Ρίτσαρντ Γουόλιν – Η γοητεία του ανορθολογισμού

Σε μια «ιδανική βιβλιοθήκη» αναμφισβήτητα έχουν θέση το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Λουί Φερντινάν Σελίν, τα «Κάντος» του Έζρα Πάουντ, η «Παρακμή της Δύσης» του Όσβαλντ Σπένγκλερ, τα βασικά έργα των Νίτσε και Χάιντεγκερ, ενώ από μια «διευρυμένη» μορφή της δεν θα έλειπαν ούτε βιβλία των Ζορζ Μπατάιγ, Μορίς Μπλανσό, Πιερ Ντριέ Λα Ροσέλ, Κ. Γκ. Γιούνγκ. Η συγκέντρωση των παραπάνω σε ενιαίο τμήμα συχνά στοιχειοθετεί την άτυπη κατηγορία «έργα που ασπάστηκαν τον φασισμό, φλέρταραν με αυτόν ή χρησιμοποιήθηκαν ως θεωρητικές και φιλοσοφικές βάσεις του». Αυτή η απλουστευτική υπόθεση αποτελεί μία από τις παραμέτρους συζήτησης ενός πάντοτε ακανθώδους και πολυπλόκαμου ζητήματος, εκείνου της σχέσης της κορυφαίας διανόησης και σκέψης με τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες.

Ο Ρίτσαρντ Γουόλιν, γνωστός αμερικανός ιστορικός των ιδεών και καθηγητής της Ιστορίας του City University of New York συγκεντρώνει τα παραπάνω ονόματα στο δικό του ερμηνευτικό ράφι για να υποστηρίξει μια ευρύτερη θεωρητική κατασκευή: την άμεση επιρροή των αντίθετων ιδεών του Διαφωτισμού («αντι-Διαφωτισμού») και συνακόλουθα της ακροδεξιάς πολιτικής σκέψης στην μεταπολεμική γαλλική διανόηση, τον μεταμοντερνισμό και τον μεταδομισμό. Επιθυμώντας να συντάξει την «αρχαιολογία της μεταμοντέρνας θεωρίας», χαρτογραφεί τη γενεαλογία της και εντοπίζει τις πηγές της στις προ-φασιστικές θεωρίες του Μεσοπολέμου.

Για τον Γουόλιν η δυσπιστία του μεταμοντερνισμού για την αντικειμενική «αλήθεια», τον «ορθό λόγο», το «αίτιον», τον ανθρωπισμό και τη φιλελεύθερη δημοκρατία και η αντιμετώπισή τους ως μηχανισμών καταπίεσης που συνεπάγονται περιορισμούς και απαγορεύσεις αποτελούν στην ουσία μετάγγιση των βασικών θέσεων των Νίτσε και Χάιντεγκερ και ολόκληρης της παράδοσης της γερμανικής Kulturkritik του 20ού αιώνα. Ηπαραπάνω παράδοση αποτέλεσε και τον πυρήνα της μεταδομιστικής θεωρίας (Φουκώ, Ντερριντά, Λυοτάρ, Μπρωντιγιάρ), που με τον τρόπο αυτό κληρονομούσε στοιχεία της ευρωπαϊκής δεξιάς σκέψης. Συνεπώς τίθεται και ζήτημα εαν ο μεταδομισμός και ο μεταμοντερνισμός αποτελούν κινήματα της πολιτικής Αριστεράς, εφόσον αυτή υπήρξε πάντοτε ορθολογική και οικουμενική, υπέρμαχος της δημοκρατίας, της ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Γουόλιν αναπτύσσει το συλλογισμό του σε δύο βασικά τμήματα, όπου διερευνά την πνευματική κληρονομιά τριών Γερμανών (Νίτσε, Γιουνγκ, Γκάνταμερ) και δύο Γάλλων (Μπατάιγ, Μπλανσό) στοχαστών, σε δύο αντίστοιχες παρεκβάσεις για την σύγχρονη Δεξιά των παραπάνω χωρών, καθώς και σε εκτενή πρόλογο και συμπεράσματα.

Είναι ευνόητο πως το πλήθος ιστορικών στοιχείων και πληροφοριών παρουσιάζεται με ελκυστικό τρόπο και διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον. Η διερεύνηση των θεωρητικών βάσεων του φασισμού, όπου υπάρχουν, έχει το ενδιαφέρον της και είναι πάντα ένα ζήτημα ανοιχτό. Η ιδιαίτερη όμως επιμονή του Γουόλιν σε ορισμένες θέσεις και η συνεχής επανάληψή τους φαίνεται να του στερεί την απαιτούμενη ψύχραιμη και αντικειμενικότερη θεώρηση των δεδομένων του. Δημιουργείται συχνά η εντύπωση πως έχει ήδη διαμορφώσει άποψη και έχει αποφανθεί προτού διατρέξει ολόκληρο το υλικό του, πως τα συμπέρασματά του έχουν προηγηθεί της έρευνας.

Είναι ενδεικτικό ότι θέση συμπεράσματος επέχει ένα μικρό δοκίμιο για την εικόνα της Αμερικής στην σύγχρονη σκέψη. Εδώ ο Γουόλιν, υπερασπιζόμενος την σκέψη της Αμερικανικής Ηπείρου (που ταυτίζει με τις έννοιες της πολιτικής νεωτερικότητας, του ατομικισμού, των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του φιλελευθερισμού) στηλιτεύει την ιδέα της Αμερικής ως δυστοπικής χώρας ανίκανης να δημιουργήσει πολιτισμό και ασκεί απροκάλυπτη κριτική στους εκφραστές της, όπως οι Μπρωντριγιάρ και Ζίζεκ, συχνά με αμφίβολα επιχειρήματα. Ενδεικτικό παράδειγμα: «Το 1991 ο Μπρωντριγιάρ έγραψε ένα μικρό βιβλίο με τον έξυπνο τίτλο «Ο πόλεμος του Κόλπου δεν έγινε ποτέ», στο οποίο υποστήριζε ότι ο αληθινός πόλεμος είχε πολύ μικρότερη σημασία από την προσομοίωσή του στα ΜΜΕ. Ο «αληθινός» πόλεμος ήταν ο αγώνας για την κατάκτηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης, με «στρατηγούς» τους συμβούλους των καναλιών, τους κατασκευαστές εικόνας … Αν όμως ο πόλεμος δεν συνέβη ποτέ, τότε γιατί να γράψει κανείς ένα βιβλίο γι’ αυτόν; … Αφού τα «ανάφορα» έχουν πεθάνει, γιατί να προσθέσουμε ακόμα ένα μετασχόλιο στο πλήθος των νεκρών;» (σ. 485).

Εξίσου συζητήσιμο μοιάζει το σημείο αιχμής του Γουόλιν, πως η εξύμνηση της διαφοράς και της ετερότητας που υποστηρίζει ο μεταμοντερνισμός εις βάρος του ορθού λόγου «μπορεί να διολισθήσει σε έναν νέο πνευματικό φυλετισμό, ενώ η παρουσίαση των πολιτισμών ως κλειστών μονάδων οδηγεί στον εθνοκεντρισμό και αποκλείει τον κοσμοπολιτισμό» (σ. 455), χωρίς να διαφοροποιεί με επιστημονικά κριτήρια την ταύτιση της πολιτιστικής διαφοροποίησης (που προκρίνει ο μεταμοντερνισμός) με την φυλετική (που υποστηρίζει η άκρα Δεξιά). Εξάλλου, η μονόπλευρη και αποκλειστική θεώρηση του ανορθολογισμού ως αμιγώς αρνητικού στοιχείου και όχι αντιστικτικού παράγοντα στις ιδεοπλαστικές διεργασίες και στην ίδια την συγκρότηση του ορθού λόγου πιθανώς υπογραμμίζει την δυνατότητα του Γουόλιν να αναλύει ως ιστορικός των ιδεών και όχι ως φιλόσοφος – γι’ αυτό και η κριτική έχει αναφερθεί σε επιχειρήματα που στέκουν από ιστορική μόνο άποψη ενώ χωλαίνουν θεωρητικά και φιλοσοφικά. Είναι επίσης αξιοσημείωτο το γεγονός πως η κριτική του αφορά την γαλλική διανόηση ενώ το αντίστοιχο βρετανικό κομμάτι περνάει στο απυρόβλητο.

Ακόμα κι έτσι όμως, η εν λόγω κατασκευή σαφώς προσφέρει νέες αφορμές για προβληματισμό, διάλογο και αντιπαράθεση, τη στιγμή άλλωστε που ο συγγραφέας της (δηλώνοντας ως πρότυπά του τους Αντόρνο και Χάμπερμας) τονίζει με κάθε ευκαιρία πως τίθεται υπέρ της δημόσιας συζήτησης.

Συντεταγμένες: Ρίτσαρντ Γουόλιν – Η γοητεία του ανορθολογισμού. Το ειδύλλιο της διανόησης με τον φασισμό. Από τον Νίτσε στον Μεταμοντερνισμό, μτφρ. Μ. Φιλιππάκου, εκδόσεις Πόλις, σελ. 570.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 15 (φθινόπωρο 2008). Φάκελος Ολοκληρωτισμός.

Στις φωτογραφίες: Σπένγκλερ, Σελίν, Χάιντεγκερ, Μπλανσό, Λα Ροσέλ.

Βικτόρ Σερζ – Υπόθεση Τουλάγεφ

Οι ίδιες οι ιδέες συσπώνταν σε έναν μακάβριο χορό, τα κείμενα σήμαιναν ξάφνου το αντίθετο από αυτό που διακήρυσσαν, μια παραφροσύνη παράσερνε τους ανθρώπους, τα βιβλία, την Ιστορία που τη θεωρούσαν εκπληρωμένη και δεν ήταν άλλο από μια γελοία εκτροπή… (σ. 312)

Η ζωή του Βικτόρ Σερζ (Βικτόρ Λβόβιτς Κίμπαλτσιτς, Βρυξέλλες 1890) υπήρξε μια συνεχής εναλλαγή παθιασμένων πολιτικών αγώνων και διωγμών. Κοσμοπολίτικο κι επαναστατικό πνεύμα, βρέθηκε στην κοχλάζουσα Ρωσία (1919), αφού φυλακίστηκε στο Παρίσι (1912-1917) λόγω συμμετοχής σε αναρχοαυτόνομη τρομοκρατική οργάνωση κι έζησε τις εξεγέρσεις της Βαρκελώνης. Υπηρέτησε ενθουσιωδώς το Κόμμα, διαγράφτηκε λόγω της σύνταξής του με τον Τρότσκι, κατήγγειλε την σταλινική τρομοκρατία, εκτοπίστηκε στη Σιβηρία (1933) και αποφυλακίστηκε χάρη στις παρεμβάσεις των Μαλρό, Ζιντ, Ρολάν κ.ά. (1936). Πέθανε κυνηγημένος και πάμφτωχος στο Μεξικό (1947), έχοντας ολοκληρώσει την Υπόθεση Τουλάγεφ (1942), το χειρόγραφο της οποίας διέσωζε σε όλες τις περιπλανήσεις του.

Επίκεντρο της κυκλικής πλοκής αποτελεί η δολοφονία ανώτατου κομματικού στελέχους – μια στιγμιαία πράξη δικαιοσύνης, υποσυνείδητη κι ενσυνείδητη μαζί. Οι ένοχοι δεν θα βρεθούν, συνεπώς πρέπει να επινοηθούν ως συνωμότες. Η εξόντωσή τους θα ακολουθήσει, μέσω μιας χαώδους γραφειοκρατίας, τις μεθόδους του σταλινικού ολοκληρωτισμού: συκοφάντηση, κοινωνική απομόνωση, ανάκριση, κατασκευασμένη ομολογία, ατίμωση, θάνατος, και, πέρα από αυτόν, το στίγμα της προδοσίας.

Εδώ δεν έχουμε απλά μια ρεαλιστική εικόνα της σκοτεινής δεκαετίας του ’30, των δικών της Μόσχας και της εξόντωσης εκατομμυρίων επαναστατών. Δέκα αυτόνομα κεφάλαια, με διαφορετικό κεντρικό πρόσωπο, σχηματίζουν ένα πολυποίκιλο ψηφιδωτό της ρωσικής ζωής την εποχή της «ανοικοδόμησης του κόσμου», όπου κάθε διαφωνία σήμαινε προδοσία, με ψηφίδες του τις ζωές πολλών και διαφορετικών χαρακτήρων: από τον πιστό επαναστάτη στον ασήμαντο γραφειοκράτη, από τον υψηλόβαθμο αξιωματούχο στον ταπεινό χωρικό, από τον παθητικά υπάκουο υπάλληλο στον ασυμβίβαστο, συνεπή ιδεολόγο, από τον ενθουσιώδη άνθρωπο της δράσης μέχρι τον θεωρητικό και διανοούμενο που βλέπει τις γνώσεις του να αποβαίνουν άχρηστες.

Οι κεντρικοί – απόκεντροι αυτοί χαρακτήρες αποτελούν, κατά τον Σερζ, μια «αόρατη διεθνή» προσώπων που ζουν σε μια μεταβατική εποχή, όπου, συνεπώς, δεν υπάρχει ευτυχία, σε μια χώρα που έχει λιποτακτήσει από τον ίδιο της τον εαυτό, όλοι θανατοποινίτες με αναστολή, ζώντας παρέα με τον φόβο όπως με μια κήλη (ανθολογώντας τις εκφράσεις τεσσάρων διαφορετικών ηρώων), μια εποχή που οι παλιοί επαναστάτες απέφευγαν ο ένας τον άλλον, για να μην κοιταχτούν στα μάτια, να μην πουν αισχρά ψέματα καταπρόσωπο, να μην σκαλώσουν στα ονόματα συντρόφων που έχουν εξαφανιστεί, να μην εκτεθούν σφίγγοντας κανένα χέρι, να μην το έχουν βάρος στη συνείδησή τους που δεν το έσφιξαν.

Τους παρατηρούμε στα απομακρυσμένα χωριά με τις αραιές ίσμπες, στα ασφυκτικά κοινοβιακά διαμερίσματα ή στις απομονωμένες βίλες μες τα δάση, στα γκρίζα γραφεία με το ίδιο πορτρέτο του Αρχηγού, όπου εκατοντάδες ένστολοι ζυμώνουν μέρα νύχτα ατέλειωτους φακέλους κι αναφορές, και ζυμώνονται απ’ αυτούς…. Τους παρακολουθούμε στις κομματικές γιορτές, στα χωριά που ρημάχτηκαν από την επιβεβλημένη κολλεκτιβοποίηση, στις προσπάθειές τους να εναρμονιστούν με ντιρεκτίβες, πλάνα και στατιστικές. Κι όταν στενεύσει ο κλοιός, να αναπολούν «τη σαρκική τους ζωή που έχει τελειώσει» και να βυθίζονται στον φόβο ή να ελπίζουν σε δικαιοσύνη.
Ο άλλοτε ισχυρός Έρχοφ θα αδυνατεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του και θα παραμιλάει στον ύπνο του διότι οι ανακρίσεις συνεχίζονταν στα όνειρά του, ο φυλακισμένος Ρουμπλιόφ θα αντλεί θάρρος από φανταστικούς διαλόγους με τη γυναίκα του και θα εύχεται: «Ας μου στείλουν κανέναν καλύτερο (ανακριτή) ή ας με εκτελέσουν χωρίς εξηγήσεις». Ο Ρύζικ, περιφερόμενος από φυλακή σε φυλακή, τόσο κουρασμένος που δεν τα κατάφερνε πια να σκεφτεί, με το μυαλό του να αναβοσβήνει σαν τα κίτρινα φανάρια που οι σιδηροδρομικοί περιφέρουν πάνω-κάτω στις ράγες άγνωστων σταθμών, θα περιμένει με ανακούφιση τον θάνατό του, όχι προτού πάρει μια έσχατη νίκη αξιοπρέπειας.

Δίπλα τους κινούνται ελάσσονες ήρωες με ανάλογη προδιαγεγραμμένη πορεία: τα κορίτσι του εργοστασίου, παθιασμένο με τις μηχανές και τους αριθμούς, ο Φιλίποφ που ζει χωρίς γυναίκα, γιατί δεν θέλει να είναι δύο που θα ξυπνάνε μες στη νύχτα και θα αναρωτιούνται αν είναι η τελευταία τους, η κοπέλα του εργοταξίου του μετρό που ωθείται στην αυτοκτονία, θύμα του τριπτύχου «εφημερίδα τοίχου, διαγραφή, χλευασμός», ο επιτηρητής του Ρύζικ σε ένα απομακρυσμένο κολχόζ, που γίνεται φίλος μαζί του, προτού αναχωρήσουν με έλκηθρο για το τέλος του στην Μόσχα (αναχώρηση που περιγράφεται σε μερικές συγκλονιστικές σελίδες). Ήρωες χθες, σκουπίδια σήμερα, αυτή είναι η διαλεκτική της Ιστορίας (σ. 155).

Η περιγραφή της δράσης τους αλλά και των σκέψεών τους, με εσωτερικούς μονολόγους και τραγικούς διαλόγους, σε συνδυασμό με κολάζ από αναφορές, βιογραφικά διωκόμενων, φωνές από ραδιόφωνο ή μεγάφωνα, συνθέτουν ένα συναρπαστικό «ψυχολογικό και κοινωνικό» μυθιστόρημα. Η πολυφωνική αφήγηση συνδυάζεται σε ένα δεύτερο (συμβολικό; ) επίπεδο με λυρικότατες περιγραφές των κατάλευκων νυχτών, που μοιάζουν «με γιορτή του πάγου», με τους κρυστάλλους του χιονιού να αντανακλούν το φως των αστεριών. Θαρρείς πως αυτές οι «σπινθηροβόλες νύχτες με το ζείδωρο κρύο» και τη θαμπή λευκότητα άλλοτε αλαφρώνουν τις ψυχές κι άλλοτε τις «σαβανώνουν», σκεπάζοντας την απόγνωσή τους.
Η ματιά του Σερζ σε αυτή την τραγική περίσταση είναι πολυπρισματική και ψύχραιμη, με ταυτόχρονη επίγνωση μιας ιστορικής ήττας και αναζήτηση φωτός, αντίστοιχου με εκείνο της αστρικής ανθοφορίας του ρωσικού ουρανού. Αναρωτιέται κανείς, πόση, άραγε, πνευματική ρώμη χρειάζεται για να οργανώσει κανείς αυτό το αχανές υλικό και να το μεταπλάσει σε έξοχη μυθοπλασία, έχοντας μηδαμινές ελπίδες έκδοσης.
Γιατί όμως καταδικάστηκε στη λήθη ένας συγγραφέας που έζησε εκ των έσω μια από τις οριακότερες ιστορικές στιγμές του προηγούμενου αιώνα κι έγραψε για την τραγική κατάληξη αναρίθμητων επαναστατών (κατάληξη που ο ίδιος απέφυγε χάρη σε διάφορες συγκυρίες), τη στιγμή εξάλλου που υπήρξε ένας από τους πρώτους συγγραφείς έγραψαν για τα Γκουλάγκ (στο μυθιστόρημα Μεσάνυχτα στον αιώνα, 1939) και ονόμασαν την Σοβιετική Ένωση «ολοκληρωτικό κράτος» (σε προσωπική επιστολή); Η Σούζαν Σόνταγκ, που εκφράστηκε ενθουσιωδώς για το έργο του Σερζ και φρόντισε για την αποκατάστασή του, δίνει τις δικές της πειστικές εξηγήσεις στην εισαγωγή της έκδοσης του 2004: η Υπόθεση Τουλάγεφ υπήρξε άχρηστη ως ψυχροπολεμικό όπλο κατά του κομμουνισμού. Πράγματι, ο Σερζ με έναν πλούσιο και πυκνό λόγο εκθέτει όλες τις απόψεις και φωτίζει όλες τις πλευρές της τραγικής περιόδου από την προσωπική σκοπιά του καθενός από τους χαρακτήρες του, μακριά από κηρύγματα και ιδεολογήματα. Η κριτική της χρησιμοποίησης του μαρξισμού δεν αναιρεί την πίστη στις αξίες του.
Ο Ρύζικ μέσα απ’ το κελί του σκέφτεται: Σήμερα χρειάζονταν βιβλία φλογερά, να ξεχειλίζουν από μια αδιάσειστη ιστορική άλγεβρα, από ανελέητα κατηγορητήρια, βιβλία που θα έκριναν αυτή την εποχή: η κάθε γραμμή τους θα πρέπει να είναι αμείλικτης ευφυΐας, τυπωμένη με καθαρά φλόγα. Αυτά τα βιβλία θα γεννηθούν αργότερα. (σ. 320). Ο Σερζ πιθανώς θα διαφωνούσε, αλλά επιτρέψτε μου να φωνάξω πως η Υπόθεση Τουλάγεφ είναι ακριβώς ένα τέτοιο ευφυές και φλογερό βιβλίο. Χάρη στο επίμετρο του Ρόμπερτ Γκρίμαν (στην ουσία ένα πλήρες κριτικό σημείωμα), τις σημειώσεις και την μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια, γνωρίζει και εδώ την έκδοση που του αρμόζει.

Συντεταγμένες: Victor Serge, L’ affaire Tulaév. Στα ελληνικά: εκδόσεις Scripta, 2007.

Πρώτη δημοσίευση (σε συντομευμένη μορφή): Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 14 (καλοκαίρι 2008).