Περιοδικό Το Δέντρο τεύχος 175 – 176 (Καλοκαίρι 2010)

Αφιέρωμα στον Κ.Γ. Καρυωτάκη

Στην θερινή σύναξη υπό το Δέντρο 32 έλληνες συγγραφείς ξαναδιαβάζουν το έργο και την εποχή του Κ.Γ. Καρυωτάκη, η πεισιθάνατη ποίηση του οποίου γέννησε τον παραφιλολογικό μύθο του ιδανικού αυτόχειρα. Ευτυχώς τα γραπτά του αυτοκτόνου της Πρέβεζας σταδιακά αποφορτίζονται από το συγκινησιακό, παραλογοτεχνικό τους χαρακτήρα και μελετώνται για την ουσία τους.

Όλες οι λογοτεχνίες εκδικούνται τα βλάσφημα παιδιά τους, κάθε μια με τον τρόπο της έγραφε ο Βύρων Λεοντάρης στις «Θέσεις» του το 1973 και ο Κώστας Βούλγαρης (Αγαπητέ Βύρωνα Λεοντάρη) τιμά εκείνο το κείμενο όπως του αρμόζει. Τον Καρυωτάκη δεν τον «συναντάς» παίρνοντας μια καρέκλα για να καθίσεις μαζί του, αλλά μόνο με έναν τρόπο: πέφτοντας «στο βάραθρο το αγριωπό». «Καρυωτακισμός δεν υπήρξε» ούτε θα υπάρξει ποτέ – πρόκειται για το «πιο ανύπαρκτο μυθολογικό τέρας της νεοελληνικής ποίησης», τονίζει ο Βούλγαρης, βλέποντας πως οι «αντιπροσωπικότητες» έχουν ήδη περίοπτη θέση τον Κανόνα και την αγορά και πως ο Καρυωτάκης έχει πλέον «ενταχθεί» και γίνει αποδεκτός σαν μια «προσωπικότητα – περίπτωση». Όμως ο Λεοντάρης προειδοποιούσε: Ο Καρυωτάκης δεν ορίζεται σαν προσωπικότητα, ορίζεται σαν πραγματικότητα. Άμεσα σχετιζόμενες είναι και οι αντιρρήσεις του Κ. Β. σχετικά για την τηλεοπτική σειρά που ενέταξε τον μέχρι πρότινος αποσυνάγωγο στην εβδομαδιαία καθημερινότητα κάθε νεοελληνικού νοικοκυριού, επιτυγχάνοντας την ευρύτερη δυνατή φιλολογική, λογοτεχνική και κοινωνική συναίνεση.

Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία πράξη όμως που μου αποδίδεται τη μισώ έγραφε ο ποιητής στην τελευταία αλογόκριτη επιστολή και ο Τάσος Ψαρράς (κατά φωνή) καταθέτει ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο ανίχνευσης της αποδιδόμενης χυδαίας πράξης. Αποκλείοντας το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, την μαστροπεία ή τις σχέσεις με γυναίκες ελευθερίων ηθών, οι σχετικές πηγές οδηγούν στο ενδεχόμενο της (κατηγορίας) εσχάτης προδοσίας, όπως βέβαια οριζόταν από το καθεστώς της εποχής, εξαιτίας των σχέσεων με τον Πέτρο Πικρό, υπόδικο επί εσχάτη προδοσία, και ενός γενικότερου εφιαλτικού αντικομμουνιστικού κλίματος εκβιαστών και ψευδομαρτύρων, στην σκληρή πολιτική πραγματικότητα της χώρας και ιδίως της επαρχίας.

Ο Θεοδόσης Πυλαρινός (Ίδιοι άνθρωποι, άλλες εποχές…) συνδέει τις ιστορικές μορφές της Ηρωικής Τριλογίας και του Εις Ανδρέαν Κάλβον στο πρόσωπο του τελευταίου, που αποτέλεσε για τον Κ.Κ. διττό πρότυπο (του υμνητή επικών εποχών και του αντιρρησία, καταμηνυτή ιδιοτέλειας και διαφθοράς) και τώρα τον καλεί με ιδιότυπη «προτρεπτική αποτροπή» σε κοινό θρήνο. Η ποιητική της οδύνης του Θανάση Μαρκόπουλου εστιάζει στο μοτίβο της ζυγαριάς που χρησιμοποίησαν και οι Γιώργος Βαφόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης, σε μια ενδιαφέρουσα τριπλή σύγκριση, ενώ η Λίτσα Χατζοπούλου επιδίδεται σε μια (κυριολεκτικά, μεταφορικά και γραμματολογικά) Ρομαντική ανάγνωση του καρυωτακικού έργου. Μεταξύ των υπό σκιά διαλεγομένων οι Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Κούλα Αδάλογλου, Γιώργος Βαρθαλίτης, Δημήτρης Δημηρούλης, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, Δημήτρης Ραυτόπουλος, Στέφανος Ροζάνης, Συμεών Σταμπουλού, Κώστας Στεργιόπουλος κ.ά., όπως και οι πολύ παλαιότεροι, σε χρήσιμες αναδημοσιεύσεις (Τέλλος Άγρας, Τίμος Μπαλάνος)

Ο αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος. Αντιλαμβάνεται (και συχνά μεταδίδει) άλλα πράγματα, ευστοχεί για άλλη μια φορά γράφοντας ο Κώστας Μαυρουδής, κι ένας νέος χώρος αποσκευών του, η στήλη Φέισμπουκ, ξεχειλίζει με προσωπικές σκέψεις, απανθίσματα εξαιρετικών λεχθέντων (Ντε Κίρικο, Σιοράν, Μπέρνχαρντ, Μοράν) και νεότερες ή παλαιότερες συγγραφικές αποτυπώσεις, όπως το εκ της Στενογραφίας του προερχόμενο: Εκείνοι που για χρόνια κατήγγελλαν τη στρατευμένη λογοτεχνία, δεν ενοχλούνταν, περιέργως, καθόλου από το ευτράπελο της στρατευμένης Ιστορίας και της εξίσου στρατευμένης αρχαιολογίας μας.

Στο τελευταίο βαγόνι του τρένου, αποσπάσματα από το τελευταίο, αυτοβιογραφικό βιβλίο της Χέρτα Μίλερ, αναγνώσεις Μίριελ Σπαρκ και Τζον Κουτσί, η διηγηματική άποψη του Μαρκές για την Ρώμη και η παρουσίαση μιας νέας βιογραφίας του Καίστλερ (που δίνει έμφαση και σε παραγνωρισμένες πλευρές του έργου του, όπως το δημοσιογραφικό, όπου ανήκει και μια εξαιρετική μελέτη του συγγραφέα για την αδυναμία της Γαλλίας και των άλλων ευρωπαϊκών κοινωνιών να αφομοιώσουν τον «άλλον», τον μετανάστη στους κόλπους του, το 1941!). Νωρίτερα, σχεδόν στην ατμομηχανή του τεύχους, έχουν διαπιστωθεί ενδιαφέρουσες αντιρρήσεις σχετικά με τις ομαδικές ποιητικές αναγνώσεις που αναιρούν την μονήρη φύση και τον ασκητικό χαρακτήρα της ποίησης και υποβιβάζουν τον αναχωρητικό της λόγο σε ένα κλίμα αναψυχής.

 

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 509 (Ιούλιος – Αύγουστος 2010)

 

Και για να παραλλάξω την παραλλαγή ενός γνωστού ευφημισμού, στην ερώτηση «με ποιο ανάγνωσμα να ξεκινήσω το ελεύθερο θέρος που μου αναλογεί», η απάντηση είναι «με το καθιερωμένο καλοκαιρινό (Ιουλιανό συν Αυγουστιανό) τεύχος του Διαβάζω, που θα οδηγήσει στα υπόλοιπα»: σε πληθώρα επιλογών από δεκάδες εκδότες και εκατοντάδες βιβλία. Ποιος είπε ότι οι εκδόσεις στο μεταίχμιο άνοιξης – καλοκαιριού είναι ισχνές; Μπορεί να μην ισοφαρίζουν τον εκδοτικό οργασμό του φθινοπώρου, αλλά στους καταλόγους του περιοδικού βρίσκω πληθώρα τίτλων φρέσκων, ονομάτων ελκυστικών και προτάσεων υπολογίσιμων και με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Εκδότες το νου σας: για όλους εμάς που διαβάζουμε προσεκτικά, οι θερινές αναγνώσεις αποτελούν οριακό βαρόμετρο των αποδόσεών σας!

Προτού κολυμπήσουμε στους τίτλους και με αφορμή το ζήτημα με το Σπίτι του Κεμάλ και τον Γιώργο Ιωάννου, ο Αλέξης Ζήρας προσπαθεί έκπληκτος να εντοπίσει τον ορθό λόγο μεταξύ πολιτικών συμφιλιωτικών τεμενάδων και εθνικιστικής παράνοιας. Κάθε φορά που η πολιτική λερώνει με την βρωμόγλωσσά της την λογοτεχνία, μπορούμε ελεύθερα να ξεκαρδιζόμαστε αλλά εδώ το πράγμα παραέγινε θλιβερό. Ίσως διόλου άσχετη η ενθύμηση στο διαπλανητικό τρισέλιδο του τεύχους και με αφορμή τα «γενέθλια» του εβδομηντάχρονου-αν-ζούσε Μπρόντσκι της απάντησής του προς την δικαστίνα Σαβέλιεβα, που τον ρώτησε γιατί δεν εργάζεται: «Δουλεύω, γράφω ποιήματα». Σκέφτομαι και μειδιώ: η θέση της στην Ιστορία κατοχυρώθηκε ακριβώς χάρη στον υπόλογο επί παρασιτική ζωή ποιητή και την βλακώδη ερώτησή της.

Στο αγαπημένο δισέλιδο κόμικς, ορέγομαι ιδιαίτερα την έκδοση ενός βιβλίου για την Jackie Ormes (φωτ.), μιας αφροαμερικανής δημιουργού που δημοσίευε strips σε εφημερίδες της δεκαετίας του ’30, δηλαδή μιας εξ’ ορισμού σπανιότητας. Οι ελκυστικές κι έξυπνες ηρωίδες της εμφανίζονταν και ιδιαίτερα πολιτικοποιημένες, σχολιάζοντας μάλιστα θέματα ρατσισμού και περιβαλλοντικής μόλυνσης. Όσο για το τιμώμενο βιβλιοπωλείο του τεύχους, τον θρυλικό Θεσσαλονίκειο Λοξία, πρώτα συγκινούμαι (υπήρξε ένας μαγικός χώρος κι ένα ιδιαίτερα αγαπητό στέκι του παρελθόντος μου) κι έπειτα ευφραίνομαι για την εξέλιξή του σε κάτι διαφορετικό αλλά πάντα πρωτότυπο. Λοξία μη ξεχνάς, εσύ μ’ έβαλες στη νύχτα και μου έσωσες τη ζωή, «προωθώντας» με τότε στο καφέ μπαρ Ερωδός, που επέλεγε σερβιτόρους-ες και μπάρμεν με βάση την – αποδεικτέα! – αγάπη τους για το διάβασμα!