Λογοτεχνείο, αρ. 35

Ζυλιέν Γκρην, Μεσάνυχτα, εκδ. Μέδουσα, 1988, μτφ. Γιάννης Θεοδωρακόπουλος, σ. 171 (Julien Green, Minuit, 1936)

Από λίγη ώρα τώρα, ένιωθε μια αόριστη στενοχώρια και ταυτόχρονα μια ευτυχία την αιτία των οποίων δεν μπορούσε να μαντέψει. Ήλπιζε ότι, στα χρόνια που θα ακολουθούσαν δεν θα ξεχνούσε αυτή την παράξενη στιγμή, όπου η χαρά και η μελαγχολία έμοιαζαν να γίνονταν ένα. Η ησυχία του σπιτιού, το μισοσκόταδο αυτού του μικρού δωματίου που πλενότανε και η χλιαρότητα της σάρκας της κάτω από το χέρι της, όλα αυτά της ήταν γνωστά. Σε ποιά στιγμή της ζωής της είχε νιώσει αυτήν την χαύνωση της σάρκας και της ψυχής; Ποιά φθινοπωρινή ημέρα όμοια με αυτήν εδώ, γεμάτη από ψιθύρους και κραυγές πουλιών; Έμεινε ακίνητη, προσπάθησε να θυμηθεί όμως η μνήμη της έμενε άφωνη, και ξαφνικά τα μάγια λύθηκαν. Γύρω της, τα αντικείμενα έχασαν την γνωστή τους όψη που είχαν για μερικά δευτερόλεπτα.

Στην Ελένη Γ. Ζαχαριάδου

Λογοτεχνείο, αρ. 34

Ντίνο Μπουτζάτι, Οι επτά αγγελιοφόροι, εκδ. Αστάρτη, 1988, μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, σ. 81-83, από το διήγημα «Ο κολόμπρος» (Dino Buzzati, I setti messaggeri, 1942).

Βαθιά ταραγμένο το παιδί έμεινε στην ακτή, ώσπου το τελευταίο πίκι των καταρτιών χάθηκε πέρα στον ορίζοντα. Πέρα απ’ το μόλο που έκλεινε το λιμάνι, η θάλασσα απόμεινε εντελώς έρημη. Αλλά στυλώνοντας το βλέμμα ο Στέφανο μπόρεσε να διακρίνει μια μαύρη κουκίδα που αναδυόταν κατά διαστήματα απ’ τα νερά: ήταν ο δικός του «κολόμπρος», που έσκιζε αργά τα νερά, πάνω κάτω, καρτερώντας τον πεισματικά. (…)
Έτσι η ιδέα εκείνου του εχθρικού πλάσματος που τον καρτερούσε μερόνυχτα γίνηκε για τον Στέφανο μυστικός βραχνάς. Ως και στη μακρινή πόλη του τύχαινε να ξυπνάει ανήσυχος μες στη μαύρη νύχτα. Ήταν ασφαλής βέβαια, εκατοντάδες χιλιόμετρα τον χώριζαν από τον κολόμπρο. Κι όμως ήξερε ότι πέρα από τα βουνά, πέρα από τα δάση, πέρα από τις πεδιάδες βρισκόταν ο καρχαρίας και τον περίμενε. Και στα πιο απομακρυσμένα μέρη να πήγαινε, ο κολόμπρος πάλι θα παραμόνευε στην πιο κοντινή ακροθαλασσιά, με το ανελέητο πείσμα που έχουν τα όργανα του μοιραίου. (…)
Έτσι ο Στέφανο άρχισε τα ταξίδια, δείχνοντας αρετές θαλασσινού, αντοχή στους κόπους, ακατάβλητο φρόνημα. Ταξίδευε, ταξίδευε, και στ’ απόνερα του πλοίου του μέρα νύχτα, με μπουνάτσα και με φουρτούνα ακολουθούσε ολοταχώς ο κολόμπρος. Το ’ξερε ο Στέφανο πως αυτό είναι η κατάρα και καταδίκη του, αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτό δεν έβρισκε τη δύναμη ν’ αποτραβηχτεί. Στο καράβι κανείς δε διέκρινε το τέρας, πέρα από τον ίδιο.

Στον Αχιλλέα Κυριακίδη