργούν όλους αυτούς τους άλλους που μπορεί ακόμα να γίνω.

Στον Κυριάκο Αθανασιάδη

Λογοτεχνείο, αρ. 67

Άλντους Χάξλεϋ – Ο τυφλός λυτρωτής, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, επιμ. Ελένη Κεχαγιόγλου, εκδ. Scripta, 2004, σελ. 332 (Aldous Huxley, Eyeless in Gaza, 1936).

Ήταν περασμένες δύο. Ο Άντονι, ξαπλωμένος ανάσκελα, χάζευε το ταβάνι μέσα στο σκοτάδι. Ο ύπνος λες και αρνιόταν να έρθει, λες και κάποιο κακόβουλο ξένο σώμα μέσα στο σώμα του τον εμπόδιζε. Έξω, στα πεύκα οι γρύλοι τραγουδούσαν αδιάκοπα τη μουσική της ύπαρξής τους· κατά αραιά διαστήματα, το λάλημα ενός πετεινού ξεπηδούσε από τη σκοτεινιά, όλο και πιο δυνατό, όλο και πιο κοντινό, μέχρι που όλα τα πουλιά των γύρω κήπων ξεσηκώνονταν, απαντώντας το ένα στο άλλο. Και μετά, χωρίς προφανή λόγο, το ένα μετά το άλλο σιωπούσαν και το ξέσπασμά τους καταλάγιαζε και έσβηνε ολοένα – ο Άντονι αφουγκραζόταν τον ήχο που ξεμάκραινε και φανταζόταν πως διέσχιζε ολόκληρη τη Γαλλία, σαν βιαστικό κύμα. Ίσως εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Και φανταζόταν πως έπειτα κάπου χτυπούσε το κύμα και επέστρεφε, τόσο γρήγορα όσο είχε έρθει. Επέστρεφε από τη Βόρεια Θάλασσα· πάνω από τα πεδία των μαχών· περνώντας από τις παρυφές του Παρισιού και μέσα από τα δάση, από πουλί σε πουλί· μετά διέσχιζε τις πεδιάδες της Μπος· σκαρφάλωνε τους λόφους της Βουργουνδίας και, σαν εναέριο ποτάμι, ο ήχος κατέβαινε ορμητικά την κοιλάδα του Ρήνου· περνούσε τη Βαλάνς, την Οράνζ, την Αβινιόν, την Αρλ και το Αιξ και τους γυμνούς λόφους της Προβάνς· και τότε, να ’τος πάλι ο στριγκός ορυμαγδός, επέστρεφε σκεπάζοντας την ηχηρή, διαρκή σιγή των γρύλων.

Στον Κώστα Λογαρά